Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
by Bhikshu Sangharakshita · Greek · Gutenberg #4100 · 351,591 chars · public domain (US)
The Project Gutenberg eBook of Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.
*** This is a COPYRIGHTED Project Gutenberg eBook. Details Below. ***
*** Please follow the copyright guidelines in this file. ***
Title: Όραμα και Μεταμόρφωση : Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
Author: Bhikshu Sangharakshita
Translator: Spiros Doikas
Release date: May 1, 2003 [eBook #4100]
Most recently updated: April 14, 2013
Language: Greek
Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/4100
*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΌΡΑΜΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΌΡΦΩΣΗ : ΜΙΑ ΕΙΣΑΓΩΓΉ ΣΤΟ ΕΥΓΕΝΈΣ ΟΚΤΑΠΛΌ ΜΟΝΟΠΆΤΙ ΤΟΥ ΒΟΎΔΔΑ ***
ΣΑΝΓΚΑΡΑΚΣΙΤΑ
ΟΡΑΜΑ ΚΑΙ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
Μια εισαγωγή στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι του Βούδδα
Εκδόσεις Άφατον
Title of the original:
Sangharakshita, Vision and Transformation, Windhorse Publications
(c) Sangarakshita 1990
translated into Greek by Spiros Doikas
The Greek edition of Vision and Transformation was done with permission by Windhorse Publications
Copyright for the Greek language:
(c) Spiros Doikas & Afaton Publications, 1999
e-mail: doikasspiros@hotmail.com
URL: www.translatum.gr/afaton/index.htm
Σημείωση: Το ηλεκτρονικό κείμενο μετά την έκδοση έχει υποστεί κάποιες περαιτέρω
διορθώσεις και αλλαγές όπως το διπλό "δ" στα παράγωγα του βουδδισμού.
ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ
0.1 Πρόλογος του μεταφραστή
0.1 Εισαγωγή
1. Η Φύση της Ύπαρξης: Τέλεια Θέαση
2. Λογική και Αίσθημα στην Πνευματική Ζωή:
Τέλειο Συναίσθημα
3. Το Ιδανικό της Ανθρώπινης Επικοινωνίας:
Τέλειος Λόγος
4. Ηθικές Αρχές: Τέλεια Συμπεριφορά
5. Ιδανική Κοινωνία: Τέλεια Εργασία
6. Η Συνειδητή Εξέλιξη του Ανθρώπου:
Τέλεια Προσπάθεια
7. Επίπεδα Επίγνωσης: Τέλεια Επίγνωση
8. Η Ανώτερη Συνείδηση: Τέλεια Σαμάντι
Έργα του Ιδίου
A Guide to the Buddhist Path
A Stream of Stars
A Survey of Buddhism
Alternative Traditions
Ambedkar and Buddhism
Buddhism and the West
Buddhism for Today and Tomorrow
Complete Poems 1941-1994
Crossing the Stream
Extending the Hand of Fellowship
Facing Mount Kanchenjunga
Forty-Three Years Ago
Going for Refuge
Great Buddhists of the Twentieth Century
Human Enlightenment
In the Realm of the Lotus
In the Sign of the Golden Wheel
Know Your Mind
New Currents in Western Buddhism
Mind - Reactive and Creative
My Relation to the Order
Peace is a Fire
Ritual and Devotion in Buddhism
The Buddha's Victory
The Drama of Cosmic Enlightenment
The Essence of Zen
The Eternal Legacy
The FWBO and "Protestant Buddhism"
The History of My Going for Refuge
The Inconceivable Emancipation
The Meaning of Conversion in Buddhism
The Meaning of Orthodoxy in Buddhism
The Priceless Jewel
The Rainbow Road
The Religion of Art
The Taste of Freedom
The Ten Pillars of Buddhism
The Three Jewels
Tibetan Buddhism: An Introduction
Transforming Self and World
Travel Letters
Vision and Transformation
Was the Buddha a Bhikkhu?
What is the Dharma?
Who is the Buddha?
Τι είναι βουδδισμός;
Ίσως αυτό το ερώτημα να αποτελεί το ύψιστο κοάν (αίνιγμα) καθώς ο βουδδισμός δίνει
έμφαση στην υπέρβαση των δογματικών ορισμών που περιορίζουν το νου και ενισχύουν την
συνήθεια της δυαδικής αντίληψης. Κανένα βουδδιστικό κείμενο δεν αποτελεί την απόλυτη
έκφραση του βουδδισμού. Ο ίδιος ο Βούδδας περιέγραψε τις διδασκαλίες του ως ένα μέσο,
μια "σχεδία" που θα μας βοηθήσει να περάσουμε στην "άλλη όχθη". Και είναι μάλλον
παράλογο, αφού κανείς έχει περάσει τον ποταμό να κουβαλάει την σχεδία στην πλάτη του!
Δε θα ήταν παρά περιττό βάρος που θα δυσχέραινε την πορεία του. Ωστόσο το φαινομενικά
παράδοξο του λόγου που εκφράζει το άφατο δεν καταλύει τις διδασκαλίες του βουδδισμού.
Δε ζούμε στο επίπεδο της απόλυτης πραγματικότητας όπου τα πάντα βιώνονται ως
αλληλεξαρτώμενα. Ζούμε στο σχετικό επίπεδο (δεν έχουμε περάσει στην άλλη όχθη) και
έχουμε ανάγκη τις διδασκαλίες (τη σχεδία) για να καθοδηγηθούμε στην πορεία μας.
Ας αρχίσουμε λοιπόν την απόπειρα ορισμού του βουδδισμού από τον ίδιο τον ιδρυτή του, το
Βούδδα. Βούδδας σημαίνει "αφυπνισμένος" και συνήθως αναφέρεται στον Σιντάρτα
Γκαουτάμα, τον λεγόμενο "ιστορικό Βούδδα". Βουδδισμός λοιπόν είναι το σύνολο των
διδασκαλιών του Βούδδα. Ως θρησκεία είναι αθεϊστική καθώς ο Βούδδας ήταν άνθρωπος. Η
πιο σημαντική διδασκαλία του έχει να κάνει με τις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες. Σύμφωνα
με αυτήν τη διδασκαλία ο πόνος, η οδύνη, η δυστυχία και το ανικανοποίητο αποτελούν
αναπόσπαστα στοιχεία του σαμσαρικού κόσμου1. Η λύτρωση είναι δυνατή με την εξάλειψη
της αιτίας της δυστυχίας που είναι η ακόρεστη απληστία και πηγάζει από την απόπειρά
μας να ικανοποιούμε συνεχώς τις επιθυμίες του εγώ. Για να απελευθερωθούμε πρέπει να
συνειδητοποιήσουμε ότι η έννοια ενός αυθύπαρκτου και αυστηρά καθορισμένου εαυτού δεν
είναι παρά μια ψευδαίσθηση. Ο βουδδισμός μάς λέει ότι όλα τα φαινόμενα είναι παροδικά
και αλληλοεξαρτώμενα, ζούμε σε έναν κόσμο όπου τα πάντα αλλάζουν συνεχώς, γεννιούνται
και πεθαίνουν υπό την επιρροή μιας σειράς αλληλοεξαρτώμενων αιτιών. Αυτή η έμφαση στη
δυστυχία και το μη αυθύπαρκτο του εαυτού όμως δεν έχει καμία σχέση με τη νοσηρότητα ή
το μηδενισμό. Ο βουδδισμός εστιάζεται στη δυστυχία γιατί μόνο έτσι μπορεί να βρεθεί
μια λύση στο υπαρξιακό πρόβλημα. Όσο περισσότερο προσκολλούμαστε σε μια έννοια του
εαυτού τόσο πιο πολύ επώδυνη και αποξενωμένη βιώνουμε την ύπαρξή μας. Επομένως, όλες οι
διδασκαλίες του βουδδισμού είναι ένα μέσο υπέρβασης της εγωκεντρικής ύπαρξης η οποία
θεωρείται συνώνυμη με τη δυστυχία.
Βουδδισμός, Χριστιανισμός και Πνευματικότητα
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα περιστατικό που συνέβη σε μια Αγγλικανική εκκλησία που
είχα επισκεφτεί ως περιπλανώμενος τουρίστας στο Εδιμβούργο. Μπαίνοντας λοιπόν,
αντίκρισα μια ομήγυρη ετερόκλητων ατόμων, άλλοι καθισμένοι σε καρέκλες και άλλοι
σταυροπόδι στο έδαφος, να κάνουν διαλογισμό ή να προσεύχονται σιωπηλά. Ανάμεσά τους
πρόσεξα ένα Θιβετιανό μοναχό ντυμένο με τα γκρενά του άμφια, έναν προτεστάντη παπά και
διάφορους άλλους που δεν μπορούσα να προσδιορίσω. Η είσοδος ήταν ελεύθερη για όλους
και μια κυρία μοίραζε ένα έντυπο με αποσπάσματα από κείμενα διάφορων θρησκειών. Για
μια στιγμή κοντοστάθηκα σκεπτόμενος την ίδια σκηνή να εξελίσσεται σε μια
ελληνορθόδοξη εκκλησία. Ομολογουμένως, η απιθανότητα μιας τέτοιας κατάστασης
πνευματικής σύμπνοιας των θρησκειών εν Ελλάδι με έκανε να υπομειδιάσω.
Τι άραγε να σημαίνει αυτό το παράδειγμα; Για μένα υπήρξε μια εξωτερική ένδειξη της
βαθύτατης πεποίθησής μου ότι η πνευματικότητα είναι μια φυσική κατάσταση υπεράνω
θρησκευτικών πεποιθήσεων και δογματικών αντιλήψεων. Το γεγονός ότι άτομα που ανήκαν
σε διαφορετικές θρησκείες συναντιόντουσαν σε έναν κοινό χώρο με σκοπό την πνευματική
άσκηση αποδείκνυε μιαν ευρύτητα πνεύματος που φτάνει στην καρδιά των πραγμάτων. Η
αντίθετη κατάσταση, η φανατισμένη δογματικότητα, δεν είναι παρά η αναίρεση της
πνευματικότητας.
Ορμώμενος από αυτή την πεποίθηση μελέτησα κείμενα από διάφορες μυστικές παραδόσεις
και είχα την τύχη να πέσει στα χέρια μου η Φιλοκαλία2, και να συμπεράνω από πρώτο χέρι
ότι κατά βάθος δεν υπάρχουν "πνευματικότητες" και ότι η ειδοποιός διαφορά μίας υψηλής
πνευματικής παράδοσης (και όχι πνευματικότητας καθώς η πνευματικότητα δεν νοείται να
έχει πληθυντικό) από μια άλλη είναι απλά η διάλεκτος. Πράγματι, πάμπολλα στοιχεία στη
Φιλοκαλία που θύμισαν χωρία από τη Νταμμαπάντα (βλ. βιβλιογραφία) και από τα
βουδδιστικά κείμενα που είχαν να κάνουν με τη λεγόμενη Εκπαίδευση του Νου ή
Μεταστοιχείωση της Σκέψης (θιβ. lojong). Βέβαια, αυτά όσον αφορά τις βασικές διδασκαλίες
μιας οποιασδήποτε εξελιγμένης θρησκευτικής παράδοσης, όπως η έμφαση στην υπέρβαση του
εγώ διαμέσου του αλτρουισμού, καθώς υπάρχουν, για παράδειγμα, έννοιες στο βουδδισμό
που απουσιάζουν από τον επίσημο χριστιανισμό, όπως αυτή της κενότητας3 (σανσκρ. shunyata).
Ακόμα και εδώ όμως, αν ψάξει κανείς, θα βρει συσχετίσεις, όπως το παρακάτω απόσπασμα του
Αγίου Ιωάννη του Σταυρού4:
"Η ψυχή έχει επίγνωση της βαθυτάτης κενότητάς της, μιας βάναυσης αποστέρησης των τριών
ειδών αγαθών, φυσικών, χρονικών και πνευματικών, τα οποία αποτελούν τα στηρίγματά της.
Δύναται να αντιληφθεί τον εαυτό της εν μέσω αντιβαλλόμενων κακών, άθλιων ατελειών,
στεγνότητος, έλλειψης κατανοήσεως και εγκατάλειψης του πνεύματος εις το σκότος"5 .
Πέρα από τη θεωρία υπάρχουν φοβερές ομοιότητες σε εσωτερικές πρακτικές. Ο
βουδδιστικός διαλογισμός για παράδειγμα με χρήση μάντρα, το οποίο δεν είναι παρά μια
σύντομη επαναλαμβανόμενη πρόταση θρησκευτικού περιεχομένου, με ταυτόχρονη χρήση ενός
μάλα, (κομπολογιού) για τη μέτρηση των επαναλήψεων, δεν απέχει σχεδόν καθόλου από τη
λεγόμενη προσευχή της καρδιάς των Ησυχαστών. Οι πρακτικές του Ησυχασμού έχουν μάλιστα
παρομοιαστεί με τη γιόγκα - ως "χριστιανική γιόγκα". Η προσευχή της καρδιάς έχει να
κάνει με την επανάληψη της φράσης "Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με τον
αμαρτωλό" με τη χρήση κομποσκοινιού για τη μέτρηση. Πέρα από την προσευχή, μέρος της
γενικότερης ασκητικής του ορθόδοξου χριστιανισμού είναι και οι μετάνοιες, όπως και
στο βουδδισμό οι προστερνισμοί. Ωστόσο ενώ στο χριστιανισμό αυτές οι πρακτικές
συναντώνται σχεδόν αποκλειστικά στο πλαίσιο του μοναχισμού, στο βουδδισμό
χρησιμοποιούνται και από λαϊκούς. Πράγματι, βουδδισμός δε νοείται χωρίς κανείς να
ασκείται στο διαλογισμό, με άλλα λόγια ο διαλογισμός, η "αυτοσκόπηση", είναι εκ των ων
ουκ άνευ για ένα βουδδιστή και επιτελεί έργο παρόμοιο με αυτόν που επιτελεί η
ψυχανάλυση στο δυτικό κόσμο. Όπως λέει και ο Edward Conze:
"Υπάρχουν αρκετές μέθοδοι διαλογισμού που οδηγούν στη λύτρωση, ωστόσο η βουδδιστική
παράδοση τις περιγράφει πιο ξεκάθαρα και πιο εμπεριστατωμένα απ' ό,τι έχω βρει αλλού.
Αυτό, βέβαια, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την ιδιοσυγκρασία του καθενός. Αν μελετήσει
κανείς επισταμένως τα κείμενα των ζαϊνιστών, των σούφι ή των χριστιανών μοναχών της
αιγυπτιακής ερήμου και οτιδήποτε χαρακτηρίζεται ως "ασκητικό" ή "μυστικό" από την
Καθολική Εκκλησία θα έχει τα ίδια αποτελέσματα6 ".
Μια βασική διαφορά ωστόσο, μεταξύ βουδδισμού και χριστιανισμού, όπως θα δείτε και στο
κυρίως μέρος του βιβλίου, είναι ότι η βουδδιστική ηθική δεν πηγάζει από μία ανώτερη
εξουσία· αποδεικνύοντας έτσι ότι ένα πολύ εμπεριστατωμένο ηθικό σύστημα μπορεί να
υπάρξει μέσα στο πλαίσιο μιας μη θεϊστικής κοσμοθεωρίας. Η βουδδιστική ηθική αποτελεί
απλά φυσική έκφραση των νόμων του σύμπαντος, όπως η βαρύτητα, και το τίμημα που
πληρώνουμε για την αθέτηση αυτών των νόμων είναι η συσσώρευση αρνητικού κάρμα. Και το
κάρμα δεν είναι τίποτα άλλο παρά αυτοδημιούργητη μοίρα.
Ένα ιδιάζον στοιχείο της βουδδιστικής ηθικής, που απουσιάζει από τα χριστιανικά ήθη,
είναι ο σεβασμός προς κάθε είδος ζωής. Για μεγάλο μέρος του βουδδιστικού κόσμου η
κατανάλωση κρέατος θεωρείται ανάρμοστη για ένα ηθικό άτομο και γι' αυτό είναι
ιδιαίτερα διαδεδομένη η χορτοφαγία7 . Αν αντιπαραβάλει κανείς αυτή τη στάση με τη
"θρησκευτική" σφαγή των αμνών8 το Πάσχα και την εξίσου "θρησκευτική" κοπή των ελάτων και
των κυπαρισσιών τα Χριστούγεννα ίσως να προβληματιστεί για την ορθότητα αυτού που ως
τώρα θεωρούσε δεδομένο.
Περνώντας στην προσωπική μου εμπειρία από τους Φίλους του Δυτικού Βουδδιστικού
Τάγματος (ΦΔΒΤ9) έκπληξη αποτέλεσε για μένα μία έμφαση στην ηθική που συμπεριλάμβανε
όλους τους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας αρχίζοντας από το τι τρώει κανείς,
περνώντας στις διαπροσωπικές σχέσεις και την επιλογή εργασίας, για να προχωρήσει
ακόμα πιο πέρα σε κάτι που ταυτίζεται με την υπερβατική σοφία, με το "ευ ζην" αν θέλετε.
Πολλά από αυτά τα άτομα, μέσα στο πλαίσιο μιας γενικότερης ηθικής αναθεώρησης της ζωής
τους, εγκατέλειψαν προσοδοφόρα επαγγέλματα επειδή τα θεώρησαν ηθικά αμφιλεγόμενα.
Θαυμαστή υπήρξε επίσης για μένα η διακριτικότητα και η ευγένεια των ατόμων του
συνάντησα στους χώρους των ΦΔΒΤ. Θυμάμαι π.χ. να κάνω διαλογισμό και να περιμένουν να
τελειώσω παρότι εκείνη την ώρα κάποιος είχε αναλάβει προ εβδομάδας να καθαρίσει το
χώρο. Αλλά αυτή η ευγένεια και διακριτικότητα φτάνει μερικές φορές σε σημείο που
φαινομενικά ν' ανατρέπει τις πάγιες συνήθειες και τελετουργικά, δείχνοντας ότι στο
κέντρο όλων είναι ο άνθρωπος με τις αδυναμίες του και τις συνεχώς μεταβαλλόμενες και
ενίοτε ιδιάζουσες, ανάγκες του. Είναι μάλλον μικρή η πιθανότητα σε κάποιο ομαδικό
διαλογισμό ν' απευθυνόταν ερώτηση στο κοινό για το αν υπάρχει κάποιος που τον ενοχλεί
στα μάτια το θυμίαμα. Και όμως, προς μεγάλη μου έκπληξη, αυτό συνέβη στο πλαίσιο των
συναντήσεων των ΦΔΒΤ.
Κάτι τέτοια μικροσυμβάντα είναι που υπονοούν μια γενικότερη διάθεση του να μη
βασίζεται κανείς στην επιφάνεια (στα λόγια, το εθιμοτυπικό), αλλά στο βάθος, την ουσία
της κάθε έκφρασης της πνευματικής ζωής που είναι το πολυεπίπεδο και "μορφωμένο"
ενδιαφέρον για όποιον τυχαίνει να βρίσκεται μέσα στη σφαίρα επιρροής μας. Συχνά αγάπη
χωρίς σοφία οδηγεί σε ίδιες, αν όχι τραγικότερες καταστροφές, απ' ό,τι η σοφία δίχως την
αγάπη. Το κακό που κάνει η σοφία χωρίς αγάπη είναι η αδιαφορία ως προς τα πράγματα, το
γεγονός δηλαδή ότι δεν προσπαθεί να τα βελτιώσει. Το κακό που μπορεί να κάνει όμως η
αγάπη δίχως σοφία (το "Ατελές Συναίσθημα" αν προτιμάτε) είναι ότι με τα "αδέξια μέσα" της
μπορεί να επιφέρει μεγαλύτερη καταστροφή απ' ό,τι αν άφηνε τα πράγματα ν' ακολουθήσουν
την φυσική τους πορεία. Με άλλα λόγια η αγάπη δίχως σοφία πιστεύει ακράδαντα στη
μεγαλομανή πλάνη ότι μπορεί, μόνο και μόνο επειδή το θέλει, να βελτιώσει τον κόσμο. Όπως
λένε και οι Άγγλοι "το μονοπάτι για την κόλαση στρώνεται με τις καλύτερες προθέσεις".
Από την άλλη πλευρά δεν πρέπει κανείς να είναι αφελώς διακείμενος στην ανθρώπινη
πραγματικότητα χώρων που φαινομενικά διέπονται από μία πνευματικότητα, ασχέτως της
θρησκευτικής ή μη απόχρωσής της. Αναπόφευκτα οι πνευματικές κοινότητες κάθε είδους
αποτελούνται από άτομα που βρίσκονται σε μία διαδικασία μεταστοιχείωσης, ο καθένας με
μερικά πραγματοποιημένη μεταμόρφωση. Η πλήρης αγνότητα κινήτρου σ' ένα δρόμο που
υπόσχεται λύτρωση από τη δυστυχία δεν είναι κάτι εύκολο για τον οποιοδήποτε. Μπορεί να
δει κανείς άτομα να περιάγονται σε τέτοιους χώρους είτε λόγω προσωπικής φιλοδοξίας,
είτε λόγω της ανάγκης τους ν' αποκτήσουν δύναμη πάνω στον εαυτό τους και τους άλλους,
είτε λόγω (έχει συμβεί και αυτό!) του ότι θα ήθελαν να αναπτύξουν τηλεπαθητικές
ικανότητες - λες και δεν τους φτάνει ο κυκεώνας των δικών τους ασυνάρτητων λογισμών!
Πολλές φορές, ακόμα και αυτή η ίδια η πνευματική καλλιέργεια ή "αυτοβελτίωση" (self-improvement)
όπως είναι η λέξη του συρμού, μπορεί να καταντήσει ένα ακόμα παιχνίδι του εγώ. Στην
προσπάθειά μας να ξεφύγουμε από το εγώ, που σύμφωνα με το βουδδισμό είναι ο κύριος
υπαίτιος της δυστυχίας μας, κατασκευάζουμε ένα ακόμα σθεναρότερο εγώ, οχυρωμένο μέσα
σ' ένα ακόμα ψηλότερο κάστρο, όπου για να φτάσει κανείς και να δει τι γίνεται πρέπει να
περάσει από ένα ακόμα δυσβατότερο μονοπάτι. Τέτοια είναι η παγίδα του λεγόμενου
πνευματικού υλισμού που με την άνοδο του ενδιαφέροντος στην "πνευματικότητα" και τη
"Πνευματική Εποχή" (New Age) έχει αναδειχθεί σε σημείο των καιρών. Θα αποτολμούσα έναν
ορισμό του πνευματικού υλισμού λέγοντας ότι είναι μια φιλοδοξία που έχει ενδυθεί ένα
αλτρουιστικό προσωπείο. Με άλλα λόγια η γεννητήριος, ή προϋπάρχουσα αν θέλετε, διάθεση
που κρύβεται πίσω από αυτού του είδους τον "αλτρουισμό" είναι ο εγωισμός· ένας
"έξυπνος", ένας "σπουδαγμένος" εγωισμός. Και η διαφορά μεταξύ πνευματικότητας και
πνευματικού υλισμού είναι ιδιαίτερα λεπτή και είναι αδύνατο να μην περάσει κανείς
ποτέ, έστω και ανεπαίσθητα (αν όχι αισθητότατα) στο άλλο στρατόπεδο. Η διαφορά είναι η
εξής: στην πνευματικότητα υπάρχει αλτρουισμός ο οποίος όμως πηγάζει από μίαν αγνότητα
κινήτρου και το φυσικό αποτέλεσμα του αγνού κινήτρου είναι, εκτός από το καλό των άλλων
και το καλό του εαυτού· ενώ στον πνευματικό υλισμό το καλό του άλλου είναι κάτι το
παρεμφερές, κάτι το πρόσκαιρο, ακόμα και το αναγκαίο κακό με απώτερο σκοπό το καλό του
εαυτού. Ο πνευματικός υλισμός δηλαδή δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας ουροβόρος που
προσπαθεί να τραφεί με το ίδιο του το σώμα· με αποτέλεσμα όσο πιο πολύ τρέφεται τόσο
πιο πολύ να φθείρεται. Το μείζον λάθος που κρύβεται πίσω από τον πνευματικό υλισμό
είναι η αδυνατότητα υπέρβασης της δυαδικής αντίληψης των πραγμάτων. Με άλλα λόγια όταν
δε βλέπει κανείς δυαδικά ή διαχωριστικά το σύμπαν είναι αδύνατο να πιστέψει ότι μπορεί
να ωφεληθεί εις βάρος κάποιου άλλου. Αν θα θέλαμε λοιπόν να συνοψίσουμε τη φιλοσοφία
του βουδδισμού (και κατ' επέκταση κάθε ανώτερης πνευματικής παράδοσης) θα παραθέταμε
ένα χωρίο από τη Νταμμαπάντα:
Να κάνεις το καλό,
να πάψεις να κάνεις το κακό,
να εξαγνίζεις την καρδιά σου-
αυτή είναι η θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού.
Όλα τ' άλλα, αν και όχι ακριβώς φούμαρα, είναι δευτερεύουσας, αν όχι τριτεύουσας,
σημασίας. Έτσι, όπου βλέπουμε μια έμφαση σ' αυτά τα δευτερεύοντα ή τριτεύοντα θα πρέπει
να ενεργοποιείται μέσα μας ο συναγερμός του πνευματικού υλισμού.
Σε ένα πιο επιφανειακό επίπεδο με τον πνευματικό υλισμό εννοούμε την τάση προς
ακατάσχετη κατανάλωση πνευματικών "αγαθών". Στο βουδδισμό, για παράδειγμα, θα
εκδηλωνόταν διαμέσου της διάθεσης για όλο και περισσότερες "μυήσεις", τη γνωριμία με
όλο και περισσότερους δασκάλους, την σφοδρή επιθυμία του "θέλω να φτάσω στη φώτιση και
το θέλω εδώ και τώρα!" - πράγμα βέβαια που αποτελεί αντίφαση καθώς η φώτιση δεν είναι
παρά η ολοκληρωτική αφάνιση και αφάνεια του εγώ.
Παρεμφερής στον πνευματικό υλισμό είναι ο κίνδυνος να παρερμηνεύσουμε τις
συναισθηματικές τάσεις προσκόλλησης και εξάρτησης που πηγάζουν από τα κατώτερα
ένστικτά μας ως το αποτέλεσμα της ενόρασης που πραγματώθηκε μέσω των ενεργειών του
ανώτερου εαυτού μας. Αυτό συχνά έρχεται αναπάντεχα καθώς μέσω των ασκήσεων που
υπάρχουν στο βουδδισμό, κυρίως δε τις διάφορες μορφές διαλογισμού, μπορεί να εκλυθεί
μία μεγάλη ακατέργαστη ενέργεια η οποία θα ταυτιστεί με το πρώτο νοητικό αντικείμενο
που θα συναντήσει. Πάμπολλα είναι τ' ανέκδοτα, ιδίως στο Ζεν βουδδισμό, που περιγράφουν
αυτή την ψευδοφώτιση που πραγματώνει ο μαθητής λόγω κάποιων ασυνήθιστων εμπειριών
κατά τη διάρκεια του διαλογισμού.
Μια άλλη ένδειξη πνευματικής αφερεγγυότητας, όπως υπαινίχτηκα και πριν, είναι ο
δογματισμός ή ακόμα χειρότερα, ο σεχταρισμός. Άνθρωποι που δεν αναγνωρίζουν την
πνευματικότητα όλων των ανεπτυγμένων θρησκειών και θεωρούν τη δικιά τους θρησκεία ή
τη δικιά τους σέχτα ως τη μόνη αληθινή, ίσως είναι καλοί αντιπρόσωποι της θρησκείας
τους ή της σέχτας τους αλλά μάλλον δύσκολα θα είναι καλοί αντιπρόσωποι της
πνευματικότητας. Η πνευματικότητα είναι κάτι το άρρητο, το άφατο και το απόλυτο και οι
διάλεκτοι της κάθε θρησκείας δεν είναι παρά απόπειρες προσέγγισής της σ' ένα σχετικό
επίπεδο. Ίσως να μην υπάρχει πιο απλό επιχείρημα για τη σχετικότητα των θρησκειών από
την θεωρία του "γεωγραφικού ατυχήματος". Το γεγονός δηλαδή ότι αν γεννηθεί κανείς σε
χώρα όπου επίσημη θρησκεία είναι η άλφα και έχει θρησκευτική ιδιοσυγκρασία τότε θα
είναι θερμός υποστηρικτής της άλφα θρησκείας, ενώ αν το ίδιο άτομο το παίρναμε από τα
γεννοφάσκια του σε μια άλλη χώρα όπου επίσημη θρησκεία είναι η βήτα τότε θα γινόταν
ένθερμος υποστηρικτής της θρησκείας βήτα.
Πέρα από αυτή την έμφαση στην ηθική, μεγάλη εντύπωση μου έκανε στους ΦΔΒΤ η υπέρβαση
της παραδοσιακής αγγλικής φλεγματικότητας και του άβατου της απτικής επικοινωνίας
μέσα στο πλαίσιο της καθημερινής διαπροσωπικής επαφής. Στην Αγγλία δύσκολα θα δει
κανείς φίλους να αγκαλιάζονται και να φιλιούνται· όλες οι δημόσιες επιδείξεις
τρυφερότητας θεωρούνται ανάρμοστες, πόσο μάλλον όταν αυτές απευθύνονται σε άτομο του
ίδιου φύλου. Το ιδανικό το οποίο στοχεύει κανείς εδώ είναι το να βλέπεις τον άλλο όχι
σαν γυναίκα, όχι σαν άντρα, αλλά σαν άνθρωπο, πέρα από τις προκαταλήψεις, τα τεχνάσματα,
την υποκρισία και τα στερεότυπα με τα οποία έχει επενδυθεί ο δυϊσμός
αρσενικού-θηλυκού.
Το Δυτικό Βουδδιστικό Τάγμα (ΔΒΤ) διαφέρει από άλλες βουδδιστικές σχολές στο γεγονός
ότι προσπάθησε με εκλεκτικό τρόπο να παρουσιάσει ένα βουδδισμό βιώσιμο στη Δύση και
ικανό να καλύψει τις συγκεκριμένες δυτικές ανάγκες, προσπαθώντας έτσι να ξεδιαλύνει
το ζωντανό βουδδισμό από πολιτισμικά και φολκλορικά στοιχεία. Το "φοκλόρ" μιας
θρησκείας δεν είναι κάτι αρνητικό· γίνεται όμως κάτι αρνητικό όταν το οποιοδήποτε
εθιμοτυπικό, της οποιασδήποτε θρησκείας, αποσπά την προσοχή από την ουσία της. Μπορεί
κανείς κάλλιστα να λάβει μέρος με μεγάλη ευσέβεια σε μία λειτουργία ψέλνοντας στα
θιβετιανά ή τα παλί ή τα βυζαντινά και μετά να πράξει ανενδοίαστα με τον πιο "αδέξιο"
τρόπο (όπως λέγεται στη βουδδιστική ορολογία).
Στις περισσότερες βουδδιστικές σχολές, και ιδίως στη Βατζραγιάνα (την Αδαμάντινη
Ατραπό), δίνεται απόλυτη έμφαση στη σημασία του γκουρού και στην σχέση με αυτόν. Στους
ΦΔΒΤ, αντιθέτως, το κλίμα ευνοεί την καλλιέργεια της πνευματικής φιλίας (kalyana mitrata) σε
κάθετους και οριζόντιους άξονες· με άλλα λόγια είτε μεταξύ ατόμων σε παρόμοιο
εξελικτικά στάδιο είτε ατόμων σε πολύ διαφορετικό στάδιο, έτσι ώστε να υπάρχει μια
συνεχής ροή γνώσης, συναισθημάτων και εμπειρίας προς όλες τις κατευθύνσεις. Με άλλα
λόγια δεν υπάρχει η θεοποίηση ενός κάποιου γκουρού, πράγμα που, όπως μας έχει διδάξει η
εμπειρία του βουδδισμού στη Δύση, μπορεί να οδηγήσει σε προβολές, εξάρτηση και
υπερτροφία του εγώ με ολέθρια αποτελέσματα για δάσκαλο και μαθητές.
Κάτι που ίσως κάνει μοναδικό τους ΦΔΒΤ σε σχέση με τα υπόλοιπα βουδδιστικά κινήματα
στην Αγγλία -πέραν από τον αριθμό των ατόμων μέσα σ' αυτό που ασχολούνται σοβαρά με το
βουδδισμό- είναι η προσπάθεια μεταστοιχείωσης και μεταμόρφωσης του ευρύτερου
κοινωνικού χώρου. Αυτό γίνεται διαμέσου της οργάνωσης δωρεάν μαθημάτων διαλογισμού,
των πολυποίκιλων δραστηριοτήτων φιλανθρωπικής φύσης, των βουδδιστικών κοινοβίων
καθώς και τις λεγόμενες "Επιχειρήσεις Σωστής Εργασίας Ομαδικής Βάσης" που δεν είναι
τίποτα άλλο παρά ομάδες ατόμων που δουλεύουν μαζί προσπαθώντας αφενός να κερδίζουν τα
προς το ζην με ηθικό τρόπο και αφετέρου να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με ένα
χαμόγελο.
Για να κλείσω αυτόν το μικρό πρόλογο θα ήθελα να προσθέσω κάτι για το βουδδιστικό
αίσθημα της χαράς, την χαρά της πνευματικής ζωής και της απελευθέρωσης από την πλάνη, η
οποία βρίσκει για μένα την απόλυτη έκφρασή της στο ακόλουθο ρητό που είδα να
αναγράφεται κάτω από την εικόνα ενός Βούδδα που χόρευε: "Τι μεγάλη χαρά να
συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν υπάρχει ευτυχία!" Με άλλα λόγια, το να μελετά κανείς το
βουδδισμό είναι ταυτόσημο με το να μελετά τον εαυτό του, το να μελετά τον εαυτό του
είναι ταυτόσημο με το να ξεχνάει τον εαυτό του και το να ξεχνάει κανείς τον εαυτό του
είναι σαν να επιτρέπει στο σύμπαν και οτιδήποτε εμπεριέχεται σε αυτό να του φανεί όπως
πραγματικά είναι: μαγικό. Μόνο όταν κανείς ξαναβρεί τον αυθορμητισμό, την απλότητα και
την αθωότητα ενός παιδιού μέσα στο πλαίσιο μιας ανώτερης επίγνωσης θα μπορέσει ν'
απαγκιστρωθεί από τα αγαθά της αγοράς (και η "ευτυχία" δεν είναι παρά ένα από αυτά) και
να βρει την πραγματική, αβίαστη και εντελώς φυσική ευδαιμονία.
Σχετικά με τη μετάφραση
Αν πούμε ότι στην Ελλάδα επικρατεί ένα χάος όσον αφορά την τυποποίηση της ορολογίας
και τη σωστή χρήση τότε τι να πούμε για τη βουδδιστική ορολογία; Εδώ η ποικιλία είναι
απεριόριστη και βρίσκει κανείς από καλές μέχρι κακές και από συντηρητικές μέχρι
ρηξικέλευθες αποδόσεις όρων.
Πολλές φορές ο εξελληνισμός της προφοράς μας δίνει μαργαριτάρια όπως "βοδισάτβας" για
τον μποντισάττβα· έτσι το "ον της φώτισης" κινδυνεύει να γίνει "το βόδι της φώτισης" (!) -
ευτυχώς δηλαδή που το δεύτερο παράγωγο (σάτβα) σημαίνει ον και όχι φώτιση. (Και το
Δέντρο Μπόντι πώς να το πούμε; Δέντρο Βόδι μήπως;). Από την άλλη μπορεί κανείς να
ισχυριστεί ότι κάτι τέτοιο είναι απλά θέμα αισθητικής του λόγου και επομένως,
ελάσσονος σημασίας όσον αφορά την ουσία των πραγμάτων.
Ένα άλλο μαργαριτάρι που υπέπεσε στην αντίληψή μου, και μάλιστα ανάμεσα σε άλλα και σε
βιβλίο του ΟΕΔΒ, είναι "οι τέσσερις ευγενικές αλήθειες", αντί του ορθότερου "ευγενείς" -
είναι μάλλον δύσκολο να φανταστεί κανείς μια αλήθεια που φέρεται με λεπτούς τρόπους!
Αλλά αυτή η παράγραφος δεν θα μπορούσε να κλείσει αν δεν συμπεριλάμβανα την απόδοση
του όρου enlightenment ως φωτισμό (!) και διαφωτισμό. Το μόνο που μπορεί να κάνει κανείς είναι
να εκφράσει την ελπίδα, από τη μια να μην κατηγορηθεί ο βουδδισμός από τη... ΔΕΗ ως
αθέμιτος ανταγωνιστής και καταπατητής του μονοπωλίου της και από την άλλη να μην
παρερμηνευθεί ως πνευματικό κίνημα της Αναγέννησης.
Ένας όρος στον οποίο φαίνεται να επικρατεί πλήρης ασυμφωνία είναι η ορθογραφία της
λέξεως "Βούδδας" και των παραγώγων της. Να το γράψουμε "Βούδδας" ή "Βούδδας", και ποια η
διαφορά, αν υπάρχει ή αν μπορούμε να την επινοήσουμε, μεταξύ των δύο;10 Με άλλα λόγια η
κατάσταση στην Ελλάδα είναι "πότε Βούδδας, πότε Κούδας, πότε Ιησούς κι Ιούδας11" - και
ενίοτε όλο και κάποιος προσπαθεί να μας ξυπνήσει επιφέροντας μία κατάσταση
"Βουδότητας" με το κοάν του ποδοσφαιρικού Ζεν.
Αν αναφερθούμε στον ευρωπαϊκό βουδδιστικό μεταφραστικό στίβο θα διαπιστώσουμε ότι
υπάρχει μια εξίσου μεγάλη ασυμφωνία όσον αφορά το συγκεκριμένο πρόβλημα. Κάποιες
γλώσσες το μεταφράζουν με ένα "d" (όπως τα Ισπανικά και τα Πορτογαλικά) και κάποιες άλλες
με δύο (όπως τα Γαλλικά και τα Ιταλικά). Ωστόσο αυτή η μεταφραστική απόφαση έχει
τυποποιηθεί, με άλλα λόγια δε βρίσκει κανείς και τις δύο μεταφραστικές απόψεις να
συναγωνίζονται η μία την άλλη στα κείμενα, τις μεταφράσεις και τα λεξικά της
συγκεκριμένης γλώσσας. Παρόμοιο πρόβλημα με τα βουδδικά παράγωγα υπάρχει και με τον
"Μποντισάτ(τ)βα". Κάποιοι προτιμούν να διατηρήσουν τα δύο ταυ ενώ κάποιοι άλλοι όχι.
Πηγαίνοντας και πάλι στον ευρωπαϊκό χώρο οι απόψεις διίστανται. Στην Πορτογαλία για
παράδειγμα υπάρχει βουδδιστικό περιοδικό με τίτλο "bodisatva", πράγμα που δηλώνει ότι η
ορθογραφία με ένα ταυ έχει πλέον τυποποιηθεί.
Ερχόμενοι σε ορολογία που αφορά άμεσα το συγκεκριμένο βιβλίο, φτάνουμε στην θεωρία του
δυϊσμού (σύμφωνα με την οποία η πραγματικότητα διαμορφώνεται από δυο θεμελιακά και
αντίθετα μεταξύ τους στοιχεία) όπου υπάρχει πληθώρα προτάσεων: δυϊσμός, δυασμός,
δυαδισμός, δυαλισμός, δυαδικότητα, διττότητα, δυϊκότητα, δυαλιστικότητα (ναι το είδα
και αυτό!). Αν χρησιμοποιήσει κανείς το γλωσσικό του αισθητήριο μπορεί αν αποπέμψει
ορισμένες προτάσεις, ωστόσο το πρόβλημα των πολλαπλών βάσιμων επιλογών παραμένει.
