Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

by Spyridon Trikoupes · Greek · Gutenberg #39069 · 826,271 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Δ

Author: Spyridon Trikoupes


        
Release date: March 6, 2012 [eBook #39069]

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/39069

Credits: Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
        his major work in proofreading.


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉΣ ΕΠΑΝΑΣΤΆΣΕΩΣ, ΤΌΜΟΣ Δ ***




Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.





Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Bold words are included in &; words in italics in _. In
various places the book had in the margin the notation of the
month that the event took place. I have placed the month within
brackets, somewhere near the notation, starting a new paragraph.
Footnotes have been converted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με
ιταλικούς χαρακτήρες σε _. Λείπουν οι σελίδες 274 – 275. Σε
διάφορα μέρη, στο περιθώριο, το βιβλίο είχε την ένδειξη του μήνα
του γεγονότος. Έβαλα την ένδειξη κάπου κοντά στην ένδειξη του
περιθωρίου, ξεκινώντας κάθε φορά καινούργια παράγραφο. Οι
υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.




ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΥΠ' ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

ΤΟΜΟΣ Δ'.


              «Καλλίστην παιδείαν ηγητέον προς αληθινόν βίον
            την εκ της πραγματικής ιστορίας περιγιγνομένην εμ-
               πειρίαν· μόνη γαρ αύτη χωρίς βλάβης από παντός
             καιρού και περιστάσεως κριτάς αληθινούς αποτελεί
                                                του βελτίονος.»

                                         Εκ των του ΠΟΛΥΒΙΟΥ.



ΕΚΔΟΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ «ΩΡΑΣ»

1888




Π I Ν Α Ξ





ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ'.

Ο Νικόλαος αναγορεύεται αυτοκράτωρ πασών των Ρωσσιών. — Πολιτική
αυτού. — Πρωτόκολλον της 23 μαρτίου 1826. — Ψευδής ένωσις
Κωλεττικών και Πελοποννησίων. — Η εν Επιδαύρω γ' εθνική
συνέλευσις. — Χαρακτήρες των υπερισχυόντων εν αυτή, Ζαήμη, Λόντου
και Κολοκοτρώνη. — Η νέα κυβέρνησις.— Νέαι προσπάθειαι εις
ενθρονισμόν του δευτεροτόκου υιού του δουκός της Αυρηλίας, και
γνώμη του δουκός . . 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.

Αι Σπέτσαι και η Ύδρα επαπειλούνται υπό του εχθρού. — Καταβολαί
εις στρατολογίαν. — Αποβίωσις του Π. Πατρών. — Μετάβασις της
κυβερνήσεως εις τον θαλασσόπυργον του Ναυπλίου — Επάνοδος Ιβραήμη
εις Πελοπόννησον και παθήματα των εν τη επαρχία Καλαβρύτων. — Ο
Κολοκοτρώνης στρατολογών. — Εκστρατείαι Ιβραήμη εις Μάνην και εις
άλλα μέρη . . 15

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.

Κατά θάλασσαν μέχρι τέλους του έτους. — Άφιξις εις Ελλάδα του
ατμόπλου Καρτερίας, και της φρεγάτας Ελλάδος. — Φιλελληνισμός του
βασιλέως της Βαυαρίας. — Σκανδαλώδης διαγωγή του αυστριακού
ναυτικού. — Εμφύλιος πόλεμος εν τη επαρχία Κορίνθου. — Τα κατά την
Κρήτην . . 28

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.

Εκστρατεία του Κιουταχή εις Αθήνας και άλωσις της πόλεως. —
Διορισμός του Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού των κατά την
Ανατολικήν Ελλάδα στρατευμάτων. — Πολιορκία της ακροπόλεως. — Μάχη
του Χαϊδαρίου. — Συντυχία Καραϊσκάκη και Κιουταχή. — Είσοδος των
παρά τον Φαβιέρον εις την ακρόπολιν. — Εκστρατεία των
Θετταλομακεδόνων εις Ταλάντι . . 43

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.

Εκστρατεία Καραϊσκάκη. — Τα εν τη απουσία αυτού κατά τας Αθήνας
και η εις Αττικήν επάνοδός του. . . 68

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΕ'.

Μετάβασις της κυβερνήσεως εις Αίγιναν. — Ταραχαί εν Ναυπλίω και
Ύδρα. — Θαλάσσιοι εκστρατείαι εις Ωρωπόν και Βώλον . . 82

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΣΤ'.

Διαφωνίαι περί την συγκρότησιν εθνικής συνελεύσεως. — Άφιξις του
στρατηγού Τσώρτση και του λόρδου Κοχράνου και διορισμός του μεν
εις την αρχιστρατηγίαν, του δε εις την στολαρχίαν. — Χαρακτήρ
Μιαούλη. — Η εν Τροιζήνι εθνική συνέλευσις. — Εκλογή Ιωάννου
Καποδιστρίου ως κυβερνήτου. — Αντικυβερνητική επιτροπή . . 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΖ'.

Στρατοπέδευσις του Καραϊσκάκη εν Κερατσηνίω. — Μάχη του Μετοχίου
και άλλαι τινές συγκρούσεις. — Μετάβασις Κοχράνου και Τσώρτση εις
Πειραιά. — Τα κατά την Αττικήν μετά την εκεί μετάβασιν αυτών. —
Θάνατος Καραϊσκάκη και επιθεώρησις της επί του αγώνος διαγωγής
του. — Παράδοσις της ακροπόλεως Αθηνών . . 101

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΗ'.

Μετάβασις της βουλής και της αντικυβερνητικής επιτροπής εις
Ναύπλιον. — Αλληλομαχία των φρουράρχων αυτού και αταξίαι εν Άργει.
— Ο αυστριακός ναύαρχος κανονοβολεί τα εν τω λιμένι Σπετσών πλοία.
— Εκστρατεία Ιβραήμη εις Ηλείαν και Αχαΐαν. — Κατάπλους του
βυζαντινού στόλου εις Νεόκαστρον και έκπλους του ελληνικού. —
Προσκύνησις Νενέκου καί τινων μερών της Πελοποννήσου. — Επάνοδος
Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν διά Τριπολιτσάς. — Εκστρατεία Δελή-Αχμέτη
εις τας επαρχίας Βοστίτσης και Καλαβρύτων και άφιξις αυτού παρά τω
Ιβραήμη. — Ναυτικά κινήματα και κατορθώματα των Ελλήνων. —
Καταστροφή Μεσσηνίας διά πυρός και σιδήρου . . 125

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΘ'.

Εξωτερική πολιτική. — Συνθήκη της 24 ιουνίου. — Ναυμαχία
Νεοκάστρου. — Aναχώρησις των πρέσβεων των συμμάχων εκ
Κωνσταντινουπόλεως . . 145

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ο'.

