Ο Σάνσελλορ
by Jules Verne · Greek · Gutenberg #40296 · 358,214 chars · public domain (US)
The Project Gutenberg eBook of Ο Σάνσελλορ
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.
Title: Ο Σάνσελλορ
Author: Jules Verne
Translator: Panagiotes I. Phermpos
Release date: July 22, 2012 [eBook #40296]
Language: Greek
Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/40296
Credits: Produced by Sophia Canoni
*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK Ο ΣΆΝΣΕΛΛΟΡ ***
Produced by Sophia Canoni
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
changed. Words in italics are included in _. Footnotes have
been converted to endnotes and are included in (). I have also
added explanation of words in endnotes. These are included in
[].
Σημείωση: Ο τονισμός έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό,
κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου. Λέξεις
με πλαγίους χαρακτήρες έχουν σημειωθεί με _. Οι υποσημειώσεις
έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου και περικλείονται σε ().
Έχω προσθέσει στο τέλος του βιβλίου επεξηγήσεις λέξεων. Αυτές
έχουν σημειωθεί με [].
Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
_____
ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
Ο ΣΑΝΣΕΛΛΩΡ
ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
ΘΗΣΕΥΣ Κ. ΛΙΒΕΡΙΟΣ ΕΚΔΟΤΗΣ
ΕΚΤΑΚΤΑ ΤΑΞΕΙΔΙΑ
_____
ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΗ
ΒΡΑΒΕΥΘΕΙΣΑ ΥΠΟ ΤΗΣ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΑΚΑΔΗΜΕΙΑΣ
ΚΑΤΑ ΜΕΤΑΦΡΑΣΙΝ
ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Ι. ΦΕΡΜΠΟΥ
ΚΑΘΗΓΗΤΟΥ
ΜΕΤΑ 45 ΕΙΚΟΝΩΝ
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ
Εκδότης Θησεύς Κ. Λιβέριος
1892
_____
ΙΟΥΛΙΟΥ ΒΕΡΝ
ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟΝ ΤΟΥ ΕΠΙΒΑΤΟΥ I. Ρ. ΚΑΖΑΛΛΟΝ
_____
Α'
— Κάρλεστον. — _Τη 27 Σεπτεμβρίου 1869._ — Καταλείπομεν την
προκυμαίαν του Πυροβολείου τη 3 μ.μ., εν τη ακμή της
παλιρροίας, η δε άμπωτις εκφέρει ημάς ταχέως εις το πέλαγος. Ο
πλοίαρχος Χόντλυ εκέλευσε να εκπετάσωσι τα ανώτερα ιστία και τα
κατώτερα, η δε πνοή του Βορρά ωθεί τον _Σάνσελλορ_ ανά τον
κολπίσκον. Μετ' ου πολύ κάμπτομεν το φρούριον Σόντερ, και
αφίνομεν αριστερά τα μετωποβόλα πυροβολεία της παραλίας. Την
τετάρτην ώραν το στόμιον του λιμένος, εξ ού εκφεύγει ταχύ ρεύμα
αμπώτιδος, παρέχει δίοδον εις το πλοίον. Αλλά το πέλαγος είνε
εισέτι μακράν· ίνα δε φθάσωμεν αυτό, οφείλομεν να
παρακολουθήσωμεν τους στενούς πόρους, ούς το κύμα έσκαψε μεταξύ
των όχθων της άμμου. Ο πλοίαρχος Χόντλυ εκπίπτει λοιπόν εις την
ΝΔ αύλακα, κάμπτων τον φάρον της άκρας διά της αριστεράς γωνίας
του φρουρίου Σόντερ. Τότε δε τα ιστία του _Σάνσελλορ_
ηυθετίσθησαν προς τον άνεμον, και την 7 μ. μ. το πλοίον ημών,
παραπλεύσαν την εσχάτην αμμώδη άκραν της παραλίας, διά μιας
εισβάλλει εις τον Ατλαντικόν.
Ο _Σάνσελλορ_, εύμορφον πλοίον τρίστηλον [1], ενεακοσίων
τόννων, ανήκει τω πλουσίω οίκω των Αδελφών Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
Είνε δύο ετών, έχει επιχάλκωσιν μετά γόμφων [2] χαλκών και είνε
ηρμολογημένον εξ αρίστης ξυλείας των Ινδιών· οι κατώτεροι αυτού
ιστοί, πλην του επιδρόμου [3], είνε σιδηροί ως και η εξαρτία
[4]. Το στερεόν τούτο και κομψόν σκάφος, καταγεγραμμένον εκ των
πρώτων εν τω _Νηιγνώμονι_, εκτελεί την στιγμήν ταύτην τον
τρίτον αυτού πλουν μεταξύ Κάρλεστον και Λιβερπούλης.
Εξερχόμενον των πόρων του Κάρλεστον αναπεταννύει την
βρεττανικήν σημαίαν αλλ' όμως ναυτικός τις βλέπων αυτό δεν θα
ηδύνατο να απατηθή περί της καταγωγής του, είνε ακριβώς οποίον
φαίνεται, τούτ' έστιν είνε Αγγλικόν από της ισάλου αυτού
γραμμής [5] μέχρι των επιμήλων [6].
Ιδού δε ο λόγος δι' όν επεβιβάσθην επί του _Σάνσελλορ_
καταπλέοντος εις Αγγλίαν.
Ουδεμία υπάρχει κατ' ευθείαν ατμοπλοϊκή γραμμή μεταξύ της
Νοτίου Καρολίνης και του Ηνωμένου βασιλείου· ίνα δε λάβη τις
γραμμήν υπερωκεάνειον, οφείλει είτε να ανέλθη προς βορράν των
Ηνωμένων Πολιτειών, εις Νέαν Υόρκην, είτε να κατέλθη προς
νότον, εις Νέαν Αυρηλίαν. Μεταξύ δε της Νέας Υόρκης και της
παλαιάς ηπείρου υπάρχουσι πολλαί γραμμαί, Αγγλική, Γαλλική,
Αμβουργική και μία _Σκωτία_, είς _Περέρ_, μία _Ολσατία_ θα με
έφερον τάχιστα εις τον προς όν όρον. Μεταξύ δε Νέας Αυρηλίας
και Ευρώπης τα ατμόπλοα της _Εθνικής ατμοπλοϊκής Εταιρείας_,
άτινα συνεχίζουσι την υπερατλάντειον Γαλλικήν από Κολόν μέχρι
Ασπινουάλ, εκτελούσι ταχείς πλους. Αλλά διατρέχων τας
προκυμαίας του Κάρλεστον είδον τον _Σάνσελλορ_· Ο _Σάνσελλορ_
μοι ήρεσε και ουκ οίδα οποίον τι ένστιγμά με ώθησεν εις το
πλοίον τούτο, ού τινος τα πάντα ήσαν άνετα. Άλλως τε η
ιστιοφόρος ναυτιλία όταν ευνοήται υπό τε του ανέμου και της
θαλάσσης — ταχεία σχεδόν όσον και η ατμήρης — είνε προτιμητέα
κατά πάντα: Αρχομένου του φθινοπώρου, υπό τα γεωγραφικά ταύτα
πλάτη, τα νότια ήδη, ο καιρός είνε ακόμη καλός. Λοιπόν
απεφάσισα να επιβιβασθώ επί του _Σάνσελλορ_.
Καλώς εποίησα ή κακώς; Άρα γε θα μετανοήσω διά την απόφασίν
μου; Το μέλλον θα με το διδάξη. Συντάσσω καθ' ημέραν τας
σημειώσεις ταύτας, και καθ' ήν στιγμήν γράφω, δεν ειξεύρω
περισσότερα των αναγινωσκόντων το ημερολόγιον τούτο, — αν ίσως
και εύρη ποτέ αναγνώστας.
Β'
— _28 Σεπτεμβρίου_. — Είπον ότι ο πλοίαρχος του _Σάνσελλορ_
επονομάζεται Χόντλυ — τα κύρια δε ονόματα αυτού Τζων Σάιλας.
Είνε Σκώτος εκ Δούνδης, πεντηκοντούτης, φημιζόμενος ως
επιδέξιος του Ατλαντικού γνώστης. Ανάστημα έχει μέτριον, ώμους
στενούς, κεφαλήν μικράν και εκ συνηθείας ολίγον τι κεκλιμένην
προς αριστερά. Δεν είμαι πρώτης τάξεως φυσιογνώμων, μοι
φαίνεται όμως ότι δύναμαι ήδη να κρίνω τον πλοίαρχον Χόντλυ, ει
και από τινων μόνον ωρών γινώσκω αυτόν.
Ότι ο Σάιλας Χόντλυ φημίζεται ως καλός ναυτικός και ότι
γινώσκει εντελώς το επάγγελμά του, δεν αντιλέγω· αλλ' ότι όμως
ενυπάρχει εν τω ανθρώπω τούτω χαρακτήρ σταθερός, δραστηριότης
φυσική τε και ηθική, ουχί! τούτο δεν είνε παραδεκτόν.
Και όντως, η στάσις του πλοιάρχου Χόντλυ είνε βαρεία, το δε
σώμα του εμφαίνει τινά ατονίαν. Είνε νωχελής, ως δηλοί το
ασταθές του βλέμματός του, η παθητική των χειρών του κίνησις,
και η ταλάντωσις η φέρουσα αυτόν βραδέως από του ετέρου ποδός
εις τον έτερον. Δεν είνε, δεν δύναται να είνε ανήρ δραστήριος,
ουδέ επίμονος, διότι οι οφθαλμοί του δεν συσπώνται, η σιαγών
του είνε μαλακή, και αι πυγμαί του δεν έχουσι συνήθη τάσιν να
κλείωνται. Προς δε τούτοις ανευρίσκω εν αυτώ ήθος αλλόκοτον,
περί ού δεν δύναμαι ακόμη να εξηγηθώ, αλλά θα τον παρατηρήσω
μετά προσοχής, ής είνε άξιος ο κυβερνήτης πλοίου, ο καλούμενος
«ο μετά Θεόν κύριος!»
Αλλ' όμως, αν μη απατώμαι, μεταξύ Θεού και Σάιλα Χόντλυ υπάρχει
εν τω πλοίω έτερος ανήρ, όστις μου φαίνεται προωρισμένος,
τυχούσης περιστάσεως, να καταλάβη θέσιν αξίαν λόγου. Είνε ο
δεύτερος του _Σάνσελλορ_, όν ακόμη δεν εσπούδασα επαρκώς και
περί ού επιφυλάσσομαι να λαλήσω βραδύτερον.
Το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_ αποτελείται εκ του πλοιάρχου Χόντλυ,
του δευτέρου Ροβέρτου Κόρτις, του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του
αρχιναύτου και δεκατεσσάρων ναυτών, Άγγλων ή Σκώτων, τούτ'
έστιν εκ δεκαοκτώ ναυτικών, — όσοι εξασκούσιν εις τον χειρισμόν
πλοίου τριστήλου ενεακοσίων τόνων. Πάντες δε οι άνδρες ούτοι
φαίνονται γινώσκοντες το έργον των. Τούτο δε μόνον δύναμαι να
βεβαιώσω μέχρι τούδε ότι, διευθύνοντος του δευτέρου, εξετέλεσαν
επιδεξίως τους χειρισμούς εν τοις πόροις του Κάρλεστον.
Συμπληρών την απαρίθμησιν των επιβαινόντων του _Σάνσελλορ_,
αναφέρω τον τροφοδότην Χόμμπαρτ, τον μαύρον μάγειρον Γύγξτροπ,
και παρέχω τον κατάλογον των επιβατών.
Οι επιβάται είνε οκτώ τον αριθμόν και εμού συμπεριλαμβανομένου.
Μόλις γινώσκω αυτούς, αλλ' η μονοτονία του διάπλου, τα
συμβαίνοντα καθ' εκάστην, ο καθημερινός διαγκωνισμός ανθρώπων
συνεσφιγμένων εν διαστήματι στενώ, η χρεία εκείνη η τοσούτον
φυσική της ανταλλαγής ιδεών, η έμφυτος τη ανθρωπίνη καρδία
περιεργία, πάντα ταύτα θα προσελκύσωσι μετ' ου πολύ πάντας ημάς
προς αλλήλους, διότι μέχρι τούδε ο θόρυβος της επιβιβάσεως, η
κατάληψις των θαλάμων, η διευθέτησις πάντων των χρειωδών εις
ταξείδιον μέλλον να διαρκέση είκοσιν ίσως ημέρας μέχρι είκοσι
πέντε, ασχολίαι διάφοροι, εκράτησαν ημάς απομεμακρυσμένους απ'
αλλήλων. Χθες δε και σήμερον πάντες οι δαιτυμόνες ουδέ καν
εφάνησαν ακόμη εις την τράπεζαν, ίσως δε τινες αυτών
κατατρύχονται υπό της ναυτίας. Όθεν δεν τους είδον πάντας, αλλά
γινώσκω όμως ότι μεταξύ των επιβατών συγκαταριθμούνται δύο
κυρίαι έχουσαι τους πρυμναίους θαλάμους, ών τα παράθυρα ήσαν
επί του άβακος [7] του πλοίου.
Περί πλέον ιδού και ο κατάλογος των επιβατών απαράλλακτος ως
τον αντέγραψα εκ του επιβατολογίου του _Σάνσελλορ_:
Ο Κος και η Κα Κηρ, Αμερικανοί, εκ Βουφφάλου.
Μις Χέρμπυ, Αγγλίς, ακόλουθος της Κας Κηρ.
Κος Λετουρνέρ και ο υιός του Ανδρέας Λετουρνέρ, Γάλλοι, εκ
Χάβρης.
Ουίλλιαμ Φάλστεν, μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, και Τζων Ρώμπυ
μεγαλέμπορος εκ Κάρδιφ, αμφότεροι Άγγλοι.
Ι. Ρ. Κάζαλλον, εκ Λονδίνου, — ο συγγραφεύς του ημερολογίου
τούτου.
Γ'
— _29 Σεπτεμβρίου_. — Η φορτωτική του πλοιάρχου Χόντλυ, τούτ'
έστιν η πράξις η βεβαιούσα την φόρτωσιν των εμπορευμάτων επί
του _Σάνσελλορ_ και τους όρους της μεταφοράς αυτών, έχει ώδε:
ΒΡΟΝΣΦΙΛΔ ΚΑΙ ΣΑ., ΠΑΡΑΓΓΕΛΕΙΟΔΟΧΟΙ ΚΑΡΛΕΣΤΟΝ
«Εγώ, Τζων Σάιλας Χόντλυ, εκ Σούνδης (Σκωτία), πλοίαρχος του
πλοίου _Σάνσελλορ_, τόνων ενεακοσίων ή ως έγγιστα,
ηγκυροβολημένον επί του παρόντος εν Κάρλεστον, διά να αποπλεύσω
καιρού επιτρέποντος και με την βοήθειαν του Θεού και μέχρι προ
της πόλεως Λιβερπούλης εκεί όπου θα εκφορτώσω, — ομολογώ ότι
παρέλαβον εν τω ειρημένω πλοίω μου και υπό το ελεύθερον αυτού
κατάστρωμα παρ' υμών των κκ. Βρόνσφιλδ και Σα, παραγγελειοδόχων
εν Κάρλεστον, χίλια επτακόσια δέματα βάμβακος, αξίας εικοσιέξ
χιλιάδων λιρών, σώα και εν καλή καταστάσει, επιγεγράμμένα διά
των εν τω περιθωρείω στοιχείων και αριθμών. Ταύτα δε
υπισχνούμαι να κομίσω καλώς έχοντα, πλην των θαλασσίων κινδύνων
και ατυχημάτων, εις Λιβερπούλην, και εκεί να παραδώσω αυτά εις
τους κκ. Αδελφούς Ληρδ ή εις την διαταγήν αυτών, λαμβάνων ως
ναύλον μου το ποσόν δισχιλίων λιρών, άνευ τινός προσθήκης, κατά
το συμφωνητικόν, προς δε τούτοις και τας ναυφθορίας [8] κατά τα
θαλάσσια έθιμα. Προς εκπλήρωσιν δε των ανωτέρω εγγυήθην και
εγγυώμαι προσωπικώς και διά των υπαρχόντων μου και του
ειρημένου πλοίου μετά πάντων των εξαρτημάτων αυτού.
»Εις πίστωσιν τούτου υπέγραψα τρεις ομοίας φορτωτικάς, εξ ών
της μιας των όρων εκπληρωθέντων, αι λοιπαί δύο θα είνε άκυροι.
» Εγένετο εν Κάρλεστον τη 13 Σεπτεμβρίου 1850.
Τ. Σ. ΧΟΝΤΛΥ»
Όθεν λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κομίζει εις Λιβερπούλην χίλια
επτακόσια δέματα βάμβακος, ών αποστολείς μεν οι Βρόνσφιλδ και
Σα εν Κάρλεστον, παραλήπται δε οι Αδελφοί Ληρδ εκ Λιβερπούλης.
Η φόρτωσις δε αύτη εγένετο μετά μεγίστης επιμελείας, διότι το
πλοίον είχεν εξεπίτηδες ναυπηγηθή προς μεταφοράν βάμβακος. Τα
δέματα κατέχουσιν όλον το κύτος, πλην μικρού τινος μέρους
προωρισμένου ιδία εις τας αποσκευάς των επιβατών. Τα δέματα δε
ταύτα, ών η συμπίεσις κατωρθώθη διά μηχανής, αποτελούσι μίαν
μάζαν συμπαγεστάτην. Λοιπόν ουδείς τόπος του κύτους έμεινεν
άχρηστος, — πλεονέκτημα σημαντικόν εις πλοίον δυνάμενον ούτω να
περιλάβη όσα χωρεί εμπορεύματα.
Δ'
— _Από της 30 Σεπτεμβρίου μέχρι της 6 Οκτωβρίου_. — Ο
_Σάνσελλορ_ είνε ταχύς δρομεύς, όστις παν άλλο ισομέγεθες
πλοίον ακόπως [δεν θα] ηδύνατο να υπερβή· αφ' ότου δ' εδρόσισεν
ο άνεμος, μακρά αύλαξ ευκρινέστατα κεχαραγμένη εκτείνεται έξω
βολής οφθαλμών εκ της πρύμνης, ως λευκόν τρίχαπτον [9]
ηπλωμένον επί της θαλάσσης, ως επί πεδίου κυανού.
Ο Ατλαντικός Ωκεανός δεν ταράσσεται πολύ υπό των ανέμων. Ουδείς
των εν τω πλοίω, καθ' όσον γινώσκω, ενοχλείται πλέον ούτε υπό
του παρακυλίσματος [10] του πλοίου ούτε υπό του προνευστασμού
[11]. Άλλως τε ουδείς των επιβατών είνε πρωτοτάξειδος, και
πάντες έχουσι κατά το μάλλον ή ήττον εξοικειωθή προς την
θάλασσαν. Όθεν ουδεμία θέσις κενή πέριξ της τραπέζης την ώραν
του φαγητού.
Αι των επιβατών προς αλλήλους σχέσεις άρχονται συναπτόμεναι,
και ο επί του πλοίου βίος γίνεται ήττον μονότονος. Ο Γάλλος, κ.
Λετουρνέρ, και εγώ συνδιαλεγόμεθα συχνάκις.
Ο κ. Λετουρνέρ είνε ανήρ πεντηκοντούτης, υψηλός το ανάστημα,
πολιός [12] την κόμην, και το γένειον μιξοπόλιος, φαίνεται δε
πρεσβύτερος της ηλικίας του — αποτελέσματα του πολυπαθούς βίου
του. Υπό δεινών εδοκιμάσθη θλίψεων και, προσθέτω, δοκιμάζεται
ακόμη. Ο ανήρ ούτος φέρει προδήλως εν εαυτώ πηγήν ακένωτον
δυσθυμίας, ως φαίνεται εκ του καταβεβλημένου πως σώματός του,
εκ της κεφαλής της συχνότατα κεκλιμένης προς το στήθος.
Ουδέποτε γελά, μειδιά μόλις, και μόνον προς τον υιόν του. Οι
οφθαλμοί του είνε γλυκείς, αλλά μοι φαίνεται ότι το βλέμμα του
διαφαίνεται διά μέσου σκέπης υγράς. Το πρόσωπόν του ενέχει τι
μετέχον πικρίας και αγάπης, η δε καθ' όλου έκφρασις της
φυσιογνωμίας του είνε έκφρασις προσηνείας και αγαθότητος.
Θα έλεγέ τις ότι ο κ. Λετουρνέρ κατατρύχεται υπό των ελέγχων
της συνειδήσεως, ένεκα ακουσίου τινός δυστυχήματος.
Και όντως!
Αλλά τις δεν θα συγκινηθή βαθύτατα μανθάνων οποίοι τινες είνε
οι έλεγχοι ούτοι οι υπερβολικοί, βεβαίως, ών ένεκα ο «πατήρ»
ούτος ελέγχει αυτός εαυτόν;
Ο κ. Λετουρνέρ είνε μετά του υιού του Ανδρέου, νεανίου είκοσι
περίπου ετών όψεως γλυκείας και συμπαθητικής. Είνε δε η εικών,
ολίγον τι εσβεσμένη, του κ. Λετουρνέρ, αλλά — και αύτη είνε η
ανίατος του πατρός του λύπη — ο Ανδρέας είνε ανάπηρος. Ο
αριστερός αυτού πους, ελεεινώς διεστραμμένος προς τα έξω, τον
αναγκάζει να χωλαίνη, και δεν δύναται να βαδίζη, αν μη
στηρίζεται επί της ράβδου του.
Ο πατήρ λατρεύει το παιδίον τούτο και πας τις αισθάνεται ότι
όλος αυτού ο βίος είνε εν τη ατυχή ταύτη υπάρξει. Πάσχει διά
την εκ γενετής ασθένειαν του υιού έτι μάλλον ή αυτός ο υιός,
και ίσως ζητεί παρ' αυτού συγγνώμην. Η προς τον Ανδρέαν
αφοσίωσις αυτού είνε αδιάλειπτος. Ουδέποτέ τον εγκαταλείπει,
και τας ελαχίστας αυτού επιθυμίας προλαμβάνων και τας ελαχίστας
πράξεις επιτηρών. Οι βραχίονές του ανήκουσι μάλλον τω υιώ ή
εαυτώ και περιβάλλουσι και υποβαστάζουσι τον νεανίαν
περιπατούντα επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_.
Ο κ. Λετουρνέρ είνε ιδία μάλλον συνδεδεμένος μετ' εμού και
αείποτέ μοι ομιλεί περί του τέκνου του.
Σήμερον είπον προς αυτόν:
«Τώρα δα ήμην μετά του κ Ανδρέα. Μα έχετε αξιόλογον υιόν, κύριε
Λετουρνέρ. Είνε νέος ευφυής και ευπαίδευτος.
— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, ου
τα χείλη υποχαράσσουσι μειδίαμα, είνε ψυχή καλή εν αθλίω
σώματι, — η ψυχή της ταλαίνης μητρός του, ήτις απέθανε φέρουσα
αυτόν εις τον κόσμον!
— Σας αγαπά, κύριε Λετουρνέρ.
— Αι, το καϊμένον! ψιθυρίζει ο κ. Λετουρνέρ κύπτων την
κεφαλήν. Α! επαναλαμβάνει, υμείς δεν δύνασθε να νοήσετε τι
πάσχει ο πατήρ βλέπων το τέκνον του ανάπηρον . . . ανάπηρον εκ
γενετής!
— Κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην, της συμφοράς ήτις έπληξε το
τέκνον σας και, κατ' ακολουθίαν, υμάς, δεν μετέχει εξ ίσου
έκαστος υμών. Ο κύριος Ανδρέας είνε αξιολύπητος, αναμφιβόλως·
αλλ' όμως ολίγον είνε εις αυτόν το να αγαπάται υφ' υμών, όπως
αγαπάται; Ασθένειαν φυσικήν υπομένει ο άνθρωπος ευκολώτερον ή
λύπην ηθικήν, εις υμάς δε μάλιστα έλαχεν η ηθική λύπη. Παρατηρώ
μετά προσοχής τον υιόν σας, και νομίζω ότι δύναμαι να
διαβεβαιώσω, ότι, αν είνε πράγμα όπερ ιδία τον λυπεί, είνε η
ιδία υμών θλίψις . . .
— Δεν τον αφίνω να καταλάβη τίποτε! απεκρίθη ζωηρώς ο κ.
Λετουρνέρ. Μίαν και μόνην έχω ενασχόλησιν, να τον διασκεδάζω
κατά πάσαν στιγμήν του βίου του. Ανεγνώρισα δε ότι, παρά την
ασθένειάν του, το τέκνον μου είχε μανίαν εις τα ταξείδια. Το
πνεύμα του έχει πόδας, πτερά μάλιστα, και από πολλών ετών
συνταξειδεύομεν. Επεσκέφθημεν όλην την Ευρώπην, κατά πρώτον,
και προ μικρού διήλθομεν τας κυριωτάτας Πολιτείας της Ενώσεως.
Εγώ αυτός εξεπαίδευσα τον Ανδρέαν, διότι δεν ήθελον να τον
στείλω εις σχολείον, και την εκπαίδευσίν του ταύτην συμπληρώ
διά των περιηγήσεων. Ο Ανδρέας είνε κεκοσμημένος δι' οξείας
διανοίας και ζωηράς φαντασίας· είνε ευαίσθητος, και ενίοτε μετά
χαράς συλλογίζομαι ότι λησμονεί, περιπαθώς διακείμενος προ των
μεγάλων θεαμάτων της φύσεως!
— Μάλιστα, κύριε, . . . αναμφιβόλως . . . , είπον.
— Αλλ' εάν λησμονή, υπέλαβεν ο κ. Λετουρνέρ θλίβων μου την
χείρα, εγώ όμως δεν λησμονώ, ουδέ θα λησμονήσω ποτέ! Κύριε,
κύριε, νομίζετε ότι ο υιός μου συγχωρεί την μητέρα του και εμέ
διότι τον εγεννήσαμεν ασθενή;»
Η λύπη του πατρός τούτου κατηγορούντος εαυτόν διά δυστύχημα, ού
η ευθύνη ουδένα εβάρυνε, με καταλυπεί δεινώς! Θέλω να τον
παρηγορήσω, αλλ' επιφαίνεται ο υιός του την στιγμήν εκείνην. Ο
κ. Λετουρνέρ τρέχει προς αυτόν και τον βοηθεί να αναβή την
κλίμακα, ολίγον τι ορθίαν, την καταλήγουσαν εις το επίστεγον
[13].
Εκεί δε ο Ανδρέας Λετουρνέρ κάθηται επί τινος των θρανίων των
διατεθειμένων επί των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτώ κάθηται
ο πατήρ. Αμφότεροι συνδιαλέγονται, και εγώ αναμιγνύομαι εις την
συνδιάλεξιν. Το υποκείμενον δε της συνδιαλέξεως είνε ο πλους
του _Σάνσελλορ_, αι περιπέτειαι του ταξειδίου, το πρόγραμμα του
εν τω πλοίω βίου. Ο κ. Λετουρνέρ είχεν, ως και εγώ, μετρίαν
γνώμην περί του πλοιάρχου Χόντλυ. Το αμφίρροπον του ανδρός
τούτου, η υπναλέα αυτού όψις, αηδώς εκίνησαν την ψυχήν του. Η
γνώμη του κ Λετουρνέρ είνε τουναντίον ευνοϊκωτάτη προς τον
δεύτερον πλοίαρχον, τον Ροβέρτον Κόρτις, νέον τριακοντούτη,
ευεκτικόν [14], μυικής δυνάμεως μεγάλης, αείποτε εν κινήσει
διατελούντα, και ού τινος η ζωηρά θέλησις φαίνεται αδιαλείπτως
ετοίμη διά πράξεων να εκδηλωθή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις την στιγμήν ταύτην ανήλθεν εις το κατάστρωμα.
Τον παρατηρώ μετά προσοχής και εκπλήττομαι εκ των συμπτωμάτων,
άτινα εμφαίνουσι την ισχύν αυτού και την ζωικήν ανάπτυξιν. Είνε
εκεί, ευθυτενής, ευκίνητος, υπερήφανος το βλέμμα και μόλις
συσπών τους οφρυαίους μυς. Είνε ανήρ δραστήριος και θα έχη το
απαθές εκείνο θάρρος το απαραίτητον εις τον αληθή ναυτικόν.
Αλλ' εν ταυτώ είνε ψυχή αγαθή, διότι φαίνεται συμπαθών προς τον
νέον Λετουρνέρ και προθυμείται να τω φανή χρήσιμος εν πάση
περιστάσει.
Εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την ιστιοφορίαν του
πλοίου, έρχεται προς ημάς και μετέχει της συνδιαλέξεως.
Βλέπω δε ότι ο νέος Λετουρνέρ ευαρεστείται συνομιλών μετ'
αυτού.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δίδει ημίν λεπτομερείς τινας πληροφορίας περί
των επιβατών προς ούς ατελεστάτας έτι σχέσεις έχομεν συνάψη.
Και ο μεν Μίστερ και η Μίσσιζ Κηρ είνε Αμερικανοί εκ της
Βορείου Αμερικής, ωφεληθέντες μεγάλως εκ της καλλιεργείας πηγών
πετρελαιοφόρων. Γνωστόν όντως ότι αύτη είνε η αρχή των νεωτέρων
μεγάλων περιουσιών εν ταις Ηνωμέναις Πολιτείαις. Αλλ' ο κύριος
ούτος Κηρ, ανήρ πεντηκοντούτης, φαινόμενος ως πλουτήσας μάλλον
ή ως πλούσιος, είνε οχληρός ομοτράπεζος, ουδέν άλλο επιζητών
και θέλων, ή τας αναπαύσεις του. Ήχος μεταλλικός εξέρχεται κατά
πάσαν στιγμήν εκ των θυλακίων του, εν οίς αι δύο του χείρες
είνε αδιαλείπτως βεβυθυσμέναι. Αλαζών και μάταιος, θαυμάζων
εαυτόν και καταφρονών τους άλλους, προοσποιείται αδιαφορίαν
προς παν ό τι δεν είνε εαυτού. Βρενθύεται [15] ως ταώς [16],
«οσφραίνεται εαυτόν, εντρυφά εαυτώ, απογεύεται εαυτόν», ίνα
μεταχειρισθώμεν τους όρους του σοφού φυσιογνώμονος Γρατιολέτου.
Τέλος είνε μωρός και φίλαυτος. Δεν εξηγούμαι δε διατί
επεβιβάσθη επί του _Σάνσελλορ_, απλού εμπορικού πλοίου, όπερ
δεν δύναται να παράσχη αυτώ τας ανέσεις των Υπερατλαντείων
σκαφών.
Η δε μίσσιζ Κηρ είνε γυνή άσημος, νωχελής, αδιάφορος,
τεσσαρακοντούτις, αφυής, άνευ αναγνώσεως, άνευ συνδιαλέξεως.
Κυττάζει μεν, αλλά δεν βλέπει, ακροάται, αλλά δεν ακούει.
Σκέπτεται; δεν δύναμαι να το βεβαιώσω.
Μόνη ασχολία της γυναικός ταύτης είνε να υπηρετήται κατά πάσαν
στιγμήν υπό της ακολούθου αυτής Αγγλίδος μις Χέρμπυ, νεάνιδος
εικοσαέτιδος γλυκείας και πράου, κερδαινούσης άνευ ταπεινώσεως
τας ολίγας τινάς λίρας άς τη ρίπτει ο βαθύπλουτος Πετρέλαιος.
Η νεάνις αυτή είνε κομψοτάτη, και ξανθή μετά βαθυκυάνων
οφθαλμών, η δε χαρίεσσα αυτής όψις δεν έχει το άσημον εκείνο
όπερ απαντά παρά τισι των ομοφύλων αυτής. Το στόμα της θα ήτο
θελκτικόν, εάν είχε ποτε καιρόν ή αφορμήν να μειδιάση. Αλλά
προς τίνα και διατί ήθελε μειδιάση η τάλαινα κόρη, υποκειμένη
εις τας αδιαλείπτους προσβολάς και τας γελοίας ιδιοτροπίας της
κυρίας; Αλλ' όμως ει και πάσχει ενδομύχως, υποτάσσεται,
τουλάχιστον, και φαίνεται υπείκουσα εις την τύχην της.
Ο δε Ουίλλιαμ Φάλστεν είνε μηχανικός εκ Μαγχεστρίας, έχων ήθος
αγγλικώτατον. Διευθύνει μέγα υδραυλικόν εργαστήριον εν τη
Μεσημβρινή Καρολίνη και απέρχεται εις Ευρώπην αναζητών τας
νεωτάτας συσκευάς, και πλην άλλων τους μύλους μετά φυξικέντρου
[17] δυνάμεως του οίκου Κάιλ. Είνε δε ανήρ τεσσαράκοντα πέντε
ετών, τρόπον τινά σοφός τις, μόνον αυτού μέλημα έχων τας
μηχανάς και απορροφώμενος υπό της μηχανικής και των
υπολογισμών· πέρα δε τούτων δεν βλέπει τίποτε. Ο μετ' αυτού
συνδιαλεγόμενος είνε των αδυνάτων να απαλλαχθή ευκόλως,
περιπλέκεται όλος ως εν τροχώ γιγγλυμωτώ [18].
Ό δε κυρ Ρόμπυ εκπροσωπεί τον κοινόν μεγαλέμπορον άνευ τινός
μεγαλείου, άνευ πρωτοτυπίας. Από εικοσαετίας ο ανήρ ούτος πωλεί
μόνον και αγοράζει. Επειδή δε ανεξαιρέτως επώλησεν ακριβότερον
παρ' όσον ηγόρασεν, έγινε κάτοχος περιουσίας. Τι θα την κάμη,
ουδ' αυτός δύναται να είπη. Ο Ρόμπυ ούτος, ού όλος ο βίος
απεκτηνώθη εν τω κατά μέρος εμπορίω, δεν σκέπτεται, δεν
διανοείται πλέον. Ο εγκέφαλός του είνε του λοιπού κλειστός εις
πάσαν εντύπωσιν, και κατ' ουδένα τρόπον δικαιολογεί το υπό του
Πασχάλ ειρημένον: «Προδήλως ο άνθρωπος επλάσθη ίνα σκέπτεται·
εν τούτω πάσα αυτού η αξιοπρέπεια και η αξία.»
Ε'
— _7 Οκτωβρίου_. — Ιδού παρήλθον δέκα ημέραι αφ' ότου
απεπλεύσαμεν εκ του Κάρλεστον, και μοι φαίνεται ότι διηνύσαμεν
την οδόν καλώς και ταχέως. Πολλάκις μοι συμβαίνει να
συνδιαλέγομαι μετά του δευτέρου πλοιάρχου και μεταξύ ημών
κατέστη ποια τις οικειότης.
Σήμερον δε ο Ροβέρτος Κόρτις με πληροφορεί ότι δεν πρέπει να
είμεθα πολύ απομεμακρυσμένοι του συμπλέγματος των Βερμούδων
νήσων, τούτ' έστιν απέναντι του ακρωτηρίου Χαττεράς. Γενομένης
δε παρατηρήσεως ευρέθη πλάτος βόρειον 32°20', μήκος δε 64°50'
προς δυσμάς του μεσημβρινού του Γρηνουιχίου.
«Θα γνωρίσωμεν τας Βερμούδας νήσους, ιδία δε την νήσον του
Αγίου Γεωργίου, προ της νυκτός, μοι είπεν ο δεύτερος πλοίαρχος.
— Πώς, απεκρίθην εγώ, προσεγγίζομεν εις τας Βερμούδας; Αλλ'
εγώ ενόμιζον ότι ο _Σάνσελλορ_ εκπλέων εκ της Κάρλεστον εις
Λιβερπούλην, ώφειλε να πλεύση προς βορράν και να παρακολουθήση
το ρεύμα Γελφ Στρημ [19]!
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις,
αύτη είνε η διεύθυνσις ήν συνήθως λαμβάνουσι τα πλοία, αλλά
φαίνεται ότι σήμερον ο πλοίαρχος δεν ήτο της γνώμης να την
λάβη.
— Και διατί;
— Δεν ειξεύρω, αλλ' έδωκε την διεύθυνσιν προς ανατολάς, και ο
_Σάνσελλορ_ πλέει προς ανατολάς.
— Και δεν τω παρετηρήσατε ότι . . . .
— Μάλιστα, τω παρετήρησα ότι δεν ήτο η συνήθης οδός, αλλά μ'
απεκρίθη ότι «αυτός ειξεύρει τι θα κάμη!»
Και ούτω λαλών ο Ροβέρτος Κόρτις συνοφρυούται, πολλάκις φέρει
αυτομάτως την χείρα εις το μέτωπον, και νομίζω ότι καταλαμβάνω
ότι δεν λέγει παν ό τι ήθελε να είπη.
«Εν τούτοις, κύριε Κόρτις, υπέλαβον εγώ, έχομεν ήδη 7 Οκτωβρίου
και δεν είνε κατάλληλος η περίστασις να δοκιμάζωμεν οδούς νέας.
Δεν πρέπει να χάσωμεν ουδέ μίαν ημέραν, εάν θέλωμεν να
καταπλεύσωμεν εις Ευρώπην προ του χειμώνος.
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, ουδέ μίαν ημέραν!
— Κύριε Κόρτις, θα ήμην πολύ αδιάκριτος εάν σας ηρώτων τι
φρονείτε περί του πλοιάρχου Χόντλυ;
— Φρονώ, μ' αποκρίνεται ο δεύτερος πλοίαρχος, φρονώ ότι . . .
είνε πλοίαρχός μου!»
Η δι' υπεκφυγής αύτη απόκρισις εξακολουθεί εμβάλλουσά με εις
φροντίδας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν ηπατήθη. Περί ώραν τρίτην ο φρουρός
ναύτης αναγγέλλει γην προς Μέσην (ΒΑ), αλλ' η γη αύτη φαίνεται
έτι ως ατμός.
Την έκτην ώραν αναβαίνω εις το κατάστρωμα μετά του κ. Λετουρνέρ
και βλέπομεν το σύμπλεγμα των Βερμούδων, νήσων σχετικώς ολίγον
υψηλών, άς υπερασπίζει σειρά φοβερά βράχων.
«Ιδού λοιπόν το εξαίσιον αρχιπέλαγος, είπεν ο Ανδρέας
Λετουρνέρ, το γραφικόν τούτο σύμπλεγμα, το οποίον ο ποιητής σας
Θωμάς Μουρ, κύριε Κάζαλλον, εξύμνησε διά των ωδών του. Ήδη τω
1643, ο εξόριστος Ουάλτερ ένθους περιέγραψε τας νήσους ταύτας,
και, αν μη απατώμαι, αι Αγγλίδες κυρίαι επί τινα χρόνον δεν
ήθελον να φορώσι πλέον άλλους πίλους, παρά τους
κατασκευαζομένους έκ τινος φύλλου φοίνικος βερμουδείου.
— Έχετε δίκαιον, αγαπητέ μοι Ανδρέα, το αρχιπέλαγος των
Βερμούδων ήτο πολύ του συρμού κατά τον δέκατον έβδομον αιώνα,
αλλά την σήμερον κατέπεσεν εις εντελή λήθην.
— Άλλως τε, κύριε Ανδρέα, είπε τότε ο Ροβέρτος Κόρτις, οι
ποιηταί οι ομιλούντες ενθουσιωδώς περί των νήσων τούτων, δεν θα
ευρεθώσι σύμφωνοι μετά των ναυτικών, διότι η διαμονή αύτη, της
οποίας η θέα εγοήτευσεν αυτούς είνε δυσπρόσιτος εις τα πλοία,
οι δε σκόπελοι δύο ή τρεις λεύγας από της γης αποτελούσι ζώνην
ημικυκλικήν, κατακλυζομένην υπό των υδάτων, ήν εξαιρέτως
φοβούνται οι θαλασσοπόροι. Θα προσθέσω δε ότι το αίθριον του
ουρανού, το οποίον επαινούσιν οι Βερμούδειοι, συχνότατα
συνταράσσεται υπό των θυελλών. Αι νήσοι των δέχονται την ουράν
των καταιγίδων τούτων, αι οποίαι αφανίζουσι τας Αντίλλας, η δε
ουρά αύτη, ως ουρά φαλαίνης, είνε ίσα ίσα η μάλιστα επίφοβος.
Ουδόλως λοιπόν υποχρεώνω τους οδοιπόρους του Ωκεανού να έχωσι
πεποίθησιν εις τα παραμύθια του Ουάλτερ και του Θωμά Μουρ!
— Κύριε Κόρτις, υπολαμβάνει μειδιών ο Ανδρέας Λετουρνέρ, θα
έχετε δίκαιον αλλ' οι ποιηταί είνε ως αι παροιμίαι, ο είς
αντικρούει τον άλλον. Εάν ο Θωμάς Μουρ και ο Ουάλτερ εξύμνησαν
το αρχιπέλαγος τούτο ως θαυμαστήν διαμονήν, τουναντίον ο
μέγιστος των ποιητών σας, ο Σαιξπείρος, γινώσκων αυτό κάλλιον
βεβαίως, ενόμισε πρέπον να θέση ενταύθα τας φοβερωτάτας σκηνάς
της _Τρικυμίας_ του!»