Για παράδειγμα, τι άραγε να διαλέξει κανείς μεταξύ οδού, μονοπατιού, δρόμου και
ατραπού; Σίγουρα η ατραπός είναι σημασιολογικά και συνεκδοχικά η καταλληλότερη λέξη
αλλά δεν έχει την αμεσότητα των άλλων. Επίσης, πόσοι άραγε, από το μη ειδικευμένο
αναγνωστικό κοινό γνωρίζουν τη λέξη ατραπό; Φτάνοντας στον επιθετικό προσδιορισμό της
Οδού (ή Μονοπατιού ή Ατραπού ή Δρόμου) τι να πούμε; Μήπως Οκταπλό, μήπως Οκτάπτυχο (ώστε
να ταιριάζει με το eightfold· fold=πτυχή). Μήπως οκταμελές; (ώστε να ταιριάζει με το
σανσκριτικό anga το οποίο σημαίνει "μέλος"). Μήπως με Οκτώ Διακλαδώσεις; Όλες οι παραπάνω
εκδοχές έχουν χρησιμοποιηθεί και μπορεί κανείς να βρει επιχειρήματα υπέρ και κατά για
κάθε μία από αυτές. Πολλές φορές όμως βρίσκουμε κάτι στο κείμενο που μπορεί να
περιορίσει τις επιλογές μας αν θέλουμε να παραμείνουμε πιστοί, για παράδειγμα, στο
συνωνυμικό οίστρο του συγγραφέα. Στην αρχή του κυρίως κειμένου διαβάζουμε: "Όσο λίγα κι
αν ξέρουμε για το βουδδισμό θα γνωρίζουμε τουλάχιστον το ότι είναι ένα Μονοπάτι ή μία
Οδός". Εδώ εκ των πραγμάτων αναγκαζόμαστε να μεταφράσουμε το "path" ως μονοπάτι ή ατραπό
γιατί αν το μεταφράζαμε ως οδό θα πέφταμε στον παραλογισμό της ταυτολογίας. Έτσι,
δύσκολα μπορεί κανείς να αποφανθεί για την τελειότητα μιας κάποιας ανελαστικής
ορολογικής τυποποίησης δίχως να λάβει υπόψη του τις ανάγκες του συγκεκριμένου
κειμένου με τη γενικότερη νοηματική και λεξικολογική συνοχή του, καθώς και τους
περιορισμούς που επιβάλλουν οι συνεκδοχές και συνάψεις ορισμένων λέξεων ή όρων.
Έτσι δεν μπορούμε στο συγκεκριμένο κείμενο ν' αποδώσουμε τις λίστες ηθικών αρχών του
βουδδισμού ως "εντολές" γιατί ο Σανγκαράκσιτα δεν αποδέχεται τις συνεκδοχές ανώτερης
εξουσίας και εξωτερικής επιβολής που έχει γι' αυτόν η λέξη "εντολή". Αντιγράφω από το
τρίτο κεφάλαιο:
"Η λέξη εντολή έχει ιδιαίτερη σημασία. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό το ότι ένας ηθικός
νόμος ή κανόνας πρέπει να ονομάζεται εντολή - κάτι το οποίο είσαι εντεταλμένος,
υποχρεωμένος, ίσως ακόμα και εξαναγκασμένος, να πράξεις, από κάποια δύναμη ή εξουσία
έξω από σένα".
Το παραπάνω μεταφραστικό πρόβλημα είναι σχεδόν εύκολο να εντοπιστεί (και να
επιδιορθωθεί) γιατί έχει να κάνει με μικρής αποστάσεως συνοχή σε επιφανειακό λεκτικό
επίπεδο. Κάποια άλλα προβλήματα όμως είναι πιο αδιόρατα καθώς έχουν να κάνουν με
συνοχικούς συνδέσμους που όχι μόνο αποτελούν το σκελετό ολόκληρου του κειμένου αλλά
έχουν να κάνουν μ' ένα βαθύ νοηματικό επίπεδο.
Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος που μετέφρασε το 1823 ο August von Schlegel τον όρο yoga στο πλαίσιο
της απόδοσης της Μπαγκάβατ Γκίτα στα λατινικά. Χρησιμοποίησε οκτώ διαφορετικές λέξεις
ανάλογα με τα συμφραζόμενα: exercitatio, applicatio, destinatio, disciplina activa, devotio, mysterium, facultas mystica και
maiestas12 .
Ένα τέτοιο παράδειγμα που δείχνει τη σημασία της εξονυχιστικής ανάλυσης του κειμένου
για την εύρεση της πραγματικής σημασίας, και κατ' επέκταση της ιδανικότερης απόδοσης
ορισμένων λέξεων-κλειδιών, καθώς και για την επιβεβαίωση της τυχόν διαίσθησης του
μεταφραστή, είναι ο τρόπος με τον οποίο διάλεξα να μεταφράσω στο κείμενο τη λέξη του
τίτλου "μεταμόρφωση" (transformation). Διαβάζοντας το κείμενο γίνεται κατανοητό ότι η
διαδικασία εσωτερικής αλλαγής που λαμβάνει χώρα μέσω της άσκησης είναι κάτι πολύ πιο
συγκεκριμένο από μια, ως δια μαγείας, μεταμόρφωση. Μοιάζει περισσότερο με μετουσίωση,
με μεταστοιχείωση, με μεταλλαγή, με μετασχηματισμό. Αρχικά είχα διαλέξει τη λέξη
μετουσίωση σαν τη σταθερή απόδοση, στο κείμενο και στον τίτλο, της λέξεως transformation
(μεταμόρφωση). Οι ενδοιασμοί μου άρχισαν να πληθαίνουν όταν έκανα την σκέψη ότι η
μετουσίωση αποτελεί ορολογία της ψυχολογίας για τη λέξη sublimation η οποία είναι μια
ψυχική διαδικασία σύμφωνα με την οποία η ενέργεια των "κατωτέρων" ενστίκτων βρίσκει
πιο δημιουργικές, πιο "εξευγενισμένες" διεξόδους. Ωστόσο, σύμφωνα με το ίδιο το κείμενο
η "μεταμόρφωση", τουλάχιστον όσον αφορά το Τέλειο Συναίσθημα, δεν είναι τίποτα άλλο
παρά μετουσίωση με την ψυχολογική έννοια του όρου· και όχι μόνο αυτό αλλά η λέξη που
χρησιμοποιείται για να δηλώσει αυτή τη μετουσίωση δεν είναι παρά η λέξη sublimation.
Αντιγράφω από το δεύτερο κεφάλαιο:
"Είδαμε ότι το Τέλειο Συναίσθημα, το δεύτερο στάδιο ή πλευρά του Μονοπατιού,
αντιπροσωπεύει την εφαρμογή της Τέλειας Θέασης στην συναισθηματική μας ζωή.
Αντιπροσωπεύει τη μετουσίωση (sublimation) ή την εξευγένιση της ακατέργαστης και
αραφινάριστης συναισθηματικής ενέργειας σε κάτι πιο ντελικάτο και εξεζητημένο - κάτι,
αν μας επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε τον όρο, πολύ πιο πνευματικό".
Με αφορμή την παραπάνω παράγραφο αλλά και τη δική μου γλωσσική διαίσθηση, αποφάσισα να
χρησιμοποιήσω την ποικιλομορφία της ελληνικής γλώσσας για να εκφράσω κάποιες
περαιτέρω αποχρώσεις αυτής της "μεταμόρφωσης" χρησιμοποιώντας κάποια συνώνυμα εκεί
που πίστευα ότι ταιριάζουν περισσότερο. Ωστόσο, διατήρησα αυτούσια τη μετάφραση της
λέξεως transformation στον τίτλο και σε ορισμένα σημεία που αναφέρονται στο στόχο της όλης
διαδικασίας, ως μεταμόρφωσης, για τον απλούστατο λόγο (ο οποίος δικαιολογεί τη
μεταφραστική γονιμότητα της συγκεκριμένης λέξης) ότι για να μεταμορφωθεί κανείς
πρέπει να περάσει μέσα από μία διαδικασία μεταστοιχείωσης. Όπως λέει και ο Σαίξπηρ στο
Βασιλιά Ληρ: "τίποτα δεν βγαίνει από το τίποτα". Ελπίζω ότι οι μεταφραστικές αποφάσεις
μου θα συμβάλλουν όχι μόνο στην καλύτερη κατανόηση του κειμένου αλλά και την
μεγαλύτερη απόλαυση της ανάγνωσής του.
Εισαγωγή
"Περίφημα Δάσκαλε! Περίφημα! Είναι σαν να έχει βάλει κανείς στη θέση του αυτό που ήταν
στραβό ή σαν να ξεσκέπασε αυτό που ήταν σκεπασμένο, ή να έδειξε το δρόμο σ' αυτόν που
είχε χαθεί ή να έφερε ένα λύχνο για να φωτίσει το έρεβος έτσι ώστε όσοι έχουν μάτια να
μπορέσουν να δουν".
Αυτά τα λόγια που αρχικά είχαν ως προορισμό το Βούδδα -γύρω στα πεντακόσια χρόνια πριν
τη γέννηση του Ιησού- περιγράφουν επακριβώς τα δικά μου συναισθήματα όταν, περίπου
δυόμισι χιλιάδες πεντακόσια χρόνια αργότερα, πρωτοσυνάντησα τις διδασκαλίες που
αποτέλεσαν τη βάση αυτού του βιβλίου. Πρωτοδιάβασα τα διορθωμένα χειρόγραφα των
διαλέξεων που το συγκρότησαν στο περιοδικό Mitrata. Πίστευα ότι η ανάγνωσή τους θα μου
έδινε απλά κάποιες πληροφορίες. Δεν περίμενα όμως να μου κινήσουν το ενδιαφέρον. Όπως
οι περισσότεροι βουδδιστές, ήξερα ότι το Οκταπλό Μονοπάτι έχει κεντρική θέση στις
διδασκαλίες του Βούδδα και ένοιωσα υποχρεωμένος να μάθω περισσότερα γι' αυτό. Αλλά
αυτά που ήξερα δεν με είχαν συνεπάρει ιδιαίτερα -"σωστό" το ένα, "σωστό" το άλλο- όλα αυτά
έμοιαζαν τετριμμένα, σκονισμένα και χιλιοειπωμένα. Όχι ακριβώς κάτι που θ' άνοιγε
νέους ορίζοντες. Για να είμαι ειλικρινής φάνταζαν πληκτικά.
Ωστόσο, διαβάζοντας τα χειρόγραφα συνειδητοποίησα ότι ήταν κάθε άλλο παρά πληκτικά
ήταν, πράγμα που αντανακλάται ξεκάθαρα στον τίτλο αυτού του βιβλίου - Όραμα και
Μεταμόρφωση. Καθώς διάβαζα αυτά τα χειρόγραφα άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ο τρόπος που
αντιλαμβανόμουν το βουδδισμό, όχι μόνο εγώ αλλά και πολλοί άλλοι δυτικοί βουδδιστές,
ήταν τραγικά μονομερής. Διάβαζα ότι το όραμα -η γνώση, η κατανόηση, ακόμα και η ενόραση,
και όλες οι έντονες εμπειρίες που θεωρούσα τόσο μεγάλης σημασίας- δεν αρκούσαν. Τίποτα
απ' όλα αυτά δεν αποτελούσαν το σκοπό ή το τέλος, της βουδδιστικής ατραπού - ήταν απλά η
αφετηρία.
Αυτό που προσπαθούσε να μου εξηγήσει ο Σανγκαράκσιτα ήταν ότι οι αρχικές σπίθες δεν
ήταν παρά προσκλήσεις -ή προκλήσεις- για μια βαθιά και δύσκολη διαδικασία μετουσίωσης.
Μου έλεγε -κάτι που κατά βάθος γνώριζα- ότι το έρμα των συνηθειών, των επιρροών και των
ενστίκτων μου, σήμαινε ότι το κέντρο βάρους μου δε θα μετατοπιζόταν από μια απλή
ικανότητα ενόρασης. Χρειαζόμουν μάλλον κάτι σαν ένα σεισμό. Για να μετατοπίσω αυτό το
βάρος θα έπρεπε να δουλέψω όχι μόνο με το κεφάλι μου, όχι μόνο με την καρδιά μου αλλά και
με την κοιλιά μου, και όχι μόνο με τον εαυτό μου αλλά και με τον κόσμο ολόκληρο. Για να
καταφέρω κάτι τέτοιο έπρεπε να ποθώ αυτή τη μεταμόρφωση όσο ποτέ μου δεν πόθησα
οτιδήποτε άλλο - χρήματα, επιτυχία ή μια γυναίκα. Για να το πω πιο εξευγενισμένα θα
έπρεπε να "ενεργοποιήσω τα συναισθήματά μου".
Κάποια άλλη εποχή θα προτιμούσα να αγνοήσω τα μάλλον ανεπιθύμητα λόγια του και να
στραφώ σε έναν πιο συγκαταβατικό δάσκαλο. Ωστόσο όχι μόνο δεν απογοητεύτηκα, αλλά
χάρηκα. Ήταν λες και κάποιος να μου έδειχνε για πρώτη φορά τα συμπαγή τείχη που
έκλειναν το δρόμο μου - τείχη που προσπαθούσα να διαπεράσω υποκρινόμενος ότι δεν
υπήρχαν. Απόρησα για το πώς ήταν δυνατόν να ξεφύγουν της προσοχής μου όλο αυτό το καιρό,
δεδομένου του όγκου τους και της περίοπτης θέσης τους. Φυσικά, θα έπρεπε να πάω
γύρω-γύρω, πράγμα που σημαίνει ότι ο δρόμος μου τώρα γινόταν πιο μακρύς και πιο
δύσκολος. Αλλά τουλάχιστον υπήρχε κάποιος δρόμος.
Αυτές είναι οι προσωπικές μου αντιδράσεις στις ομιλίες που έγιναν αφορμή γι' αυτό το
βιβλίο, αντιδράσεις που αν ήταν τελείως προσωπικές δε θα είχαν και ιδιαίτερη σημασία.
Ωστόσο, πιστεύω ότι τα προβλήματα που αντιμετώπιζα είναι αρκετά κοινά. Πιστεύω
ακράδαντα -και έχω αρκετές αποδείξεις για να υποστηρίξω τα λεγόμενά μου- ότι εξαιτίας
κάποιων διαδεδομένων παρανοήσεων σχετικά με την ανθρώπινη φύση και την πνευματική
ανάπτυξη, πολλά άλλα άτομα προσπαθούν να διαβούν μέσα από τα ίδια αόρατα τείχη.
Αιτία αυτών των παρανοήσεων είναι το γεγονός ότι ταυτιζόμαστε σχεδόν ολοκληρωτικά με
τα επιφανειακά, συνειδητά επίπεδα του νου μας και αγνοούμε τα εσώτερα βάθη του. Δίνουμε
υπερβολική σημασία στη δύναμη της λογικής και του αναλυτικού νου και ξεχνάμε τα
πραγματικά μας κίνητρα που πηγάζουν από πολύ βαθύτερες πηγές - συναισθήματα, ένστικτα,
μύθους. Και εξαιτίας αυτής της επιφανειακής θεώρησης όχι μόνο δεν αντιλαμβανόμαστε
τις πραγματικές δυνάμεις που μας καθοδηγούν, αλλά ούτε καν έχουμε επίγνωση του
γεγονότος ότι δεν τις αντιλαμβανόμαστε.
Όταν φέρει κανείς αυτή τη νοοτροπία στην πνευματική ζωή θα έχει κάποιες συγκεκριμένες
επιπτώσεις. Η πιο συνήθης είναι να νομίζουμε ότι μας αρκεί η θεωρητική κατανόηση.
Πιστεύουμε ότι από τη στιγμή που έχει αλλάξει η συνειδητή μας θεώρηση έχουμε αλλάξει
και εμείς. Πιστεύουμε ότι το όραμα είναι ό,τι πιο σημαντικό και αμελούμε την ανάγκη για
μετουσίωση. Κατόπιν, καθώς το όραμά μας πλαταίνει, αρχίζουμε να δυσανασχετούμε όλο και
περισσότερο, γιατί δε βλέπουμε να επέρχονται οι αλλαγές που αναμέναμε. Οι παγιωμένες
συναισθηματικές μας αντιδράσεις και η γενικότερη συμπεριφορά μας μοιάζουν κολλημένες
στα ίδια απεχθή καλούπια του παρελθόντος. Και παρότι κοιτάμε προς τ' άστρα -για να
παραφράσω τη γνωστή ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ13 - φαίνεται να μην ξεφεύγουμε σπιθαμή από το
βούρκο.
Το αποτέλεσμα της σύγκρουσης μεταξύ των συνειδητών μας απόψεων και των βαθύτερων
βουλήσεών μας είναι να περιορίζεται η δυνατότητά μας να εξελιχθούμε. Συνειδητά μπορεί
να πιστεύουμε ότι είμαστε απόλυτα αφοσιωμένοι στην πνευματική μας καλλιέργεια. Αλλά
αυτό που τα αμεταμόρφωτα βάθη μας φαίνεται να ζητούν από τη ζωή είναι ακόμα χρήματα,
αναγνώριση, ασφάλεια, σεξ, φαγητό, οικογένεια, κ.τ.λ. - η λίστα ποικίλει ελαφρώς από άτομο
σε άτομο. Έτσι φαίνεται ότι προσπαθούμε να ξεγελάσουμε τον εαυτό μας, κάνοντας την
πνευματική μας ζωή μια ευχάριστη ασχολία, κάνοντας το διαλογισμό μια φυγή, ενώ εν τω
μεταξύ κάνουμε τα στραβά μάτια στο γεγονός ότι η ζωή μας και τα πάθη που μας
κατευθύνουν δε διαφέρουν και πολύ από αυτά των υλιστών γειτόνων μας. Μπορεί επίσης να
αποπειραθούμε να υπερβούμε τα πραγματικά μας κίνητρα, προσπαθώντας να σταθούμε άξιοι
των ιδανικών μας από πείσμα - για ν' αναρωτιόμαστε μετά γιατί νιώθουμε τόσο διχασμένοι
και δυστυχισμένοι. Ή μπορεί να ταλαντευόμαστε επικίνδυνα από το ένα άκρο στο άλλο,
εναλλάσσοντας περιόδους επίμονης προσπάθειας με περιόδους ακατάσχετου ηδονισμού.
Οι διδασκαλίες που μας προσφέρει ο Σανγκαράκσιτα σε αυτό το βιβλίο, μας δείχνουν πώς να
βγούμε από αυτό το αδιέξοδο. Και το κάνουν με το να εφιστούν την προσοχή μας στο γεγονός
ότι ο βουδδισμός είναι μια διαδικασία οργανικής εξέλιξης που δεν προωθεί την
πνευματική καλλιέργεια σαν αυτοσκοπό, αλλά σαν καταλύτη που θα συμβάλει στη
μετουσίωση κάθε πλευράς της ύπαρξης μας, επιφανειακής και μύχιας, συνειδητής και
ασυνείδητης. Αυτή η διαδικασία φέρνει στο φως ακόμα και τα σκοτεινότερα βάθη μας, έτσι
ώστε να βοηθήσουν -αντί να παρεμποδίσουν- τις προσπάθειες μας να προχωρήσουμε. Ο σκοπός
της βουδδιστικής ατραπού δεν είναι μόνο η εμπειρία της ενόρασης -δεδομένης της
αδυναμίας να κατανοήσουμε πλήρως αυτή την έννοια- αλλά η καλλιέργεια κάθε πλευράς του
εαυτού μας. Είμαστε σαν ένα δεντράκι και το πνευματικό όραμα είναι η βροχή που το
ποτίζει και το ενθαρρύνει να βγάλει τα πρώτα του φύλλα και τα πρώτα του λουλούδια. Ίσως
η βροχή πέφτει πάνω σε όλους μας. Λίγοι όμως έχουν την ενέργεια και το κουράγιο να
υπακούσουν τις προσταγές της ανάπτυξης που ευνοείται από αυτήν.
Στις ομιλίες που απαρτίζουν αυτό το βιβλίο ο Σανγκαράκσιτα αναδεικνύει τη σημασία και
την επικαιρότητα της διδασκαλίας του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, πράγμα που
ελάχιστοι θα είχαν πρωτίστως υποψιαστεί. Διαμέσου των επεξηγήσεών του μας φέρνει σ'
επαφή μ' ένα μεγάλο μέρος θρησκειακού υλικού. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του υλικού
είναι κατ' εξοχήν βουδδιστικό και παρουσιάζεται μ' έναν κατ' εξοχήν βουδδιστικό τρόπο -
ως σειρά από λίστες που με τη σειρά τους εμπεριέχουν άλλες λίστες. Δε βρίσκουμε μόνο το
Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι αλλά επίσης τις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες, τα Τρία
Χαρακτηριστικά της Εξαρτημένης Ύπαρξης, τις Τέσσερις Σουνυάτας, τις Τέσσερις "Υψηλές
Κατοικίες", τις Πέντε Σίλας και τα Πέντε Ντάρμας, τις Τέσσερις Ασκήσεις του Νου (Four
Exertions), τα Πέντε Εμπόδια, τις Τέσσερις (ή Οκτώ) Ντυάνας, και άλλα. Βέβαια όλα αυτά μπορεί
να μη μας ενθουσιάζουν. Η αρχαία βουδδιστική συνήθεια της αναγωγής σε λίστες μπορεί να
μην είναι του γούστου μας και οι αναγνώστες είναι εν μέρει δικαιολογημένοι αν
πιστεύουν ότι όλες αυτές οι λίστες κάνουν το Ντάρμα να μοιάζει κάπως άψυχο και
μονότονο. Αλλά στα χέρια του Σανγκαράκσιτα φαίνεται να συμβαίνει το αντίθετο. Οι
λίστες αποκτούν ζωή και αυτά που αρχικά έμοιαζαν μέρος μιας κακόγουστης συλλογής
οικογενειακών κειμηλίων όχι μόνο έχουν ξεσκονιστεί και γυαλιστεί, αλλά έχουν επίσης
τοποθετηθεί στη σωστή γωνία για να φαίνεται η γυαλάδα και η επικαιρότητά τους για τους
πνευματικούς αγώνες ανδρών και γυναικών στα τέλη του εικοστού αιώνα.
Πέραν από πλούτο θρησκειακού υλικού αυτές οι σελίδες περιέχουν ιδέες και έννοιες που
μπορεί να μην είναι οικείες σε βουδδιστές έξω από τους Φίλους του Δυτικού Βουδδιστικού
Τάγματος. Μερικές από αυτές, όπως η ανακατάταξη των παραδοσιακών θεμελίων της
εγρήγορσης σε τέσσερα κάπως διαφορετικά επίπεδα επίγνωσης, απλά αποτελούν μιαν
αναπροσαρμογή και απλούστευση παραδοσιακού υλικού. Άλλες, όπως η έννοια της
"Υψηλότερης Εξέλιξης", μια παρουσίαση της εξέλιξης της συνείδησης ως το επιστέγασμα
της εξελικτικής διαδικασίας, με τη Φώτιση ως τον ύστατο σκοπό της - είναι πνευματικά
γεννήματα του Σανγκαράκσιτα.
Ορισμένοι βουδδιστές έξω από τους ΦΔΒΤ δείχνουν μία καχυποψία για ορισμένες από τις
πιο προσωπικές ερμηνείες του Ντάρμα από τον Σανγκαράκσιτα. Και καλά κάνουν - ο ίδιος ο
Σανγκαράκσιτα σπεύδει να υπενθυμίσει ότι η πρωτοτυπία δεν αποτελεί αρετή για ένα
δάσκαλο του βουδδισμού. Αλλά θα ήταν κρίμα αν επιτρέπαμε σ' αυτή την καχυποψία να
σκιάσει την αξία των διδασκαλιών του για όλους τους βουδδιστές, και κυρίως τους
δυτικούς βουδδιστές. Μερικές από τις ερμηνείες του των βουδδιστικών διδασκαλιών είναι
ριζοσπαστικές, αλλά ριζοσπαστικές με την καλύτερη έννοια του όρου. Οι διδασκαλίες του
Σανγκαράκσιτα μας έρχονται από τις πηγές του βουδδισμού, και προσπαθούν να εκφράσουν
τα βασικά μηνύματά του μ' έναν τρόπο που να είναι σχετικός με τη σημερινή
πραγματικότητα. Μερικές φορές οι ιδέες του φαίνονται ριζοσπαστικές γιατί είναι
αυθεντικά παραδοσιακές, και έρχονται από παλιότερες πηγές, σε σχέση με τις διδασκαλίες
ορισμένων εναπομεινάντων βουδδιστικών σχολών της Ασίας.
Μερικές από τις πιο ριζοσπαστικές διδασκαλίες του Σανγκαράκσιτα είναι αυτές που
αφορούν την εργασία. Διάφοροι νεόφυτοι ακούγοντας τα σχόλια του πάνω σ' αυτό το θέμα,
κυρίως τις πρώτες μέρες των ΦΔΒΤ, συχνά ένιωθαν έκπληξη από την ασέβειά του προς τη
συμβατική εργασιακή ηθική. Και η ομιλία περί Σωστής Εργασίας που εμπεριέχεται στο
βιβλίο μπορεί να δώσει την εντύπωση -Θεός φυλάξει!- ότι συμβουλεύει τους ακροατές του
να δουλεύουν όσο το δυνατό λιγότερο.
Ορισμένα πράγματα πρέπει να ειπωθούν για να δούμε αυτή τη συμβουλή μέσα από το πνεύμα
εκείνης της εποχής. Ο Σανγκαράκσιτα έδωσε αυτή την ομιλία το 1968, λίγο καιρό μετά την
ίδρυση των ΦΔΒΤ, και πριν τη χειροτόνηση των πρώτων μελών του Δυτικού Βουδδιστικού
Τάγματος. Από τότε πέρασαν δεκαετίες και οι ΦΔΒΤ εξαπλώθηκαν στον κόσμο. Μία από τις
δραστηριότητες των μελών του είναι αυτή που μάλλον άκομψα ονομάζεται "Επιχειρήσεις
Σωστής Εργασίας Ομαδικής Βάσης". Σκοπός τους δεν είναι μόνο να προσφέρουν στους
βουδδιστές τη δυνατότητα να κερδίσουν χρήματα με ηθικά μέσα και να συνεργαστούν με μια
ομάδα ατόμων με τις ίδιες ιδέες, αλλά, στην καλύτερη περίπτωση, τη δυνατότητα
μεταμόρφωσης της δουλειάς από ανούσια αγγαρεία σε πνευματική άσκηση.
Η εξέλιξη των Επιχειρήσεων Σωστής Εργασίας Ομαδικής Βάσης μάς έχει δώσει ανάμεικτα
αποτελέσματα. Υπήρξαν πολλές επιτυχίες καθώς και πολλές αποτυχίες - οικονομικής ή
άλλης φύσεως. Αλλά το πιο σημαντικό πράγμα είναι ότι αυτό το πείραμα στη Σωστή Εργασία
μάς έδωσε την ευκαιρία να μάθουμε πολλά - όχι μόνο από τις επιτυχίες μας αλλά και από
τις αποτυχίες μας. Αναμφισβήτητα αν σχολιάζαμε αυτόν τον τομέα σήμερα, ο Σανγκαράκσιτα
θα αντλούσε πολύ υλικό από αυτή την πηγή εμπειρίας. Επίσης θα έδινε έμφαση σε άλλα
πράγματα απ' ό,τι το 1968, εποχή που για τους περισσότερους βουδδιστές η δουλειά
αποτελούσε μια βαρετή υποχρέωση αναγκαία για την εξόφληση λογαριασμών.
Σήμερα υπάρχουν πολλές ευκαιρίες για τους βουδδιστές των ΦΔΒΤ -ακόμα κι αν δεν είναι
νοσοκόμες, γιατροί, δικηγόροι, καλλιτέχνες, κ.τ.λ. - για να κάνουν τη δουλειά τους να
προσεγγίζει σ' αυτό που ο Σανγκαράκσιτα ονομάζει λειτούργημα. Η εργασία γίνεται
λειτούργημα όταν σχετίζεται άμεσα με αυτό που θεωρεί κανείς ως το πιο σημαντικό πράγμα
στη ζωή του. Γι' αυτούς που θεωρούν ότι ο βουδδισμός είναι το πιο σημαντικό πράγμα στη
ζωή τους, η συμβολή σε Βουδδιστικές Επιχειρήσεις Ομαδικής Βάσης -με την ταυτόχρονη
συμβολή στη μεταμόρφωση της κοινωνίας- μπορεί να γίνει ένα αληθινό λειτούργημα. Η
εμπειρία των τελευταίων δεκαετιών μας αποδεικνύει ότι μπορεί επίσης να γίνει και ένα
μέσο προσωπικής καλλιέργειας.
Η θεώρηση της ομαδικής εργασίας σαν πνευματική άσκηση έχει γίνει ένα από τα διακριτικά
χαρακτηριστικά των ΦΔΒΤ. Σε κάποια άλλη ομιλία του ο Σανγκαράκσιτα αποκάλεσε την
εργασία "ταντρικό γκουρού". Ένας ταντρικός γκουρού είναι ένας δάσκαλος που διαπερνάει
τις αυταπάτες μας και αντανακλά το πραγματικό μας πρόσωπο. Μας δείχνει τα ελαττώματα
που πρέπει να ξεπεράσουμε και τις προκλήσεις μπροστά στις οποίες δειλιάζουμε. Μας
δείχνει πώς να γίνουμε δυνατοί, θαρραλέοι και γεμάτοι ενέργεια. Η εργασία μπορεί να
γίνει ο ταντρικός γκουρού μας γιατί λειτουργεί κι αυτή σαν ένας καθρέφτης που μας
δείχνει το πραγματικό μας πρόσωπο, αποκαλύπτοντας όχι μόνο τις αδυναμίες μας αλλά και
τα κρυμμένα αποθέματα ενέργειας. Μόνο αν μπούμε στο χορό της εργασίας μαζί με άλλους
μπορούμε να δούμε πόσο έχουμε προοδεύσει. Μόνο όταν θα αντιμετωπίσουμε τους φόβους και
τις αδυναμίες μας, στο ανήλεο πλαίσιο του υλικού κόσμου, θα είμαστε σε θέση να τις
υπερβούμε. Μόνον όταν χρησιμοποιήσουμε την ενέργειά μας μπορούμε να μάθουμε πόσο
δυνατοί είμαστε.
Αυτός δεν είναι ο κατάλληλος χώρος για μία εξαντλητική ανάλυση της Σωστής Εργασίας στο
πλαίσιο των ΦΔΒΤ, αλλά κάποια σχόλια είναι αναγκαία για να εξοικειωθούν οι αναγνώστες
με τις τρέχουσες απόψεις του Σανγκαράκσιτα, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά από είκοσι
και περισσότερα χρόνια πρακτικής εμπειρίας. Αυτό ωστόσο δεν αναιρεί αλλά προσθέτει
στα λεγόμενά του σχετικά με τη Σωστή Εργασία.
Τόσο πολλά άλλαξαν από τον καιρό αυτών των διαλέξεων -στους ΦΔΒΤ, στο βουδδιστικό χώρο,
στην κοινωνία και στον κόσμο γενικότερα- που είναι φυσικό επακόλουθο να θέλει κανείς
να επισημάνει αυτές τις αλλαγές Αυτό που εκπλήσσει είναι ότι δεν υπάρχουν και τόσο
πολλά να πει κανείς. Λόγω έμφασης στην παράδοση οι διδασκαλίες του Σανγκαράκσιτα θα
μείνουν επίκαιρες για πολύ καιρό. Προσωπικά, του είμαι ευγνώμων για την ευκαιρία που
μου δόθηκε να τις εκτιμήσω και να τις μελετήσω, είτε στην ηχογραφημένη μορφή τους είτε
ως άρθρα στο περιοδικό Mitrata. Επίσης μεγάλη χαρά μου έδωσε η ευκαιρία να τις παρουσιάσω
σ' ένα ευρύτερο κοινό, πέρα από τους ΦΔΒΤ, ετοιμάζοντάς τες για έκδοση υπό μορφή
βιβλίου. Ελπίζω να τις βρούνε και άλλοι τόσο χρήσιμες όσο τις βρήκα εγώ.
Chris Pauling
Κεφάλαιο 1
Η Φύση της Ύπαρξης: Τέλεια Θέαση
Όσο λίγα κι αν ξέρουμε για το βουδδισμό θα γνωρίζουμε τουλάχιστον το ότι είναι ένα
Μονοπάτι ή μία Οδός. Είναι ένα Μονοπάτι ή μία Οδός που οδηγεί στη συνειδητοποίηση της
Αλήθειας, ή της ενότητας με την Αλήθεια, την οποία ονομάζουμε Φώτιση, Νιρβάνα ή
συνειδητοποίηση της φωτισμένης φύσης μας. Αυτό το Μονοπάτι ή Οδός βρίσκει έκφραση σε
μια σειρά διαφορετικών εννοιοποιήσεων από τις οποίες το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι
είναι πιθανότατα η γνωστότερη.
Το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι αποτελεί την τέταρτη από τις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες.
Αν ανατρέξουμε στον Πρώτο Διάλογο του Βούδδα, -το Διάλογο πάνω στο Γύρισμα του Τροχού
του Ντάρμα, που πραγματοποιήθηκε στο Άλσος των Ελαφιών του Σαρνάθ λίγο μετά την
επίτευξη της Ανώτερης Φώτισης- θα βρούμε ότι το πιο σημαντικό μέρος του, διαμέσου του
οποίου ο Βούδδας αποκάλυψε τη μεγάλη πνευματική του ανακάλυψη στην ανθρωπότητα, ήταν
αυτό που αναφερόταν στις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες: την οδύνη, την αιτία της οδύνης,
την εξάλειψη της οδύνης, και την οδό που οδηγεί στην εξάλειψη της οδύνης. Η τελευταία εξ
αυτών δεν είναι τίποτα άλλο παρά το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι.
Έτσι, αν ακολουθήσουμε την πορεία της βουδδιστικής ιστορίας, από Σχολή σε Σχολή,
Παράδοση σε Παράδοση -στην Ινδία, στο Θιβέτ, στην Μπούρμα, στην Ταϋλάνδη, στην Ιαπωνία ή
στην Κεϋλάνη- οπουδήποτε κι αν απλώθηκε ο βουδδισμός, θα βρούμε αναφορές στις Τέσσερις
Ευγενείς Αλήθειες, και ειδικότερα στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι. Επομένως, αν δεν
είμαστε εξοικειωμένοι με αυτές της Αλήθειες, και ειδικότερα την Αλήθεια της οδού, αν
δεν έχουμε εντρυφήσει σ' αυτές, τότε γνωρίζουμε πολύ λίγα σχετικά με το βουδδισμό.
Ο όρος Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι είναι η μετάφραση του Σανσκριτικού
άρυα-αστανγκίκα-μάργκα (παλί: άριυα-αττχανγκίκα-μάγκα), η λέξη που μεταφράζουμε ως
"ευγενές" είναι η άρυα. Στην αρχαία Ινδία η λέξη αυτή χρησιμοποιούταν με έννοια
φυλετική, και αναφερόταν στους κατακτητές που κατέβηκαν από την κεντρική Ασία στις
ινδικές πεδιάδες, διαμέσου των βορειοδυτικών περασμάτων, κατακτώντας τον ιθαγενή
πληθυσμό. Mε το πέρασμα των αιώνων, ο όρος άρυα και το παράγωγο "άρειος" απέκτησε ηθικές
και πνευματικές αποχρώσεις. Στο βουδδισμό η λέξη αυτή φέρνει στο νου οτιδήποτε έχει να
κάνει άμεσα ή έμμεσα με τη συνειδητοποίηση της Απόλυτης Πραγματικότητας. Οτιδήποτε
σχετίζεται με την πνευματικότητα, είτε είναι το πνευματικό μονοπάτι καθαυτό, η
πνευματική φιλοδοξία, ή οποιαδήποτε άλλη άποψη της πνευματικής ζωής, μπορεί να
ονομαστεί άρυα. Επομένως άρυα εκτός από "ευγενές" σημαίνει και "ιερό".
Γι' αυτό το λόγο ορισμένοι μεταφραστές αντί για τις Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες και το
Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι μιλούν για τις Τέσσερις Ιερές Αλήθειες και το Ιερό Οκταπλό
Μονοπάτι. (Ο Λάμα Γκοβίντα, μου διηγήθηκε κάποτε μια διασκεδαστική ιστορία. Στα πρώτα
βήματα του βουδδισμού στη Γερμανία υπήρχαν δύο αντίπαλες ομάδες: η μία υποστήριζε ότι
ο όρος άρυα σήμαινε "ευγενές" και η άλλη ότι σήμαινε "ιερό". Και οι δύο ομάδες, οι
υποστηριχτές της Ευγενούς Αλήθειας και οι υποστηριχτές της Ιερής Αλήθειας, βρίσκονταν
συνεχώς στα μαχαίρια. Το γεγονός αυτό δείχνει τους τρόπους με τους οποίους οι άνθρωποι
χαλάνε τις καρδιές τους και η ιστορία του μας διδάσκει ότι δεν πρέπει να παρασυρόμαστε
από τις λέξεις. Αν και αδιαφιλονίκητα υπάρχει μια κάποια διαφορά μεταξύ "ευγενούς" και
"ιερού", η όλη αντιπαράθεση αφορούσε ένα πρόβλημα σχετικά ελάσσονος σημασίας.)
Η Σανσκριτική λέξη άστα σημαίνει απλά "οκτώ", ενώ άνγκα σημαίνει "μέλος", "μέρος" ή ακόμα
"φύτρο". Σε μερικές σύγχρονες ινδικές γλώσσες, για παράδειγμα, χρησιμοποιείται η
έκφραση πανκανγκαπρανάμα ή προστερνισμός με "πέντε μέλη", δηλαδή με τα χέρια, τα πόδια
και το κεφάλι. (Στα σανσκριτικά και τα παλί το κεφάλι ονομάζεται ουτταμάνγκα ή
"υψηλότερο μέλος".) Έτσι, ενώ συνήθως αντιλαμβανόμαστε το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι ως
κάτι που αποτελείται από οκτώ διαδοχικά βήματα ή στάδια, η χρήση της λέξης άνγκα
υποδηλώνει ότι αυτά τα βήματα είναι μάλλον ταυτόχρονα παρά διαδοχικά. Ουσιαστικά το
μονοπάτι λέγεται οκταπλό γιατί αποτελείται από οκτώ μέλη και όχι επειδή αποτελείται
από οκτώ βήματα. Τέλος μάργκα σημαίνει "μονοπάτι" ή "οδός".