Εκστρατείαι των Ελλήνων εις Ανατολικήν και Δυτικήν Ελλάδα, εις
Κρήτην και Χίον . . 166

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΑ'.

Προσπάθειαι Καποδιστρίου εν Ευρώπη υπέρ Ελλάδος μετά την εκλογήν
του. — Κατάβασις αυτού εις Ελλάδα και εγκαθίδρυσις της κυβερνήσεώς
του . . 179

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΒ'.

Πειρατεία και εξάλειψις αυτής. — Τα κατά την Γραμβούσαν. —
Τακτοποίησις του ναυτικού και του στρατιωτικού. — Παράδοσις των
φρουρίων Ναυπλίου εις την κυβέρνησιν και αλλαγή φρουρών. — Πώλησις
προσόδων. — Διοικητικός οργανισμός της Ελλάδος. — Κατεδαφισμός
Τριπολιτσάς παρά του Ιβραήμη . . 188

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΓ'.

Τα μεταξύ σουλτάνου και συμμάχων. — Κήρυξις πολέμου Ρωσσίας κατά
Τουρκίας. — Τα μεταξύ αυτών των συμμάχων . . 198

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΔ'.

Το κατά την Χίον, την Δυτικήν Ελλάδα και την Κρήτην. — Φθορά μιας
τουρκικής κορβέττας και ενός δικατάρτου υπό το Μέλαν ακρωτήριον
(Καρά-Μπαμπάν). — Πανώλης εν Ελλάδι. — Αποστολή αρχιερέων εις
Ελλάδα παρά της μεγάλης εκκλησίας. — Χορηγήματα Ρωσσίας και
Γαλλίας. — Σύστασις επιτροπής γενικής διοικήσεως, περιοδεύοντος
του κυβερνήτου . . 204

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΕ'.

Χαρακτήρ του κυβερνήτου και διαγωγή αυτού εν Ελλάδι. — Αίτια και
αρχή της αντιπολιτεύσεως. — Κουντουριώται — Τράπεζα,
Νομισματοκοπείον και Ορφανοτροφείον. — Εθνική εκπαίδευσις — Παύσις
πάσης αντικυβερνητικής εφημεριδογραφίας — Διαγωγή Βιάρου, αδελφού
του κυβερνήτου, και διάδοσις εντεύθεν της αντιπολιτεύσεως . . 214

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΣΤ'.

Πλους του κυβερνήτου μέχρι των παραλίων της Δυτικής Ελλάδος.
Συνέντευξις των αρχηγών των συμμαχικών στόλων και του Ιβραήμη. —
Λειποταξία των εν Κορώνη Αλβανών. — Σύγκρουσις αυτών και των
Αράβων. — Συμβιβασμός εις ασφαλή έξοδον των Αλβανών εκ της
Πελοποννήσου. — Φόνος του Δελή-Αχμέτη. — Επάνοδος του κυβερνήτου
εις Αίγιναν. — Νέαι δυσαρέσκειαι . . 225

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΖ'.

Εκστρατεία Γάλλων εις Ελλάδα. — Συνθήκη Κοδριγκτώνος και Μεχμέτ-
Αλή και απόδοσις αιχμαλώτων. — Επάνοδος εις Αλεξάνδρειαν του
Ιβραήμη και όλων των εν Πελοποννήσω αιγυπτίων στρατευμάτων. —
Έλευσις των τριών πρέσβεων εις Πόρον. — Τα μεταξύ των συμμάχων και
κοινοποιήσεις αυτών προς τον σουλτάνον. — Πρωτόκολλον της 4
νοεμβρίου . . 231

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΗ'.

Κυρίευσις του αμβρακικού κόλπου. — Πολεμικά συμβάντα εν Κρήτη. —
Αδράνεια των υπό τον Υψηλάντην στρατευμάτων. — Ανάκτησις όλης
σχεδόν της Ανατολικής Ελλάδος. — Κυρίευσις Βονίτσης. — Πανώλης εν
Καλαβρύτοις . . 237

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΟΘ'.

Διάθεσις των εν Πόρω πρέσβεων προς τον κυβερνήτην. —
Διαπραγματεύσεις εις εφαρμογήν της συνθήκης. — Διαγωγή της Πύλης
και γνώμη των αυλών περί των εν Πόρω εργασιών των πρέσβεων. —
Εγκατάστασις τακτικών δικαστηρίων. — Συγκάλεσις εθνικής
συνελεύσεως. . . 246

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Π'.

Διορισμός του Αυγουστίνου ως πληρεξουσίου τοποτηρητού του
κυβερνήτου κατά την στερεάν Ελλάδα. Πτώσις Αντιρρίου και
Ναυπάκτου. — Αναχώρησις του Κιουταχή εξ Ηπείρου αναδειχθέντος
αρχιβεζίρη. — Εξωτερική πολιτική και διαταγαί Αγγλίας περί λύσεως
των αποκλεισμών των δυτικών παραλίων της στερεάς Ελλάδος. —
Ανάκτησις Μεσολογγίου. — Τα μεταξύ κυβερνήτου και Γάλλων. —
Επάνοδος εις Γαλλίαν των γαλλικών στρατευμάτων. — Δάνειον ενός
εκατομμυρίου ρουβλίων παρά του αυτοκράτορος Νικολάου. —
Αγαθοεργήματα Αμερικανών . . 258

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΑ'.

Περιοδεία του κυβερνήτου εν Πελοποννήσω — Τροπολογία του περί
εκλογής νόμου. — Αντιπροσωπίαι των επαρχιών επ' ονόματι του
κυβερνήτου. — Συγκρότησις της εν Άργει δ' εθνικής συνελεύσεως και
πράξεις αυτής . . 267

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΒ'.

Εισβολή Ελλήνων εις Θήβας και συγκρούσεις αυτών και των εχθρών εν
τη πόλει ταύτη και παρά τω εν τη Αττική μονιδρίω του αγίου
Ιωάννου. — Μάχαι κατά τον Ανηφορίτην, τον Ωρωπόν και έξωθεν των
Θηβών. — Νέα εισβολή εχθρών εις την Ανατολικήν Ελλάδα. — Μάχη της
Πέτρας και έξοδος των εχθρών. Τέλος του υπέρ ανεξαρτησίας της
Ελλάδος πολέμου. — Χαρακτήρ Υψηλάντου. — Τα μετά την συνέλευσιν
του Άργους. — Νέα χορηγήματα Γαλλίας. — Όπλα δωρηθέντα παρά του
αυτοκράτορος της Ρωσσίας. — Προκαταβολή Εϋνάρδου επί του δανείου .
. 275

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΓ'.

Εξωτερικά. — Στένωσις της εν Πόρω υπό των πρέσβεων διαγραφείσης
οροθεσίας. — Η Ελλάς αναγορεύεται κράτος ανεξάρτητον υπό τον
Λεοπόλδον τον εκ του δουκικού οίκου του Σαξεκοπύργου . . 283

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Χαρακτηριστικά της Ελληνικής επαναστάσεως . . 289

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ . . 295

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΠΔ'.