Και όντως, κινδυνωδέστατοι είνε αι ακταί αύται αι γειτνιάζουσαι
προς το βερμούδειον αρχιπέλαγος. Οι Άγγλοι, οίτινες πάντοτε
κατείχον αυτό αφ' ότου ανεκαλύφθη, το χρησιμοποιούσιν απλώς ως
σταθμόν στρατιωτικόν ερριμμένον μεταξύ των Αντιλλών και της
Νέας Σκωτίας. Άλλως τε προώρισται να αυξηθή και πιθανώς επί
ευρείας κλίμακος. Συν τω χρόνω — τη αρχή ταύτη του έργου της
φύσεως, — το αρχιπέλαγος αποτελούμενον ήδη εξ εκατόν πεντήκοντα
νήσων ή νησυδρίων, θα έχη έτι μείζονα αριθμόν, διότι τα
οστρακώδη ζωόφυτα εργάζονται αδιαλείπτως εις κατασκευήν νέων
Βερμούδων, αίτινες θα συνδεθώσι προς αλλήλας και θα
αποτελέσωσι, κατά μικρόν, νέαν ήπειρον.»
Ούτε οι τρεις έτεροι επιβάται ούτε η μίσσιζ Κηρ έλαβον τον
κόπον να ανέλθωσιν εις το κατάστρωμα να εξετάσωσι το περίεργον
τούτο αρχιπέλαγος. Η δε μις Χέρμπυ μόλις ήρχετο εις το
επίστεγον και παρευθύς η συρομένη φωνή της μίσσιζ Κηρ ηκούετο
καλούσα την νεάνιδα, και αναγκάζουσα αυτήν να επανέλθη και
καθίση πλησίον της.
ΣΤ'
— _Από της 8 μέχρι της 13 Οκτωβρίου._ — Ο άνεμος άρχεται πνέων
από του Μέσου (ΒΑ) μετά τινος βίας, ο δε _Σάνσελλορ_ υπό τους
δόλωνας [20] αυτού συνεσταλμένους και το ακάτιον ιστίον [21] ,
εδέησε να ανακωχεύση δι' αντιμονής [22] οιακιστής [23].
Η θάλασσα είνε πολύσαλος και το πλοίον καταπονείται, θόρυβος
πολύς γίνεται, οι δ' επιβάται ίστανται ως επί το πολύ υπό το
επίστεγον.
Εγώ δε προτιμώ να μείνω επί του καταστρώματος καί τοι βροχή
λεπτοτάτη με διαπερά διά των υπό του άνεμου εις κόνιν
μεταβαλλομένων μοριδίων αυτής.
Επί δύο ημέρας τρέχομεν ούτω πως ο άνεμος βαθμηδόν γίνεται
σφοδρότερος, τα επιστήλια [24] καταβιβάζονται· την στιγμήν
ταύτην ο άνεμος διανύει μίλια πεντήκοντα μέχρι εξήκοντα την
ώραν (25).
Ει και ο _Σάνσελλορ_ είνε πλοίον εξαίρετον, η έκπτωσις όμως
αυτού είνε σημαντική και παρεσύρθημεν προς Νότον. Η κατάστασις
του ουρανού, σκοτισθέντος υπό των νεφών, δεν επιτρέπει να
αναχθώμεν. Επειδή δε η διεύθυνσις του πλοίου δεν είχεν ορισθή,
ανάγκη να υπολογίσωμεν κατά προσέγγισιν.
Οι συμπλωτήρες μου προς ούς ο δεύτερος πλοίαρχος ουδέν είπε,
δεν είνε δυνατόν να μάθωσιν ότι πλέομεν κατά διεύθυνσιν όλως
ανεξήγητον. Η Αγγλία είνε προς Μέσην (ΒΑ), και όμως ημείς
τρέχομεν προς Εύρον (ΝΑ)! Ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να
νοήση την επιμονήν του πλοιάρχου, όστις ώφειλε τουλάχιστον να
μεταβάλη τους προτόνους [26] και σπεύδων προς Σκίρωνα (ΒΑ) να
επιτύχη ευνοϊκά ρεύματα. Αλλ' ουχί! Αφ' ότου ο άνεμος
εξηκολούθει ενάντιος, ο _Σάνσελλορ_ έτι μάλλον βυθίζεται εις
τον Νότον.
Την ημέραν εκείνην ευρεθείς μόνος εν τω επιστέγω μετά του
Ροβέρτου Κόρτις, τω είπον:
«Μα είνε λοιπόν τρελός ο πλοίαρχός σας;
— Και εγώ ήθελον να σας ερωτήσω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο
Ροβέρτος Κόρτις, αφ' ού και υμείς το παρετηρήσατε ήδη.
— Μα το ναι δεν ειξεύρω τι να σας αποκριθώ, αλλ' ομολογώ ότι η
αλλόκοτος φυσιογνωμία του, οι βλοσυροί οφθαλμοί του! . . .
Συνεταξειδεύσατε και άλλοτε μετ' αυτού;
— Όχι, τώρα πρώτην φοράν.
— Και τω επανελάβετε τας παρατηρήσεις σας περί της διευθύνσεως
προς την οποίαν πλέομεν;
— Μάλιστα, αλλά μ' απεκρίθη ότι αύτη η διεύθυνσις είνε η καλή.
— Κύριε Κόρτη, επανέλαβον, τι λέγουσιν οι άλλοι του πλοίου;
— Ό τι και εγώ.
— Και αν ο πλοίαρχος Χόντλυ ήθελε να διευθύνη το πλοίον του
εις την Κίναν;
— Θα υπακούσωμεν εις το θέλημά του.
— Αλλ' όμως έχει και η υπακοή τα όριά της.
— Ουχί, εφ' όσον η διαγωγή του πλοιάρχου δεν φέρει το πλοίον
εις απώλειαν.
— Αλλ' αν είνε τρελός;
— Εάν είνε τρελός, κύριε Κάζαλλον, τότε θα ίδω τι πρέπει να
κάμω.»
Πού να ήλπιζον εγώ τοιαύτην περιπλοκήν, ότε επεβιβαζόμην επί
του _Σάνσελλορ_!
Εν τούτοις ο άνεμος εγίνετο κατ' ολίγον χειρότερος και αληθής
καταιγίς ενσκήπτει επί του μέρους τούτου του Ατλαντικού. Το
πλοίον ηναγκάσθη να ανακωχεύση [27] υπό τα συνεσταλμένα ιστία,
τούτ' έστιν αντιμετωπίζει τον άνεμον πάση δυνάμει. Αλλ', ως
είπον, η έκπτωσις είνε μεγίστη και μάλλον καταφερόμεθα προς
Νότον.
Τούτο δε είνε προδηλότατον, ότε την νύκτα της 11 προς την 12 ο
_Σάνσελλορ_ εμπίπτει εις την θάλασσαν των Σαργασσών.
Η θάλασσα αύτη περισφιγγομένη υπό του χλιαρού ρεύματος του Γελφ
Στρημ είνε ευρεία έκτασις υδάτων, κεκαλυμμένη υπό των φυκών του
είδους εκείνου του υπό των Ισπανών ονομαζομένου «σαργάσσο» τα
δε πλοία του Κολόμβου μετά πλείστης δυσχερείας διέπλευσαν αυτήν
κατά τον πρώτον αυτών διάπλουν του Ωκεανού.
Ότε εξημέρωσεν, ο Ατλαντικός παρίσταται προ των οφθαλμών ημών
αλλόκοτος την θέαν, και οι κκ. Λετουρνέρ έρχονται να
παρατηρήσωσιν αυτόν, ει και οι μετάλλινοι πρότονοι ηχούσι
θορυβωδώς πληττόμενοι υπό του καταιγίζοντος ανέμου, ως
αυτόχρημα χορδαί άρπης. Τα ενδύματα ημών, κολλητά επί του
σώματος, θα εγίνοντο ράκη, εάν τυχόν παρείχον την ελαχίστην
λαβήν εις τον άνεμον. Το πλοίον επήδησεν επί ταύτης της
θαλάσσης, ήν η γόνιμος αύτη οικογένεια των φυκών καθιστά
πυκνοτέραν, ως ευρείαν χορτοσκεπή πεδιάδα, ήν η τρόπις [28]
διασχίζει ως το υννίον του αρότρου. Εκ διαλειμμάτων δε μακραί
ίνες υπό του ανέμου αναρπαζόμεναι περιελίσσονται εις τα σχοινία
ως αι έλικες της αμπέλου και σχηματίζουσι σκιάδα χλοεράν
εκτεταμένην από ιστού εις ιστόν. Εκ των μακρών δε τούτων φυκών
— ταινιών ατελευτήτων μήκους τριακοσίων τουλάχιστον ή
τετρακοσίων ποδών — πολλά περιελίσσονται και εις αυτά έτι τα
επίμηλα ως επισείοντες κυμαινόμενοι. Επί τινας δε ώρας ανάγκη
να αγωνισθώμεν κατά της εισβολής ταύτης των φυκών, και κατά
τινας στιγμάς ο _Σάνσελλορ_, έχων πάντας τους ιστούς
κεκαλυμμένους υπό των υδροφύτων των περιπεπλεγμένων διά των
ιδιοτρόπων τούτων κλιματίδων, θα ομοιάζη προς άλσος κινητόν εν
τω μέσω λειμώνος απεράντου.
Ζ'
— _14 Οκτωβρίου._ — Ο _Σάνσελλορ_ κατέλιπε τέλος τον φυτικόν
τούτον Ωκεανόν, και η σφοδρότης του ανέμου ηλαττώθη κατά πολύ,
μετατραπείσα εις άνεμον εύδιον [29], και ήδη βαδίζομεν ταχέως
μετά δύο σειρών εις τους δόλωνας.
Ο ήλιος ανεφάνη σήμερον και λάμπει ζωηρώς, η θερμοκρασία
γίνεται ήδη θερμοτάτη· η δε μαγνητική βελόνη διευθετηθείσα
καλώς δεικνύει 21° 33' βορείου πλάτους και 50° 17' δυτικού
μήκους. Λοιπόν ο _Σάνσελλορ_ κατήλθε πλέον ή δέκα μοίρας προς
Νότον. Και εξακολουθεί κατευθυνόμενος προς Εύρον (ΝΑ)!
Θέλων να πληροφορηθώ περί της ακαταλήπτου ταύτης
ισχυρογνωμοσύνης του πλοιάρχου Χόντλυ, πολλάκις συνδιελέχθην
μετ' αυτού. Έχει σώας τας φρένας ή ου; Αγνοώ τι να πιστεύσω.
Καθ' όλου ειπείν ομιλεί λογικώς. Υπόκειται λοιπόν εις μερικήν
παραφροσύνην, εις είδος τι «απροσεξίας», αναφερομένης ακριβώς
εις τα του επαγγέλματός του; Παρετηρήθησαν ήδη τινές των
φυσιολογικών τούτων περιπτώσεων, και λέγω περί τούτου προς τον
Ροβέρτον Κόρτις, όστις με ακροάται απαθώς, λέγων μοι και
επαναλαμβάνων ότι δεν έχει δικαίωμα να επεμβαίνη εις τα του
πλοιάρχου του, εφ' όσον το πλοίον δεν κινδυνεύει να απολεσθή
ένεκα πράξεώς τινος αυτού αποδεικνυούσης ότι είνε παράφρων. Και
όντως τούτο είνε μέτρον σπουδαίον, και σπουδαίαν ήθελε
καταστήση την ευθύνην αυτού.
Επανήλθον εις τον θάλαμόν μου περί την ογδόην εσπερινήν ώραν,
και εις το φως της κρεμαστής λυχνίας μου διήλθον μίαν ώραν
αναγινώσκων, αλλά και σκεπτόμενος. Έπειτα δε κατακλιθείς
απεκοιμήθην.
Αφυπνίσθην μετά τινας ώρας υπό θορύβου ασυνήθους. Βήματα βαρέα
αντηχούσιν επί του καταστρώματος και ζωηραί παρακελεύσεις
ακούονται. Μοι φαίνεται ότι οι άνδρες του πληρώματος τρέχουσι
μετά τινος σπουδής. Τις άρα γε η αιτία της εκτάκτου ταύτης
ταραχής; Αναμφιβόλως χειρισμός τις ένεκα στροφής τινος του
πλοίου . . . Αλλ' ουχί! Δεν είνε ίσως τούτο, διότι το πλοίον
εξακολουθεί κλίνον προς τον δεξιόν τοίχον, και κατ' ακολουθίαν
δεν μετέβαλε διεύθυνσιν.
Σκέπτομαι επί στιγμήν να αναβώ εις το κατάστρωμα, αλλ' ο
θόρυβος πάραυτα κατέπαυσεν. Ακούω τότε τον πλοίαρχον Χόντλυ
εισερχόμενον εις τον θάλαμόν του, κείμενον έμπροσθεν του
επιστέγου, και εγώ εχώθην πάλιν εις την κρεμαστήν κλίνην μου.
Χειρισμός τις αναμφιβόλως προεκάλεσε τας διαδρομάς εκείνας.
Οπωςδήποτε αι κινήσεις του πλοίου δεν ηυξήθησαν, άρα ο άνεμος
δεν έπνεε σφοδρός.
Την επιούσαν, 14 του μηνός, αναβαίνω εις το επίστεγον την 6 π.
μ. και παρατηρώ το πλοίον.
Ουδεμία μεταβολή, — φαινομένη. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει έχων τους
προτόνους αριστερά, έχων τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας
και τους φώσωνας [30]. Στηρίζεται καλώς και φέρεται θαυμασίως
επί της θαλάσσης εκείνης ήν υπεγείρει πνοή ανέμου δροσερά και
ευμεταχείριστος. Η ταχύτης του είνε σημαντική την στιγμήν
ταύτην, και δεν θα είνε κατωτέρα των ένδεκα μιλίων την ώραν.
Μετ' ού πολύ ο κ. Λετουρνέρ και ο υιός επιφαίνονται επί του
καταστρώματος. Βοηθώ τον νεανίαν να αναβή εις το επίστεγον. Ο
Ανδρέας έρχεται ασμένως να αναπνεύση τον πρωινόν αέρα, τον ούτω
ζωογόνον και κατάμεστον θαλασσίων οσμών.
Ερωτώ τους κυρίους τούτους εάν αφυπνίσθησαν την νύκτα υπό
κρότου βημάτων δηλούντος ταραχήν τινα εν τω πλοίω.
«Το κατ' εμέ, όχι, απεκρίθη ο Ανδρέας Λετουρνέρ, εγώ εξύπνησα
με ένα ύπνον.
— Αγαπητόν μου τέκνον, είπεν ο κ. Λετουρνέρ, συ εκοιμάσο τότε,
διότι και εγώ εξύπνησα υπό του κρότου, περί του οποίου λέγει ο
κ. Κάζαλλον. Μ' εφάνη μάλιστα ότι διέκρινα τας λέξεις ταύτας
«Γρήγορα! γρήγορα! 'ς τα καπάκια! 'ς τα καπάκια!» [31]
— Αχ! είπον, και τι ώρα ήτο;
— Τρεις περίπου, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και δεν ειξεύρετε την αιτίαν του θορύβου;
— Δεν την ειξεύρω, κύριε Κάζαλλον, αλλά δεν θα ήτο σπουδαία,
αφ' ού ουδείς ημών προσεκλήθη εις το κατάστρωμα.
Παρατηρώ τους καθέκτας [32] τους έμπροσθεν και όπισθεν του
μεγάλου ιστού δι' ών γίνεται η κατάβασις εις το κύτος του
πλοίου. Είνε κλειστοί, ως συνήθως, αλλά βλέπω ότι τους
καλύπτουσιν υποβλήματα πυκνά, και ότι έχουσι ληφθή πάσαι αι
αναγκαίαι προφυλάξεις όπως η κλείσις γίνη στεγανή. Αλλά διατί
κατέκλεισαν ούτως επιμελώς τα ανοίγματα ταύτα; Ενυπάρχει αιτία,
ήν δεν δύναμαι να μαντεύσω, και αναμφιβόλως ο Ροβέρτος Κόρτις
θα μοι την είπη. Περιμένω λοιπόν να έλθη η σειρά της τετραωρίας
του, και κρατώ δι' εμαυτόν τας παρατηρήσεις μου, προτιμήσας να
μη τας ανακοινώσω τω κ. Λετουρνέρ.
Η ημέρα θα είνε καλή, διότι ο ήλιος ανατέλλων είνε
μεγαλοπρεπέστατος και φαίνεται ξηρός, — όπερ είνε αίσιος
οιωνός. Φαίνεται έτι υπεράνω του αντιθέτου ορίζοντος ο δίσκος
της σελήνης ημίβρωτος [33], όστις δεν θα δύση προ της δεκάτης
ώρας και πεντήκοντα επτά λεπτά προ μεσημβρίας. Εντός τριών
ημερών είνε το τελευταίον τέταρτον της σελήνης, την δε 24 θα
έχωμεν νέαν σελήνην. Παρατηρώ την επετηρίδα και βλέπω ότι την
ημέραν εκείνην θα έχωμεν λαμπράν παλίρροιαν συζυγίας. Ολίγον
διαφέρει ημίν, οίτινες κυμαινόμενοι εν μέσω Ωκεανώ δεν θα
δυνηθώμεν να ίδωμεν ταποτελέσματα της παλιρροίας ταύτης· αλλά
κατά πάσας τας ακτάς των τε ηπείρων και των νήσων το φαινόμενον
θα είνε αξιοπαρατήρητον, διότι η νέα σελήνη θα ανεγείρη τους
υδατίνους όγκους εις ύψος σημαντικόν.
Είμαι μόνος επί του επιστέγου, διότι οι κκ. Λετουρνέρ κατέβησαν
εις το τέιον, και περιμένω τον δεύτερον πλοίαρχον.
Τη ογδόη ώρα ο Ροβέρτος Κόρτις έρχεται να αναλάβη την
τετραωρίαν, ήν παραχωρεί αυτώ ο Ουάλτερ, και προχωρώ να τον
δεξιωθώ.
Πριν μοι είπη την καλημέραν, ο Ροβέρτος Κόρτις εξακοντίζει
ταχέως έν βλέμμα επί του καταστρώματος και συνοφρυούται
ελαφρώς. Έπειτα δε εξετάσας την κατάστασιν του ουρανού και την
ιστιοφορίαν, ήλθε προς τον Ουάλτερ και τον ηρώτησεν:
«Και ο πλοίαρχος Χόντλυ;
— Δεν τον είδον ακόμη, κύριε.
— Ουδέν νεώτερον;
— Ουδέν.»
Έπειτα δε ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Ουάλτερ συνδιελέχθησαν ολίγον
ταπεινή τη φωνή.
Ερωτήσαντος του Ροβέρτου ερώτησίν τινα, ο Ουάλτερ αποκρίνεται
ανανεύων.
«Στείλε μου τον αρχιναύτην,» είπεν ο δεύτερος προς τον Ουάλτερ
απερχόμενον.
Μετ' ου πολύ φαίνεται ο αρχιναύτης, ο δε Ροβέρτος Κόρτις ερωτά
αυτόν, εκείνος δε αποκρίνεται ταπεινή τη φωνή, αλλά σείων την
κεφαλήν. Έπειτα δε κελεύσαντος του δευτέρου, ο αρχιναύτης
προσκαλεί τους ναύτας της τετραωρίας και παραγγέλλει να
καταβρέξωσι τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τον μέγαν καθέκτην.
Μετ' ολίγας στιγμάς έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις, και η
συνδιάλεξις ημών περιστρέφεται πρώτον μεν περί ασήμαντά τινα·
βλέπων δε ότι ο δεύτερος δεν άπτεται του θέματος όπερ εγώ θέλω
να πραγματευθώ, τω είπον:
«Αλήθεια, κύριε Κόρτις, τι συνέβη την νύκτα;»
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις με παρατηρεί μετά προσοχής και δεν
αποκρίνεται.
«Μάλιστα, εξηκολούθησα εγώ, εξύπνησα υπό θορύβου ασυνήθους,
όστις διέκοψε και του κ. Λετουρνέρ τον ύπνον. Τι συνέβη;
— Τίποτε, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
Σφαλερός οιακισμός του πηδαλιούχου μικρού δειν ανέκοψε την
πορείαν του πλοίου, και εδέησε να κερουλκήσωμεν παρευθύς, ως εκ
τούτου δε επήλθε κίνησις επί του καταστρώματος. Αλλά το κακόν
τάχιστα διωρθώθη, και ο _Σάνσελλορ_ επανέλαβε αμέσως τον δρόμον
του.»
Μοι φαίνεται ότι ο Ροβέρτος Κόρτις, ο συνήθως ευθύς, δεν μοι
λέγει την αλήθειαν.
Η'
— _Από της 15 μέχρι της 18 Οκτωβρίου_ — Ο πλους εξακολουθεί
επί ταις αυταίς συνθήκαις, πνέοντος πάντοτε του ανέμου Μέσου
(ΒΑ). Πας δε μη προκατειλημμένος νομίζει ότι ουδεμία συνέβη εν
τω πλοίω ανωμαλία.
Και όμως «κάτι τι τρέχει!»
Οι ναύται πολλάκις συναθροιζόμενοι συνδιαλέγονται, και ευθύς ως
ημείς πλησιάσωμεν, σιωπώσι. Πολλάκις ήρπασα, ούτως ειπείν, την
λέξιν «τα καπάκια», ήτις είχεν ήδη εκπλήξη την νύκτα τον κ.
Λετουρνέρ. Τι είνε λοιπόν εν τω κύτει του _Σάνσελλορ_, όπερ
απαιτεί προφυλάξεις; Διατί τα «καπάκια» τούτ' έστιν οι καθέκται
είνε ούτω στεγανώς κλειστοί; Αληθώς έχομεν ίσως πλήρωμα
πολέμιον, καθειργμένον υπό το κατάστρωμα, και περί αυτού
ελαμβάνομεν μέτρα μάλλον και μάλλον αυστηρότερα ίνα το
φυλάττωμεν στενώς!
Τη 15 του μηνός περιπατών επί του πρωραίου καταστρώματος ακούω
τον ναύτην Όουεν λέγοντα προς τους συνναύτας:
«Παιδιά, 'ξέρετε και ένα πράγμα; Εγώ δεν θα περιμένω ως 'ς την
τελευταίαν ώραν. Ο καθένας διά τον εαυτόν του.
— Μα τι θα κάμης, Όουεν; τον ηρώτησεν ο μάγειρος Γύγξτροπ.
— Αι, καλά! απεκρίθη ο ναύτης. Η βάρκες τάχα έγιναν διά τες
φώκες;»
Ο διάλογος ούτος αποτόμως διεκόπη, και δεν ηδυνήθην να μάθω
περισσότερον.
Τεκταίνεται λοιπόν συνωμοσία τις κατά των αξιωματικών του
πλοίου;
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρετήρησε συμπτώματα στάσεως; Πάντοτε είνε
επίφοβος κακή θέλησίς τινων ναυτών, και οφείλει τις να επιβάλη
πειθαρχίαν σιδηράν.
Τρεις ημέραι παρήλθον, καθ' άς ουδέν νέον έχω κατά το
φαινόμενον να παρατηρήσω.
Αλλ' από χθες παρατηρώ ότι ο πλοίαρχος και ο δεύτερος έχουσι
συχνάς πυκνάς συνδιαλέξεις. Κινήσεις αγανακτήσεως διαφεύγουσι
τον Ροβέρτον Κόρτις — εκπλήττομαι δε βλέπων ούτω πως νέον,
όστις γινώσκω ότι είνε κύριο εαυτού, — αλλά μοι φαίνεται ότι
ένεκα των συνδιαλέξεων τούτων ο πλοίαρχος Χόντλυ εξακολουθεί
επιμένων υπέρ ποτε εις τας γνώμας του. Πλην δε τούτου, μοι
φαίνεται κατατρυχόμενος υπό υπερερεθισμού, ού η αιτία με
διαφεύγει.
Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ παρετηρήσαμεν κατά τας ώρας του
φαγητού το σιωπηλόν του πλοιάρχου και την ταραχήν του Ροβέρτου
Κόρτις. Ενίοτε ο δεύτερος αποπειράται να παρατείνη την
συνδιάλεξιν, αλλά σχεδόν παρευθύς χαλαρούται, και ούτε ο
μηχανικός Φάλστεν, ούτε ο μίστερ Κηρ, είνε άνθρωποι να την
αναστηλώσωσι, πολύ δε μάλλον ο Ρόμπυ. Εν τούτοις οι επιβάται
ούτοι παραπονούνται ήδη, ουχί αλόγως, διά το μήκος του διάπλου.
Ο δε μίστερ Κηρ, ως άνθρωπος αξιών να κλίνωσιν ενώπιον αυτού τα
στοιχεία, φαίνεται καθιστών τον πλοιάρχον Χόντλυ υπεύθυνον διά
τας βραδύτητας ταύτας και φέρεται προς αυτόν αγερώχως.
Κατά την ημέραν της 17 του μηνός και από της στιγμής ταύτης,
κατά παραγγελίαν του δευτέρου πλοιάρχου, καταβρέχουσι το
κατάστρωμα πολλάκις της ημέρας. Συνήθως δε η εργασία αύτη
γίνεται την πρωίαν, αλλ' αναμφιβόλως αιτιολογείται νυν διά της
υψωμένης θερμοκρασίας ήν υφιστάμεθα, διότι είχομεν ριφθή πολύ
προς Νότον. Τα υποβλήματα τα καλύπτοντα τους καθέκτας
διατηρούνται εν διαρκεί υγρά καταστάσει, το δε ύφασμα αυτών
πυκνωθέν κατέστησεν αυτά αδιάβροχα. Έχει δε ο _Σάνσελλορ_
αντλίας καθιστώσας εύκολον την πλύσιν ταύτην δι' ύδατος
αφθόνου. Πιστεύω μάλιστα ότι το κατάστρωμα και των
πολυτελεστάτων ιδιωτικών ημιολιών [34] δεν υποβάλλεται εις
τελειοτέραν καθαριότητα. Και μέχρι μεν τινος σημείου, το
πλήρωμα ηδύνατο να παραπονήται επί τη προσθέτω ταύτη εργασία,
αλλ' όμως «δεν παραπονείται».
Την νύκτα της 23 προς την 24 του μηνός η θερμοκρασία των
θαλάμων και της κοινής αιθούσης μ' εφάνη σχεδόν πνιγηρά. Ει δε
και η θάλασσα εταράσσετο υπό σφοδρού σάλου, εδέησε να αφήσω
ανοικτήν την παραφωτίδα [35] του θαλάμου μου κειμένην επί του
δεξιού τοίχου του πλοίου.
Οριστικώς είνε πρόδηλον ότι είμεθα υπό τους τροπικούς!
Ανέβην εις το κατάστρωμα άμα τη ημέρα. Φαινόμενον ικανώς
ανεξήγητον, δεν εύρον την εξωτερικήν θερμοκρασίαν ανάλογον της
εσωτερικής του πλοίου. Η πρωία είνε δροσερά μάλλον, διότι ο
ήλιος μόλις ανέτειλεν υπέρ τον ορίζοντα, και όμως δεν ηπατήθην,
ήτο όντως μεγίστη θερμότης εν τω επιστέγω.
Τότε δε οι ναύται ασχολούνται εις την αδιάλειπτον πλύσιν του
καταστρώματος και αι αντλίαι αντλούσι το ύδωρ, όπερ,
παρακολουθούν την κλίσιν του πλοίου, διεκφεύγει διά των οπών
των δύο τοίχων του πλοίου.
Οι ναύται ανυπόδητοι τρέχουσιν εν τη διαυγεί οθόνη, ήτις
αφρίζει κυμαινομένη. Δεν ειξεύρω διατί μοι επήλθεν όρεξις να
τους μιμηθώ. Εκβάλλω λοιπόν τα υποδήματά μου και τα περιπόδια,
και ιδού πλαταγίζω εν τω δροσερώ τούτω θαλασσίω ύδατι.
Σφόδρα δ' εξεπλάγην αισθανόμενος το κατάστρωμα του _Σάνσελλορ_,
επαισθητώς θερμόν υπό τους γυμνούς πόδας μου, και δεν δύναμαι
να συγκρατήσω κραυγήν εκπλήξεως.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μ' ακούει, στρέφεται, έρχεται προς με και
αποκρινόμενος εις ερώτησίν μου, ήν δεν δύναμαι ακόμη να
διατυπώσω, μοι λέγει:
«Λοιπόν, μάλιστα! Πυρκαϊά εν τω πλοίω!»
Θ'
— _19 Οκτωβρίου_. — Τα πάντα, εξηγούνται, τα διαβούλια των
ναυτών, το τεταραγμένον αυτών ήθος, οι λόγοι του Όουεν, το
κατάβρεγμα του καταστρώματος όπερ θέλουσι να διατηρήσωσιν εν
διαρκεί υγρασία, και τέλος η θερμότης αύτη, ήτις διαχέεται νυν
εν τη αιθούση και καθίσταται σχεδόν αφόρητος. Οι επιβάται
ενοχλούνται υπ' αυτής ως και εγώ, αλλ' ουδέν δύνανται να
νοήσωσιν εκ της ακανονίστου ταύτης θερμοκρασίας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μετά την σπουδαίαν ανακοίνωσίν του εσίγησεν,
αναμένων ερωτήσεις μου. Αλλ' ομολογώ ότι κατ' αρχάς φρικίασις
με κατέλαβεν όλον. Ενώπιόν μου είχον το φοβερώτατον των
ενδεχομένων να συμβώσιν εν διάπλω, ουδείς δε ανήρ, όσον και αν
είνε κύριος εαυτού, θακούση άνευ φρίκης τας απαισίας ταύτας
λέξεις: «Πυρκαϊά εν τω πλοίω.»
Εν τούτοις αναλαμβάνω την αταραξίαν μου πάραυτα σχεδόν, και
πρώτη μου ερώτησις είνε ήδε:
«Και από πότε η πυρκαϊά; . . .
— Από έξ ημερών!
— Από έξ ημερών! ανεφώνησα. Ώστε και την νύκτα;
— Μάλιστα, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, την νύκτα, καθ' ήν η
ταραχή έγινε μεγάλη επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Οι
ναύται της τετραωρίας είχον παρατηρήση ελαφρόν καπνόν
εξερχόμενον εκ των σχισμάδων του μεγάλου καθέκτου. Ο πλοίαρχος
και εγώ ελάβομεν είδησιν παρευθύς. Ουδεμία αμφιβολία δυνατή! Τα
εμπορεύματα ήναψαν εντός του κύτους του πλοίου, και ουδείς
πλέον τρόπος ήτο να φθάσωμεν εις την εστίαν της πυρκαϊάς.
Εξετελέσαμεν δε το μόνον όπερ ηδύνατο να γίνη εν τοιαύτη
περιστάσει, τούτ' έστι κατεκλείσαμεν τους καθέκτας,
εμποδίσαντες την είσοδον του αέρος εις τα ένδον του πλοίου.
Ήλπιζον δε ότι ηθέλομεν κατορθώση ούτω να καταπνίξωμεν την
έναρξιν τοιαύτης πυρκαϊάς, και όντως τας πρώτας ημέρας ενόμισα
ότι την κατεστείλαμεν! Αλλ' από τριών ημερών εβεβαιώθη δυστυχώς
ότι το πυρ εκ νέου προώδευεν. Η θερμότης η αναπτυχθείσα υπό
τους πόδας μας αυξάνει ακαταπαύστως, και άνευ των προφυλακτικών
μέσων τα όποια έλαβον, του να διατηρήται το κατάστρωμα υγρό
ημέρας και νυκτός, το πυρ θα ήτο ήδη ακατάσχετον. — Προτιμώ
τέλος πάντων, να τα ειξεύρετε όλα υμείς, κύριε Κάζαλλον,
προσέθηκεν ο Ροβέρτος Κόρτις, και ιδού ο λόγος δι' όν σας τα
λέγω.»
Ήκουσα εν σιγή την διήγησιν του δευτέρου πλοιάρχου. Κατανοώ
όλην την βαρύτητα της καταστάσεως ενώπιον πυρκαϊάς, ής η
έντασις αυξάνει οσημέραι [36], και ίσως ουδεμία δύναμις
ανθρωπίνη δύναται να την εξαλείψη.
«Ειξεύρετε πόθεν προήλθεν η πυρκαϊά; ηρώτησα τον Ροβέρτον
Κόρτις.
— Πιθανώτατα, μοι αποκρίνεται, προέρχεται εξ αυτομάτου
αναφλέξεως του βάμβακος.
— Και συμβαίνει τούτο συχνάκις;
— Συχνάκις, όχι· αλλ' ενίοτε, διότι όταν ο βάμβαξ δεν είνε
εντελώς στεγνός την ώραν της φορτώσεως, η ανάφλεξις δύναται να
γίνη αυτομάτως, όπως ευρίσκεται εντός υγρού κύτους, όπερ είνε
δύσκολον να αερίζεται. Άρα, κατ' εμέ τουλάχιστον, είνε βέβαιον
ότι η πυρκαϊά δεν έχει άλλην αιτίαν.
— Και έπειτα τι σημαίνει η αιτία; απεκρίθην. Είνε δυνατόν να
γίνη τίποτε, κύριε Κόρτις;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας
είπον και σας επαναλαμβάνω ότι ελάβομεν τας εν τοιαύτη
περιστάσει απαιτουμένας προφυλάξεις. Εσκέφθην να θαλασσώσω το
πλοίον μέχρι της ισάλου στάθμης διά να εισέλθη ύδωρ αρκετόν, το
οποίον έπειτα αι αντλίαι ήθελον αντλήση· αλλ' ενομίσαμεν ότι
ανεκαλύψαμεν ότι η πυρκαϊά διεδόθη μεταξύ των μεσολαβούντων
στρωμάτων του φορτίου, και διά να το φθάσωμεν, θα έπρεπε να
κατακλύσωμεν εντελώς το κύτος. Εν τούτοις παρήγγειλα να
διατρυπήσωσι το κατάστρωμα εις διάφορα μέρη, και την νύκτα
χύνουσιν ύδωρ διά των ανοιγμάτων τούτων, αλλά τούτο είνε
ανεπαρκές. Όχι, έν μόνον πράγμα υπολείπεται να πράξωμεν, — όπερ
πράττουσιν εν παρομοία περιστάσει, να ενεργήσωμεν διά του
πνιγμού, κλείοντες πάσαν είσοδον εις τον εξωτερικόν αέρα, και
αναγκάζοντες την πυρκαϊάν, ελλείψει οξυγόνου, να σβεσθή αφ'
εαυτής.
— Και η πυρκαϊά εξακολουθεί αυξανομένη;
— Μάλιστα! απόδειξις ότι ο αήρ εισδύει εις το κύτος διά τινος
σχισμάδος, ήν επανειλημμένως αναζητήσαντες, δεν κατωρθώσαμεν να
ανακαλύψωμεν.
— Αναφέρονται παραδείγματα πλοίων, τα οποία ηδυνήθησαν να
ανθέξωσιν εν τοιαύτη περιστάσει ευρεθέντα, κύριε Κόρτις;
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, και δεν είνε σπάνιον, πλοία
έχοντα φορτίον βάμβακα, να καταπλεύσωσιν εις Λιβερπούλην ή εις
Άβρην μετά μέρους του φορτίου των απηνθρακωμένου. Αλλ' όμως εν
τη περιπτώσει ταύτη η πυρκαϊά είχε κατορθωθή να σβεσθή, ή
τουλάχιστον να περιορισθή κατά τον διάπλουν. Εγνώρισα πολλούς
πλοιάρχους καταπλεύσαντας εις τον λιμένα μετά καταστρώματος
καίοντος υπό τους πόδας των. Η εκφόρτωσις εξετελείτο τότε όσον
τάχιστα, και το αβλαβές μέρος των εμπορευμάτων εσώζετο μετά του
πλοίου. Αλλ' ως προς ημάς το πράγμα διαφέρει, και αισθάνομαι
καλώς ότι το πυρ αντί να ανασταλή, τουναντίον οσημέραι
προοδεύει. Αναγκαίως θα υπάρχει που οπή ήτις διέφυγε τας
ερεύνας μας, και δι' αυτής ο έξωθεν αήρ συντηρεί την πυρκαϊάν.
— Και δεν είνε τρόπος να επανέλθωμεν οπίσω όθεν εξεκινήσαμεν,
και να προσεγγίσωμεν εις την πλησιεστάτην ξηράν;
— Ίσως, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, και το ζήτημα τούτο θα
συζητήσωμεν σήμερον μετά του πλοιάρχου. Αλλά, κύριε Κάζαλλον,
εις υμάς το λέγω μόνον, εγώ ήδη ανέλαβον επ' ευθύνει μου να
μεταβάλω την διεύθυνσιν την οποίαν έχομεν μέχρι τούδε, και
πλέομεν, έχοντες ούριον τον άνεμον, προς τον Σκίρωνα (ΝΔ), ό
έστι προς την ακτήν.
— Οι επιβάται δεν ειξεύρουσι καθόλου τον κίνδυνον όστις τους
απειλεί;
— Τίποτε, και σας παρακαλώ να φυλάξετε μυστικήν την
ανακοίνωσίν μου. Δεν πρέπει ο τρόμος των γυναικών και των
μικροψύχων ανδρών να αυξήση έτι μάλλον την αμηχανίαν μας. Και
το πλήρωμα έλαβε την παραγγελίαν να μη είπη τίποτε.»
Κατανοώ τους σπουδαίους λόγους τους αναγκάζοντας τον δεύτερον
πλοίαρνον να λαλή ούτω πως, και τω υπισχνούμαι άκραν εχεμυθίαν.
Ι'
— _20 και 21 Οκτωβρίου_. — Επί τοις όροις τούτοις ο
_Σάνσελλορ_ εξακολουθεί τον πλουν, έχων ανεπτυγμένα όσα ιστία
δύναται να φέρη η εξαρτία του. Ενίοτε τα επιστήλια κάμπτονται
ούτως, ώστε επίκειται η θραύσις των, αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
γρηγορεί. Διαμένων παρά το οιακοστρόφιον [37], δεν θέλει να
καταλίπη τον οίακα [38] εις μόνον τον πηδαλιούχον. Διά μικρών
δε παροιακισμών, επιδεξίως γινομένων, υποχωρεί προς την πνοήν
του ανέμου, ότε η ασφάλεια του πλοίου θα ηδύνατο να κινδυνεύση,
και, κατά το δυνατόν, ουδ' ελάχιστον μέρος της ταχύτητος του
_Σάνσελλορ_ απόλλυται υπό την κυβερνώσαν αυτόν χείρα.
Την ημέραν ταύτην της 20 Οκτωβρίου οι επιβάται ανέβησαν πάντες
εις το επίστεγον. Θα παρετήρησαν πιθανώς την ανώμαλον ύψωσιν
της ατμοσφαίρας εν τη μεγάλη αιθούση, αλλ' όμως, αδυνατούντες
να υποπτεύσωσι την αλήθειαν, ουδόλως ταράσσονται. Άλλως τε οι
πόδες των, αρμοδίως υποδεδεμένοι, δεν ησθάνθησαν την θερμότητα
την διαπερώσαν τας σανίδας του καταστρώματος, καίπερ
αδιαλείπτως σχεδόν καταβρεχομένας. Ο χειρισμός ούτος των
αντλιών ηδύνατο τουλάχιστον να προκαλέση την έκπληξιν αυτών
αλλ' ουδέν τοιούτον εγένετο, και οι πλείστοι εξηπλωμένοι επί
των θρανίων όλως αμέριμνοι ελικνίζοντο υπό του διατοιχισμού
[39] του πλοίου.
Μόνος ο κ. Λετουρνέρ φαίνεται εκπληττόμενος και παρατηρών ότι
το πλήρωμα επιδίδεται εις υπερβολικήν καθαριότητα ολίγον συνήθη
εις τα εμπορικά πλοία. Μοι λέγει δε λέξεις τινάς περί τούτου,
και εγώ αποκρίνομαι μετ' αδιαφορίας. Και όμως ο Γάλλος ούτος
είνε ανήρ δραστήριος, και ηδυνάμην τα πάντα να τω είπω, αλλά
σιγώ, υποσχεθείς εις τον Ροβέρτον Κόρτις ότι θα σιγήσω.
Έπειτα δε, καθήμενος και αναλογιζόμενος τα επακολουθήματα της
ενδεχομένης καταστροφής, αισθάνομαι την καρδίαν μου θλιβομένην.
Είμεθα εικοσιοκτώ ψυχαί εν τω πλοίω, εικοσιοκτώ θύματα ίσως,
εις ά η φλοξ μετ' ου πολύ ουδέ μίαν σανίδα θα αφήση άθικτον!
Σήμερον εγένετο η σύσκεψις του πλοιάρχου, του δευτέρου, του
υποπλοιάρχου και του αρχιναύτου, εξ ής κρέμαται η σωτηρία του
_Σάνσελλορ_, των επιβατών και του πληρώματος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις μοι ανεκοίνωσε τα εν αυτή αποφασισθέντα. Ο
πλοίαρχος Χόντλυ απώλεσεν όλον το ψυχικόν αυτού σθένος, — όπερ
ευκόλως ηδύνατό τις να προΐδη· ούτε αταραξίαν πλέον έχει, ούτε
δραστηριότητα, και καταλείπει σιωπηλώς την κυβέρνησιν του
πλοίου τω Ροβέρτω Κόρτις. Αι πρόοδοι της πυρκαϊάς εν τοις ένδον
του πλοίου είνε νυν αδιαφιλονίκητοι, και ήδη εν τη θέσει του
πληρώματος, κειμένη εν τη πρώρα, είνε δύσκολος η διαμονή.
Πρόδηλον ότι το πυρ δεν δύναται να καταδαμασθή, και ότι ευθύς ή
ύστερον θα εκραγή μετά σφοδρότητος.