Τέλεια Θέαση
Το πρώτο "βήμα" του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού λέγεται σάμυαγκ-ντρίστι στα
σανσκριτικά (σάμμα-ντίτχι στα παλί). Συνήθως μεταφράζεται ως Σωστή Κατανόηση, αλλά μια
τέτοια απόδοση δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως συχνά
συμβαίνει με βουδδιστικούς όρους και εκφράσεις, μπορούμε να εντοπίσουμε το πραγματικό
νόημα της λέξης ανατρέχοντας στην ετυμολογία της. Τι σημαίνει σάμυαγκ-ντρίστι λοιπόν;
Σάμυακ (ή σάμυαγκ) που προηγείται των άνγκας ή των μελών του μονοπατιού, σημαίνει
"σωστό", "ολόκληρο", "επαρκές", "ακέραιο", "ολοκληρωμένο", "τέλειο". Σίγουρα δεν πρόκειται
για "σωστό" ως αντίθετο του "λάθος". Αν μιλήσουμε για "Σωστή Κατανόηση" δίνουμε την
εντύπωση μίας "σωστής" κατανόησης σε αντίθεση με μία "λάθος" κατανόηση, ή "σωστή"
συμπεριφορά σε αντίθεση με μία "λάθος" συμπεριφορά, κ.τ.λ. Έτσι δίνουμε την εντύπωση
μιας περιορισμένης "ηθικοπλαστικής" αντίληψης του μονοπατιού. Αλλά σάμυακ σημαίνει
πολλά περισσότερα από "σωστό". Όπως ήδη ανέφερα, σημαίνει επίσης "ολόκληρο", "επαρκές",
"ακέραιο", "ολοκληρωμένο", "τέλειο". Πιθανότατα η καλύτερη απόδοση είναι ως "τέλειο".
Το Ντρίστι βγαίνει από μία ρίζα που σημαίνει "βλέπω", όπως και "όραση", "θέα", "όραμα". Δε
σημαίνει απλά "κατανόηση", και σίγουρα δεν σημαίνει κατανόηση με την καθαρά θεωρητική,
διανοητική ή αφηρημένη έννοια της λέξης. Σημαίνει κάτι το ευθύ, το άμεσο, το
διαισθητικό. Αν αφελώς αποδώσουμε το σάμυαγκ-ντρίστι, το πρώτο βήμα του μονοπατιού, ως
Σωστή Κατανόηση, τότε αναπόφευκτα το διαστρεβλώνουμε -έστω και ανεπαίσθητα- πριν
καλά-καλά αρχίσουμε τη μελέτη και την άσκησή μας στη διδασκαλία του Βούδδα. Η έννοια
του σάμυαγκ-ντρίστι είναι μάλλον πλησιέστερη στην "Ακέραιη Θέα" ή την "Τέλεια Θέαση". Αν
το αποδώσουμε με αυτόν τον τρόπο, τότε βρισκόμαστε πιο κοντά στο πραγματικό της νόημα,
πιο κοντά στην "καρδιά" της έκφρασης. Αν συγκρίνουμε τις δύο μεταφράσεις και
προσπαθήσουμε να αξιολογήσουμε την πνευματική τους εμβέλεια, θα διαπιστώσουμε ότι η
"Τέλεια Θέαση", εκφράζει κάτι διαφορετικό από τη "Σωστή Κατανόηση" που ακούγεται πιο
κοινότυπη, πιο τετριμμένη και εγκεφαλική. Αλλά αν πούμε "Τέλεια Θέαση" τότε είναι σαν ν'
ανοίγεται μπροστά μας ένας νέος κόσμος, σαν να έχει ανοίξει μια νέα διάσταση. Ας
χρησιμοποιήσουμε λοιπόν, προς το παρόν, την απόδοσή της ως "Τέλεια Θέαση": μία θέαση της
φύσης της ύπαρξης, της αλήθειας ή της πραγματικότητας που βρίσκεται πίσω από τα
φαινόμενα.
Το Μονοπάτι της Θέασης και το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης
Σύμφωνα με τη βουδδιστική παράδοση της Ινδίας, το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι διαιρείται
οργανικά σε δύο γενικές κατηγορίες. Η πρώτη, είναι το "Μονοπάτι της Θέασης"
(ντάρσανα-μάργκα), και η δεύτερη το "Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης" (μπάβανα-μάργκα). Έτσι το
Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι διαιρείται σε δύο μικρότερα "Μονοπάτια", με την έννοια των δύο
διαδοχικών σταδίων. Το Μονοπάτι της Θέασης αντιστοιχεί στο πρώτο βήμα, το πρώτο άνγκα,
την Τέλεια Θέαση. Το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης αντιστοιχεί στα επτά εναπομείναντα
"βήματα": Τέλειο Συναίσθημα, Τέλειος Λόγος, Τέλεια Συμπεριφορά, Τέλεια Εργασία, Τέλεια
Προσπάθεια, Τέλεια Επίγνωση και Τέλειος Διαλογισμός. Αυτή η διαίρεση είναι σημαντική
γιατί η Τέλεια Θέαση αντιστοιχεί στα αρχικά στάδια της πνευματικής βίωσης και
κατανόησης, ενώ το υπόλοιπο του Οκταπλού Μονοπατιού αντιστοιχεί στη μετουσίωση
ολόκληρου του εαυτού μας -σε όλα του τα ύψη και τα βάθη, σε όλες του τις διαστάσεις- σε
συνάρτηση με την αρχική πνευματική βίωση και κατανόηση. Το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης
αντιστοιχεί σε μία ολοκληρωτική και πολύπλευρη μεταμόρφωση της συναισθηματικής μας
ζωής, του λόγου μας, της επικοινωνίας μας με τους άλλους, της εργασίας μας, κ.τ.λ. Είναι
επίσης δυνατόν πρώτα να μετουσιώσει κανείς την εργασία του, που αντιστοιχεί στο πέμπτο
"βήμα", πριν από το λόγο του, που είναι μόλις το τρίτο βήμα, στο τέλος όμως με τον άλφα ή
τον βήτα τρόπο, ολόκληρος ο εαυτός μας, με τα ύψη και τα βάθη του, το συνειδητό και το
ασυνείδητο, πρέπει να μεταστοιχειωθεί.
Αυτή η αρχική πνευματική εμπειρία -η Τέλεια Θέαση ή το Μονοπάτι της Θέασης- μπορεί να
παρουσιαστεί με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικά άτομα. Δεν έχει μια καθολική
μορφή. Πράγματι, η μεγάλη ποικιλία που χαρακτηρίζει τους ανθρώπους αντικατοπτρίζεται
στην πνευματική ζωή και στον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι οδηγούνται στην πνευματική
ατραπό.
Για μερικούς το Μονοπάτι της Θέασης έρχεται ως αποτέλεσμα μιας προσωπικής τραγωδίας,
πένθους ή απώλειας. Όλη τους η ύπαρξη δονείται και αναστατώνεται σαν να είχε συμβεί
ένας σεισμός που ισοπέδωσε ό,τι αγαπούσαν. Και μέσα από τα συντρίμμια, μέσα από τα
ερείπια της ζωής τους, αρχίζουν να ψάχνουν, να κοιτάζουν βαθύτερα, ν' αναρωτιόνται για
το νόημα και το σκοπό της ζωής.
Για άλλους η Τέλεια Θέαση μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα μιας μυστικιστικής εμπειρίας.
(Δε μ' αρέσει ιδιαίτερα η λέξη "μυστικιστική", καθώς είναι φορτισμένη με οτιδήποτε έχει
να κάνει με τα "μυστήρια" και το κυνήγι τους, τη χρησιμοποιώ όμως ελλείψει μιας άλλης
καλύτερης.) Μπορεί κανείς να βρει αρκετές τέτοιες μυστικιστικές εμπειρίες να
περιγράφονται στο βιβλίο του Bucke, Cosmic Consciousness (Κοσμική Συνείδηση), που δημοσιεύτηκε το
1901 και ακόμα και σήμερα αξίζει να το διαβάσει κανείς. Προξενεί έκπληξη το γεγονός ότι
τόσοι πολλοί άνθρωποι είχαν μια τέτοια εμπειρία, κάποια σπάνια στιγμή έκστασης,
ενόρασης, ή φοβερά έντονης αγάπης, εμπειρίες που χωρίς καμία από μέρους τους
προετοιμασία, τους κατέλαβαν, τους παρέσυραν, τους ανύψωσαν σε μια νέα διάσταση και
άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο έβλεπαν τη ζωή. Επίσης ως μυστικιστικές
εμπειρίες μπορούμε να κατατάξουμε την εμπειρία της φύσης, όπως π.χ. όταν μένουμε με το
στόμα ανοιχτό μπροστά σ' ένα μαγικό ηλιοβασίλεμα, ή όταν σε μια εκδρομή μας στην εξοχή
βιώνουμε μία υπέροχη και ολοκληρωτική γαλήνη που διαπερνάει τα πάντα.
Μερικές φορές το Μονοπάτι της Θέασης μπορεί να επέλθει ως αποτέλεσμα ενός όμορφου
πίνακα ή ενός μουσικού κομματιού. Σε τέτοιες περιπτώσεις μπορεί να μεταφερθούμε σε μία
νέα διάσταση ύπαρξης. Μερικές φορές μπορεί να έρθει ως αποτέλεσμα βαθύ και μακρόχρονου
συλλογισμού. Μερικοί άνθρωποι αποπειρώνται να συλλάβουν την αλήθεια διαμέσου του νου.
Προσπαθούν να βυθομετρήσουν τον ωκεανό της ύπαρξης διαμέσου της διανόησης και της
λογικής. Αυτός είναι ο τρόπος του σκεπτόμενου ανθρώπου, του φιλόσοφου, του σοφού.
Μερικοί άνθρωποι κυριολεκτικά καθοδηγούνται από τη λογική τους στην Πραγματικότητα,
στο Μονοπάτι της Θέασης.
Άλλοι μπορεί να το βιώσουν για έναν πολύ διαφορετικό λόγο, ως αποτέλεσμα της άσκησης
του διαλογισμού. Όταν ο νους έχει συστηματικά γαληνευθεί και ενώ οι σκέψεις παύουν να
υπάρχουν η συνείδηση παραμένει καθαρή, τότε, κάτω από αυτές τις συνθήκες, είναι δυνατό
να βιώσει κανείς την Τέλεια Θέαση.
Τελικά, η Τέλεια Θέαση μπορεί να επέλθει, τουλάχιστον για κάποια άτομα, ως αποτέλεσμα
του συνόλου των εμπειριών της ζωής τους, ιδίως όταν μεγαλώνουν και η αντίληψή τους
ωριμάζει. Όταν όλα τα διαφορετικά υφάδια ενώνονται και το "υφαντό" της ζωής τους
φαίνεται ν' αποκτάει μια κάποια σημασία, ν' αντανακλάει κάποιο νόημα, τότε, μέσα από τα
βάθη της φυσικής ωρίμανσης ως ανθρώπινα όντα, μπορεί να βιώσουν την Τέλεια Θέαση.
Βέβαια, δεν ισχυρίζομαι ότι η σοφία μπορεί να έρθει αυτόματα με την ηλικία. Τουναντίον!
Αν είχαν έτσι τα πράγματα τότε δε θα χρειαζόταν να προσπαθήσουμε ιδιαίτερα όταν
είμαστε νέοι. Αλλά αναμφισβήτητα, γι' αυτούς που έζησαν με αυθεντικότητα τη ζωή τους,
καθώς γίνονται πιο πράοι και πιο εύπλαστοι, και καθώς οι εμπειρίες τους αποκτούν μία
διαφάνεια, τότε μπορεί να βιώσουν το Μονοπάτι της Θέασης.
Επομένως, το Μονοπάτι της Θέασης μπορεί να αποκαλυφθεί μ' ένα σωρό διαφορετικούς
τρόπους σε διαφορετικούς ανθρώπους. Σε μερικούς μάλιστα έχει εμφανιστεί σε όνειρο.
Αλλά με όποιο τρόπο κι αν εμφανίζεται πρέπει να προσέξουμε να μη μας ξεφύγει, να μην το
ξεχάσουμε. Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί πολύ εύκολα καθώς, όπως λέει και ο Wordsworth, "Ο
κόσμος παραείναι μαζί μας" ("The world is too much with us"). Μπορεί να έχουμε μια τόσο όμορφη
εμπειρία που να πιστέψουμε ότι δε θα την ξεχάσουμε ποτέ. Αλλά μετά από λίγο καιρό,
μερικές μέρες ή βδομάδες, μας έχει διαφύγει. Και είναι σαν να μη μας είχε συμβεί ποτέ.
Επομένως πρέπει να την εναγκαλιστούμε, να την καλλιεργήσουμε, να την αναλύσουμε -να
προσπαθήσουμε να την εμβαθύνουμε, να την διαλευκάνουμε και να την αναπτύξουμε- με
συστηματικότητα. Πρέπει, εν καιρώ, να της επιτρέψουμε να διαποτίσει και να μετουσιώσει
ολόκληρο τον εαυτό μας, κάθε έκφανση της ζωής μας.
Ανακεφαλαιώνοντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο σκοπός αυτής της σημαντικότατης
βουδδιστικής διδασκαλίας, του Μονοπατιού της Θέασης και του Μονοπατιού της
Μεταμόρφωσης, είναι να μας κάνει ικανούς να ανυψώσουμε τη ζωή μας στο επίπεδο των
υψηλότερων στιγμών της. Αυτό είναι το νόημα της πνευματικής εξέλιξης. Και σ' αυτό
αποσκοπεί κανείς όταν ακολουθεί το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι. Στο να επιτύχει δηλαδή
την Τέλεια Θέαση με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και μετά να μεταμορφώσει όλο του το Είναι
σύμφωνα με αυτή την θέαση.
Η Φύση της Ύπαρξης
Τι σημαίνει Τέλεια Θέαση; Στη βουδδιστική λογοτεχνία υπάρχουν πολλές περιγραφές της
Σωστής Κατανόησης, όπως συχνά μεταφράζεται η Τέλεια Θέαση. Μπορούμε να πούμε ότι
υπάρχουν πάρα πολλές περιγραφές και ότι πολλές από αυτές όχι μόνο δε βοηθάνε καθόλου
αλλά μπορεί να είναι και παραπλανητικές. Κάτω από την επικεφαλίδα της Σωστής
Κατανόησης, πολλοί από αυτούς που γράφουν για τον βουδδισμό θα ήθελαν να συμπεριλάβουν
το σύνολο του βουδδιστικού δόγματος. Οτιδήποτε δε χωράει κάτω από οποιαδήποτε άλλη
επικεφαλίδα τοποθετείται εδώ. "Σε τελική ανάλυση", φαίνεται να πιστεύουν, "όλα είναι
θέμα Σωστής Κατανόησης, όλα είναι κάτι που πρέπει να κατανοηθεί". Έτσι, εδώ
στοιβάζονται όλα - ολόκληρο το δόγμα, το σύνολο των διδασκαλιών, η όλη φιλοσοφία. Αυτό
συντελεί στη δημιουργία λανθασμένων εντυπώσεων. Έχω διαπιστώσει ότι συχνά μαθητές τού
βουδδισμού πιστεύουν ότι η Σωστή Κατανόηση -το πρώτο βήμα του Ευγενούς Οκταπλού
Μονοπατιού- απαιτεί τη λεπτομερή μελέτη του συνόλου της βουδδιστικής σκέψης και την
απόκτηση κάποιου είδους διδακτορικού διπλώματος στη βουδδιστική φιλοσοφία. Νομίζουν
ότι πριν εισαχθεί κανείς στο Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι πρέπει πρώτα να μάθει τα πάντα
σχετικά με τις σχολές Μαντυαμίκα και Γιογκατσάρα, την Σαρβαστιβάδα και την
Σαουτράντικα, καθώς επίσης και τις σχολές της Τιεν Τάι και της Αβαταμσάκα, κ.τ.λ. Μόνο
τότε πιστεύουν ότι είναι δυνατό να βάλει το πόδι του κανείς στο Μονοπάτι και να αρχίσει
να βάζει σ' εφαρμογή όσα διδάσκει ο βουδδισμός.
Κι όμως τα πράγματα δεν είναι διόλου έτσι. Πρέπει να δώσουμε έμφαση στο ότι
σάμυαγκ-ντρίστι σημαίνει απλά Τέλεια Θέαση. Δεν έχει τίποτα να κάνει με τη μελέτη των
διαφορετικών σχολών της βουδδιστικής φιλοσοφίας. Εκφράζει ένα όραμα και ως όραμα
είναι κάτι το ευθύ και άμεσο που έχει περισσότερα κοινά στοιχεία με την πνευματική
εμπειρία παρά με την εγκεφαλική κατανόηση. Αυτή η εμπειρία, αυτή η ενόραση, μπορεί
κάλλιστα να εκφραστεί διανοητικά, διαμέσου θρησκειακών εννοιών, φιλοσοφικών
συστημάτων κ.τ.λ., αλλά δεν ταυτίζεται μ' αυτά. Το καθαυτό όραμα βρίσκεται πέρα και πάνω
από αυτά.
Τι είναι λοιπόν η Τέλεια Θέαση; Μπορεί να πει κανείς ότι είναι η θέαση της φύσης της
ύπαρξης. Αλλά τι μας αποκαλύπτει αυτή η θέαση; Τι είναι η φύση τής ύπαρξης; Είναι
δύσκολο ν' απαντήσουμε σ' αυτή την ερώτηση γιατί είναι εύκολη, υπερβολικά εύκολη. Και
αυτό δεν είναι οξύμωρο. Το πρόβλημα είναι ότι μας παρέχεται μια πληθώρα εννοιών, μια
εκτενής βουδδιστική φιλοσοφία. Είναι πολύ εύκολο να χρησιμοποιήσουμε μερικούς
τεχνικούς όρους, ν' αναφερθούμε στο τάδε και το δείνα σύστημα και ν' αποφανθούμε ότι
αυτή είναι η φύση της ύπαρξης σύμφωνα με το βουδδισμό. Αλλά αυτό είναι πολύ
επιφανειακό, πολύ εύκολο. Πρέπει να ελέγχουμε την προθυμία μας ν' απαντάμε με
αφηρημένες έννοιες. Αυτό που προσπαθούμε να μεταδώσουμε δεν είναι απλά μια ομάδα
εννοιών, ένα φιλοσοφικό σύστημα με την ακαδημαϊκή του έννοια, αλλά αυτό που ο ίδιος ο
Βούδδας, με το ίδιο του το στόμα, ξεκάθαρα ονόμασε ντρίστι - ένα όραμα.
Υπάρχουν δύο τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να μεταδώσει ένα όραμα - διαμέσου
εικόνων και διαμέσου εννοιών. Στο βουδδισμό υπάρχουν τρεις κύριες απεικονίσεις της
φύσης της ύπαρξης (ο Τροχός της Ζωής, ο Βούδδας και το Μονοπάτι). Από τη στιγμή που αυτές
οι εικόνες προσπαθούν να μεταδώσουν ένα όραμα, θα βοηθούσε αρκετά να τις κατανοήσουμε
αντί απλά να τις "σκεφτόμαστε" σ' ένα αφηρημένο επίπεδο και έτσι να ξεγελάμε τον εαυτό
μας ότι τις έχουμε κατανοήσει.
Ο Τροχός της Ζωής
Ο Τροχός της Ζωής αποτελείται από τέσσερις ομόκεντρους κύκλους. Μέσα στο κεντρικό
κύκλο, που αποτελεί το κεντρικό τμήμα του τροχού, βρίσκονται τρία ζώα: ένας κόκορας, ένα
φίδι και ένας χοίρος. Το καθένα δαγκώνει την ουρά του μπροστινού του. Τα ζώα αυτά
συμβολίζουν τα τρία δηλητήρια: της απληστίας, του μίσους και της πλάνης, που ελέγχουν
το νου μας και κινούν τον τροχό της επίγειας ύπαρξης. Ο αμέσως επόμενος κύκλος
διαιρείται σε δύο ίσα μέρη: το ένα μαύρο και το άλλο άσπρο. Το άσπρο αντιστοιχεί στο
καλό ή ηθικό μονοπάτι που οδηγεί προς τα πάνω, σε επίπεδα ευτυχίας. Το μαύρο
αντιστοιχεί στο κακό ή ανήθικο μονοπάτι που οδηγεί προς τα κάτω, σε επίπεδα δυστυχίας.
Ο τρίτος κύκλος διαιρείται σε έξι μέρη που αντιστοιχούν στους διαφορετικούς "κόσμους"
ή σφαίρες ύπαρξης στις οποίες -σύμφωνα με το βουδδισμό- τα έμβια όντα συνεχώς
επαναγεννιούνται. Αυτοί οι έξι κόσμοι είναι οι κόσμοι των θεών, των τιτάνων, των
πεινασμένων φαντασμάτων, των όντων της κόλασης, των ζώων και των ανθρώπων. Ο τελευταίος
κύκλος, ο οποίος αποτελεί τη στεφάνη του τροχού, χωρίζεται σε δώδεκα μέρη, τα λεγόμενα
νιντάνας ή κρίκοι οι οποίοι απεικονίζουν τη διαδικασία που ονομάζεται Εξαρτημένη
Προέλευση ή Αλληλοεξαρτώμενη Καταγωγή (πρατίτυα-σαμουτπάντα). Τα νιντάνας δείχνουν με
λεπτομέρεια όλη τη διαδικασία της γέννησης, της ζωής, του θανάτου και της
επαναγέννησης.
Πρόκειται για την πρώτη μεγάλη εικόνα, το πρώτο μεγάλο σύμβολο που αρχίζουμε να
βλέπουμε όταν έχουμε ένα όραμα που αφορά τη φύση της ύπαρξης. Βλέπουμε όλη την
εξαρτημένη επίγεια ύπαρξη να περιστρέφεται σαν ένας μεγάλος τροχός -ένας Τροχός της
Ζωής, ένας Τροχός του Θανάτου- συμπαρασύροντας όλες τις αισθανόμενες υπάρξεις,
συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού μας. Βλέπουμε ότι ο Τροχός της Ζωής είναι στην
ουσία ο εαυτός μας, η αισθανόμενη και εξαρτημένη ύπαρξη.
Ο Βούδδας
Ο Βούδδας συνήθως απεικονίζεται καθισμένος πάνω σ' ένα άνθος λωτού ή κάτω από το Δέντρο
Μπόντι, το "Δέντρο της Φώτισης", με τα μακριά κλαδιά του και το θόλο με τα πανέμορφα
φύλλα σε σχήμα καρδιάς και το σώμα του να εκπέμπει φως σε διάφορα χρώματα. Υπάρχουν
ακόμα πιο περίτεχνες απεικονίσεις αυτού του θέματος. Μία από τις πιο γνωστές είναι του
μαντάλα με τους πέντε Βούδδες, που προέρχεται από πιο απόκρυφες διδασκαλίες. Στο
κέντρο του βρίσκεται ο Λευκός Βούδδας, στο ανατολικό μέρος βρίσκεται ο Σκούρος Μπλε,
στο νότο ο Κίτρινος, στη δύση ο Κόκκινος και στο βορρά ο Πράσινος. Υπάρχουν ακόμα πιο
περίτεχνες απεικονίσεις αυτού του θέματος με τη μορφή της "Αγνής Χώρας", ή της
"Ευτυχισμένης Χώρας" -Σουκαβάτι- με τον Βούδδα ως κεντρικό προσωπο, περικυκλωμένο από
τους ακολούθους του, τους Μποντισάττβες, με σειρές από δέντρα-κοσμήματα, με μαγικά
ωδικά πτηνά και άλλα θαυμαστά.
Το Μονοπάτι
Το μονοπάτι της πνευματικής εξέλιξης -ή σπειροειδές μονοπάτι- συνδέει τις δύο
προαναφερθείσες εικόνες, δηλαδή ξεκινάει από τον Τροχό της Ζωής και φθάνει στο Βούδδα,
ή στο μαντάλα με τους Πέντε Βούδδες.
Αυτές είναι οι τρεις μεγάλες εικόνες με τις οποίες ο βουδδισμός αντιλαμβάνεται την
ύπαρξη. Η Τέλεια Θέαση έχει να κάνει, πάνω απ' όλα, με τη συνείδηση της δέσμευσή μας στην
εξαρτημένη ύπαρξη όπως αυτή αναπαρίσταται στον Τροχό της Ζωής. Αποτελεί επίσης τη
συνείδηση της δυνατότητας της πιθανής μελλοντικής μας Φώτισης, όπως αυτή εκφράζεται
με το Βούδδα, το μαντάλα με τους Βούδδες ή την Αγνή Χώρα. Σε τελική ανάλυση αποτελεί ένα
όραμα του μονοπατιού ή της οδού που οδηγεί από το ένα στο άλλο, ένα όραμα, αν θέλετε, για
ολόκληρη τη μελλοντική μας εξελικτική πορεία.
Η βουδδιστική αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης μπορεί επίσης να εκφραστεί διαμέσου
εννοιών - αν και πιθανότατα λιγότερο παραστατικά απ' ό,τι με εικόνες. Έτσι, ο
παραδοσιακός τρόπος έκφρασης τής Τέλειας Θέασης είναι ν' αντιλαμβάνεται και να
κατανοεί κανείς την αλήθεια ορισμένων δογματικών κατηγοριών. Στη συνέχεια, θα
αναφερθώ περιληπτικά σε τέσσερις από τις πιο σημαντικές: τις Τέσσερις Ευγενείς
Αλήθειες, τα Τρία Χαρακτηριστικά της Εξαρτημένης Ύπαρξης, το κάρμα και την
επαναγέννηση, και τις τέσσερις σουνυάτας. Παλεύοντας μ' αυτές τις εννοιολογικές
ερμηνείες πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν έχουν να κάνουν μόνο και μόνο με μία θεωρητική
κατανόηση. Προσπαθούμε, με τη βοήθεια αυτών των δογματικών κατηγοριών, να δούμε μια
λάμψη της αλήθειας, να επιτύχουμε μια κάποια αντίληψη για τη φύση της ύπαρξης.
Οι Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες
Η Τέλεια Θέαση συνήθως αποδίδεται στις γραφές ως ένα όραμα ή μία αφομοίωση των
Τεσσάρων Ευγενών Αληθειών. Αυτές είναι οι εξής:
1. Η Αλήθεια της οδύνης, του ανικανοποίητου, της δυσαρμονίας, που βλέπουμε γύρω μας και
επίσης βιώνουμε μέσα μας.
2. Η Αλήθεια του αιτίου της οδύνης το οποίο είναι η εγωιστική επιθυμία, η "δίψα" που
υπάρχει μέσα σε μας και στους άλλους.
3. Η Αλήθεια της εξάλειψης της οδύνης, ο ολοκληρωτικός αφανισμός της οδύνης, η οποία
είναι συνώνυμη με την κατάσταση της φώτισης.
4. Η Αλήθεια της οδού που οδηγεί στην εξάλειψη της οδύνης η οποία είναι το Ευγενές
Οκταπλό Μονοπάτι.
Θα ήταν ενδιαφέρον να επισημάνουμε ότι η πρώτη και η δεύτερη από τις Ευγενείς Αλήθειες,
δηλαδή αυτή της οδύνης και του αιτίου της οδύνης, αντιστοιχούν στην εικόνα του Τροχού
της Ζωής. Η νευρωτική επιθυμία είναι το αίτιο και η οδύνη είναι το αποτέλεσμα, έτσι
έχουμε μια σχέση αιτίου-αποτελέσματος, δράσης-αντίδρασης. Με άλλα λόγια βλέπουμε το
ίδιο κυκλικό μοτίβο που συμβολίζεται στον Τροχό της Ζωής. Η Τρίτη Ευγενής Αλήθεια, η
εξάλειψη της οδύνης, αντιστοιχεί στην εικόνα του Βούδδα ή στο μαντάλα με τους Πέντε
Βούδδες. Η Τέταρτη Ευγενής Αλήθεια -το Οκταπλό Μονοπάτι- αντιστοιχεί στην εικόνα με το
σπειροειδές μονοπάτι. Είναι εμφανές λοιπόν, ότι οι Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες
εκφράζουν διανοητικά ό,τι αυτές οι τρεις εικόνες εκφράζουν παραστατικά. Και οι δύο
πρώτες Ευγενείς Αλήθειες εκφράζουν το ίδιο όραμα: ένα όραμα για τη φύση της
εξαρτημένης ύπαρξης, του Μη Εξαρτημένου, και του μονοπατιού που οδηγεί από το ένα στο
άλλο.
Τα Τρία Χαρακτηριστικά της Εξαρτημένης Ύπαρξης
Τα Τρία Χαρακτηριστικά της Εξαρτημένης Ύπαρξης είναι η οδύνη, η παροδικότητα και η
έλλειψη αληθινής ατομικότητας.
1. Η Εξαρτημένη Ύπαρξη είναι Οδύνη
Σύμφωνα με το βουδδισμό υπάρχουν τρία είδη οδύνης. Κατ' αρχάς υπάρχει η καθαυτό οδύνη
του σωματικού πόνου, όπως ένας πονόδοντος ή ένα κόψιμο στο δάχτυλο. Μετά υπάρχει η εν
δυνάμει οδύνη, όπως όταν έχουμε κάτι που αποτελεί πηγή ευχαρίστησης το οποίο όμως
μπορεί να γίνει πηγή οδύνης γιατί ίσως, ή μάλλον σίγουρα, θα πρέπει κάποτε να το
εγκαταλείψουμε. Και τελευταία είναι η μεταφυσική οδύνη, που γεννάται από το γεγονός
ότι τίποτα το καθημερινό, το επίγειο, ή το εξαρτημένο δεν μπορεί να αποτελέσει πηγή
πλήρους ή ολοκληρωτικής ικανοποίησης για το πνεύμα και την καρδιά του ανθρώπου, γιατί
αληθινή και διαρκή ικανοποίηση μπορεί να βρει κανείς μόνο στο Μη Εξαρτημένο, μόνο στην
ίδια την Αλήθεια. Επομένως, οτιδήποτε δεν ανήκει σ' αυτό το επίπεδο είναι κάποιο είδος
οδύνης, έστω και κι αν είναι αμελητέα. Και αυτό σημαίνει ότι κανείς δε θα γίνει ποτέ
αληθινά ευτυχισμένος παρά μόνο όταν φτάσει στη Φώτιση.
2. Η Εξαρτημένη Ύπαρξη είναι Παροδική
Όπως πολύ καλά ξέρουμε, κάθε τι το εξαρτημένο είναι παροδικό. Κάθε μέρα, κάθε ώρα και
κάθε λεπτό συνειδητοποιούμε ότι τίποτα δε διαρκεί, τίποτα δε μένει. Τα πάντα ρει.
Τίποτα δεν παραμένει αναλλοίωτο ούτε για δύο συνεχή δευτερόλεπτα. Κάθε στιγμή που
περνάει γερνάμε και τα πράγματα γύρω μας φθείρονται. Δεν υπάρχει καμία σταθερότητα,
καμία σιγουριά. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι έχουμε κάτι για πάντα αλλά αυτό το "για
πάντα" μπορεί να είναι μερικά χρόνια, μερικές μέρες, μερικές ώρες ή ακόμα μερικά λεπτά.
Αυτή είναι μία πολύ σημαντική πλευρά της Τέλειας Θέασης όπως αυτή εκφράζεται μέσω της
επίγειας πραγματικότητας: το να βλέπεις, καθαρά και σταθερά, ότι τα πάντα είναι
παροδικά, τα πάντα είναι περαστικά, και ότι δεν μπορείς να κρατήσεις τίποτα για πολύ
καιρό.
3. Η Εξαρτημένη Ύπαρξη στερείται Αληθινής Ατομικότητας.
Αυτή είναι μάλλον μια δυσνόητη και σκοτεινή πλευρά της Τέλειας Θέασης και θα απαιτούσε
ένα ολόκληρο κεφάλαιο για τη διαλεύκανσή της. Αυτό που μπορούμε να πούμε εδώ, είναι ότι
πουθενά στην Εξαρτημένη Ύπαρξη ή στον εαυτό μας, ως εξαρτημένο φαινόμενο, δεν μπορούμε
να βρούμε την αληθινή ύπαρξη, την αληθινή ατομικότητα ή πραγματικότητα. Αν εξετάσουμε
τους εαυτούς μας συχνά συνειδητοποιούμε το πόσο κενοί, ψεύτικοι και κούφιοι είμαστε -
ότι οι σκέψεις μας δεν είναι αληθινές σκέψεις, τα συναισθήματά μας δεν είναι αληθινά
συναισθήματα. Δεν νιώθουμε τον εαυτό μας ως κάτι το αληθινό, το γνήσιο ή το αυθεντικό.
Όντως, δεν υπάρχει περίπτωση να βρούμε γνησιότητα, αυθεντικότητα ή αληθινή
ατομικότητα στο επίγειο ή εξαρτημένο επίπεδο παρά μόνο στο επίπεδο της Μη Εξαρτημένης
Πραγματικότητας.
Κάρμα και Επαναγέννηση
Αυτό το μέρος του δόγματος, ή της έκφρασης τής Τέλειας Θέασης διαμέσου εννοιών,
παρουσιάζεται ιδιαίτερα ζωντανά, μερικές φορές σχεδόν παραστατικά, στις βουδδιστικές
γραφές. Λέγεται ότι την παραμονή της φώτισης, ο Βούδδας και τα υπόλοιπα φωτισμένα όντα
είδαν μία μεγάλη παρέλαση από γεννήσεις, θανάτους και επαναγεννήσεις, όχι μόνο δικές
τους αλλά και άλλων όντων - όλων των υπολοίπων όντων. Ακολουθώντας την όλη διαδικασία
του κάρμα, από τη μία ζωή στην άλλη, είδαν πολύ καθαρά πως οι άνθρωποι υποφέρουν ή
βρίσκουν την ευτυχία εξαιτίας των προηγούμενων πράξεών τους και πώς επαναγεννιούνται
ανάλογα με τον τρόπο που έζησαν στις προηγούμενες ζωές τους.
Οι κατηγορίες του δόγματος που ήδη αναφέρθησαν -οι Τέσσερις Ευγενείς Αλήθειες, τα Τρία
Χαρακτηριστικά της Εξαρτημένης Ύπαρξης, το Κάρμα και η Επαναγέννηση- αποτελούν μέρος
της προσπάθειας ν' αποδώσει κανείς με έννοιες μια Τέλεια Θέαση για τη φύση της ύπαρξης.
Όλες αυτές οι κατηγορίες πηγάζουν από την παράδοση της Χιναγιάνας. Όμως η Τέλεια Θέαση
μπορεί επίσης να εκφραστεί, πιθανότερα σε μεγαλύτερο βάθος, διαμέσου των δογματικών
κατηγοριών της Μαχαγιάνας. Η πιο σημαντική από αυτές είναι οι Τέσσερις Σουνυάτας.
Οι Τέσσερις Σουνυάτας
Σουνυάτα σημαίνει στην κυριολεξία κενότητα, σημαίνει όμως πολύ περισσότερα απ' όσα
εκφράζει αυτός ο όρος. Ανάλογα με τα συμφραζόμενα σουνυάτα μπορεί να σημαίνει
"αληθινό", ή "μη αληθινό", ή "ούτε αληθινό ούτε μη αληθινό" - είναι όντως μια φοβερή λέξη!
Ας εξετάσουμε λοιπόν τα οι τέσσερα είδη σουνυάτας, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν είναι
απλά αποκυήματα της φαντασίας μας, αλλά απόπειρες να μεταδώσουμε διαμέσου εννοιών ένα
όραμα ή κάτι που τα Φωτισμένα Όντα είδαν και βίωσαν.
1. Σαμσκρίτα Σουνυάτα - Η κενότητα του Εξαρτημένου
Κενότητα του Εξαρτημένου σημαίνει ότι η εξαρτημένη, η φαινομενική, η σχετική ύπαρξη
στερείται των χαρακτηριστικών του Μη Εξαρτημένου, του Απόλυτου, της Αλήθειας. Τα
χαρακτηριστικά του Μη Εξαρτημένου είναι πρώτ' απ' όλα ευτυχία, μετά μονιμότητα (όχι
χρονική μονιμότητα αλλά μονιμότητα που υπάρχει σε μία διάσταση όπου ο χρόνος είναι
απών), και τέλος η αληθινή ύπαρξη, η Απόλυτη Πραγματικότητα.
Η εξαρτημένη ύπαρξη στερείται όλων αυτών των χαρακτηριστικών του Μη Εξαρτημένου.
Τουναντίον, χαρακτηρίζεται από το ανικανοποίητο, την παροδικότητα και τη σχετική
αλήθεια επειδή το Εξαρτημένο δεν εμπεριέχει το Μη Εξαρτημένο, η σαμσάρα δεν εμπεριέχει
τη νιρβάνα. Σ' ένα πρακτικό επίπεδο αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να περιμένουμε να
βρούμε κατά τη διάρκεια της σχετικής ύπαρξης αυτό που μόνο το Μη Εξαρτημένο, το
Απόλυτο, μπορεί να μας δώσει.
2. Ασαμσκρίτα Σουνυάτα - Η κενότητα του Μη Εξαρτημένου
Κενότητα του Μη Εξαρτημένου σημαίνει ότι το Μη Εξαρτημένο στερείται των
χαρακτηριστικών του εξαρτημένου. Στο Μη Εξαρτημένο, στην κατάσταση της νιρβάνας, δεν
υπάρχει δυστυχία ή πόνος, δεν υπάρχει παροδικότητα και μη πραγματικότητα, τα οποία
είναι χαρακτηριστικά του εξαρτημένου. Τουναντίον, υπάρχουν τα αντίθετα
χαρακτηριστικά στην πληρότητά τους. Όπως κανείς δε βρίσκει το Εξαρτημένο στο Μη
Εξαρτημένο, έτσι δε βρίσκει και το Μη Εξαρτημένο στο Εξαρτημένο.
Αυτά τα δύο πρώτα είδη σουνυάτας είναι κοινά σε όλες τις βουδδιστικές σχολές. Καθώς το
ένα αποκλείει το άλλο εμφανώς εκφράζουν μια σχετικά δυϊστική προσέγγιση, που ωστόσο
είναι μια απαραίτητη βάση, τουλάχιστον για τα προκαταρκτικά στάδια της πνευματικής
ζωής. Πρέπει να κάνουμε αυτό το διαχωρισμό, να συνειδητοποιήσουμε ότι "εδώ είναι το
Εξαρτημένο και εκεί είναι το Μη Εξαρτημένο· θέλω να πάω από εδώ ως εκεί". Μας είναι
αδύνατον να λειτουργήσουμε διαφορετικά.
Σύμφωνα με τη Χιναγιάνα, Σοφία -το να βλέπουμε τα πράγματα όπως είναι στην
πραγματικότητα- σημαίνει να βλέπουμε τα αντικείμενα και τα πρόσωπα του εξωτερικού
τοπίου, καθώς και τα νοητικά φαινόμενα του εσωτερικού τοπίου ως -και θα χρησιμοποιήσω
έναν τεχνικό όρο- ντάρμας. Η λέξη ντάρμα έχει πολλές σημασίες. Συνήθως σημαίνει
"διδασκαλία" ή "δόγμα", αλλά εδώ σημαίνει κάτι αρκετά διαφορετικό. Σύμφωνα με τη
Χιναγιάνα δεν υπάρχουν στην πραγματικότητα αντικειμενικά υπαρκτά πράγματα όπως π.χ.
ένα σπίτι, ένα δέντρο ή ένας άντρας. Αν τα κοιτάξουμε προσεχτικότερα, αν τα εξετάσουμε
και τα αναλύσουμε, γίνονται, κατά κάποιο τρόπο, ανυπόστατα. Σ' ένα βαθύ επίπεδο τείνουν
ν' ανάγονται σε μια ροή αναλλοίωτων στοιχείων από απρόσωπες, ανυπόστατες, ψυχοφυσικές
διαδικασίες που είναι γνωστές ως ντάρμας.