Παραίτησις Λεοπόλδου . . 325




IΣΤΟΡIΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ




            1825-26.
            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ξ'.



            &Ο Νικόλαος αναγορεύεται αυτοκράτωρ πασών των Ρωσσιών. —
            Πολιτική αυτού. — Πρωτόκολλον της 25 μαρτίου 1826. — Ψευδής
            ένωσις Κωλεττικών και Πελοποννησίων. — Η εν Επιδαύρω γ' εθνική
            συνέλευσις. — Χαρακτήρες των υπερισχυόντων εν αυτή, Ζαήμη,
            Λόντου και Κολοκοτρώνη. Η νέα κυβέρνησις — Νέαι προσπάθειαι
            εις ενθρονισμόν του δευτεροτόκου υιού του δουκός της Αυρηλίας,
            και γνώμη του δουκός.&

            ΑΝΑΒΑΣ ο Νικόλαος επί τη αποβιώσει του Αλεξάνδρου εις τον
            θρόνον της Ρωσσίας εν μέσω συνωμοσιών, στάσεων, αιματοχυσιών
            και κινδύνων, απεφάσισε, παραλείπων το τουρκοελληνικόν ζήτημα,
            να εξισάση τας προς την Πύλην ιδίας διαφοράς διά της μαχαίρας·
            και κινήσας τα στρατεύματά του προς την Βεσσαραβίαν ειδοποίησε
            την Πύλην διά του Μιντσιάκη, ότι πόλεμος επέκειτο, αν εντός έξ
            εβδομάδων δεν επανήγε τα της Βλαχίας και Μολδαυίας εις την προ
            του 1821 κατάστασιν, αν δεν απέλυε τους εν ειρκτή
            αντιπροσώπους της Σερβίας, και αν δεν έστελλεν επί των ορίων
            πληρεξουσίους προς εξίσασιν των άλλων εκκρεμών διαφορών.

            Όσον εμεσολάβουν παρά τω Αλεξάνδρω αι Δυνάμεις, το παν
            εθυσιάζετο εις διατήρησιν της ειρήνης, και η αλαζών Πύλη
            υλάκτει. Αλλ' αφ' ού ο νέος αυτοκράτωρ εκήρυξεν ότι απέρριπτε
            πάσαν ξένην μεσολάβησιν, και ότι διά της μαχαίρας είχεν
            απόφασιν να ικανοποιηθή, υπήκουσεν η Πύλης όλη έντρομος, και
            τας ηγεμονείας εις την προ του 1821 κατάστασιν υπεσχέθη να
            επαναφέρη εντός της προθεσμίας των έξ εβδομάδων και μετ'
            ολίγον επανέφερε, και τους αντιπροσώπους της Σερβίας απέλυσε,
            και πληρεξουσίους εις Ακερμάνην, πόλιν ρωσσικήν, έστειλε, και
            συνθήκην οποίαν υπηγόρευσεν ο αντίπαλός της υπέγραψε. Τοιαύτην
            οδόν βαδίσας ο νέος αυτοκράτωρ κατώρθωσε διά μιας ό,τι εις
            μάτην ηγωνίσθησαν δι' όλης πενταετίας να κατορθώσωσιν ο γλυκύς
            προκάτοχός του και αι μεσιτεύουσαι Δυνάμεις.

            Η δε Αγγλία, αν και απέρριψε την περί της προστασίας πράξιν,
            δεν έπαυσε καταβάλλουσα πάσαν φροντίδα εις ειρήνευσιν της
            Ελλάδος. Απεχωρίσθη των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων επί του
            ελληνικού ζητήματος, ως προείρηται, επί λόγω ότι ουδ' ητήσατό
            τις των αντιφερομένων ουδ' εδέχετο την επί συμβιβασμώ
            παρέμβασίν της· αλλ', αφ' ού η Ελλάς επεκαλέσθη την προστασίαν
            της, εθεώρησεν ότι έλαβεν εύλογον αφορμήν εις επανάληψιν των
            μετά της Ρωσσίας διακοπεισών επί του ζητήματος τούτου
            διαλέξεών της, και επί της εις τον θρόνον αναβάσεως του
            Νικολάου απέστειλε τον Βελλιγκτώνα, ίνα τον συγχαρή και
            συνδιαλεχθή· απέστειλε και τον Στρατφόρδον Κάννιγγα πρέσβυν
            εις Κωνσταντινούπολιν.

            Προθέμενος ο πρέσβυς ούτος να μάθη τι εβουλεύοντο οι Έλληνες
            περί του μελετωμένου συμβιβασμού, κατήρεν επί του διάπλου
            αντικρύ της Ύδρας, λήγοντος του δεκεμβρίου (1825), όπου είδεν
            εν πρώτοις τον Μιαούλην και τον Τομπάζην ως ιδιώτας, και μετ'
            αυτούς τον Μαυροκορδάτον και τον Ζωγράφον, σταλέντας παρά της
            κυβερνήσεως. Αφ' ού δ' εγένετο μεταξύ αυτών πολύς λόγος
            ανεπισήμως περί συμβιβασμού βάσιν έχοντος την αυτονομίαν της
            Ελλάδος και απλήν υποτέλειαν εις την Πύλην, απέπλευσεν εις
            Κωνσταντινούπολιν, όπου έτυχε λαμπράς αλλ' όχι και φιλικής
            υποδοχής· δεν επρότεινε δε τι κατ' αρχάς περί Ελλάδος, διότι η
            Πύλη έλεγε παρρησία ότι «ουδεμία ξένη μεσιτεία μεταξύ δεσπότου
            και ραγιάδων ήτο δεκτή, και ουδεμία παρέμβασις ανεκτή»· ουδ'
            επείθετο, ότι η Αγγλία επροτίθετο· κυρίως διά του
            ελλληνοτουρκικού συμβιβασμού να την προφυλάξη του επικειμένου
            ρωσσικού πολέμου.

            Αλλ', εν ώ αύτη εδυστρόπει, ο Βελλιγκτών ηύρε πρόθυμον τον
            νέον αυτοκράτορα εις αναλαβήν των επί του προκατόχου του
            διακοπεισών επί του τουρκοελληνικού ζητήματος αγγλορρωσικών
            συνδιαλέξεων, και εις θερμήν σύμπραξιν προς ειρήνευσιν και
            οριστικήν αποκατάστασιν της Ελλάδος. «Αν αρχίσωμεν, πρέπει και
            να τελειώσωμεν», απεκρίθη ο αυτοκράτωρ προς τον προτείναντα
            την ειρήνευσιν Βελλιγκτώνα. Υπό τον όρον τούτον υπέγραψαν αι
            δύο αυλαί την 23 μαρτίου πρωτόκολλον διαλαμβάνον τα εξής.