Εν δε τη περιστάσει ταύτη τι ποιητέον; μία και μόνη απόφασις
είνε δυνατή, ο κατάπλους εις την εγγυτάτην γην. Η γη δε αύτη,
παρατηρήσεως γενομένης, είνε η των Μικρών Αντιλλών, και
δυνάμεθα να ελπίζωμεν ότι θα τας φθάσωμεν ταχέως διά του
επικρατούντος τούτου ανέμου, του Μέσου (ΒΑ).
Της γνώμης ταύτης αποδεκτής γενομένης, ο δεύτερος ουδέν άλλο
υπελείπετο να πράξη, ή να διατηρήση την από εικοσιτέσσαρων ωρών
διεύθυνσιν του πλοίου. Οι δε επιβάται, ουδέν σημείον
διαγνωστικόν έχοντες επί του απείρου τούτου ωκεανού, και ολίγον
εξωκειωμένοι προς τας ενδείξεις της πυξίδος, δεν ηδυνήθησαν να
αναγνωρίσωσι την μεταβολήν της διευθύνσεως του _Σάνσελλορ_,
όστις, έχων υψωμένους τους τε σιπάρους [40] και τα παρίστια
[41], σπεύδει προς τας ακτάς των Αντιλλών, ών έτι απέχει πλέον
ή εξακόσια μίλια.
Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις, προς τον κ. Λετουρνέρ
επερωτήσαντα περί της μεταβολής της διευθύνσεως του πλου,
αποκρίνεται ότι, επειδή δεν δύναται να παλαίση κατά του ανέμου,
θα ζητήση προς Ζέφυρον (Δ) ρεύματα ευνοϊκώτερα.
Αύτη δε ήτο η μόνη παρατήρησις, ήν προεκάλεσεν η μεταρρύθμισις
η επενεχθείσα εις την διεύθυνσιν του _Σάνσελλορ_.
Την επιούσαν, 21 Οκτωβρίου, η κατάστασις είνε η αυτή. Κατά τους
επιβάτας ο διάπλους τελείται ως συνήθως, όθεν κατ' ουδέν
μετέβαλον το πρόγραμμα του εν τω πλοίω βίου των.
Άλλως τε αι πρόοδοι της πυρκαϊάς δεν εκδηλούνται εις τα έξω,
σημείον καλόν. Τα δε ανοίγματα εφράχθησαν τόσον στεγανώς, ώστε
ουδείς καπνός προδίδει την εσωτερικήν καύσιν. Ίσως θα γίνη
δυνατόν να συγκεντρώσωσι το πυρ εν τω κύτει, και ίσως τέλος,
δι' έλλειψιν αέρος θα σβεσθή ή θα εξακολουθή εμφωλεύον, και δεν
θα διαδοθή καθ' όλον το φορτίον. Τούτο ελπίζει και ο Ροβέρτος
Κόρτις, και προς πλείονα προφύλαξιν εκέλευσε μάλιστα να
φράξωσιν επιμελώς το στόμιον των αντλιών, ών ο σωλήν,
παρατεινόμενος μέχρι του πυθμένος του κύτους, ηδύνατο να
παράσχη δίοδον εις λεπτά τινα μόρια αέρος.
Είθε να επέλθη ημίν ουρανόθεν βοήθεια, διότι, αληθώς, ουδέν
δυνάμεθα ημείς αυτοί!
Η ημέρα αύτη θα διήρχετο άνευ τινός συμβάντος, αν μη τυχαίως
ήκουον λέξεις τινάς συνδιαλέξεως, εξ ών προκύπτει ότι η
κατάστασις ημών, η τοσούτον ήδη σοβαρά, μέλλει να δεινωθή.
Περί τούτου θα κρίνωσιν οι αναγνώσται.
Εκαθήμην εν τω επιστέγω, δύο δε των επιβατών συνδιελέγοντο
ταπεινή τη φωνή, ουδόλως υποπτεύοντες ότι λέξεις τινές αυτών
ηδύναντο να έλθωσιν εις τα ώτα μου. Ήσαν δε ούτοι ο μηχανικός
Φάλστεν και ο μεγαλέμπορος Ρόμπυ, συχνά πυκνά συνδιαλεγόμενοι
κατ' ιδίαν.
Εν πρώτοις επισπώσι την προσοχήν μου έν ή δύο νεύματα
εκφραστικά του μηχανικού, όστις φαίνεται ελέγχων σφόδρα τον
μεθ' ού συνδιαλέγεται.
Δεν δύναμαι να κρατηθώ να μη παραβάλω το ους, και ακούω τους
λόγους τούτους.
» Αλλ' όμως είνε άτοπον! επαναλαμβάνει ο Φάλστεν! Δεν υπάρχει
μεγαλητέρα απερισκεψία!
— Πα! αποκρίνεται ο Ρόμπυ αμέριμνος, δεν θα συμβή τίποτε!
— Τουναντίον μάλιστα, δυνατόν να συμβώσι δεινά δυστυχήματα!
επαναλαμβάνει ο μηχανικός.
— Αι, καλά! άπαντα ο έμπορος, δεν είνε δα και η πρώτη φορά
όπου το κάμνω.
— Αλλ' όμως μικρά σύγκρουσις δυνατόν να προκαλέση έκρηξιν.
— Το έχω στερεά περιτυλιγμένον το δοχείον, κύριε Φάλστεν, και
επαναλαμβάνω ότι δεν είνε φόβος καθόλου.
— Και διατί δεν το είπες εις τον πλοίαρχον;
— Αι! διότι δεν θα ήθελε να το παραλάβη.»
Του ανέμου επ' ολίγον κοπάσαντος, δεν ακούω πλέον τίποτε· αλλ'
όμως είνε φανερόν ότι ο μεν μηχανικός εξακολουθεί επιμένων, ο
δε Ρόμπυ απλώς ανυψοί τους ώμους.
Και όντως μετ' ου πολύ νέοι λόγοι έρχονται μέχρι εμού.
«Ναι! ναι! λέγει ο Φάλστεν, πρέπει να γίνη γνωστόν εις τον
πλοίαρχον! πρέπει να ρίψωμεν το δοχείον εις την θάλασσαν! Δεν
έχω όρεξιν να ανατιναχθώ εις τον αέρα!»
Να ανατιναχθώ εις τον αέρα! Ανατινάσσομαι ακούσας τας λέξεις
ταύτας! Τι άρα γε νοεί ο μηχανικός; Τι υπαινίσσεται; Και όμως
δεν γινώσκει την κατάστασιν του _Σάνσελλορ_, και αγνοεί ότι
πυρκαϊά νέμεται το φορτίον!
Αλλά λέξις τις — λέξις «φοβερά» ως έχουσι τα παρόντα πράγματα —
μοι φέρει σφοδρόν τιναγμόν.
Και η λέξις αύτη ή μάλλον αι λέξεις αύται «πικρικόν κάλι»
επαναλαμβάνονται πολλάκις.
Εν ριπή οφθαλμού είμαι πλησίον των δύο επιβατών και ακουσίως,
μετά δυνάμεως ανανταγωνίστου, αρπάζω τον Ρόμπυ από του
περιλαιμίου.
«Υπάρχει πικρικόν εντός του πλοίου;
— Ναι! αποκρίνεται ο Φάλστεν, έν δοχείον περιέχον τριάκοντα
λίτρας.
— Και πού;
— Εις το κύτος, μαζί με τα εμπορεύματα!»
ΙΑ'
— _Συνέχεια της 21 Οκτωβρίου._ — Ακούω την απόκρισιν του
Φάλστεν και δεν δύναμαι να διηγηθώ τι συμβαίνει εν εμαυτώ! το
συναίσθημά μου δεν είνε κατάπληξις, αλλά μάλλον ώσπερ τις
υποταγή εις το θέλημα του Θεού! Μοι φαίνεται δε ότι το
απρόοπτον τούτο συμπληροί την κατάστασιν ημών, και μάλιστα ότι
δυνατόν να είνε και η καταστροφή αυτής! Όθεν μετά πάσης
αταραξίας πορεύομαι εις συνάντησιν του Ροβέρτου Κόρτις επί του
πρωραίου καταστρώματος.
Μαθών ότι δοχείον περικλείον τριάκοντα λίτρας πικρικού, — τούτ'
έστιν όσον αρκεί να ανατινάξη όρος, — κείται εν τω πλοίω, εν τω
πυθμένι του κύτους, εν αυτή τη εστία της πυρκαϊάς, και ότι ο
_Σάνσελλορ_ δυνατόν να εκραγή όσον ούπω, ο Ροβέρτος Κόρτις δεν
συνοφρυούται, μόλις δε το μέτωπόν του ρυτιδούται και των
οφθαλμών του η κόρη διαστέλλεται.
«Έχει καλώς! μοι αποκρίνεται. Μηδέ γρυ περί τούτου. Και πού
είνε ο Ρόμπυ;
— Εις το επίστεγον.
— Ελάτε μαζί μου, κύριε Κάζαλλον.»
Μεταβαίνομεν ομού εις το επίστεγον, ένθα συζητούσιν έτι ο
μηχανικός και ο έμπορος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται προς αυτούς και ερωτά τον Ρόμπυ:
«Το εκάμετε σεις αυτό;
— Αι, μάλιστα! το έκαμα!» αποκρίνεται ησύχως ο Ρόμπυ, νομίζων
εαυτόν ένοχον το πολύ πολύ δόλου και απάτης.
Μοι φαίνεται μίαν στιγμήν, ότι ο Ροβέρτος Κόρτις θα
κατασυντρίψη τον άθλιον επιβάτην, όστις δεν δύναται να
κατανοήση το σπουδαίον της ασυνεσίας του! Αλλά κατορθοί να
συγκρατήση εαυτόν, και τον βλέπω σφίγγοντα τας χείρας οπίσω των
νώτων, ίνα μη τω επέλθη ο πειρασμός να αρπάση τον Ρόμπυ από του
λαιμού.
Έπειτα δε μετά φωνής ησύχου ερωτά τον Ρόμπυ. Ούτος δε βεβαιοί
τα γεγονότα, ών ανωτέρω εμνημόνευσα. Μεταξύ των δεμάτων των
παρεμπορευμάτων του υπάρχει δοχείον περικλείον τριάκοντα
περίπου λίτρας της κινδυνώδους ουσίας. Ο επιβάτης ούτος
προσηνέχθη εν τη περιστάσει ταύτη μετά της ασυνεσίας, ήτις,
ομολογητέον, είνε έμφυτος ταις αγγλοσαξωνικαίς φυλαίς, και
εισήγαγε το εκρηκτικόν τούτο μίγμα εις το κύτος του πλοίου ως
Γάλλος τις ήθελε εισαγάγη απλήν φιάλην οίνου. Δεν εδήλωσε δε το
είδος του περιεχομένου, διότι εγίνωσκε κάλλιστα ότι ο πλοίαρχος
ήθελεν αποποιηθή να το παραλάβη.
«Και τέλος πάντων, προσθέτει υψών τους ώμους, δεν είνε δα και
πράξις αξία αγχόνης. Και αν το δοχείον μου σας ενοχλή τόσον
πολύ, δύνασθε κάλλιστα να το ρίψετε εις την θάλασσαν. Διότι τα
εμπορεύματά μου τα έχω ησφαλισμένα!»
Την απόκρισιν ταύτην ακούσας, δεν δύναμαι να κρατηθώ, διότι δεν
έχω την αταραξίαν του Ροβέρτου Κόρτις. Παραφερόμενος υπό της
οργής, εφορμώ κατά του Ρόμπυ, πριν δυνηθή ο δεύτερος να με
αναχαιτίση, και αναφωνώ:
«Άθλιε! Δεν ειξεύρεις λοιπόν ότι είνε πυρκαϊά εντός του
πλοίου;»
Άμα εκστομίσας τας λέξεις ταύτας, ευθύς μετενόησα, αλλ' είνε
πλέον πολύ αργά! Απερίγραπτον αποτέλεσμα παράγουσιν επί του
Ρόμπυ. Ο τάλας καταλαμβάνεται υπό φόβου νευρικού. Το σώμα έχων
παράλυτον υπό τετανικής ακαμψίας, φρίσσουσαν την κόμην, το όμμα
υπερμέτρως ανοικτόν, την αναπνοήν πνευστιώσαν ως ασθματικού,
δεν δύναται να λαλήση, και ο φόβος αυτού ανήλθεν εις το
έπακρον. Αίφνης οι βραχίονες αυτού κινούνται, παρατηρεί το
κατάστρωμα τούτο του _Σάνσελλορ_, όπερ από στιγμής εις στιγμήν
δυνατόν να ανατιναχθή εις τον αέρα. Εφορμά κάτω του επιστέγου,
ανεγείρεται, διατρέχει το πλοίον, χειρονομών ως παράφρων.
Έπειτα αναλαμβάνει τον λόγον, και από του στόματός του
εξέρχονται αι απαίσιαι αύται λέξεις:
«Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»
Το πλήρωμα, ακούσαν την κραυγήν ταύτην, σπεύδει επί του
καταστρώματος, διότι ενόμισεν αναμφιβόλως ότι η πυρκαϊά
εξώρμησεν εκ των ένδον, και ότι επήλθεν η ώρα να φύγωσι διά των
εφολκίων [42]. Επέρχονται και οι επιβάται, ο μίστερ Κηρ, η
σύμβιός του μίσιζ Κηρ, η μις Χέρμπυ και οι δύο Λετουρνέρ.
Ο Ροβέρτος Κόρτις θέλει να επιβάλη σιγήν εις τον Ρόμπυ, αλλ'
αυτός δεν έχει πλέον σώας τας φρένας.
Την στιγμήν ταύτην η αταξία είνε εσχάτη. Η μίσιζ Κηρ κατέπεσεν
επί του καταστρώματος αναίσθητος, ο δε σύμβιος ουδόλως
φροντίζει περί αυτής, καταλείπων την μις Χέρμπυ να την
περιποιηθή.
Οι δε ναύται έχουσιν ήδη ενάψη τα σύσπαστα [43] της ακάτου, ίνα
την καταβιβάσωσιν εις την θάλασσαν.
Κατά τον χρόνον δε τούτον γνωστοποιώ τοις κκ. Λετουρνέρ ό τι
αγνοούσι, τούτ' έστιν ότι το φορτίον πυρπολείται, ο δε νους του
πατρός παρευθύς φέρεται προς τον Ανδρέαν, όν περιβάλλει διά των
βραχιόνων του· αλλ' ο νέος διατελεί ατάραχος και απαθής, και
θαρρύνει τον πατέρα του, επαναλαμβάνων ότι ο κίνδυνος δεν είνε
άμεσος.
Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις βοηθούμενος υπό του υποπλοιάρχου,
κατώρθωσε να αναχαιτίση τους άνδρας, βεβαιών αυτούς ότι η
πυρκαϊά δεν εποίησε νέας προόδους, ο δ' επιβάτης Ρόμπυ δεν έχει
συνείδησιν ούτε του τι πράττει, ούτε του τι λέγει, ότι δεν
πρέπει να σπεύδωσι και ότι, όταν έλθη ο καιρός, θα καταλίπωσι
πάντες το πλοίον . . .
Οι πλείστοι των ναυτών ίστανται ακούοντες την φωνήν του
δευτέρου, όν αγαπώσι και σέβονται. Ούτος επιτυγχάνει παρ' αυτών
ό τι ο πλοίαρχος Χόντλυ δεν ήθελε δυνηθή να κατορθώση, η δε
άκατος διαμένει επί των υποστατών.
Ευτυχώς πάνυ [44] ο Ρόμπυ ουδέν είπε περί του πικρικού εκείνου,
του εγκεκλεισμένου εν τω κύτει του πλοίου. Εάν το πλήρωμα
εγίνωσκε την αλήθειαν, εάν εμάνθανεν ότι το πλοίον είνε αύτο δη
τούτο ηφαίστειον έτοιμον να διαρραγή υπό τους πόδας του, το
πλήρωμα, λέγω, ήθελεν απολέση παν ηθικόν σθένος, δεν θα ήτο
δυνατόν να το κρατήσωσι και θα έφευγεν εξ άπαντος.
Ο δεύτερος ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ, οι τρεις μόνοι
γινώσκωμεν τίνι φοβερώ τρόπω ήτο περιπεπλεγμένη η πυρκαϊά του
πλοίου, και επάναγκες είνε ημείς μόνοι να το γινώσκωμεν.
Της τάξεως αποκαταστάσης, ο Ροβέρτος Κόρτις και εγώ ερχόμεθα
εις το επίστεγον προς συνάντησιν του Φάλστεν, όν ευρίσκομεν
εσταυρωμένας έχοντα τας χείρας και σκεπτόμενον ίσως περί τινος
προβλήματος της μηχανικής εν τω γενικώ εκείνω φόβω και τρόμω.
Συνιστώμεν δε αυτώ να μη είπη τίποτε περί της νέας ταύτης
περιπλοκής, της οφειλομένης εις την απερισκεψίαν του Ρόμπυ.
Και ο μεν Φάλστεν υπισχνείται να τηρήση το απόρρητον. Προς δε
τον πλοίαρχον Χόντλυ, όστις αγνοεί έτι την εσχάτην σοβαρότητα
της καταστάσεως, αναλαμβάνει ο Ροβέρτος Κόρτις να την καταστήση
γνωστήν.
Αλλά προ τούτου πρέπει να ληφθή πρόνοια περί του Ρόμπυ, διότι ο
τάλας διατελεί εν παντελεί παραφροσύνη. Δεν έχει πλέον
συναίσθησιν των πράξεών του, και τρέχει ανά το κατάστρωμα
κραυγάζων αδιαλείπτως: Πυρκαϊά! πυρκαϊά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τους ναύτας να συλλάβωσι τον
επιβάτην, όν κατορθούσι να φιμώσωσι και προσδέσωσι στερεώς.
Έπειτα μεταφέρεται εις τον θάλαμόν του, ένθα του λοιπού θα
φυλάσσεται φυλακή αδέσμω.
Η φοβερά λέξις δεν εξέφυγε του στόματός του!
ΙΒ'
— _22 και 23 Οκτωβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις εγνωστοποίησε τα
πάντα τω πλοιάρχω Χόντλυ. Ο δε πλοίαρχος Χόντλυ, δικαιώματι, αν
μη πράγματι, είνε προϊστάμενός του και δεν ηδύνατο να τον
αποκρύψη την κατάστασιν των πραγμάτων.
Γρυ δεν απήντησεν ο πλοίαρχος εις την ανακοίνωσιν ταύτην και
αφ' ού έφερε την χείρα επί του μετώπου, ως τις θέλων να
αποσοβήση σκέψιν τινά οχληράν, εισήλθεν ησύχως εις τον θάλαμόν
του ουδέν παραγγείλας.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ
συσκεπτόμεθα, και εκπλήσσομαι επί τη απαθεία ήν έκαστος ημών
έχει εν τη περιστάσει ταύτη. Πάσαι αι πιθανότητες της σωτηρίας
συνεζητήθησαν, ο δε Ροβέρτος Κόρτις συνοψίζει την κατάστασιν
των πραγμάτων ωδέ πως.
«Η πυρκαϊά δεν δύναται να ανασταλή, και ήδη η θερμοκρασία κατά
την πρώραν κατέστη αφόρητος. Θα επέλθη λοιπόν στιγμή, μετ' ου
πολύ ίσως, καθ' ήν η έντασις του πυρός θα είνε τοιαύτη, ώστε αι
φλόγες θα εξέλθωσι διά του καταστρώματος. Εάν δε προ της νέας
ταύτης όψεως της καταστροφής η κατάστασις της θαλάσσης επιτρέπη
να χρησιμοποιήσωμεν τα εφόλκιά μας, θα αφήσωμεν το πλοίον και
θα φύγωμεν. Αλλ' εάν όμως τουναντίον δεν είνε δυνατόν να
αφήσωμεν τον _Σάνσελλορ_, θα αγωνισθώμεν κατά του πυρός μέχρι
εσχάτων. Τις οίδεν εάν δεν το καταβάλωμεν όταν θα προβάλη έξω!
Ίσως θα κατανικήσωμεν ευκολώτερον τον φανερόν εχθρόν ή τον
κρυπτόμενον.
— Τούτο φρονώ, αποκρίνεται ησύχως ο μηχανικός.
— Και εγώ, είπον εγώ. Αλλά, κύριε Κόρτις, δεν υπολογίζετε και
την περίπτωσιν ταύτην, ότι τριάκοντα λίτραι εκρηκτικής ουσίας
εγκλείονται εν τω πυθμένι του κύτους;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, διότι
είνε απλή τις λεπτομέρεια, και διά τούτο ουδόλως την υπολογίζω!
Και διατί τάχα να κάθημαι και να μεριμνώ περί τούτου; Δύναμαι
να αναζητήσω την ουσίαν ταύτην εντός φορτίου πυρπολουμένου και
εντός κύτους, όπου οφείλομεν να μη επιτρέψωμεν την είσοδον του
αέρος; Όχι! Λοιπόν ουδέ καν το συλλογίζομαι! Πριν τελειώση η
φράσις την οποίαν προφέρω, δύναται το πικρικόν τούτο να επιφέρη
το αποτέλεσμά του; Ναι. Λοιπόν το πυρ ή θα το φθάση ή δεν θα το
φθάση. Κατ' ακολουθίαν, την περίπτωσιν περί ής λέγετε εγώ την
θεωρώ ως μη υπάρχουσαν. Εις τον Θεόν και ουχί εις εμέ,
εναπόκειται πλέον η απαλλαγή ημών από της εσχάτης ταύτης
καταστροφής!
Ο Ροβέρτος Κόρτις απήγγειλε τους λόγους τούτους σοβαρώς, ημείς
δε κλίνομεν την κεφαλήν άναυδοι. Αφ' ού, τοιαύτης ούσης της
θαλάσσης, η άμεσος φυγή είνε αδύνατος, οφείλομεν να
λησμονήσωμεν την περίπτωσιν ταύτην.
«Η έκρηξις δεν είνε αναγκαία, θα έλεγε λεπτολόγος τις, αλλά
μόνον ενδεχομένη.»
Την παρατήρησιν ταύτην εποίησεν ο μηχανικός μετά απαραμίλλου
απαθείας.
«Μίαν ερώτησιν, κύριε Φάλστεν, εις την οποίαν παρακαλώ να μ'
απαντήσετε, είπον εγώ προς αυτόν. Δύναται να αναφλεχθή το
πικρικόν κάλι αν δεν προηγηθή σύγκρουσις;
— Βεβαίως, αποκρίνεται ο μηχανικός. Υπό τας συνήθεις
περιστάσεις το πικρικόν κάλι δεν είνε μεν περισσότερον
εύφλεκτον της κοινής πυρίτιδος, αλλ' όμως είνε όσον και εκείνη.
Άρα ...»
Ο Φάλστεν είπεν «Άρα». Δεν ηθέλετε νομίση ότι λέγει απόδειξίν
τινα διδάσκων χημείαν;
Έπειτα αναβαίνομεν πάλιν εις το κατάστρωμα. Εν ώ δε εξηρχόμεθα
της αιθούσης, ο Ροβέρτος Κόρτις λαβών με από της χειρός, μοι
είπεν ουδόλως επιχειρών να κρύψη την συγκίνησίν του:
«Κύριε Κάζαλλον, τον _Σάνσελλορ_, τον οποίον τόσον αγαπώ, να
τον βλέπω βοράν του πυρός και να μη δύναμαι τίποτε, τίποτε! . .
— Κύριε Κόρτις, η συγκίνησίς σας . . .
— Κύριε, λέγει εκείνος, δεν δύναμαι να την καταδαμάσω. Υμείς
μόνος θα έχετε παρατηρήση τι υποφέρω. — Αλλά τετέλεσται,
προσέθηκε προσπαθών βιαίως να καταστείλη εαυτόν.
— Η κατάστασις λοιπόν είνε απελπιστική; ηρώτησα τότε.
— Η κατάστασις, ιδού, αποκρίνεται απαθώς ο Ροβέρτος Κόρτις.
Ευρισκόμεθα επί υπονόμου και η άπτρα είνε αναμμένη. Υπολείπεται
να μάθωμεν πόσον είνε το μήκος της άπτρας!»
Και ταύτα ειπών απέρχεται.
Όπως δήποτε το τε πλήρωμα και οι λοιποί επιβάται αγνοούσι μέχρι
πόσου έχει δεινωθή η κατάστασις ημών.
Αφ' ότου έγινε γνωστή η πυρκαϊά, ο μίστερ Κηρ καταγίνεται
συναθροίζων τα πολυτιμότατα των πραγμάτων του και, ως εικός,
ουδόλως έχει τον νουν του εις την γυναίκα του. Αφ' ού δε
ανεκοίνωσεν επισήμως τω δευτέρω πλοιάρχω ότι οφείλει να προβή
εις την κατάσβεσιν της πυρκαϊάς, και κατέστησεν αυτόν υπεύθυνον
παντός ενδεχομένου, εισήλθε πάλιν εις τον παρά την πρύμναν
θάλαμόν του και ουδέποτε πλέον εξήλθε.
Η δε μίσιζ Κηρ εκβάλλει στεναγμούς και η τάλαινα γυνή, ει και
γελοία, εμποιεί οίκτον. Η μις Χέρμπυ, εν τοις καιροίς τούτοις,
νομίζει εαυτήν ολιγώτερον παρά ποτε απηλλαγμένην των προς την
κυρίαν αυτής καθηκόντων, και την περιποιείται μετ' άκρας
αφοσιώσεως. Θαυμάζω καθ' υπερβολήν την διαγωγήν της κόρης
ταύτης, ήτις θεωρεί το καθήκον ως πάντων ανώτατον.
Την επιούσαν, 23 Οκτωβρίου, ο πλοίαρχος Χόντλυ προσκαλεί τον
δεύτερον εις τον θάλαμόν του και γίνεται μεταξύ αυτών ο εξής
διάλογος, όν μοι ανεκοίνωσεν έπειτα ο Ροβέρτος Κόρτις.
«Κύριε Κόρτις, λέγει ο πλοίαρχος, ού το βλοσυρόν όμμα δηλοί
διατάραξιν των διανοητικών δυνάμεων, είμαι ναυτικός, δεν είν'
αλήθεια;
— Μάλιστα, κύριε.
— Λοιπόν, φαντάσθητε ότι δεν ειξεύρω πλέον το επάγγελμά μου,
αγνοώ τι συμβαίνει εν εμοί . . . αλλά λησμονώ . . . δεν ειξεύρω
πλέον . . . Δεν πλέομεν προς Μέσην (ΒΑ), αφ' ότου απεπλεύσαμεν
εκ του Κάρλεστον;
— Όχι, κύριε, αποκρίνεται ο δεύτερος, πλέομεν προς Εύρον (ΝΑ)
κατά τας οδηγίας σας.
— Και όμως εφορτώσαμεν διά Λιβερπούλην!
— Αναμφιβόλως.
— Και ο; . . . πώς ονομάζεται το πλοίον, κύριε Κόρτις;
— _Σάνσελλορ_.
— Α, ναι! ο _Σάνσελλορ_! Και ευρίσκεται τώρα;
— Προς νότον του Τροπικού.
— Λοιπόν, κύριε, δεν αναλαμβάνω να τον επαναφέρω προς βορράν!
. . . Όχι! . . . δεν θα δυνηθώ . . . Επιθυμώ να μη εξέλθω πλέον
εκ του θαλάμου μου . . . Η θέα της θαλάσσης με βλάπτει! . . .
— Κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, ελπίζω ότι διά των
περιποιήσεων . . .
— Ναι, ναι, βλέπομεν αργότερα. — Εν τοσούτω θα σας δώσω μίαν
διαταγήν, αλλά θα είνε η τελευταία την οποίαν θα λάβετε παρ'
εμού.
— Σας ακούω, αποκρίνεται ο δεύτερος.
— Κύριε, επαναλαμβάνει ο πλοίαρχος, από της στιγμής ταύτης δεν
είμαι πλέον τίποτε εν τω πλοίω, και λαμβάνετε υμείς την
κυβέρνησιν του _Σάνσελλορ_. Αι περιστάσεις είνε ισχυρώτεραι
εμού, και αισθάνομαι ότι δεν δύναμαι να ανθέξω ... Η κεφαλή μου
είνε άνω κάτω! — Πάσχω πολύ, κύριε Κόρτις,» προσθέτει ο Σάιλας
Χόντλυ θλίβων το μέτωπόν του δι' αμφοτέρων των χειρών.
Ο δεύτερος εξετάζει μετά προσοχής τον τέως κυβερνώντα το πλοίον
και αρκείται μόνον αποκρινόμενος:
«Έχει καλώς, κύριε.»
Έπειτα δε ανελθών εις το κατάστρωμα, μοι διηγείται τα
διατρέξαντα. «Μάλιστα, λέγω, ο άνθρωπος ούτος έχει τουλάχιστον
ασθενή τον εγκέφαλον, αν δεν είνε παράφρων, και προτιμότερον
ότι παρητήθη μόνος του.
— Τον αντικαθιστώ εις περιστάσεις σοβαράς, μοι αποκρίνεται ο
Ροβέρτος Κόρτις· αλλ' αδιάφορον, θα πράξω το καθήκον μου.»
Ταύτα ειπών ο δεύτερος, καλεί ναύτην τινά και τω λέγει να υπάγη
να εύρη τον αρχιναύτην, όστις πάραυτα έρχεται.
«Να προσκληθή το πλήρωμα, λέγει προς τον αρχιναύτην, παρά την
πτέρναν του μεγάλου ιστού.»
Ο αρχιναύτης αποχωρεί και μετά τινας στιγμάς οι άνδρες του
_Σάνσελλορ_ είνε συνηγμένοι εν τω υποδειχθέντι τόπω.
Ο δε Ροβέρτος Κόρτις προσελθών προς αυτούς λέγει μετά φωνής
γαληνιαίας:
«Παιδιά, εις την κατάστασιν εις την οποίαν ευρισκόμεθα, και διά
λόγους οι οποίοι είνε εις εμέ γνωστοί, ο κύριος Σάιλας Χόντλυ
ενόμισε καθήκον του να παραιτηθή του πλοιαρχικού αξιώματος.
Όθεν από της ημέρας ταύτης εγώ είμαι ο κυβερνήτης.»
Ούτω πως εξετελέσθη η μεταβολή αύτη, ήτις εξ άπαντος θα αποβή
εις καλόν πάντων. Έχομεν αρχηγόν άνδρα δραστήριον και ασφαλή,
όστις προ ουδενός μέσου θα υποχωρήση, τείνοντος εις την κοινήν
σωτηρίαν. Οι κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν και εγώ
συγχαίρομεν παρευθύς τω Ροβέρτω Κόρτις, ο δε υποπλοίαρχος και ο
αρχιναύτης προσθέτουσι τα συγχαρητήριά των εις τα ημέτερα.
Ο πλους του _Σάνσελλορ_ εξακολουθεί προς Λίβα (ΝΔ), ο δε
Ροβέρτος Κόρτις βιάζων, επιζητεί να προσεγγίση εν τω βραχυτάτω
διαστήματι χρόνου εις την εγγυτάτην των Μικρών Αντιλλών.
ΙΓ'
— _Από της 24 μέχρι 29 Οκτωβρίου_. — Κατά τας πέντε επομένας
ημέρας η θάλασσα είνε αγρία. Ο δε _Σάνσελλορ_, ει και δεν
παλαίει πλέον κατ' αυτής και τρέχει συν τω ανέμω και τω κύματι,
κινείται όμως καθ' υπερβολήν. Κατά τον διάπλουν τούτον, τον επί
πυρπολικού, ουδ' επί στιγμήν έχομεν ησυχίαν. Παρατηρούμεν μετά
πόθου το ύδωρ τούτο όπερ, περιβάλλον το πλοίον, έλκει,
κατακηλεί.
«Αλλά, είπον προς τον Ροβέρτον Κόρτις, διατί να μη τρυπήσωμεν
το κατάστρωμα; διατί να μη χύσωμεν τόννους ύδατος εις το κύτος;
Και όταν το πλοίον γεμίση, πού έγκειται το κακόν; Της πυρκαϊάς
σβεσθείσης αι αντλίαι θα χύσωσι πάλιν όλον το ύδωρ εις την
θάλασσαν!
— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, σας το
είπον και σας το επαναλαμβάνω, εάν αφήσωμεν τον αέρα να διέλθη,
έστω και όσον δήποτε και ολίγον, το πυρ θα διαδοθή εν ακαρεί
καθ' όλον το πλοίον, αι δε φλόγες θα το περιβάλωσιν από της
τρόπιδος μέχρι του επιμήλου των ιστίων. Είμεθα καταδεδικασμένοι
εις απραξίαν και υπάρχουσι περιστάσεις, καθ' άς οφείλει ο
άνθρωπος να έχη την γενναιότητα του απρακτείν!»
Μάλιστα! Ο μόνος τρόπος του να καταπολεμηθή η πυρκαϊά είνε να
φραχθή στεγανώς πάσα είσοδος.
Εν τούτοις αι πρόοδοι του πυρός είνε ακατάπαυστοι και ίσως
ταχύτεραι ή όσον υποθέτομεν. Κατά μικρόν η θερμότης καθίσταται
αρκούντως ισχυρά, ώστε οι επιβάται εδέησε να καταφύγωσιν επί
της γεφύρας οι δε πρυμναίοι θάλαμοι ευρέως φωτιζόμενοι διά των
παραθύρων του άβακος, είνε έτι κατοικήσιμοι. Αλλ' εκ τούτων τον
μεν δεν εγκαταλείπει η μίσιζ Κηρ, τον δ' έτερον διέθεσεν ο
Ροβέρτος Κόρτις τω εμπόρω Ρόμπυ. Πολλάκις μετέβην εις επίσκεψιν
του ταλαιπώρου τούτου, όστις είνε όλως παράφρων, και ανάγκης να
τον κρατώσι δέσμιον, αν μη θέλωσι να θραύση την θύραν του
θαλάμου του. Πράγμα παράδοξον! Διετήρησεν εν τη παραφροσύνη του
αίσθημα φρικαλέου τρόμου, και εκβάλλει φρικώδεις κραυγάς, ως
εάν υπό την επίδρασιν φαινομένου φυσιολογικού, ησθάνετο αληθή
καύματα.
Και τον τέως πλοίαρχον πολλάκις επισκέπτομαι και ευρίσκω εν
αυτώ άνδρα ηρεμώτατον και λαλούντα λογικώς πλην των
αναφερομένων εις τα ναυτικά. Ως προς τούτο δεν έχει πλέον τον
κοινόν νουν. Προσφέρομαι να τον περιποιηθώ, διότι πάσχει, αλλά
δεν θέλει να δεχθή τας περιποιήσεις μου και δεν εξέρχεται πλέον
εκ του θαλάμου του.
Σήμερον εισεπήδησεν εις την θέσιν του πληρώματος καπνός δριμύς
και ναυτιώδης διηθούμενος διά των σχισμάδων του φράγματος. Είνε
δε βέβαιον ότι η πυρκαϊά προοδεύει προς το μέρος τούτο,
παραβάλλοντες δε το ους, ακούομεν υπόκωφον βόμβον. Αλλά πόθεν
λοιπόν το πυρ λαμβάνει όλον τούτον τον αέρα όστις το τρέφει;
Ποία τις η ρωγμή η διαφυγούσα τας ερεύνας ημών; Η φρικώδης
καταστροφή δεν θα ηδύνατο νυν να αποσοβηθή! Ίσως είνε ζήτημά
τινων μόνον ημερών, ωρών τινων, και δυστυχώς η θάλασσα
κυμαίνεται ούτως ώστε δεν είνε δυνατόν να σκεφθώμεν περί φυγής
διά των εφολκίων.
Κατά παραγγελίαν του Ροβέρτου Κόρτις το φράγμα της θέσεως
καλύπτεται διά υποβλήματος διαβρεχομένου απαύστως. Αλλά,
μάταιαι φροντίδες, ο καπνός εξακολουθεί εξερχόμενος εν μέσω
θερμότητος υγράς, ήτις διαχεομένη επί της πρώρας καθιστά τον
αέρα σχεδόν ανεπιτήδειον εις αναπνοήν.
Ευτυχώς ο μέγας ιστός και ο ακάτιος είνε σιδηροί· ει δε μη,
καιόμενοι από της πτέρνης θα είχον ήδη καταπέση, και ημείς θα
είχομεν απολεσθή.
Ο Ροβέρτος Κόρτις λοιπόν βιάζει όσον οίον τε, και υπό τον
άνεμον τούτον, τον Μέσην (ΒΑ), όστις επιτείνεται, ο _Σάνσελλορ_
βαδίζει μετά πολλής ταχύτητος.
Ιδού ήδη δεκατέσσαρες ημέραι από της εμφανίσεως της πυρκαϊάς
και αι πρόοδοι αυτής είνε ακατάπαυστοι, διότι δεν ηδυνήθημεν να
καταπαύσωμεν αυτάς. Ήδη ο χειρισμός εν τω πλοίω είνε μάλλον και
μάλλον δυσχερής. Επί του επιστέγου, ού το σανίδωμα δεν
συνέχεται αμέσως προς το κύτος δυνάμεθα έτι να σταθώμεν αλλά
επί του καταστρώματος μέχρι του πρωραίου είνε των αδυνάτων να
βαδίσωμεν ουδέ μετά χονδρών υποδημάτων. Το ύδωρ δεν εξαρκεί
πλέον ίνα δροσίζη τας σανίδας ταύτας, άς το πυρ λέχει και
ανακυρτούνται επί των ράβδων των. Η ρητίνη του ελατίνου τούτου
ξύλου κροτεί πέριξ των όζων ως πίπτουσα χάλαζα, οι αρμοί
διανοίγονται, η δε πίσσα, ρευστοποιουμένη υπό της θερμότητος
διαρρέει σχεδιάζουσα παμποίκιλα ιδιόρρυθμα σχήματα επί του
καταστρώματος κατά τας απαιτήσεις του διατοιχισμού του πλοίου.
Το δ' έσχατον της συμφοράς, αίφνης αναπηδά αποτόμως άνεμος
Σκίρων (ΒΔ), πνέων μετά μανίας! Αυτόχρημα τυφών, οποίος ενίοτε
παράγεται εν ταις ακταίς ταύταις, και μας απομακρύνει από της
γης των Αντιλλών, εις ήν προσπαθούμεν να προσεγγίσωμεν! Ο
Ροβέρτος Κόρτις θέλει να αντισταθή αντιμένων[45], αλλ' ο άνεμος
είνε ούτω βίαιος, ώστε ο _Σάνσελλορ_ δεν δύναται να αντιμείνη,
και ανάγκη είνε μετ' ου πολύ να παραδοθή τω ανέμω, ίν' αποφύγη
τους κλύδωνας, οίτινες είνε φοβεροί όταν πλήττωσι πλοίον κατά
το ισχίον.
Τη 29 η τρικυμία είνε εν όλη αυτής τη βία. Ο Ωκεανός είνε
τεταραγμένος και η λεπτή βροχή η εκ της συγκρούσεως των κυμάτων
κατακαλύπτει τον _Σάνσελλορ_ καθ' ολοκληρίαν. Των αδυνάτων να
καταβιβασθή εφόλκιον εις την θάλασσαν χωρίς πάραυτα να
καταποντισθή. Ημείς δε έχομεν καταφύγη οι μεν εις το επίστεγον,
οι δε εις το πρυμναίον κατάστρωμα. Αποβλέπομεν προς αλλήλους,
αλλά δεν τολμώμεν να λαλήσωμεν.
Περί δε του δοχείου του πικρικού ουδέ καν διανοούμεθα.
Ελησμονήσαμεν «την λεπτομέρειαν ταύτην» ίνα κατά Ροβέρτον
Κόρτις είπω. Δεν ειξεύρω μα το ναι, αν μη ήτο ευκταία η έκρηξις
του πλοίου, ήτις έμελλε διά μιας να διαλύση την κατάστασιν των
πραγμάτων. Την φράσιν ταύτην αναγράφω, διότι θέλω να παραστήσω
ακριβώς την κατάστασιν των πνευμάτων μας. Ο άνθρωπος επί πολύν
χρόνον επαπειλούμενος υπό τινος κινδύνου, επιθυμεί τέλος να
επέλθη ο κίνδυνος όσον τάχιστα, διότι η προσδοκία καταστροφής
αναποδράστου είνε φρικωδεστέρα της πραγματικής αληθείας!
Εν όσω δε ήτο καιρός, ο πλοίαρχος Κόρτις παρήγγειλε την
εξαγωγήν μέρους των τροφών των αποτεταμιευμένων εν τω
διανομείω, εις ό δεν θα ήτο πλέον δυνατόν να εισέλθη τις. Η
θερμότης έχει ήδη βλάψη μέγα ποσόν προμηθειών αλλ' όμως βυτία
τινά διπυρίτου [46] και κρέατος παστού, είς κόρος ρακής και
βυτία ύδατος ετέθησαν επί του καταστρώματος, προς δε τούτοις
καλύμματα, όργανα, πυξίς, ιστία, ίνα, εάν τύχη, δυνηθώμεν να
εγκαταλίπωμεν πάραυτα το πλοίον.
Την ογδόην εσπερινήν ώραν, ει και ο πάταγος του τυφώνος είνε
μέγας, όμως ακούεται βόμβος θορυβώδης. Οι καθέκται του
καταστρώματος υπεγείρονται πιεζόμενοι έσωθεν υπό του θερμού
αέρος, και δίναι καπνού μαύρου διαφεύγουσι διά των καθεκτών, ως
ο ατμός διαφεύγει υπό την πλάκα της επιστομίδος λέβητος.