Ωστόσο, σύμφωνα με τη Μαχαγιάνα, Σοφία -το να βλέπουμε τον κόσμο όπως πραγματικά είναι-
σημαίνει αναγωγή των ντάρμας σε σουνυάτα. Το γεγονός ότι αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο
υπό τη μορφή προσώπων και αντικειμένων πηγάζει, σύμφωνα με τη Μαχαγιάνα, από μία
μείζονα πλάνη. Και αυτή μας η μείζονα πλάνη υπονομεύεται αν αποφασίσουμε να δούμε τα
πρόσωπα και τα αντικείμενα ως ντάρμας. Αλλά η Μαχαγιάνα πάει ακόμα πιο μακριά λέγοντας
ότι ακόμα κι αν βλέπουμε τα πρόσωπα και τα αντικείμενα ως ντάρμας δε μας εξασφαλίζεται
η αντίληψη της απόλυτης πραγματικότητας. Βλέπουμε τα αντικείμενα ως ντάρμας εξαιτίας
μιας ελάσσονος πλάνης, η οποία πρέπει με τη σειρά της να υπονομευτεί. Και αυτό γίνεται
με το να συνειδητοποιήσουμε ότι ακόμα και τα ντάρμας είναι σουνυάτα. Η Σοφία στη
Μαχαγιάνα είναι πιο γνωστή ως η Τελειοποίηση της Σοφίας, ως Πράγκνια Παραμίτα. Με την
τελειοποίηση της Σοφίας βλέπουμε τη σουνυάτα πάντα και παντού, και κάτω από
οποιεσδήποτε συνθήκες.
Το τρίτο και το τέταρτο είδος σουνυάτας ανήκουν αποκλειστικά στη Μαχαγιάνα.
3. Μάχα Σουνυάτα - Η Μεγάλη Κενότητα
Στη Μαχαγιάνα, "Μάχα", εκτός από την κυριολεκτική της σημασία που σημαίνει "μεγάλος",
επίσης σημαίνει "αυτό που έχει σχέση με τη σουνυάτα". Η Μαχαγιάνα είναι το "Όχημα της
σουνυάτας".
Στη Μάχα Σουνυάτα ή Μεγάλη Κενότητα συνειδητοποιούμε ότι ο διαχωρισμός μεταξύ
Εξαρτημένου και Μη Εξαρτημένου παύει να ισχύει γιατί είναι αποτέλεσμα της δυϊστικής
αντίληψης. Μπορεί να περάσουμε δέκα, δεκαπέντε, είκοσι χρόνια της πνευματικής μας ζωής
λειτουργώντας με την υπόθεση ότι το εξαρτημένο είναι το εξαρτημένο και ότι το Μη
Εξαρτημένο είναι το Μη Εξαρτημένο. Αλλά κάποια στιγμή πρέπει να δούμε την "κενότητα"
αυτής της διαφοροποίησης - να καταλάβουμε ότι πρέπει να υπερβούμε αυτόν το διαχωρισμό.
Πρέπει όχι απλά να υποθέσουμε ή να κατανοήσουμε διανοητικά ή θεωρητικά αλλά να δούμε
και να βιώσουμε το ότι ρούπα και σουνυάτα -μορφή και κενότητα, Εξαρτημένο και Μη
Εξαρτημένο, κοινά όντα και φωτισμένα όντα- μοιράζονται την ίδια ουσία, την ίδια απόλυτη
Πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει Μάχα Σουνυάτα, η Μεγάλη Κενότητα όπου όλες οι
διαφοροποιήσεις και οι δυϊσμοί αναιρούνται. Είναι το μεγάλο κενό που τρομάζει τους
ανθρώπους, ακόμα και τους πνευματικούς, καθώς φοβούνται μην τους καταπιεί. Θέλουν να
παραμείνουν στους δυϊστικούς τρόπους σκέψης -εγώ και οι άλλοι, αυτό και εκείνο- αλλά
τελικά όλα αυτά πρέπει να εξομοιωθούν. Αυτή είναι η Σπηλιά της Τίγρης, θαυμαστή γιατί
πολλά ίχνη οδηγούν σ' αυτήν, αλλά κανένα έξω από αυτήν. Και γι' αυτό θέλει κανείς να μπει
μέσα της.
4. Σουνυάτα Σουνυάτα - Η Κενότητα της Κενότητας
Η Κενότητα της Κενότητας μας διαβεβαιώνει ότι ακόμα και η κενότητα δεν είναι παρά μία
έννοια, μία λέξη, ένας ήχος. Στη Μάχα Σουνυάτα συνεχίζουμε να στηριζόμαστε σε κάποια
αμυδρά ίχνη νοητικών διαδικασιών, σε κάποιες ήσσονες δυϊστικές εμπειρίες. Ακόμα και
αυτό πρέπει κάποτε να το εγκαταλείψουμε. Τότε θα φτάσουμε στη Σουνυάτα Σουνυάτα, και δε
θα υπάρχει πλέον τίποτε άλλο για να ειπωθεί. Το μόνο που θα έχει μείνει θα είναι η σιωπή,
αλλά μια βαρυσήμαντη σιωπή, μια "βροντερή σιωπή".
Όλες αυτές οι κατηγορίες του δόγματος, είτε πηγάζουν από τη Χιναγιάνα είτε από τη
Μαχαγιάνα, προσπαθούν να αποδώσουν εννοιολογικά τη φύση της ύπαρξης. Αλλά παρ' όλη τη
σημασία τους δεν πρέπει να εμμένουμε σ' αυτές πέραν του δέοντος, γιατί υπάρχει ο
κίνδυνος να μπερδέψουμε την Τέλεια Θέαση με τη Σωστή Κατανόηση στο καθαρά θεωρητικό
επίπεδο. Αν δεν κατάφερα τίποτε άλλο, τουλάχιστον ελπίζω να κατάφερα να τονίσω το
γεγονός ότι η σάμυαγκ-ντρίστι είναι μία θέαση, μία ενόραση, μία πνευματική εμπειρία,
μια βίωση της φύσης της ύπαρξης, σύμφωνα με την οποία πρέπει να μετουσιώσουμε κάθε
επίπεδο και κάθε πλευρά της ζωή μας και του εαυτού μας.
Για ν' αποφύγω το κλείσιμο της ανάλυσης της Τέλειας Θέασης μ' ένα ψευδο-φιλοσοφικό
τρόπο θα προτιμήσω να χρησιμοποιήσω μία παρομοίωση. Φανταστείτε ότι θέλουμε να
κάνουμε ένα ταξίδι με απώτερο σκοπό την κατάκτηση της κορυφής ενός ψηλού βουνού. Τι θα
κάνουμε; Πρώτα θα μελετήσουμε ένα χάρτη της ευρύτερης περιοχής, των γύρω πεδιάδων και
τελικά του ίδιου του βουνού. Η μελέτη του χάρτη αντιστοιχεί στη θεωρητική μελέτη του
βουδδιστικού δόγματος, τη μάθηση όλων όσων έχουν να κάνουν με τη Μαντυαμίκα, τις
Γιογκατσάρα, τις Σαρβαστιβάδα κ.τ.λ. Αυτό που επείγει, όμως, είναι να ξεκινήσουμε το
ταξίδι μας, να κάνουμε το πρώτο βήμα, για να φτάσουμε τουλάχιστον ως τον πρώτο
καταυλισμό. Αυτό αντιστοιχεί στην προκαταρκτική άσκηση των διδασκαλιών του Βούδδα.
Κάποια στιγμή, μετά από αρκετές μέρες, βδομάδες ή μήνες ταξιδιού, θα καταφέρουμε να
δούμε, μακριά στον ορίζοντα, την κορυφή του βουνού που αποτελεί τον προορισμό του
ταξιδιού μας. Έχουμε ακόμα πολύ δρόμο μπροστά μας, και παρόλο που είμαστε ακόμα μακριά
από τις πλαγιές του βουνού, μπορούμε να δούμε την αντανάκλαση της χιονισμένης κορυφής.
Έχουμε μια άμεση αντίληψη -μια θέαση- του βουνού αν και εκ του μακρόθεν.
Η ικανότητά μας να διακρίνουμε την κορυφή αντιστοιχεί στην Τέλεια Θέαση, και μας δίνει
την έμπνευση και το κουράγιο να συνεχίσουμε το ταξίδι μας. Όπου κι αν βρισκόμαστε θα
συνεχίσουμε να κοιτάμε την κορυφή και δε θα ξεφεύγουμε ποτέ από το στόχο μας,
τουλάχιστον όχι παραπάνω από μερικά λεπτά. Το πόσο μακρύ θα είναι το ταξίδι, πόσες
διανυκτερεύσεις πρέπει να κάνουμε, πόσο δύσκολη η διαδρομή, πόσο κρύο ή πόση ζέστη θα
κάνει, μας είναι αδιάφορα. Όσο προχωράμε και παραμένουμε εστιασμένοι στην κορυφή,
μπορεί ακόμα να μη μας ενδιαφέρει αν δεν έχουμε να φάμε. Μας γεμίζει χαρά η γνώση ότι
μέρα με τη μέρα πλησιάζουμε όλο και περισσότερο και ότι κάποια στιγμή θα βρεθούμε στην
πλαγιά του βουνού. Η διαδικασία του ταξιδιού, με την κορυφή εν όψει, αντιστοιχεί στη
διάβαση των υπόλοιπων σταδίων του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού. Μία μέρα, μπορεί να
φτάσουμε στις πλαγιές του βουνού. Μπορεί να βρεθούμε ακόμα και στα απάτητα χιόνια της
ίδιας της κορυφής - και να συνειδητοποιήσουμε ότι επιτύχαμε τη Φώτιση ή την κατάσταση
του Βούδδα.
Κεφάλαιο 2
Το δεύτερο στάδιο του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού μάς οδηγεί σ' ένα από τα
σημαντικότερα ερωτήματα, για να μην πω προβλήματα, της πνευματικής ζωής. Αυτό είναι το
ερώτημα της λογικής και του συναισθήματος14 . Όλοι ξέρουμε από την εμπειρία μας ότι
είναι σχετικά εύκολο να κατανοήσουμε μία θρησκευτική ή φιλοσοφική διδασκαλία σε
καθαρά διανοητικό ή θεωρητικό επίπεδο. Όσο δύσκολη, πολύπλοκη και απόκρυφη κι αν είναι
ξέρουμε ότι συνήθως με μια κάποια διανοητική προσπάθεια και συστηματική μελέτη θα
καταφέρουμε να την κατανοήσουμε δίχως μεγάλο κόπο. Αλλά όσον αφορά την εφαρμογή αυτής
της διδασκαλίας στην πράξη, σαφώς τα πράγματα γίνονται πολύ πιο δύσκολα.
Υπάρχει μία πασίγνωστη ιστορία που πηγάζει από τη βουδδιστική ιστορία και περιγράφει
με έξοχο τρόπο αυτό ακριβώς το πρόβλημα. Στην αρχαία Ινδία, οι μοναχοί είχαν την τάση να
μεταναστεύουν σε μεγάλους αριθμούς στην Κίνα για να κηρύξουν το Δόγμα. Σε μία περίοδο
μάλιστα της κινέζικης ιστορίας υπήρχε ένας πολύ ευσεβής αυτοκράτορας που ήταν πάντα
πρόθυμος να καλοδεχτεί τους μεγάλους Ινδούς σοφούς και δασκάλους. Μια μέρα λοιπόν,
ένας από τους μεγαλύτερους Ινδούς δασκάλους έφτασε στην πρωτεύουσα της Κίνας, και ο
αυτοκράτορας, μόλις έμαθε τα νέα της άφιξής του, χάρηκε ιδιαίτερα. Πίστεψε ότι θα του
δινόταν η ευκαιρία να κάνει μια όμορφη φιλοσοφική συζήτηση με το νεοφερμένο δάσκαλο.
Έτσι τον κάλεσε στο παλάτι, όπου τον υποδέχτηκε με το δέοντα σεβασμό και το ανάλογο
τελετουργικό. Όταν όλες οι τυπικότητες είχαν τελειώσει και ο δάσκαλος κάθισε δίπλα
στον αυτοκράτορα, εκείνος του έθεσε το πρώτο ερώτημα. "Πες μου", του είπε, "ποια είναι η
θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού;" και στρογγυλοκάθησε περιμένοντας να πάρει την
απάντηση του κατευθείαν από το στόμα του ειδικού. Ο δάσκαλος απάντησε, "Να μην κάνεις
κακό, να μάθεις να κάνεις το καλό, να εξαγνίζεις την καρδιά σου - αυτή είναι η θεμελιώδης
αρχή του βουδδισμού". Ο αυτοκράτορας ξαφνιάστηκε. Τα είχε ξανακούσει όλα αυτά. (Όλοι μας
τα έχουμε ξανακούσει αυτά!) και έτσι είπε, "αυτά είναι όλα λοιπόν; Αυτή είναι η
θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού;" "Ναι", απάντησε ο σοφός, "Αυτά είναι όλα. Να μην κάνεις
κακό, να μάθεις να κάνεις το καλό, να εξαγνίζεις την καρδιά σου. Όντως, αυτή είναι η
θεμελιώδης αρχή του βουδδισμού". "Μα αυτό είναι τόσο απλό που ακόμα και ένα παιδί τριών
χρονών μπορεί να το κατανοήσει", διαμαρτυρήθηκε ο αυτοκράτορας. "Μάλιστα μεγαλειότατε",
είπε ο δάσκαλος, "έχετε δίκιο. Είναι τόσο απλό που ακόμα και ένα παιδί των τριών μπορεί
να το κατανοήσει, αλλά τόσο δύσκολο που ακόμα και ένας γέρος ογδόντα χρονών δεν μπορεί
να το εφαρμόσει στην πράξη".
Η ιστορία δείχνει τη μεγάλη διαφορά που υπάρχει μεταξύ θεωρίας και πράξης. Να
καταλάβουμε κάτι θεωρητικά, μας είναι εύκολο. Μας είναι εύκολο να καταλάβουμε το
Αμπιντάρμα, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τη Μαντυαμίκα, μας είναι εύκολο να
καταλάβουμε τη Γιογκατσάρα, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τον Πλάτωνα, μας είναι
εύκολο να καταλάβουμε τον Αριστοτέλη, μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τα Τέσσερα
Ευαγγέλια: μας είναι εύκολο να καταλάβουμε τα πάντα. Αλλά το να εφαρμόσουμε στην πράξη
ακόμα και ένα μικρό μέρος αυτής της γνώσης και να την κάνουμε ν' αλλάξει κάτι στη ζωή
μας είναι κάτι που το βρίσκουμε ιδιαίτερα δύσκολο. Σύμφωνα με τα περίφημα λόγια του
Αποστόλου Παύλου, "Το αγαθό που θέλω δεν το πράττω, ενώ το κακό που δεν θέλω το πράττω15 ".
Ξέρει τι θα έπρεπε να κάνει αλλά είναι ανίκανος να το κάνει και αυτό που ξέρει ότι δεν
πρέπει να κάνει δεν μπορεί παρά να το κάνει. Για άλλη μία φορά βλέπουμε αυτήν τη φοβερή
και τρομερή ασυνέπεια μεταξύ θεωρίας και πράξης.
Αυτή η κατάσταση δεν είναι η εξαίρεση του κανόνα. Δεν είναι το πρόβλημα μόνο του
Κινέζου αυτοκράτορα ή του Αποστόλου Παύλου. Όλα τα άτομα που ασχολούνται με τη
θρησκεία βρίσκουν τον εαυτό τους σ' αυτή τη φοβερή και τραγική κατάσταση - μερικές
φορές για χρόνια ολόκληρα. Γνωρίζουν τη λογική της αλήθειας, την ξέρουν απ' έξω και
ανακατωτά. Μπορούν να μιλήσουν, να γράψουν και να δώσουν διαλέξεις για την αλήθεια.
Αλλά είναι ανίκανοι να την εφαρμόσουν στην πράξη. Γι' αυτούς που είναι ειλικρινείς με
τον εαυτό τους, κάτι τέτοιο μπορεί να αποτελέσει πηγή μεγάλης δυστυχίας. Μπορεί να
νιώσουν ότι "το γνωρίζω πολύ καλά, το βλέπω καθαρότατα, αλλά είμαι ανίκανος να το
εφαρμόσω στην πράξη, να το φέρω εις πέρας". Είναι σαν να υπάρχει κάποιο τυφλό σημείο
στον εαυτό τους, κάποιος άγνωστος παράγοντας που συνεχώς παρακωλύει τις προσπάθειές
τους. Μόλις καταφέρουν και σηκώσουν τον εαυτό τους μερικά εκατοστά, ξαναπέφτουν προς
τα κάτω έχοντας την αίσθηση ότι κατρακύλησαν ολόκληρο χιλιόμετρο.
Γιατί συμβαίνει αυτό; Γιατί υπάρχει αυτό το φοβερό κενό, αυτό το φοβερό χάσμα, μεταξύ
θεωρίας και πράξης, μεταξύ της κατανόησής μας και της εφαρμογής της στην πράξη; Γιατί
οι περισσότεροι από εμάς τον περισσότερο καιρό είμαστε ανίκανοι να πράξουμε σύμφωνα μ'
αυτό που ξέρουμε ότι είναι αληθές, αυτό που ξέρουμε ότι είναι σωστό; Γιατί
αποτυγχάνουμε παταγωδώς ξανά και ξανά;
Για να βρούμε μιαν απάντηση σ' αυτή την ερώτηση πρέπει να ψάξουμε στα βάθη της
ανθρώπινης φύσης. Μπορεί να ισχυριζόμαστε ότι "γνωρίζουμε" κάτι, αλλά το γνωρίζουμε
μόνο με το συνειδητό μέρος του μυαλού μας, με το λογικό μέρος του εαυτού μας. Το
γνωρίζουμε θεωρητικά, διανοητικά, αφηρημένα. Αλλά δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι δεν
αποτελούμαστε μόνο από το συνειδητό μας μέρος. Δεν είμαστε σκέτη λογική - αν και θα
θέλαμε να πιστεύαμε ότι είμαστε. Υπάρχει άλλο ένα μέρος του εαυτού μας -πολύ μεγαλύτερο
απ' ό,τι θα παραδεχόμασταν- το οποίο είναι εξίσου σημαντικό με τη λογική μας.
Αποτελείται από ένστικτα, συναισθήματα και επιθυμίες και είναι περισσότερο
ασυνείδητο παρά συνειδητό. Και αυτό το ευρύτερο, βαθύτερο και εξίσου σημαντικό μέρος
του εαυτού μας δεν μπορούμε να το επηρεάσουμε με τη λογική ή διανοητική μας γνώση καθώς
ακολουθεί τη δική του πορεία, σέρνοντας κατά κάποιο τρόπο το διανοητικό μέρος, το οποίο
συνεχίζει να διαμαρτύρεται.
Έτσι συνειδητοποιούμε ότι δεν μπορούμε να πάμε κόντρα στα συναισθήματα. Tα
συναισθήματα είναι πιο ισχυρά από τη λογική. Αν θέλουμε να εφαρμόσουμε στην πράξη αυτό
που ξέρουμε ότι είναι σωστό, πρέπει κατά κάποιο τρόπο να εξασφαλίσουμε τη συνεργασία
των συναισθημάτων. Πρέπει να ανοίξουμε αυτές τις βαθύτερες πηγές του εαυτού μας και να
τις θέσουμε στην υπηρεσία της πνευματικής μας ζωής, έτσι ώστε να μπορέσουμε να
εφαρμόσουμε στην πράξη αυτό που ξέρουμε ότι είναι σωστό και αληθές. Για τους
περισσότερους από εμάς το κεντρικό πρόβλημα της πνευματικής ζωής είναι το να βρούμε
συναισθηματικά ισοδύναμα, αντίστοιχα της θεωρητικής μας κατανόησης. Αν δεν το κάνουμε
αυτό, η περαιτέρω πνευματική εξέλιξη καθίσταται αδύνατη. Γι' αυτό, το Τέλειο Συναίσθημα
έρχεται ως το δεύτερο στάδιο ή δεύτερη άποψη του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, αμέσως
μετά από την Τέλεια Θέαση.
Σάμυακ-σαμκάλπα - Τέλειο Συναίσθημα
Το δεύτερο μέλος του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού λέγεται στα σανσκριτικά
σάμυακ-σαμκάλπα (παλί: σάμμα-σανκάπα). Το σάμυακ-σαμκάλπα θα μπορούσε προσωρινά να
μεταφραστεί ως Σωστή Αποφασιστικότητα, αλλά αυτό είναι ανεπαρκές. Όπως είδαμε, σε
σχέση με το πρώτο μέρος του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού, σάμυακ σημαίνει ολόκληρο,
τέλειο, ακέραιο, ολοκληρωμένο. Οι μεταφραστές συνήθως αποδίδουν το σαμκάλπα ως σκέψη,
πρόθεση, σκοπό, ή σχέδιο, αλλά κανένα από αυτά δεν είναι ικανοποιητικό.
Σαμκάλπα, είναι μία λέξη που υπάρχει στην ίδια μορφή στις σύγχρονες ινδικές γλώσσες
και σημαίνει "βούληση". Σάμυακ-σαμκάλπα δε σημαίνει απλά Σωστή Αποφασιστικότητα. Είναι
πιο κοντά στη έννοια της Τέλειας Βούλησης ή του Ακέραιου Συναισθήματος και συμβολίζει
την εναρμόνιση της βουλητικής και συναισθηματικής πλευράς του εαυτού μας με την
Τέλεια Θέαση, τη θέαση της αληθινής φύσης της ύπαρξης.
Είδαμε ότι το Ευγενές Οκταπλό Μονοπάτι αποτελείται από δύο μέρη, το Μονοπάτι της
Θέασης και το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης. Το Μονοπάτι της Θέασης αντιστοιχεί στο πρώτο
στάδιο του Οκταπλού Μονοπατιού, την Τέλεια Θέαση, ενώ το Μονοπάτι της Μεταμόρφωσης
αντιστοιχεί στα υπόλοιπα στάδια. Έτσι το Τέλειο Συναίσθημα είναι το πρώτο στάδιο του
Μονοπατιού της Μεταμόρφωσης, και αντιπροσωπεύει τη μεταστοιχείωση της
συναισθηματικής μας φύσης σε συμφωνία με την Τέλεια Θέαση. Κατά κάποιο τρόπο το Τέλειο
Συναίσθημα λειτουργεί ως μεσάζοντας μεταξύ της Τέλειας Θέασης και των τελευταίων έξι
σταδίων του Μονοπατιού, γιατί είναι αδύνατο ν' ακολουθήσουμε το Μονοπάτι -είναι
αδύνατο να ασκηθούμε στη Σωστή Ομιλία, στη Σωστή Συμπεριφορά κ.τ.λ.- αν δεν έχουμε πρώτα
μεταστοιχειώσει ολόκληρη τη συναισθηματική μας φύση και διαμέσου αυτής της
μεταστοιχείωσης να εκλυθεί αρκετή ενέργεια για τα υπόλοιπα στάδια του Μονοπατιού.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το πρόβλημα τής λογικής και του συναισθήματος έχει
μια τόσο κεντρική θέση στην πνευματική ζωή. Για να το πούμε απλά, δεν υπάρχει
πνευματική ζωή αν δεν συμμετέχει η καρδιά. Άσχετα με το πόσο ενεργός είναι ο εγκέφαλος
ή σε τι επίπεδο διανοητικής κατανόησης έχουμε φτάσει, αν δεν συμμετέχει η καρδιά κι αν
δεν έχουμε αρχίσει να νοιώθουμε ότι έχουμε καταλάβει -αν δε συμμετέχουν τα
συναισθήματά μας- δεν υπάρχει πνευματική ζωή με την ουσιαστική έννοια του όρου.
Τι εννοούμε όμως όταν λέμε Τέλειο Συναίσθημα; Πριν αποπειραθώ να απαντήσω σ΄ αυτή την
ερώτηση θα ήθελα πρώτα να ξεκαθαρίσω δύο πιθανές παρεξηγήσεις.
Πρώτα απ' όλα όταν λέω ότι πρέπει να χρησιμοποιούμε τα συναισθήματα στην πνευματική
ζωή, δε θα 'θελα να εννοηθεί αρνητικά. Με άλλα λόγια δε συνεπάγεται τη χρήση
χοντροκομμένων, αμετουσίωτων συναισθημάτων με άλογες ψευδοθρησκευτικές έννοιες και
συμπεριφορές. Για παράδειγμα, ας υποθέσουμε ότι κάποιος μαθαίνει πως η αίθουσα της
εκκλησίας χρησιμοποιείται για χοροεσπερίδες τις Κυριακές και εξοργίζεται που η
κυριακάτικη αργία βεβηλώνεται, με τη χρήση του ιερού χώρου για τέτοιους ανήθικους
σκοπούς. Και πάνω στην έξαψη και στην αγανάκτησή του γράφει ένα γράμμα στους Times
καταγγέλλοντας την ανηθικότητα της νέας γενιάς και προβλέποντας την πτώση του
πολιτισμού μας. Εδώ μπορεί να νομίσουμε ότι τα συναισθήματά του πηγάζουν όντως από
κάποιου είδους θρησκευτικό προβληματισμό. Αλλά αυτό δεν έχει τίποτα να κάνει με το
Τέλειο Συναίσθημα, γιατί αυτού του είδους τα συναισθήματα δεν αποτελούν έκφραση της
Τέλειας Θέασης. Απλά βασίζονται σ' ένα σωρό προκαταλήψεις και εκλογικεύσεις στο όνομα
της θρησκείας. Άλλα παραδείγματα αυτού του είδους συναισθήματος και συμπεριφοράς
βρίσκει κανείς στα διαβόητα ιδρύματα της Ιεράς Εξέτασης και των Σταυροφοριών.
Αναμφισβήτητα, τα άτομα που ήταν αναμεμειγμένα σ' αυτά διέπονταν από έντονο συναίσθημα
και ορισμένοι μπορεί να το χαρακτηρίσουν θρησκευτικό. Ωστόσο, δεν ήταν Τέλειο
Συναίσθημα με τη βουδδιστική έννοια. Αν και αδιαφιλονίκητα αυτό το συναίσθημα ήταν
συνδεδεμένο με τη θρησκεία, του έλειπε παντελώς κάθε στοιχείο Τέλειας Θέασης. Αυτό
είναι το πρώτο είδος παρεξήγησης που πρέπει να αποφεύγουμε.
Κατά δεύτερο λόγο, είναι αδύνατο να μετουσιώσει κανείς τη συναισθηματική του φύση
διαμέσου της επιρροής της διανοητικής ή λογικής του πεποίθησης. Δεν μπορούμε να
φτάσουμε σε μία κατάσταση Τέλειου Συναισθήματος διαμέσου λογικής επιχειρηματολογίας.
Είναι δυνατόν να μετουσιώσουμε ολοκληρωτικά τα αισθήματά μας μόνο διαμέσου της
Τέλειας Θέασης, η οποία είναι ένα είδος ενόρασης ή πνευματικής εμπειρίας.
Το Τέλειο Συναίσθημα αντιπροσωπεύει μια τέτοια επιρροή της Τέλειας Θέασης πάνω στη
συναισθηματική μας φύση ώστε να τη μεταμορφώσει ολοκληρωτικά. Έχει την αρνητική και τη
θετική του άποψη.
Η αρνητική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος
Η αρνητική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος αποτελείται απ' ό,τι ονομάζεται στα
σανσκριτικά ναϊσκράμυα (παλί: νεκάμα), αγιαπάντα (παλί και σανσκρ.), και αβιχίμσα (παλί
και σανσκρ.): "μη επιθυμία", "μη μίσος", και "μη σκληρότητα".
Ναϊσκράμυα σημαίνει μη επιθυμία, αυταπάρνηση, αποποίηση ή προσφορά. Αποτελεί ένα πολύ
σημαντικό μέρος του Τέλειου Συναισθήματος. Όπως είδαμε, το Τέλειο Συναίσθημα
ακολουθεί την Τέλεια Θέαση - θέαση της αληθινής φύσης των πραγμάτων ή της φύσης της
ύπαρξης. Ένα από τα χαρακτηριστικά της Τέλειας Θέασης είναι η ικανότητα να διακρίνει
το ανικανοποίητο που χαρακτηρίζει την εξαρτημένη ύπαρξη ή τη ζωή όπως τη βιώνουμε
συνήθως. Αυτό το είδος ενόρασης πρέπει από μόνο του να έχει κάποια πρακτικά
αποτελέσματα. Αυτό το πρακτικό αποτέλεσμα είναι η ναϊσκράμυα ή μη επιθυμία.
Αντιπροσωπεύει τη μείωση της νευρωτικής επιθυμίας που είναι αποτέλεσμα της θέασής μας
στην αληθινή φύση των εξαρτημένων πραγμάτων. Συνειδητοποιούμε την ανεπάρκειά τους και
έτσι προσκολλούμαστε λιγότερο και τα αναζητούμε λιγότερο. Η συνήθως σπασμωδική
προσκόλλησή μας στα εγκόσμια αρχίζει να χαλαρώνει.
Καθώς η νευρωτική επιθυμία είναι η βασική επιβλαβής ψυχική κατάσταση, θα έπρεπε να
ελέγξουμε τον εαυτό μας θέτοντάς του το εξής ερώτημα: "Από τότε που άρχισα να παίρνω το
βουδδισμό στα σοβαρά, πόσα πράγματα απαρνήθηκα;" Αν έχουμε αναπτύξει την ενόρασή μας,
αν έχουμε πειστεί όχι μόνο διανοητικά αλλά πνευματικά ότι τα εγκόσμια δεν είναι πλήρως
ικανοποιητικά, τότε η προσκόλλησή μας σ' αυτά πρέπει να έχει χαλαρώσει. Ο βουδδισμός
πρέπει να έχει αλλάξει τη ζωή μας. Δεν πρέπει να κάνουμε ό,τι κάναμε και πριν. Αν η ζωή
μας δεν έχει αλλάξει σημαίνει ότι δεν είχαμε ούτε καν μια φευγαλέα και ατελή ματιά της
Τέλειας Θέασης, και ότι το μέχρι τώρα ενδιαφέρον μας, αν και μπορεί να είναι γνήσιο, δεν
είναι τίποτε άλλο παρά διανοητικό, θεωρητικό, ή ακόμα και ακαδημαϊκό.
Δεν υπάρχει ένας καθολικός τρόπος αυταπάρνησης. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πει ότι
αν κάποιος δεν απαρνήθηκε το άλφα ή το βήτα τότε δεν έχει Τέλεια Θέαση και επομένως δεν
αξίζει να θεωρείται βουδδιστής. Διαφορετικά άτομα θα απαρνηθούν διαφορετικά πράγματα
με διαφορετική σειρά αλλά το τελικό αποτέλεσμα πρέπει να είναι το ίδιο: να κάνουν τη
ζωή τους πιο απλή και πιο λιτή. Οι πιο πολλοί από μας έχουμε ένα σωρό πράγματα που στην
ουσία δεν χρειαζόμαστε. Αν εδώ και τώρα μας έλεγαν να πάρουμε χαρτί και μολύβι και να
γράψουμε όλα τα πράγματα που δεν χρειαζόμαστε θα καταλήγαμε με μια ιδιαίτερα μεγάλη
λίστα. Αλλά θα μας έπαιρνε πολύ καιρό να πάρουμε την απόφαση να ζήσουμε χωρίς αυτά.
Μερικές φορές το βλέπουμε σαν θυσία και μ' ένα σφίξιμο στο στομάχι αποφασίζουμε να
απαρνηθούμε κάτι. Τα πράγματα όμως δεν πρέπει να είναι έτσι. Στο βουδδισμό δεν υπάρχει
η έννοια της "απάρνησης" με αυτό τον τρόπο. Σύμφωνα με το βουδδισμό αυτό που απαιτείται
από μας δεν είναι να απαρνηθούμε αλλά να εξελιχθούμε. Για τον ενήλικα, το να
εγκαταλείψει τα παιδικά παιχνίδια δεν αποτελεί θυσία. Και με τον ίδιο τρόπο δεν πρέπει
να αποτελεί θυσία για το πνευματικά ώριμο άτομο ή τουλάχιστον το άτομο που προσεγγίζει
μία πνευματική ωριμότητα, να εγκαταλείψει τα παιχνίδια που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι
για τη διασκέδασή τους. Δεν προτείνω να κάνουμε κάτι τέτοιο μ' ένα δραματικό ή βίαιο
τρόπο, σαν το συμβάν που άκουσα στο ραδιόφωνο για ένα κύριο που ανέβηκε στον πύργο του
Άιφελ και έριξε την τηλεόρασή του κάτω. (Διαμαρτυρόταν κατά της ποιότητας των γαλλικών
προγραμμάτων και η πράξη του τουλάχιστον έδειξε ένα βαθμό έλλειψης προσκόλλησης στη
συσκευή του!) Αυτό που προσπαθώ να μεταδώσω είναι ότι αν αντιλαμβανόμαστε ως ένα βαθμό
την πραγματική φύση της ύπαρξης και έχουμε καταφέρει σε κάποιο επίπεδο να δούμε την
ανεπάρκεια των υλικών, εγκόσμιων αγαθών, τότε η προσκόλλησή μας σ' αυτά πρέπει να έχει
χαλαρώσει και θα πρέπει να είμαστε πρόθυμοι και ευτυχείς να απαρνηθούμε τουλάχιστον
κάποια από αυτά - κάτι σαν να έχουμε μόνον ένα αμάξι!
Αβυαπάντα ή μη μίσος
Αβυαπάντα είναι το αντίθετο του βυαπάντα που κυριολεκτικά σημαίνει "κάνω κακό", και
κατ' επέκταση "μίσος". Το μίσος, όπως ήδη είπαμε, σχετίζεται άμεσα με την επιθυμία. Πολύ
συχνά βλέπουμε ότι το μίσος ή ο ανταγωνισμός κρύβει μία ανεκπλήρωτη επιθυμία. Και αυτό
είναι ολοφάνερο στη συμπεριφορά των παιδιών. Αν δε δώσουμε σ' ένα παιδί κάτι που
επιθυμεί σφοδρά, τότε θα εκνευριστεί και θα βάλει τις φωνές. Οι ενήλικες συνήθως δε
συμπεριφέρονται έτσι. Οι αντιδράσεις τους σπανίως είναι τόσο απλές και ξεκάθαρες
γιατί οι επιθυμίες τους είναι πολύ πιο πολύπλοκες. Δε διψάνε απλά για υλικά αγαθά αλλά
για επιτυχία, αναγνώριση, έπαινο και τρυφερότητα. Όταν τους αρνιούνται αυτά τα
πράγματα, ιδίως όταν αυτό συμβαίνει κατ' επανάληψη, τότε απογοητεύονται. Και αυτό έχει
ως αποτέλεσμα να δημιουργείται σε πολλούς μία πικρία που εκφράζεται με συνεχή κριτική
προς τους άλλους, παράπονα, γκρίνια και ένα σωρό άλλες αρνητικές εκδηλώσεις. Αλλά με τη
μείωση της νευρωτικής επιθυμίας και τη χαλάρωση της προσκόλλησης, τουλάχιστον σε
κάποια υλικά αγαθά, μειώνεται και το μίσος γιατί η πιθανότητα απογοήτευσης έχει
σταδιακά ελαττωθεί. Έτσι λοιπόν, άλλο ένα ερώτημα που πρέπει να θέτουμε στον εαυτό μας
είναι το εξής: "Από τότε που άρχισα να παίρνω το βουδδισμό στα σοβαρά, κατάφερα
τουλάχιστον να συγκρατώ τα νεύρα μου;". Αν ακόμα και σ' ένα βουδδιστικό κύκλο συμβαίνουν
μικροτσακωμοί και μικροπαρεξηγήσεις σημαίνει ότι τουλάχιστον κάποια άτομα δε βάζουν
το βουδδισμό τους στην πράξη: ότι δε διαθέτουν ούτε Τέλεια Θέαση ούτε Τέλειο
Συναίσθημα.
Αβιχίμσα ή μη σκληρότητα
Χίμσα σημαίνει βία ή κακό και βιχίμσα -το αντίθετο της οποίας είναι η αβιχίμσα-
σημαίνει υστερόβουλη επιβολή πόνου ή δυστυχίας. Η βιχίμσα είναι πολύ δυνατή λέξη στα
σανσκριτικά και στα παλί, και μεταφράζεται καλύτερα ως "σκληρότητα". Η σύνδεσή της με το
μίσος είναι εμφανής, αλλά δηλώνει κάτι πολύ χειρότερο από το απλό μίσος γιατί υπονοεί
μία τάση επιβολής πόνου δίχως συγκεκριμένο λόγο ή ένα αίσθημα ευχαρίστησης στο να
επιφέρει κανείς πόνο. Στη βουδδιστική σχολή της Μαχαγιάνας, η σκληρότητα με αυτή την
έννοια θεωρείται το μεγαλύτερο από τα μείζονα αμαρτήματα που μπορεί να διαπράξει
κανείς. Συχνά, ωστόσο, ειδικά στην περίπτωση των παιδιών, η σκληρότητα οφείλεται απλά
σε άγνοια και απερισκεψία. Μπορεί να είναι δύσκολο για ένα παιδί να καταλάβει ότι άλλες
μορφές ζωής μπορούν να αισθανθούν πόνο. Γι' αυτό το λόγο είναι σημαντικό αυτοί που
έχουν επαφή με παιδιά, είτε ως γονείς είτε ως εκπαιδευτικοί, να προσπαθήσουν να τους
μεταδώσουν μια ευαισθησία στο γεγονός ότι όλα τ' άλλα αισθανόμενα όντα είναι εξίσου
ζωντανά με αυτά, και θα πονέσουν αν, λόγου χάρη, βάλεις το δάχτυλο σου στο μάτι τους ή τα
καρφιτσώσεις σ' ένα ευαίσθητο σημείο. Είναι δύσκολο για τα παιδιά να το καταλάβουν αυτό
κι αν δούνε ένα ζώο που μόλις κλώτσησαν να κυλιέται και να ουρλιάζει μπορεί απλά να
τους φανεί αστείο καθώς δεν έχουν συνείδηση του πόνου που προξένησαν.
Ένα συμβάν από την ζωή του Βούδδα σχολιάζει αυτό το πρόβλημα. Μια φορά, όταν ο Βούδδας
πήγαινε να ζητήσει ελεημοσύνη, βρήκε μία συμμορία από αγόρια να βασανίζουν ένα κοράκι
που είχε σπάσει το φτερό του και να το διασκεδάζουν όπως συχνά διασκεδάζουν με τέτοια
πράγματα τα αγόρια. Ο Βούδδας σταμάτησε και τα ρώτησε: "Αν σας χτυπήσουν θα πονέσετε;"
"Ναι", του απάντησαν. Ο Βούδδας συνέχισε, "έτσι γίνεται και με το κοράκι, αν το χτυπήσεις
θα πονέσει. Όταν ξέρετε πόσο δυσάρεστο είναι το συναίσθημα του πόνου, γιατί το
προξενείτε σ' ένα άλλο πλάσμα που υποφέρει εξίσου με σας;". Ένα τέτοιο απλό μάθημα τα
παιδιά μπορούν να καταλάβουν και να ακολουθήσουν, πρέπει όμως να τους δοθεί σε μικρή
ηλικία, γιατί αν μια τέτοια συμπεριφορά δεν αντιμετωπιστεί εγκαίρως μπορεί να
χειροτερεύσει βαθμηδόν σε τέτοιο σημείο ώστε να καταλήξει σε φρικαλεότητες.