            «Να εξαρτάται η Ελλάς από της οθωμανικής αυτοκρατορίας υπό
            ετήσιον φόρον.

            «Να διοικήται υπό Αρχών της εκλογής της, συνευδοκούσης εις την
            εκλογήν αυτών και της Πύλης.

            «Να απολαμβάνη, πάσαν θρησκευτικήν και εμπορικήν ελευθερίαν
            και πλήρη εσωτερικήν αυτονομίαν.

            «Να πωλήσωσιν οι κάτοικοι της Ελλάδος Τούρκοι τας ιδιοκτησίας
            των, και να εγκαταλείψωσι την γην εκείνην».

            Διά της αυτής πράξεως απεποιούντο αι δύο Δυνάμεις πάντα
            ιδιοτελή σκοπόν και επειδή το ελληνικόν ζήτημα ούτε αγγλικόν
            ήτον ούτε ρωσσικόν, αλλ' ευρωπαϊκόν, ζήτημα ανάγκης και όχι
            προαιρέσεως, θυσιών και όχι ωφελειών, συνυπεσχέθησαν να
            ζητήσωσιν επί τοις αυτοίς όροις την σύμπραξιν και των άλλων
            μεγάλων Δυνάμεων. Ουδαμώς διέφερε το πρωτόκολλον τούτο, ως
            προς τους πολιτικούς όρους, του προ διετίας υποβληθέντος και
            μη παραδεχθέντος ρωσσικού σχεδίου. Αν δ' εγίνετο έκτοτε
            δεκτόν, θα επρολαμβάνοντο τόσα παθήματα της εις πυρ και
            σίδηρον εγκαταλειφθείσης εν τω μεταξύ τούτω ανθρωπότητος. Και
            ταύτα μεν τα περί Ελλάδος εξωτερικώς τω καιρώ εκείνω·
            εσωτερικώς δε είχαν ούτω.

            Πανάκειαν των δεινών της πατρίδος υπελάμβαναν οι πλείστοι των
            Ελλήνων τας εθνικάς συνελεύσεις των, οι δε ειδημονέστεροι τας
            εθεώρουν ευσχήμους τρόπους μεταπτώσεως της εξουσίας.
            Επεκαλούντο οι αντάρται την συγκρότησιν της εθνικής
            συνελεύσεως εις επάνοδόν των δι' αυτής εις τα πράγματα· την
            απεποιούντο δε οι εν τοις πράγμασιν εις διατήρησιν της
            εξουσίας. Αλλά κατά τας παρούσας περιστάσεις η συγκρότησίς της
            ήτο τω όντι αναγκαία, διότι ο μέγας κίνδυνος της πατρίδος
            απήτει μεταρρύθμισιν του πολιτικού συστήματος, και κυβέρνησιν
            έχουσαν νόμιμον δύναμιν να διαπραγματευθή εξωτερικώς τα προς
            σωτηρίαν. Η Αγγλία, μη δεχθείσα τα της προστασίας, ως παραίτια
            αδικαιολογήτου πολέμου αυτής και της Πύλης, έσπευσε να
            προσφέρη την ειρηνικήν μεσιτείαν της, και η Ελλάς,
            κινδυνεύουσα να εξοντωθή, ηναγκάζετο να την δεχθή· αλλά δεν
            εδύνατο βεβαίως ποτέ διά της ειρηνικής ταύτης μεσολαβήσεως να
            ελπίση πλήρη και τελείαν ανεξαρτησίαν. Η μεσιτεία στηρίζεται
            επί αμοιβαία των δεδομένων αυτήν παραχωρήσει. Την αρχήν ταύτην
            έθεσεν, ως είδαμεν, ο Κάννιγγ ως βάσιν, και επί τη βάσει ταύτη
            επρότεινε την μεσιτείαν της κυβερνήσεώς του· αλλά το σύνταγμα
            της Ελλάδος ήτον ως προς τούτο αδυσώπητον· μόνη εθνική
            συνέλευσις εδύνατο να μεταποιήση τον εν πλήρει ενεργεία
            θεμελιώδη νόμον. Ώρισε και η εν Άστρει συνέλευσις την
            συγκρότησιν τρίτης συνελεύσεως μετά διετίαν προς αναθεώρησιν
            του συντάγματος. Διά τον διττόν τούτον λόγον, η κυβέρνησις δι'
            εγκυκλίου της 25 σεπτεμβρίου εκάλεσε τας επαρχίας να εκλέξωσι
            διπλασίους του αριθμού των βουλευτών πληρεξουσίους και
            αποστείλωσιν αυτούς εις Ναύπλιον, ή όπου αλλού εκρίνετο
            εύλογον προς έναρξιν εργασιών εθνικής συνελεύσεως κατά την 25
            δεκεμβρίου. Η προθεσμία παρήλθε, και οι πληρεξούσιοι δεν
            εφάνησαν· εκλήθησαν και εκ δευτέρου, αρχομένου του ιανουαρίου
            του 1820 εις Μέγαρα· αλλ' οι πληρεξούσιοι, επιρρεαζόμενοι υπό
            των υπερισχυόντων Πελοποννησίων μάλλον ή υπό της κυβερνήσεως,
            συνήλθαν εις Επίδαυρον, όπου είχε συγκροτηθή η πρώτη εθνική
            συνέλευσις.

            Θερμήν έδειξαν προθυμίαν εις παραδοχήν της αγγλικής μεσιτείας
            οι προ μικρού πρώτοι υπογράψαντες και ενεργήσαντες τα περί της
            αγγλικής προστασίας Πελοποννήσιοι, και ησχολήθησαν σπουδαίως
            εις άρσιν παντός προσκόμματος· αλλά μέγα πρόσκομμα εφαίνετο η
            πολιτική των περί τον Κωλέττην, αγωνιζομένων εις ανύψωσιν της
            Αυρηλιανής δυναστείας επί του θρόνου της Ελλάδος.