Το πλήρωμα σπεύδει προς τον Ροβέρτον Κόρτις και ζητεί τας
διαταγάς του. Μία και μόνη γνώμη κατέχει πάντας, να φύγωμεν
δήλα δή το ηφαίστειον τούτο, όπερ μέλλει να εκραγή υπό τους
πόδας ημών.
Ο Ροβέρτος Κόρτις παρατηρεί τον Ωκεανόν ού τα τεράστια κύματα
εκχύνονται. Ουδέ δύναται τις πλέον να προσεγγίση εις την άκατον
την κειμένην επί των υποστατών εν τω μέσω του καταστρώματος·
αλλ' είνε έτι δυνατόν να χρησιμοποιήσωμεν την λέμβον την
ανακρεμαμένην από των επωτίδων [47] του δεξιού τοίχου του
πλοίου, ως και την φαλαινίδα [48] κρεμαμένην κατά την πρύμναν.
Οι ναύται ορμώσι προς την λέμβον.
«Όχι, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Μη θυσιάσωμεν και την
τελευταίαν μας ελπίδα!»
Τινές όμως των ναυτών κατεπτοημένοι, προεξάρχοντος του Όουεν,
θέλουσι να καταβιβάσωσι το εφόλκιον. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
σπεύδει εις το επίστεγον και αρπάσας πέλεκυν αναφωνεί:
«Ο πρώτος όπου θα εγγίση το σύσπαστα, του σχίζω την κεφαλήν!»
Οι ναύται αποχωρούσι. Καί τινες μεν τούτων αναβαίνουσιν εις τας
κλιμακίδας των επιτόνων [49], τινές δε καταφεύγουσι μέχρι των
θωρακίων.[50]
Την ενδεκάτην της νυκτός ακούονται εν τω κύτει σφοδροί κρότοι
εκρήξεως· συντρίβονται τα φράγματα και αφίνουσι διέξοδον εις
τον θερμόν αέρα και εις τον καπνόν. Πάραυτα χείμαρροι ατμού
εκθρώσκουσιν από του στομίου της πρωραίας θέσεως και γλώσσα
φλογός μακρά λείχει τον ακάτιον ιστόν.
Κραυγαί ακούονται τότε.
Η μίσιζ Κηρ υποβασταζομένη υπό της μις Χέρμπυ καταλείπει
εσπευσμένως τους θαλάμους, ούς το πυρ κατέφθασεν ήδη. Έπειτα ο
Σάιλας Χόντλυ επιφαίνεται, το πρόσωπόν του είνε κατάμαυρον υπό
του καπνού και ησύχως, αφ' ού εχαιρέτισε τον Ροβέρτον Κόρτις,
κατευθύνεται προς τους επιτόνους, αναβαίνει τας κλιμακίδας και
εγκαθιδρύεται επί του θωρακίου του επιδρόμου.
Ιδών τον Σάιλας Χόντλυ, ευθύς ενθυμούμαι ότι έτερός τις
διαμένει καθειργμένος υπό το επίστεγον εν τω θαλάμω εκείνω, όν
αι φλόγες μέλλουσιν ίσως να καταβροχθίσωσι.
Πρέπει λοιπόν να αφήσωμεν να αποθάνη τον ταλαίπωρον Ρόμπυ; Ορμώ
προς την κλίμακα . . . . Αλλ' ο παράφρων θραύσας τα δεσμά του
φαίνεται την στιγμήν εκείνην, έχων την κόμην κεκαυμένην και τα
ενδύματα φλεγόμενα. Ουδέν λέγων περιπατεί επί του καταστρώματος
και οι πόδες του δεν καίονται! Ρίπτεται εις τας συστροφάς του
καπνού, και ο καπνός δεν τον πνίγει. Ως ανθρωπίνη σαλαμάνδρα
διατρέχει αναμέσον των φλογών!
Νέος κρότος εκρήγνυται τότε και η άκατος διεσκορπίζεται εις
τεμάχια, ο μεσαίος καθέκτης ανατινάσσεται διασχίσας το υπόβλημά
του, και πίδαξ πυρός επί πολύ συμπεπιεσμένος αναπηδά μέχρι του
ημίσεος του ιστού.
Την στιγμήν εκείνην ο παράφρων εκβάλλει κραυγάς δυνατάς και εκ
του στόματός του εκφεύγουσιν αι λέξεις αύται:
«Το πικρικόν! το πικρικόν! Όλοι θα πηδήσωμεν εις τον αέρα! εις
τον αέρα! εις τον αέρα!»
Έπειτα δε πριν λάβωμεν καιρόν να τον αναχαιτίσωμεν
κατακρημνίζεται διά του καθέκτου εις την φλεγομένην κάμινον.
ΙΔ'
— _Την νύκτα της 29 Οκτωβρίου_. — Η σκηνή αύτη υπήρξε φοβερά,
έκαστος δε, ει και έβλεπε την άνευ τινος ελπίδος κατάπτωσιν εν
ή διετέλει, συνησθάνθη όμως όλην αυτής την φρίκην.
Ο Ρόμπυ δεν ζη πλέον, αλλ' οι τελευταίοι λόγοι του θα έχωσιν
επακολουθήματα ολεθριώτατα· διότι οι ναύται τον ήκουσαν
κράζοντα: «Το πικρικόν! το πικρικόν!» Ενόησαν δε ότι το πλοίον
δύναται να ανατιναχθή εις τον αέρα από στιγμής εις στιγμήν, και
ότι δεν τους απειλεί πλέον μόνον πυρκαϊά, αλλά και φοβερά
έκρηξις.
Τινές των ανδρών, ακράτητοι ήδη, θέλουσι να φύγωσιν εξ άπαντος
και άνευ αναβολής.
«Την λέμβον! την λέμβον!» ανακράζουσι.
Δεν βλέπουσι δε, δεν θέλουσι να ίδωσιν οι άφρονες, ότι η
θάλασσα είνε εις άκρον τεταραγμένη και ότι ουδέν εφόλκιον
δύναται να καταφρονήση τα κύματα εκείνα τα ανατινασσόμενα εις
ύψος τεράστιον! Ουδέν δύναται να τους συγκρατήση, και δεν
ακούουσι πλέον την φωνήν του πλοιάρχου των. Ο Ροβέρτος Κόρτις
ρίπτεται εις το μέσον του πληρώματός του, αλλά μάτην, διότι ο
ναύτης Όουεν εξερεθίζει τους συνναύτας του. Οι δεσμοί της
λέμβου χαλαρούνται, και η λέμβος ωθείται προς τα έξω.
Το εφόλκιον αιωρείται μίαν στιγμήν εν τω αέρι, και υπακούον εις
το παρακύλισμα του πλοίου, προσκόπτει επί του τροπού [51], και
μετά τελευταίαν προσπάθειαν των ναυτών αποσπάται και ήδη
άπτεται της θαλάσσης· αλλά αίφνης κύμα τεράστιον την καλύπτει,
την απομακρύνει μίαν στιγμήν και μετά δυνάμεως ακρατήτου την
κατασυντρίβει επί της πλευράς του _Σάνσελλορ_.
Η τε άκατος και η λέμβος κατεστράφησαν ήδη και μόνον
υπολείπεται ημίν μία εύθραυστος και στενή φαλαινίς.
Οι ναύται κατάπληκτοι ίστανται ακίνητοι, και μόνον ακούονται οι
συριγμοί του ανέμου μεταξύ των αρμένων του πλοίου, και ο βόμβος
της πυρκαϊάς. Η κάμινος προχωρεί μεγεθυνομένη βαθέως προς το
κέντρον του πλοίου, και χείμαρροι ατμών λιγνυωδών [52]
εκθρώσκοντες εκ του καθέκτου ανέρχονται προς τον ουρανόν. Από
του πρωραίου καταστρώματος μέχρι του επιστέγου δεν βλεπόμεθα
πλέον, και φραγμός φλογός διαχωρίζει εις δύο τον _Σάνσελλορ_.
Οι επιβάται και δύο ή τρεις των του πληρώματος κατέφυγον εις το
όπισθεν του επιστέγου. Η μίσιζ Κηρ είνε εξηπλωμένη αναίσθητος
επί τινος των κλωβών των ορνίθων, και παρ' αυτή κάθηται η μις
Χέρμπυ. Ο κ. Λετουρνέρ ήρπασε τον υιόν του και τον κρατεί εν
ταις αγκάλαις του, θλίβων αυτόν επί του πατρικού στήθους του.
Εμέ κατέλαβε νευρική ταραχή και δεν δύναμαι να την κατανικήσω.
Ο δε μηχανικός Φάλστεν παρατηρεί απαθώς το ωρολόγιόν του και
σημειοί την ώραν εν τω σημειωματαρίω του.
Τι δε συμβαίνει κατά την πρώραν, ένθα ευρίσκονται αναμφιβόλως ο
υποπλοίαρχος, ο αρχιναύτης και το υπόλοιπον του πληρώματος, ούς
ημείς δεν δυνάμεθα πλέον να ίδωμεν; Πάσα συγκοινωνία διεκόπη
μεταξύ των δύο ημίσεων του πλοίου, και ουδείς ηδύνατο να διέλθη
το εκ φλογών παραπέτασμα, όπερ ανέρχεται εκ του μεγάλου
καθέκτου.
Έρχομαι προς τον Ροβέρτον Κόρτις και τον ερωτώ:
«Τα πάντα τετέλεσται;
— Όχι, μ' αποκρίνεται. Επειδή ο καθέκτης είνε ανοικτός, θα
επιχύσωμεν χείμαρρον ύδατος εις την κάμινον, και θα
κατορθώσωμεν ίσως να την κατασβέσωμεν.
— Αλλά πώς θα γίνη ο χειρισμός των αντλιών επί του καίοντος
τούτου καταστρώματος, κύριε Κόρτις; Πώς θα δοθώσι διαταγαί εις
τους ναύτας διά μέσου των φλογών τούτων;
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μ' αποκρίνεται.
«Τετέλεσται τα πάντα; ηρώτησα και εκ δευτέρου.
— Όχι! κύριε, μοι λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, όχι! Και εφ' όσον
μία μόνη σανίς του πλοίου τούτου μένει υπό τους πόδας μου, δεν
θα απελπισθώ.»
Και όμως η δύναμις της πυρκαϊάς διπλασιάζεται και τα θαλάσσια
ύδατα βάφονται διά λάμψεως υπερύθρου. Άνωθεν δε τα χαμηλά νέφη
αντανακλώσι μεγάλας φλόγας ξανθάς. Μακροί πίδακες πύρινοι
αναπηδώσι διά των καθόδων, ημείς δε κατεφύγομεν εις την κορώνην
[53], όπισθεν του επιστέγου. Η δε μίσιζ Κηρ κατετέθη εν τη
φαλαινίδι ήτις κρέμαται από των επωτίδων της, και παρ' αυτή
έλαβε θέσιν η μις Χέρμπυ.
Ποία νυξ φοβερά! και οποία τις γραφίς θα ηδύνατο να γράψη το
φρικαλέον αυτής;
Ο τυφών τότε εν όλη αυτού τη σφοδρότητι πνέει επί της ανθρακιάς
ταύτης ως υπερμέγεθες αεριστήριον. Ο _Σάνσελλορ_ τρέχει εν τω
σκότει ως πυρπολικόν γιγαντιαίον. Δυοίν δε θάτερον [54] ή
πρέπει να ριφθώμεν εις την θάλασσαν ή να γίνωμεν παρανάλωμα των
φλογών!
Αλλά το πικρικόν δεν θα ανάψη λοιπόν; Το ηφαίστείον τούτο δεν
θα ανοιχθή υπό τους πόδας ημών; Λοιπόν εψεύσθη ο Ρόμπυ; Δεν
υπάρχει λοιπόν ουσία εκρηκτική εγκεκλεισμένη εν τω κύτει;
Την ενδεκάτην και ημίσειαν, καθ' ήν στιγμήν η θάλασσα είνε
φοβερά όσον ουδέποτε άλλοτε, προστίθεται εις τον κρότον των
μαινομένων στοιχείων βρόμος [55] ιδιάζων, όν οι ναυτικοί σφόδρα
φοβούνται· αντηχεί δε κατά την πρώραν η κραυγή αύτη·
«Σκόπελοι! σκόπελοι δεξιά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις πηδά επί του παραρρύμματος, ρίπτει βλέμμα
ταχύ επί των λευκών κυμάτων, και στρεφόμενος προς τον
πηδαλιούχον αναφωνεί μετά φωνής επιτακτικής:
«Τον οίακα δεξιά, πάντη!»
Αλλ' είνε λίαν αργά.
Αισθάνομαι ότι ανηρπάγημεν επί των νώτων κυμάτων τεραστίων, και
αίφνης γίνεται σύρραξις. Το πλοίον ψαύει κατά την πρύμναν,
πτερνοκοπεί πολλάκις και ο ιστός του επιδρόμου, θραυσθείς
σύρριζα επί του καταστρώματος, πίπτει εις την θάλασσαν.
Ο _Σάνσελλορ_ είνε ακίνητος.
ΙΕ'
— _Συνέχεια της νυκτός της 29 Οκτωβρίου_. — Δεν είνε ακόμη
μεσονύκτιον, σελήνη δεν υπάρχει και το σκότος είνε βαθύ. Δεν
δυνάμεθα να γινώσκωμεν πού εκάθισε το πλοίον. Βιαίως
απωθούμενον προσήγγισεν άρα γε εις την Αμερικανικήν ακτήν και
άρα γε φαίνεται η γη;
Είπον ότι ο _Σάνσελλορ_, αφ' ού επ' ολίγον επτερνοκόπησε,
απέμεινεν όλως ακίνητος. Μετ' ολίγον κρότος αλύσεων αντηχήσας
εν τη πρύμνη, δίδει είδησιν τω Ροβέρτω Κόρτις ότι αι άγκυραι
εποντίσθησαν.
«Καλά! καλά! είπεν. Ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης επόντισαν
τας δύο αγκύρας. Πρέπει να ελπίζωμεν ότι θα εστερεώθησαν!»
Βλέπω τότε τον Ροβέρτον Κόρτις προχωρούντα επί των
παραρρυμμάτων μέχρι του ορίου όπερ αι φλόγες δεν επιτρέπουσι να
υπερβή. Ολισθαίνει επί του δεξιού επιτόνου προς το μέρος όπου
το πλοίον είχε κλίνη, και ίσταται εκεί επί τινας στιγμάς
πληττόμενος υπό των βαρέων κυμάτων. Τον βλέπω παραβάλλοντα το
ους, ως εάν ήκουε ιδιάζοντά τινα θόρυβον εν τω μέσω του θορύβου
της τρικυμίας.
Τέλος ο Ροβέρτος Κόρτις επανέρχεται εις το επίστεγον και μοι
λέγει:
«Τα νερά εισέρχονται εις το πλοίον, και τα νερά αυτά, Θεού
ευδοκούντος, θα καταβάλουν ίσως την πυρκαϊάν!
— Και έπειτα; είπον εγώ.
— Κύριε Κάζαλλον, μοι αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, το
«έπειτα» είνε μέλλον και απόκειται εις το θέλημα του Θεού.
Ημείς ας μεριμνώμεν περί του παρόντος!»
Και ήδη πρώτον πάντων έπρεπε να καταφύγωμεν εις τους σίφωνας,
αλλά την στιγμήν εκείνην δεν δύνανται να τους φθάσωσιν εν τω
μέσω των φλογών! Πιθανώς σανίς τις εθραύσθη εν τω πυθμένι του
πλοίου, και δι' αυτής εισέρχεται ύδωρ άφθονον, διότι μοι
φαίνεται ότι η βία του πυρός ήδη ελαττούται. Ακούονται συριγμοί
εκκωφωτικοί, τεκμήριον ότι τα δύο στοιχεία παλαίουσι. Βεβαίως
δε η βάσις της εστίας είνε ήδη κατάκλυστος, και η πρώτη σειρά
των δεμάτων του βάμβακος είνε εν τω ύδατι. Λοιπόν, το ύδωρ
τούτο ας πνίξη την πυρκαϊάν, και ημείς πάλιν έπειτα θα το
πολεμήσωμεν, και ίσως θα είνε ολιγώτερον φοβερόν του πυρός,
διότι το ύδωρ είνε το στοιχείον του ναυτικού και αυτός είνε
συνηθισμένος να το νικά.
Κατά τας τρεις άλλας ώρας καθ' άς διήρκεσεν έτι η τόσον μακρά
αύτη νυξ, αναμένομεν μετ' αγωνίας απεριγράπτου. Πού είμεθα; Το
μόνον βέβαιον είνε ότι το ύδωρ αποσύρεται κατ' ολίγον, και η
σφοδρότης των κυμάτων καταπαύει. Ο _Σάνσελλορ_ πρέπει να έψαυσε
μίαν ώραν μετά την πλημμυρίδα, αλλ' είνε δύσκολον να γνωσθή
ακριβώς άνευ υπολογισμών και άνευ παρατηρήσεων. Εάν δε είνε
τούτο, δυνάμεθα να ελπίζωμεν, επί τω λόγω όμως ότι η πυρκαϊά
εσβέσθη, ότι ο _Σάνσελλορ_ ταχέως θα απαλλαχθή κατά την προσεχή
παλίρροιαν.
Περί ώραν τετάρτην και ημίσειαν προ μεσημβρίας το εκ φλογών
παραπέτασμα, το μεταξύ πρώρας και πρύμνης ηπλωμένον,
διασκορπίζεται κατ' ολίγον, και εκείθεν διακρίνομεν τέλος
όμιλον μαύρον, το πλήρωμα, όπερ είχε καταφύγη εις το πρωραίον
στενόν κατάστρωμα . . Μετ' ου πολύ αι συγκοινωνίαι
αποκαθίστανται αύθις μεταξύ των δύο άκρων του πλοίου, και ο
υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης έρχονται προς ημάς, εις το
επίστεγον, βαδίζοντες επί των τροπών, διότι δεν είνε ακόμη
δυνατόν να πατήσωσιν επί του καταστρώματος.
Ο πλοίαρχος Κόρτις, ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης παρόντος
μου συσκέπτονται και συμφωνούσιν ως προς τούτο, ότι δήλα δή
ουδέν πρέπει να επιχειρήσωμεν πριν γίνη ημέρα. Και εάν μεν η γη
είνε πλησίον, η δε θάλασσα προσιτή, θα αποβιβασθώμεν εις την
παραλίαν είτε διά της φαλαινίδος είτε διά σχεδίας. Αλλ' εάν
όμως μηδεμία γη φαίνεται και ο _Σάνσελλορ_ έχη εξοκείλη επί
σκοπέλου απομεμονωμένου, θα καταβληθή προσπάθεια να τον
ανασύρωμεν, ώστε να τον καταστήσωμεν ικανόν να καταπλεύση εις
τον εγγύτατον λιμένα.
«Αλλά, ο Ροβέρτος Κόρτις, ού την γνώμην συμμερίζεται ο
υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης, είνε δύσκολον, λέγει, να
μαντεύσω που είμεθα, διότι διά των βορειοδυτικών τούτων ανέμων
ο _Σάνσελλορ_ θα ερρίφθη αρκετά μακράν προς νότον. Ιδού ότι επί
πολύν χρόνον δεν ηδυνήθην να μετρήσω το ύψος, και όμως επειδή
δεν γνωρίζω σκόπελόν τινα κατά το μέρος τούτο του Ατλαντικού
Ωκεανού, δυνατόν να εξοκείλαμεν επί τινος γης της Νοτίου
Αμερικής.
— Αλλά, είπον εγώ, εξακολουθούμεν απειλούμενοι υπό της
εκρήξεως. Δεν θα ήτο δυνατόν να εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_
και να καταφύγωμεν . . .
— Επί του σκοπέλου τούτου; απαντά ο Ροβέρτος Κόρτις. Αλλ'
οποία τις είνε η κατασκευή του; δεν καλύπτεται υπό της
πλημμυρίδος; Δυνάμεθα να τον αναγνωρίσωμεν εντός του σκότους
τούτου; Ας αφήσωμεν να γίνη ημέρα, και βλέπομεν.»
Τους λόγους τούτους του Ροβέρτου Κόρτις αναφέρω πάραυτα προς
τους άλλους επιβάτας. Και ναι μεν δεν είνε απολύτως
θαρρυντικοί, αλλ' ουδείς θέλει να ίδη τον νέον κίνδυνον, όν
δημιουργεί η κατάστασις του πλοίου, εάν κατά δυστυχίαν έχη
ριφθή επί αγνώστου σκοπέλου, εκατοστύας μιλίων μακράν πάσης
γης. Μία δε μόνη παρατήρησις επικρατεί, ότι δήλα δή το ύδωρ νυν
μάχεται υπέρ ημών και παλαίει επωφελώς κατά της πυρκαϊάς, και
κατ' ακολουθίαν κατά των πιθανοτήτων της εκρήξεως.
Τω όντι, τας περιαυγείς φλόγας διαδέχεται κατά μικρόν καπνός
πυκνός μαύρος, εκθρώσκων εκ του καθέκτου εις υγράς περιστροφάς.
Γλώσσαι τινες φλογεραί ανατινάσσονται έτι μεταξύ σκοτεινών
ελίκων, αλλά σβέννυνται σχεδόν παρευθύς. Τον δε βόμβον του
πυρός διαδέχονται συριγμοί του ύδατος, εξατμιζομένου επί της
εσωτερικής εστίας. Είνε βέβαιον ότι η θάλασσα πράττει εκεί ό τι
ούτε αι αντλίαι ημών ούτε οι κάδοι θα ηδύναντο να πράξωσι.
Πλημμύρας δε μόνον έργον ώφειλε να είνε η κατάσβεσις της
πυρκαϊάς ταύτης, της διαδεδομένης μεταξύ χιλίων επτακοσίων
δεμάτων βάμβακος!
ΙΣΤ'
— _30 Οκτωβρίου_. — Αι πρώται πρωιναί λάμψεις ελεύκαναν τον
ορίζοντα, αλλ' αι ομίχλαι του πελάγους κωλύουσι το βλέμμα επί
περιφερείας ικανώς περιωρισμένης. Ουδεμία γη φαίνεται ακόμη,
και όμως ο οφθαλμός ημών ανερευνά μετ' αγωνίας ανυπομόνως όλον
το δυτικόν και το μεσημβρινόν μέρος του Ωκεανού.
Κατ' εκείνην την στιγμήν η θάλασσα ειχε σχεδόν όλως αποσυρθή
και δεν υπάρχει έξ ποδών ύδωρ πέριξ του πλοίου, όπερ βυθίζεται
εις δεκαπέντε περίπου όταν είνε κατάφορτον. Κορυφαί τίνες
βράχων προκύπτουσι τήδε κακείσε, και φαίνεται έκ τινων χρωμάτων
του πυθμένος, ότι ο σκόπελος ούτος αποτελείται εκ βράχων
βασαλτικών. Πώς ηδυνήθη ο _Σάνσελλορ_ να μετενεχθή τοσούτον
εμπρός επί της υφάλου ταύτης; Κύμα υπερμέγεθες θα τον ανύψωσεν,
αυτό δε τούτο ησθάνθην ολίγας στιγμάς πριν εξοκείλη. Όθεν
εξετάσας την γραμμήν των βράχων των περικυκλούντων το πλοίον,
ερωτώ εμαυτόν πώς θα κατορθωθή η εκείθεν ανέλκυσις του. Είνε
κεκλιμένον από της πρύμνης εις την πρώραν, εξ ού καθίσταται
επιπονωτάτη η επί του καταστρώματος πορεία, και πλην τούτου,
καθ' όσον η του Ωκεανού επιφάνεια ταπεινούται, φαίνεται έτι
μάλλον αποκλίνον προς αριστερά. Ο Ροβέρτος Κόρτις εφοβήθη
μάλιστα προς στιγμήν μήπως εξοκείλη εις τα ρηχά. Αλλ' η κλίσις
αυτού επαγιώθη τέλος οριστικώς και ουδείς υπάρχει ως προς τούτο
φόβος.
Την έκτην πρωινήν ώραν συγκρούσεις βίαιαι γίνονται επαισθηταί.
Ο ιστός του επιδρόμου, όστις πρότερον είχε παρασυρθή υπό των
κυμάτων, επανελθών πλήττει τας πλευράς του _Σάνσελλορ_.
Ταυτοχρόνως δε κραυγαί αντηχούσι και το όνομα του Ροβέρτου
Κόρτις πλεονάκις ακούεται προφερόμενον.
Παρατηρούμεν κατά την διεύθυνσιν εκείσε όθεν έρχονται αι
κραυγαί, και εν τω σκιόφωτι της υποφωσκούσης ημέρας βλέπομεν
άνθρωπον συγκρατούμερον από του θωρακίου του επιδρόμου, τον
Σάιλας Χόντλυ, όστις ειχε συμπαρασυρθή υπό της πτώσεως του
ιστού και ως εκ θαύματος διέφυγε τον θάνατον.
Ο Ροβέρτος Κόρτις σπεύδει παρευθύς εις βοήθειαν του πρώην
πλοιάρχου του, και αψηφών μυρίους όσους κινδύνους, κατορθοί να
τον επαναγάγη εις το πλοίον. Ο Σάιλας Χόντλυ ουδέ γρυ ειπών,
επορεύθη εις την απωτάτην γωνίαν του επιστέγου και εκάθισεν. Ο
άνθρωπος ούτος γενόμενος όν όλως παθητικόν, περί ουδενός
μεριμνά.
Επετύχομεν έπειτα να υπηνεμώσωμεν τον ιστόν του επιδρόμου και
δέσωμεν αυτόν στερεώς εις το πλοίον, ού τας πλευράς δεν απειλεί
πλέον. Το διασωθέν τούτο ναυάγιον ίσως, χρησιμεύση εις ημάς,
τις οίδε;
Ήδη η ημέρα αρκούντως προυχώρησε και η ομίχλη άρχεται υψουμένη.
Ήδη το βλέμμα δύναται να διαδράμη επαρκώς την περίμετρον του
ορίζοντος πλέον των τριών μιλίων, αλλ' ουδέν ακόμη φαίνεται
ομοιάζον προς ακτήν. Η γραμμή των ρηγμίνων [56] διαθέει προς
Λίβα (ΝΔ) και προς Μέσην (ΒΑ) επί έν περίπου μίλιον. Προς
Βορράν αναδύει ώσπερ τι νησύδριον ακανονίστου σχήματος,
ιδιότροπος σύστασις βράχων ύψους πεντήκοντα ποδών υψουμένη
διακοσίας το πολύ οργυιάς από του μέρους ένθα εξώκειλεν ο
_Σάνσελλορ_. Θα υπέρκειται λοιπόν της επιφανείας των υψίστων
παλιρροιών. Ώσπερ τις οδός κτιστή στενοτάτη μεν αλλά ευδιάβατος
εν αμπώτιδι, θα επιτρέψη εις ημάς να έλθωμεν εις το νησύδριον
τούτο χρείας τυχούσης.
Εκείθεν η θάλασσα αναλαμβάνει το σκοτεινόν αυτής χρώμα. Εκεί το
ύδωρ είνε βαθύ, εκεί τελευτά ο σκόπελος.
Αμηχανία άπειρος, ήν δικαιολογεί η του πλοίου κατάστασις,
καταλαμβάνει τα πνεύματα πάντα. Είνε φόβος τω όντι μήπως αι
ρηγμίνες αύται δεν συνέχονται προς ουδεμίαν ακτήν.
Την στιγμήν ταύτην, ώραν εβδόμην, η ημέρα είνε φωτεινή η δε
ομίχλη εξηφανίσθη. Ο ορίζων φαίνεται πέριξ του _Σάνσελλορ_ μετά
τελείας διαυγείας, αλλ' η γραμμή του ύδατος και η του ουρανού
συγχέονται επί της αυτής περιοχής, η δε θάλασσα πληροί όλον το
διάστημα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ακίνητος παρατηρεί τον Ωκεανόν κυρίως προς
Ζέφυρον (Δ). Ο δε κ. Λετουρνέρ και εγώ όρθιοι πλησίον αλλήλων,
εξετάζομεν και τας ελαχίστας αυτού κινήσεις, και αναγινώσκομεν
σαφώς τας εννοίας τας συνθλιβομένας εν τω εγκεφάλω αυτού. Η
έκπληξις αυτού μεγάλη, διότι ηδύνατο να πιστεύη ότι ήμεθα
πλησίον ακτής, αφ' ού σχεδόν πάντοτε εξηκολουθούμεν πλέοντες
προς Νότον από της προσορμίσεως του πλοίου παρά τας Βερμούδας
νήσους, και όμως ουδεμία γη φαίνεταί που.
Την στιγμήν ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, καταλιπών το επίστεγον,
μεταβαίνει διά των παρραρυμμάτων μέχρι των επιτόνων, ανέρχεται
ταχέως τας κλιμακίδας, αρπάζει τους επιτόνους του μεγάλου
επιστηλίου, υπερβαίνει τα δίζυγα και φθάνει ταχέως το ανώτατον
του επιστηλίου. Εκείθεν δε επί τινα λεπτά της ώρας εξετάζει
επιμελέστατα όλον το διάστημα. Έπειτα δε αρπάσας σχοινίον τι
ωλίσθησε μέχρι των τροπών και επανήλθε πλησίον ημών.
Τον ερωτώμεν διά των βλεμμάτων.
«Ουδεμία γη» αποκρίνεται απαθώς.
Τότε προχωρεί ο μίστερ Κηρ και ερωτά δυσθύμως πως:
«Και πού είμεθα, κύριε;»
— Δεν ειξεύρω τίποτε, κύριε, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Έπρεπε να ειξεύρης! αποκρίνεται ανοήτως ο Πετρέλαιος.
— Έστω, αλλά δεν ειξεύρω.
— Λοιπόν, επαναλαμβάνει ο μίστερ Κηρ, μάθε λοιπόν ότε δεν έχω
εγώ σκοπόν να μείνω αιωνίως εις το πλοίον σου, κύριε, και . .
.»
Ο Ροβέρτος Κόρτις αρκείται υψών τους ώμους.
Έπειτα δε στρεφόμενος προς τον κ. Λετουρνέρ και εμέ λέγει:
«Θα μετρήσω το ύψος, εάν ο ήλιος φανή, και τότε θα μάθωμεν επί
τινος σημείου του Ατλαντικού Ωκεανού μας έρριψεν η τρικυμία.»
Ο Ροβέρτος Κόρτις τότε ασχολείται εις την διανομήν τροφών εις
τους επιβάτας και εις το πλήρωμα, διότι πάντες έχομεν χρείαν
τροφής, καταβεβλημένοι υπό του καμάτου και της πείνης. Τρώγομεν
διπυρίτην και ολίγον κρέας παστόν. Έπειτα δε ο πλοίαρχος όσον
τάχιστα λαμβάνει διάφορα μέτρα προς επαναφοράν του πλοίου εις
την πλήμμυραν.
Η πυρκαϊά ηλαττώθη πολύ, και ήδη ουδεμία φλοξ εξέρχεται, ο δε
καπνός είνε ήττον [57] άφθονος ει και μαύρος έτι. Είνε δε
βέβαιον ότι ο _Σάνσελλορ_ έχει εν τω κύτει ικανήν ποσότητα
ύδατος, αλλά δεν είνε δυνατόν να βεβαιωθώμεν περί τούτου, διότι
το κατάστρωμα δεν είνε προσιτόν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει τότε να καταβρέχωσι τας καιομένας
σανίδας, και μετά δύο ώρας οι ναύται δύνανται να βαδίζωσιν επί
του καταστρώματος.
Πρώτον πάντων γίνεται φροντίς περί βολιδοσκοπήσεως, ήν εκτελεί
ο αρχιναύτης. Εξελέγξεως δε γενομένης ευρίσκεται ότι υπάρχει εν
τω κύτει ύδωρ πέντε ποδών, αλλ' ο πλοίαρχος δεν παραγγέλλει
ακόμη να το αντλήσωσι, διότι θέλει να το αφήση να αποτελειώση
το έργον του.
Την πυρκαϊάν πρώτον και έπειτα το ύδωρ.
Και νυν προτιμότερον είνε να εγκαταλίπωμεν ευθύς το πλοίον και
να καταφύγωμεν επί του σκοπέλου; Ο πλοίαρχος Κόρτις δεν έχει
ταύτην την γνώμην, συμφωνεί δε ο υποπλοίαρχος και ο αρχιναύτης.
Τω όντι, όπως η θάλασσα είνε τρικυμιώδης δεν θα είνε δυνατόν να
σταθή τις επί των βράχων τούτων και αυτών έτι των υψίστων, ούς
θα σαρώνωσι τα μεγάλα κύματα. Αι δε πιθανότητες της εκρήξεως
ηλαττώθησαν ήδη επαισθητώς, διότι το ύδωρ κατέκλυσε βεβαίως το
μέρος του κύτους, εν ώ είνε κατατεθειμένον το παρεμπόρευμα του
Ρόμπυ, και κατ' ακολουθίαν, κατέκλυσε και το δοχείον του
πικρικού. Απόφασις λοιπόν εγένετο μήτε οι επιβάται να
εγκαταλίπωσι το _Σάνσελλορ_ μήτε το πλήρωμα.
Καταγίνονται δε τότε παρασκευάζοντες εν τη πρύμνη επί του
επιστέγου ώσπερ τινά κατασκήνωσιν, και τινά στρώματα άτινα δεν
έχει προσβάλη το πυρ, διατίθενται υπέρ των δύο επιβατριών. Οι
δε άνδρες του πληρώματος, σώσαντες τους σάκκους των,
τοποθετούσιν αυτούς υπό το πρωραίον κατάστρωμα και
εγκαθίστανται εκεί, διότι η θέσις των είνε όλως ακατοίκητος.
Ευτυχώς πάνυ αι βλάβαι εν τω διανομείω δεν εγένοντο μέγισται,
τα τρόφιμα κατά μέγα μέρος διεσώθησαν ως και αι υδροδόκαι.
Ωσαύτως δε άθικτος είνε και η ιστιοθήκη κειμένη εν τη πρώρα.
Τέλος ίσως είμεθα περί το τέρμα των δοκιμασιών! θα εκινείτο τις
να το πιστεύση, διότι από της πρωίας ο άνεμος εξέλιπε κατά το
πλείστον, και εν τω πελάγει ο σάλος εκόπασε πολύ. Περίπτωσις
ευνοϊκή, διότι κύματα μέλλοντα να προσβάλωσι τον _Σάνσελλορ_
κατ' εκείνην την στιγμήν, θα τον συνέτριβον αφεύκτως επί των
σκληρών τούτων βασαλτών.
Οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ επί πολύ συνδιελέχθημεν περί των
αξιωματικών του πλοίου, περί του πληρώματος και περί της
διαγωγής πάντων κατά την περίοδον ταύτην των κινδύνων. Πάντες
επεδείξαντο θάρρος και δραστηριότητα. Ιδία δε διεκρίθησαν ο
υποπλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, και ο ξυλουργός Δαούλας.
Υπάρχουσιν εν αυτώ άνδρες γενναίοι, ναυτικοί καλοί εις ούς
δύναται τις να έχη πεποίθησιν. Περί δε του Ροβέρτου Κόρτις,
ούτος δεν χρήζει εγκωμίων, είνε δραστηριώτατος και πανταχού
παρών. Ουδεμία δυσχέρεια παρίσταται, ήν δεν είνε έτοιμος να
διαλύση, παραθαρρύνει τους ναύτας του διά λόγου και διά
νεύματος, και κατέστη η ψυχή του πληρώματος τούτου όπερ δι'
αυτού και μόνου ενεργεί.
Εν τούτοις από της εβδόμης πρωινής ώρας άρχεται η θάλασσα
υψουμένη· είνε δε ήδη ενδεκάτη και πάσαι αι κορυφαί των
ρηγμίνων εξηφανίσθησαν υπό την πλημμυρίδα. Πρέπει να αναμένωμεν
να ίδωμεν την επιφάνειαν του ύδατος ανερχομένην εν τω κύτει του
_Σάνσελλορ_, καθ' όσον και της θαλάσσης η επιφάνεια ανέρχεται,
όπερ και συμβαίνει. Η βολίς δεικνύει μετ' ου πολύ εννέα πόδας,
και νέα στρώματα βάμβακος κατεκλύσθησαν υπό του ύδατος, δι' ό
είμεθα άξιοι συγχαρητηρίων.
Από της ώρας δε της πλημμυρίδος, το πλείστον των πέριξ του
πλοίου βράχων κατεκλύσθη, και μένει μόνον ορατόν το πλαίσιον
μικράς λεκάνης κυκλικής, διαμέτρου διακοσίων πεντήκοντα μέχρι
τριακοσίων ποδών, ής την βόρειον γωνίαν κατέχει ο _Σάνσελλορ_.
Είνε δε εκεί η θάλασσα αρκούντως ήρεμος, τα δε κύματα δεν
διαδίδονται μέχρι του πλοίου — Περίπτωσις σφόδρα ευάρεστος,
διότι το πλοίον ημών ιστάμενον ακίνητον, θα επλήττετο υπ' αυτών
ως τις σκόπελος.
Την ενδεκάτην και ημίσειαν ο ήλιος, όν νέφη τινά εκάλυπτον από
της δεκάτης, εφάνη επικαιρότατα. Ο δε πλοίαρχος, όστις είχεν
ήδη δυνηθή την πρωίαν να υπολογίση μίαν γωνίαν ωρικήν [58],
παρασκευάζεται να λάβη ύψος μεσημβρινόν και περί μεσημβρίαν
ποιεί παρατήρησιν ακριβεστάτην.
Έπειτα δε, κατελθών εις τον θάλαμόν του υπολογίζει τον
γενόμενον δρόμον του πλοίου, επανέρχεται εις το επίστεγον και
λέγει προς ημάς:
«Είμεθα δεκαοκτώ μοίρας και πέντε πλάτους βορείου, και
τεσσαράκοντα πέντε μοίρας και πεντήκοντα τρία μήκους δυτικού.»
Εξηγήθη δε τότε υπό του πλοιάρχου η κατάστασις προς πάντας
όσους οι αριθμοί του μήκους και του πλάτους δεν είνε συνήθεις.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ευλόγως ουδέν θέλει να κρύψη, και επιμένει
όπως πας τις γινώσκη ακριβώς εις τι να αρκεσθή εν τη παρούση
καταστάσει.
Ο _Σάνσελλορ_ εκάθισε 18" 5' πλάτους βορείου και 45" 53' μήκους
δυτικού επί σκοπέλου όν οι ναυτικοί πίνακες δεν δεικνύουσι. Πώς
είνε δυνατόν να υπάρχωσι τοιούτοι βράχοι κατά τούτο το μέρος
του Ατλαντικού Ωκεανού και να μη είνε γνωστοί; Λοιπόν το
νησύδριον τούτο θα εσχηματίσθη αρτίως και θα είνε προϊόν
πλουτωνείου τινός εξάρσεως; Δεν βλέπω πώς άλλως δύναται τις να
εξηγήση το γεγονός τούτο.
Όπως δήποτε το νησύδριον τούτο απέχει οκτακόσια μίλια από των
Γουυανών, τούτ' έστι των εγγυτάτων γαιών.
Ο _Σάνσελλορ_ λοιπόν παρεσύρθη προς Νότον μέχρι του δεκάτου
ογδόου παραλλήλου, κατ' αρχάς μεν ένεκα της ασυνέτου επιμονής
του Σάιλας Χόντλυ, έπειτα δε υπό της σφοδρότητος του Σκίρωνος
(ΒΔ), όστις τον ηνάγκασε να φύγη. Κατ' ακολουθίαν ο _Σάνσελλορ_
οφείλει να πλεύση έτι υπέρ τα οκτακόσια μίλια πριν φθάση την
εγγυτάτην ακτήν.
Τοιαύτη η κατάστασις των πραγμάτων. Κατάστασις σπουδαία, αλλ' η
εντύπωσις η εκ της ανακοινώσεως ταύτης του πλοιάρχου δεν είνε
κακή, — την στιγμήν ταύτην τουλάχιστον. Ποίοι νέοι κίνδυνοι
ηδύναντο νυν να συγκινήσωσιν ημάς, τους άρτι διαφυγόντας τον
διπλούν κίνδυνον της τε πυρκαϊάς και της εκρήξεως; Λησμονούμεν
ότι το κύτος του πλοίου είνε κατάκλυστον υπό του ύδατος, ότι η
γη είνε απομεμακρυσμένη, ότι ο _Σάνσελλορ_, όταν αναχθή εις το
πέλαγος, δύναται να καταποντισθή κατά τον διάπλουν . . . Αλλά
τα πνεύματα είνε έτι υπό τας εντυπώσεις των τρόμων του
παρελθόντος, ευρίσκοντα δε ολίγην ηρεμίαν, είνε διατεθειμένα να
έχωσι πεποίθησιν.
Και νυν τι θα ποιήση ο Ροβέρτος Κόρτις; Απλούστατα ό τι ο ορθός
λόγος κελεύει: Να σβεσθή τελείως η πυρκαϊά, να ριφθή εις την
θάλασσαν όλον το φορτίον ή μέρος αυτού, εννοείται δε και το
δοχείον του πικρικού, να φραχθώσιν αι οπαί δι' ών το ύδωρ
εισρέει, και τότε, του πλοίου κουφισθέντος, επωφελούμενοι της
πλημμυρίδος, να εγκαταλίπωμεν τον σκόπελον όσον τάχιστα.
ΙΖ'
— _Συνέχεια της 30 Οκτωβρίου_. — Συνδιαλεχθείς μετά του κ.