Τα χαρακτικά του Χόγκαρθ16 με τα "Τέσσερα Στάδια της Σκληρότητας" απεικονίζουν την εξής
τρομακτική πραγματικότητα: στο πρώτο δείχνει το νεαρό Τομ Νέρο μαζί με τους φίλους του
να βασανίζει ένα σκύλο· στο δεύτερο, ενήλικας πλέον, ο Τομ μαστιγώνει ένα άλογο μέχρι
θανάτου· στο τρίτο πιάνεται επ' αυτοφώρω ενώ διαπράττει φόνο· τέλος, στο τέταρτο, το
κουφάρι του, αφού κρεμάστηκε, τεμαχίζεται από μία ομάδα χειρουργών. Δε θα 'πρεπε ν'
αψηφούμε τη σχέση μεταξύ αυτών των σταδίων. Όταν βλέπουμε ένα παιδί να βασανίζει ένα
ζώο δε θα 'πρεπε να σκεφτόμαστε ότι "παιδί είναι δεν πειράζει" και ότι θα του "φύγει"
μεγαλώνοντας. Θα πρέπει να του εξηγήσουμε τι ακριβώς κάνει, για ν' αποφύγουμε την
καλλιέργεια της βίας και της σκληρότητας στη γένεσή της. Ιδού, λοιπόν, άλλο ένα ερώτημα
που πρέπει να θέσουμε στον εαυτό μας: "Από τότε που άρχισα ν' ασχολούμαι με το βουδδισμό,
κατάφερα να γίνω λιγότερο σκληρός;". Και σκληρότητα, ας μην ξεχνάμε, δεν σημαίνει μόνο
σωματική σκληρότητα. Μπορεί να είναι και λεκτική. Πολλοί αρέσκονται στο να μιλάνε
απότομα, με αγένεια και σαρκασμό πράγμα που αποτελεί μία μορφή σκληρότητας που ένας
βουδδιστής, ή ένα άτομο που έχει βιώσει την Τέλεια Θέαση και το Τέλειο Συναίσθημα, θα
έβρισκε δύσκολο να διαπράξει.
Για τον ίδιο λόγο θα πρέπει να είναι αδύνατο για ένα βουδδιστή να συμμετέχει σε
αιματηρά σπορ. Μπορεί να μου πείτε ότι γνωρίζετε το Αμπιντάρμα σας πολύ καλά, αλλά αν
την ίδια στιγμή λαμβάνετε μέρος σε αιματηρά σπορ κάθε Κυριακή δε θα λάβω αυτή σας τη
γνώση ιδιαίτερα στα σοβαρά. Αυτή βέβαια είναι μια ακραία περίπτωση. Οι πιο πολλοί
σήμερα δεν ασχολούνται με τέτοια σπορ, αν και μερικοί δυστυχώς όχι μόνο συνεχίζουν να
το κάνουν, αλλά επίσης υπεραμύνονται αυτού του δικαιώματός τους. Όμως, από μία
βουδδιστική οπτική γωνία -από την οπτική γωνία της Τέλειας Θέασης και του Τέλειου
Συναισθήματος- τα αιματηρά σπορ είναι κάτι το απαράδεκτο, λόγω της κατάφωρης και άνευ
λόγου σκληρότητας που τα χαρακτηρίζει.
Το ερώτημα της σκληρότητας μάς φέρνει στο ερώτημα της χορτοφαγίας. Πολλοί νοιώθουν
ανίκανοι να φάνε ψάρι ή κρέας γιατί αυτό τους έκανε συνεργούς σε πράξεις ψυχρής και
εσκεμμένης σκληρότητας. Αν και δεν υπάρχει ένας απόλυτος κανόνας που λέει ότι για να
είναι κανείς βουδδιστής πρέπει να είναι χορτοφάγος, ωστόσο ένας ειλικρινής βουδδιστής
-ένα άτομο που προσπαθεί ν' ακολουθήσει το Οκταπλό Μονοπάτι, το οποίο έχει βιώσει ως ένα
βαθμό την Τέλεια Θέαση και το Τέλειο Συναίσθημα έχει αρχίσει να ξυπνάει μέσα του-
αναμφισβήτητα θα κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Ο λόγος για τον οποίο συμβαίνει
κάτι τέτοιο είναι ότι καθώς κανείς προχωράει στο πνευματικό μονοπάτι γίνεται ολοένα
και πιο ευαίσθητος, έτσι φτάνει σ' ένα σημείο όπου πράγματα όπως το να μη θέλει να τρώει
κρέας συμβαίνουν αυθόρμητα.
Η θετική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος
Η θετική άποψη του Τέλειου Συναισθήματος αποτελείται από μία σειρά αλληλένδετων υγιών
συναισθημάτων. Αυτά συμπεριλαμβάνουν τη θετική άποψη της αυταπάρνησης, του μη μίσους
και της μη σκληρότητας, γνωστά στα σανσκριτικά ως ντάνα, μάιτρι (παλί: μέττα), και
καρούνα, δηλαδή προσφορά, αγάπη και συμπόνια. Επίσης συμπεριλαμβάνονται η μουντίτα ή
ενσυναισθητική χαρά, ουπέκσα (παλί: ουπέκκα) ή ηρεμία και σράντα (παλί: σάντα) ή πίστη
και αφοσίωση. Η μάιτρι, καρούνα, μουντίτα και ουπέκσα είναι συλλογικά γνωστές ως οι
μπράχμα βιχάρας ή "υψηλές καταστάσεις".
Ντάνα ή προσφορά
Κατά κάποιο τρόπο η ντάνα ή προσφορά είναι η βασική βουδδιστική αρετή χωρίς την οποία
δεν μπορεί κανείς να ονομάζεται βουδδιστής. Ντάνα δεν είναι τόσο η πράξη καθαυτή του να
δίνει κανείς, αλλά μάλλον η διάθεση τού να θέλει να δώσει και να μοιραστεί ότι έχει με
τους άλλους. Αυτό το αίσθημα τού να θέλει κανείς να δώσει ή να μοιραστεί είναι συχνά η
πρώτη εκδήλωση της πνευματικής ζωής - η πρώτη ένδειξη ότι η νευρωτική επιθυμία και η
προσκόλληση έχουν κατά κάποιο τρόπο ελαττωθεί. Η ντάνα έχει σχολιαστεί εκτενώς στα
βουδδιστικά κείμενα και πολλές διαφορετικές μορφές της έχουν απαριθμηθεί.
Κατά πρώτο λόγο έχουμε την προσφορά υλικών αγαθών ή το να μοιραζόμαστε ό,τι καλό έχουμε
με τους άλλους: φαγητό, ρουχισμό, κ.τ.λ. Για μερικούς ανθρώπους στην Ανατολή, το να
προσφέρουν κάθε μέρα κάτι υλικής φύσης αποτελεί μέρος της άσκησής τους, είτε αν είναι
φαγητό σε ένα ζητιάνο, είτε ένα μικρό χρηματικό ποσό ή απλά ένα φλιτζάνι τσάι, έτσι ώστε
κάθε μέρα κάτι να προσφέρεται ή να μοιράζεται, τουλάχιστον στο υλικό επίπεδο.
Κατά δεύτερο λόγο, έχουμε την προσφορά γνώσης, με την έννοια της προσφοράς πολιτισμού
και εκπαίδευσης. Αυτό το είδος προσφοράς πάντα θεωρούταν πολύ σημαντικό στις
βουδδιστικές χώρες. Η γνώση δεν πρέπει να περιορίζεται σ' ένα άτομο αλλά πρέπει να
μοιράζεται σε όλους. Όλοι θα έπρεπε να μπορούν να ωφεληθούν από αυτήν. Αυτό τονιζόταν
ιδιαίτερα στη βουδδιστική Ινδία γιατί η βραχμανική κάστα, η κάστα των ινδουιστών
ιερέων, πάντα προσπαθούσε να έχει μονοπώλιο στη γνώση και να κρατήσει τις άλλες σε μία
κατάσταση άγνοιας και υποτέλειας. Ο βουδδισμός πάντα τόνιζε το γεγονός ότι η γνώση,
ακόμα και η κοσμική γνώση και πολιτισμός, δε θα έπρεπε να είναι το μονοπώλιο καμιάς
κάστας ή τάξης ανθρώπων, αλλά να παρέχεται ελεύθερα σε όλη την κοινότητα.
Άλλο ένα σημαντικό είδος προσφοράς που αναφέρεται στις βουδδιστικές γραφές είναι η
προσφορά θάρρους. Αυτό μπορεί ν' ακούγεται σαν ένα περίεργο είδος "δώρου". Δεν μπορείς
να προσφέρεις θάρρος στο πιάτο ή συσκευασμένο σ' ένα πακετάκι και περιτυλιγμένο με
κορδελίτσα. Αλλά μπορείς να μοιραστείς την αυτοπεποίθησή σου με τους άλλους. Μπορείς
να εμπνεύσεις στους άλλους ένα αίσθημα αφοβίας ή ασφάλειας απλά με την παρουσία σου
και τη συμπεριφορά σου. Για το βουδδισμό αυτή η ικανότητα να καθησυχάζει κανείς τους
ανθρώπους με την παρουσία του έχει μεγάλη σημασία και αποτελεί μια σημαντικότατη
προσφορά στη ζωή της κοινότητας.
Άλλη μία μορφή ντάνα πού αναφέρεται στις βουδδιστικές γραφές είναι η προσφορά ζωής και
μέλους. Για χάρη των άλλων ή για χάρη του Ντάρμα, των Διδασκαλιών, πρέπει να είμαστε
έτοιμοι να θυσιάσουμε τα ίδια μας τα μέλη, ακόμα και την ίδια μας την ζωή. Η ντάνα, η
προσφορά ή γενναιοδωρία, μπορεί να φτάσει ως αυτό το σημείο.
Τελικά, ξεπερνώντας ακόμα και τη θυσία της ζωής υπάρχει αυτό που λέγεται στο βουδδισμό
η προσφορά του δώρου του Ντάρμα: το δώρο της ίδιας της αλήθειας, το δώρο της γνώσης ή της
κατανόησης του δρόμου προς τη Φώτιση, τη Χειραφέτηση ή τη Νιρβάνα. Το δώρο αυτού του
είδους της γνώσης ξεπερνάει όλα τα άλλα δώρα.
Αυτά είναι μερικά από τα πράγματα που μπορεί να δώσει κανείς, γεγονός που μας κάνει να
συνειδητοποιήσουμε πόσο δυναμική και εκτενής μπορεί να γίνει η άσκηση της προσφοράς.
Σύμφωνα με τη βουδδιστική διδασκαλία πρέπει να δίνουμε συνέχεια με οποιοδήποτε τρόπο
και σε οποιοδήποτε επίπεδο μας είναι δυνατόν. Στη βουδδιστική Ανατολή η ντάνα ή
προσφορά διαπερνάει και εμποτίζει κάθε πλευρά της κοινωνικής ή θρησκευτικής ζωής. Αν
πηγαίνεις σ' ένα ναό, για παράδειγμα, δεν πηγαίνεις με άδεια χέρια: παίρνεις λουλούδια,
κεριά, θυμίαμα και τα προσφέρεις. Με τον ίδιο τρόπο όταν επισκέπτεσαι ένα φίλο, ακόμα
και αν η επίσκεψη δεν είναι προγραμματισμένη, πάντα φέρνεις ένα δώρο. Όταν έμενα στην
Καλιμπόνγκ και συναναστρεφόμουν αρκετούς Θιβετιανούς, διαπίστωσα ότι αυτό ήταν
εθιμοτυπικώς επιβεβλημένο. Ένας φίλος σου δε θα τολμούσε να διανοηθεί να εμφανιστεί
στο κατώφλι σου δίχως ένα κουτί μπισκότα ή κάποιο άλλο δώρο κάτω από τη μασχάλη του.
Έτσι, το πνεύμα της προσφοράς διέπει κάθε άποψη της ζωής σε πολλές βουδδιστικές χώρες.
Αναμφισβήτητα, αυτό καταντάει κατά κάποιο τρόπο να γίνεται απλά ένα έθιμο και συχνά
δεν το κάνει κανείς με την καρδιά του. Ωστόσο, όταν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο δίνουμε
συνέχεια, αυτό δεν μπορεί παρά να έχει κάποια επιρροή πάνω μας - ακόμα κι αν το κάνουμε
γιατί έτσι πρέπει να γίνει. Το να δίνει κανείς και να μοιράζεται γίνεται μια συνήθεια,
έτσι σκεφτόμαστε λιγάκι και τους άλλους αντί να σκεφτόμαστε συνέχεια τον εαυτό μας.
Μάιτρι ή αγάπη
Η σανσκριτική λέξη μάιτρι συνδέεται ετυμολογικά με τη λέξη μίτρα, που σημαίνει φίλος.
Σύμφωνα με τα βουδδιστικά κείμενα μάιτρι είναι η αγάπη που νιώθει κανείς για κάποιον
που είναι πολύ κοντινός και αγαπητός, πολύ οικείος, για ένα φίλο, αλλά επεκτείνεται με
σκοπό να συμπεριλάβει τους πάντες. Οι αγγλικές λέξεις "φίλος" και "φιλία" αυτές τις
μέρες δε σημαίνουν και πολλά πράγματα, και η φιλία θεωρείται ως ένα ήπιο συναίσθημα.
Αλλά τα πράγματα είναι διαφορετικά στην Ανατολή όπου η μάιτρι ή φιλία θεωρείται ένα
πολύ δυνατό και θετικό συναίσθημα και συνήθως ορίζεται ως έντονη επιθυμία για το καλό
και την ευτυχία του άλλου ατόμου, όχι μόνο στο υλικό επίπεδο, αλλά και στο πνευματικό.
Οι βουδδιστικές διδασκαλίες μάς ενθαρρύνουν συνέχεια να καλλιεργήσουμε τέτοια
συναισθήματα για τους κοντινότερους φίλους μας και σταδιακά να συμπεριλάβουμε τους
πάντες. Αυτή η διάθεση συνοψίζεται στη φράση "Sabbe satta sukhi hontu" (παλί) ή "Είθε όλα τα όντα να
είναι ευτυχισμένα!" που εκφράζει επακριβώς την εγκάρδια επιθυμία όλων των βουδδιστών.
Αλλά αν τρέφουμε αυτή την εγκάρδια επιθυμία -όχι απλά την ιδέα του συναισθήματος αλλά
το καθεαυτό συναίσθημα- τότε διαθέτουμε μάιτρι.
Στο βουδδισμό η ανάπτυξη της μάιτρι δεν αφήνεται στην τύχη. Μερικοί πιστεύουν ότι ή
νιώθει κανείς αγάπη για τους άλλους ή δε νιώθει και το ότι αν δεν νοιώθει τότε τόσο το
χειρότερο γιατί δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να τ' αλλάξει. Στο βουδδισμό υπάρχουν
συγκεκριμένες πρακτικές, συγκεκριμένες ασκήσεις, για την καλλιέργεια της μάιτρι ή της
αγάπης - αυτό που ονομάζουμε μάιτρι-μπάβανα (παλί: μέττα μπάβανα). Αυτές οι πρακτικές
όμως κάθε άλλο παρά εύκολες είναι. Δε θα είναι εύκολο ν' αναπτύξουμε την αγάπη, αλλά αν
επιμείνουμε και επιτύχουμε τότε η εμπειρία θα μας επιβραβεύσει για τις προσπάθειές
μας.
Καρούνα ή συμπόνια
Είναι φυσικό η συμπόνια να συνδέεται στενά με την αγάπη. Η αγάπη μεταμορφώνεται σε
συμπόνια όταν βρεθεί αντιμέτωπη με τη δυστυχία ενός ατόμου που αγαπάμε. Αν αγαπάμε
κάποιον και τον δούμε να υποφέρει, αυτόματα η αγάπη μας θα μεταμορφωθεί σ' ένα έντονο
συναίσθημα συμπόνιας. Σύμφωνα με το βουδδισμό η καρούνα ή συμπόνια είναι το πιο
πνευματικό απ' όλα τα συναισθήματα, και είναι επίσης το κατ' εξοχήν συναίσθημα που
χαρακτηρίζει τους Βούδδες και τους Μποντισάττβες. Ωστόσο, ορισμένοι Μποντισάττβες
ενσαρκώνουν τη συμπόνια περισσότερο από τους άλλους: για παράδειγμα ο Αβαλοκιτεσβάρα,
"ο Προσβλέπων Κύριος (που κοιτάει με συμπόνια)", είναι ανάμεσα στους Μποντισάττβες η
βασική "ενσάρκωση" ή το αρχέτυπο της συμπόνιας. Υπάρχουν διάφορες απεικονίσεις του
Αβαλοκιτεσβάρα. Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες είναι αυτή που έχει έντεκα κεφάλια και
χίλια χέρια, που αν και μπορεί να μας φανεί περίεργη, είναι ιδιαίτερα εκφραστική. Τα
έντεκα κεφάλια συμβολίζουν το γεγονός ότι η συμπόνια ατενίζει προς τα έντεκα σημεία
του ορίζοντα -δηλαδή σε όλες τις δυνατές κατευθύνσεις- ενώ τα χίλια χέρια συμβολίζουν
την ατέρμονη συμπονετική δραστηριότητα.
Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία σχετικά με τη γέννηση της συγκεκριμένης εικόνας, μία
ιστορία που δεν ανήκει απλά στη "μυθολογία", αλλά βασίζεται πάνω στα γεγονότα της
πνευματικής ψυχολογίας. Μια φορά κι ένα καιρό, λέγεται ότι ο Αβαλοκιτεσβάρα
συλλογιζόταν τα βάσανα των έμβιων όντων. Καθώς κοίταξε έξω στον κόσμο, είδε τους
ανθρώπους να υποφέρουν με τόσους πολλούς τρόπους: μερικοί πέθαιναν πρόωρα λόγω φωτιάς,
ναυαγίου, ή εκτέλεσης, άλλοι υπέφεραν τις οδύνες του πένθους, της απώλειας, της
αρρώστιας, της πείνας και της δίψας. Τότε, μέσα στην καρδιά του γεννήθηκε ένα τόσο
αφόρητο και φοβερό αίσθημα συμπόνιας, που έκανε το κεφάλι του να σπάσει σε έντεκα
κομμάτια. Αυτά έγιναν τα έντεκα κεφάλια που θα κοιτούσαν στα έντεκα σημεία του
ορίζοντα και χίλια χέρια εμφανίστηκαν για να βοηθήσουν όλους αυτούς που υπέφεραν.
Έτσι, αυτή η πολύ όμορφη ιδέα του Αβαλοκιτεσβάρα με τα έντεκα κεφάλια και τα χίλια
χέρια, αποτελεί μία απόπειρα έκφρασης της ουσίας της συμπόνιας, δείχνοντας πώς
αισθάνεται μία συμπονετική καρδιά για τα βάσανα και τη δυστυχία του κόσμου.
Άλλη μία εικόνα Μποντισάττβα που ενσαρκώνει τη συμπόνια, αυτή τη φορά με θηλυκή μορφή,
είναι η Τάρα, της οποίας το όνομα σημαίνει "λυτρωτής" ή "αστέρι". Υπάρχει μια πολύ όμορφη
ιστορία που περιγράφει πώς γεννήθηκε η Τάρα μέσα από τα δάκρυα του Αβαλοκιτεσβάρα
καθώς αυτός θρηνούσε για τα βάσανα και τις κακουχίες του κόσμου.
Μπορεί να δούμε αυτούς τους μύθους σαν απλές ιστοριούλες και οι πιο διανοούμενοι
μπορεί ακόμα να γελάσουν μ' αυτές. Αλλά δεν είναι απλές ιστορίες - δεν είναι καν
ερμηνευτικές ιστορίες. Διέπονται από μία βαθιά, αληθινή, συμβολική, ακόμα και
αρχετυπική σημασία, και αντιπροσωπεύουν την ενσάρκωση της φύσης της συμπόνιας σε μία
συγκεκριμένη μορφή.
Στη βουδδιστική Σχολή της Μαχαγιάνας, δηλαδή στις διδασκαλίες της "Μεγάλης Οδού", η
συμπόνια θεωρείται το πιο σημαντικό συναίσθημα. Όντως, σε μία από τις Σούτρες τις
Μαχαγιάνας, ο Βούδδας παρουσιάζεται να υποστηρίζει ότι ο Μποντισάττβας -αυτός δηλαδή
που φιλοδοξεί να γίνει Βούδδας- δε χρειάζεται να διδαχτεί πολλά πράγματα. Αν διδαχτεί
μόνο τη συμπόνια και την ενσωματώσει αυτό θα είναι υπεραρκετό. Δε χρειάζεται να
γνωρίζει για την αλληλοεξαρτώμενη καταγωγή, τη Μαντυαμίκα, τη Γιογκατσάρα ή το
Αμπιντάρμα - ούτε καν για το Οκταπλό Μονοπάτι. Αν ο μποντισάττβας είναι εξοικειωμένος
μόνο με τη συμπόνια, αν η καρδιά του είναι γεμάτη μόνο από συμπόνια, τότε αυτό αρκεί. Σε
άλλα κείμενα ο Βούδδας λέει ότι αν κανείς έχει μόνο συμπόνια για τα βάσανα των άλλων
έμβιων όντων τότε, με τον καιρό, όλες οι άλλες οι πνευματικές αρετές, όλα τα υπόλοιπα
πνευματικά επιτεύγματα, ακόμα και η ίδια η Φώτιση, θ' ακολουθήσουν.
Μια πολύ συγκινητική ιστορία από την Ιαπωνία δείχνει τη σημασία της συμπόνιας. Κάποτε
ζούσε ένας πολύ σπάταλος νεαρός. Αφού ξόδεψε μέχρι και την τελευταία του δεκάρα
γλεντοκοπώντας, έφτασε στο σημείο να μην έχει μείνει τίποτα που να μην τον αηδιάζει,
συμπεριλαμβανομένου και του εαυτού του. Τότε, αποφάσισε ότι δεν του έμενε τίποτε άλλο
να κάνει παρά να πάει σ' ένα Ζεν μοναστήρι και να γίνει μοναχός. Αυτή ήταν η τελευταία
του ελπίδα. Δεν ήθελε στ' αλήθεια να γίνει μοναχός, απλά δεν του είχε απομείνει τίποτε
άλλο. Έτσι πήγε στο μοναστήρι και υποθέτω πως έμεινε γονατιστός για τρεις μέρες έξω στο
χιόνι, όπως έχει το εθιμοτυπικό για τους επίδοξους μοναχούς. Τελικά ο ηγούμενος, ένας
γεροπαράξενος, συμφώνησε να τον δει. Άκουσε προσεχτικά ό,τι είχε να του πει ο νεαρός,
δίχως ο ίδιος να λέει πολλά, και αφού τελείωσε, του έθεσε το εξής ερώτημα: "Χμ, λοιπόν...
είσαι καλός σε κάτι, οτιδήποτε;". Ο νεαρός συλλογίστηκε για λίγο και του αποκρίθηκε,
"Ναι, κάτι ξέρω από σκάκι". Τότε ο ηγούμενος φώναξε τον ακόλουθό του και του ζήτησε να
καλέσει ένα συγκεκριμένο μοναχό.
Ο μοναχός έφτασε. Ήταν γέρος και είχε περάσει πολλά χρόνια στο μοναστήρι. Μετά ο
ηγούμενος είπε στον ακόλουθό του, "Φέρε μου το σπαθί μου". Ο ακόλουθος έφερε το σπαθί και
το απόθεσε δίπλα στον ηγούμενο. Τότε ο ηγούμενος απευθύνθηκε στο γέρο μοναχό και στο
νεαρό, "Τώρα θα παίξετε μια παρτίδα σκάκι. Όποιος χάσει θα του κόψω το κεφάλι μ' αυτό το
σπαθί!". Τον κοίταξαν καλά και κατάλαβαν ότι το εννοούσε. Έτσι ο νεαρός έκανε την πρώτη
κίνηση. Ο γέρος, που δεν ήταν και κακός παίχτης, έκανε τη δική του. Ο νεαρός έκανε την
επόμενη κίνηση. Ο γέρος ανταπέδωσε. Μετά από λίγο ο νεαρός άρχισε να λούζεται στον
ιδρώτα. Έτσι αποφάσισε να συγκεντρωθεί όσο μπορούσε, τα έδωσε όλα στο παιχνίδι και
κατάφερε να αντεπιτεθεί επιτυχώς στις απειλητικές κινήσεις του μοναχού. Τότε ανάσανε
με ανακούφιση, "Α, το παιχνίδι δεν πάει και πολύ άσχημα!". Αλλά ακριβώς εκείνη τη στιγμή,
όταν ήταν σίγουρος ότι θα νικήσει, σήκωσε το κεφάλι του και πρόσεξε το πρόσωπο του
γέρου μοναχού. Όπως είπα, ήταν γέρος και είχε περάσει πολλά χρόνια στο μοναστήρι - ίσως
είκοσι, ίσως τριάντα ή ακόμη και σαράντα. Είχε υποφέρει πολύ στη ζωή του και είχε ζήσει
με μεγάλη αυταπάρνηση και λιτότητα. Είχε ασκηθεί πολύ στο διαλογισμό. Το πρόσωπο του
ήταν αδύνατο, φαγωμένο και ασκητικό.
Ο νεαρός ξαφνικά σκέφτηκε, "Υπήρξα τέτοιος χαραμοφάης! Δεν βοήθησα κανέναν στη ζωή μου.
Και αυτός ο μοναχός που έζησε μια τόσο άγια ζωή τώρα θα πρέπει να πεθάνει". Έτσι τον
συνεπήρε ένα κύμα συμπόνιας. Ένιωσε φοβερή λύπη για το γέρο μοναχό, που καθόταν εκεί
αδιαμαρτύρητα και συνέχιζε να παίζει, σύμφωνα με τις διαταγές του ηγουμένου, και όπου
να 'ναι θα έχανε και θα έπρεπε να πεθάνει. Μια φοβερή συμπόνια πλημμύρισε την καρδιά του
και σκέφτηκε, "Δεν μπορώ να το επιτρέψω αυτό". Έτσι έκανε επίτηδες μια λάθος κίνηση. Ο
μοναχός έκανε τη δική του. Μετά, ο νεαρός έκανε επίτηδες άλλη μία λάθος κίνηση και ήταν
εμφανές ότι έχανε και ότι θα του ήταν αδύνατο να ξαναπάρει τα ηνία του παιχνιδιού. Τότε,
ξαφνικά, ο ηγούμενος χάλασε την σκακιέρα και είπε: "Κανείς δεν κέρδισε και κανείς δεν
έχασε". Μετά απευθύνθηκε στο νεαρό λέγοντάς του: "Έμαθες δύο πράγματα σήμερα: την
αυτοσυγκέντρωση και τη συμπόνια. Και αφού έμαθες τη συμπόνια - αυτό μου αρκεί!".
Όπως και οι Σούτρες της Μαχαγιάνας, το δίδαγμα της ιστορίας είναι ότι η συμπόνια είναι
απαραίτητη. Ενώ ο νεαρός είχε ζήσει μια τόσο άσωτη και αμαρτωλή ζωή μπορούσε ακόμα να
νιώθει συμπόνια. Αυτό σήμαινε ότι υπήρχε ακόμα ελπίδα γι' αυτόν. Ήταν πρόθυμος να
θυσιάσει τη δικιά του ζωή για χάρη του μοναχού, πράγμα που σημαίνει ότι κρυβόταν μια
πολύ μεγάλη συμπόνια στο βάθος της καρδιάς αυτού του κατά τα φαινόμενα ανάξιου νεαρού.
Ο ηγούμενος κατάφερε να διακρίνει αυτήν τη δυνατότητα και σκέφτηκε: "Εδώ έχουμε έναν
εκκολαπτόμενο Μποντισάττβα", και έπραξε αναλόγως.
Μουντίτα ή Ενσυναισθητική Χαρά
Μουντίτα ή Ενσυναισθητική Χαρά, είναι η ευτυχία που νιώθουμε για την ευτυχία των άλλων.
Αν δούμε κάποιον άλλο να είναι ευτυχισμένος πρέπει και εμείς να νιώθουμε ευτυχισμένοι,
αλλά δυστυχώς τα πράγματα δε συμβαίνουν πάντα έτσι. Ένας κυνικός κάποτε είπε ότι
νοιώθουμε μία κρυφή ικανοποίηση για τις ατυχίες των φίλων μας. Δυστυχώς, αυτό είναι
συχνά αληθές. Την επόμενη φορά που κάποιος σας λέει για κάτι στραβό που του έτυχε,
προσέξτε την αντίδρασή σας. Θα προσέξετε, αν και μόνο για μία στιγμή, ένα ανασκίρτημα
ικανοποίησης - μετά από αυτό βέβαια η επιβαλλόμενη αντίδραση θα συγκαλύψει την αρχική,
την αληθινή αντίδραση. Αυτή η κρυφή χαρά για τις ατυχίες των άλλων μπορεί να εξαλειφθεί
με τη βοήθεια της επίγνωσης καθώς και με μία συνειδητή προσπάθεια να μοιραστεί κανείς
την ευτυχία των άλλων.
Μπορούμε να πούμε ότι χαρά είναι ένα κατ' εξοχήν βουδδιστικό συναίσθημα. Αν δεν είσαι
χαρούμενος και ευτυχισμένος, τουλάχιστον ορισμένες φορές, τότε δεν μπορείς να
αυτοαποκαλείσαι βουδδιστής. Στην Ανατολή -αν και μπορεί αυτό να σας φανεί περίεργο- η
θρησκεία δεν έχει τίποτα να κάνει με τη ζοφερότητα. Στην Αγγλία, τουλάχιστον στο
παρελθόν, υπήρχε μια τάση να ταυτίζει κανείς τη θρησκεία με τη ζοφερότητα. Ο κόσμος
νόμιζε ότι όσο πιο σοβαρός, πιο βαρύς και κατηφής φαινόσουν τόσο πιο θρήσκος ήσουνα. Αν
ήσουν γεμάτος χαρά και ζωή, ειδικά τις Κυριακές, ήταν ξεκάθαρο ότι ήσουν άθεος, ασεβής
και βέβηλος. Αυτό μπορεί να ακούγεται σαν υπερβολή, αλλά μου είπαν ότι τον παλιό καιρό
στη Σκωτία υπήρχε ένας νόμος σύμφωνα με τον οποίο θα μπορούσαν να σου κάνουν μήνυση αν
γελούσες την Κυριακή!
Δυστυχώς, ακόμα και ο βουδδισμός έχει επηρεαστεί από τέτοιες τάσεις στη Βρετανία,
ιδίως στο παρελθόν. Θυμάμαι την πρώτη φορά που παρευρέθηκα σ' έναν εορτασμό του Βέσακ,
στο Λονδίνο, είχα σοκαριστεί. Ο κόσμος φαινόταν σαν να είχε έρθει σε κηδεία - πιθανότατα
των γονιών του! Όταν κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου έκανα κάποια αστεία μερικά άτομα
από το κοινό φάνηκαν να ξαφνιάζονται. Μερικοί αποπειράθηκαν να χαμογελάσουν, ακόμα και
να γελάσουν, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι δεν ήταν συνηθισμένοι σ' αυτού του είδους τη
συμπεριφορά. Κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου έφτασα στο σημείο να πω, "αυτό είναι πολύ
περίεργο! Γιόρτασα το Βέσακ σε όλο το βουδδιστικό κόσμο, από την Κεϋλάνη, τη Σιγκαπούρη,
την Καλιμπόνγκ μέχρι τη Βομβάη, με Θιβετιανούς, Σικιμαίους, Σριλανκανούς, Μπουρμέζους,
Κινέζους, Γιαπωνέζους και Ταϋλανδούς και πάντα ήταν χαρούμενοι αυτή τη μέρα. Αλλά εδώ
φαίνονται όλοι τόσο θλιμμένοι λες και δε χαίρονται που ο Βούδδας έφτασε στη Φώτιση!"
Αυτό συνέβη το 1965, και τα πράγματα σίγουρα άλλαξαν προς το καλύτερο από τότε.
Τουλάχιστον οι βουδδιστές δε συνεχίζουν να εορτάζουν το Βέσακ σαν να ήτανε ημέρα
μαρτυρίας αλλά σαν ευκαιρία για αγαλλίαση. Πράγματι, το βρετανικό βουδδιστικό κίνημα
στο σύνολό του παρουσιάζει σήμερα μια πολύ πιο εύχαρη και ζωηρή εικόνα.
Ουπέκσα ή αταραξία
Ουπέκσα σημαίνει ηρεμία ή ακόμα πιο απλά, ησυχία. Συνήθως εκλαμβάνουμε την ησυχία ως
κάτι το αρνητικό, ως την απουσία θορύβου ή ενοχλήσεων, όπως στη φράση, "αφήστε με στην
ησυχία μου". Τουναντίον, η ησυχία είναι κάτι το πολύ θετικό. Όντως, δεν είναι λιγότερο
θετική από την αγάπη, τη συμπόνια ή τη χαρά - μάλλον θετικότερη σύμφωνα με τη
βουδδιστική παράδοση. Ουπέκσα δε σημαίνει απλά η απουσία κάτι άλλου, αλλά μία
ξεχωριστή διάθεση και κατάσταση. Είναι μια θετική, ζωηρή κατάσταση που βρίσκεται πιο
κοντά στην ευδαιμονία απ' ό,τι νομίζουμε. Ησυχία μ' αυτή την έννοια αποτελεί επίσης μία
σημαντική πλευρά του Τέλειου Συναισθήματος.
Σράντα ή πίστη και αφοσίωση
Η σράντα συνήθως μεταφράζεται ως πίστη αλλά δεν είναι πίστη με την έννοια της
θρησκευτικής πίστης. Είναι περισσότερο η συναισθηματική πλευρά της γενικής μας
αντίδρασης προς την αλήθεια, ιδίως της αλήθειας όπως αυτή αναπαρίσταται διαμέσου
ορισμένων συμβόλων. Στο βουδδισμό η πίστη και η αφοσίωση κατευθύνονται κυρίως προς τα
Τρία Πολύτιμα Πετράδια, ή τα Τρία Σημαντικότερα Πράγματα: το Βούδδα, το φωτισμένο
δάσκαλο· το Ντάρμα ή τη διδασκαλία που μας δείχνει το δρόμο προς τη Φώτιση· και τη
Σάνγκα, την κοινότητα των οπαδών που βρίσκονται στο δρόμο προς τη Φώτιση. Τα Πολύτιμα
Πετράδια έχουν τα ανάλογα σύμβολα. Ο Βούδδας συμβολίζεται με την εικόνα του Βούδδα, το
Ντάρμα με τη διδασκαλία των γραφών και η Σάνγκα με τα μέλη της μοναστικής κοινότητας.
Σε όλες τις βουδδιστικές χώρες της Ανατολής αποδίδεται βαθύς σεβασμός σ' αυτά τα τρία
σύμβολα -την εικόνα, τις γραφές και τους μοναχούς- όχι γι' αυτό που αντιπροσωπεύουν,
αλλά γι' αυτό που συμβολίζουν.
Η Επτάπτυχη Πούτζα
Είδαμε ότι στο βουδδισμό υπάρχουν συγκεκριμένες ασκήσεις για την καλλιέργεια τής
μάιτρι ή αγάπης. Όπως και σε άλλες θρησκείες έτσι και στο βουδδισμό υπάρχουν επίσης
συγκεκριμένες πρακτικές για την καλλιέργεια πίστης και αφοσίωσης. Μία από αυτές
λέγεται Επτάπτυχη Πούτζα. Είναι προφανές το ότι αποτελείται από επτά διαφορετικά μέρη.
Το καθένα αντιπροσωπεύει μία σειρά λατρευτικών διαθέσεων και συνοδεύεται, όπου είναι
απαραίτητο, από τις ανάλογες τελετουργικές πράξεις.
Το πρώτο στάδιο της Επτάπτυχης Πούτζας είναι η πούτζα ή λατρεία και αποτελείται από
την τελετουργική προσφορά. Στην απλούστερη μορφή της πούτζας η προσφορά αποτελείται
απλά από λουλούδια, φως -με τη μορφή κεριών ή καντηλιών- και από αναμμένο θυμίαμα.
Επίσης υπάρχουν οι λεγόμενες επτά συνηθισμένες προσφορές: πόσιμο νερό, νερό για το
πλύσιμο των ποδιών, λουλούδια, θυμίαμα, φως, άρωμα, φαγητό και μερικές φορές μία όγδοη
προσφορά που είναι η μουσική. Παρεμπιπτόντως, αυτές είναι οι αρχαίες ινδικές προσφορές
προς τον επίτιμο προσκεκλημένο.
Ακόμα και σήμερα στην Ινδία, αν κανείς επισκεφτεί κάποιον ως επίτιμος προσκεκλημένος,
θα του προσφερθεί πρώτα απ' όλα ένα ποτήρι νερό επειδή στην Ινδία κάνει πολύ ζέστη και
πιθανότατα θα διψάει. Μετά θα του δώσουν νερό για να πλύνει τα πόδια του και πολλές
φορές οι οικοδεσπότες θα του πλύνουν τα πόδια, ιδίως αν είναι μοναχός, γιατί οι δρόμοι
στην Ινδία είναι γεμάτοι σκόνη και επομένως τα πόδια του θα είναι σκονισμένα. Μετά θα
του δοθεί μια γιρλάντα από λουλούδια και οι οικοδεσπότες θα ανάψουν θυμίαμα για να
δημιουργήσουν μίαν ευχάριστη ατμόσφαιρα και για να κρατήσουν μακριά μύγες και
κουνούπια. Αν έχει βραδιάσει θα ανάψουν ένα καντήλι. Μπορεί να του προσφέρουν επίσης
άρωμα για το σώμα και, φυσικά, φαγητό. Μετά το φαγητό μερικές φορές θα ακολουθήσει
μουσική.
Έτσι υποδέχονται τον επίτιμο προσκεκλημένο στην Ινδία και αυτές οι επτά ή οκτώ
προσφορές προς αυτόν έγιναν οι επτά ή οκτώ θρησκευτικές προσφορές. Αυτές οι προσφορές
δίδονται στο Βούδδα γιατί έρχεται στον κόσμο μας ως καλεσμένος από ένα ανώτερο επίπεδο
ύπαρξης. Συμβολίζει την παρέμβαση τού Υπερβατικού στη συνήθη καθημερινότητά μας και
γι' αυτό το λόγο του φερόμαστε σαν σε επίτιμο προσκεκλημένο. Μερικές φορές οι επτά ή
οκτώ προσφορές δίδονται σε είδος: δηλαδή νερό, λουλούδια, θυμίαμα, φως, άρωμα και φαγητό
τοποθετημένα στα "πόδια" του ιερού αλλά συνήθως, ιδιαίτερα για τους Θιβετιανούς,
προσφέρονται μόνον επτά δοχεία με νερό.
Το δεύτερο στάδιο της Επτάπτυχης Πούτζας είναι η βαντάνα, που σημαίνει προσκύνημα ή
χαιρετισμό. Σ' αυτό το στάδιο αποδίδεται φόρος τιμής με το σώμα. Μερικοί είναι της
άποψης ότι αρκεί κανείς να αισθάνεται σεβασμό και λατρεία για το Βούδδα. Αυτό είναι
αληθές, αλλά αν αισθάνεσαι κάτι τόσο έντονα, τότε θα θέλεις να εκφράσεις αυτά τα
συναισθήματα. Αν αγαπάς κάποιον δεν θα σ' άρεσε να κρατήσεις αυτό το συναίσθημα μέσα
σου. Το εκφράζεις προς τα έξω γιατί είσαι ένα σύνολο διαφορετικών στοιχείων - όχι μόνο
νους αλλά επίσης λόγος και σώμα. Έτσι, αν λατρεύεις πραγματικά το Βούδδα δε θα θέλεις να
το κρατήσεις μέσα σου: θα το εκφράσεις αυθόρμητα με το σώμα σου.