            Πολλήν κατέβαλαν οι αμνηστευθέντες φροντίδα ν' αποσπάσωσι τον
            Κωλέττην του Κουντουριώτου, επί υποσχέσει να τον παραλάβωσι
            συμμέτοχον της εξουσίας επί της προκειμένης συνελεύσεως, καθ’
            ήν η επιρροή των προηγγέλλετο παντοδύναμος. Αντέτεινε κατ'
            αρχάς ο Κωλέττης· αλλά θεωρών την πτώσιν του συνάρχοντός του
            βεβαίαν, ενέδωκε μυστικώς εις τας εισηγήσεις των μέχρι τούδε
            αντιπάλων του, υπό τον όρον να συντελέσωσιν εις τον
            ενθρονισμόν του δευτεροτόκου υιού του δουκός της Αυρηλίας.
            Εκτελουμένου του σχεδίου τούτου, εματαιούντο τα της αγγλικής
            προστασίας τα περί πολλού παρά τοις αμνηστευθείσιν· αλλ'
            ούτοι, θεωρούντες ευλόγως αυτό ανεκτέλεστον, ως ουδ' αυτής της
            γαλλικής κυβερνήσεως, ης απητείτο η αντίληψις,
            συγκατατιθεμένης, συνήνεσαν, υπό τον όρον να αιτήσωσι
            προηγουμένως την γνώμην και συμβουλήν αυτού του δουκός περί ων
            επρόκειτο, προς αποφυγήν ενδεχομένης αποτυχίας. Εγκριθέντος δε
            του όρου τούτου, εστάλη προς τον δούκα μυστικώς αναφορά
            υπογραφείσα παρά των περί τον Κωλέττην καί τινων των
            αγγλοφρονούντων αντιπάλων του Πελοποννησίων, και φέρουσα τας
            εξής τέσσαρας ερωτήσεις.

            «Επετρέπετο να εκλέξη η Ελλάς ηγεμόνα μέλος τινός των
            βασιλευόντων οίκων;

            «Εδέχετο την εκλογήν ο εκλεχθησόμενος ηγεμών; «Ποίον το
            καταλληλότεροι σύνταγμα; «Θα ήρχετο εις αντίληψιν των Ελλήνων
            ο συγγενής του ηγεμόνος βασιλεύς, και θα εμεσίτευε παρά ταις
            άλλαις αυλαίς εις αναγνώρισιν της εκλογής αυτού και της
            ανεξαρτησίας του έθνους;»

            Διαπαιδαγωγηθέντες τοιουτοτρόπως οι Κωλεττικοί υπό των
            Πελοποννησίων, και προσδοκώντες να συναρχοντεύσωσι κατά τα
            συνομολογηθέντα, ουδετερώθησαν επί της προκειμένης
            συνελεύσεως, καθ' όσον μάλιστα εθεώρουν ατελεσφόρητον ην είχαν
            περί πολλού οι νέοι φίλοι των αγγλικήν μεσιτείαν, ως μη
            συναινούσης της Πύλης.

            Τρεις ήσαν οι εν τη συνελεύσει υπερισχύοντες, και οι τρεις
            Πελοποννήσιοι, ο Ζαήμης, ο Λόντος και ο Κολοκοτρώνης.

            Οσάκις οι τρεις ούτοι άνδρες ωμονόουν, η φωνή των ήτο φωνή
            όλης της Πελοποννήσου· οσάκις δε εδιχονόουν, εδιχονόει και όλη
            η Πελοπόννησος· τους είδαμεν μεγάλας υπηρεσίας πατρίδι
            πολλάκις προσενεγκόντας, ασεβή χείρα εις ανατροπήν των
            καθεστώτων άραντας, και μεγάλα κακά προξενήσαντας· αλλ'
            εξαλείψαντας μετά ταύτα τα δεινά πταίσματά των διά της παντός
            επαίνου αξίας διαγωγής των, και σαλεύουσαν την Πελοπόννησον
            επί Ιβραήμη γενναιοφρόνως υποστηρίξαντας. Κατεστράφησαν και οι
            τρεις επί του δευτέρου εμφυλίου πολέμου, και ως εχθροί της
            πατρίδος εστιγματίσθησαν· αλλά μετ' ολίγον ανηγέρθησαν υπό της
            φοράς των πραγμάτων, ως σωτήρες παρά του πάσχοντος λαού
            ανευφημίσθησαν, και την υπερτάτην Αρχήν ενεπιστεύθησαν, τους
            παντοδυνάμους εχθρούς των καταισχύναντες.

            Ο Ζαήμης, ισχύοντος πατρός υιός ισχυρότερος, υπερείχεν όλων
            των προεστώτων της Πελοποννήσου· διεκρίθη επί του αγώνος διά
            την μετριοπάθειαν προς τους εχθρούς, την ειλικρίνειαν προς
            τους φίλους και την προς τους δεομένους επιείκειαν·
            εμεγαλοφρόνει ως ουδείς των προϊσταμένων της Ελλάδος, αλλά,
            φύσει άτολμος, δεν εμεγαλοπραγμόνει· πανθομολόγητος ήτον η
            σύνεσίς του και ακραιφνής ο πατριωτισμός του, αλλ' επισκίαζε
            τας αρετάς ταύτας φιλόδοξος αλαζονεία, ωθήσασα αυτόν και εις
            ανταρσίαν· ηγεμονικόν ήτο το βλέμμα του, το ήθος του ασιανόν,
            αξιοπρεπές το σχήμα του και το βάδισμά του σεσοβημένον. «Τι
            Ζαήμης τ' Ιβραήμης» έλεγαν οι βλέποντες αυτόν διερχόμενον·
            ολίγη ήτον η μάθησίς του, αλλά πολλήν την εδείκνυεν ο ευρύς
            νους του· έθελγε τους ακροατάς του διά της φυσικής του
            ευγλωττίας, και εθέρμαινε τας καρδίας των διά των φιλογενών
            προτροπών του· ο πατριωτισμός του δεν είχεν όρια τον Ισθμόν,
            ώς τινων άλλων συμπολιτών του· πατρίς του ήτον όλη η Ελλάς,
            και εις απολύτρωσιν όλης της Ελλάδος ηγωνίζετο τον καλόν
            αγώνα· η αγενής διάκρισις αυτόχθονος και ετερόχθονος δεν
            εισεχώρησεν εις την καρδίαν του· Έλληνας εξ ίσου εθεώρει
            πάντας τους υπό τον ξένον ζυγόν πιστεύοντας εις Χριστόν
            ομογενείς του· πρόθυμος έτρεχεν εις τους κινδύνους προς
            εμψύχωσιν του λαού, αν και μη φιλοπόλεμος· τόσον δε απείχε του
            επιδιώκειν στρατιωτικήν δόξαν, ώστ' εχλεύαζεν αυτός εαυτόν διά
            την εν πολέμοις δειλίαν του· κινδυνευούσης της πατρίδος και
            πρόεδρος αναγορευθείς της κυβερνήσεως ελησμόνησε την προς τον
            Καραϊσκάκην δικαίαν έχθραν του, και χάριν της κοινής σωτηρίας
            τω έδωκεν όσην εξουσίαν δίδει τις μόνον τοις πιστοίς φίλοις
            του· «η πατρίς», είπε, «θέλω να σωθή, και ας μεγαλυνθή ο
            εχθρός μου»· μετά την ακάθεκτον πρόοδον των Αιγυπτίων επάτησε
            την Πελοπόννησον, αν και προγεγραμμένος, ειπών προς τους
            συμπολίτας του ιδόντας αυτόν απροσδοκήτως· «ήλθα ν' αποθάνω
            μεθ' υμών»· επληγώθη η φιλοτιμία του διότι το εν Ζακύνθω
            συνταχθέν περί της αγγλικής προστασίας έγγραφον εθεώρει τον
            Κολοκοτρώνην Πελοποννησιάρχην· αλλ' επειδή εν τοις δεινοίς
            εκείνοις καιροίς ενομίζετο σωτήριον, το υπέγραψεν ειπών τω
            Κολοκοτρώνη ενώπιον πολλών· «δεν θα σοι παρεχώρουν τα πρωτεία,
            αν δεν έβλεπα κινδυνεύουσαν την πατρίδα»· διά τον αυτόν λόγον
            καθυπέβαλεν αυθόρμητος εαυτόν υπό τας διαταγάς του αντιζήλου
            του τούτου καθ' όλας τας επί του Ιβραήμη εκστρατείας· είχε τι
            ιδιαίτερον χαρακτηριστικόν ο ανήρ ούτος· εν τη υπερηφανεία του
            ήτον αξιαγάπητος· συμπολιτευόμενοι και αντιπολιτευόμενοι τον
            ετίμων διά τον χαρακτήρα του και τας κοινωνικάς αρετάς του·
            «πολλάκις αντεπολιτεύθην τον Ζαήμην», έλεγεν ο Κολοκοτρώνης,
            «αλλά ποτέ δεν τον εμίσησα».