Λετουρνέρ περί της ημετέρας καταστάσεως, νομίζω ότι ηδυνήθην να
τον βεβαιώσω ότι η επί της υφάλου διαμονή ημών θα είνε βραχεία,
εάν αι περιστάσεις ηυνόουν ημάς. Αλλ' ο κ. Λετουρνέρ δεν
φαίνεται συμφωνών.
«Τουναντίον μάλιστα φοβούμαι, μοι αποκρίνεται, μήπως επί πολύ
μείνωμεν επί των βράχων τούτων!
— Και διατί; υπέλαβον εγώ. Δεν είνε δα και δύσκολον πράγμα να
ριφθώσιν εις την θάλασαν ολίγαι εκατοστύες δεμάτων βάμβακος,
και δεν θέλει και πολύ, εντός δύο ή τριών ημερών η εργασία
τελειώνει.
— Αναμφιβόλως, κύριε Κάζαλλον, θα εγίνετο τάχιστα η εργασία
αύτη, εάν ηδύνατο το πλήρωμα από σήμερον να την αρχίση. Αλλ'
είνε των αδυνάτων να εισδύση άνθρωπος εις το κύτος του
_Σάνσελλορ_, διότι ο αήρ είνε εκεί ακατάλληλος εις αναπνοήν,
και Κύριος οίδε πόσαι ακόμη ημέραι θα παρέλθωσι πριν κατορθωθή
τούτο, αφ' ού το μεταξύ στρώμα του φορτίου ακόμη καίει. Άλλως
τε και αν άπαξ καταβάλωμεν το πυρ, θα είμεθα άρα γε εις
κατάστασιν να πλεύσωμεν; Όχι! Οφείλομεν να φράξωμεν την
διαρροήν του ύδατος, ήτις θα είνε μεγάλη και να την φράξωμεν
μετά μεγίστης επιμελείας, εάν δεν θέλωμεν να καταποντισθώμεν,
αφ' ού εκινδυνεύσαμεν να καώμεν! Όχι, κύριε Κάζαλλον, δεν
κάθημαι εγώ να απατώμαι, και θα το θεωρήσω ως ευτυχή
περίπτωσιν, εάν εντός τριών εβδομάδων αποπλεύσωμεν εκ του
σκοπέλου τούτου. Είθε δε να μη εγερθή τρικυμία πριν αναχθώμεν
εις το πέλαγος, διότι ο _Σάνσελλορ_ ήθελε κατασυντριβή επί της
υφάλου ταύτης, ήτις τότε θα εγίνετο τάφος ημών!»
Τω όντι απειλούμεθα υπό του μεγίστου των απειλούντων ημάς
κινδύνων, διότι την μεν πυρκαϊάν θα καταβάλωμεν, το δε πλοίον
θα ανελκύσωμεν, τουλάχιστον τα πάντα πιθανολογούσι τούτο, αλλ'
όμως διατελούμεν εν τη εξουσία μιας πνοής σφοδρού ανέμου. Και
υποτεθέντος ότι το ύψιστον μέρος του σκοπέλου δύναται να
παράσχη ημίν καταφύγιον εν ώρα τρικυμίας, αλλά τι θα γίνωσιν οι
επιβάται και το πλήρωμα του _Σάνσελλορ_, όταν εκ του πλοίου των
ουδέν άλλο θα υπολείπεται ή απλούν έκβρασμα ναυαγίου;
«Κύριε Λετουρνέρ, ηρώτησα τότε, έχετε πεποίθησιν εις τον
Ροβέρτον Κόρτις;»
— Πεποίθησιν άκραν, κύριε Κάζαλλον, και θεωρώ ως χάριν
ουρανόθεν ότι ο πλοίαρχος Χόντλυ ανέθηκεν εις αυτόν την
κυβέρνησιν του πλοίου. Παν ό τι απαιτείται να πράξη διά να μας
εξαγάγη του κακού τούτου στενού, είμαι βεβαιότατος ότι ο
Ροβέρτος Κόρτις θα το πράξη».
Ερωτώ τον πλοίαρχον ως πόσην ορίζει την διάρκειαν της διαμονής
ημών επί της υφάλου ταύτης, και μοι αποκρίνεται ότι δεν δύναται
ακόμη να την υπολογίση, διότι προ πάντων εξαρτάται εκ των
περιστάσεων, αλλ' ελπίζει ότι η ατμοσφαιρική κατάστασις δεν θα
είνε δύσνους. Τω όντι το βαρόμετρον εξακολουθεί ανερχόμενον
αδιαλείπτως και άνευ ταλαντώσεων, όπως ότε τα ατμοσφαιρικά
στρώματα δεν είνε ακόμη εν καλή ισορροπία. Εν τούτω λοιπόν
υπάρχει σύμπτωμα νηνεμίας διαρκούς, και κατ' ακολουθίαν οιωνός
άριστος υπέρ των εργασιών ημών.
Άλλως τε ουδεμία ώρα απώλετο, και έκαστος επιλαμβάνεται του
έργου μετά δραστηριότητος.
Ο Ροβέρτος Κόρτις προ παντός άλλου διανοείται να κατασβέση την
πυρκαϊάν, ήτις νέμεται έτι το ανώτερον στρώμα των δεμάτων του
βάμβακος υπεράνω της επιφανείας του εν τω κύτει ύδατος. Αλλά
δεν πρόκειται να γίνεται απώλεια χρόνου προς διάσωσιν του
φορτίου . . Πρόδηλον είνε ότι ο μόνος τρόπος της ενεργείας είνε
να καταπνιγή το πυρ μεταξύ δύο στρωμάτων ύδατος. Αι αντλίαι
λοιπόν επαναλαμβάνουσι το έργον των.
Κατά τας πρώτας ταύτας εργασίας το πλήρωμα εξαρκεί εις τον
χειρισμόν των αντλιών. Οι επιβάται δεν προσεκλήθησαν, αλλ' όμως
είμεθα πάντες έτοιμοι να προσφέρωμεν τους βραχίονας ημών, η δε
επικουρία ημών δεν είνε αξιοκαταφρόνητος, όταν θα προβώμεν εις
την εκφόρτωσιν του πλοίου. Όθεν επί του παρόντος οι κκ.
Λετουρνέρ και εγώ διερχόμεθα την ώραν είτε συνδιαλεγόμενοι,
είτε αναγινώσκοντες, και πλην τούτου εγώ διαθέτω ώρας τινάς εις
την σύνταξιν του ημερολογίου μου. Ο δε μηχανικός Φάλστεν ήττον
κοινωνικός, ασχολείται ατενώς περί τους αριθμούς του ή χαράσσει
σχέδια μηχανών μετά του διαγράμματος, της διατομής και της
ορθογραφίας αυτών. Είθε να δυνηθή, να επινοήση ισχυρόν τι
μηχάνημα δι' ού να ανελκυσθή ο _Σάνσελλορ_. Οι δε σύζυγοι Κηρ
κάθηνται κατά μέρος, και απαλλάσσουσιν ημάς της ανίας του να
ακούωμεν τας αδιαλείπτους αυτών αντεγκλήσεις. Δυστυχώς η μις
Χέρμπυ είνε ηναγκασμένη να μένη μετ' αυτών, και ολίγον τι ή
ουδόλως βλέπομεν την νεάνιδα. Ο δε Σάιλας Χόντλυ ουδαμώς
αναμιγνύεται εις τα της σωτηρίας του πλοίου, εν αυτώ δεν
υπάρχει πλέον ο ναυτικός, και μόλις σώζεται εν αυτώ ο άνθρωπος,
φυτού βίου ζων. Ο τροφοδότης Χόμμπαρτ εκτελεί την συνήθη αυτού
υπηρεσίαν, ως εάν το πλοίον διετέλει διαπλέον τον τακτικόν
αυτού διάπλουν. Είνε δε ο Χόμμπαρτ ούτος ανήρ καθ' υπερβολήν
φιλόφρων, κρυψίνους και καθ' όλου ειπείν ολίγον εν αρμονία προς
τον μάγειρον αυτού Γύγξτροπ, μαύρον κακοπρόσωπον, κτηνώδη το
ήθος και αναιδή, αναμιγνυόμενον δε μετά των άλλων ναυτών πέρα
του πρέποντος.
Λοιπόν οία δήποτε τέρψις εν τω πλοίω είνε τι σπανιώτατον.
Ευτυχώς μοι επέρχεται όρεξις να εξέλθω εις εξερεύνησιν της
αγνώστου υφάλου, εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_. Ο περίπατος
αναμφιβόλως ούτε μακρός θα είνε ούτε ποικίλος, αλλ' είνε
ευκαιρία να καταλίπω το πλοίον επί τινας ώρας, να μελετήσω
έδαφος ού η αρχή είνε βεβαίως περίεργος.
Άλλως τε είνε επάναγκες να ληφθή μετ' επιμελείας το σχέδιον της
υφάλου ταύτης, ήτις δεν δεικνύεται εν τοις ναυτικοίς χάρταις.
Νομίζω δε ότι οι κκ. Λετουρνέρ και εγώ δυνάμεθα να εκτελέσωμεν
μεθ' ικανής ευκολίας την υδρογραφικήν ταύτην εργασίαν,
καταλείποντες τω πλοιάρχω Κόρτις την φροντίδα της συμπληρώσεως,
όταν θα υπολογίση εκ νέου το μήκος και το πλάτος του σκοπέλου
μετά πάσης της δυνατής ακριβείας.
Η πρότασίς μου γίνεται αποδεκτή υπό των κκ. Λετουρνέρ, η δε
φαλαινίς κομίζουσα βολίδας, μεθ' ενός ναύτου ίνα την κυβερνά,
παρεχωρήθη ημίν, και καταλείπομεν τον _Σάνσελλορ_ την πρωίαν
της 31 Οκτωβρίου.
ΙΗ'
— _Από της 31 Οκτωβρίου μέχρι της 5 Νοεμβρίου_. — Αρχόμεθα
κατά πρώτον περιπλέοντες τον σκόπελον, ού το μήκος είνε περίπου
τέταρτον μιλίου.
Ο «περίπλους» δε ούτος εκτελείται τάχιστα, ημείς δε ανά χείρας
έχοντες την βολίδα ανευρίσκομεν ότι αι προσελεύσεις της υφάλου
είνε απότομοι και απόκρημνοι, το ύδωρ είνε εσχάτως βαθύ παρά
τους βράχους και δεν είνε αμφίβολον ότι έξαρσις αιφνιδία, ώσις
σφοδρά, οφειλομένη εις την ενέργειαν των πλουτωνείων δυνάμεων,
εξήγαγε τον σκόπελον τούτον έξω της επιφανείας των υδάτων.
Άλλως τε η αρχή του νησυδρίου δεν είνε συζητήσιμος, ούσα
καθαρώς ηφαιστειακή. Πανταχού υπάρχουσιν όγκοι βασάλτου
διατεθειμένοι εν τελεία τάξει, και ών τα κανονικά πρίσματα
παρέχουσιν όψιν γιγαντιαίας αποκρυσταλλώσεως. Η θάλασσα, είνε
θαυμασίως διαφανής καθέτως της περιμέτρου του σκοπέλου και
δεικνύει την περίεργον δέσμην των πρισματικών στύλων ήτις
υποβαστάζει την υποβρύχιον ταύτην οικοδομήν.
«Ιδού παράδοξον νησύδριον, λέγει ο κ. Λετουρνέρ, και θα ανέδυσε
βεβαίως νεωστί.»
— Είνε προφανές, αποκρίνεται ο νέος Ανδρέας· προσθέτω δε ότι
φαινόμενον απαράλλακτον όπως τα φαινόμενα της νήσου Ιουλίας,
επί της ακτής της Σικελίας, και της νήσου Θήρας εν τω Αιγαίω
πελάγει, εδημιούργησε το νησύδριον τούτο ακριβώς εις καιρόν
κατάλληλον διά να δυνηθή ο _Σάνσελλορ_ να καθίση επ' αυτού!
— Τω όντι, προσέθηκα εγώ, πρέπει να συνέβη έξαρσις κατά το
μέρος τούτο του Ωκεανού, αφ' ού ο σκόπελος ούτος δεν σημειούται
εις τους νεωτάτους ναυτικούς χάρτας· διότι δεν ήτο δυνατόν να
διαφύγη τους οφθαλμούς των ναυτικών, εις το τμήμα τούτο του
Ωκεανού το οποίον συχνάζεται τόσον πολύ. Ας τον εξετάσωμεν
λοιπόν μετά προσοχής και θα τον φέρωμεν εις γνώσιν των
ναυτιλλομένων.
— Αλλά τις οίδεν εάν δεν εξαφανισθή μετ' ου πολύ ένεκα
φαινομένου ομοίου προς εκείνο το οποίον τον παρήγαγεν,
αποκρίνεται ο Ανδρέας Λετουρνέρ. Ειξεύρετε, κύριε Κάζαλλον, των
ηφαιστειακών τούτων νήσων η διάρκεια είνε συχνάκις εφήμερος και
όταν οι γεωγράφοι θα εγγράψουν το νησύδριον τούτο εις τους
νέους των γεωγραφικούς πίνακας, ίσως δεν θα υπάρχη πλέον!
— Αδιάφορον, αγαπητέ μοι υιέ, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
Προτιμότερον να καταδείξωμεν κίνδυνον μη υπάρχοντα, παρά να
παραλείψωμεν κίνδυνον υπάρχοντα. Οι δε ναύται δεν θα έχουν
δικαίωμα να παραπονώνται αν δεν ευρίσκουν πλέον σκόπελον εκεί
όπου θα υπάρχη σημειωμένος!
— Έχετε δίκαιον, λέγει προς τον πατέρα του ο Ανδρέας, και το
κάτω κάτω της γραφής είνε λίαν δυνατόν το νησύδριον τούτο να
είνε προωρισμένον να διαρκέση όσον και αι ήπειροί μας. Μόνον
εάν μέλλη να εξαφανισθή, ο πλοίαρχος Κόρτις θα ήθελε να γίνη
τούτο μετά τινας ημέρας, αφ' ού διορθώση τας βλάβας του, διότι
ούτω πως θα απηλλάσσετο του κόπου να ανελκύση το πλοίον του.
— Αλήθεια, Ανδρέα, ανεφώνησα αστεϊζόμενος, αξιοίς να διαθέτης
τα της φύσεως ως άρχων! Θέλεις να αναβιβάζη και να καταβιβάζη
ένα σκόπελον κατά την θέλησίν σου, κατά την ιδίαν σου ανάγκην,
και αφ' ού εδημιούργησε τους βράχους τούτους εξεπίτηδες διά να
βοηθήσωσι να κατασβεσθή η πυρκαϊά του _Σάνσελλορ_, πάλιν να
τους εξαφανίση όταν συ κτυπήσης διά της ράβδου σου, διά να τον
απαλλάξη;
— Τίποτε άλλο δεν θέλλω, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται μειδιών ο
νέος, παρά να ευχαριστήσω τον Θεόν διότι τόσον φανερά μας
επροστάτευσε· ηθέλησε να ρίψη το πλοίον μας επί της υφάλου
ταύτης και πάλιν θα το επαναφέρη εις την θάλασσαν όταν έλθη η
ώρα.
— Και θα τον βοηθήσωμεν κατά το μέτρον όλων μας των δυνάμεων·
δεν έχει ούτω φίλοι μου;
— Μάλιστα, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ, διότι
νόμος της ανθρωπότητος είνε το βοηθείν αλλήλους. Εν τούτοις ο
Ανδρέας έχει δίκαιον αναθέτων την πεποίθησίν του εις τον Θεόν.
Βεβαίως ο άνθρωπος ριψοκινδυνών επί της θαλάσσης, ποιείται
χρήσιν αξιόλογον των ιδιοτήτων άς έλαβεν εκ φύσεως· αλλά επί
του απείρου τούτου Ωκεανού, όταν τα στοιχεία ενσκήπτωσι κατ'
αυτού, αισθάνεται πόσον εύθραστον είνε το φέρον αυτόν πλοίον
και αυτός πόσον είνε ανίσχυρος και αφοπλισμένος! Όθεν νομίζω
ότι το σύμβολον του ναυτικού έπρεπε να είνε: Έχε πεποίθησιν εις
σεαυτόν και πίστιν εις τον Θεόν.
— Ουδέν αληθέστερον τούτου, κύριε Λετουρνέρ, απεκρίθην εγώ,
και πιστεύω ότι πολλά ολίγοι ναυτικοί υπάρχουσι, των οποίων η
ψυχή να είνε επιμόνως κλειστή εις τας εντυπώσεις της
θρησκείας!»
Και ούτω πως συνδιαλεγόμενοι εξερευνώμεν τους βράχους τους
αποτελούντας την βάσιν του νησυδρίου, και τα πάντα πείθουσιν
ημάς ότι αρτίως ανεφάνη. Και τω όντι ουδέ έν κογχύλιον υπάρχει
επ' αυτού, ουδέ θύσανος φυκών είνε προσκεκολλημένος επί των
πλευρών του βασάλτου. Εραστής της φυσικής ιστορίας μάτην θα
ανεσκάλευε τον σωρόν τούτον των λίθων, ένθα η φυτική και η
ζωική φύσις δεν επέθηκεν ακόμη τον τύπον της σφραγίδος της. Τα
μαλάκια όλως ελλείπουσιν, ωσαύτως δε και τα υδρόφυτα. Ο άνεμος
δεν έφερεν ακόμη ουδέ έν σπέρμα, και τα θαλάσσια πτηνά ουδόλως
εζήτησαν εν αυτοίς καταφύγιον. Μόνος ο γεωλόγος δύναται να εύρη
ύλην προς αξίαν λόγου μελέτην, εξετάζων την βασαλτικήν ταύτην
θεμελιώδη κατασκευήν, ήτις φέρει τα ίχνη πλουτωνείου
σχηματισμού.
Την στιγμήν ταύτην η λέμβος ημών επανέρχεται εις την νότιον
άκραν του νησυδρίου εφ' ής εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_ Προτείνω εις
τους συντρόφους μου να αποβιβασθώμεν, και δέχονται την πρότασίν
μου.
«Εάν τυχόν το νησύδριον έμελλε να εξαφανισθή, λέγει ο Ανδρέας
γελών, πρέπει τουλάχιστον να το έχουν επισκεφθή ανθρώπινα
πλάσματα».
Η λέμβος προσεγγίζει εις την ακτήν και αποβαίνομεν επί του
βασαλτικού βράχου. Και ο μεν Ανδρέας προηγείται, διότι το
έδαφος είνε αρκούντως βατόν και ο νέος δεν έχει χρείαν
βραχίονος ίνα τον υποστηρίξη. Ο πατήρ του μένει ολίγον τι οπίσω
πλησίον μου, και ιδού αναβαίνομεν εις τον σκόπελον δι' ελαφράς
ανωφερείας, αγούσης εις την υψίστην των κορυφών του.
Τέταρτον ώρας εξαρκεί ίνα διανύσωμεν το διάστημα τούτο, και
καθήμεθα και οι τρεις επί βασαλτικού πρίσματος, όπερ επιστέφει
τον ύψιστον βράχον του νησυδρίου. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ εξάγει
τότε εκ του θυλακίου του σημειωματάριον και σχεδιάζει τον
σκόπελον, ού το περίγραμμα φαίνεται καθαρώτατα προ των οφθαλμών
ημών εις το πράσινον πεδίον των υδάτων.
Ο ουρανός είνε αίθριος, η δε θάλασσα, ταπεινή έτι, αποκαλύπτει
τας τελευταίας κορυφάς αίτινες αναδύουσι προς Νότον,
καταλείπουσαι μεταξύ αυτών τον στενόν πόρον όν ηκολούθησεν ο
_Σάνσελλορ_ πριν καθίση.
Το σχήμα του σκοπέλου είνε αρκούντως παράδοξον και υπενθυμίζει
καθ' όλου το του «χοιρομηρίου της Υόρκης», ού το κεντρικόν
μέρος εξογκούται μέχρι του εξοιδήματος, ού την κορυφήν
κατέχομεν.
Όθεν ότε ο Ανδρέας εσχεδίασε την περίμετρον του νησυδρίου,
λέγει προς αυτόν ο πατήρ:
«Αλλά, παιδί μου, συ εσχεδίασες αυτού χοιρομήριον»
— Μάλιστα, πάτερ μου, αποκρίνεται ο Ανδρέας, χοιρομήριον
βασαλτικόν του οποίου το μέγεθος ήθελεν ευφράνη και τον
ακόρεστον Γαργαντούαν. Και εάν ο πλοίαρχος Κόρτις συναινή, θα
ονομάσωμεν την ύφαλον ταύτην Βραχοχοιρομήριον.
— Βέβαια ανεφώνησα, το όνομα επιτυχέστατον, Βραχοχοιρομήριον!
Και είθε οι ναυτιλλόμενοι να μη το πλησιάζουν πάρα πολύ, διότι
δεν είνε διά τα δόντια των!»
Κατά την νότιον εσχατιάν του νησυδρίου είχε ψαύση ο
_Σάνσελλορ_, τούτ' έστι επί της λαβής αυτής του χοιρομηρίου και
εν τω ορμίσκω τω σχηματιζομένω υπό της κοιλότητος της λαβής
ταύτης. Είνε δε κεκλιμένος επί του δεξιού ισχίου και εις
μέγιστον βαθμόν την στιγμήν ταύτην, διότι η παλίρροια είνε καθ'
υπερβολήν ταπεινή.
Αποπερατωθέντος του σχεδίου του Ανδρέου Λετουρνέρ, καταβαίνομεν
δι' ετέρας κλιτύος ηρέμα κατερχομένης προς δυσμάς, και μετ' ού
πολύ παρίσταται προ των οφθαλμών ημών άντρον κομψότατον. Βλέπων
τις αυτό θα έλεγεν αληθώς ότι είνε έργον αρχιτεκτονικόν, ρυθμού
εξ εκείνων ούς η φύσις ίδρυσεν ανά τας νήσους Εβρίδας και
ειδικώτερον εν τη νήσω Στάφφα. Οι κκ. Λετουρνέρ οίτινες έχουσιν
επισκεφθή το Φιγγάλειον άντρον, ανευρίσκουσιν αυτό ενταύθα,
ολόκληρον, αλλά μικροτέρων διαστάσεων. Η αυτή διάθεσις των
ομοκέντρων πρισμάτων προερχομένη εκ του τρόπου της ψύξεως των
βασαλτών· το αυτό επιστέγασμα εκ μαύρων δοκών, ών αι συναρμογαί
είνε πεφραγμέναι διά κίτρινης ύλης· η αυτή ακρίβεια των
πρισματικών γωνιών, ών τας κόψεις η γλυφίς κοσμηματοποιού δεν
ήθελε καλλιτεχνήση καθαρώτερον, τέλος ο αυτός βρόμος του αέρος
διά μέσου των ηχηρών τούτων βασαλτών, εξ ού οι Γαέλσοι, ο
αρχαίος ούτος λαός της Ιρλανδίας και Σκωτίας, εδημιούργησαν τας
άρπας των Φιγγαλείων σκιών.
Κατά τούτο δε μόνον διαφέρει του άντρου της Στάφφας, ότι εκεί
μεν το έδαφος είνε σινδών υγρά, ενταύθα δε μόνον τα μεγάλα
κύματα δύνανται να προσβάλλωσι το άντρον και το μεταξύ των
πρισματικών στύλων αποτελεί στερεόν λιθόστρωτον.
«Προς τούτοις, παρατηρεί ο Ανδρέας Λετουρνέρ, το μεν άντρον της
Στάφφας είνε ευρύχωρος γοτθική εκκλησία, τούτο δε είνε
παρεκκλήσιον μόνον της μητροπόλεως εκείνης! Αλλά τις θα ήλπιζε
ποτε να εύρη τοιούτον θαυμάσιον επί αγνώστου υφάλου του
Ωκεανού!»
Αναπαυθέντες επί μίαν ώραν εν τω άντρω, πορευόμεθα κατά μήκος
της παραλίας του νησυδρίου και επανερχόμεθα εις τον _Σάνσελλορ_
Ο Ροβέρτος Κόρτις πληροφορείται περί των ανακαλύψεών μας και
εγγράφει το νησύδριον επί του χάρτου του μετά του ονόματος όπερ
έδωκεν αυτώ ο Ανδρέας.
Κατά τας επομένας ημέρας ουδέποτε παρημελήσαμεν να εξερχώμεθα
εις περίπατον μέχρι του άντρου του Βροχοχοιρομηρίου, ένθα
διερχόμεθα ώρας τινάς ευαρέστους. Το επεσκέφθη και ο Ροβέρτος
Κόρτις, αλλ' ως άνθρωπος απησχολημένος περί παν άλλο ή περί τον
θαυμασμόν φυσικού θαυμασίου. Και ο Φάλστεν ήλθεν άπαξ ίνα
εξετάση την φύσιν των βράχων και θραύση τεμάχιά τινα μετά της
ασπλαγχνίας γεωλόγου. Ο μίστερ Κηρ δεν ηθέλησε να ταραχθή, και
έμεινε περιωρισμένος εν τω πλοίω. Είπον τη μίσιζ Κηρ να μας
συνοδεύση εν μια των εκδρομών ημών, αλλ' απέκρουσε την πρότασίν
μου φοβουμένη μη την ενοχλήση η επιβίβασις εις την λέμβον ή την
καταλάβη ο ελάχιστος κάματος.
Και ο κ. Λετουρνέρ είπε προς την μις Χέρμπυ εάν ευαρεστήται να
επισκεφθή την ύφαλον. Η νεάνις ενόμισεν ότι ηδύνατο να αποδεχθή
την πρότασίν ταύτην, ευτυχής διότι έμελλε να λυτρωθή, έστω και
επί μίαν ώραν, της ιδιοτρόπου τυραννίας της κυρίας της. Αλλ'
ότε παρακάλεσε την μίσιζ Κηρ να τη δώση άδειαν εξόδου, η μίσιζ
Κηρ αρνείται διαρρήδην.
Πειραχθείς επί τη διαγωγή ταύτη, μεσολαβώ παρά τη μίσιζ Κηρ
υπέρ της μις Χέρμπυ. Ανάγκη να αγωνισθώ, αλλ' επειδή ήδη είχον
τύχη της ευκαιρίας να παράσχω υπηρεσίας τινάς εις την φίλαυτον
επιβάτριαν, και επειδή δυνατόν να λάβη χρείαν εμού εν τω
μέλλοντι, υπεχώρησε τέλος εις τας επιμόνους παρακλήσεις μου.
Λοιπόν η μις Χέρμπυ συνοδεύει ημάς πολλάκις εν τοις ανά μέσον
των βράχων περιπάτοις· πολλάκις ωσαύτως αλιεύομεν εν τη παραλία
του νησυδρίου και γευματίζομεν φαιδρώς εν τω άντρω, εν ώ αι
βασαλτικαί άρπαι δονούνται υπό της πνοής του ανέμου. Είμεθα
όντως ευτυχείς βλέποντες την μις Χέρμπυ ευφραινομένην, διότι
αισθάνεται εαυτήν επί τινας ώρας ελευθέραν. Βεβαίως το
νησύδριον είνε μικρόν, αλλ' ουδέν εν τω κόσμω ουδέποτε εφάνη τη
νεάνιδι ούτω μέγα. Και ημείς δε αγαπώμεν την άγονον ταύτην
ύφαλον, και μετ' ου πολύ δεν θα υπάρχη λίθος όστις να μη είνε
γνωστός ημίν, ουδέ ατραπός ήν να μη διήλθομεν πολλάκις μετά
χαράς. Είνε γη ευρεία παραβαλλομένη προς το στενόν κατάστρωμα
του _Σάνσελλορ_, και είμαι βέβαιος ότι την ώραν της αναχωρήσεως
θα την καταλίπωμεν ουχί άνευ λύπης.
Περί δε της νήσου Στάφφας ο Ανδρέας Λετουρνέρ πληροφορεί ημάς
ότι ανήκει τη οικογένεια των Μακ Δόναλδ, οίτινες την
εκμισθώνουσιν ετησίως αντί δώδεκα λιρών στερλινών, ό έστι
τριακοσίων δραχμών.
«Λοιπόν, κύριοι, ερωτά η μις Χέρμπυ, νομίζετε ότι ήθελεν
ενοικιάση τις αυτήν εδώ περισσότερον του ημίσεος ταλλήρου;
— Ουδέ αντί μιας δεκάρας, μις, είπον εγώ γελών. Μήπως
σκοπεύετε να την εκμισθώσετε;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αποκρίνεται η νεάνις καταστέλλουσα
στεναγμόν, και όμως εδώ ίσως είνε το μόνον μέρος όπου ησθάνθην
ευτυχίαν.
— «Και εγώ!» ψιθυρίζει ο Ανδρέας.
Πολλά εγκρύπτονται δεινά εν τη αποκρίσει ταύτη της μις Χέρμπυ!
Η νεάνις, άπορος, ορφανή, άνευ φίλων δεν εύρεν ακόμη την
ευτυχίαν — ολίγων τινών στιγμών ευτυχίαν — , αλλαχού, ή επί
αγνώστου βράχου του Ατλαντικού Ωκεανού!
ΙΘ'
— _Από της 6 μέχρι της 15 Νοεμβρίου_ — Τας πρώτας πέντε
ημέρας, αφ' ότου εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, ατμοί δριμείς και
πυκνοί εκθρώσκουσιν από του κύτους αυτού, έπειτα κατά μικρόν
ηλαττώθησαν, και τη 6 Νοεμβρίου δυνάμεθα να θεωρήσωμεν την
πυρκαϊάν ως εσβεσμένην. Εν τούτοις, κατά μέτρον συνετόν ο
Ροβέρτος Κόρτις κελεύει να εξακολουθήση ο χειρισμός των
αντλιών, ώστε το σκάφος είνε ήδη τεθαλασσωμένον μέχρι του ύψους
του μεταφράγματος. Μόνον δε όταν είνε άμπωτις, το ύδωρ
ταπεινούται και εν τω κύτει, και αι δύο υγραί επιφάνειαι
ισορροπούσιν ένδοθεν και έξωθεν.
«Όπερ αποδεικνύει, λέγει ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι η διαρροή είνε
σημαντική, αφ' ού η εκροή γίνεται μετά τοσαύτης ταχύτητος.
Και όντος το ρήγμα το γενόμενον εν τω σκάφει δεν έχει
επιφάνειαν ολιγωτέραν των τεσσάρων τετραγωνικών ποδών. Εκ των
ναυτών ο Φλαιπόλ ριφθείς εις την θάλασσαν κατά την ώραν της
αμπώτιδος ανεγνώρισε την θέσιν και την σπουδαιότητα της
ναυφθορίας. Η διαρροή ανοίγεται τριάκοντα πόδας επί του
έμπροσθεν του πηδαλίου και τρεις επηγκενίδες [59] συνετρίβησαν
υπό της οξείας κορυφής βράχου τινός, δύο σχεδόν πόδας υπεράνω
του κανθού της τρόπιδος. Η σύρραξις εγένετο μετ' άκρας
σφοδρότητος, διότι και το πλοίον όντως ήτο βαρέως πεφορτισμένον
και η θάλασσα εκυμαίνετο. Είνε μάλιστα εκπλήξεως άξιον ότι το
σκάφος δεν ερράγη πολλαχού. Ως προς δε την διαρροήν θα είνε άρα
γε εύκολον να φραχθή; τούτο θα γνωσθή όταν, του φορτίου
εξαχθέντος ή μετατοπισθέντος, θα δυνηθή ο ξυλουργός να εισδύση
μέχρι αυτής. Αλλ' απαιτούνται δύο έτι ημέραι πριν γίνη δυνατόν
να εισδύση τις εις το κύτος του _Σάνσελλορ_ και να ανελκύση τα
δέματα του βαμβακίου ών εφείσθη το πυρ.
Εν τούτοις ο Ροβέρτος Κόρτις δεν μένει αργός, τη μετά ζήλου δε
βοηθεία του πληρώματος αξιολογώτατα έργα ετελέσθησαν.
Ούτως ο πλοίαρχος αναστηλώνει τον ιστόν του επιδρόμου, όστις
είχε καταπέση την στιγμήν καθ' ήν εκάθισεν ο _Σάνσελλορ_, και
είχον κατορθώση να τον ανελκύσωσιν επί της υφάλου μεθ' όλης
αυτού της εξαρτίας. Αμείβοντες ετοποθετήθησαν εν τη πρύμνη και
η στήλη του ιστού κατωρθώθη να τεθή πάλιν επί του παλαιού
τεθραυσμένου τεμαχίου, όπερ ο ξυλουργός Δαούλας επίτηδες
ενέσκαψε. Κατάλληλα δε άμβολα, συγκρατούμενα δι' ισχυρών
επιδέσμων και γόμφων σιδηρών, εξασφαλίζουσι την ένωσιν των δύο
τεθραυσμένων τεμαχίων.
Τούτου δε γενομένου, όλη η εξαρτία εξετάζεται επιμελώς, οι
επίτονοι, οι παράτονοι, οι πρότονοι εντείνονται εκ νέου, ιστία
τινά αλλάσσονται, και τα σχοινιά των τροχίλων [60] καταλλήλως
αποκατασταθέντα θα καταστήσωσι τον πλουν ημών ασφαλέστερον.
Πλείστη όση εργασία γίνεται κατά τε την πρύμναν και την πρώραν
του πλοίου, διότι το επίστεγον και η θέσις του πληρώματος
εβλάβησαν δεινώς υπό των φλογών. Εντεύθεν επάναγκες τα πάντα να
αποκατασταθώσιν, όπερ απαιτεί χρόνον και φροντίδας. Χρόνος δεν
ελλείπει, και δυνάμεθα μετ' ου πολύ να εισέλθωμεν πάλιν εις
τους θαλάμους ημών.
Την ογδόην του μηνός μόνον κατωρθώθη να γίνη επωφελώς αρχή της
εκφορτώσεως. Επειδή δε τα δέματα του βάμβακος είνε
τεθαλασσωμένα εν τω ύδατι, όπερ πληροί το κύτος εν ώρα
πλημμυρίδος, τα σύσπαστα ετοποθετήθησαν υπεράνω των καθεκτών,
και παρέχομεν χείρα βοηθείας εις τους άνδρας του πληρώματος
προς ανέλκυσιν των βαρέων τούτων δεμάτων, άτινα κατά το
πλείστον είνε όλως εφθαρμένα. Τα επιβιβάζομεν ανά έν επί της
φαλαινίδος — και μεταβιβάζονται επί του νησυδρίου.
Αφαιρεθέντος ούτω του πρώτου στρώματος του φορτίου, δέον να
φροντίσωμεν όπως αντλήσωμεν, εν μέρει τουλάχιστον, το ύδωρ το
πληρούν το κύτος. Εντεύθεν επάναγκες να φράξωμεν όσον οίον τε
στεγανώς την οπήν, ήν ο βράχος εποίησεν εν τω σκάφει του
πλοίου. Έργον δυσχερές μεν, αλλ' όπερ ο τε ναύτης Φλαιπόλ και ο
αρχιναύτης εκτελούσι μετά ζήλου κρείττονος οίου δήποτε επαίνου,
κατά την ώραν της αμπώτιδος, βυθιζόμενοι μέχρι υπό το δεξιόν
ισχίον, ίνα καθηλώσωσι φύλλον χαλκού επί της οπής· αλλ' επειδή
το φύλλον τούτο δεν θα δυνηθή να υπομείνη την πίεσιν, όταν η εν
τω πλοίω επιφάνεια του ύδατος θα κατέλθη διά της ενεργείας των
αντλιών, ο Ροβέρτος Κόρτις αποπειράται να εξασφαλίση την
έμφραξιν της οπής, επισωρεύων δέματα βάμβακος επί των
τεθραυσμένων επηγκενίδων. Το υλικόν είνε άφθονον και μετ' ου
πολύ ο πυθμήν του _Σάνσελλορ_ είνε ως υπεστρωμένος διά των
βαρέων και αδιαβρόχων τούτων δεμάτων, άτινα, ελπίζομεν, θα
επιτρέψωσιν εις το φύλλον του χαλκού να ανθέξη έτι μάλλον.
Η επίνοια του πλοιάρχου επέτυχεν, ως τούτο καταφαίνεται άμα τη
κινήσει των αντλιών, διότι η επιφάνεια του ύδατος εν τω κύτει
κατέρχεται κατά μικρόν και οι άνδρες δύνανται να εξακολουθήσωσι
την εκφόρτωσιν.
«Είνε λοιπόν πιθανόν, λέγει ημίν ο Ροβέρτος Κόρτις, ότι θα
δυνηθώμεν να επιτύχωμεν την βλάβην και να την διορθώσωμεν
εσωτερικώς. Βεβαίως προτιμότερον θα ήτο να κατακλίνωμεν το
πλοίον και να αντικαταστήσωμεν τας επηγκενίδας, αλλά μ'
ελλείπουν τα μέσα διά να επιχειρήσω τόσον μέγα έργον. Έπειτα δε
θα μ' εμπόδιζεν ο φόβος μήπως επέλθη κακοκαιρία εν ώ το πλοίον
θα είνε πλαγιασμένον, και τότε θα εξετίθετο εις την διάθεσιν
των κυμάτων. Εν τούτοις νομίζω καθήκον μου να σας διαβεβαιώσω
ότι η διαρροή θα φραχθή δεόντως και θα δυνηθώμεν εντός ολίγου
να δοκιμάσωμεν να καταπλεύσωμεν εις την ακτήν μετ' ασφαλείας
ικανής.
Μετά διήμερον εργασίαν το ύδωρ κατά μέγα μέρος είχεν εξαντληθή,
και η εκφόρτωσις των τελευταίων δεμάτων του φορτίου εγένετο
άνευ δυσχερείας. Εδέησε δε να βοηθήσωμεν και ημείς εις τον
χειρισμόν των αντλιών προς ανακούφισιν του πληρώματος,
εξετελέσαμεν δε τούτο μετ' ευσυνειδησίας. Και ο Ανδρέας
Λετουρνέρ, και φιλάσθενος ών, ηνώθη μεθ' ημών και έκαστος
εξετέλεσε κατά δύναμιν το καθήκον του.
Και όμως αύτη είνε κοπιώδης εργασία και δεν δυνάμεθα να την
εξακολουθήσωμεν πολλήν ώραν άνευ διακοπής προς ανάπαυσιν. Η
χειρ και οι νεφροί τάχιστα κατακόπτωνται υπό της διαδρομής των
μοχλών της αντλίας και εννοώ ότι οι ναύται δυσχεραίνουσι το
έργον τούτο. Προσέτι δε εκτελούμεν αυτό επί όροις ευνοϊκοίς,
καθ' όσον το πλοίον κείται επί βυθού στερεού, και δεν είνε υπό
τους πόδας ημών βάραθρον. Δεν υπερασπίζομεν την ζωήν ημών
εναντίον θαλάσσης εισβαλλούσης, και δεν πρόκειται αγών μεταξύ
ημών και ύδατος εισρέοντος καθ' όσον ημείς εξάγομεν αυτό. Είθε
να μη υποβληθώμεν ποτε εις τοιαύτην δοκιμασίαν επί πλοίου
βυθιζομένου!
Κ'
— _Από της 15 μέχρι της 20 Νοεμβρίου_. — Σήμερον καθωρθώθη να
γίνη η επίσκεψις του κύτους. Τέλος ανεκαλύφθη και το δοχείον
του πικρικού κατά την πρύμναν, έν τινι μέρει όπου δεν είχεν
ευτυχώς φθάση το πυρ, το δοχείον είνε άθικτον, ουδέ εβλάβη υπό
του ύδατος το περιεχόμενον. Απετέθη δε εν ασφαλεί τόπω κατά την
εσχατιάν του νησυδρίου. Αλλά διατί δεν το ρίπτουσι παρευθύς εις
την θάλασσαν; αγνοώ, αλλά τέλος δεν το έρριψαν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο Δαούλας κατά την επίσκεψιν αυτών
βεβαιούσιν ότι το κατάστρωμα και τα υποστηρίγματα αυτού έχουσι
πάθη ολιγώτερον ή όσον ενομίζομεν. Η μεγίστη θερμότης εις ήν αι
παχείαι αύται σανίδες και αι ισχυραί δοκοί υπεβλήθησαν, τας
εκύρτωσε μεν, αλλά δεν τας έφαγε βαθέως, και η ενέργεια του
πυρός φαίνεται ότι ειδικώτερον κατηυθύνθη προς τας πλευράς του
σκάφους.
Τω όντι επί μέγιστον μήκος η εντερόνεια, τούτ' έστιν αι σανίδες
της εσωτερικής επιφανείας του πλοίου, κατεβροχθίσθη υπό των
φλογών, άκραι γόμφων ξυλίνων απηνθρακωμένων εξέχουσι τήδε
κακείσε, και δυστυχώς τα εγκοίλια είνε τα μάλιστα εφθαρμένα, το
στυπείον των γομφώσεων και των αρμών έχει χαλαρωθή, και
δυνάμεθα να θεωρήσωμεν ως θαύμα ότι το πλοίον από πολλού δεν
διερράγη.
Ομολογητέον δυσάρεστοι περιστάσεις είνε αύται. Ο _Σάνσελλορ_
υπέστη βλάβας τοιαύτας, ώστε ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται
προφανώς να τας θεραπεύση διά των περιορισμένων μέσων ά
διαθέτει, και δεν θα ηδύνατο να καταστήση το πλοίον του στερεόν
προς μακρόν διάπλουν.