Υπάρχουν πολλές διαφορετικές μορφές βαντάνας ή προσκυνήματος, από το να σμίγεις τα
χέρια σου σε στάση προσευχής, όπως όταν ψέλνεις την Επτάπτυχη Πούτζα, μέχρι να κάνεις
ένα πλήρη προστερνισμό στο πάτωμα, πράγμα το οποίο γίνεται σε ορισμένα τελετουργικά.
Αλλά άσχετα με το αν σμίγεις τα χέρια σου ή μόνο τα ακροδάχτυλα σου κι αν ακόμα πέφτεις
πρηνής στο πάτωμα, όλες αυτές οι μορφές προσκυνήματος εκπροσωπούν μία διάθεση
ταπεινότητας και δεκτικότητας. Εκφράζουν την προσήνειά μας προς την πνευματική
έμπνευση που πηγάζει από το Βούδδα.
Το τρίτο στάδιο της Επτάπτυχης Πούτζας είναι το Πηγαίνω για Προστασία στο Βούδδα, το
Ντάρμα και τη Σάνγκα. Αυτό αντιπροσωπεύει τη δέσμευσή μας στον Βούδδα ως το πνευματικό
μας ιδανικό, στο Ντάρμα ως τον τρόπο υλοποίησης αυτού του ιδανικού και στη Σάνγκα ως
την κοινότητα των ατόμων με τα οποία θα συμπορευτούμε προς αυτό το ιδανικό. Το να
πηγαίνουμε για προστασία, αποτελεί ένα σημείο καμπή στην πνευματική μας ζωή.
Αντιπροσωπεύει έναν ριζικό επαναπροσανατολισμό τής ζωής μας προς την κατεύθυνση
αυτού του ιδανικού. Σε τελετουργικό επίπεδο, όταν κανείς παίρνει προστασία, πρέπει να
επαναλάβει τους συγκεκριμένους στίχους της προστασίας καθώς και κάποιες
συγκεκριμένες σίλας ή ηθικές αρχές ενώπιον ενός μοναχού ή πρεσβύτερου λαϊκού
βουδδιστή.
Το Πηγαίνω για Προστασία μέρος της Επτάπτυχης Πούτζας ακολουθείται από την
Εξομολόγηση Λαθών. Η εξομολόγηση είναι φοβερά σημαντική σ' όλα τα είδη του βουδδισμού,
αν και η σημασία της είναι περισσότερο ψυχολογική παρά θεολογική. Πολλοί υποφέρουν από
απωθημένα αισθήματα ενοχής, που συχνά οδηγούν σε έλλειψη αυτοσεβασμού. Αυτά τα άτομα
είναι δύσκολο να αναπτύξουν μάιτρι ή αγάπη, τουλάχιστον σε επαρκή βαθμό. Οι βουδδιστές
μοναχοί, αν νιώθουν κάποιο βάρος, εξομολογούνται μεταξύ τους, στους δασκάλους τους ή
στο Βούδδα. Υπάρχει επίσης το έθιμο να απαγγέλλει κανείς σούτρες και να καίει θυμίαμα
μπροστά στην εικόνα του Βούδδα μέχρι να ελευθερωθεί από τα αισθήματα ενοχής. Αν και
αυτό είναι πολύ χρήσιμο σε ψυχολογικό επίπεδο, δεν μπορεί να μας απαλλάξει από τις
συνέπειες που μπορεί να έχει το λάθος που διεπράξαμε. Έτσι θα υποστούμε τις συνέπειες
των πράξεών μας αλλά, υποκειμενικά, θα ελευθερωθούμε από τα αισθήματα τύψεων ή ενοχής.
Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί αυτού του είδους τα αισθήματα μπορούν να
δηλητηριάσουν ή να υποβιβάσουν κάθε πλευρά της πνευματικής μας ζωής.
Το πέμπτο στάδιο της Επτάπτυχης Πούτζας είναι η Αγαλλίαση στην Αρετή. Αυτό το μέρος
συμπληρώνει το προηγούμενο. Αν σκεφτούμε όλα μας τα λάθη και μηρυκάσουμε επί μακρόν
τους πολυάριθμους υποτροπιασμούς μας, μπορεί ν' αρχίσουμε ν' αποκαρδιωνόμαστε. Έτσι
μετά την εξομολόγηση των λαθών πρέπει ν' αναπτερώνουμε το ηθικό μας ενθυμούμενοι τις
αρετές των άλλων, ιδίως αυτές του Βούδδα και των Μποντισάττβας, τον παραδειγματικό
τους βίο και τα επιτεύγματά τους. Μπορούμε να σκεφτούμε π.χ. το εμπνευσμένο παράδειγμα
ανθρώπων όπως του Μιλαρέπα, του Χαν Σαν, του Χούι Νενγκ ή του Χακουίν. Ακόμα μπορούμε να
σκεφτούμε όλους τους κοσμικούς ήρωες και ηρωίδες που έζησαν για το καλό των άλλων, η
ζωή των οποίων υπήρξε πηγή έμπνευσης και για μας: μεγάλοι ανθρωπιστές και κοινωνικοί
αναμορφωτές σαν τη Φλόρενς Ναϊτινγκέιλ και την Ελίζαμπεθ Φράιαρ για παράδειγμα.
Μπορούμε ακόμα να σκεφτούμε και τις αρετές κοινών ανθρώπων, όπως των φίλων μας,
σκεφτόμενοι πόσο ανιδιοτελώς συμπεριφέρονται ορισμένες φορές και πόσο καλοί μπορεί
να είναι. Αν μάθουμε να εστιαζόμαστε στη θετική πλευρά των άλλων τότε θα μπορέσουμε να
τους εκτιμήσουμε -και να συν-χαρούμε- για τις αρετές τους, από το Βούδδα και τους
Μποντισάττβες μέχρι τους κοινούς θνητούς που τυχαίνει να είναι φίλοι ή γείτονές μας.
Κάτι τέτοιο όχι μόνο θα μας χαροποιήσει αλλά θα μας κάνει να νιώσουμε ότι δεν είμαστε
μόνοι μας στον κόσμο, ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν καταφέρει να διαβούν επιτυχώς το
πνευματικό μονοπάτι και άνθρωποι που συνεχίζουν να το διαβαίνουν με την ίδια επιτυχία,
πράγμα που θα μας υποστηρίξει στη ζωή μας και στην πνευματική μας προσπάθεια.
Το έκτο στάδιο, Παράκληση και Ικεσία, βασίζεται σ' ένα θρυλικό επεισόδιο από τη ζωή του
Βούδδα. Σύμφωνα με το θρύλο, μετά τη Φώτιση του Βούδδα μία συγκεκριμένη θεότητα, ο
Μπράχμα Σαραμπάτι, εμφανίστηκε ενώπιόν του και του ζήτησε ν' αποκαλύψει την αλήθεια
που ανακάλυψε, για το καλό όλων των έμβιων όντων. Ωστόσο δεν πρέπει να παρεξηγήσουμε
την πραγματική σημασία αυτής της ιστορίας. Ο Βούδδας δεν έχει ανάγκη κάποιον να του
θυμίσει τι πρέπει να κάνει. Δεν χρειαζόταν τον Μπράχμα Σαραμπάτι να τον συμβουλεύσει
ότι έπρεπε να διδάξει. Η πραγματική σημασία αυτού του επεισοδίου είναι ότι ο μαθητής
πρέπει να ποθεί διακαώς τις διδασκαλίες και ότι πρέπει να παρακαλέσει το Βούδδα να του
τις προσφέρει. "Όταν ο μαθητής είναι έτοιμος, ο δάσκαλος θα εμφανιστεί". Έτσι, αυτό το
μέρος της πούτζας αντιπροσωπεύει την ετοιμότητα και την προθυμία να δεχτεί κανείς τις
διδασκαλίες.
Το έβδομο και τελευταίο στάδιο της Επτάπτυχης Πούτζας λέγεται Μεταβίβαση Αρετής και
Αυταπάρνηση. Σ' αυτό το στάδιο ευχόμαστε ότι οτιδήποτε καλό και ωφέλιμο αποκομίσαμε
από το τελετουργικό της Πούτζας, ή από οποιαδήποτε άλλη θρησκευτική πράξη -είτε αυτό
σημαίνει ν' ακολουθούμε τις αρχές, να πηγαίνουμε για Προστασία, να μελετάμε
βουδδιστική φιλοσοφία, ή να ασκούμαστε στο διαλογισμό- να μπορούμε να το μοιραστούμε
εξίσου μ' όλα τα υπόλοιπα έμβια όντα. Με άλλα λόγια δε μας απασχολεί μόνο η δική μας
σωτηρία. Δεν εποφθαλμιούμε τη Νιρβάνα μόνο για το δικό μας καλό. Θα θέλαμε να φέρουμε
όχι μόνο ολόκληρη την ανθρωπότητα μαζί, αλλά όλα τα έμβια όντα, και να τα βοηθήσουμε
όπως βοηθάμε τον εαυτό μας - να συνεισφέρουμε στη δική τους εξέλιξη για την επίτευξη
της Νιρβάνας. Δεν υπάρχουν περιθώρια για θρησκευτικό ατομισμό στην πνευματική ζωή.
Όταν ασκούμαστε σε οποιαδήποτε θρησκευτική πρακτική πρέπει να νιώθουμε ότι όλα τα
άλλα έμβια όντα ασκούνται μαζί μας.
Στη Μαχαγιάνα υπάρχει μία μέθοδος να καλλιεργήσει κανείς αυτή τη διάθεση. Όταν
ασκούμαστε σε οποιαδήποτε θρησκευτική πρακτική οραματιζόμαστε ότι όλος ο κόσμος
κάνει το ίδιο πράγμα και ωφελείται εξίσου. Όταν ψέλνουμε ύμνους επαίνου στο Βούδδα
φανταζόμαστε τον υπόλοιπο κόσμο να κάνει το ίδιο πράγμα. Όταν απαγγέλλουμε ένα μάντρα,
φανταζόμαστε τον υπόλοιπο κόσμο να το απαγγέλλει ταυτόχρονα. Μ' αυτόν τον τρόπο
καλλιεργείται ένα αίσθημα τού να μοιράζεται κανείς με τους άλλους οτιδήποτε καλό
βγαίνει από την πνευματική του άσκηση. Και αυτό το αίσθημα μάς προετοιμάζει για το
λεγόμενο "Όρκο του Μποντισάττβα": τον όρκο ότι κανείς θα φτάσει στη Φώτιση όχι μόνο για
το δικό του καλό, αλλά για το καλό όλων των έμβιων όντων, ότι θα τα πάρει από το χέρι έτσι
ώστε όλα να φτάσουν στη Νιρβάνα, να φτάσουν όλα στην Ανώτατη Φώτιση.
Αυτή είναι η Επτάπτυχη Πούτζα: μια όμορφη ακολουθία από λατρευτικές διαθέσεις που
εκφράζουμε με τα κατάλληλα λόγια και τις κατάλληλες πράξεις.
Τα περισσότερα από τα θετικά συναισθήματα στα οποία αναφέρθηκα είναι αυτά που λέμε
κοινωνικά συναισθήματα. Είναι συναισθήματα που έχουν να κάνουν με άλλους ανθρώπους
και κάνουν την εμφάνιση τους κατά τη διάρκεια των διαφόρων σχέσεών μας με τους άλλους.
Δεν μπορούμε να αισθανθούμε αυτά τα συναισθήματα μόνοι μας. Γεννιούνται διαμέσου της
συσχέτισής μας με τους άλλους. Γεννιούνται μέσα σε μία ομάδα ατόμων. Μπορούμε πιο
εύκολα να καλλιεργήσουμε τα θετικά συναισθήματα -αγάπη, συμπόνια, χαρά, κ.τ.λ.- μέσα σε
μία ομάδα όπου οι άνθρωποι τείνουν να έχουν χαρούμενη και φιλική διάθεση. Αν μείνουμε
μόνοι στο σπίτι μας και προσπαθήσουμε να εκδηλώσουμε συναισθήματα αγάπης, συμπόνιας
και χαράς τότε θα το βρούμε μάλλον δύσκολο. Γι' αυτό το λόγο διαθέτουμε την πνευματική
κοινότητα, τη Σάνγκα, το Τάγμα, καθώς μας διευκολύνει αφάνταστα στη μετουσίωση της
πνευματικής μας φύσης. Και αν δεν καταφέρουμε να μετουσιώσουμε την πνευματική μας φύση
τότε δεν υπάρχει για μας πνευματική ζωή. Γι' αυτό είναι τόσο σημαντικό μέσα στην ομάδα,
στην κοινότητα, στη Σάνγκα, να καλλιεργούμε πάντα το σωστό πνεύμα. Μπορούμε να πούμε
ότι μία πνευματική κοινότητα δεν μπορεί να ονομάζεται έτσι αν τα άτομα που την
απαρτίζουν δεν καταφέρνουν να καλλιεργούν με ευκολία τα θετικά συναισθήματα της
αγάπης, της γενναιοδωρίας, της ειρήνης, της πίστης και της αφοσίωσης. Και αυτό ακριβώς
εξυπηρετεί η πνευματική κοινότητα, την καλλιέργεια δηλαδή τέτοιων συναισθημάτων με
απώτερο σκοπό τη μετουσίωση της συναισθηματικής μας φύσης. Αν η πνευματική κοινότητα
δεν λειτουργεί μ' ένα τέτοιο τρόπο, τότε είναι καλύτερο να μην υπάρχει καθόλου.
Κεφάλαιο 3
Είδαμε ότι η Τέλεια Θέαση -η οποία αποτελεί την εισαγωγή στο Οκταπλό Μονοπάτι- δε
σημαίνει απλά μία διανοητική κατανόηση του βουδδισμού, όσο ξεκάθαρη ή εμβριθής κι αν
είναι, αλλά κάτι πάνω και πέρα από αυτή. Είναι μία διορατική σύλληψη της πραγματικής
φύσης της ύπαρξης που κατατάσσεται στην πνευματική εμπειρία. Η καθαυτή εμπειρία
μπορεί να είναι στιγμιαία. Μπορεί να έρθει και να φύγει σαν αστραπή. Αλλά είναι κάτι το
πολύ πιο αληθινό, άμεσο, οικείο και προσωπικό από οποιαδήποτε διανοητική κατανόηση. Η
Τέλεια Θέαση είναι μια ματιά -μια εμπειρία- της ύστατης πραγματικότητας, άσχετα με το
πόσο μικρή, στιγμιαία ή φευγαλέα είναι η διάρκεια της.
Αλλά μια ματιά δεν αρκεί. Μια στιγμιαία εμφάνισή της μπορεί πρόσκαιρα να μας μαγέψει
αλλά αυτό δεν αρκεί: πρέπει ν' αγγίξει κάθε έκφανση της ύπαρξής μας. Πρέπει να μπει στο
πετσί μας. Πρέπει όχι μόνο να μας αλλάξει σ' ένα επιφανειακό επίπεδο, αλλά να μας
μετουσιώσει καθ 'ολοκληρία - αγγίζοντας κάθε επίπεδο και κάθε πτυχή του εαυτού μας.
(Παρεμπιπτόντως, αυτή είναι η σημασία της μούντρας στο βουδδισμό. Μούντρα είναι μία
συγκεκριμένη κίνηση του χεριού ή μία συγκεκριμένη τοποθέτηση των δακτύλων. Συχνά
αναφερόμαστε στα σαμάντι, μάντρα, και μούντρα. Η σαμάντι αντιπροσωπεύει την εσωτερική
πνευματική πραγμάτωση, το μάντρα την έκφραση αυτής της πραγμάτωσης διαμέσου του λόγου,
ενώ η μούντρα είναι η έκφραση αυτής της πραγμάτωσης ως τις παρυφές των δαχτύλων μας
-μέχρι την πιο απόμακρη διακλάδωση του κορμιού μας- διαμέσου μιας χειρονομίας. Η
μούντρα μεταφράζεται μερικές φορές ως "μαγική χειρονομία", ακριβώς όπως το μαντάλα
μεταφράζεται ως "μαγικός κύκλος", αλλά δεν πρόκειται για τίποτα το μαγικό. Αντιθέτως,
είναι κάτι το πνευματικό, ακόμα και υπερβατικό.)
Δεν πρέπει να περιορίζουμε την πνευματική μας πραγμάτωση στα ύψη. Πρέπει να κατεβεί
και στα μύχια του εαυτού μας και να μετουσιώσει κάθε μας πτυχή. Όταν συμβαίνει αυτό, και
η ζωή μας μετουσιώνεται σε κάθε επίπεδο και σε κάθε έκφανσή της σύμφωνα με την Τέλεια
Θέαση -σύμφωνα δηλαδή με την αντίληψη και τη βίωση της Αλήθειας- τότε μόνο έρχεται αυτό
που ονομάζουμε Φώτιση.
Είδαμε ότι το Τέλειο Συναίσθημα, το δεύτερο στάδιο ή πλευρά του Μονοπατιού,
αντιπροσωπεύει την εφαρμογή της Τέλειας Θέασης στη συναισθηματική μας ζωή.
Αντιπροσωπεύει τη μετουσίωση ή τον εξευγενισμό της ακατέργαστης και αραφινάριστης
συναισθηματικής ενέργειας σε κάτι πιο ντελικάτο και εξεζητημένο - κάτι, αν μας
επιτρέπεται να χρησιμοποιήσουμε τον όρο, πολύ πιο πνευματικό.
Εδώ φτάνουμε στο τρίτο στάδιο του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού του Βούδδα, το οποίο
είναι ο Σωστός Λόγος - σάμυαγκ-βάτσα στα σανσκριτικά. Σ' αυτή την περίπτωση η μετάφραση
δεν παρουσιάζει προβλήματα. Δεν υπάρχει καμία αμφισημία, καμία απόχρωση νοήματος η
οποία είναι δύσκολο ν' αποδοθεί στα αγγλικά. Βάτσα σημαίνει λόγος ή ομιλία στην
κυριολεξία, ενώ σάμυαγκ, (ή σάμυακ), όπως και στα άλλα στάδια του Μονοπατιού, δε σημαίνει
απλά "σωστό" ως το αντίθετο του "λάθος" -η συνήθης μετάφραση- άλλα κάτι το ολόκληρο, το
ολοκληρωμένο, το ακέραιο, το πλήρως ανεπτυγμένο, το τέλειο. Επομένως όταν λέμε
σάμυαγκ-βάτσα δε θα εννοούμε απλά Σωστό Λόγο, αλλά Τέλειο Λόγο. Αυτή είναι η πραγματική
του σημασία.
Είναι ιδιαίτερα σημαντικό να θεωρούμε τον Τέλειο Λόγο ως ένα ανεξάρτητο στάδιο ή
πλευρά του Οκταπλού Μονοπατιού. Ίσως νομίζαμε ότι ο λόγος δεν είναι δα τόσο σημαντικός
και καθώς ανήκει σε κάποιο είδος συμπεριφοράς θα μπορούσε να συμπεριληφθεί στη Σωστή
Συμπεριφορά, το επόμενο μέλος του Οκταπλού Μονοπατιού. Αλλά κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Στη
διδασκαλία του Βούδδα, όπως αυτή ενσαρκώνεται στο Οκταπλό Μονοπάτι, ένα ολόκληρο
στάδιο αφιερώνεται στον Τέλειο Λόγο. Αυτό δείχνει τη σημασία που δίνει ο βουδδισμός
στο λόγο γενικότερα, και ειδικότερα στον Τέλειο Λόγο. Όχι μόνο ο Τέλειος Λόγος αποτελεί
την τρίτη πλευρά του Οκταπλού Μονοπατιού του Βούδδα, αλλά και η αποχή από το αντίθετό
του -ψευδής ή ατελής λόγος- αποτελεί την τέταρτη από τις πέντε αρχές που πρέπει ν'
ακολουθεί κάθε βουδδιστής - μοναχός ή μη.
Η ομιλία ή λεκτική επικοινωνία είναι κάτι στο οποίο εμπλεκόμαστε όλη την ώρα. Έχουμε
την ελευθερία να διαλογιστούμε ή όχι, αλλά όταν φτάνουμε στο λόγο δεν έχουμε άλλη
επιλογή, είτε το θέλουμε είτε όχι πρέπει να μιλήσουμε, πρέπει να συζητήσουμε, πρέπει να
επικοινωνήσουμε. Δεν μπορούμε να 'μαστε για πάντα σιωπηλοί, ακόμα κι αν το θέλουμε και
έτσι κι αλλιώς, οι περισσότεροι από μας δε θέλουν να είναι σιωπηλοί, τουλάχιστον όχι
για πολύ. Επομένως είναι αναπόφευκτο το ότι πρέπει να δοθεί κάποια προσοχή στο ερώτημα
του λόγου σε κάθε συστηματικό πρόγραμμα πνευματικής κουλτούρας και καλλιέργειας. Ο
λόγος πρέπει να έρθει κάτω από τη σφαίρα επιρροής, ακόμα και του ελέγχου, της
πνευματικής ζωής. Επομένως πρέπει να αναλυθεί και να του δοθεί ένας δικός του
ξεχωριστός χώρος.
Στη Δύση θεωρείται ότι ο άνθρωπος αποτελείται από σώμα και πνεύμα, μερικές φορές σώμα,
πνεύμα και ψυχή, αλλά στο βουδδισμό υπάρχει μια τριμερής διαίρεση του ανθρώπου σε σώμα,
λόγο και πνεύμα. Τέτοιοι διαχωρισμοί μάς φαίνονται τόσο ασήμαντοι με αποτέλεσμα να μην
τους δίνουμε και πολύ σημασία, αλλά, όσον αφορά το βουδδισμό, έχουν μεγάλη σημασία
γιατί δίνεται το ίδιο βάρος στο λόγο, στο σώμα και στο πνεύμα. Έτσι, λόγος, σώμα και
πνεύμα σχηματίζουν μία ισότιμη τριάδα.
Αν το καλοσκεφτούμε ο λόγος είναι αυτό που μας ξεχωρίζει από τα ζώα. Ξέρουμε ότι τα
πουλιά βγάζουν κραυγές, ότι μερικοί πίθηκοι χρησιμοποιούν κάποιο είδος πρωτόγονης
ομιλίας και ότι τα δελφίνια δείχνουν να επικοινωνούν μεταξύ τους. Αλλά ο καθαυτό λόγος
φαίνεται να είναι το αποκλειστικό προνόμιο των ανθρώπων - ίσως και των αγγέλων, με
σιγουριά όμως μπορούμε να γνωρίζουμε μόνο για τους ανθρώπους. Ο λόγος λοιπόν είναι
κάτι το εξαιρετικό, κάτι το ασυνήθιστο, κάτι που μας ξεχωρίζει ουσιαστικά από άλλες
μορφές ζωής. Αν το καλοσκεφτούμε, θα δούμε ότι ένα μεγάλο μέρος του πολιτισμού μας
εξαρτάται, άμεσα ή έμμεσα, από το λόγο. Διαμέσου του λόγου η μητέρα και ο δάσκαλος
μπορούν να μορφώσουν το παιδί. Διαμέσου των βιβλίων, που σε τελική ανάλυση είναι
αποκρυσταλλωμένος λόγος, παίρνουμε πληροφορίες και γνώσεις - διαμέσου των βιβλίων
μπορούμε ακόμα να επιτύχουμε και τη Φώτιση.
Όλη μας η κουλτούρα, η γνώση, ακόμα και η πνευματική μας γνώση, πηγάζει σε μεγάλο βαθμό,
άμεσα ή έμμεσα, από το λόγο. Είναι επομένως φυσικό, ίσως και αναπόφευκτο, ότι στην ηθική
και πνευματική ζωή μας, το ίδιο βάρος που δίνουμε στη σκέψη και στην πράξη πρέπει να
δίνουμε και στο λόγο.
Υπάρχουν τρεις κύριες φάσεις ιστορικής εξέλιξης του βουδδισμού: η Χιναγιάνα, η
Μαχαγιάνα και η Βατζραγιάνα. Στη Βατζραγιάνα -το Αδαμάντινο Μονοπάτι- σώμα, λόγος και
πνεύμα συνδέονται αντίστοιχα με τρία ψυχικά κέντρα, όπως θα μπορούσαμε να τα
ονομάσουμε (δίχως να δώσουμε μεγάλη σημασία στη λέξη "ψυχικά"). Το σώμα αντιστοιχεί στο
κέντρο του κεφαλιού, ο λόγος στο κέντρο του λαιμού και το πνεύμα στο κέντρο της καρδιάς.
Και αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο όταν ασπαζόμαστε την εικόνα του Βούδδα ή του
δασκάλου μας σμίγουμε τα χέρια και μετά τα φέρνουμε διαδοχικά στο κεφάλι, λαιμό και
στήθος, δείχνοντας έτσι ότι ασπαζόμαστε με σώμα, λόγο και πνεύμα, με όλο μας τον εαυτό,
ολοκληρωτικά, δίχως να συγκρατούμε τίποτα.
Υπάρχουν πολλές άλλες συσχετίσεις σώματος, λόγου και πνεύματος -για παράδειγμα οι
τρεις κάγιας, ή "προσωπικότητες" του Βούδδα- δεν είναι όμως η κατάλληλη στιγμή να
μιλήσουμε γι' αυτές. Προς το παρόν ασχολούμαστε μόνο με ένα πράγμα: ότι το κέντρο του
λαιμού, που αντιπροσωπεύει το λόγο, βρίσκεται μεταξύ των κέντρων του κεφαλιού και της
καρδιάς. Το κεφάλι ή το κέντρο του κεφαλιού, συμβολίζει όχι μόνο το σώμα, αλλά σε ένα
άλλο επίπεδο τη διανόηση και την κατανόηση, ενώ η καρδιά ή το κέντρο της καρδιάς,
συμβολίζει τα συναισθήματα. Το γεγονός ότι ο λόγος, ευρισκόμενος στο κέντρο του λαιμού,
είναι στη μέση, σημαίνει ότι μοιράζεται κάτι από τη φύση των δύο άλλων. Ο λόγος αποτελεί
όργανο έκφρασης και του νου και της καρδιάς, καθώς με το λόγο επικοινωνούμε και με τις
σκέψεις μας και με τα συναισθήματά μας. Βέβαια μπορεί να πρόκειται περί συνηθισμένου
λόγου ή Τέλειου Λόγου. Διαμέσου του αντιπροσωπεύεται ή εκδηλώνεται ταυτόχρονα η
Τέλεια Θέαση -η οποία αντιπροσωπεύει τη διανοητική κατανόηση χωρίς να ταυτίζεται μαζί
της- και το Τέλειο Συναίσθημα, που αντιστοιχεί στο δικό του επίπεδο με τη
συναισθηματική μας ζωή. Εν ολίγοις, διαμέσου του Τέλειου Λόγου εκφράζουμε όχι μόνο τη
σοφία αλλά και την αγάπη και τη συμπόνια. Σε γενικές γραμμές ο Τέλειος Λόγος
αντιπροσωπεύει τη μετουσίωση της αρχής του λόγου, ή της αρχής της επικοινωνίας,
σύμφωνα με την Τέλεια Θέαση και το Τέλειο Συναίσθημα.
Στα βουδδιστικά κείμενα ο Τέλειος Λόγος περιγράφεται συνήθως ως λόγος αληθής,
τρυφερός και χρήσιμος που προάγει την αρμονία, την ομόνοια και την ενότητα. Ο
λανθασμένος ή ατελής λόγος περιγράφεται με αντίθετους όρους, δηλαδή ως αναληθής,
σκληρός και επιβλαβής που προάγει τη δυσαρμονία, τη διαφωνία και το διχασμό.
Οι πιο πολλές βουδδιστικές αναλύσεις του Τέλειου Λόγου (ή Σωστού Λόγου όπως συνήθως
ονομάζεται), ιδίως οι πιο σύγχρονες, είναι μάλλον επιφανειακές και ηθικοπλαστικές.
Παραμένουν στο καθαρά ηθικό επίπεδο χωρίς καμία προσπάθεια να εισχωρήσουν και να
εξερευνήσουν τις ψυχολογικές και πνευματικές διαστάσεις του. Μπορούμε να πούμε ότι
μια τέτοια τακτική χαρακτηρίζει τον τρόπο που πολλοί αντιμετωπίζουν τη διδασκαλία του
Βούδδα, κυρίως δε, τη διδασκαλία του Ευγενούς Οκταπλού Μονοπατιού. Ορισμένοι
ξεγελιούνται από τη φαινομενική απλότητά της, έτσι, όταν καταπιάνονται ή όταν
ισχυρίζονται ότι καταπιάνονται με αυτήν, τείνουν να την απορρίπτουν ως κοινή και
τετριμμένη. Δεν καταφέρνουν να διαπεράσουν την επιφάνεια για να δουν αυτά που
πραγματικά εννοούσε ο Βούδδας.
Όσον αφορά τον Τέλειο Λόγο, πιστεύεται ότι η φιλαλήθεια, η τρυφερότητα, η αρωγή και η
προαγωγή αρμονίας, ομόνοιας και ενότητας είναι τέσσερα διαφορετικά χαρακτηριστικά ή
ιδιότητες του Τέλειου Λόγου, λες και από τη μια έχουμε τον Τέλειο Λόγο και από την άλλη
αυτά τα τρία χαρακτηριστικά που εφάπτονται σ' αυτόν. Αλλά αν πάμε λίγο πιο βαθιά και
εξετάσουμε αυτή την πλευρά του Οκταπλού Μονοπατιού πιο προσεχτικά, θα δούμε ότι οι
λεγόμενες ιδιότητες του Τέλειου Λόγου στην πραγματικότητα αντιστοιχούν σε τρία
διαφορετικά επίπεδα λόγου, εκ των οποίων το ένα βαθύτερο από το άλλο. Μπορούμε ακόμα να
μιλήσουμε, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, για τα τέσσερα διαδοχικά επίπεδα της
επικοινωνίας.
Υπό το φως αυτών των συλλογισμών, θα εξετάσουμε καθένα από τα τέσσερα επίπεδα του
Τέλειου Λόγου. Αυτό θα μας δώσει τουλάχιστον μια κάποια αίσθηση, μια κάποια ιδέα, όχι
μόνο για το τι σημαίνει Σωστός Λόγος ή ακόμα Τέλειος Λόγος, αλλά για το τι σημαίνει
ιδανικό της ανθρώπινης επικοινωνίας, τι θα έπρεπε ή θα μπορούσε να είναι η ανθρώπινη
επικοινωνία σύμφωνα με τις διδασκαλίες του Βούδδα. Θα δούμε πόσο απέχουμε από αυτό το
ιδανικό του Τέλειου Λόγου, της ιδανικής επικοινωνίας. Από τη μία μιλάμε και
επικοινωνούμε συνέχεια, αλλά από την άλλη, σχεδόν αδιαλείπτως, αποτυγχάνουμε να
επικοινωνήσουμε ουσιαστικά. Ας δούμε λοιπόν τι σημαίνει αυτός ο Τέλειος Λόγος ή το
ιδανικό της ανθρώπινης επικοινωνίας σύμφωνα με τη διδασκαλία του Βούδδα.
1. Το επίπεδο της φιλαλήθειας
Πρώτ' απ' όλα ο Τέλειος Λόγος ή ιδανική επικοινωνία είναι αληθής. Όλοι μας νομίζουμε ότι
ξέρουμε τι εννοείται όταν αναφέρουμε ότι πρέπει πάντα να λέμε την αλήθεια. Από τα δύο
μας, σαν τον Τζόρτζ Ουάσινκγτον,17 μας λέγανε να μη λέμε ψέματα . Ξέρουμε όμως τι
σημαίνει να λέμε την αλήθεια; Αναλογιστήκαμε όλες τις παραμέτρους; Το να λέμε την
αλήθεια δε σημαίνει μόνο ακριβή αναφορά των γεγονότων, το να λέμε π.χ. ότι αυτό εδώ το
ύφασμα είναι κίτρινο και ότι εκείνο το αντικείμενο είναι ένα μικρόφωνο. Η έννοια της
φιλαλήθειας δεν εξαντλείται τόσο εύκολα. Η ακριβής αναφορά των γεγονότων είναι αρκετά
σημαντική καθώς αποτελεί μία από τις παραμέτρους της αλήθειας, δεν είναι όμως όλη η
αλήθεια.
Όσοι από σας έχετε διαβάσει Μπόσγουελ18 , θα θυμόσαστε τη γνωστή παρατήρηση του Dr Johnson
σχετικά με την ακριβή αναφορά των γεγονότων. Ο Dr Johnson υποστηρίζει ότι, αν το παιδί μας
λέει ότι κάτι συνέβη σε ένα παράθυρο, όταν αυτό στην πραγματικότητα συνέβη στο άλλο,
τότε θα πρέπει αμέσως να του γίνει παρατήρηση, γιατί αν και η παραμικρότερη απόκλιση
από την αλήθεια γίνει συνήθεια, δεν ξέρουμε που μπορεί να φτάσει. Επομένως η ακριβής
αναφορά των γεγονότων είναι ιδιαίτερα σημαντική, γιατί είναι η βάση ή το θεμέλιο του
Τέλειου Λόγου. Αν το αποδεχτούμε αυτό, τότε θα πρέπει να εξοικειωθούμε μ' αυτό που ο Johnson
ονομάζει "αφηγηματική ακρίβεια" - ένα είδος άσκησής στα υψηλότερα και πιο εκλεπτυσμένα
είδη φιλαλήθειας. Συνήθως αποδεικνυόμαστε αναξιόπιστοι και επιπόλαιοι ακόμα και σ'
αυτό το επίπεδο. Ελάχιστα άτομα εφαρμόζουν την αρχή της αφηγηματικής ακρίβειας.
Συνήθως προτιμάμε ν' αλλάζουμε λιγάκι τα γεγονότα. Μας αρέσει να τα παραφουσκώνουμε, να
τα υπερβάλλουμε, να τα υποτιμάμε ή να τα διανθίζουμε. Μπορεί απλά να είναι ένας
ποιητικός ειρμός που μας οδηγεί σ' αυτό, ωστόσο το κάνουμε ακόμα και όταν βρισκόμαστε
με τους καλύτερους ανθρώπους, ακόμα και στις καλύτερες συνθήκες.
Θυμάμαι, για παράδειγμα, έναν εορτασμό του Βέσακ σ' ένα βουδδιστικό κέντρο στην Ινδία.
Πρέπει να παρευρίσκονταν γύρω στα εβδομήντα με ογδόντα άτομα. Λίγο καιρό αργότερα
διάβαζα σ' ένα βουδδιστικό περιοδικό την περιγραφή του γεγονότος σαν "μία συνάντηση
μαμούθ" όπου παρευρέθησαν χιλιάδες άνθρωποι. Ο συγγραφέας του άρθρου μπορεί να
σκεφτόταν ότι έτσι βοηθούσε να εξαπλωθεί το Ντάρμα και να ζωντανέψει η πίστη και ο
ενθουσιασμός, αλλά στην πραγματικότητα απείχε των ευθυνών του. Δε σεβόταν την αλήθεια,
με την έννοια τού ότι δεν διατύπωνε με ακρίβεια τα γεγονότα.
Όλοι μας έχουμε μια τάση να διαστρεβλώνουμε, να διαστρέφουμε ή τουλάχιστον να
παραποιούμε λιγάκι τα γεγονότα, έτσι ώστε να μας βολεύουν περισσότερο, γι' αυτό πρέπει
να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί. Αν πούμε, για παράδειγμα, ότι χτες ήταν μια υπέροχη
μέρα πρέπει όντως να ήταν μια υπέροχη μέρα. Δεν πρέπει ούτε να υπερβάλλουμε ούτε να
μειώνουμε τα γεγονότα. Αν πούμε ότι παρευρέθησαν δέκα άτομα στη συνάντηση ας
σιγουρευτούμε ότι ήταν όντως δέκα. Αν ήταν χίλιοι ας πούμε ότι ήταν χίλιοι. Αλλά αν ήταν
μόνο πενήντα ας μην τους κάνουμε εκατόν πενήντα. Ή στην περίπτωση που γίνεται
συνάντηση σε κάποιον άλλο χώρο που εμείς δεν ανήκουμε, αν ήταν χίλιοι ας μην τους
κάνουμε εκατόν πενήντα! Επομένως πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί στην ακριβή
αναφορά των γεγονότων, αν και πάλι πρέπει να τονίσουμε ότι φιλαλήθεια κατά βάθος, στην
πιο ακέραιη, στην πιο ολοκληρωμένη και πνευματική της διάσταση, σημαίνει κάτι πολύ
παραπάνω από την ακριβή αναφορά των γεγονότων - όσο σημαντική κι αν είναι αυτή.
Η αλήθεια έχει επίσης μια ψυχολογική και πνευματική διάσταση. Πέρα από την ακριβή
αναφορά των γεγονότων, το να λέει κανείς την αλήθεια απαιτεί μια διάθεση εντιμότητας
και ειλικρίνειας. Απαιτεί να λέμε αυτό που πραγματικά πιστεύουμε. Λέμε την αλήθεια
μόνον όταν λέμε όλη την αλήθεια, μόνο αν λέμε ό,τι όντως υπάρχει στη καρδιά και στο
μυαλό μας - δηλαδή αυτό που πραγματικά αισθανόμαστε και αυτό που πραγματικά
σκεφτόμαστε. Αν δεν κάνουμε αυτό όταν λέμε την αλήθεια τότε στην ουσία δεν
επικοινωνούμε.
Αλλά εδώ μπαίνει άλλο ένα ερώτημα: ξέρουμε στ' αλήθεια τι σκεφτόμαστε ή τι
αισθανόμαστε; Οι περισσότεροι από μας ζούμε ή υπάρχουμε σε μια κατάσταση χρόνιας
πνευματικής σύγχυσης, παραζάλης, χάους και ταραχής. Αναλόγως των περιστάσεων μπορεί να
επαναλάβουμε αυτά που διαβάσαμε και αυτά που ακούσαμε. Μπορεί ακόμα και να τα
αναμασήσουμε όταν οι περιστάσεις το απαιτούν, όπως σε περίοδο διαγωνισμών για τους
μαθητές και σε κοινωνικές συγκεντρώσεις για τους υπόλοιπους. Αλλά το κάνουμε χωρίς να
ξέρουμε τι λέμε. Πώς είναι δυνατόν, κάτω από αυτές τις συνθήκες, να ισχυριζόμαστε ότι
λέμε την αλήθεια; Πώς μπορούμε να λέμε την αλήθεια από τη στιγμή που δεν ξέρουμε τι
σκεφτόμαστε;
Αν θέλουμε να δώσουμε φωνή στην αλήθεια με την πλήρη έννοια του όρου ή τουλάχιστον να
προσεγγίσουμε αυτό το ιδανικό, πρέπει πρώτα να ξεκαθαρίσουμε τις ιδέες μας. Πρέπει να
βάλουμε κάποια τάξη σ' αυτό το πνευματικό χάος του μυαλού μας. Πρέπει να ξέρουμε
ξεκάθαρα και σίγουρα τι σκεφτόμαστε και τι δεν σκεφτόμαστε, τι αισθανόμαστε και τι δεν
αισθανόμαστε. Και πρέπει να έχουμε ένα υψηλό επίπεδο επίγνωσης του εαυτού μας. Πρέπει
δηλαδή να έχουμε επίγνωση των κινήτρων και των ιδανικών μας, να γνωρίζουμε τι κρύβεται
πίσω από τις ενέργειές μας. Και αυτό απαιτεί να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον
εαυτό μας. Και για να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τον εαυτό μας πρέπει να τον
γνωρίζουμε. Αν δεν γνωρίζουμε τον εαυτό μας, τα ύψη και τα βάθη του, αν δεν μπορούμε να
βυθοσκοπήσουμε τη δική μας ψυχή και έτσι ν' αποκτήσουμε κάποια διαφάνεια για τους
άλλους, αν δεν υπάρχει καθαρότητα και εσωτερική λάμψη - τότε δεν είμαστε σε θέση να
μπορούμε να πούμε την αλήθεια.