            Αναπόσπαστος του Ζαήμη και της αυτής αείποτε πολιτικής και των
            αυτών προς όλην την Ελλάδα και προς όλους τους Έλληνας
            φρονημάτων ήτον ο εξάδελφός του, Ανδρέας Λόντος, υιός εξόχου
            πατρός, υπό της τουρκικής Αρχής επί δουλείας αποκεφαλισθέντος·
            είχε χαρακτήρα όλως ιπποτικόν· πολλάκις εξετρέπετο εις άτοπα,
            αλλ', ως αγαθός, πάντοτε επροθυμείτο να εξιλεόνη όσους
            επίκραινε, ή να ικανοποιή όσους έβλαπτεν· απεχόμενος δε
            συνήθως των πολιτικών ησπάζετο τον στρατιωτικόν βίον· ώστε της
            δυάδος ταυτής ο μεν Ζαήμης δικαίως εθεωρείτο ο νους, ο δε
            Λόντος ο βραχίων. Οι δύο δε ούτοι άνδρες διά την παντοτεινήν
            ομοφροσύνην των ωνομάζοντο δι' ενός και του αυτού ονόματος·
            «οι Ανδρέαι».

            Όσον διέπρεπεν ο Ζαήμης μεταξύ των πολιτικών, τόσον ο
            Κολοκοτρώνης, γόνος και απόγονος τουρκομάχων και μαχίμων
            ανδρών, διέπρεπε μεταξύ των πολεμικών· νέος ων έμαθε τα κοινά
            γράμματα και, εις ένδειξιν της διαθέσεώς του προς ους και περί
            ων έγραφε κατά τας επί της επαναστάσεως εκστρατείας του,
            συνείθιζε διαφοροτρόπως να υπογράφη το αρκτικόν στοιχείον του
            χριστιανικού ονόματός του, το Θ· μέγα μεν αγανακτών ή
            οργιζόμενος, μικρόν δε ιλαρώς ή φιλικώς διακείμενος· αγρίαν
            είχε την όψιν, αλλ' ήμερον την καρδίαν· ευφυώς εξηγείτο διά
            παραβολών και μύθων· πολλή η προς αυτόν υπόληψις του λαού της
            Πελοποννήσου, και πατρική η περί του λαού τούτου φροντίς του·
            είτε ως κλέπτης είτε ως αρματωλός περιπλανώμενος εν
            Πελοποννήσω, ή υπό ξένην εν τη Επταννήσω υπηρετών σημαίαν,
            κατά νουν είχε την ελευθερίαν της πατρίδος και απεποιείτο να
            στρατεύη εις τόπους όθεν δεν εδύνατο να βλέπη τα βουνά του·
            ούτε εν ταις επιτυχίαις του υψηλοφρίνει ούτε εν ταις
            αποτυχίαις του εταπεινούτο· κατηγορείτο ως μηδέποτε
            εκστρατεύσας πέραν του ισθμού, αλλά πολλούς πολλάκις
            απέστειλεν εις αντίληψιν των εκεί αγωνιζομένων· έρρεπεν εις
            ταραχάς και ηγάπα ως ουδείς των πολεμικών ν' αναμιγνύεται εις
            τα πολιτικά, εν οίς ουδέποτε ευδοκίμησεν, αγόμενος διά την
            άγνοιάν του, αν και νουνεχής, υπό ιδιοτελών και δοκησισόφων·
            μικράν επί τω θανάτω του αφήσας περιουσίαν, αν και
            ολιγοδάπανος, έψευσε την κοινήν δόξαν, ότι αγνάς αρπαγής δεν
            είχε τας χείρας. Δύο ήσαν, έλεγε, τα κατορθώματά του επί του
            αγώνος· συνείθισε τους χωρικούς της Πελοποννήσου να μη φεύγωσι
            βλέποντες Τούρκους και νικώμενοι να μη προσκυνώσι. Τοιαύτη
            ήτον η εν τη συνελεύσει υπερισχύουσα και εν ομοφροσύνη
            εργαζομένη τριανδρία.

            Τα δε κύρια έργα της συνελεύσεως ήσαν η αναθεώρησις του
            συντάγματος και ο της Ελλάδος και Πύλης συμβιβασμός διά ξένης
            μεσιτείας. Ο καιρός και η πείρα απέδειξαν, ότι το σύνταγμα
            είχεν ανάγκην μεταρρυθμίσεως, και το κύριον ελάττωμά του ήτον
            η επέμβασις της βουλής εις την εκτέλεσιν των νόμων, και η εξ
            αιτίας της επεμβάσεως χαλάρωσις της νομοτελεστικής δυνάμεως· η
            δε τοιαύτη επέμβασις, επιζήμιος εν καιρώ ειρήνης, κατήντα
            θανατηφόρος εν καιρώ πολέμου.