Όθεν ο πλοίαρχος και ο ξυλουργός επανέρχονται σφόδρα
εμφρόντιδες. Αι βλάβαι είνε αληθώς ούτω σπουδαίαι, ώστε ο
πλοίαρχος εάν ήτο επί νήσου και ουχί επί σκοπέλου, όν η θάλασσα
δύναται να σαρώση από ώρας εις ώραν, δεν ήθελε διστάση να
διαλύση το πλοίον και να ναυπηγήση άλλο μικρότερον, εις ό θα
ηδύνατο να έχη τουλάχιστον πεποίθησιν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις αποφασίζει τάχιστα, και καλέσας πάντας,
επιβάτας τε και πλήρωμα, επί του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_,
λέγει.
«Φίλοι μου, αι βλάβαι είνε σπουδαιότεραι παρ' όσον υπεθέτομεν,
και το σκάφος του πλοίου είνε πολύ βεβλαμμένον. Επειδή δε το
μεν, ουδέν μέσον έχομεν προς επισκευήν, το δε, όντες επί του
νησυδρίου τούτου εις την διάκρισιν της ελαχίστης τρικυμίας, δεν
έχομεν τον καιρόν να ναυπηγήσωμεν άλλο, ιδού τι προτίθεμαι να
πράξω. Να φραχθή η διαρροή όσον οίον τε στερεώς και να
καταπλεύσωμεν εις τον εγγύτατον λιμένα. Απέχομεν οκτακόσια
μόνον μίλια από της ακτής του Παραμαρίβου, της βορείου παραλίας
της Ολλανδικής Γουυάνης, και εντός δώδεκα ημερών, καιρού
βοηθούντος, θα εύρωμεν εκεί καταφύγιον!»
Τι άλλο ηδυνάμεθα να πράξωμεν; Όθεν η απόφασις του Ροβέρτου
Κόρτις εγένετο αποδεκτή ομοθύμως.
Τότε δε ο Δαούλας και οι βοηθοί καταγίνονται να φράξωσιν
εσωτερικώς την διαρροήν και στερεώσωσι κατά το δυνατόν τα
πυρίβρωτα ζεύγη των εγκοιλίων. Αλλ' είνε πολύ προφανές ότι ο
_Σάνσελλορ_ δεν παρέχει ασφάλειαν επαρκή προς μακρόν πως
διάπλουν, και ότι θα κηρυχθή άχρηστος άμα προσορμισθείς εις τον
πρώτον τυχόντα λιμένα.
Ο ξυλουργός διανάπει και τους εξωτερικούς αρμούς των
επηγκενίδων εν τω μέρει του σκάφους, όπερ μένει έξω των υδάτων
κατά την ώραν της αμπώτιδος· αλλά δεν δύναται να επισκεφθή το
μέρος το μένον υπό το ύδωρ και κατά την ώραν της αμπώτιδος,
οφείλει δε να αρκεσθή εις εσωτερικήν τινα επισκευήν.
Αι διάφοροι αύται εργασίαι διήρκεσαν μέχρι της 20 του μηνός.
Την ημέραν δε ταύτην ο Ροβέρτος Κόρτις, ποιήσας ήδη παν ό τι
ήτο ανθρωπίνως δυνατόν προς επισκευήν του πλοίου του,
αποφασίζει να το εξαγάγη αύθις.
Περιττόν δε να είπωμεν ότι, από της στιγμής καθ' ήν το κύτος
εκενώθη του τε φορτίου και του περιεχομένου ύδατος, ο
_Σάνσελλορ_ δεν έπαυσεν επιπλέων και προ της πλημμυρίδος.
Επειδή δε προνοήσαντες είχον αγκυρώση αυτόν κατά τε την πρώραν
και την πρύμναν, δεν ενέπεσεν εις την ύφαλον, αλλά διέμεινεν εν
τη μικρά εκείνη φυσική λεκάνη, προφυλαττόμενος δεξιόθεν και
αριστερόθεν υπό των βράχων ούς δεν κατακλύζει ουδέ η μεγίστη
παλίρροια. Αλλ' ευρίσκεται όμως ότι η λεκάνη αύτη κατά το
ευρύτατον αυτής δύναται να επιτρέψη τω _Σάνσελλορ_ να εκτελέση
ελιγμόν πλήρη, ο δε χειρισμός ούτος γίνεται ευκόλως διά ρυμάτων
προσδεθέντων επί του σκοπέλου ούτως, ώστε το πλοίον έχει νυν
εστραμμένην την πρώραν προς Νότον.
Φαίνεται λοιπόν ότι θα είνε εύκολον να απαλλάξωμεν τον
_Σάνσελλορ_ είτε επαιρομένων των ιστίων εάν ο άνεμος είνε
ούριος, είτε, εάν είνε εναντίος, προέλκοντες αυτόν μέχρι έξω
του πόρου. Εν τούτοις η εργασία παρέχει τινάς δυσχερείας, περί
ών θα γίνη ανάγκη να προνοήσωμεν. Τω όντι η είσοδος του πόρου
φράσσεται υπό τινος τρόπον τινά καμάρας εκ βασάλτου, ής άνωθεν,
εν ώρα πλημμυρίδος, υψούται το ύδωρ μόλις όσον απαιτείται εις
το βύθισμα του _Σάνσελλορ_, ει και είνε αφερμάτιστος. Διήλθε δε
υπεράνω της καμάρας ταύτης πριν καθίση, διότι, επαναλαμβάνω,
επήρθη υπό κύματος υπερμεγέθους και υπ' αυτού ερρίφθη εις την
λεκάνην. Άλλως τε την ημέραν ταύτην ήτο ού μόνον παλίρροια
νουμηνίας, αλλά και η σημαντικωτάτη του έτους, πολλοί δε μήνες
δέον να παρέλθωσι πριν επαναληφθή τοσούτον ισχυρά παλίρροια
ισημεριακή.
Λοιπόν είνε προφανές ότι ο Ροβέρτος Κόρτις δεν δύναται να
αναμένη πλείονας μήνας. Σήμερον είνε μεγάλη παλίρροια συζυγίας
και οφείλει να ωφεληθή αυτήν εις απαλλαγήν του πλοίου του.
Έπειτα δε, άπαξ εξαχθέν της λεκάνης, θα το ερματίση [61], ώστε
να δύναται να φέρη ιστία, και θα αρμενίση.
Ακριβώς ο άνεμος είνε καλός, διότι είνε Μέσης (ΒΑ), και κατ'
ακολουθίαν, προς την διεύθυνσιν του πόρου. Αλλ' ο πλοίαρχος
ελλόγως δεν σπεύδει να καθελκύση πλησίστιον και εναντίον
κωλύματος δυναμένου κάλλιστα να το αναχαιτίση, πλοίον ού η
στερεότης είνε νυν τα μάλιστα προβληματώδης. Λοιπόν
συσκεψάμενος μετά του υποπλοιάρχου Ουάλτερ, του ξυλουργού και
του αρχιναύτου, αποφασίζει ίνα ο _Σάνσελλορ_ προελκυσθή. Κατ'
ακολουθίαν προστίθεται κατά την πρύμναν άγκυρα, εάν τυχόν, της
επιχειρήσεως αποτυχούσης, γίνη χρεία να επαναχθή το πλοίον εις
το αγκυροβόλιον έπειτα δε δύο άλλαι άγκυραι φέρονται έξω του
πόρου, ού το μήκος δεν υπερβαίνει τους διακοσίους πόδας. Τότε
δε αλύσεις προστίθενται εις το βαρουλκόν, το πλήρωμα
επιλαμβάνεται των σκυταλών του βαρούλκου, και την τετάρτην ώραν
μετά μεσημβρίαν ο _Σάνσελλορ_ άρχεται κινούμενος.
Τη 4 ώρα και 23' η παλίρροια θα είνε πλήρης. Όθεν δέκα λεπτά
πρότερον το πλοίον ειλκύσθη όσον επέτρετε το βύθισμά του· αλλά
το πρόσθιον της τρόπιδος μετ' ου πολύ ήγγισεν ελαφρά επί της
καμάρας και εδέησε να σταθή εκεί.
Και νυν, επειδή η κατωτέρα άκρα της στείρας [62] υπερέβη το
κώλυμα, ουδείς πλέον λόγος υπάρχει ίνα ο Ροβέρτος Κόρτις μη
ενώση την ενέργειαν του ανέμου προς την μηχανικήν δύναμιν του
βαρούλκου. Όθεν τα τε κατώτερα και τα ανώτερα ιστία
αναπτύσσονται και ευθετίζονται προς τον ούριον άνεμον.
Και ήδη είνε η κατάλληλος στιγμή, η θάλασσα νηνεμεί. Επιβάται
και ναύται επιλαμβάνονται των σκυταλών του βαρούλκου. Και οι
κκ. Λετουρνέρ, ο Φάλστεν και εγώ κρατούμεν την προς τα δεξιά
σκυτάλην, ο δε Ροβέρτος Κόρτις είνε επί του επιστέγου επιτηρών
την ιστιοφορίαν, ο δε υποπλοίαρχος επί του πρωραίου
καταστρώματος, ο δε αρχιναύτης επί του πηδαλίου.
Ο _Σάνσελλορ_ αισθάνεταί τινας κλονισμούς και η εξοιδουμένη
θάλασσα υπεγείρει αυτόν ελαφρά, αλλ' ευτυχώς είνε ήρεμος.
«Εμπρός, φίλοι μου, αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις διά της ηρεμαίας
και πεποίθησιν εμποιούσης φωνής του. Δύναμιν, και όλοι μαζί,
εμπρός!»
Αι σκυτάλαι του βαρούλκου κινούνται, ακούεται ο οξύς τριγμός
των κατακλείδων [63], αι δε αλύσεις εντεινόμεναι κατά μικρόν
κατατρίβουσι τους οφθαλμούς της πρώρας. Ο άνεμος επιτείνεται
και επειδή το πλοίον δεν δύναται να λάβη ταχύτητα επαρκή, οι
ιστοί κάμπτονται ωθούμενοι υπό των ιστίων. Το πλοίον προέβη
εικοστύν τινα ποδών. Και τις των ναυτών άδει τι εκ των
λαρυγγωδών εκείνων ασμάτων, ών ο ρυθμός επιβοηθεί εις το να
καταστήση τας κινήσεις των εργαζομένων ταυτοχρόνους.
Αι προσπάθειαι ημών διπλασιάζονται και ο _Σάνσελλορ_ τρέμει . .
.
Αλλά μάταιαι προσπάθειαι. Ήδη άρχεται η άμπωτις και δεν θα
δυνηθώμεν να διέλθωμεν.
Αλλά, αφ' ής στιγμής το πλοίον δεν δύναται να διαβή, δεν
δύναται να μείνη ταλαντευόμενον επί της καμάρας ταύτης, διότι
κατά την άμπωτιν ήθελε συντριβή. Κελεύσαντος του πλοιάρχου, τα
ιστία συστέλλονται ταχέως, η δε άγκυρα η κατά την πρύμναν ευθύς
ήδη θα χρησιμεύση. Στιγμή δεν πρέπει να παρέλθη μάτην.
Στρέφομεν προς ανάκρουσιν και επίκειται στιγμή δεινής αγωνίας .
. . Αλλ' ο _Σάνσελλορ_ ολισθαίνει επί της τρόπιδος και
επαναπίπτει εις την λεκάνην, ήτις νυν χρησιμεύει ως ειρκτή
αυτού.
«Λοιπόν, πλοίαρχε, ερωτά τότε ο αρχιναύτης, πώς θα περάσωμεν;
— Δεν ειξεύρω, αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις, αλλ' όμως θα
περάσωμεν.»
ΚΑ'
— _Από της 21 μέχρι της 23 Νοεμβρίου_ — Τω όντι επάναγκες είνε
να εγκαταλίπωμεν την στενήν ταύτην λεκάνην και άνευ αναβολής,
διότι ο καιρός ο ευνοήσας ημάς καθ' όλον τον μήνα Νοέμβριον
κινδυνεύει να μεταβληθή. Το βαρόμετρον κατήλθε από της χθες και
σάλος άρχεται εγειρόμενος περί το νησύδριον, όπερ δεν είνε
κατάλληλος και ασφαλής διαμονή εν ώρα τρικυμίας, διότι ο
_Σάνσελλορ_ θα κατεκερματίζετο.
Την εσπέραν ταύτην μάλιστα κατά την άμπωτιν ο Ροβέρτος Κόρτις,
ο Φάλστεν, ο αρχιναύτης, ο Δαούλας και εγώ μετέβημεν εις
εξέτασιν της καμάρας, ήτις είνε νυν έξω των υδάτων. Είς μόνος
τρόπος διαβάσεως υπάρχει, να φάγωμεν την επιφάνειαν της καμάρας
διά σιδηρών μοχλών εις πλάτος δέκα ποδών και μήκος έξ· οκτώ δε
ή εννέα δακτύλων ταπείνωσις της επιφανείας θα αρκή εις το
βύθισμα το _Σάνσελλορ_· θα διέλθη δε την μικράν ταύτην διώρυχα,
βάλλων μετά προσοχής σημεία εντός αυτής, και θα ευρεθή αύθις
πέραν των υδάτων, άτινα αμέσως γίνονται βαθέα.
«Αλλά ο βασάλτης αυτός ήνε σκληρός σαν γρανίτης, παρατηρεί ο
αρχιναύτης, και θα χρειασθή πολύ εργασία, αφ' ού μάλιστα μόνον
όταν χαμηλώνουν τα νερά θα ειμπορή να γίνη, ό έστι μόλις δύο
ώρας εις τας είκοσιτέσσαρας.
— Ίσα ίσα είς λόγος διά να μη χάσωμεν μίαν στιγμήν,
αποκρίνεται ο Ροβέρτος Κόρτις.
— Αι, καπετάνιε, λέγει ο Δαούλας, θα έχωμεν διά ένα μήνα! Τάχα
δεν θα ήτο δυνατόν να ανατινάξωμεν τους βράχους; Πυρίτιδα
έχομεν εις το πλοίον.
— Πολύ ολίγην, αποκρίνεται ο αρχιναύτης!»
Η κατάστασις ημών είνε εις άκρον σπουδαία. Ενός μηνός εργασία!
Αλλά εντός ενός μηνός το πλοίον θα είνε διαλελυμένον υπό της
θαλάσσης!
«Έχομεν καλλίτερον παρά πυρίτιδα, λέγει τότε ο Φάλστεν.
— Τι; ερωτά ο Ροβέρτος Κόρτις, στρεφόμενος προς τον μηχανικόν.
— Πικρικόν κάλι!» αποκρίνεται ο Φάλστεν.
Πικρικόν κάλι, τω όντι! Το δοχείον το επιβιβασθέν υπό του
μακαρίτου Ρόμπυ, η εκρηκτική ουσία ήτις μικρού δειν ανετίναξε
το πλοίον, θα ανατινάξη αξιόλογα το κώλυμα! Μία οπή αρκεί να
ανοιχθή επί του βασάλτου και η καμάρα δεν θα υπάρχη πλέον!
Το δοχείον του πικρικού, ως είπον ανωτέρω, απετέθη επί της
υφάλου εν τόπω ασφαλεί. Ευτυχώς πάνυ, θεία φώτισις ήτο και δεν
το ερρίψαμεν εις την θάλασσαν ότε εξήχθη εκ του κύτους.
Και οι μεν ναύται μεταβαίνουσιν εις εύρεσιν μοχλών, ο δε
Δαούλας οδηγούμενος υπό του Φάλστεν επιχειρεί να ανοίξη οπήν
υπονόμου κατά την διεύθυνσιν ήτις οφείλει να παραγάγη το
άριστον αποτέλεσμα. Τα πάντα δε επιτρέπουσιν ημίν να ελπίζωμεν
ότι η υπόνομος θα αποπερατωθή εντός της νυκτός και ότι αύριον
άμα τη ημέρα, της εκρήξεως παραγαγούσης το ποθούμενον
αποτέλεσμα, ο πόρος θα κατασταθή ελεύθερος.
Γνωστόν ότι το πικρικόν οξύ είνε προϊόν κρυσταλλώδες και
πικρόν, εξαγόμενον εκ της ζωπίσσης των γαιανθράκων,
συνδυαζόμενον δε μετά του καλίου, ήτοι της ποτάσσης, αποτελεί
άλας κίτρινον, όπερ είνε το πικρικόν κάλι, ή άλλως λεγομένη
πικρική πότασσα. Η εκρηκτική δε δύναμις της ουσίας ταύτης είνε
κατωτέρα μεν της βαμβακοπυρίτιδος και της δυναμίτιδος, αλλ'
είνε όμως πολύ ανωτέρα της συνήθους πυρίτιδος, διότι έν
γραμμάριον πικρικού παράγει αποτέλεσμα δεκατριών γραμμαρίων
συνήθους πυρίτιδος. Την δε ανέφλεξιν αυτής ευκόλως δύναται τις
να προκαλέση διά σφοδράς και ξηράς κρούσεως, και θα το
κατορθώσωμεν ευκόλως διά καψυλίων πυροκροτικού άλατος.
Το έργον του Δαούλα βοηθουμένου υπό των βοηθών αυτού,
διεξάγεται μετά ζήλου, αλλ' επήλθεν όμως η ημέρα και εκείνο
ακόμη δεν ετελειώθη· τω όντι δεν είνε δυνατόν να εργάζωνται εις
την οπήν άλλην ώραν παρά κατά την άμπωτιν, ό έστι επί μίαν
μόλις ώραν. Έπεται λοιπόν ότι απαιτούνται να παρέλθωσι τέσσαρες
παλίρροιαι ίνα η οπή λάβη το προσήκον βάθος.
Μόνον την 23 του μηνός, την πρωίαν, απεπερατώθη τέλος το έργον.
Ο εκ βασάλτου όγκος έχει ήδη οπήν πλαγίαν, δυναμένην να
περιλάβη δεκάδα λιτρών εκρηκτικού άλατος, ήτις και θα πληρωθή
πάραυτα.
Είνε περίπου ογδόη ώρα.
Την στιγμήν της εισαγωγής του πικρικού εις την οπήν, ο Φάλστεν
λέγει ημίν·
«Φρονώ ότι έπρεπε να το αναμίξωμεν μετά κοινής πυρίτιδος, διότι
τούτο θα μας επιτρέψη να ανάψωμεν την υπόνομον διά άπτρας, αντί
διά καψυλίου, του οποίου η έκρηξις πρέπει να γίνη διά κρούσεως,
είνε δε και ευκολώτερον. Προς δε τούτοις είνε βέβαιον ότι η
ταυτόχρονος χρήσις πυρίτιδος και πικρικού είνε καλλιτέρα εις
παραγωγήν εκρήξεως σκληρών βράχων, το πικρικόν φύσει
σφοδρότατον θα προλεάνη την οδόν της πυρίτιδος, ήτις βραδύτερον
αναφλεγομένη και κανονικώτερον, θα διασπάση έπειτα τον βασάλτην
τούτον.»
Ο μηχανικός Φάλστεν δεν ομιλεί συχνάκις, αλλ' ομολογητέον όμως
ότι οσάκις ομιλεί, ομιλεί καλώς. Εκτελείται η συμβουλή του,
αναμιγνύονται αι δύο ουσίαι, και εισαχθείσης προηγουμένως
άπτρας μέχρι του πυθμένος της οπής, χύνεται εις την οπήν το
μίγμα και πιέζεται προσηκόντως.
Ο _Σάνσελλορ_ απέχων αρκούντως από της υπονόμου ουδέν φοβείται
εκ της εκρήξεως. Εν τούτοις, χάριν ασφαλείας, επιβάται και
πλήρωμα κατεφύγομεν εις την εσχατιάν της υφάλου, εις το άντρον.
Και ο μίστερ Κηρ εδέησε να καταλίπη το πλοίον παρά τας
αντεγκλήσεις του.
Έπειτα δε ο Φάλστεν, ανάψας την άπτραν, ήτις θα καίη επί δέκα
περίπου λεπτά της ώρας, έρχεται προς ημάς.
Η έκρηξις εγένετο· υπόκωφος δε και μετά πολύ ολιγωτέρου κρότου
ή όσον θα υπέθετέ τις. Αλλά τούτο συμβαίνει πάντοτε οσάκις η
οπή είνε βαθεία.
Σπεύδομεν εις το κώλυμα . . . Το έργον επέτυχε πληρέστατα. Ο εκ
βασάλτου βράχος εγένετο κατά γράμμα κόνις, και νυν μικρά αύλαξ
πληρουμένη ήδη υπό της πλημμυρίδος, αφαιρεί το κώλυμα και
καθιστά τον πόρον ελεύθερον.
Επεφημίαι μια φωνή εξερράγησαν. Η θύρα της ειρκτής είνε ανοικτή
και οι καθειργμένοι ουδέν άλλο υπολείπεται να πράξωσιν ή να
φύγωσι!
Κατά την ακμήν της παλιρροίας ο _Σάνσελλορ_, ελκυσθείς επί των
αγκύρων του διαβαίνει τον πόρον και πλέει επί της ελευθέρας
θαλάσσης.
Αλλ' επί μίαν έτι ημέραν δέον να παραμείνη παρά το νησύδριον,
διότι δεν δύναται να πλεύση εν ή καταστάσει διατελεί, και είν'
επάναγκες να επιβιβάσωμεν έρμα προς εξασφάλισιν της ισορροπίας
του. Λοιπόν κατά τας επομένας είκοσι τεσσάρας ώρας το πλήρωμα
καταγίνεται επιβιβάζον λίθους και τα ήττον εφθαρμένα εκ των
δεμάτων του βάμβακος.
Κατά την ημέραν ταύτην οι κκ. Λετουρνέρ, η μις Χέρμπυ και εγώ
εξερχόμεθα άπαξ έτι εις περίπατον μεταξύ των βασαλτών της
υφάλου ταύτης ήν ουδέποτε θα επανίδωμεν και εφ' ής διετρίψαμεν
τρεις εβδομάδας. Το όνομα του _Σάνσελλορ_, το του σκοπέλου, η
ημερομηνία της καθίσεως του πλοίου εχαράχθησαν εντέχνως υπό του
Ανδρέου επί τινος των τοίχων του άντρου, και προσαγορεύομεν το
ύστατον τον βράχον τούτον, εφ' ού διήλθομεν πολλάς ημέρας, ών
τινας θα συγκαταριθμώμεν μεταξύ των αρίστων του βίου ημών!
Τέλος τη 14 Νοεμβρίου, κατά την πρωινήν παλίρροιαν, ο
_Σάνσελλορ_ απαίρει υπό τα κατώτερα αυτού ιστία, τους δόλωνας
και τους φώσωνας, και μετά δύο ώρας, η τελευταία κορυφή του
Βραχοχοιρομηρίου εξηφανίσθη υπό τον ορίζοντα.
ΚΒ'
— _Από της 24 Νοεμβρίου μέχρι της 1 Δεκεμβρίου_. — Ιδού λοιπόν
είμεθα εν τη θαλάσση, επιβαίνοντες πλοίου ού η στερεότης έπαθε
μεν, αλλ' ευτυχώς πάνυ δεν πρόκειται πλέον περί μακρού διάπλου.
Έχομεν να διανύσωμεν οκτακόσια μόνον μίλια. Εάν δε ο άνεμος
Μέσης (ΒΑ) διατηρηθή επί τινας ημέρας, ο _Σάνσελλορ_
ουριοδρομών [64] θα κοπιάση ολίγον και θα φθάση ασφαλώς την
παραλίαν της Γουυάνης.
Το πλοίον λαμβάνει διεύθυνσιν προς Λίβα (ΝΔ), και ο εν αυτώ
βίος λαμβάνει τον κανονικόν αυτού ρουν.
Αι πρώται ημέραι παρέρχονται άνευ τινος συμβάντος. Η διεύθυνσις
του ανέμου εξακολουθεί μεν ούσα καλή· αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις
δεν θέλει να αυξήση τα ιστία, μήπως επιβάλλων υπερβολικήν
ταχύτητα εις το πλοίον, προκαλέση νέον άνοιγμα της διαρροής.
Ανιαρός, ενί λόγω, διάπλους ο γινόμενος επί τοιούτοις όροις,
όταν δεν έχωμεν πεποίθησιν εις το πλοίον όπερ φέρει ημάς!
Έπειτα δε πλέομεν προς τα οπίσω αντί να προχωρώμεν! Όθεν
έκαστος ημών κατέχεται υπό των σκέψεων τούτων, και το πλοίον
δεν έχει την μεταδοτικήν εκείνην ζωηρότητα ήν προκαλεί ασφαλής
και ταχύς πλους.
Κατά την ημέραν της 29 του μηνός ο άνεμος ανέρχεται κατά έν
τέταρτον προς Βορράν· όθεν η πνοή του ουρίου ανέμου δεν δύναται
να διατηρηθή. Δέον να κερουλκήσωσι και να ευθετίσωσι τα ιστία
και να ποδώσωσι δεξιά. Τούτου δ' ένεκα το πλοίον τοιχίζει εις
μέγιστον βαθμόν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις αισθανόμενος πόσον καταπονεί η έγκλισις την
τρόπιν του _Σάνσελλορ_, συστέλλει τους φώσωνας. Και ευλόγως,
αφ' ού δεν πρόκειται τόσον να εκτελέση ταχέως τον διάπλουν,
όσον να καταπλεύση άνευ νέου δυστυχήματος εις στερεάν.
Η νυξ της 29 προς την 30 είνε σκοτεινή και ομιχλώδης. Ο άνεμος
επιτείνεται οσημέραι και δυστυχώς προσεγγίζει προς Σκίρωνα
(ΒΔ). Οι πλείστοι των επιβατών επανέρχονται εις τους θαλάμους
των, αλλ' ο πλοίαρχος Κόρτις δεν καταλείπει το επίστεγον, το δε
πλήρωμα όλον διαμένει επί του καταστρώματος. Το πλοίον
εξακολουθεί κεκλιμένον ισχυρώς, ει και δεν φέρει πλέον ουδέν
των ανωτέρων αυτού ιστίων.
Περί την δευτέραν πρωινήν ώραν ετοιμαζόμενος να καταβώ εις τον
θάλαμον, βλέπων ναύτην, τον Βάρκε, ανερχόμενον εσπευσμένως εκ
του κύτους και αναφωνούντα·
«Δύο πόδας νερά!»
Ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης κατέρχονται εις το κύτος και
εξακριβούσιν ότι η απαισία είδησις είνε αληθεστάτη. Και ή η
διαρροή εκ νέου ήνοιξεν, ει και είχε ληφθή πάσα ασφάλεια, ή
αρμοί τίνες κακώς φραχθέντες εχαλαρώθησαν και το ύδωρ εισδύει
μεθ' ορμής εις το κύτος.
Ο πλοίαρχος επανελθών εις το κατάστρωμα επαναφέρει το πλοίον
κατά τον ούριον άνεμον, ίνα ολιγώτερον καταπονήται, και
αναμένομεν την ημέραν.
Την αυγήν γίνεται καταμέτρησις και ευρίσκονται τρεις πόδες
ύδατος.
Παρατηρώ τον Ροβέρτον Κόρτις. Ωχρότης παροδική ελεύκανε τα
χείλη του, αλλά διατηρεί όλην αυτού την απάθειαν. Οι επιβάται,
ών πλείονες έχουσιν αναβή επί του καταστρώματος, μανθάνουσι τι
συμβαίνει, άλλως τε ήτο δυσχερές να το αποκρύψη τις.
«Νέον δυστύχημα; μοι λέγει ο κ. Λετουρνέρ.
— Ήτο επόμενον, απεκρίθην εγώ, αλλά δεν θα είμεθα πολύ μακράν
της ξηράς, και ελπίζω ότι θα την φθάσωμεν.
— Ο Θεός να δώση! αποκρίνεται ο κ. Λετουρνέρ.
— Και μήπως ο Θεός είν' εδώ μέσα; αναφωνεί ο Φάλστεν υψών τους
ώμους.
— «Είνε, κύριε,» αποκρίνεται η μις Χέρμπυ.
Ο δε μηχανικός εσίγησε μετά σεβασμού προ της αποκρίσεως ταύτης,
της μεστής πίστεως αδιαφιλονικήτου.
Εν τούτοις, κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις, κατηρτίσθη η
υπηρεσία των αντλιών, το δε πλήρωμα εργάζεται μετά μείζονος
καρτερίας ή προθυμίας· αλλ' ήδη πρόκειται ζήτημα περί σωτηρίας,
οι δε ναύται διηρημένοι εις δύο, μεταλλάσσονται εις τας
σκυτάλας των αντλιών.
Κατά το διάστημα της ημέρας ο αρχιναύτης εκτελεί νέας
καταμετρήσεις και εξακριβούται ότι η θάλασσα εισδύει βραδέως
μεν, αλλ' αδιαλείπτως εις τα ένδον του πλοίου.
Αλλά δυστυχώς αι αντλίαι εκ της πολλής χρήσεως βλάπτονται και
κατ' ανάγκην χρήζουσιν επισκευής. Προσέτι δε φράσσονται είτε
υπό τέφρας είτε υπό κλωνίων βάμβακος, ών έτι είνε πλήρες το
κάτω μέρος του κύτους· τούτου ένεκα ανάγκη επανειλημμένου
καθαρισμού, όστις γίνεται αιτία απωλείας μέρους του
εκτελεσθέντος έργου.
Την επιούσαν πρωίαν μετά νέαν καταμέτρησιν εβεβαιώθη ότι η
επιφάνεια του ύδατος είνε εις ύψος πέντε ποδών. Εάν λοιπόν δι'
οίον δήποτε λόγον ο χειρισμός των αντλιών διεκόπτετο, το πλοίον
ήθελε πληρωθή ύδατος. Τούτο δε θα ήτο απλούστατον ζήτημα χρόνου
βραχυτάτου. Η ίσαλος στάθμη του _Σάνσελλορ_, είνε ήδη
τεθαλασσωμένη ένα πόδα και το σκάφος προνευστάζει [65] μάλλον-
μάλλον αμβλύτερον, διότι δυσχερέστατα υψούται υπό του κύματος.
Βλέπω τον πλοίαρχον Κόρτις συνοφρυούμενον οσάκις ο αρχιναύτης ή
ο υποπλοίαρχος κομίζουσιν αυτώ είδησίν τινα.
Κακός οιωνός.
Ο χειρισμός των αντλιών εξηκολούθησεν όλην την ημέραν και όλην
την νύκτα, αλλ' η θάλασσα υπερτερεί ημών. Το πλήρωμα είνε
εξησθενωμένον και συμπτώματα αποθαρρύνσεως ακυρούται μεταξύ των
ανδρών. Εν τούτοις ο αρχιναύτης και ο δεύτερος δίδουσι το καλόν
παράδειγμα και οι επιβάται προσέρχονται και τοποθετούνται προ
των σκυταλών των αντλιών.
Η κατάστασις ημών δεν είνε πλέον η αυτή και ότε ο _Σάνσελλορ_
είχε καθίση επί του στερεού εδάφους του Βραχοχοιρομηρίου. Το
πλοίον ημών επιπλέει επί αβύσου, εις ήν δύναται κατά πάσαν
στιγμήν να εξαφανισθή.
ΚΓ'
— Από της 2 μέχρι της 3 Δεκεμβρίου. — Επί είκοσι και τεσσάρας
έτι ώρας αγωνιζόμεθα δραστηρίως και παρακωλύομεν την επιφάνειαν
του ύδατος να ανέλθη εν τω εσωτερικώ του πλοίου· αλλ' είνε
προφανές ότι θα επέλθη μετ' ου πολύ στιγμή, καθ' ήν αι αντλίαι
δεν θα επαρκώσι να αφαιρέσωσι ύδατος ποσότητα ίσην προς το
εισρέον διά της διαρραγής του σκάφους.
Κατά την ημέραν ταύτην ο πλοίαρχος Κόρτις, ουδ' επ' ελάχιστον
αναπαυόμενος, κατέρχεται αυτός εις εξέτασιν του σκάφους και τον
ακολουθώ και εγώ μετά του ξυλουργού και του αρχιναύτου. Δέματά
τινά βάμβακος εξετοπίσθησαν και εξακριβούμεν παραβάλλοντες το
ους, ότι ακούεται ώσπερ κυματισμός τις, «κλου κλου»,
ακριβέστερον ειπείν. Άρα γε η διαρροή ήνοιξεν εκ νέου ή συνέβη
εξάρθρωσις γενική όλου του σκάφους; Αδύνατον είνε να
εξακριβωθή. Όπως δήποτε ο Ροβέρτος Κόρτις θα δοκιμάση να
καταστήση το σκάφος στεγανώτερον κατά την πρύμναν, περικαλύπτων
αυτό έξωθεν διά κεδρωτών ιστίων. Ίσως δε ούτω κατορθώση να
διακόψη πάσαν συγκοινωνίαν, προσωρινώς τουλάχιστον, μεταξύ των
ένδον και των εκτός.
Και εάν η εισροή του ύδατος στιγμιαίως κωλυθή, θα δύνανται να
αντλώσι λυσιτελέστερον και αναμφιβόλως να ανορθώσωσι το πλοίον.
Αλλ' η εκτέλεσις είνε δυσχερεστέρα παρ' όσον φανταζόμεθα αυτήν
διότι πρέπει πρώτον να ελαττωθή ο δρόμος του πλοίου, έπειτα δε,
αφ' ού εβυθίσθησαν υπό την τρόπιν ιστία ισχυρά, συγκρατούμενα
δι' επαρτών [66], προσωθήθησαν μέχρι της παλαιάς διαρροής, ώστε
να καλύψωσι τελείως το μέρος τούτο του σκάφους του _Σάνσελλορ_.
Από της στιγμής δε ταύτης αι αντλίαι υπερτερούσιν ολίγον τι και
ημείς επιλαμβανόμεθα αύθις του έργου μετά θάρρους. Αναμφιβόλως
το ύδωρ εισρέει έτι, αλλά εν ελάσσονι ποσότητι, και περί το
τέλος της ημέρας είνε βέβαιον ότι η επιφάνεια του ύδατος
κατήλθε τινας δακτύλους. Δακτύλους τινάς μόνον! Αδιάφορον! Αι
αντλίαι νυν εκρίπτουσι διά των σωλήνων ύδωρ περισσότερον του
εισρέοντος εις το κύτος, και δεν τας εγκαταλείπομεν ουδ' επί
στιγμήν.
Ο άνεμος επιτείνεται αρκούντως σφοδρός την νύκτα, νύκτα
σκοτεινήν. Εν τούτοις ο πλοίαρχος Κόρτις ηθέλησε να διατηρήση
όσον οίον τε πλείονα ιστία. Γινώσκει καλώς ότι το σκάφος του
_Σάνσελλορ_ είνε ανεπαρκέστατα εξησφαλισμένον και σπεύδει να
καταπλεύση απέναντι ξηράς. Εάν πλοίον εφαίνετο πλέον εις το
πέλαγος, δεν θα εδίσταζεν ο Ροβέρτος Κόρτις να σημάνη αυτώ
σημεία αμηχανίας, να επιβιβάση εις αυτό τους επιβάτας του και
αυτό το πλήρωμά του, και εάν έμελλε να μείνη αυτός μόνος εν τω
πλοίω μέχρι της στιγμής καθ' ήν ο _Σάνσελλορ_ ήθελε
καταποντισθή υπό τους πόδας του.
Αλλά πάντα τα μέτρα ταύτα δεν έμελλον να καταλήξωσιν εις
τίποτε.
Τω όντι την νύκτα το εξ υφάσματος περίβλημα υπεχώρησεν εις την
έξωθεν πίεσιν, την δ' επιούσαν, 3 Δεκεμβρίου, ο αρχιναύτης μετά
την καταμέτρησιν δεν ηδυνήθη να αναστείλη τας λέξεις ταύτας
συνοδευομένας υπό βλασφημιών.
«Ακόμη έξ πόδες νερόν εις το κύτος!»
Το πράγμα είνε βέβαιον και υπερβέβαιον! Το πλοίον εκ νέου
πληρούται, βυθίζεται προφανώς και ήδη η ίσαλος είνε επαισθητώς
τεθαλασσωμένη.
Εν τούτοις χειριζόμεθα τας αντλίας μετά θάρρους ει πέρ ποτε
μείζονος και εξαντλούμεν τας υστάτας ημών δυνάμεις. Οι
βραχίονες ημών κατεπονήθησαν, οι δάκτυλοι αιμάσσουσιν, αλλά
μάτην κοπιώμεν! καταβαλλόμεθα υπό του ύδατος. Ο Ροβέρτος Κόρτις
κελεύει και τοποθετείται άλυσις κατά το άνοιγμα του μεγάλου
καθέκτου και οι κάδοι μεταδίδονται τάχιστα από χειρός εις
χείρα.
Αλλά τα πάντα ανωφελή!
Την ογδόην και ημίσειαν προ μεσημβρίας βεβαιούται και νέα
αύξησις του ύδατος εν τω κύτει. Ο απελπισμός τότε καταλαμβάνει
τινάς των ναυτών, ο Ροβέρτος Κόρτις κελεύει αυτούς να
εξακολουθήσωσιν εργαζόμενοι, αλλ' αυτοί αρνούνται.
Μεταξύ των ανδρών τούτων είς είνε πνεύμα επιρρεπές εις στάσιν,
οχλαγωγός, περί ού είπον ήδη ανωτέρω, ο ναύτης Όουεν. Είνε
περίπου τεσσαρακοντούτης, το πρόσωπόν του καταλήγει εις οξύ
υπέρυθρον γένειον, αι δε παρειαί του είνε σπαναί ή εξυρημέναι,
τα χείλη του αναδιπλούνται προς τα έσω, οι δε υπόξανθοι
οφθαλμοί του σημειούνται δι' ερυθρού στίγματος εν τη ενώσει των
βλεφάρων. Ρίνα έχει ευθείαν, ώτα λίαν διεστώτα, το δε μέτωπον
κατερρυτιδωμένον βαθέως υπό ρυτίδων εμφαινουσών κακεντρέχειαν.
Πρώτος αυτός εγκαταλείπει την θέσιν του.
Πέντε ή έξ των εταίρων μιμούνται αυτόν, εν οίς παρατηρώ τον
μάγειρον Γύγξτροπ, άνθρωπον κακόν και αυτόν.
Κελεύσαντος του Ροβέρτου Κόρτις τους ναύτας να επανέλθωσιν εις
τας αντλίας, ο Όουεν αποκρίνεται διά ρητής αρνήσεως.
Ο πλοίαρχος επαναλαμβάνει το κέλευσμα.
Ο δε Όουεν επαναλαμβάνει την άρνησιν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις προσέρχεται προς τον αποστάντα ναύτην.
«Δεν σε συμβουλεύω να εγγίσης επάνω μου!» λέγει απαθώς ο Όουεν
ανερχόμενος εις το πρωραίον κατάστρωμα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις κατευθύνεται τότε προς το επίστεγον,
εισέρχεται εις τον θάλαμόν του και εξέρχεται ωπλισμένος διά
περιστρόφου.
Ο Όουεν παρατηρεί μίαν στιγμήν τον Ροβέρτον Κόρτις, αλλά,
νεύσαντος αυτώ του Γύγξτροπ, αναλαμβάνουσι πάντες την εργασίαν
των.
ΚΔ'
— _Τη 4 Δεκεμβρίου_ — Το πρώτον κίνημα της αποστασίας ανεστάλη
διά της δραστηρίου στάσεως του πλοιάρχου. Ο Ροβέρτος Κόρτις θα
είνε και εν τω μέλλοντι ούτως ευτυχής; Πρέπει να ελπίζωμεν,
διότι η απείθεια του πληρώματος ήθελε καταστήση φοβεράν
κατάστασιν ήδη ούτω δεινήν.
Την νύκτα αι αντλίαι δεν δύνανται πλέον να υπερτερήσωσιν. Αι
κινήσεις του πλοίου είνε βαρείαι, και επειδή μετά δυσχερείας
υψούται υπό του κύματος, δέχεται όγκους θαλάσσης καταβάλλονται
αυτό και εισδύοντας διά των καθεκτών ούτω δε προστίθεται εις το
κύτος ύδωρ ίσον προς το εν αυτώ υπάρχον.
Η κατάστασις ημών μετ' ου πολύ θα γίνη απειλητική όσον κατά τας
υστάτας ώρας της πυρκαϊάς. Οι επιβάται, το πλήρωμα, πάντες
αισθάνονται ότι το πλοίον υποχωρεί κατά μικρόν υπό τους πόδας
των. Βλέπουσιν απερχόμενα βραδέως μεν αλλ' αδιαλείπτως τα
κύματα, άτινα φαίνονται αύτοις φοβερά όσον και αι φλόγες.
Και όμως το πλήρωμα εξακολουθεί εργαζόμενον απειλούντος του
Ροβέρτου Κόρτις και, εκόντες αέκοντες, οι ναύται αγωνίζονται
μετά δραστηριότητος, αλλ' είνε εξηντλημένοι. Άλλως τε δεν
δύνανται να εξαντλήσωσι το ύδωρ τούτο, όπερ απαύστως ανανεούται
και ού η επιφάνεια υψούται από ώρας εις ώραν. Οι δε
χειριζόμενοι τους κάδους αναγκάζονται μετ' ου πολύ να
καταλίπωσι το κύτος, εν ώ βεβυθισμένοι ήδη μέχρι της ζώνης
κινδυνεύουσι να πνιγώσι και ανέρχονται εις το κατάστρωμα.