Και αυτό είναι κάτι που όλοι μας πρέπει να το συνειδητοποιήσουμε. Τότε θα δούμε ότι δεν
είναι και τόσο εύκολο να λέει κανείς την αλήθεια. Μπορούμε ακόμα να ισχυριστούμε -χωρίς
να υπερβάλλω- ότι οι περισσότεροι από μας, τον περισσότερο καιρό, δεν λέμε την αλήθεια.
Και αν τα πούμε πιο ωμά τα πράγματα, οι περισσότεροι από μας, κατά παράδοξο τρόπο,
σχεδόν όλη την ώρα, λέμε ψέματα. Και η επικοινωνία μας είναι συνήθως ένα ψέμα, γιατί δεν
είμαστε ικανοί για τίποτα καλύτερο. Είμαστε ανίκανοι να πούμε την αλήθεια, με την πλήρη
έννοια του όρου. Αν το καλοσκεφτούμε, μπορεί να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι οι
περισσότεροι από μας περνάμε τη ζωή μας -χρόνο με το χρόνο, από την παιδική ηλικία μέχρι
τα γεράματα- χωρίς να είμαστε ικανοί ν' αρθρώσουμε την αλήθεια, με την πλήρη και ακέραιη
έννοια αυτού του πολυπαθέστατου όρου, έστω και για μία φορά.
Διαισθανόμαστε ωστόσο ότι το να βρίσκεται κανείς σε θέση να πει την αλήθεια μπορεί να
του δώσει μεγάλη ανακούφιση. Συνήθως δεν συνειδητοποιούμε πόσα ψέματα λέγαμε, μέχρι να
μας προκύψει κάποια στιγμή, μάλλον αραιά και που, όπου λέμε την αλήθεια. Όλοι ξέρουμε
ότι θα ήταν μεγάλη ανακούφιση αν δίναμε έκφραση σε κάτι που στριφογυρνάει στο νου μας
και βαραίνει την καρδιά μας, αν μιλούσαμε ανοικτά και ανεπιφύλακτα, αν λέγαμε σε
κάποιον την αλήθεια γι' αυτό που μας βασανίζει. Δυστυχώς, για τους περισσότερους κάτι
τέτοιο συμβαίνει σπανιότατα στη ζωή τους, αν όχι ποτέ.
Το να λέμε την αλήθεια σημαίνει να είμαστε ο εαυτός μας. Όχι με τη συμβατική, κοινωνική,
έννοια του όρου, όπως όταν μας λένε σ' ένα πάρτι "να είσαι ο εαυτός σου" που σημαίνει να
μην είσαι καθόλου ο εαυτός σου, αλλά με την έννοια τού να δίνουμε έκφραση διαμέσου του
λόγου σ' αυτό που πραγματικά είμαστε, σ' αυτό που πραγματικά ξέρουμε ότι είμαστε. Το να
λέμε την αλήθεια, ακόμα και μ' αυτόν τον πλήρη, εκλεπτυσμένο, βαθύ, πνευματικό τρόπο, δεν
είναι κάτι που πέφτει στο κενό. Δεν πάμε στην κορυφή ενός ουρανοξύστη να φωνάξουμε την
αλήθεια στ' αστέρια. Η αλήθεια πάντοτε έχει να κάνει με κάποιο άλλο άτομο, κάποιο άλλο
ανθρώπινο ον. Και αυτό μας οδηγεί στο δεύτερο επίπεδο του Τέλειου Λόγου ή το δεύτερο
επίπεδο της επικοινωνίας.
2. Το επίπεδο της τρυφερότητας
Ο Τέλειος Λόγος δεν είναι μόνο αληθής, με την πλήρη έννοια του όρου, είναι επίσης
τρυφερός και στοργικός. Είναι η αλήθεια που αρθρώνεται λόγω αγάπης και διαμέσου της
αγάπης. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να λέμε γλυκόλογα ή τίποτα τέτοιο. Το να λέει κανείς
την αλήθεια μ' αυτό τον τρόπο σημαίνει να λέει ολόκληρη την αλήθεια με πλήρη επίγνωση
του ατόμου στο οποίο απευθύνεται. Πόσοι από μας μπορούμε να το κάνουμε αυτό; Αν το
καλοσκεφτούμε θα διαπιστώσουμε ότι όταν μιλάμε στους άλλους σπανίως τους κοιτάμε. Το
έχουμε προσέξει ποτέ αυτό; Ίσως δεν ισχύει μόνο για τον τρόπο που μιλάμε εμείς στους
ανθρώπους αλλά και για τον τρόπο με τον οποίο εκείνοι μας μιλάνε. Όταν τους μιλάμε ή
όταν μας μιλάνε απλά δεν κοιτιόμαστε. Κοιτάμε πάνω από τους ώμους τους, το μέτωπό τους,
πάνω στο ταβάνι, κάτω στο πάτωμα - σχεδόν οπουδήποτε εκτός από το πρόσωπο του ατόμου στο
οποίο μιλάμε. Αν δεν κοιτάμε τους άλλους στα μάτια δεν μπορούμε να τους γνωρίσουμε (και
αυτό είναι ένα από τα πράγματα που προσπαθούμε να διορθώσουμε με τις ασκήσεις
επικοινωνίας, όπως μερικοί από σας θα ξέρουν προς μεγάλη δυσανασχέτησή τους!).
Μπορούμε να πούμε ότι αγάπη, με την έννοια που τη χρησιμοποιούμε εδώ, σημαίνει επίγνωση
της ύπαρξης ενός άλλου ατόμου. Εάν, δεν ξέρουμε τον άλλο, πώς θα του μιλήσουμε με
τρυφερότητα; Είναι αδύνατο. Μας αρέσει να πιστεύουμε ότι αγαπάμε τους άλλους, ότι
είμαστε φιλόστοργοι, αλλά σπανίως κάτι τέτοιο αληθεύει. Συνήθως τους βλέπουμε μέσα από
το πλαίσιο των δικών μας συναισθηματικών αντιδράσεων. Αντιδρούμε συναισθηματικά μ'
ένα συγκεκριμένο τρόπο και μετά αποδίδουμε τη συναισθηματική μας αντίδραση σε αυτούς,
σαν να ήταν ένα δικό τους, αυτογενές, χαρακτηριστικό. Αν για παράδειγμα οι άλλοι κάνουν
αυτό που θα θέλαμε να κάνουν για μας τότε λέμε ότι είναι καλοπροαίρετοι, ιπποτικοί, ότι
βοηθάνε τον κόσμο, κ.τ.λ. Με αυτήν την τακτική δεν επικοινωνούμε με τον άλλο. Αντιθέτως,
αυτό που πραγματικά συμβαίνει τις περισσότερες φορές είναι ότι επικοινωνούμε ή
προσπαθούμε να επικοινωνήσουμε ή ακόμα υποκρινόμαστε ότι επικοινωνούμε, με τις δικές
μας ψυχολογικές προβολές.
Κάτι τέτοιο συμβαίνει πολύ συχνά με άτομα που -υποτιθέμενα- είναι πιο κοντινά και
αγαπητά. Οι γονείς και τα παιδιά, τ' αδέλφια μεταξύ τους, οι σύζυγοι, όλοι αυτοί πολύ
σπάνια γνωρίζουν ο ένας τον άλλο. Μπορεί να έχουν συζήσει για δέκα, είκοσι, τριάντα
χρόνια αλλά να μην γνωρίζονται. Το μόνο πράγμα που γνωρίζουν είναι οι συναισθηματικές
τους αντιδράσεις στον άλλο, αντιδράσεις που φυσικά τις αποδίδουν ο ένας στον άλλο λες
και ήταν δικό του αυτογενές χαρακτηριστικό. Έτσι νομίζουν ότι τους ξέρουν, αλλά στην
πραγματικότητα δεν τους ξέρουν καθόλου. Το μόνο που ξέρουν είναι οι δικές τους
εγκεφαλικές και συναισθηματικές καταστάσεις όπως αυτές έχουν προβληθεί πάνω σ' αυτούς.
Και αυτή είναι μία σκέψη που σοκάρει. Μια παλιά παροιμία έλεγε: "σοφός είναι ο πατέρας
που γνωρίζει το παιδί του". Λοιπόν, με τον ίδιο τρόπο που είναι σοφός ο πατέρας που
γνωρίζει το παιδί του, είναι σοφή η γυναίκα που γνωρίζει τον άνδρα της και είναι πολύ
σοφός ο άντρας που γνωρίζει τη γυναίκα του - γιατί όσο πιο πολύ ζούμε με τους άλλους,
ιδίως αυτούς με τους οποίους μας δένουν δεσμοί αίματος ή στενοί συναισθηματικοί
δεσμοί, τόσο λιγότερο, με την αληθινή πνευματική έννοια της λέξης, τους γνωρίζουμε. Σε
τελική ανάλυση τι είναι η μητέρα για το μωρό; Μητέρα για το μωρό σημαίνει απλά μια
όμορφη αίσθηση ζεστασιάς, άνεσης, ασφάλειας και σιγουριάς: αυτό αντιπροσωπεύει η
μητέρα για το μωρό. Το παιδί δε γνωρίζει τη μητέρα του ως πρόσωπο. Το ίδιο ισχύει για
άλλες σχέσεις και παραμένει έτσι καθ' όλη τη διάρκεια της ζωής μας με κάποιες
μικροβελτιώσεις και εκλογικεύσεις από καιρό σε καιρό. Τα παραπάνω ισχύουν σχεδόν
πάντα για τους περισσότερους.
Γι' αυτό γίνονται τόσες παρεξηγήσεις, τόσες αποτυχημένες απόπειρες επικοινωνίας,
τόσες απογοητεύσεις, ιδίως δε στις πιο τρυφερές σχέσεις. Οι άνθρωποι δε συγκάνουν,
γιατί δε γνωρίζουν ο ένας τον άλλο και επομένως είναι αδύνατο να γεννηθεί η αγάπη.
Υπάρχει μόνο μια ψευτοεπικοινωνία μεταξύ προβολών και τίποτα παραπάνω. Το ξέρω ότι
κάτι τέτοιο ακούγεται ακραίο και μάλλον τρομακτικό, αλλά είναι αλήθεια. Πιστεύω ότι
είναι καλύτερο και πιο υγιές να δούμε την αλήθεια σχετικά με μας και τους άλλους όσο το
γρηγορότερο δυνατόν, και να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που ονομάζουμε "σχέσεις", στις
περισσότερες περιπτώσεις, δεν είναι παρά ένας λαβύρινθος αμοιβαίων προβολών, δίχως
ίχνος αμοιβαίας επίγνωσης και κατανόησης - για να μη μιλήσουμε για αμοιβαία αγάπη.
Ωστόσο, υπάρχει κάτι το οποίο μπορούμε να ονομάσουμε αμοιβαία επίγνωση και αμοιβαία
αγάπη. Και αν είμαστε ικανοί να λέμε την αλήθεια στους άλλους -που σημαίνει να τους
αγαπάμε, αν βέβαια συμφωνούμε ότι αγάπη είναι η επίγνωση του άλλου- τότε θα ξέρουμε
επίσης και τι έχουν ανάγκη. Αν πραγματικά τους γνωρίζουμε, θα ξέρουμε τι έχουν ανάγκη -
σε αντίθεση με το να νομίζουμε τι θα έπρεπε να έχουν ανάγκη, γιατί θα μας βόλευε αν
είχαν έτσι τα πράγματα, όπως συχνά το εννοούν οι άνθρωποι με τη φράση "ξέρω τι είναι
καλό γι' αυτόν". Το να ξέρουμε τι έχουν ανάγκη οι άλλοι, σημαίνει να ξέρουμε με
αντικειμενικότητα τι είναι καλό γι' αυτούς, δίχως να το συσχετίζουμε με τις δικές μας
ανάγκες. Μόνον τότε θα ξέρουμε τι χρειάζεται να δώσουμε, τι χρειάζεται να τους
προσφέρουμε και με ποιο τρόπο μπορούμε να τους βοηθήσουμε. Και αυτό μας οδηγεί στο
τρίτο επίπεδο του Τέλειου Λόγου, ή το τρίτο επίπεδο επικοινωνίας.
3. Το επίπεδο της αρωγής
Σύμφωνα με το Βούδδα αυτά που λέμε πρέπει να βοηθάνε τους άλλους, με την έννοια τού να
συνεισφέρουν στην καλλιέργεια, κυρίως την πνευματική καλλιέργεια, του ατόμου με το
οποίο συνομιλούμε. Δε χρειάζεται βέβαια να αναπτύσσουμε θρησκευτικές διδασκαλίες, αν
και αυτό μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμο. Σε γενικές γραμμές, αυτή η πλευρά του
Τέλειου Λόγου -το να βοηθάμε τους άλλους με τα λεγόμενά μας- απαιτεί να μιλάμε με τέτοιο
τρόπο έτσι ώστε να εξυψώνουμε τη συνείδηση των ατόμων στα οποία απευθυνόμαστε αντί να
την υποβιβάζουμε. Και αν δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι τέτοιο τουλάχιστον ας δείχνουμε
εκτίμηση και ας εμπνέουμε θετικότητα. Δυστυχώς, οι πιο πολλοί άνθρωποι είναι
αρνητικοί. Τους λες για κάτι καλό που σου συνέβη και σ' έκανε ευτυχισμένο και αυτοί είτε
μουτρώνουν είτε το υποτιμάνε είτε προσπαθούν να σε αποκαρδιώσουν. Στο τέλος μπορεί να
καταλήξεις να νιώσεις ένοχος επειδή κάτι σ' έκανε να χαρείς ή επειδή εκτίμησες την
ομορφιά του. Επομένως πρέπει να είμαστε θετικοί και ενθαρρυντικοί, γιατί αν έχουμε μια
τέτοια διάθεση βοηθάμε τους άλλους να εξελιχθούν. Αντιθέτως όταν είμαστε αρνητικοί,
επικριτικοί ή καταστροφικοί δε βοηθάμε καθόλου19 .
Υπάρχει μια όμορφη ιστορία παρμένη από τα απόκρυφα ευαγγέλια που μας δείχνει τη
σημασία των παραπάνω. (Στα πρώτα βήματα του χριστιανισμού, δεν υπήρχαν μόνο τα τέσσερα
ευαγγέλια που βρίσκουμε στην Αγία Γραφή, αλλά δεκάδες, ακόμα και εκατοντάδες άλλα.
Μερικά από τα διασωθέντα περιέχουν ρητά και ιστορίες που δεν υπάρχουν σε αυτήν.)
Σύμφωνα με αυτή την ιστορία, ο Ιησούς περπατούσε μαζί με τους μαθητές του κάπου στη
Γαλιλαία, όταν έπεσαν πάνω σ' ένα ψόφιο σκυλί. Σπάνια βλέπουμε ψόφια σκυλιά στους
δρόμους του Λονδίνου, αλλά στην Ανατολή αποτελεί σύνηθες θέαμα ακόμα και τώρα, και όσοι
έχετε διαβάσει το σχετικό ποίημα του Μπωντλαίρ20 , θα ξέρετε ότι ένα ψόφιο ζώο δεν είναι
και πολύ όμορφο θέαμα. Το σκυλί της ιστορίας πρέπει να ήταν ψόφιο βδομάδες, γιατί καθώς
το αντίκρισαν οι μαθητές αντέδρασαν με τρόμο και αηδία. Ο Ιησούς ωστόσο χαμογέλασε
λέγοντας: "Τι όμορφα δόντια!" Μπορούσε να βρει κάτι το ωραίο ακόμα και σ' έναν ψόφιο
σκύλο.
Μια τέτοιου είδους νοοτροπία απαιτείται γι' αυτό το επίπεδο του Τέλειου Λόγου. Θα
πρέπει να είμαστε σε θέση να δούμε την όμορφη, τη λαμπερή, τη θετική πλευρά των
πραγμάτων και όχι να επικεντρωνόμαστε στην αρνητική πλευρά τους. Δεν πρέπει να μας
διακατέχει μια κριτική μανία ή μια τάση να ισοπεδώνουμε τα πάντα. Υπάρχει η κατάλληλη
ώρα για την κριτική, ακόμα και για καυστική κριτική - η κριτική είναι μια πλήρως
αποδεκτή δραστηριότητα. Αλλά οι περισσότεροι από μας, βρίσκουμε πολύ πιο εύκολο το να
κριτικάρουμε, παραμελώντας έτσι τη θετική πλευρά των πραγμάτων. Ακόμα και αν δεν
είμαστε σε θέση να καθοδηγήσουμε πνευματικά κάποιον ή να βοηθήσουμε τους άλλους να
φτάσουν στη φώτιση -που έτσι κι αλλιώς ελάχιστοι το μπορούν, έστω και σε στοιχειώδη
επίπεδο- μπορούμε τουλάχιστον να είμαστε θετικοί. Μπορούμε να δείξουμε την εκτίμησή
μας για οτιδήποτε καλό βλέπουμε ν' αναπτύσσεται ή να αναδύεται μέσα από τον άλλο. Έτσι
κι αλλιώς, έστω κι αν κάποτε προσπαθήσουμε να καθοδηγήσουμε πνευματικά κάποιον, κάτι
τέτοιο θα λειτουργήσει μόνο αν γίνει με καλή θέληση, μ' ένα θετικό και δημιουργικό
πνεύμα.
Για ν' ανακεφαλαιώσουμε, αν επικοινωνούμε με τον τρόπο που περιγράψαμε, δηλαδή, αν λέμε
την αλήθεια, όλη την αλήθεια και τίποτα εκτός από την αλήθεια· αν μιλάμε με αγάπη,
δηλαδή με επίγνωση της ύπαρξης του άλλου· αν μιλάμε με τρόπο που να διευκολύνει την
ανάπτυξη του άλλου, που να τον επηρεάζει θετικά και να προωθεί την πνευματική του
υγεία· αν νοιαζόμαστε περισσότερο για τις ανάγκες των άλλων παρά τις δικές μας· αν δεν
προβάλλουμε τα δικά μας συναισθήματα και δε χρησιμοποιούμε ή εκμεταλλευόμαστε τους
άλλους· τότε το αποτέλεσμα θα είναι κάθε φορά που μιλάμε ή επικοινωνούμε μ' ένα άτομο
να ξεχνάμε τον εαυτό μας. Αυτό μας οδηγεί στο τέταρτο και υψηλότερο επίπεδο του Τέλειου
Λόγου ή το τέταρτο και τελικό στάδιο επικοινωνίας.
4. Το επίπεδο που προάγει την ομόνοια, την αρμονία και την ενότητα
Ο Τέλειος Λόγος, εκτός από τις ιδιότητες που ήδη περιγράψαμε, πρέπει επίσης να προάγει
την ομόνοια, την αρμονία και την ενότητα. Αυτό βέβαια δε σημαίνει μόνο λεκτική
κατάφαση, δε σημαίνει να λέμε "ναι, ναι" όλη την ώρα. Δε σημαίνει καν ότι μοιραζόμαστε
τις ίδιες ιδέες - δεν πρόκειται για ενότητα του στυλ "εσύ πιστεύεις στο βουδδισμό, εγώ
πιστεύω στο βουδδισμό". Δεν εννοούμε τίποτα τέτοιο. Αυτό που πραγματικά σημαίνει ο
"λόγος που προάγει την ομόνοια, την αρμονία και την ενότητα" είναι η αμοιβαία βοήθεια,
βασισμένη στην ειλικρίνεια και στην επίγνωση της ύπαρξης και των αναγκών του άλλου για
την επίτευξη μιας αμοιβαίας υπέρβασης του εαυτού. Αυτή η αμοιβαία υπέρβαση είναι ο κατ'
εξοχήν Τέλειος Λόγος. Δεν είναι απλά ο Τέλειος Λόγος, αλλά επίσης και η τελειότητα στην
επικοινωνία. Όταν αυτού του είδους η ομόνοια, η αρμονία και η ενότητα, αυτού του είδους
η κατανόηση, έχει φτάσει σ' ένα στάδιο πληρότητας και τελειότητας, δε χρειάζεται πλέον
να ειπωθεί τίποτα παραπάνω. Ακόμα και σε καθημερινό επίπεδο, όταν πρωτογνωρίζουμε
κάποιον μιλάμε πολύ. Προσπαθούμε να τον γνωρίσουμε καλύτερα, ν' ανταλλάξουμε ιδέες,
αλλά όσο περισσότερο τον γνωρίζουμε, κατά κάποιο τρόπο τόσο λιγοστεύουν αυτά που
έχουμε να πούμε. Όταν ο Τέλειος Λόγος κορυφώνεται μέσα σε αρμονία, ενότητα και αμοιβαία
υπέρβαση του εαυτού, τότε κορυφώνεται επίσης και μέσα στη σιωπή.
Αυτό που ο Βούδδας αποκαλεί Τέλειο Λόγο αντιπροσωπεύει το άκρον άωτον της αρχής της
επικοινωνίας, ωστόσο δεν πρέπει να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο λόγος, ακόμα και ο
Τέλειος Λόγος, είναι το μοναδικό μέσο επικοινωνίας. Στο Βατζραγιάνα βουδδισμό -το
βουδδισμό του Αδαμάντινου Μονοπατιού- υπάρχουν τρία επίπεδα μετάδοσης των
διδασκαλιών του Βούδδα. Το πρώτο, το χαμηλότερο δηλαδή επίπεδο, είναι το λεκτικό. Σ'
αυτό το επίπεδο οι διδασκαλίες -η πνευματική εμπειρία- μεταδίδονται διαμέσου του
προφορικού ή του γραπτού λόγου. Το επόμενο επίπεδο είναι η μετάδοση διαμέσου σημαδιών
ή συμβόλων, όπως π.χ. στη Ζεν ιστορία όπου ο Βούδδας κρατούσε ένα χρυσό λουλούδι στο
μέσο μιας συγκέντρωσης. Αυτό ήταν ένα σημάδι. Το μήνυμά του κατανοήθηκε μόνο από τον
Μαχακάσιαπα, και διαμέσου αυτού του σήματος, ή διαμέσου της σημασίας αυτού του σήματος,
η ουσία της πνευματικής εμπειρίας του Βούδδα μεταδόθηκε στον Μαχακάσιαπα, και από
αυτόν σ' όλους τους υπόλοιπους μεγάλους δασκάλους του Ζεν. Αλλά σύμφωνα με τη
Βατζραγιάνα το υψηλότερο επίπεδο μετάδοσης είναι η τηλεπαθητική επικοινωνία, η οποία
φυσικά συντελείται στη σιωπή. Είναι η άμεση επικοινωνία δύο πνευμάτων, χωρίς την
παρέμβαση γραπτού ή προφορικού λόγου, οπτικών σημάτων και συμβόλων. Είναι το πνεύμα το
οποίο αναμεταδίδει με απόλυτη αμεσότητα όχι σήματα αλλά την ίδια του την ουσία σ' ένα
άλλο πνεύμα, δίχως μεσάζοντες και δίχως κάποιο μέσο αναμετάδοσης. Με άλλα λόγια
επιτελείται συγχώνευση δύο διαφορετικών πνευμάτων.
Δεν πρέπει ν' αντιλαμβανόμαστε τη σιωπή απλά ως απουσία ήχου. Όταν ο κάθε θόρυβος
σβήνει -από το θόρυβο του κυκλοφοριακού έξω στο δρόμο, το τρίξιμο της καρέκλας στο
δωμάτιο και το θόρυβο της αναπνοής μας, ακόμα και αν ο "θόρυβος" των ιδίων μας των
σκέψεων έχει κατασιγάσει- δεν απομένει κάτι το αρνητικό ή κάτι το νεκρό, ούτε καν το
κενό. Αυτό που απομένει είναι μια ζωντανή σιωπή.
Και μιλώντας για ζωντανή σιωπή μου έρχεται στο νου το μεγάλο παράδειγμα του Ινδού
δασκάλου Ραμάνα Μαχάρσι, που πέθανε το 1950. Είχα την καλή τύχη να βρεθώ μαζί του για λίγο
καιρό, περίπου ένα χρόνο πριν το θάνατο του, και να ομολογήσω ότι αποτελούσε το τέλειο
παράδειγμα αυτής της νοοτροπίας. Τον έβρισκες σε μία εξέδρα, στην κυρίως αίθουσα του
ναού, καθισμένο σ' έναν καναπέ με κάλυμμα από δέρμα τίγρης και την περισσότερη ώρα δεν
έλεγε απολύτως τίποτα. Τον έβλεπες να κάθεται στην ίδια θέση για σαράντα ολόκληρα
χρόνια και παρ' όλο που η αίθουσα ήταν γεμάτη κόσμο, μόλις έμπαινες ένιωθες να δονείσαι
από την περίεργη συνήχηση αυτής της σιωπής. Ένοιωθες ότι κυριολεκτικά η σιωπή
αναδυόταν από μέσα του. Μπορούσες σχεδόν να δεις τα κύματα της σιωπής να ρέουν, να
αγκαλιάζουν όλους τους παρευρισκόμενους, να εισρέουν μέσα στην καρδιά και το νου τους
και να τους καθησυχάζουν. Και αν καθόσουν και συ, θα ένιωθες κυριολεκτικά αυτήν τη
σιωπή να σε αγκαλιάζει, να σε ηρεμεί, να γαληνεύει το νου σου. Δε μιλάω ποιητικά ή
μεταφορικά: αυτή τη σιωπή την ένιωθες στην κυριολεξία. Την ένιωθες σαν μία κυματόμορφη
θετική δύναμη που κυλούσε αδιάλειπτα προς εσένα. Αυτή είναι η σιωπή - η πραγματική
σιωπή, η αληθινή σιωπή που τόσο όμορφα ενσάρκωνε ο Ραμάνα Μαχάρσι.
Σιωπή τέτοιας ποιότητας είναι πολύ σπάνια. Ακόμα και η κοινή σιωπή, το χαμηλότερο είδος
σιωπής, σπανίζει στη σύγχρονη ζωή. Αναμφισβήτητα, οι ζωές μας είναι υπερβολικά γεμάτες
θορύβους και λόγια. Και όταν λέω λόγια δεν εννοώ αληθινή επικοινωνία διαμέσου του
λόγου αλλά απλή φλυαρία, την πολλαπλή παράθεση λέξεων χωρίς πολύ νόημα. Είναι φυσικό να
θεωρούμε το λόγο, που στο κάτω-κάτω της γραφής είναι τόσο πολύτιμος, τόσο όμορφος, τόσο
εκφραστικός, σαν κάτι το σπάνιο. Θα έπρεπε να είναι κάτι που κάνουμε αραία και που, όπως
το φαγητό, μετά από περίσκεψη και προετοιμασία. Συνήθως όμως, ο λόγος προηγείται της
σκέψης, καθώς η ομιλία είναι ο κανόνας και η σιωπή είναι η εξαίρεση.
Αλλά ίσως και να υπάρχει μια ελπίδα για μας, όπως υπήρχε για το νεαρό Μακόλεϊ, για τον
οποίο το σπινθηροβόλο πνεύμα του Σίντνεϊ Σμιθ21 επεσήμανε: "Ο Μακόλεϊ βελτιώνεται. Έχει
λαμπρά διαλείμματα σιωπής". Οι περισσότεροι από μας βρισκόμαστε στην ίδια θέση. Ίσως
όντως να βελτιωνόμαστε. Ίσως πράγματι να έχουμε που και που κάποια λαμπρά διαλείμματα
σιωπής. Ίσως θα έπρεπε να δημιουργήσουμε περισσότερο χώρο για τη σιωπή στη ζωή μας:
περισσότερο χρόνο για να μένουμε μόνοι και ανενόχλητοι στην ησυχία μας. Αν δεν το
κάνουμε αυτό από καιρό σε καιρό, τουλάχιστον για κάνα δύο ώρες τη μέρα, η άσκηση του
διαλογισμού θα μας φανεί ιδιαίτερα δύσκολη.
Αλλά ξεφύγαμε πολύ μακριά από τον Τέλειο Λόγο, και μπορεί να φανεί παράδοξο το ότι
κανείς μπορεί να μιλάει -ιδίως σε τέτοια έκταση- για να επαινέσει τη σιωπή. Μοιάζει με
τη περιβόητη περιγραφή των έργων του Καρλάυλ22: "Το Ευαγγέλιο της Σιωπής, σε σαράντα
τόμους, από τον κύριο Φλύαρο". Επομένως καλύτερα να κλείσω τη συζήτηση με την ελπίδα ότι
είναι πλέον προφανές ότι ο Τέλειος Λόγος κρύβει πολύ περισσότερα απ' ό,τι αρχικά μπορεί
να νόμιζε κανείς. Τέλειος Λόγος δεν είναι μόνο Σωστός Λόγος με τη συνηθισμένη έννοια.
Είναι το ιδανικό της τέλειας επικοινωνίας, όπως την είδε ο Βούδδας: τέλεια αληθής, με
την πλήρη έννοια του όρου, τέλεια τρυφερή, τέλεια χρήσιμη και που προάγει την τέλεια
ομόνοια, αρμονία και ενότητα - ή την τέλεια υπέρβαση του εαυτού.
Κεφάλαιο 4
Αφήνοντας τον Τέλειο Λόγο φτάνουμε στο τέταρτο στάδιο του Ευγενούς Οκταπλού
Μονοπατιού που είναι η Τέλεια Συμπεριφορά, σάμυακ-καρμάντα (παλί: σάμμα-καμμάντα) η
οποία αποτελεί το τρίτο στάδιο του Μονοπατιού της Μετουσίωσης και αντιπροσωπεύει τη
μεταμόρφωση κάθε δραστηριότητας σύμφωνα με την Τέλεια Θέαση. Καρμάντα σημαίνει
συμπεριφορά στην κυριολεξία και έτσι δεν απαιτείται περαιτέρω ανάλυση, ενώ σάμυακ,
καθώς έχει ήδη πολλές φορές ειπωθεί, σημαίνει ολόκληρο, ακέραιο, ολοκληρωμένο, τέλειο.
Επομένως, δεν πρέπει απλά να μιλάμε για Σωστή Συμπεριφορά αλλά για Τέλεια Συμπεριφορά.
Το ερώτημα του τι εστί Τέλεια Συμπεριφορά, έχει βαρύνουσα σημασία και μας οδηγεί στην
καρδιά της ηθικής θεωρίας, παρακινώντας μας να εντρυφήσουμε βαθύτερα στις θεμελιώδεις
αρχές της. Τι είναι αυτό που κάνει μια πράξη σωστή; Τι είναι αυτό που κάνει κάποιες
άλλες πράξεις λάθος; Υπάρχει κάποιο είδος καθολικά αποδεκτού κριτηρίου υπό το φως του
οποίου μπορούμε να αποφανθούμε ότι το τάδε είναι σωστό και το δείνα είναι λάθος; Αν
όντως υπάρχει ένα τέτοιο κριτήριο, πού πρέπει να ψάξουμε για να το βρούμε; Ποια είναι η
φύση του; Όλα αυτά είναι υψίστης σημασίας ερωτήματα που αφορούν όλους μας ανεξαιρέτως.
Είτε το θέλουμε είτε όχι, πρέπει να παίρνουμε συνέχεια αποφάσεις για το τι θα κάνουμε,
κάθε μέρα, κάθε ώρα - σχεδόν κάθε λεπτό. Ένα ερώτημα γεννιέται αναπόφευκτα: πώς να
πράξουμε με τον καλύτερο τρόπο, ποιο δηλαδή πρέπει να είναι το κριτήριο, ποια η
κινητήριος δύναμη ή το κίνητρο των ενεργειών μας;
Η "ηθική παρακμή"
Πολλοί, συμπεριλαμβανομένων των ιερωμένων, αρέσκονται στο να θρηνολογούν γι' αυτό που
ονομάζουν ηθική παρακμή. Υποτίθεται ότι κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών ο
κόσμος έγινε βαθμηδόν πιο ανήθικος και προφανώς βρισκόμαστε τη σήμερον ημέρα σε
άσχημη κατάσταση. Βέβαια, η ηθική παρακμή συνήθως συνδέεται με την παρακμή της
θρησκείας, ιδίως της χριστιανικής θρησκείας. Από τη στιγμή που γυρίσαμε την πλάτη μας
στην εκκλησία, μας λένε, ρίξαμε τον εαυτό μας στο βόρβορο της αμαρτίας. Πράγματι,
μπορούμε να πούμε ότι η παραδοσιακή ηθική έχει υποχωρήσει σε μεγάλο βαθμό. Πολύς
κόσμος είναι πλέον πεπεισμένος ότι δεν υπάρχουν δεδομένα κριτήρια καλού ή κακού. Τον
17ο αιώνα ένας από τους Πλατωνιστές του Καίμπριτζ, ο Ραλφ Κούντγουορθ23, έγραψε ένα
βιβλίο με τίτλο, Διατριβή πάνω στην Αιώνια και Αναλλοίωτη Ηθική. Θα φαινόταν πολύ
γελοίο αν κανείς, συμπεριλαμβανομένων του Αρχιεπισκόπου του Καντέρμπουρι και του
Πάπα, έγραφε ένα βιβλίο μ' αυτόν τον τίτλο στις μέρες μας. Ακόμα και οι μεγαλύτεροι
ανθρωπιστές και οι ελεύθερα σκεπτόμενοι φιλόσοφοι του 19ου αιώνα, άσχετα με το πόσο
απείχαν στις διανοητικές τους ανησυχίες, συνέχισαν να συμμορφώνονται με τη
χριστιανική ηθική. Άτομα σαν τον Δαρβίνο, τον Χάξλεϊ ή ακόμα και τον Μαρξ, υπήρξαν
υποδείγματα ηθικής, πέρα από κάνα δύο ολισθήματα "οικιακής φύσεως" όπως τα ονόμαζαν οι
Βικτωριανοί. Αλλά τα πράγματα έχουν αλλάξει. Όπως μια δεσποινίδα μου έλεγε την
προηγούμενη, "αν κάνεις κάτι που σου αρέσει, τότε, τουλάχιστον για σένα, είναι σωστό".
Και δεν είναι η μόνη που σκέφτεται έτσι. Μπορεί άλλοι να μην έχουν την ίδια ειλικρίνεια
με εκείνη, αλλά σκέφτονται με παρόμοιο τρόπο. Αυτή η τάση δεν είναι απαραίτητα κάτι το
κακό. Μακροπρόθεσμα η άρνηση της παραδοσιακής ηθικής μπορεί ακόμα και ν' αποβεί σε
καλό, καθώς θα μας αναγκάσει να αναθεωρήσουμε με δημιουργικότητα, αίσθημα και φαντασία
την ηθική μας. Το γεγονός ότι μια καινούρια ηθική μπορεί να κάνει την εμφάνισή της μέσα
από τ' απομεινάρια της παλιάς είναι κάτι το θετικό.
Ιουδαιοχριστιανική Ηθική
Αν εξετάσουμε τις πηγές της δυτικής ηθικής θα δούμε ότι ξεκίνησε στραβά. Η ηθική μας
παράδοση είναι ένα σύμφυρμα ετερόκλητων στοιχείων. Διαθέτει στοιχεία που πηγάζουν από
την αρχαιοελληνική και ρωμαϊκή παράδοση, ιουδαιοχριστιανικά στοιχεία, και, κυρίως σε
μερικές βορειο-ευρωπαϊκές χώρες, στοιχεία γερμανικής ειδωλολατρίας. Ενώ όμως η δυτική
ηθική μας παράδοση αποτελείται από διαφορετικά συνυφασμένα νήματα, το στοιχείο που
επικρατεί είναι το ιουδαιοχριστιανικό. Αυτή είναι η "επίσημη" ηθική την οποία,
τουλάχιστον στο παρελθόν, ελάχιστοι σέβονταν άσχετα με το ποια θρησκεία ακολουθούσαν.
Η ιουδαιοχριστιανική ηθική βασίζεται πάνω σε Κανόνες24 . Μια ηθική υποχρέωση ή κανόνας
είναι κάτι που πηγάζει απ' το Θεό. Αυτό είναι εμφανές από την περιγραφή της λήψης των
Δέκα Εντολών στην Αγία Γραφή. Ο Μωυσής πηγαίνει στο όρος Σινά όπου, εν μέσω βροντών και
κεραυνών, λαμβάνει τις Δέκα Εντολές από χέρι Θεού. Όταν κατέβηκε από το όρος -σύμφωνα με
τη χριστιανική απεικόνιση- με τις δύο πέτρινες πλάκες, που περιείχαν τις Δέκα Εντολές
χωμένες κάτω από τις μασχάλες του σαν δύο ταφόπετρες, τις παρέδωσε στα Τέκνα του
Ισραήλ. Αυτό δείχνει ότι η ηθική είναι κάτι που επέβαλε ο Θεός στον άνθρωπο, σχεδόν
ενάντια στη θέλησή του, διαμέσου μιας δύναμης και εξουσίας που ήταν έξω από αυτόν.
Σύμφωνα με την Παλαιά Διαθήκη ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από το Θεό, πλάστηκε με σκόνη
και ο Θεός είναι αυτός που εμφύσησε ζωή στα ρουθούνια του. Έτσι ο άνθρωπος είναι
δημιούργημα του Θεού, σχεδόν σκλάβος του Θεού και είναι καθήκον του να τον υπακούει
καθώς η ανυπακοή αποτελεί αμαρτία.
Αυτό φαίνεται ξανά στην Πτώση. Ο Αδάμ και η Εύα τιμωρήθηκαν, όπως όλοι ξέρουμε, για την
ανυπακοή τους σε μία αυθαίρετη διαταγή. Ο Θεός είπε: "Δεν θα φάτε από το δέντρο της
γνώσης του καλού και του κακού". Αλλά δεν τους εξήγησε το λόγο αυτής της απαγόρευσης.
Σήμερα ξέρουμε ότι ιστορίες σαν και αυτή είναι μύθοι και παρόλο που λίγοι ακόμα τις
παίρνουν στην κυριολεξία, η νοοτροπία που αντιπροσωπεύουν συνεχίζει να υφίσταται. Η
λέξη εντολή έχει ιδιαίτερη σημασία και είναι εξίσου ιδιαίτερα σημαντικό το ότι ένας
ηθικός νόμος ή κανόνας πρέπει να ονομάζεται εντολή - κάτι για το οποίο είναι κανείς
εντεταλμένος, υποχρεωμένος, ίσως ακόμα και εξαναγκασμένος, να πράξει, από κάποια
δύναμη ή εξουσία έξω από αυτόν.
Τα παραδείγματα που χρησιμοποίησα είναι από την Παλαιά Διαθήκη και είναι σίγουρο ότι η
χριστιανική ηθική είναι πιο εκλεπτυσμένη από αυτήν, όχι όμως επαρκώς. Οι πηγές της
χριστιανικής ηθικής βρίσκονται στη διδασκαλία του Ιησού, όπως αυτή περιγράφεται στα
Τέσσερα Ευαγγέλια. Σύμφωνα λοιπόν με τη χριστιανική παράδοση ο Ιησούς είναι Θεός, έτσι
όταν ο Θεός σού λέει τι να κάνεις είναι εμφανές ότι αυτή η παρότρυνση είναι φορτισμένη
με μια φοβερή πίεση εξουσίας. Κάνουμε κάτι όχι τόσο επειδή είναι καλό αλλά επειδή μας
ζητήθηκε να το κάνουμε, επειδή κάποιος, στον οποίο εναποθέτουμε κάθε δύναμη και
εξουσία σε γη και ουρανό, το απαίτησε από μας. Επομένως, σύμφωνα με το χριστιανισμό, η
ηθική θεωρείται σε γενικές γραμμές ως κάτι το υποχρεωτικό, κάτι που επεβλήθη άνωθεν
και με το οποίο πρέπει να συμμορφωνόμαστε. Αυτή είναι η παραδοσιακή μας κληρονομιά.