            Προ της ενάρξεως της συνελεύσεως εδημοσιεύθη σχέδιον αναθέτον
            διά τας δεινάς περιστάσεις του καιρού εκείνου πάσαν εξουσίαν,
            εκτός της δικαστικής, εις προσωρινήν τριμελή επιτροπήν
            ενεργούσαν τα καθήκοντα των υπουργών δι' ενός γενικού
            γραμματέως, εκδίδουσαν ψηφίσματα τόπον επέχοντα προσωρινώς
            νόμων, καταργούσαν τους πολυαρίθμους επάρχους, διοικούσαν διά
            τεσσάρων υπαλλήλων Αρχών την στερεάν Ελλάδα, το Αιγαίον, την
            Πελοπόννησον και την Κρήτην, και αυτήν και μόνην φροντίζουσαν
            εσωτερικώς και εξωτερικώς τα εις σωτηρίαν και ευημερίαν της
            πατρίδος. Το σχέδιον απήτει και την αποκοίμισιν του
            συντάγματος μέχρις ου ετελεύτα συνήθως ο ετήσιος πόλεμος, και
            ώριζε την επάνοδον των πληρεξουσίων εις επανάληψιν των
            εργασιών των κατά τον νοέμβριον. Το σχέδιον τούτο εγένετο
            αφορμή πολλών σκέψεων και λόγων καθ' όν καιρόν εδημοσιεύθη,
            αλλά δεν ηύρε πολλούς των πληρεξουσίων υπερασπιστάς. Την 6
            απριλίου ήρχισεν η συνέλευσις τας τακτικάς εργασίας της υπό
            την προεδρίαν του Πανούτσου Νοταρά εις διαρρύθμισιν της
            πολιτείας επί τη βάσει του αντιπροσωπικού συστήματος· αλλά,
            προτού προχωρήση, έμαθεν ό,τι προείδεν ο σχεδιογράφος, την
            ψυχορραγίαν του Μεσολογγίου (α) Η είδησις αύτη κατεθορύβησε
            την συνέλευσιν· τα σπουδαία έργα της απήτουν αταραξίαν νοός
            και βαθείας σκέψεις, και ήδη ο κίνδυνος επέκειτο. Είδεν ότι η
            σωτηρία της πατρίδος απήτει δικτάτορα, ή, εν ελλείψει αυτού,
            δικτατορίαν. Υπό το κράτος τοιούτων περιστάσεων παρεδέχθη την
            εν τω σχεδίω δημοσιευθείσαν περί δικτατορικής κυβερνήσεως
            γνώμην, ήτησε τον γράψαντα την ανάπτυξίν του ως προς την κατά
            τας επαρχίας εφαρμογήν του, και ώρισε την διάρκειαν της Αρχής
            ταύτης μέχρι τέλους σεπτεμβρίου· αλλά παρεμόρφωσε το σχέδιον
            χάριν φιλοτιμιών και προσωπικών συμφερόντων. Τα τρία κατ' αυτό
            μέλη της νέας κυβερνήσεως έγειναν πέντε, τα πέντε επτά, τα
            επτά εννέα και τα εννέα ένδεκα· ώστε η πολυμέλειά της
            εχαλάρωσε την ενέργειάν της· εψηφίσθησαν δε μέλη της νέας
            κυβερνήσεως ο Ανδρέας Ζαήμης, ο και πρόεδρος, ο Πετρόμπεης
            Μαυρομιχάλης, ο Αναγνώστης Δηληγιάννης, ο Γεώργης Σισίνης, ο
            Δημήτρης Τσαμαδός, ο Ανδρέας Χατζή-Αναργύρου, ο Αναγνώστης
            Μοναρχίδης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Σπυρίδων Τρικούπης, ο Ιωάννης
            Βλάχος και ο Παναγιώτης Δημητρακόπουλος· δεν συμπαρελήφθη εις
            την νέαν κυβέρνησιν ο Κωλέττης, και ένεκα τούτου διελύθη η
            Πελοποννησίων και Κωλεττικών ένωσις, ην χλευάζουσα η
            δημοσιογραφία απεκάλει προσφυώς λυκοφιλίαν. Παρηγκωνίσθη και ο
            Μαυροκορδάτος, δυσπιστούντων προς αυτόν των εν δυνάμει.

            Ως αν δεν ήρκουν δε ουδ' ένδεκα μέλη εις κατάρτισιν
            κυβερνήσεως, κατέστησεν η συνέλευσις άλλην δεκατριμελή
            επιτροπήν καλέσασα αυτήν «επιτροπήν της συνελεύσεως», εις ην
            ανέθεσε την εκ νέου συγκάλεσιν των αυτών πληρεξουσίων περί τα
            τέλη σεπτεμβρίου, την επεξεργασίαν των λογαριασμών του
            υπουργείου της οικονομίας, του εθνικού ταμείου, και της επί
            του δανείου εν Λονδίνω επιτροπής, την αντικατάστασιν των μελών
            αυτής, και προ πάντων την περί συμβιβασμού του ελληνικού
            έθνους και της Πύλης διαπραγμάτευσιν διά του εν
            Κωνσταντινουπόλει Άγγλου πρέσβεως υπό τους εξής όρους.

            Να μη έχωσιν οι Τούρκοι μόνιμον κατοικίαν εν Ελλάδι.

            Να εγκαταλείψωσι τα υποχείριά των φρούρια.

            Να μη αναμιγνύεται η Πύλη ούτ' εκ πλαγίου ούτε κατ' ευθείαν
            εις την εσωτερικήν κυβέρνησιν της Ελλάδος, πολιτικήν ή
            εκκλησιαστικήν.

            Να έχη η Ελλάς τα εις εσωτερικήν και εξωτερικήν ασφάλειαν του
            κράτους αναγκαία στρατεύματα και την εις υπεράσπισιν του
            εμπορίου αναγκαίαν ναυτικήν δύναμιν.

            Να λάβωσιν απαραλλάκτως τα αυτά δικαιώματα και την αυτήν τύχην
            η Πελοπόννησος, η Ανατολική και Δυτική Ελλάς, το Αιγαίον και η
            Κρήτη· να λάβωσι δε τα αυτά δικαιώματα (καθ' όσον όμως τούτο
            ήτο κατορθωτόν) και όσα άλλα μέρη έλαβαν όπλα, ή συνηνώθησαν
            μετά της ελληνικής κυβερνήσεως.

            Να έχωσιν οι Έλληνες σημαίαν και το δικαίωμα του αποστέλλειν
            και δέχεσθαι διπλωματικούς πράκτορας και κόπτειν νόμισμα.

            Να υπόκηται η Ελλάς, ως υποτελής τω σουλτάνω, εις ετήσιον
            φόρον, ή να πληρώση άπαξ χρηματικήν τινα ποσότητα εις
            παντοτεινήν απαλλαγήν αυτού.

            Να γένη ανακωχή, αρξαμένης της διαπραγματεύσεως.

            Να εγγυηθή η μεγάλη Βρεττανία τον συμβιβασμόν.

            Να δύναται η επιτροπή να τροπολογή τας ανωτέρω προτάσεις
            έχουσα υπ' όψιν την πλειοτέραν ωφέλειαν της Ελλάδος,
            φυλαττομένων όμως πάντοτε αμετατρέπτων των πέντε πρώτων
            άρθρων, και να επικαλεσθή και άλλην αυλήν ή και όλας, αν η διά
            του Άγγλου πρέσβεως διαπραγμάτευσις απετύγχανεν.