Μία μόνη καταφυγή υπολείπεται τότε, και την επιούσαν, 4 του
μηνός μετά συμβούλιον συγκροτηθέν υπό του υποπλοιάρχου, του
αρχιναύτου και του πλοιάρχου Κόρτις, εγένετο αποδεκτή η
απόφασις περί εγκαταλείψεως του πλοίου. Αφ' ού η φαλαινίς, το
μόνον υπολειπόμενον εφόλκιον δεν δύναται να περιλάβη τους
πάντας, σχεδία παρευθύς θα πηχθή. Το πλήρωμα θα εξακολουθήση
χειριζόμενον τας αντλίας μέχρι της στιγμής καθ' ήν θα κελεύση ο
πλοίαρχος την επιβίβασιν.
Ο ξυλουργός Δαούλας έλαβε γνώσιν του πράγματος και συνεφωνήθη
να ναυπηγηθή η σχεδία άνευ αναβολής διά των εν τη αποθήκη
κεραιών και των διαφόρων ξύλων, πριονισθέντων πρότερον εις το
προσήκον μήκος. Η θάλασσα, σχετικώς ήρεμος την ώραν εκείνην θα
διηυκόλυνε την εργασίαν ταύτην την αείποτε δύσκολον και όταν αι
περιστάσεις είνε ευνοϊκαί.
Λοιπόν πάραυτα ο Ροβέρτος Κόρτις, ο μηχανικός Φάλστεν, ο
ξυλουργός και δέκα ναύται μετά πριόνων και πελέκεων διαθέτουσι
και πελεκώσι τας κεραίας πριν τας ρίψωσιν εις την θάλασσαν.
Ούτω δε μόνον θα υπολείπεται να τας δέσωσιν ισχυρώς και να
κατασκευάσωσι στερεόν συγκρότημα εφ' ού θα επιτεθή το κρηπίδωμα
της σχεδίας, ήτις θα είνε τεσσαράκοντα μεν περίπου ποδών
μήκους, είκοσι δε μέχρι εικοσιτέσσαρων πλάτους.
Οι δε άλλοι επιβάται και το υπόλοιπον του πληρώματος είμεθα
ακόμη επί των αντλιών. Παρ' εμοί ίσταται ο Ανδρέας, όν ο πατήρ
αδιαλείπτως παρατηρεί μετά βαθείας συγκινήσεως. Τι θα γίνη ο
υιός του, εάν αναγκασθή να παλαίση κατά των κυμάτων, εν
περιστάσεσι καθ' άς και ο υγιέστατος δεν θα εσώζετο άνευ
δυσχερείας; Όπως δήποτε θα είμεθα δύο οίτινες δεν θα τον
εγκαταλίπωμεν.
Ουδέν είπομεν περί του επικειμένου κινδύνου προς την μίσιζ Κηρ,
ήν μακρά κάρωσις [67] καθιστά σχεδόν αναίσθητον.
Πολλάκις η μις Χέρμπυ εφάνη επί του καταστρώματος, αλλ' επί
τινας στιγμάς μόνον. Οι κάματοι κατέστησαν αυτήν ωχράν, αλλά
διατελεί ακμαιοτάτη, τη συνιστώ δε να είνε έτοιμη προς παν
ενδεχόμενον.
«Πάντοτε είμαι έτοιμη, κύριε», μοι αποκρίνεται η θαρραλέα
νεάνις επανερχομένη πάραυτα πλησίον της μίσιζ Κηρ.
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ παρακολουθεί διά του βλέμματος την νεάνιδα
και συναίσθημα λύπης επιφαίνεται επί του προσώπου του.
Περί την ογδόην ώραν μετά μεσημβρίαν το συγκρότημα της σχεδίας
σχεδόν απεπερατώθη. Ασχολούνται δε εις την καταβίβασιν βυτίων
κενών και στεγανώς κεκλεισμένων, άτινα θα χρησιμεύσωσι να
εξασφαλίσωσι την ίσαλον της συσκευής και τα συνδέουσι στερεώς.
Μετά δύο ώρας κραυγαί ισχυραί ακούονται εν τω επιστέγω. Ο
μίστερ Κηρ επιφαίνεται κράζων:
«Καταποντιζόμεθα! καταποντιζόμεθα!»
Πάραυτα βλέπω την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν μεταφέροντας την
μίσιζ Κηρ άπνουν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις δραμών εις τον θάλαμόν του επανέρχεται
παρευθύς κρατών χάρτην, εξάντα και πυξίδα.
Κραυγαί αμηχανίας αντηχούσι, και σύγχυσις επικρατεί εν τω
πλοίω. Το πλήρωμα ορμά εις την σχεδίαν, ής το συγκρότημα,
ελλείποντος έτι του κρηπιδώματος, δεν δύναται να τους περιλάβη
. . . .
Αδύνατον να εκθέσω οποίαι τινες σκέψεις διήλθον του νου μου την
στιγμήν εκείνην, ουδέ να ζωγραφήσω την εν εμοί ταχείαν οπτασίαν
περί του όλου μου βίου! Μοι φαίνεται ότι όλη μου η ύπαρξις
συγκεντρούται εν τη υστάτη ταύτη στιγμή, ήτις είνε και το τέρμα
αυτής. Αισθάνομαι τας σανίδας του καταστρώματος καμπτομένας υπό
τους πόδας μου, βλέπω το ύδωρ ανερχόμενον πέριξ του πλοίου, ως
εάν ο Ωκεανός εσκάπτετο κάτωθεν αυτού!
Τινές των ναυτών καταφεύγουσιν εις τους επιτόνους κραυγάζοντες
εκ τρόμου. Ετοιμάζομαι να τους ακολουθήσω . . Αλλά αισθάνομαι
χείρα κωλύουσάν με.
Ο κ. Λετουρνέρ μοι δεικνύει τον υιόν του και δάκρυα αδρά
ρέουσιν από των οφθαλμών του.
«Μάλιστα, λέγω θλίβων τον βραχίονά του σπασμωδικώς. Ημείς οι
δύο θα τον σώσωμεν!»
Αλλά προ εμού ο Ροβέρτος Κόρτις προσήλθε προς τον Ανδρέαν και
θα τον αναβιβάση επί των επιτονίων του μεγάλου ιστού, ότε ο
_Σάνσελλορ_ ωθούμενος τότε ταχέως υπό του ανέμου, ίσταται
αίφνης και αισθανόμεθα σφοδρόν τιναγμόν.
Το πλοίον καταβυθίζεται! Το ύδωρ φθάνει τους πόδας μου.
Αυτομάτως αρπάζω σχοινίον τι . . . Αλλά διά μιας ο
καταποντισμός αναστέλλεται, και ότε το κατάστρωμα είνε ήδη δύο
πόδας υπό την επιφάνειαν της θαλάσσης, ο _Σάνσελλορ_ μένει
ακίνητος.
ΚΕ'
— _Νυξ της 4 προς την 5 Δεκεμβρίου_. — Ο Ροβέρτος Κόρτις
ήρπασε τον νέον Λετουρνέρ, και τρέχων επί του κατακλύστου
καταστρώματος, τον αποθέτει επί των δεξιών επιτόνων. Ο δε πατήρ
του και εγώ αναρριχόμεθα πλησίον αυτού.
Έπειτα, αποβλέπω περί εμαυτόν. Η νυξ είνε ικανώς διαυγής ώστε
να δύναμαι να διακρίνω τα συμβαίνοντα.
Ο Ροβέρτος Κόρτις, επανελθών εις την θέσιν του, ίσταται όρθιος
επί του επιστέγου. Όλως εν τη πρύμνη παρά τη κορώνη, ήτις δεν
εβυθίσθη ακόμη, διακρίνω εν τη σκιά τον μίστερ Κηρ, την γυναίκα
του, την μις Χέρμπυ και τον Φάλστεν επί δε της εσχατιάς του
πρωραίου καταστρώματος τον υποπλοίαρχον και τον αρχιναύτην, επί
δε των θωρακίων και των επιτόνων το λοιπόν του πληρώματος.
Ο Ανδρέας Λετουρνέρ ανερριχήθη εις το μέγα θωράκιον τη βοηθεία
του πατρός του, όστις εδέησε να θέτη τον πόδα του υιού του εφ'
εκάστης βαθμίδος, και τέλους ανέβη ο νέος άνευ τινός
απευκταίου, καί τοι ο σάλος ήτο μέγας. Αλλά των αδυνάτων να
καταπεισθή η μίσιζ Κηρ, ήτις διαμένει εν τω επιστέγω
κινδυνεύουσα να σαρωθή υπό των κυμάτων, εάν επιταθή η σφοδρότης
του ανέμου. Όθεν και η μις Χέρμπυ απέμεινε παρ' αυτή και δεν
ήθελε να την εγκαταλίπη μόνην.
Πρώτη φροντίς του Ροβέρτου Κόρτις άμα τη αναστολή του
καταποντισμού ήτο να παραγγείλη να υποστείλωσι πάραυτα όλην την
ιστιοφορίαν, έπειτα δε να αποστείλη κάτω τας κεραίας και τους
ιστούς του φώσωνος ίνα μη διαταραχθή η ευστάθεια του πλοίου.
Ελπίζει δε ότι μετά τας προφυλάξεις ταύτας ο _Σάνσελλορ_ δεν θα
περιτραπή. Αλλά δεν δύναται να βυθισθή από μιας στιγμής εις
άλλην; Έρχομαι πλησίον του Ροβέρτου Κόρτις και τον ερωτώ.
«Δεν ειμπορώ να το ειξεύρω, αποκρίνεται μετά φωνής γαληνιαίας,
διότι τούτο εξαρτάται προ πάντων εκ της καταστάσεως της
θαλάσσης. Το βέβαιον είνε ότι το πλοίον διατελεί εν ισορροπία
ως έχουσι νυν τα πράγματα, αλλά ταύτα δυνατόν να μεταβληθώσιν
εν ριπή οφθαλμού!
— Και δύναται τώρα ο _Σάνσελλορ_ να ταξειδεύση με δύο ποδών
ύδωρ εις το κατάστρωμα;
— Όχι, κύριε Κάζαλλον, αλλά δύναται να εκπέση, φερόμενος υπό
του ρεύματος και του ανέμου, και εάν συγκρατηθή ούτω πως επί
τινας ημέρας, να προσγειώση εις σημείον τι της ακτής. Άλλως τε
έχομεν ως τελευταίον καταφύγιον την σχεδίαν, ήτις θα
αποπερατωθή μετά τινας ώρας, και επί της οποίας θα είνε δυνατόν
να επιβιβασθώμεν καθώς εξημερώση.
— Λοιπόν δεν εχάσατε πάσαν ελπίδα; ηρώτησα θαυμάζων διά την
ηρεμίαν του Ροβέρτου Κόρτις.
— Η ελπίς δεν είνε δυνατόν να χαθή εντελώς, κύριε Κάζαλλον,
και κατά τας δεινοτάτας έτι περιστάσεις. Παν ό τι δύναμαι να
σας είπω είνε ότι, εάν ενενήκοντα εννέα τοις εκατόν είνε καθ'
ημών, το εκατοστόν όμως είνε υπέρ ημών. Άλλως τε αν δεν μ'
απατά η μνήμη, ο _Σάνσελλορ_, ως ευρίσκεται τώρα σχεδόν
βεβυθισμένος, διατελεί ακριβώς υπό τας αυτάς περιστάσεις υπό
τας οποίας ευρέθη το τριίστιον Ήρα τω 1795. Επί είκοσιν ημέρας
και πλέον έμεινεν η Ήρα κρεμαμένη μεταξύ δύο υδάτων, και
επιβάται και πλήρωμα είχον καταφύγη εις τα θωράκια· και τέλος
ότε ανεφάνη γη, όσοι των ναυαγών ηδυνήθησαν να ανθέξωσιν εις
τας ταλαιπωρίας και την πείναν, εσώθησαν· το γεγονός τούτο είνε
γνωστότατον εις τα ναυτικά χρονικά και δεν ήτο δυνατόν να μη το
ενθυμηθώ. Λοιπόν ουδείς λόγος υπάρχει ώστε, όσοι επιζήσωσιν εκ
των του _Σάνσελλορ_, να μη είνε ευτυχείς όσον και οι της Ήρας.»
Και ίσως μεν θα είχε τις πολλά να απαντήση εις τους λόγους του
Ροβέρτου Κόρτις, αλλ' όμως εκ της συνδιαλέξεως ταύτης εξάγεται
ότι ο πλοίαρχος ημών δεν απώλεσε πάσαν ελπίδα.
Εν τούτοις επειδή οι όροι της ισορροπίας δυνατόν κατά πάσαν
στιγμήν να διακοπώσιν, επάναγκες είνε τάχιον ή βραδύτερον να
εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Όθεν απεφασίσθη ότι αύριον ευθύς
ως αποπερατώση ο ξυλουργός την σχεδίαν θα επιβιβασθώμεν επ'
αυτής.
Αλλά κρίνατε περί του δεινού απελπισμού του πληρώματος, ότε
περί το μεσονύκτιον ο Δαούλας παρατηρεί ότι η ξύλωσις της
σχεδίας εξηφανίσθη! Τα πείσματα [68], ει και ήσαν στερεά,
εκόπησαν ένεκα του καθέτου εκτοπισμού του πλοίου, και το
συγκρότημα από μιας και πλέον ώρας αναμφιβόλως, εξέπεσε και
παρεσύρθη!
Οι ναύται άμα μανθάνοντες την νέαν ταύτην συμφοράν ρηγνύουσι
κραυγάς αμηχανίας.
«Εις την θάλασσαν! εις την θάλασσαν, τα κατάρτια!»
επαναλαμβάνουσιν οι ταλαίπωροι εκμανείς.
Και θέλουσι να κόψωσι την εξαρτίαν, διά να ρίψωσι τα επιστήλια
και ναυπηγήσωσι πάραυτα νέαν σχεδίαν.
Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις παρεμβαίνων αναφωνεί:
«Εις την θέσιν σας, παιδιά! Κλωστή να μη κοπή άνευ της διαταγής
μου. Ο _Σάνσελλορ_ ισορροπεί! Ο _Σάνσελλορ_ δεν θα καταποντισθή
ακόμη!»
Εν τη φωνή του πλοιάρχου του, τη ούτω σταθερά, το πλήρωμα
ανευρίσκει την απάθειάν του, και παρά την εθελοκακίαν τινών
ναυτών έκαστος λαμβάνει την υποδεικνυομένην αυτώ θέσιν.
Επελθούσης της ημέρας ο Ροβέρτος Κόρτις ανέρχεται μέχρι των
διζύγων και το βλέμμα του διατρέχει μετ' επιμελείας καθ' όλην
την θάλασσαν επί μεγάλης ακτίνος περί το πλοίον. Ανωφελής
έρευνα! Η σχεδία είνε ήδη αφανής! Πρέπει να ετοιμάσωμεν την
φαλαινίδα και να επιχειρήσωμεν έρευναν ίσως μεν μακράν, πάντως
δε κινδυνώδη; Αδύνατον, διότι ο σάλος είνε ισχυρότερος ή ώστε
να τον αψηφήση εφόλκιον εύθραυστον. Επιχειρητέα λοιπόν η
ναυπήγησις νέας σχεδίας, και παραχρήμα επιδίδονται εις το
έργον. Των κυμάτων γενομένων ισχυροτέρων, η μίσιζ Κηρ
αποφασίζει τέλος να καταλίπη την θέσιν, ήν κατείχεν εν τη
εσχατιά του επιστέγου, και ηδυνήθη να έλθη εις το μέγα
θωράκιον, εφ' ού κατεκλίθη εν τελεία εκλύσει των δυνάμεών της.
Ο δε μίστερ Κηρ ετοποθετήθη μετά του Σάιλας Χόντλυ εν τω
θωρακίω του ακατίου ιστού. Παρά δε τη μίσιζ Κηρ και τη μις
Χέρμπυ ετέθησαν οι κκ. Λετουρνέρ εν πολλή στενοχωρία,
εννοείται, επί του κρηπιδώματος τούτου, ού η μείζων διάμετρος
είνε δώδεκα ποδών αλλ' όμως σχοινία εδέθησαν από επιτόνου εις
επίτονον, δι' ών προεφυλάσσοντο κατά των κλονισμών του
διατοιχούντος πλοίου. Πλην δε τούτου ο Ροβέρτος Κόρτις
εμερίμνησε να εκταθή υπεράνω του θωρακίου ιστίον στεγάζον τας
δύο γυναίκας.
Βυτία τινά επιπλέοντα μεταξύ των ιστών του πλοίου μετά την
κατάκλυσιν, και εν καιρώ συλλεγέντα, ανεβιβάσθησαν επί των
θωρακίων και εδέθησαν στερεώς επί των προτόνων. Πάσα δε η
προμήθεια ημών αποτελείται νυν εκ κιβωτίων ταριχηρών [69] και
διπύρων [70] ως και βυτίων ύδατος ποσίμου.
ΚΣΤ'
— _Τη 5 Δεκεμβρίου_. — Η ημέρα, είνε θερμή. Ο Δεκέμβριος υπό
τον δέκατον έκτον παράλληλον δεν είνε πλέον μην φθινοπωρινός,
αλλ' αυτόχρημα [71] εαρινός. Οφείλομεν δε να αναμένωμεν ότι θα
υπομείνωμεν δεινούς καύσωνας αν μη άνεμος δροσερός μετριάση τας
ηλιακάς καυστικάς ακτίνας.
Εν τούτοις η θάλασσα διατελεί σαλεύουσα. Το σκάφος
τεθαλασσωμένον κατά τα τρία τέταρτα πλήττεται υπό της θαλάσσης
ως σκόπελος. Ο αφρός των κυμάτων αναπηδά μέχρι του ύψους των
θωρακίων, και τα ενδύματα ημών διαβρέχονται υπό της άχνης ως
υπό λεπτής βροχής.
Σώζονται δε εκ του _Σάνσελλορ_, τούτ' έστιν εξέχουσιν άνω της
επιφανείας της θαλάσσης, μόνον τρεις στήλαι ιστού μετά των
επιστηλίων, ο πρόβολος [72] εξ ού κρέμαται η φαλαινίς, ίνα μη
συντριβή υπό των κυμάτων, έπειτα δε το επίστεγον και το
πρωραίον κατάστρωμα, συνδεόμενα μόνον διά του στενού πλαισίου
των αιωροθεσίων. Το δε κατάστρωμα είνε τελείως υποβρύχιον.
Η μεταξύ των θωρακίων συγκοινωνία είνε δυσχερεστάτη. Μόνοι δε
οι ναύται αναρριχώμενοι διά των προτόνων δύνανται να μεταβώσιν
υπό του ετέρου εις το έτερον. Κάτωθεν δε μεταξύ των ιστών, από
της κορώνης μέχρι του πρωραίου καταστρώματος η θάλασσα
εκχύνεται ως επί ρηγμίνος και αποσπά κατά μικρόν τας παρειάς
του πλοίου, ών τας σανίδας καταγίνονται να περισυναγάγωσι.
Δεινότατον αληθώς θέαμα εις τους επιβάτας, συνεσπειραμένους επί
στενών κρηπιδωμάτων, να βλέπωσι και να ακούωσι τον Ωκεανόν
μυκώμενον υπό τους πόδας των! Οι ιστοί ούτοι οι εξέχοντες του
ύδατος τρέμουσιν εις εκάστην επίθεσιν της θαλάσσης, και δύναταί
τις να πιστεύση ότι θα σαρωθώσι.
Βεβαίως προτιμότερον να μη βλέπη τις, να μη σκέπτεται, διότι η
άβυσσος αύτη έλκει και επέρχεται όρεξις να κατακρημνισθή τις
εις αυτήν!
Εν τούτοις το πλήρωμα εργάζεται ανενδότως εις κατασκευήν της
δευτέρας σχεδίας. Μεταχειρίζονται επιστήλια και τας κεραίας,
και υπό την διεύθυνσιν του Ροβέρτου Κόρτις το έργον εκτελείται
μετά πλείστης όσης επιμελείας. Ο _Σάνσελλορ_ δεν φαίνεται
μέλλων να καταποντισθή· ως δε είπεν ο πλοίαρχος, πιθανόν επί
τινα χρόνον να μείνη ούτω πως ισορροπών μεταξύ δύο υδάτων. Ο
Ροβέρτος Κόρτις επιμένει ίνα η σχεδία ναυπηγηθή όσον οίον τε
στερεά. Ο διάπλους μέλλει να είνε μακρός, αφ' ού η εγγυτάτη
ακτή, η της Γουυάνης απέχει έτι πλείονας εκατοστύας μιλίων.
Λοιπόν προτιμότερον να διημερεύσωμεν μίαν έτι ημέραν
περισσότερον επί των θωρακίων και να λάβωμεν καιρόν να
κατασκευάσωμεν συσκευήν πλωτήν, εφ' ήν να δύναται τις να έχη
πεποίθησιν.
Ως προς τούτο δε πάντες είμεθα σύμφωνοι.
Οι ναύται ανέλαβον πως θάρρος και ήδη η εργασία γίνεται εν
τάξει.
Μόνος δε γέρων ναυτικός, εξηκοντούτης, ού η γενειάς και η κόμη
ελευκάνθησαν εν ταις τρικυμίαις, δεν είνε της γνώμης να
εγκαταλίπωμεν τον _Σάνσελλορ_. Είνε δε ούτος Ιρλανδός ονόματι Ο
Ρέδυ.
Καθ' ήν στιγμήν ήμην επί του επιστέγου ήλθε προς με και είπε
μασών την καπνομαστίχην του μετά εξαισίας αδιαφορίας.
«Οι σύντροφοι είνε της γνώμης να αφήσωμεν το πλοίον, εγώ όμως
όχι.
Εννέα φοράς εναυάγησα, τέσσαρες εις το πέλαγος και πέντε εις
παράλια. Το αληθινόν επάγγελμά μου είνε να είμαι ναυαγός. Έχω
πείραν. Λοιπόν! Ο Θεός να με κολάση αν δεν είδα πάντα να χαθούν
κακοί κακώς όλοι όσοι καταφεύγουν εις σχεδίας ή λέμβους. Όσον
το πλοίον επιπλέει πρέπει να μένουν μέσα οι άνθρωποι. Ακούστε
όπου σας το λέγω εγώ!»
Τους λόγους τούτους ειπών μετά τρόπου πειστικωτάτου ο γηραιός
Ιρλανδός, όστις εζήτει αναμφιβόλως να ανακοινώση την
παρατήρησίν του προς ανακούφισιν της συνειδήσεώς του,
περιπίπτει εις τελείαν αφασίαν.
Την ημέραν εκείνην περί ώραν τρίτην μετά μεσημβρίαν βλέπω τον
μίστερ Κηρ και τον πρώην πλοίαρχον Σάιλας Χόντλυ
συνδιαλεγομένους μετά πολλής ζωηρότητος επί του θωρακίου του
ιστού. Ο Πετρέλαιος φαίνεται πιέζων σφόδρα των προς όν
συνδιαλέγεται, ούτος δε μοι φαίνεται αντιτάσσων παρατηρήσεις
τινάς εις πρότασίν τινα του περί ού ο λόγος μίστερ Κηρ.
Επανειλημμένως δε ο Σάιλας Χόντλυ παρατηρεί επί μακρόν την τε
θάλασσαν και τον ουρανόν σείων την κεφαλήν. Τέλος μετά μιας
ώρας συνδιάλεξιν κατέρχεται ολισθαίνων διά του προτόνου μέχρι
της εσχατιάς του πρωραίου καταστρώματος, αναμιγνύεται εις τον
όμιλον των ναυτών και γίνεται αφανής από των οφθαλμών μου.
Άλλως τε ελαχίστην σημασίαν αποδίδω εις το γεγονός τούτο, και
ανέρχομαι αύθις εις το μέγα θωράκιον, ένθα οι κκ. Λετουρνέρ, η
μις Χέρμπυ, ο Φάλστεν και εγώ διαμένομεν συνδιαλεγόμενοι επί
τινας ώρας. Ο ήλιος είνε θερμότατος και άνευ του ιστίου του
χρησιμεύοντος ως σκηνή δεν θα ηδυνάμεθα να μείνωμεν εν τη θέσει
ταύτη.
Την πέμπτην ώραν γευόμεθα από κοινού, το δε φαγητόν απετελείτο
εκ διπυρίτου, κρέατος παστού και ημίσεος ποτηρίου ύδατος, κατ'
άνθρωπον. Αλλ' η μίσιζ Κηρ σφόδρα καταβεβλημένη υπό του πυρετού
δεν τρώγει. Η δε μις Χέρμπυ δεν δύναται να τη παράσχη
ανακούφισίν τινα άλλως πως ή βρέχουσα εκ διαλειμμάτων τα
καίοντα χείλη της. Η τάλαινα πάσχει πολύ, και αμφιβάλλω εάν θα
δυνηθή να υπομείνη πολύν χρόνον τοιαύτας κακοδαιμονίας.
Ο σύμβιος ουδέ καν άπαξ ηρώτησε περί αυτής. Εν τούτοις περί
ώραν έκτην παρά τέταρτον ερωτώ εμαυτόν εάν καλή τις προαίρεσις
συνεκίνησε τέλος την καρδίαν του φιλαύτου τούτου άνθρωπου. Και
τω όντι ο μίστερ Κηρ καλεί τινας ναύτας του πρωραίου
καταστρώματος, παρακαλών αυτούς να τον βοηθήσωσι να καταβή εκ
του θωρακίου. Θέλει λοιπόν να μεταβή εις συνάντησιν της
γυναικός του, εις το μέγα θωράκιον;
Οι ναύται δεν αποκρίνονται κατ' αρχάς εις την πρόσκλησιν του
μίστερ Κηρ· αλλ' αυτός επιμένει ζωηρότερον και υπόσχεται ότι θα
«καλοπληρώση» όσους τω παράσχωσι την υπηρεσίαν ταύτην.
Πάραυτα δύο ναύται, ο Βάρκε και ο Σάντων, σπεύδουσιν επί των
παραρρυμάτων, αναβαίνουσιν εις τους ακατίους επιτόνους και
φθάνουσιν εις το θωράκιον.
Ελθόντες πλησίον του μίστερ Κηρ συζητούσιν επί μακρόν μετ'
αυτού τους όρους της συμφωνίας. Πρόδηλον δε ότι αυτοί μεν
απαιτούσι πολλά, ο δε μίστερ Κηρ θέλει να δώση ολίγα. Εγώ δε
βλέπω την στιγμήν καθ' ήν οι δύο ναύται θα εγκαταλίπωσι τον
επιβάτην εν τω θωρακίω. Τέλος τα διαφερόμενα μέρη συμφωνούσιν,
ο δε μίστερ Κηρ εξάγων εκ της ζώνης δέσμην χαρτίνων δολλαρίων,
την εγχειρίζει εις τον έτερον των ναυτών. Ούτος δε μετρεί μετά
προσοχής το ποσόν και υπολογίζω ότι δεν θα έχη εις χείρας του
ολιγώτερα των εκατόν δολλαρίων.
Πρόκειται δε τότε να καταβιβάσωσι τον μίστερ Κηρ μέχρι του
πρωραίου καταστρώματος διά του ακατίου προτόνου. Ο Βάρκε και ο
Σάνδων προσδένουσι περί το σώμα αυτού επιχειρίαν, ήν
περιελίσσουσιν έπειτα επί του προτόνου, και αφίνουσιν αυτόν να
κατολισθήση ως δέμα, ουχί άνευ τιναγμών τινων ισχυρών, οίτινες
προκαλούσι τας βωμολοχίας των συντρόφων των.
Αλλ' ηπατήθην. Ο μίστερ Κηρ ουδεμίαν ειχε πρόθεσιν να μεταβή
εις συνάντησιν της γυναικός του. Διαμένει εν τω πρωραίω
καταστρώματι παρά τω Σάιλας Χόντλυ, όστις τον ανέμενεν εκεί. Το
σκότος εξαφανίζει αμφοτέρους μετ' ου πολύ από των οφθαλμών μου.
Επανήλθεν η νυξ τελεία, ο άνεμος εκόπασεν, αλλ' η θάλασσα
διατελεί έτι σαλεύουσα. Η δε σελήνη ήτις είχεν ανατείλη από της
τετάρτης μετά μεσημβρίαν ώρας, διαφαίνεται κατά σπάνια
διαλείμματα μεταξύ στενών ταινιών νεφών. Τινές των ατμών
τούτων, διατεθειμένοι ανά τον ορίζοντα ως μακραί στοιβάδες,
χρωματίζονται ερυθροί, προμηνύοντες ότι αύριον θα έχωμεν
σφοδρόν άνεμον. Είθε ο άνεμος ούτος να είνε πάλιν ο Μέσης (ΒΑ)
και να μας ωθήση προς την γην! Διότι οία δήποτε μεταβολή της
διευθύνσεως αυτού θα ήτο ολεθρία, όταν θα επιβιβασθώμεν επί της
σχεδίας, ήτις μόνον δι' ουρίου ανέμου δύναται να πλεύση.
Ο Ροβέρτος Κόρτις ανέβη επί του μεγάλου θωρακίου περί την
ογδόην εσπερινήν ώραν. Διανοούμαι ότι απασχολεί αυτόν η
κατάστασις του ουρανού και ότι θέλει να προσπαθήση να
προμαντεύση οποία τις έσται η προσδοκωμένη επιούσα. Επί
τέταρτον ώρας ίσταται παρατηρών· έπειτα δε πριν κατέλθη, θλίβει
την χείρα μου ουδέ λέξιν εκστομίσας, και απελθών καταλαμβάνει
την όπισθεν του επιστέγου θέσιν του.
Προσπαθώ να κοιμηθώ επί του στενού διαστήματος, όπερ υπελείπετο
εις εμέ εν τω θωρακίω, αλλά δεν δύναμαι όμως να το κατορθώσω.
Δυσάρεστα προαισθήματα με περιστοιχίζουσι, και η παρούσα ηρεμία
της ατμοσφαίρας μ' εμβάλλει εις φροντίδας, και μοι φαίνεται
άγαν ήρεμος· διότι μόλις που εκ διαλειμμάτων πνοή ανέμου
εισδύει εις την εξαρτίαν και δονεί το μετάλλινον αυτής
σχοινίον. Άλλως τε η θάλασσα «αισθάνεται» τι. Ταράσσεται υπό
μακρού σάλου και προφανώς δοκιμάζει τον αντίκτυπον τρικυμίας
τινος αφεστώσης.
Περί ώραν ενδεκάτην της νυκτός εν τω αραιώματι μεταξύ δύο νεφών
η σελήνη λάμπει διά λάμψεως ζωηράς, τα δε κύματα αναλάμπουσιν
ως φωτιζόμενα υπό λάμψεως υποβρυχίου.
Εγείρομαι και παρατηρώ. Παράξενον πράγμα, μοι φαίνεται ότι
διακρίνω επί τινα λεπτά της ώρας σημείον μέλαν ανυψούμενον και
ταπεινούμενον εν τω μέσω της επιτεταμένης λευκότητος των
υδάτων. Δεν είνε δυνατόν να είνε βράχος, διότι παρακολουθεί τας
κινήσεις του σάλου.
Τι είνε λοιπόν;
Έπειτα η σελήνη καλύπτεται εκ νέου, το σκότος γίνεται αύθις
βαθύ και εγώ κατακλίνομαι πλησίον των αριστερών επιτόνων.
ΚΖ'
— _Τη 6 Δεκεμβρίου_. — Κατόρθωσα να κοιμηθώ επί τινας ώρας,
αλλά την τετάρτην πρωινήν ώραν ο συριγμός του ανέμου μ'
αφυπνίζει αποτόμως. Ακούω την φωνήν του Ροβέρτου Κόρτις
αντηχούσαν εν τω μέσω των συστροφών του ανέμου, ών οι τιναγμοί
κλονούσι την εξαρτίαν.
Εγείρομαι και συγκρατούμενος ισχυρώς από του νεύρου, προσπαθώ
να ίδω τι συμβαίνει υποκάτω μου και πέριξ.
Εν τω σκότει βλέπω την θάλασσαν μυκωμένην. Μεγάλαι οθόναι αφρού
μολυβδόχροι μάλλον ή λευκαί διέρχονται μεταξύ των ιστών,
οίτινες υπόκεινται εις μεγάλας ταλαντώσεις ένεκα του
διατοιχούντος πλοίου. Δύο σκιαί μαύραι εν τη πρύμνη
διακρίνονται καθαρά επί του υπολεύκου χρώματος της θαλάσσης.
Είνε δε αύται ο πλοίαρχος Κόρτις και ο αρχιναύτης. Αι φωναί
των, ολίγον διακρινόμεναι μεταξύ του θορύβου των κυμάτων και
των συριγμών του ανέμου, έρχονται εις τα ώτα μου ως ασθενής
στεναγμός.
Την στιγμήν εκείνην ναύτης ανελθών εις το θωράκιον να δέση
σχοινίον διέρχεται πλησίον μου.
«Τι τρέχεις τον ερωτώ.
— Άλλαξ' ο άνεμος.....»
Προσέθηκε δε ο ναύτης και άλλας τινάς λέξεις, άς δεν ηδυνήθην
να ακούσω καθαρά· αλλά μοι φαίνεται ότι είπεν «αντίπρωρος».
Αντίπρωρος! Αλλά τότε ο άνεμος μετετράπη όλως από Μέσου (ΒΑ)
εις Λίβα (ΝΔ) και νυν θα μας ωθή προς το πέλαγος! Λοιπόν τα
προαισθήματά μου δεν με ηπάτησαν!
Τω όντι η ημέρα ανατέλλει κατ' ολίγον και ναι μεν ο άνεμος δεν
μετεβλήθη όλως αντίπρωρος, αλλά — περίστασις ωσαύτως ολεθρία
εις ημάς, — πνέει Σκίρων (ΒΔ), και λοιπόν μας απομακρύνει από
της γης. Προσέτι δε το επί του καταστρώματος ύδωρ είνε νυν
πέντε ποδών, ώστε τα παραρρύματα εξηφανίσθησαν τελείως. Το
πλοίον εβυθίσθη την νύκτα, και το πρωραίον κατάστρωμα, ως και
το επίστεγον, είνε νυν ίσα τη επιφανεία της θαλάσσης, ήτις τα
σαρώνει ακαταπαύστως. Υπό τον άνεμον δε ο Ροβέρτος Κόρτις και
το πλήρωμά του εργάζεται εις αποπεράτωσιν της σχεδίας, αλλά το
έργον δεν δύναται να προβή ταχέως, ένεκα της σφοδρότητος του
σάλου και δέον να ληφθώσιν αι σπουδαιόταται προφυλάξεις, ίνα μη
το συγκρότημα, εξαρθρωθή, πριν στερεωθή τελείως.
Και ήδη οι κκ. Λετουρνέρ είνε όρθιοι πλησίον μου, ο δε πατήρ
συγκρατεί τον υιόν κατά της σφοδρότητος του διατοιχούντος
πλοίου.
«Αλλά το θωράκιον τούτο θα σπάση!» αναφωνεί ο κ. Λετουρνέρ,
ακούων τους τριγμούς του στενού κρηπιδώματος όπερ φέρει ημάς.
Τους λόγους τούτους ακούσασα η μις Χέρμπυ ανεγείρεται, και
δεικνύουσα την μίσιζ Κηρ, εξηπλωμένην προ των ποδών της:
«Και τι να κάμωμεν, κύριοι; ερωτά.
— Να μείνωμεν εδώ όπου είμεθα, απεκρίθην εγώ.
— Μις Χέρμπυ, προσθέτει ο Ανδρέας Λετουρνέρ, και εδώ είνε το
ασφαλέστατον καταφύγιόν μας. Μη φοβείσθε τίποτε.»
— Δι' εμέ δεν φοβούμαι, αποκρίνεται η νεάνις διά της ηρέμου
φωνής της, αλλά δι' εκείνους οι οποίοι έχουν λόγον τινά να
θέλουν την ζωήν!»
Την ογδόην και τέταρτον ο αρχιναύτης αναφωνεί προς τους άνδρας
του πληρώματος:
«Ε, από την πρώραν!
— Ορίστε, αναφωνεί τις των ναυτών, ο Ο Ρέδυς, πιστεύω.
— Την έχετε την φαλαινίδα;
— Όχι.
— Τότε θα μας έφυγε!»
Και όντως η φαλαινίς δεν κρατείται πλέον από του προβόλου, και
σχεδόν πάραυτα βεβαιούται η εξαφάνισις του μίστερ Κηρ, του
Σάιλας Χόντλυ και τριών ανδρών του πληρώματος, ενός Σκώτου και
δύο Άγγλων· τότε κατανοώ οποίον τι ήτο την προτεραίαν το θέμα
της συνδιαλέξεως του μίστερ Κηρ και του Σάιλας Χόντλυ.
Φοβούμενοι δήλα δή μη ο _Σάνσελλορ_ καταποντισθή προ της
αποπερατώσεως της σχεδίας, συνώμοσαν να φύγωσι, και κατέπεισαν
διά χρημάτων τους τρεις ναύτας να παραλάβωσι την φαλαινίδα.
Εξηγώ τότε τι ήτο το μέλαν εκείνο σημείον όπερ διείδον την
νύκτα. Τον άθλιον! εγκατέλιπε την γυναίκα του! Ο ανάξιος
πλοίαρχος εγκατέλιπε το πλοίον του! Και μας επήραν την λέμβον,
τούτ' έστι το μόνον υπολειπόμενον ημίν εφόλκιον!
«Πέντε σωσμένοι! είπεν ο αρχιναύτης.
— Πέντε χαμένοι!» αποκρίνεται ο γέρων Ιρλανδός.
Τω όντι η κατάστασις της θαλάσσης πληρέστατα δικαιολογεί τους
λόγους του γηραιού Ο Ρέδυ.
Είκοσι και δυο είμεθα πλέον εν τω πλοίω. Άρα γε κατά πόσους έτι
ο αριθμός ούτος θα ελαττωθή;
Το πλήρωμα μαθόν την άνανδρον ταύτην λιποταξίαν και την κλοπήν
της φαλαινίδος, υβρίζει δεινώς τους δραπέτας. Αν δε η τύχη
ήθελεν επαναφέρη αυτούς εις το πλοίον, θα πληρώσωσιν ακριβά την
προδοσίαν των.
Συνιστώ να κρύψωσι την μίσιζ Κηρ την φυγήν του ανδρός της. Η
δυστυχής γυνή κατατρύχεται υπό αδιαλείπτου πυρετού, καθ' ού
ουδέν δυνάμεθα, διότι η βύθισις του πλοίου εγένετο τοσούτον
ταχεία, ώστε το κιβώτιον των φαρμάκων δεν ηδυνήθη να σωθή.
Άλλως τε και φάρμακα αν είχομεν, οποίον τι αποτέλεσμα να
προσδοκώμεν εν τη καταστάσει εν η διατελεί η μίσιζ Κηρ;
ΚΗ'
— _Συνέχεια της 6 Δεκεμβρίου_. — Εν τούτοις ο _Σάνσελλορ_ δεν
συγκρατείται πλέον εν ισορροπία εν τω μέσω των στρωμάτων του
ύδατος. Πιθανώς το σκάφος του εξαρθρούται και αισθανόμεθα ότι
κατ' ολίγον βυθίζεται.
Ευτυχώς η σχεδία θα αποπερατωθή εντός της εσπέρας, και θα
δυνηθώμεν να εγκαθιδρυθώμεν επ' αυτής, πλην εάν ο Ροβέρτος
Κόρτις προτιμά να επιβιβασθώμεν την επιούσαν άμα τη ημέρα. Το
συγκρότημα εγένετο στερεόν.
Τα δε αποτελούντα αυτήν ξύλα συνεδέθησαν διά σχοινίων δυνατών,
και επειδή ταύτα διασταυρούνται μεταξύ των υπεράλληλα, το όλον
υψούται κατά δύο πόδας άνω της επιφανείας της θαλάσσης.
Το δε κρηπίδωμα είνε κατεσκευασμένον διά σανίδων άς είχον
αποσπάση τα κύματα και ημείς εχρησιμοποιήσαμεν επιμελώς. Μετά
μεσημβρίαν άρχεται η φόρτωσις των διασωθέντων τροφίμων, ιστίων,
οργάνων, εργαλείων. Επάναγκες δε να σπεύσωμεν, διότι την
στιγμήν ταύτην το μέγα θωράκιον μόλις δέκα πόδας υπερέχει της
θαλάσσης, του δε προβόλου το άκρον μόνον της κεραίας
υπολείπεται υψούμενον πλαγίως.
Θα εκπλαγώ σφόδρα αν μη είνε η αύριον η εσχάτη ημέρα του
_Σάνσελλορ_!
Και νυν, εν τίνι ηθική καταστάσει διατελούμεν; Προσπαθώ να
ορίσω τι συμβαίνει εν εμοί. Μοι φαίνεται ότι τούθ' όπερ
αισθάνομαι είνε αδιαφορία τις ασυνείδητος μάλλον ή συναίσθημα
καρτερίας. Ο κ. Λετουρνέρ ζη όλος εν τω υιώ αυτού, όστις και
αυτός τον πατέρα του μόνον συλλογίζεται. Ο Ανδρέας δεικνύει
καρτερίαν μεστήν γενναιότητος, χριστιανικήν καρτερίαν, ήν δεν
δύναμαι κάλλιον να παραβάλω ή προς την καρτερίαν της μις
Χέρμπυ. Ο δε Φάλστεν είνε αείποτε Φάλστεν, και, Θεέ μου,
συγχώρησόν μοι, ο μηχανικός ούτος εξακολουθεί γράφων αριθμούς
εν τω σημειωματαρίω του! Η δε μίσιζ Κηρ αποθνήσκει παρά τας
περιποιήσεις της νεάνιδος, παρά τας εμάς.