Αυτός είναι ο τρόπος σκέψης που μας επηρεάζει, συνειδητά ή ασυνείδητα, όταν
σκεφτόμαστε σε ηθικό επίπεδο.
Σήμερα οι πιo πολλοί Βρετανοί δεν παίρνουν το χριστιανισμό στα σοβαρά, ωστόσο τείνουν
ακόμα να βλέπουν την ηθική ως μία υποχρέωση που τους επεβλήθη άνωθεν, μία εντολή που
είναι υποχρεωμένοι να υπακούσουν.
Θα μπορούσαμε ίσως να συνοψίσουμε την ουσία της παραδοσιακής ηθικής λέγοντας ότι
στηρίζεται στο να μην κάνουμε αυτό που θέλουμε να κάνουμε και στο να κάνουμε αυτό που
δεν θέλουμε να κάνουμε, διότι -για λόγους πέραν της κατανόησής μας- έτσι μας είπε
κάποιος του οποίου την ύπαρξη δεν πιστεύουμε πλέον! Φυσικό επόμενο είναι να
βρισκόμαστε σε σύγχυση. Φυσικό, να μην έχουμε πλέον ηθικές αρχές και να προσπαθούμε, με
τυπικό βρετανικό στυλ, να τα μπαλώσουμε με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Αλλά παρότι
προσπαθούμε να βγάλουμε κάποιο νόημα από τη ζωή μας και ν' ανακαλύψουμε κάποιο είδος
συνοχής στα γεγονότα, όσον αφορά την ηθική, στις περισσότερες περιπτώσεις, επικρατεί
μια εικόνα χάους.
Το βουδδιστικό κριτήριο
Δεν θα ήθελα να υπερβάλω ή να κάνω την αντίθεση να φανεί ιδιαίτερα δραματική ή έντονη
σαν την αντίθεση μεταξύ άσπρου και μαύρου, η βουδδιστική ηθική όμως είναι πολύ
διαφορετική από την ηθική που περιέγραψα. Όντως, αυτό ισχύει για όλη την Ανατολή και
ιδίως την Άπω Ανατολή. Σύμφωνα με τη διδασκαλία του Βούδδα, όπως αυτή διατηρήθηκε σε
οποιαδήποτε σχολή ή παρακλάδι του βουδδισμού, οι πράξεις κρίνονται ως σωστές ή λάθος,
τέλειες ή ατελείς, ανάλογα με την ψυχική κατάσταση κάτω από την οποία εκτελούνται. Με
άλλα λόγια το κριτήριο της ηθικής δεν είναι θεολογικό αλλά ψυχολογικό. Στη Δύση δεν
είμαστε διόλου εξοικειωμένοι μ' αυτή την ιδέα, ακόμα και μέσα στο πλαίσιο του
χριστιανισμού, αλλά όσον αφορά τη βουδδιστική ηθική -συμπεριλαμβανομένης της ηθικής
που διέπει όλη την Άπω Ανατολή είτε πρόκειται περί βουδδιστικής, ταοϊστικής ή
κομφουκιανικής- το κριτήριο είναι ένα και μόνο. Είναι ένα κριτήριο το οποίο ισχύει
πάντοτε και διερευνάται σε βάθος.
Σύμφωνα με τη βουδδιστική παράδοση, υπάρχουν δύο είδη πράξεων: οι επιδέξιες (σανσκρ.
καουσάλυα, παλί: κουσάλα) και οι αδέξιες, (σανσκρ. ακαουσάλυα, παλί: ακουσάλα). Αυτό είναι
ιδιαίτερα σημαντικό γιατί οι όροι επιδέξιος και αδέξιος, σε αντίθεση με τους όρους
καλό ή κακό, υπονοούν ότι η ηθική είναι στην ουσία θέμα ευφυΐας. Δεν μπορείς να είσαι
επιδέξιος παρά μόνο αν έχεις καταλάβει κάποια πράγματα, έτσι μπορεί να δεις τις
δυνατότητές τους και να τα διερευνήσεις σε μεγαλύτερο βάθος. Έτσι, η ηθική σύμφωνα με
το βουδδισμό, είναι τόσο θέμα ευφυΐας και διορατικότητας όσο και θέμα καλών προθέσεων
και καλοπροαίρετων αισθημάτων. Όπως ξέρουμε, το μονοπάτι που οδηγεί στην κόλαση είναι
στρωμένο με καλές προθέσεις, αλλά θα ήταν δύσκολο να πούμε ότι το μονοπάτι που οδηγεί
στην κόλαση είναι στρωμένο με επιδεξιότητα.
Αδέξιες πράξεις είναι εκείνες που είναι ριζωμένες στον πόθο ή στην εγωιστική επιθυμία,
στο μίσος και την απέχθεια, στην πνευματική σύγχυση, τον αποπροσανατολισμό, τον
πνευματικό σκοταδισμό ή την πνευματική άγνοια. Επιδέξιες πράξεις είναι εκείνες που
δεν διέπονται από πόθο, μίσος και πνευματική σύγχυση. Αντιθέτως διέπονται από τα
θετικά χαρακτηριστικά της γενναιοδωρίας, ή της παρόρμησης να δίνεις και να μοιράζεσαι,
της αγάπης, της συμπόνιας και της κατανόησης. Αυτός ο πολύ απλός διαχωρισμός μάς κάνει
να βλέπουμε το ερώτημα της ηθικής από μία τελείως διαφορετική οπτική γωνία. Με την
ηθική ζωή γίνεται προσπάθεια να πράττουμε με βάση ό,τι καλύτερο διαθέτουμε μέσα μας:
σύμφωνα με τη βαθύτερη κατανόηση και διορατικότητά μας, σύμφωνα με τη μεγαλύτερη και
ευρύτερη αγάπη και συμπόνια μας.
Τώρα είμαστε σε θέση να δούμε τι σημαίνει Τέλεια Συμπεριφορά. Δε σημαίνει απλά
συμπεριφορά που συμμορφώνεται με κάποιους εξωτερικούς κανόνες ή κριτήρια αλλά
συμπεριφορά που εκφράζει την Τέλεια Θέαση και το Τέλειο Συναίσθημα. Η Τέλεια
Συμπεριφορά αντιπροσωπεύει την εφαρμογή, σε επίπεδο συμπεριφοράς, της Τέλειας Θέασης
και του Τέλειου Συναισθήματος, ακριβώς όπως ο Τέλειος Λόγος αντιπροσωπεύει την
εφαρμογή τους σε επίπεδο επικοινωνίας. Με άλλα λόγια, κάποιος που έχει ήδη επιτύχει την
Τέλεια Θέαση και έχει αναπτύξει το Τέλειο Συναίσθημα, εκφράζει αυθόρμητα με τη
συμπεριφορά του αυτήν τη θέαση και αυτήν τη συναισθηματική εμπειρία.
Κανόνες ηθικής συμπεριφοράς
Έχοντας φτάσει ως αυτό το σημείο, θα προξενείται η απορία στους σοβαρούς μαθητές του
βουδδισμού για το ποια ακριβώς είναι η θέση των Πέντε και των Δέκα Σίλας στην όλη
ιστορία. Δεν είναι οι ηθικοί κανόνες που μας έδωσε ο ίδιος ο Βούδδας και με τους οποίους
πρέπει να συμμορφωνόμαστε; Απαντώντας σε αυτό το ερώτημα μπορούμε να πούμε ότι, ναι μεν
ο Βούδδας έχει διδάξει και προτείνει τις Σίλας ή ομάδες αρχών, ωστόσο δεν τις επέβαλε
με αυταρχικό τρόπο, όπως συνέβη με τις Δέκα Εντολές του χριστιανικού Θεού. Αυτό που
λέει ο Βούδδας είναι ότι ένα φωτισμένο άτομο που διακρίνεται από βαθιά σοφία και είναι
γεμάτο συμπόνια, αναπόφευκτα θα συμπεριφερθεί μ' ένα συγκεκριμένο τρόπο, γιατί είναι η
φύση ενός Φωτισμένου να συμπεριφέρεται μ' έναν τέτοιο τρόπο. Επίσης, η συμπεριφορά μας
θα είναι φωτισμένη ανάλογα με το βαθμό στον οποίο εμείς είμαστε φωτισμένοι. Αν δεν
είμαστε φωτισμένοι ή ανάλογα με το βαθμό που απέχουμε από τη φώτιση, τότε η τήρηση των
Σίλας ή Αρχών θα μας βοηθήσει να βιώσουμε προσωπικά την πνευματική διάθεση της οποίας
συνήθως αποτελούν την έκφραση.
Ένα παράδειγμα θα μπορούσε να διευκρινίσει το λεγόμενά μου. Υποτίθεται ότι ένα
φωτισμένο άτομο δε νιώθει πόθο ή εγωιστική επιθυμία για κάτι. Οι υπόλοιποι είμαστε
γεμάτοι επιθυμίες. Ποθούμε π.χ. διάφορα φαγητά, έχουμε μία ιδιαίτερη προτίμηση για το
τάδε ή το δείνα. Ας υποθέσουμε ότι κάνουμε ένα πείραμα. Κόβουμε μία από τις αγαπημένες
μας λιχουδιές, όποια και αν είναι. Εννοώ να την κόψουμε μια και καλή. Με πολύ δισταγμό,
με πολύ λύπη, αποφασίζουμε να αντισταθούμε στον πειρασμό, ό,τι κι αν είναι αυτός - π.χ.
κέικ με δαμάσκηνα. (Ήξερα ένα βουδδιστή μοναχό, ο οποίος ήταν άκρως εθισμένος στο κέικ
με δαμάσκηνα. Έλεγαν ότι έκανε ό,τι του ζητούσες αν του το πρόσφερες σε επαρκή
ποσότητα!) Συχνά η έλλειψη μας κάνει να υποφέρουμε και μας είναι δύσκολο να ζήσουμε
δίχως τον αγαπημένο μας εθισμό. Αλλά αν επιμείνουμε, αν πολεμήσουμε αυτή τη λαχτάρα για
κέικ με δαμάσκηνα, τότε σταδιακά η επιθυμία θα σβήσει και τότε θα βρεθούμε σε μία
ευχάριστη κατάσταση όπου όχι μόνο δε θα υπάρχει επιθυμία, αλλά ούτε καν θα σκεφτόμαστε
το συγκεκριμένο πράγμα, του οποίου η έλλειψη παλαιότερα μας τυραννούσε. Η αποχή από το
κέικ με δαμάσκηνα, δε θα είναι πλέον ένα πειθαρχικό μέτρο αλλά μία αυθόρμητη έκφραση
της κατάστασης μη επιθυμίας που επιτύχαμε.
Οι Σίλας ή Αρχές δεν είναι απλά λίστες κανόνων, αν τις βρει όμως κανείς σε βουδδιστικά
βιβλία μπορεί να του δώσουν αυτή την εντύπωση. Δυστυχώς, πολύ συχνά ο Βούδδας
παρουσιάζεται να λέει στο κόσμο όλα τα πράγματα που δεν πρέπει να κάνουν και
δημιουργείται η εντύπωση ότι ο βουδδισμός είναι μια πολύ ζοφερή και επίπονη ιστορία.
Αλλά οι Σίλας είναι απλά κανόνες ηθικής συμπεριφοράς. Είναι η φυσική έκφραση κάποιων
συγκεκριμένων επιδέξιων ψυχικών καταστάσεων. Και αφού είναι η φυσική έκφραση
επιδέξιων ψυχικών καταστάσεων, μπορούμε να διαπιστώσουμε σε ποιο βαθμό έχουμε
καλλιεργήσει αυτές τις καταστάσεις, συγκρίνοντας τη συμπεριφορά μας με τη συμπεριφορά
που υπαγορεύουν οι Σίλας. Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά τουλάχιστον σε κάποιες από αυτές
τις Σίλας ή κανόνες ηθικής συμπεριφοράς. Για πολλούς είναι γνωστές ως λίστες από
κανόνες και έτσι δε χρειάζεται να τις αναλύσουμε ιδιαίτερα σ' αυτό το επίπεδο.
Επιπλέον, θα προτιμούσα να μην ταυτίσω την Τέλεια Συμπεριφορά με οποιαδήποτε από τις
εκφράσεις της, όσο κι αν είναι άξια ή ευγενής.
Πρώτα απ' όλα όμως θα ήθελα να κάνω μία παρατήρηση. Οι κανόνες ηθικής συμπεριφοράς
στους οποίους συμμορφώνονται διαφορετικά άτομα, μπορεί να είναι ίδιοι, αλλά οι ψυχικές
καταστάσεις πίσω από αυτή τη συμπεριφορά μπορεί να είναι διαφορετικές. Αυτό ίσως να
φαίνεται ασαφές αλλά στην ουσία είναι πολύ απλό. Ας πάρουμε για παράδειγμα τρία
διαφορετικά άτομα που δεν κλέβουν. Ο πρώτος ίσως θα ήθελε πάρα πολύ να κλέψει, αλλά δεν
το κάνει από το φόβο της αστυνομίας. (Αυτή είναι η ηθική των πολλών). Ο δεύτερος έχει μια
ελαφρά τάση προς την ανεντιμότητα. Όταν θα συμπληρώνει τη φορολογική του δήλωση, θα
έχει μια κάποια τάση να αποκρύψει στοιχεία, αλλά επειδή προσπαθεί να πορευτεί στην
πνευματική ατραπό αποφασίζει ν' αντισταθεί στον πειρασμό. Υπάρχει η προδιάθεση αλλά
συγκρατείται. Ωστόσο ο τρίτος κατάφερε να ξεριζώσει την επιθυμία εντελώς. Στη δικιά
του περίπτωση, δεν υπάρχει ούτε προδιάθεση ούτε ροπή προς την ανεντιμότητα. Ο πρώτος,
που δεν κλέβει από το φόβο της αστυνομίας, είναι ηθικός σε νομικό επίπεδο. Ο δεύτερος,
που νιώθει μια ροπή προς την απάτη, αλλά τη ξεπερνάει, είναι ηθικός με την έννοια τού
ότι ασκείται στη Σωστή Συμπεριφορά με τη στενότερη "πειθαρχική" έννοιά της. Μόνον ο
τρίτος, ο οποίος ούτε καν σκέφτεται να κλέψει, ενσαρκώνει την Τέλεια Συμπεριφορά.
Οι Πέντε Σίλας και τα Πέντε Ντάρμας
Η πιο γνωστή ομάδα κανόνων ηθικής συμπεριφοράς είναι αυτή των Πέντε Σίλας, ευρύτερα
γνωστών ως Πέντε Αρχών. Συνήθως τις βρίσκουμε σε αρνητική μορφή, μας ορίζουν δηλαδή τι
να μην κάνουμε. Κάθε αρχή έχει όμως και τη θετική της πλευρά. Έχει ιδιαίτερη σημασία που
στο σύγχρονο βουδδιστικό κόσμο η θετική διατύπωση είναι λιγότερο γνωστή από την
αρνητική. Πολλοί έχουν ακουστά τις Πέντε Σίλας αλλά αγνοούν τα Πέντε Ντάρμας, τη θετική
δηλαδή διατύπωση των Πέντε Σίλας. Εδώ, μπορούμε να μεταφράσουμε τα Πέντε Ντάρμας ως τις
Πέντε Ηθικές Αρχές. Θα εξετάσουμε εν συντομία τις Πέντε Αρχές και τα Πέντε Ντάρμας,
σχολιάζοντας πρώτα την αρνητική και μετά τη θετική διατύπωση. Έτσι θα έχουμε μια
αντικειμενική ιδέα αυτής της συγκεκριμένης άποψης της βουδδιστικής ηθικής.
Η πρώτη από τις Πέντε Αρχές είναι η αποχή από το να βλάπτει κανείς έμβια όντα. Αυτή
είναι η κυριολεκτική μετάφραση από το πρωτότυπο. Αν και συνήθως αποδίδεται ως "να μην
σκοτώνει", στην πραγματικότητα είναι αποχή όχι μόνο από το να σκοτώνει, αλλά να βλάπτει
με οποιονδήποτε τρόπο. Το μήνυμα που μεταδίδει είναι αυτό της αποχής από κάθε μορφή
βίας, καταπίεσης, σωματικής ή ψυχικής βλάβης. Η βία είναι λάθος γιατί σε τελική ανάλυση
βασίζεται, άμεσα ή έμμεσα, σε μία αδέξια ψυχική κατάσταση -το μίσος ή την απέχθεια- και
αν χρησιμοποιήσουμε βία τότε αυτή η αδέξια ψυχική κατάσταση, η οποία βρίσκει την
έκφρασή της διαμέσου της βίας, θα γίνει ακόμα πιο δυνατή από πριν.
Η θετική πλευρά της αποχής από τη βία είναι η άσκηση της μάιτρι (παλί: μέττα): αγάπη ή
φιλικότητα. Εδώ η μάιτρι δεν είναι απλά ένα αφηρημένο συναίσθημα, αλλά βρίσκει την
ενσάρκωσή της σε πράξεις. Δεν αρκεί να έχουμε μια καλή διάθεση προς τους άλλους, πρέπει
να εκφράσουμε αυτό το συναίσθημα μέσω των πράξεών μας. Αλλιώς, αν το διατηρήσουμε μόνο
σ' ένα εγκεφαλικό επίπεδο, αναλογιζόμενοι πόση αγάπη νιώθουμε για όλους και πόσο καλοί
είμαστε, τότε καταντάει να γίνεται ένα είδος συναισθηματικής τρυφηλότητας - για να μην
πω τίποτα χειρότερο. Έτσι πρέπει να έχουμε επίγνωση αυτής της τάσης μέσα μας. Συχνά
έχουμε την εντύπωση ότι αγαπάμε τους άλλους. Τουλάχιστον έχουμε την εντύπωση ότι
αγαπάμε κάποιους άλλους. Αλλά αν προσέξουμε τις κινήσεις μας, θα δούμε ότι ποτέ δεν
εκφράζουμε την αγάπη μας: θεωρούμε την ύπαρξή της αυτονόητη.
Ένα σύνηθες παράδειγμα είναι αυτό του ζευγαριού που είναι παντρεμένοι είκοσι με
τριάντα χρόνια και ο σύζυγος δεν μπαίνει καν στον κόπο να φέρει στη γυναίκα του ένα
μπουκέτο λουλούδια ή ένα κουτί σοκολατάκια. Αν κάποιος τον ρωτούσε, "Καλά, δεν αγαπάς
την γυναίκα σου; Δεν της φέρνεις ούτε ένα μπουκέτο λουλούδια, ούτε ένα κουτί
σοκολατάκια;" Τότε ο μέσος άντρας θα έλεγε, "Για ποιο λόγο; Βεβαίως και την αγαπώ, αλλά θα
έπρεπε να το ξέρει αυτό μετά από τόσα χρόνια!". Πρόκειται για μια πολύ κακή ψυχολογία.
Δεν υπάρχει λόγος να θεωρείται αυτονόητο ή να υποθέτει κανείς ότι τρέφουμε κάποια
συναισθήματα. Θα έπρεπε να το κάνουμε ξεκάθαρο με λόγια και πράξεις. Πρέπει να
παίρνουμε μέτρα για να διατηρούμε ζωντανό το πνεύμα της αγάπης και της φιλίας. Και γι'
αυτό το λόγο σε κάθε μορφή κοινωνικής ζωής, και ιδίως της βουδδιστικής κοινωνικής ζωής,
δίνεται μεγάλη σημασία σε πράγματα όπως η ανταλλαγή δώρων και προσκλήσεων. Δεν αρκεί
να καθόμαστε στο δωμάτιό μας ή ακόμα και στο κελί μας, εκπέμποντας σκέψεις αγάπης. Όσο
κι αν είναι καλό ή ωραίο, στο τέλος πρέπει η αγάπη να βρίσκει μιαν απτή έκφραση. Μόνο
τότε αυτές οι σκέψεις θα βρουν μια κάποια ανταπόδοση από τους άλλους.
Η δεύτερη από τις Πέντε Αρχές είναι η αποχή από το παίρνει κανείς αυτό που δεν του
δόθηκε. Αυτή είναι πάλι η κυριολεκτική μετάφραση. Δεν πρόκειται απλά περί αποχής από το
να κλέβει κανείς. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε κανείς να το παρακάμψει επιτηδείως. Η δεύτερη
Αρχή συνεπάγεται αποχή από κάθε είδους ατιμία, κάθε είδους κατάχρηση και εκμετάλλευση,
γιατί όλα αυτά είναι εκφράσεις πόθου ή εγωιστικής επιθυμίας. Η θετική πλευρά της
αποχής από το παίρνει κανείς αυτό που δεν του δόθηκε είναι η ντάνα ή γενναιοδωρία. Εδώ,
πάλι, δεν πρόκειται απλά για ένα γενναιόδωρο αίσθημα, ούτε για τη διάθεση να δώσεις,
αλλά για αυτή καθαυτή την πράξη της προσφοράς. Δεν χρειάζεται να πω περισσότερα καθώς ο
καθένας που έχει μια κάποια επαφή με μία ζωντανή έκφραση του βουδδισμού θα ξέρει τι
εννοώ.
Η τρίτη από τις Πέντε Αρχές είναι η αποχή από απρεπή σεξουαλική συμπεριφορά. Στις
σούτρες ο Βούδδας διευκρινίζει ότι στο πλαίσιο των Πέντε Αρχών αυτό που εννοείται ως
απρεπής σεξουαλική συμπεριφορά είναι ο βιασμός, η απαγωγή και η μοιχεία. Και οι τρεις
είναι αδέξιες γιατί συνδυάζουν βία και πόθο. Στην περίπτωση βιασμού ή απαγωγής, οι
οποίες φαίνεται να ήταν αρκετά συνήθεις στη σχετικά ανοργάνωτη κοινωνία της εποχής
του Βούδδα, ασκείται βία ενάντια στη γυναίκα, και αν τυχαίνει να είναι ανήλικη, ενάντια
στους γονείς ή κηδεμόνες της. Στην περίπτωση μοιχείας, η βία ασκείται ενάντια στο
συνήθη σεξουαλικό σύντροφο του ατόμου, με την έννοια ότι η οικιακή ζωή του
αναστατώνεται εσκεμμένα. Θα πρέπει να επισημάνουμε σ' αυτό το σημείο ότι στο βουδδισμό
ο γάμος είναι απλά μία πολιτική σύμβαση και όχι ένα μυστήριο. Επίσης, το διαζύγιο
επιτρέπεται και από την πλευρά της θρησκείας η μονογαμία δεν είναι υποχρεωτική. Σε
ορισμένες βουδδιστικές κοινότητες επιτρέπεται η πολυγαμία η οποία δεν θεωρείται
απρεπής σεξουαλική συμπεριφορά.
Η θετική πλευρά της αποχής από απρεπή σεξουαλική συμπεριφορά είναι η σαμτούστι (παλί:
σαντούττι) ή ικανοποίηση. Για τους ανύπαντρους ικανοποίηση σημαίνει να είναι
ικανοποιημένοι με την κατάσταση του εργένη. Για τους παντρεμένους σημαίνει να είναι
ικανοποιημένοι από τον αναγνωρισμένο και κοινωνικά αποδεκτό σεξουαλικό σύντροφο ή
συντρόφους. Εδώ ικανοποίηση δε σημαίνει απλά παθητική αποδοχή της υπάρχουσας
κατάστασης πραγμάτων. Σε σύγχρονη ψυχολογική ορολογία θα λέγαμε ότι σημαίνει μια
θετική κατάσταση αποδέσμευσης από το να χρησιμοποιεί κανείς το σεξ για την
ικανοποίηση νευρωτικών αναγκών, και ειδικότερα, από το να ικανοποιεί τη νευρωτική
ανάγκη για αλλαγή.
Η Τέταρτη Αρχή είναι η αποχή από τον ψευδή λόγο. Με ψευδή λόγο εννοούμε το λόγο που
πηγάζει από τον πόθο, το μίσος ή το φόβο. Όταν λέμε ένα ψέμα το κάνουμε είτε επειδή
θέλουμε κάτι, είτε επειδή θέλουμε να βλάψουμε ή να πληγώσουμε κάποιον, είτε επειδή για
τον άλφα ή βήτα λόγο φοβόμαστε να πούμε την αλήθεια. Έτσι, η ανειλικρίνεια πηγάζει από
αδέξιες ψυχικές καταστάσεις. Και αυτό δε χρειάζεται καν απόδειξη. Η θετική πλευρά της
αποχής από τον ψευδή λόγο είναι η σάτυα (παλί: σάκκα) ή ειλικρίνεια, για την οποία ήδη
μιλήσαμε στο κεφάλαιο για τον Τέλειο Λόγο.
Η τελευταία των Πέντε Αρχών είναι η αποχή από την κατανάλωση ποτών και ναρκωτικών που
μπορεί να οδηγήσουν σε απώλεια επίγνωσης. Υπάρχει μια κάποια διαφωνία ως προς την
ακριβή ερμηνεία αυτής της αρχής. Σε ορισμένες βουδδιστικές χώρες ερμηνεύεται ως μία
πλήρης αποχή από το αλκοόλ, ενώ σε κάποιες άλλες ερμηνεύεται σαν την κατανάλωση με
μέτρο οποιασδήποτε ουσίας, της οποίας η κατάχρηση μπορεί να επιφέρει μέθη. Έτσι,
είμαστε ελεύθεροι να διαλέξουμε μεταξύ των δύο ερμηνειών. Η θετική πλευρά αυτής της
αρχής είναι η σμρίτι (παλί: σάτι): εγρήγορση ή επίγνωση. Αυτό είναι το πραγματικό
κριτήριο. Αν δηλαδή μπορείς να πίνεις δίχως να επηρεάζεται η εγρήγορσή σου, τότε
επιτρέπεται να πίνεις, αν όχι, τότε δεν επιτρέπεται. Ωστόσο πρέπει να είμαστε
ειλικρινείς με τον εαυτό μας και να μην ισχυριζόμαστε ότι βρισκόμαστε σε εγρήγορση
όταν απλά μας έχει ευφράνει το αλκοόλ. Έτσι, ακόμα και αν ερμηνεύσουμε την πέμπτη Αρχή
ως "παν μέτρον άριστον", αν λάβουμε υπόψη τη θετική πλευρά της, τότε η πλήρης αποχή
παραμένει ένα απαραίτητο μέτρο στην πλειονότητα των περιπτώσεων.
Αυτές είναι λοιπόν οι Πέντε Αρχές με την αρνητική και θετική πλευρά τους, πασίγνωστες
στο βουδδιστικό κόσμο ως ακρογωνιαίοι λίθοι της βουδδιστικής ηθικής. Θα αναφερθώ σε
άλλες δύο ομάδες ηθικών αρχών.
Η Μπίκσου Σαμβάρα-σίλα και η Μποντισάττβα Σαμβάρα-σίλα
Η Μπίκσου Σαμβάρα-σίλα (παλί: Μπίκου Σαμβάρα-σίλα) αποτελείται από εκατόν πενήντα
ηθικές αρχές που ακολουθούν οι χειροτονημένοι μοναχοί και οι οποίες αντιπροσωπεύουν
την αβίαστα ενάρετη συμπεριφορά που διακρίνει όσους είναι πλήρως αφοσιωμένοι στην
επίτευξη της Νιρβάνας. Με άλλα λόγια αν το μόνο πράγμα που έχουμε στο νου μας είναι η
Νιρβάνα και η επίτευξη αυτής, αφιερώνοντας όλο το χρόνο και την ενέργειά μας στην
πνευματική ζωή, τότε η συμπεριφορά μας θα προσεγγίσει αβίαστα τη συμπεριφορά που
προδιαγράφεται μέσα από τη λίστα των εκατόν πενήντα αρχών. Δυστυχώς, αυτές οι εκατόν
πενήντα αρχές, γίνονται συνήθως αντιληπτές απλά ως μια λίστα από κανόνες με αποτέλεσμα
να χάνεται το πνεύμα που τις διέπει.
Η Μποντισάττβα Σαμβάρα-σίλα αποτελείται από εξήντα τέσσερις αρχές που ακολουθεί ο
μποντισάττβας και αντιπροσωπεύουν τη φυσική συμπεριφορά κάποιου που έχει αφιερώσει
τη ζωή του στην επίτευξη της Φώτισης για το καλό όλων. Με άλλα λόγια, αν έχεις αφιερώσει
τη ζωή σου για την επίτευξη της Φώτισης ή της κατάστασης του Βούδδα, όχι μόνο για τον
εαυτό σου -όχι γιατί θέλεις να βρίσκεσαι "εκεί ψηλά", πέρα απ' όλα αυτά και να νοιώθεις
οίκτο για όλους αυτούς που παραμένουν στην σαμσάρα- αλλά έτσι ώστε όταν θα έχεις φτάσει
στη Φώτιση να μπορείς να γυρίσεις και να βοηθήσεις τους άλλους· και αν αυτή είναι η
μόνη σκέψη και φιλοδοξία σου, η οποία γίνεται γνώμονας για κάθε τι στη ζωή σου, τότε, η
συμπεριφορά σου και η ομιλία σου θα συνταυτιστεί αβίαστα με τη συμπεριφορά που
προδιαγράφεται μέσα από τις εξήντα τέσσερις Αρχές του Μποντισάττβα. Αλλά πάλι δεν
πρόκειται για μια λίστα κανόνων από την οποία θα απαλλάσσαμε τον εαυτό μας για κάθε μία
στην οποία ήμασταν πιστοί. Έχει να κάνει περισσότερο με το ζωντανό πνεύμα και την
πάλλουσα καρδιά του Μποντισάττβα, που εκφράζεται ελεύθερα με τρόπο που προσεγγίζει
τις Αρχές του Μποντισάττβα - ή μάλλον που βρίσκει έναν τρόπο έκφρασης για τον οποίο οι
Αρχές δεν αποτελούν παρά μία προσέγγιση αυτού του ζωντανού πνεύματος.
Ακέραιη Συμπεριφορά
Αν και η φύση της Τέλειας Συμπεριφοράς πρέπει να έχει γίνει σαφής, παραμένει άλλο ένα
σημείο που πρέπει να εξετάσουμε. Η Τέλεια Συμπεριφορά είναι επίσης ακέραιη
συμπεριφορά ή ακόμα καλύτερα, ακέραιη πράξη: μια πράξη στην οποίο συμμετέχει ολόκληρο
το άτομο. Τα πιο πολλά άτομα είναι υπερβολικά διχασμένα, υπερβολικά διχοτομημένα για
να μπορούν να πράξουν με όλο τους τον εαυτό. Σχεδόν όλη την ώρα οι πράξεις μας
εκτελούνται από ένα μόνο μέρος του εαυτού μας. Όταν πηγαίνετε στο γραφείο ή στο
εργοστάσιο, βάζετε τον εαυτό σας ψυχή τε και σώματι σ' αυτό που έχετε να κάνετε; Μάλλον
όχι. Μπορεί να βάζετε ένα μεγάλο μέρος της ενέργειάς σας στη δουλειά, αλλά αφήνετε ένα
άλλο μεγάλο μέρος στο σπίτι ή δεσμευμένο κάπου αλλού. Δε βάζετε όλο σας τον εαυτό, δε
βάζετε την πλήρη προσοχή, το ενδιαφέρον και τον ενθουσιασμό σας. Αν έχετε ένα χόμπι,
πολύ σπάνια βάζετε όλο τον εαυτό σας σ' αυτό το χόμπι και σπανίως βάζετε όλο τον εαυτό
σας στην οικιακή σας ζωή. Υπάρχει πάντα κάτι που παραλείπεται ή υπολείπεται κι έτσι,
ό,τι κάνουμε το κάνουμε μόνο μ' ένα μέρος του εαυτού μας. Ακόμα και αν οι πράξεις μας
πηγάζουν από τα πιο ευγενή κίνητρα της γενναιοδωρίας και της καλοσύνης, η πράξη μας δεν
είναι ακέραιη, με την έννοια ότι παραμένουν μέσα μας μη γενναιόδωρες και μη
καλοσυνάτες τάσεις, οι οποίες απλά τυχαίνει να μην εκφράζονται τη συγκεκριμένη στιγμή.
Έτσι, ακόμα και η Σωστή μας Συμπεριφορά -ακόμα και η λεγόμενη Τέλεια Συμπεριφορά-
παραμένει ατελής με την έννοια ότι δεν είναι ακέραιη.
Η Τέλεια Συμπεριφορά, με την πλήρη έννοια του όρου, είναι αποκλειστικό προνόμιο ενός
που έχει φτάσει στο επίπεδο του Βούδδα: μόνο ένα φωτισμένο πνεύμα μπορεί να βάλει όλο
του τον εαυτό σε κάτι, βάζοντας στην κάθε πράξη όλη του τη σοφία και την αγάπη δίχως να
παραλείπει τίποτα. Αυτή η άποψη της Φώτισης ενσαρκώνεται στον πράσινο "αρχετυπικό"
Βούδδα, τον λεγόμενο Αμογκασίντι ή Βούδδα της "Ανεμπόδιστης Επιτυχίας". Ο Αμογκασίντι
συμβολίζει την ακέραιη συμπεριφορά στο υψηλότερο νοητό επίπεδο.
Σε σπάνιες περιπτώσεις μπορεί να έχουμε μια πρόγευση της Τέλειας Συμπεριφοράς, με την
έννοια της ακέραιης πράξης, ανάλογα με το επίπεδό μας. Μπορεί να βρεθούμε τελείως
απορροφημένοι σε κάτι με όλη μας την ενέργεια, την προσπάθεια, τη συγκέντρωση, το
ενδιαφέρον, τον ενθουσιασμό και την αγάπη. Η συμμετοχή μας σ' αυτό που κάνουμε είναι
πλήρης, δινόμαστε ψυχή τε και σώματι. Τέτοιες στιγμές μάς κάνουν να συνειδητοποιούμε
ότι μπορούμε να συμμετέχουμε με όλο μας τον εαυτό σε μία δραστηριότητα δίχως ν'
αφήνουμε τίποτα απ' έξω. Συνειδητοποιούμε ότι είμαστε ικανοί, έστω και για μία στιγμή,
να εκφραστούμε ολοκληρωμένα και ακέραια. Τα συναισθήματα χαράς, ανακούφισης -ακόμα και
γαλήνης- που νιώθουμε σε τέτοιες στιγμές δεν μπορούν να βρεθούν αλλού. Πρέπει να
φιλοδοξούμε να βρισκόμαστε συνεχώς στο υψηλότερο επίπεδο αυτής της κατάστασης: το
επίπεδο της εξομοίωσης με το Βούδδα ή τη Φώτιση. Τότε όντως θα ξέρουμε τι σημαίνει
Τέλεια Συμπεριφορά, τι σημαίνει τέλεια πράξη. Και μόνον τότε θα κατανοήσουμε, από την
πηγή τους, τις ηθικές αρχές.
Κεφάλαιο 5
Δεν μπορούμε ν' αμφισβητήσουμε το γεγονός ότι όλοι μας βλέπουμε όνειρα. Σύμφωνα με τα
λεγόμενα των ψυχολόγων, βλέπουμε όνειρα τέσσερις με πέντε φορές κάθε βράδυ. Λέγεται
ότι ακόμα και τα ζώα βλέπουν όνειρα, όπως μπορεί και εμείς οι ίδιοι να διαπιστώσουμε αν
έχουμε κατοικίδια. Όνειρα βέβαια δε βλέπουμε μόνο το βράδυ που κοιμόμαστε, αλλά επίσης
και την ημέρα όταν ονειροπολούμε. Κατά τη διάρκεια ενός ευχάριστου και ηλιόλουστου
απογεύματος ενώ π.χ. καθόμαστε σ' ένα παγκάκι και καθώς νιώθουμε άνετα και όμορφα,
αυτόματα αρχίζουμε να ρεμβάζουμε. Αυτό είναι κάτι που όλοι κάνουμε κάποιες στιγμές της
ζωής μας.
Η διαδικασία του ονειροπολήματος βέβαια δεν είναι παρά ένα είδος έκφρασης μιας
επιθυμίας ή ενός ευσεβούς πόθου. Ονειρευόμαστε όλα αυτά που θα μας άρεσε να έχουμε ή να
είμαστε και ο λόγος είναι ότι βρίσκουμε τη ζωή μας ανιαρή και δίχως ενδιαφέρον. Μπορεί
να κάνουμε μια κουραστική και μονότονη δουλειά. Μπορεί να βρισκόμαστε σε μία δύσκολη
περίοδο της ζωής μας. Μπορεί να είμαστε αναγκασμένοι να σχετιζόμαστε με ανθρώπους που
δεν μας πολυαρέσουν. Μπορεί ακόμα όχι μόνο να βρίσκουμε τη ζωή μας ανιαρή και δίχως
ενδιαφέρον αλλά και οδυνηρή. Έτσι προσπαθούμε να ξεφύγουμε απ' όλα αυτά δημιουργώντας
ένα δικό μας κόσμο πέρα από τη συνήθη καθημερινότητά μας. Στο ονειροπόλημά μας
φανταζόμαστε διάφορα πράγματα. Μπορεί να φανταζόμαστε μια καλύτερη ποιότητα ζωής.
Μπορεί να φανταζόμαστε κάποιον ιδανικό κόσμο ή κοινωνία όπου έχουν εξαλειφθεί οι
ατέλειες του κόσμου και της κοινωνίας μας. Εδώ βιώνουμε μιζέρια και δυστυχία αλλά μας
αρέσει να φανταζόμαστε ένα άλλο μέρος, έναν άλλο κόσμο, όπου όλοι είναι ευτυχισμένοι
και ανάμεσα σ' αυτούς αναμφισβήτητα και εμείς. Αυτό το είδος ονειροπολήματος δεν είναι
και τόσο κακό πράγμα, υπό τον όρο ότι δεν το κάνουμε πολύ συχνά ή δεν το κάνουμε σε
κάποια στιγμή που θα έπρεπε να κάνουμε κάτι άλλο.
Αν και συνήθως το ονειροπόλημα ανήκει στην κατηγορία της μη παραγωγικής φαντασίωσης,
μερικές φορές μπορεί να λειτουργήσει σαν ένα όραμα για το μέλλον. Κατά κάποιο τρόπο, το
όνειρο τού σήμερα μπορεί να γίνει η πραγματικότητα τού αύριο. Ανατρέχοντας στην
ιστορία της ανθρωπότητας, στην ιστορία της κουλτούρας, των θρησκειών, των τεχνών και
της φιλοσοφίας, θα διαπιστώσουμε ότι μερικοί από τους σημαντικότερους ανθρώπους του
παρελθόντος ανήκαν στην κατηγορία των ονειροπόλων. Αν πάμε πίσω στις μέρες της Αρχαίας
Ελλάδας, στον Πλάτωνα για παράδειγμα -που είναι σίγουρα ένας από τους σπουδαιότερους
ανθρώπους που έζησαν ποτέ- θα δούμε ότι και αυτός αρεσκόταν στο να οραματίζεται. Ένα
από τα μεγαλύτερα οράματά του ήταν η Πολιτεία, αυτός ο εκτενής διάλογος σε δώδεκα
τόμους στον οποίο αντικατοπτρίζεται το όραμά του για
Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/4100