Οι δε ναύται, τούτων δύο ή τρεις είνε ήρεμοι, αλλά οι άλλοι
είνε σχεδόν παράφρονες. Τινές αγόμενοι υπό της χυδαίας αυτών
φύσεως, φαίνονται διατεθειμένοι να προβώσιν εις υπερβολάς. Θα
είνε δυσήνιοι [73] οι άνθρωποι ούτοι οι διατελούντες υπό την
φαύλην επίδρασιν του Όουεν και του Γύγξτροπ, όταν συμβιώμεν
μετ' αυτών επί στενής σχεδίας!
Ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ είνε καταβεβλημένος σφόδρα· ει και
γενναίος, αλλ' όμως θα αναγκασθή να απόσχη της υπηρεσίας του. Ο
δε Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης, δραστήριοι, ακλόνητοι,
είνε άνδρες ούς η φύσις «εσφυρηλάτησε δι' όλης αυτών της
σκληρότητος». ίνα κατά μεταλλουργούς είπω, χαρακτηρίζει δε
αυτούς καλώς η έκφρασις αύτη.
Περί ώραν πέμπτην μετά μεσημβρίαν ανεπαύθη είς εκ των εν
δυστυχία συναδέλφων μας, η μίσιζ Κηρ απέθανε μετά οδυνηράν
αγωνίαν, ίσως ουδεμίαν έχουσα συνείδησιν της καταστάσεώς της.
Εξέβαλέ τινας στεναγμούς και τετέλεσται. Μέχρι της τελευταίας
στιγμής η μις Χέρμπυ δαψιλώς [74] περιέθαλψεν αυτήν μετ'
αφοσιώσεως, ήτις βαθέως μας συνεκίνησε!
Παρήλθεν η νυξ άνευ τινός συμβεβηκότος. Την πρωίαν περί τα
χαράγματα έλαβον της νεκράς την χείρα, ήτις ήτο ψυχρά και τα
μέλη της απεξυλωμένα. Το πτώμα δεν δύναται να διαμείνη πλέον εν
τω θωρακίω. Η μις Χέρμπυ και εγώ την περιτυλίσσομεν διά των
ενδυμάτων της, έπειτα δε ευχαί τινες απηγγέλθησαν υπέρ
αναπαύσεως της ψυχής της ταλαίνης γυναικός, και το πρώτον θύμα
τοσούτων συμφορών κατακρημνίζεται εις τα κύματα.
Την στιγμήν εκείνην εκστομίζει τις των εν τοις θωρακίοις ανδρών
τους φοβερούς τούτους λόγους;
«Νά ένα πτώμα . . . κρίμα 'ς το! κρίμα 'ς το!»
Στρέφομαι προς την φωνήν. Ο Όουεν είνε ο λαλήσας ούτω.
Έπειτα μοι επέρχεται εις τον νουν ότι τω όντι θα έχωμεν ίσως
ημέραν τινά έλλειψιν τροφίμων!
ΚΘ'
— _Τη 7 Δεκεμβρίου_. — Το πλοίον εξακολουθεί βυθιζόμενον, η δε
θάλασσα ανήλθε νυν εις το διάδετον [75] του ακατίου θωρακίου.
Το δε επίστεγον και το πρωραίον κατάστρωμα είνε όλως υποβρύχια
του δε προβόλου το άκρον της κεραίας εξηφανίσθη. Ουδέν δε πλέον
σώζεται ή αι τρεις στήλαι των ιστών, εξέχουσαι του Ωκεανού.
Αλλ' η σχεδία είνε ετοίμη και φέρει φορτίον παν ό τι ηδυνήθημεν
να διασώσωμεν. Μία υποπτερνίς [76] παρασκευασθείσα κατά την
πρώραν της σχεδίας, είνε προωρισμένη να δεχθή ιστόν, όν θα
υποστηρίξωσιν επίτονοι στερεούμενοι επί των πλευρών του
κρηπιδώματος. Το ιστίον του μεγάλου σιπάρου θα αναδεθή και θα
μας ωθήση ίσως προς την ακτήν.
Τις οίδεν εάν το εύθραυστον τούτο εκ σανίδων συγκρότημα, ήττον
ευβύθιστον, κατορθώση ό τι ο _Σάνσελλορ_ δεν ηδυνήθη; Η ελπίς
είνε ούτως ερριζωμένη εν τη καρδία του ανθρώπου, ώστε εισέτι
ελπίζω!
Είνε εβδόμη ώρα προ μεσημβρίας. Εν ώ δε μέλλομεν να
επιβιβασθώμεν, αίφνης το πλοίον βυθίζεται ούτω ταχέως, ώστε ο
ξυλουργός και οι άνδρες οι απησχολημένοι επί της σχεδίας
αναγκάζονται να κόψωσι το πείσμα των ίνα μη παρασυρθώσιν εις
την δίνην του ύδατος.
Αισθανόμεθα τότε αγωνίαν οξυτάτην, διότι ακριβώς την στιγμήν
καθ' ήν το πλοίον κατέρχεται εις την άβυσσον, η μόνη ημών σανίς
της σωτηρίας απομακρύνεται εκπίπτουσα!
Δύο ναύται και είς μαθητευόμενος έξω φρενών ρίπτονται εις την
θάλασσαν, αλλά μάτην προσπαθούσι να παλαίσωσι προς τον σάλον.
Μετ' ου πολύ είνε προφανές ότι ούτε εις την σχεδίαν να
προφθάσωσι θα δυνηθώσιν, ούτε να επανέλθωσιν εις το πλοίον,
έχοντες εναντίον αυτών τα τε κύματα και τον άνεμον. Ο Ροβέρτος
Κόρτις δέσας περί την οσφύν σχοινίον σπεύδει εις βοήθειάν των.
Αλλ' ανωφελής προθυμία! Διότι πριν δυνηθή να πλησιάση προς
αυτούς, οι τρεις ατυχείς ούτοι, ούς βλέπω αγωνιζομένους,
εξαφανίζονται, αφ' ού μάτην έτειναν τας χείρας προς ημάς.
Αποσύρομεν τον Ροβέρτον Κόρτις όλον μεμωλωπισμένον υπό του
είδους εκείνου της ανακοπής των κυμάτων ήτις πλήττει την
κορυφήν των ιστών.
Εν τούτοις ο Δαούλας και οι ναύται, μεταχειριζόμενοι δύο μακρά
ξύλα ως κώπας, προσπαθούσι να επανέλθωσιν εις το πλοίον, αλλά
μόνον μετά μιας ώρας προσπαθείας, — ώρας ήτις εφάνη ημίν αιών
όλος, ώρας καθ' ήν η θάλασσα ανήλθε μέχρι της επιφανείας των
θωρακίων, — η σχεδία, ήτις είχεν απομακρυνθή δύο μόνον στάδια,
ό έστι τετρακόσια μέτρα, ηδυνήθη να έλθη παρά την πλευράν του
_Σάνσελλορ_. Ο αρχιναύτης ρίπτει πείσμα προς τον Δαούλαν και η
σχεδία προσδένεται εκ νέου εις το τραχήλωμα του μεγάλου ιστού.
Ουδεμία πλέον στιγμή χρονοτριβής υπολείπεται, διότι σφοδρά δίνη
ανοίγεται περί τον εμβεβαπτισμένον σκελετόν του πλοίου, και
υπερμεγέθεις φυσαλίδες αέρος ανέρχονται απειροπληθείς εις την
επιφάνειαν του ύδατος.
«Επιβαίνετε! επιβαίνετε!» αναφωνεί ο Ροβέρτος Κόρτις.
Εφορμώμεν μετά σπουδής εις την σχεδίαν. Ο Ανδρέας Λετουρνέρ,
αφ' ού επεστάτησεν εις την εγκατάστασιν της μις Χέρμπυ, έρχεται
αισίως εις το κρηπίδωμα, μετ' ου πολύ δε και ο πατήρ είνε
πλησίον του. Μετά μίαν στιγμήν οι πάντες έχομεν επιβιβασθή, —
οι πάντες πλην του πλοιάρχου Κόρτις και του γηραιού ναύτου Ο
Ρέδυ.
Ο Ροβέρτος Κόρτις όρθιος επί του μεγάλου θωρακίου δεν θέλει να
καταλίπη το πλοίον του, αλλά τότε μόνον, όταν το πλοίον του
εξαφανισθή εν τη αβύσσω· τούτο δε είνε καθήκον άμα και δικαίωμά
του. Τον _Σάνσελλορ_ τούτον όν αγαπά, όν κυβερνά έτι, πας τις
αισθάνεται οποία τις συγκίνησις συντρίβει την καρδίαν του καθ'
ήν στιγμήν μέλλει να τον εγκαταλίπη!
Ο Ιρλανδός έμεινεν επί του ακατίου θωρακίου.
«Εμπρός, γέρον, κράζει προς αυτόν ο πλοίαρχος.
— Βουλιάζει το πλοίον; ερωτά ο επίμονος γέρων μετά της
μεγίστης απαθείας.
— Ναι . . .
— Εμπρός τότε.» αποκρίνεται ο Ο Ρέδυ, ότε το ύδωρ ανέβη ήδη
μέχρι της ζώνης του.
Και σείων την κεφαλήν πηδά εις την σχεδίαν.
Ο Ροβέρτος Κόρτις διαμένει επί μίαν έτι στιγμήν επί του
θωρακίου, περιφέρει το βλέμμα πέριξ αυτού, έπειτα έσχατος αυτός
εγκαταλείπει το πλοίον του.
Είνε καιρός. Το πείσμα κόπτεται και η σχεδία απομακρύνεται
βραδέως.
Πάντες αποβλέπομεν προς το μέρος τούτο όπου το πλοίον
καταποντίζεται. Το άκρον του ακατίου ιστού εξαφανίζεται κατ'
αρχάς, έπειτα το άκρον του μεγάλου ιστού, μετ' ου πολύ δε ουδέν
υπολείπεται πλέον του κομψού εκείνου πλοίου όπερ υπήρξεν ο
_Σάνσελλορ_.
Λ'
— _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου._ — Νέα πλωτή συσκευή φέρει ημάς,
ήτις δεν δύναται μεν να καταποντισθή, διότι τα ξύλα
ταποτελούντα αυτήν θα επιπλέωσιν ό τι δήποτε και αν συμβή, αλλά
η θάλασσα δεν θα την διαλύση; Δεν θα θραύση τους δεσμούς τους
συνδέοντας αυτήν; Δεν θα αφανίση τέλος τους ναυαγούς τους επί
της επιφανείας αυτής σεσωρευμένους;
Εκ των εικοσιοκτώ ψυχών άς είχεν ο _Σάνσελλορ_ αποπλέων εκ του
Κάρλεστον, δέκα είχον ήδη απολεσθή.
Είμεθα λοιπόν δεκαοκτώ έτι, — δεκαοκτώ επί της σχεδίας ταύτης
της αποτελούσης τρόπον τινά τετράπλευρον ακανόνιστον,
τεσσαράκοντα περίπου ποδών μήκους και είκοσι πλάτους.
Τα δε ονόματα των επιζώντων εκ του _Σάνσελλορ_ είνε τάδε: οι
κκ. Λετουρνέρ, ο μηχανικός Φάλστεν, η μις Χέρμπυ και εγώ,
επιβάται. — Ο πλοίαρχος Ουάλτερ, ο αρχιναύτης, ο τροφοδότης
Χόμμπαρτ, ο μάγειρος Γύγξτροπ ο μαύρος, ο ξυλουργός Δαούλας, —
οι επτά ναύται Ώστιν, Όουεν, Ουίλσων, Ο Ρέδυ, Βάρκε, Σάνδων και
Φλαίπολ.
Ο Ύψιστος εδοκίμασεν ημάς αρκούντως από εβδομήκοντα δύο ημερών,
αφ' ής κατελίπομεν την Αμερικανικήν ακτήν, και η χειρ αυτού
αρκούντως εβάρυνεν εφ' ημών; Και ουδ' ο μάλιστα εύελπις ήθελε
τολμήση να ελπίση.
Αλλ' ας αφήσωμεν το μέλλον και περί του παρόντος ας σκεπτώμεθα,
και εξακολουθήσωμεν καταγράφοντες τας συμφοράς του δράματος
τούτου καθ' όσον εμφανίζονται.
Γνωστοί οι επιβάται της σχεδίας, τα δε προς συντήρησιν αυτών
έχουσιν ως εξής.
Ο Ροβέρτος Κόρτις είχε δυνηθή να επιβιβάση μόνον ό τι
υπελείπετο εκ των προμηθειών άς είχον αναβιβάση εκ του
διανομείου, ών το πλείστον μέρος ηφανίσθη κατά την στιγμήν της
εμβαπτίσεως του καταστρώματος του _Σάνσελλορ_. Είνε δε ολίγον
άφθονοι αι προμήθειαι αύται, εάν ληφθή υπ' όψει ότι είμεθα
δεκαοκτώ στόματα, και πολλαί ημέραι δυνατόν να παρέλθωσιν έτι
πριν φανή πλοίον τι ή γη. Έν βυτίον διπυρίτου, έτερον κρέατος
παστού, μικρός κόρος [77] βρανδεβίνου [78], δύο βυτία ύδατος,
ταύτα είνε τα περισωθέντα και ουδέν πλέον. Λοιπόν έργον
φρονήσεως είνε να ορισθώσιν αι μερίδες ευθύς από της πρώτης
ημέρας.
Εκ των ενδυμάτων της αποθήκης ουδέν απολύτως έχομεν· ιστία δέ
τινα θα χρησιμεύσωσιν ως καλύμματα άμα και ως στέγη. Τα
εργαλεία, ανήκοντα εις τον Δαούλαν, ο εκτάς και η πυξίς, είς
χάρτης, τα εγκόλπια μαχαίρια ημών, λέβης μετάλλινος, κύπελλον
εκ λευκοσιδήρου, ούτινος ουδέποτε αποχωρίζεται ο γέρων Ιρλανδός
Ο Ρέδυ, τοιαύτα είνε τα υπολειπόμενα ημίν όργανα και σκεύη.
Πάντα δε τα κιβώτια, τα επί του καταστρώματος αποκείμενα και
προωρισμένα εις την πρώτην σχεδίαν, κατεποντίσθησαν κατά την
επί μέρους εμβάπτισιν του πλοίου, απ' εκείνης δε της στιγμής
δεν ήτο πλέον δυνατόν να εισδύση τις εις το κύτος.
Αύτη λοιπόν η ημετέρα κατάστασις, σοβαρά μεν, αλλ' ουχί και
απελπιστική. Δυστυχώς φόβος είνε μη πλείονες ημών απολέσωμεν το
τε ηθικόν σθένος και το φυσικόν. Άλλως τε υπάρχουσι μεταξύ ημών
τινες, ών τα φαύλα ενστίγματα θα αποβώσι δυσκράτητα!
ΛΑ'
— _Συνέχεια της 7 Δεκεμβρίου_. — Την πρώτην ημέραν ουδέν
αξιοσημείωτον.
Σήμερον δε την ογδόην προ μεσημβρίας ο πλοίαρχος Κόρτις
συγκαλέσας πάντας επιβάτας τε και ναυτικούς:
«Φίλοι μου, είπε, κατανοήσατε το εξής. Είμαι κυβερνήτης της
σχεδίας ως ήμην και του _Σάνσελλορ_. Λέγω λοιπόν ότι θα με
υπακούωσι πάντες ανεξαιρέτως. Περί της κοινής σωτηρίας ας
σκεπτώμεθα, ας είμεθα ηνωμένοι, και έχει ο Θεός.»
Οι λόγοι ούτοι έτυχον καλής αποδοχής.
Ο λεπτός άνεμος ο πνέων κατά την στιγμήν ταύτην και ού την
διεύθυνσιν ο πλοίαρχος προσδιορίζει διά της πυξίδος, επετάθη
προσεγγίζων προς τον Βορράν, περίπτωσις ευοίωνος. Οφείλομεν δε
να σπεύσωμεν να επωφεληθώμεν ίνα καταπλεύσωμεν όσον τάχιστα εις
τας Αμερικανικάς ακτάς. Ο ξυλουργός Δαούλας τότε καταγίνεται να
στήση τον ιστόν, ού την υποπτερνίδα είχομεν παρασκευάση κατά
την πρώραν της σχεδίας, προσέθηκε δε και δύο πτερύγια, είδος
προώστου, δι' ών θα συγκρατήται στερεώτερον. Εν ώ δε αυτός
εργάζεται, ο αρχιναύτης και οι ναύται αναδένουσι το σιπάριον
επί της κεραίας ήν προς τούτο έχομεν φυλάξη.
Την ενάτην και ημίσειαν ο ιστός ίσταται όρθιος. Επίτονοι
εντεταμένοι επί των πλευρών της σχεδίας ασφαλίζουσι την
στερεότητα αυτού. Το ιστίον επαίρεται, ποδούται και η συσκευή
έχουσα τον άνεμον ούριον εκτοπίζεται επαισθητώς υπό την
ενέργειαν του ανέμου, όστις επιτείνεται επαισθητώς έτι.
Του έργου τούτου άπαξ περατωθέντος, ο Δαούλας προσπαθεί να
εγκαταστήση πηδάλιον, δι' ού να δύναται η σχεδία να έχη ήν
θέλει διεύθυνσιν. Διά των συμβουλών δε του Ροβέρτου Κόρτις και
του μηχανικού Φάλστεν μετά δίωρον εργασίαν ιδρύεται κατά την
πρώραν της σχεδίας ώσπερ τι ουράδιον, παρεμφερές προς τα εν
χρήσει παρά τοις Μαλαίοις.
Κατά τον χρόνον δε τούτον ο πλοίαρχος Κόρτις εκτελεί τας
αναγκαίας παρατηρήσεις προς εύρεσιν ακριβώς του μήκους του, και
της μεσημβρίας ελθούσης, λαμβάνει καλόν ύψος του ηλίου.
Το δε στίγμα όπερ λαμβάνει μεθ' ικανώς μεγάλης ακριβείας έχει
ώδε:
Πλάτος, 15° 7' βόρειον
Μήκος, 49° 35' προς δυσμάς του Γρηνουίχου.
Το στίγμα, τούτο, μετενεχθέν επί του χάρτου, δεικνύει ότι
απέχομεν εξακόσια πεντήκοντα μίλια της βορειοανατολικής ακτής
του Παραμαρίβου, τούτ' έστι του εγγυτάτου τμήματος της Αμερικής
ηπείρου, ήτις, ως ήδη ερρήθη, αποτελεί το παράλιον της
Ολλανδικής Γουυάνης.
Όθεν, λαμβάνοντες τον μέσον όρον των περιπτώσεων, δεν δυνάμεθα
να ελπίζωμεν, και αν διαρκώς βοηθώσιν ημάς οι ετησίοι άνεμοι,
ότι θα διανύσωμεν πλείονα των δέκα ή δώδεκα μιλίων την ημέραν,
επί συσκευής ούτως ατελούς ως η σχεδία, ήτις δεν δύναται να
πλαγιοδρομή προς τον άνεμον. Τούτο λοιπόν θα απαιτήση δίμηνον
διάπλουν, επί τη υποθέσει ότι αι περιστάσεις θα είνε
αισιώταται, — πλην της περιπτώσεως, της ολίγον πιθανής, ότι
ήθελε συναντήση ημάς πλοίον τι. Αλλ' εις τούτο το μέρος του
Ατλαντικού Ωκεανού ολιγώτερον φοιτώσι πλοία παρά εις το
βορειότερον ή το νοτιώτερον. Ερρίφθημεν δυστυχώς μεταξύ των
γραμμών των Αντιλλών και των της Βρασιλίας, ας ακολουθούσιν τα
υπερωκεάνεια Αγγλικά ή Γαλλικά, και προτιμότερον να μη
αναθέτωμεν τας ελπίδας ημών εις το τυχαίον της συναντήσεως
πλοίου. Άλλως τε, εάν αι νηνεμίαι επέλθωσιν, εάν ο άνεμος
μεταβληθείς ωθήση ημάς προς Ανατολάς, ουχί πλέον δύο μήνες,
αλλά τέσσαρες, αλλά έξ απαιτούνται, αι δε τροφαί ήθελον σωθή
προ της λήξεως της τριμηνίας.
Η σύνεσις λοιπόν απαιτεί από τούδε να καταναλίσκωμεν το
απολύτως αναγκαίον. Ο πλοίαρχος Κόρτις εζήτησε την γνώμην μας
περί τούτου, ημείς δε αυστηρώς ωρίσαμεν το πρόγραμμα. Αι
μερίδες υπελογίσθησαν εις πάντας αδιακρίτως ούτως, ώστε ή τε
πείνα και η δίψα να κορέννυνται κατά το ήμισυ. Ο χειρισμός της
σχεδίας δεν χρήζει μεγάλης δαπάνης φυσικών δυνάμεων, όθεν τροφή
μεμετρημένη θα είνε επαρκής. Το δε βρανδεβίνον, ού το βυτίον
δεν περιέχει πλείονα των πέντε γαλλονίων, ό έστι είκοσι τρεις
περίπου λίτρας Γαλλικάς, ήτοι δεκαοκτώ οκάδας, θα διανεμηθή
μετά της εσχάτης φειδούς. Ουδείς θα έχη δικαίωμα να το εγγίση
άνευ της αδείας του πλοιάρχου.
Λοιπόν τα της διαίτης εν τω πλοίω εκανονίσθησαν ώδε: Πέντε
ουγκίαι κρέατος και πέντε διπυρίτου καθ' εκάστην και κατ'
άνθρωπον. Και ναι μεν είνε ολίγον, αλλ' όμως δεν ήτο δυνατόν η
μερίς να είνε περισσοτέρα των πέντε λιτρών εξ εκάστης ουσίας, ό
έστι εν μια τριμηνία λίτραι εξακόσιαι. Αλλά εν συνόλω δεν
έχομεν πλέον των εξακοσίων λιτρών κρέατος και διπυρίτου,
επάναγκες λοιπόν να σταθώμεν εν τω αριθμώ τούτω. Του δε ύδατος
η ποσότης δύναται να εκτιμηθή εις εκατόν τριάκοντα δύο
γαλλόνια, ό έστι περί τας τετρακοσίας εβδομήκοντα οκάδας,
συνεφωνήθη δε να περιορισθή η ημερησία κατανάλωσις εις μίαν
πίνταν, τούτ' έστι πεντήκοντα έξ εκατόλιτρα, εκατόν εβδομήκοντα
πέντε δράμια κατ' άνθρωπον, όπερ θα εξασφαλίση ημίν και τριών
μηνών ύδωρ.
Η διανομή των τροφών θα γίνεται κατά πάσαν πρωίαν την δεκάτην
ώραν διά του αρχιναύτου. Έκαστος θα λαμβάνη την μερίδα όλης της
ημέρας, και διπυρίτην και κρέας, και θα την καταναλίσκη οπόταν
και όπως θέλη, το δε ύδωρ, ελλείψει επαρκών σκευών προς
διαφύλαξιν αυτού, διότι δεν έχομεν άλλα σκεύη ή την χύτραν και
το κύπελλον του Ιρλανδού, το ύδωρ θα διανέμεται δις της ημέρας,
την δεκάτην προ μεσημβρίας και την έκτην μετά μεσημβρίαν,
έκαστος δε οφείλει να το πίνη αμέσως.
Παρατηρητέον δε ότι έχομεν πάντοτε δύο άλλας πιθανότητας,
αίτινες δύνανται να επαυξήσωσι τας προμηθείας ημών, την βροχήν
προς πόσιν και την αλιείαν προς βρώσιν. Όθεν δύο βυτία κενά
διετέθησαν, ίνα περιλάβωσι το βρόχινον ύδωρ. Ως προς δε τα
αλιευτικά όργανα, οι ναύται ασχολούνται παρασκευάζοντες αυτά,
ίνα ρίψωσιν ορμιάς [79] τινας συρομένας.
Τοιαύτα τα ληφθέντα μέτρα. Επεδοκιμάσθησαν και θα τηρώνται
αυστηρώς. Μόνον εάν τηρώμεν κανόνα αυστηρόν, δυνάμεθα να
ελπίσωμεν ότι θα δυνηθώμεν να αποφύγωμεν τας φρικαλεότητας της
πείνης. Πλείστα όσα παραδείγματα εδίδαξαν ημάς να είμεθα
προμηθείς, περιήλθομεν δε εις τας εσχάτας των στερήσεων διά τον
απλούστατον λόγον ότι η τύχη δεν παύεται πλήττουσα ημάς!
ΛΒ'
— _Από της 8 μέχρι της 17 Δεκεμβρίου_. — Επελθούσης της νυκτός
εχώθημεν υπό τα ιστία. Καταπεπονημένος εκ των μακρών ωρών άς
είχον διέλθη επί της εξαρτίας, ηδυνήθην να κοιμηθώ επί τινας
ώρας. Η σχεδία σχετικώς ολιγώτερον πεφορτισμένη, υψούται μεθ'
ικανής ευχερείας. Επειδή δε η θάλασσα δεν εκχύνεται, δεν μας
προσβάλλουσι τα κύματα. Δυστυχώς, εάν ο σάλος κοπάση, θα συμβή
τούτο, διότι ο άνεμος πραΰνεται και περί την πρωίαν αναγκάζομαι
να σημειώσω εν τω ημερολογίω μου: γαλήνη.
Ότε δε ανεφάνη η ημέρα, ουδέν νέον είχον να βεβαιώσω, και οι
κκ. Λετουρνέρ εκοιμήθησαν μέρος τι της νυκτός και άπαξ έτι
συνεθλίψαμεν τας χείρας αλλήλων, και η μις Χέρμπυ ηδυνήθη να
αναπαυθή, οι δε χαρακτήρες αυτής, ήττον κεκμηκότες, ανέλαβον
την συνήθη αυτών ηρεμίαν.
Είμεθα υπό τον ενδέκατον παράλληλον. Ο καύσων την ημέραν είνε
εις άκρον σφοδρός και ο ήλιος λάμπει ζωηρός, και εν τη
ατμοσφαίρα είνε αναμεμιγμένος ατμός τρόπον τινά διάπυρος.
Επειδή δε ο άνεμος πνέει εκ διαλειμμάτων, το ιστίον κρέμαται
επί του ιστού κατά τας ώρας της νηνεμίας αίτινες παρατείνονται
λίαν. Αλλ' ο Ροβέρτος Κόρτις και ο αρχιναύτης έκ τινων
τεκμηρίων, άτινα μόνοι οι ναυτικοί δύνανται να διακρίνωσι,
νομίζουσιν ότι ρεύμα δύο ή τριών μιλίων καθ' ώραν παρασύρει
ημάς προς δυσμάς. Τούτο βεβαίως θα ήτο περίστασις ευνοϊκή,
δυναμένη να βραχύνη σημαντικά τον διάπλουν ημών. Είθε ο
πλοίαρχος και αρχιναύτης να μη απατώνται, διότι ευθύς από των
πρώτων τούτων ημερών και εν τη υψηλή ταύτη θερμοκρασία, η μερίς
του ύδατος μόλις εξαρκεί να πραΰνη την δίψαν!
Και όμως αφ' ότου, εγκαταλιπόντες τον _Σάνσελλορ_ ή μάλλον
ειπείν τα θωράκια του πλοίου, επεβιβάσθημεν επί της σχεδίας
ταύτης, η κατάστασις ημών εβελτιώθη. Ο _Σάνσελλορ_ ηδύνατο κατά
πάσαν στιγμήν να καταποντισθή, και τουλάχιστον το κρηπίδωμα
τούτο όπερ νυν κατέχομεν, είνε σχετικώς στερεόν. Μάλιστα το
επαναλαμβάνω, η κατάστασις επαισθητώς εμετριάσθη και
συγκριτικώς έκαστος διατελεί εν κρείσσονι καταστάσει. Είμεθα
σχεδόν εν ανέσει, δυνάμεθα να κινώμεθα και να μετατοπιζώμεθα.
Και την μεν ημέραν συνερχόμεθα, συνδιαλεγόμεθα, συζητούμεν,
παρατηρούμεν την θάλασσαν, την δε νύκτα κοιμώμεθα στεγαζόμενοι
υπό των ιστίων. Η δε παρατήρησις του ορίζοντος, η επιτήρησις
των ορμιών άς ερρίψαμεν εις την θάλασσαν, τα πάντα διαφέρουσιν
ημίν.
«Κύριε Κάζαλλον, μοι λέγει ο Ανδρέας Λετουρνέρ ημέρας τινάς
μετά την εγκατάστασιν ημών επί της νέας ταύτης συσκευής, μοι
φαίνεται ότι ανευρίσκομεν εδώ τας γαληνιαίας εκείνας ημέρας, αι
οποίαι παρετηρήθησαν κατά την διαμονήν μας επί του
Βραχοχοιρομηρίου.
— Τω όντι, αγαπητέ μου Ανδρέα, απεκρίθην.
— Αλλ' όμως προσθέτω ότι η σχεδία έχει πλεονέκτημα
σημαντικώτατον, το οποίον δεν είχε το νησύδριον, δήλα δή αυτή
βαδίζει.
— Εφ' όσον ο άνεμος είνε ούριος, Ανδρέα μου, η σχεδία
βεβαιότατα πλεονεκτεί, αλλ' εάν ο άνεμος μεταβληθή; . . .
— Καλά, κύριε Κάζαλλον! αποκρίνεται ο νέος. Ας προσπαθώμεν να
μη καταβαλλώμεθα, και ας έχωμεν πεποίθησιν!»
Λοιπόν, την πεποίθησιν ταύτην πάντες την έχομεν! Μάλιστα!
Φαίνεται ότι απηλλάγημεν φοβερών δοκιμασιών εις άς δεν θα
εμπέσωμεν πλέον! Αι περιστάσεις εγένοντο ευνοϊκώτεραι. Ουδείς
μεταξύ ημών υπάρχει όστις να μη αισθάνεται εαυτόν σχεδόν
αναθαρρήσαντα!
Δεν ειξεύρω τι συμβαίνει εν τη ψυχή του Ροβέρτου Κόρτις, και
δεν δύναμαι να είπω εάν συμμερίζεται τας παρούσας ημών ιδέας.
Ως επί το πλείστον ίσταται μακράν ημών μόνος. Η ευθύνη αυτού
μεγάλη! Είνε ο αρχηγός και έχει να σώση ου μόνον την ζωήν του,
αλλά και τας ημετέρας! Γινώσκω ότι ούτω πως νοεί το καθήκον
του. Όθεν συχνάκις έχουσιν αυτόν όλον αι σκέψεις του, έκαστος
δε ημών αποφεύγει να τον ταράξη.
Κατά τας μακράς ταύτας ώρας οι πλείστοι των ναυτών κοιμώνται εν
τη πρώρα της σχεδίας. Κατά παραγγελίαν του πλοιάρχου την
πρύμναν θα κατέχωσι μόνον οι επιβάται, και ιδρύθη επί κιόνων
σκηνή παρέχουσα ημίν ολίγην τινά σκιάν. Εν κεφαλαίω διατελούμεν
εν ευαρέστω υγιεινή καταστάσει. Μόνος δε ο υποπλοίαρχος Ουάλτερ
δεν κατορθώνει να επανεύρη τας δυνάμεις του. Αι περιθάλψεις, άς
δαψιλώς παρέχομεν αυτώ, εις ουδέν ωφελούσι και οσημέραι
ελαττούνται αι δυνάμεις του.
Ουδέποτε εξετίμησα κάλλιον τον Ανδρέαν Λετουρνέρ ή κατά τας
παρούσας περιστάσεις. Ο αξιέραστος ούτος νέος είνε η ψυχή της
μικράς ημών κοινωνίας, έχει πνεύμα πρωτότυπον και αι νέαι αυτού
επόψεις και αι απρόοπτοι θεωρίαι αφθονούσιν εν τω ιδίω αυτού
τρόπω καθ' όν εξετάζει τα πράγματα. Η συνδιάλεξίς του
διασκεδάζει ημάς, συχνάκις δε και διδάσκει. Εν ώ δε ο Ανδρέας
λαλεί, η ασθενική πως όψις του εμψυχούται, ο δε πατήρ φαίνεται
πίνων τους λόγους του. Ενίοτε δε λαμβάνων την χείρα αυτού
ατενίζει προς αυτόν επί ώρας ολοκλήρους.
Η μις Χέρμπυ μετέχει ενίοτε των συνδιαλέξεων ημών μετά πολλής
όμως επιφυλάξεως. Έκαστος ημών προσπαθεί διά των περιποιήσεων
να την κάμη να λησμονήση, ότι απώλεσεν εκείνους, οίτινες θα
έμελλον να είνε οι φυσικοί αυτής προστάται. Η νεάνις αύτη εύρεν
εν τω κ. Λετουρνέρ φίλον ασφαλή, ως πατέρα, και λαλεί προς
αυτόν μετά οικειότητος, ήν η ηλικία του συγχωρεί. Τη επιμόνω
αυτού προτροπή διηγήθη τον βίον της, — βίον μεστόν θάρρους και
αυταπαρνησίας, οποίου έλαχον οι άποροι ορφανοί. Διέμενεν από
διετίας εν τη οικία του μίστερ Κηρ, και νυν απομένει άνευ τινος
πόρου εν τω παρόντι, άνευ τύχης εις το μέλλον, αλλά πλήρης
πεποιθήσεως, διότι είνε παρεσκευασμένη εις πάσαν δοκιμασίαν. Η
μις Χέρμπυ διά του χαρακτήρος της, της ηθικής δραστηριότητος,
επιβάλλει σέβας, και ουδέν σχήμα, ουδείς λόγος, δυνάμενος να
εκφύγη του στόματός τινος των εν τω πλοίω χυδαίων ανδρών,
επείραξεν αυτήν μέχρι τούδε.
Η 12, 13 και 14 του μηνός ουδεμίαν επήνεγκον μεταβολήν της
καταστάσεως ημών. Εξηκολούθει πνέων άνεμος Απηλιώτης (Α). Ουδέν
συμβάν αναφερόμενον εις τον διάπλουν. Χειρισμούς δεν έχομεν να
εκτελέσωμεν εν τη σχεδία. Ο οίαξ ή μάλλον το ουράδιον ουδέ
χρήζει καν μετακινήσεως. Η συσκευή ουριοδρομεί, και δεν είνε
αρκούντως ασταθής, ώστε να στρέφεται προς την ετέραν των
πλευρών ή προς την ετέραν. Ναύται τινες της τετραωρίας,
διαμένοντες διαρκώς εν τη πρώρα, είνε εντεταλμένοι να
επιβλέπωσι την θάλασσαν μετά πάσης της δυνατής προσοχής.
Επτά ημέραι παρήλθον αφ' ότου κατελίπομεν τον _Σάνσελλορ_.
Παρατηρώ δε ότι συνηθίζομεν εις τον επιβληθέντα ημίν
κανονισμόν, — τουλάχιστον ως προς τα της τροφής αλλ' είνε όμως
αληθές ότι αι δυνάμεις ημών δεν υπεβάλλοντο εις φυσικόν τινα
κόπον. Η μεγίστη των στερήσεων ημών είνε η σχετική στέρησις του
ύδατος, διότι κατά τους σφοδρούς τούτους καύσωνας η χορηγουμένη
ημίν ποσότης είνε προφανώς ανεπαρκής.
Την 15 του μηνός αγέλη ιχθύων εκ του είδους των σπάρων προσήλθε
παμπληθής περί την σχεδίαν. Ει και τα αλιευτικά ημών όργανα
αποτελούνται μόνον εκ μακρών σχοινίων εχόντων κατά το άκρον
καρφίον κεκυρτωμένον μετά τεμαχίου παστού κρέατος ως δέλεαρ,
συλλαμβάνομεν μέγαν τινά αριθμόν σπάρων, τοσούτον είνε
αδηφάγοι. Ως θαυμαστή αληθώς η αλιεία αύτη! πανήγυρις νομίζει
τις ότι τελείται εν τη σχεδία. Των ιχθύων δε τούτων οι μεν
εγένοντο οπτοί, οι δε βραστοί εν θαλασσίω ύδατι επί πυράς εκ
ξύλων αναφθείσης εν τη πρώρα. Οποία ευωχία! Οποία δε οικονομία
των προμηθειών μας! Ούτω δε άφθονοι είνε οι σπάροι ούτοι, ώστε
επί δύο ημέρας συλλαμβάνομεν πλέον των διακοσίων λιτρών, ό έστι
πλέον των εκατόν πεντήκοντα οκάδων. Μία βροχή να έλθη τώρα
πλέον, και τα πάντα θα έχωσι κάλλιστα.
Δυστυχώς η αγέλη αύτη των ιχθύων δεν διέμεινε πολύ εν τοις
ύδασιν ημών· Την 17 καρχαρίαι τινές μεγάλοι — του τεραστίου
εκείνου είδους των στικτών εχόντων μήκος τεσσάρων ή μέχρι πέντε
μέτρων, ανεφάνησαν επί της επιφανείας της θαλάσσης. Τα πτερύγια
και τα επάνω του σώματος είνε μαύρα μετά στιγμάτων και λοξών
ταινιών λευκών. Τα φοβερά ταύτα σκυλόψαρα εμφανιζόμενα, αείποτε
είνε επίφοβα ένεκα του ολίγου ύψους αυτών, πολλάκις δε η ουρά
των πλήττει τους σφηκίσκους [80] μετά φρικαλέας βίας. Εν
τούτοις οι ναύται κατώρθωσαν να τους απομακρύνωσι πλήττοντες
διά μοχλών. Θα εκπλαγώ πολύ αν μη ακολουθώσιν ημάς επιμόνως ως
βοράν επιφυλασσομένην αυτοίς. Δεν αγαπώ τα τέρατα ταύτα τα
προκαλούντα προαισθήσεις.
ΛΓ'
— _Από της 18 μέχρι 20 Δεκεμβρίου_. — Σήμερον η κατάστασις της
ατμοσφαίρας μετεβλήθη και ο άνεμος επετάθη· αλλά μη
παραπονώμεθα, διότι είνε εύνους. Προνοούντες όμως σπεύδομεν να
στερεώσωμεν τον ιστόν, ίνα μη δύναται η τάσις του ιστίου να τον
διαρρήξη. Τούτου δε γενομένου η βαρεία μηχανή εκτοπίζεται μετά
ταχύτητος ολίγον τι μείζονος, και καταλείπει όπισθέν της ώσπερ
ολκόν [81] τινα μακρόν.
Μετά μεσημβρίαν νέφη τινά εκάλυψαν τον ουρανόν, ο δε καύσων
κατέστη ολίγον τι μετριώτερος. Ο σάλος εταλάντωσε σφοδρότερον
την σχεδίαν και δύο ή τρία κύματα εισήλθον εις αυτήν. Ευτυχώς ο
ξυλουργός κατώρθωσε διά τινων επηγκενίδων να στήση δρύφακτα
[82] υψηλά δύο ποδών, άτινα μάλλον υπερασπίζουσιν ημάς κατά της
θαλάσσης.
Στερεούμεν ωσαύτως διά διπλών σχοινίων τα βυτία τα περιέχοντα
τας προμηθείας και το ύδωρ. Εάν τα εσάρωνε κύμα θαλάσσης ήθελε
καταστήση ημάς εις την φρικωδεστάτην των αμηχανιών. Το
ενδεχόμενον τούτο αναλογιζόμενος τις δεν δύναται να μη
φρικιάση.
Την 18 οι ναύται συνέλεξαν τινα των θαλασίων εκείνων φυτών
άτινα λέγονται κοινώς σαργάσα σχεδόν όμοια προς εκείνα ά
εύρωμεν εν ταις νήσοις Βερμούνδαις και τω Βραχοχοιρομηρίω. Είνε
δε ταύτα ζαχαροφόρα ενέχοντα στοιχείον ζαχαρώδες. Προτρέπω τους
συμπλωτήρας μου να μασήσωσι τους βλαστούς, ποιούσι τούτο και η
μάσησις δροσίζει επαισθητώς τον λάρυγγα και τα χείλη.
Την ημέραν ταύτην ουδέν νέον. Παρατηρώ μόνον ότι τινές των
ναυτών, μάλιστα δε ο Όουεν, ο Βάρκε, ο Φλαιπόλ ο Ουίλσων και ο
μαύρος Γύγξτροπ συσκέπτονται δις την ώραν, αλλά με λανθάνει
περί τίνος συσκέπτονται. Ωσαύτως παρατηρώ ότι σιωπώσιν οσάκις
έρχεται πλησίον αυτών αξιωματικός τις ή τις των επιβατών. Αυτό
τούτο παρετήρησε προ εμού και ο Ροβέρτος Κόρτις και δεν τω
αρέσκουσιν αι μυστικαί αύται συνδιαλέξεις· έχει δε απόφασιν να
επιβλέπη μετά προσοχής τους άνδρας τούτους· διότι ο μαύρος
Γύγξτροπ και ο ναύτης Όουεν είνε προφανώς δύο αχρείοι, ούς
οφείλομεν να φυλαττώμεθα, διότι δύνανται να παρασύρωσι τους
συντρόφους των.
Την 19 ο καύσων υπήρξεν υπερβολικός, εν δε τω ουρανώ ουδέν
νέφος. Ο άνεμος δεν δύναται να πληρώση το ιστίον και η σχεδία
μένει στάσιμος. Ναύται τινες ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, το δε
λουτρόν ενεποίησεν αυτοίς αληθή ανακούφισιν, ελάττωσαν την
δίψαν των έν τινι αναλογία. Αλλά μέγας ο κίνδυνος να ρίπτεται
τ
Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/40296