Απρίλιος    Και αύται μεν ήσαν αι οδηγίαι, ας υπέγραψεν η συνέλευσις την
            12 απριλίου· την δε 14 υπέγραψεν επιστολήν προς τον εν
            Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της Αγγλίας δίδουσα την περί της
            προκειμένης διαπραγματεύσεως απαιτουμένην πληρεξουσιότητα.

            Εν ώ δε κατεγίνετο εις τον συμβιβασμόν διά της μοναδικής
            μεσιτείας της Αγγλίας, ανεγνώσθη επί συνεδριάσεως
            διαμαρτύρησις του Δημητρίου Υψηλάντου κατά της περί του
            συμβιβασμού πράξεως, ως παρανόμου και ανθελληνικής.
            Αγανακτήσασα η συνέλευσις επί τη διαμαρτυρήσει ενός πολίτου
            κατά της ομοφώνου αποφάσεως όλου του έθνους εστέρησε διά
            ψηφίσματός της τον διαμαρτυρηθέντα παντός πολιτικού
            δικαιώματος και τον απέκλεισε πάσης στρατιωτικής υπηρεσίας.

            Εκτός δε της συστάσεως των δύο επιτροπών, η συνέλευσις εψήφισε
            δάνειον εκατόν χιλιάδων διστήλων εις μισθούς και τροφάς του
            στόλου, εις εφοδιασμόν της φρουράς του Μεσολογγίου, εις
            επισκευήν του φρουρίου, και εις τροφήν των έξωθεν αυτού
            συγκροτηθησομένων στρατευμάτων· παρήγγειλε δε να
            διαπραγματευθή τα δάνειον τούτο εν τω ιονίω κράτει και αποδοθή
            μετά δύο έτη· διέταξε τα δέοντα και περί αυξήσεως του τακτικού
            στρατού· επεκύρωσε τα δύο εν Αγγλία δάνεια· απαγόρευσε πάσαν
            εκποίησιν εθνικής γης, και ηκύρωσε την ήδη κατά παράβασιν του
            Λβ' ψηφίσματος της εν Άστρει εθνικής συνελεύσεως εις
            εφοδιασμόν του Μεσολογγίου και εις αποστολήν ναυτικής δυνάμεως
            προς αντίληψίν του γενομένην, αποζημιουμένων των αγοραστών·
            εσύστησε πενταμελή πλημμελειοδικείου επιτροπήν, και εψήφισε τα
            περί αποζημιώσεων των ναυτικών νήσων και βραβεύσεως των κατά
            γην και θάλασσαν αγωνισθέντων ναυάρχων, πλοιάρχων, στρατηγών
            και οπλαρχηγών.

            Εις άκραν παράλυσιν είχαν καταντήσει τω καιρώ εκείνω οι
            τακτικοί. Μετά την εις τας νήσους καταφυγήν των διεβιβάσθησαν
            εις Αθήνας· άλλα μη ευρόντες καλήν υποδοχήν παρά τω εκεί
            ισχύοντι Γκούρα, τω άλλοτε φανέντι φιλοτακτικώ και ήδη
            παρρησία αντενεργούντι, απήλθαν εις Σαλαμίνα στερούμενοι των
            αναγκαίων. Εγκατέλειψαν την υπηρεσίαν και την Ελλάδα πολλοί
            ξένοι αξιωματικοί, εν οίς και ο πολλά εις εξάσκησιν του
            ιππικού μοχθήσας Ρεϋνόλδος, ον αντικατέστησεν ο εκ
            Πορτουγαλλίας Αλμέιδας· η κακοβουλία δεν εφείσθη ουδ' αυτού
            του Φαβιέρου επί της τελευταίας εκστρατείας και αποτυχίας του
            τακτικού, και οι μεν τον κατηγόρουν ως ασυλλογίστως και
            ριψοκινδύνως εκστρατεύσαντα, οι δε τον εσυκοφάντουν ως
            διανοούμενον την δι' ελληνικών αιμάτων υποταγήν της Ευβοίας
            εις την πατρίδα του· τον εσυκοφάντουν δε ως τοιούτον καθ' όν
            καιρόν, πολλών Ελλήνων γαλλιζόντων, ο Φαβιέρος ουδ' εις αυτών
            ουδ' εις του Ρόσχου τα σχέδια ανεμιγνύετο· αγανακτών δ' επί
            τοις λεγομένοις, και μεμφόμενος την κυβέρνησιν ως μη
            εκτελέσασαν όσα έδει υπέρ του τακτικού, παρητήθη της
            υπηρεσίας· αλλά το νομοτελεστικόν, ούτινος η εξουσία ήτον εν
            τω τελειούσθαι, δεν εδέχθη την παραίτησιν. Η δε συνέλευσις τον
            εκάλεσεν εις Επίδαυρον, τον ήκουσεν επί συνεδριάσεως
            απολογούμενον, τον εδικαίωσε, τω απέδωκε τας ευχαριστίας της
            και τον έπεισε ν' ανακαλέση την παραίτησιν του· την δε 16
            απεπεράτωσε τα έργα της (β).

            Η δε αρτισύστατος κυβέρνησις εφρόντισε να εμβάση εις Ναύπλιον
            προ της εκεί μεταβάσεώς της στρατιωτικήν δύναμιν υπό τον
            Γενναίον υποπτεύουσα τον φρούραρχον Φωτομάραν, και την 18
            εισήλθε και αύτη· αλλ' απεποιήθη πάσαν πομπώδη υποδοχήν, ως
            πενθηφορούσης της Ελλάδος επί τη πτώσει του Μεσολογγίου, αν
            και σεμνυνομένης εφ’ οις η φρουρά του εμεγαλοπραγμόνησε (γ).
            Διώρισε δε και γενικόν γραμματέα τον Ζωγράφον.

            Ουδέποτε κυβέρνησις της Ελλάδος ευρέθη έχουσα εν μέσω τόσω
            δεινών περιστάσεων τόσω μικρούς πόρους· το δάνειον εξηντλήθη·
            60 μόνον γρόσια ευρέθησαν εν τω ταμείω· η Πελοπόννησος και όλη
            η στερεά Ελλάς, υπό την μάχαιραν του εχθρού ή υπό την
            φθοροποιάν χείρα του στρατιώτου και την φιλάρπαγα του
            τοπάρχου, ουδεμίαν έδιδαν πρόσοδον· μόνον το Αιγαίον, μη
            πάσχον όσα έπασχαν τα άλλα μέρη του κράτους, και ευαγωγότερον,
            υπέσχετο χρηματικήν τινα βοήθειαν. Εις κορύφωσιν δε των
            δεινών, εξ ών περιεστοιχίζετο η διοικητική επιτροπή,
            υπερεπερίσσευσε και η εξωτερική ραδιουργία, ήτις, ευρούσα
            λαβήν την περί προστασίας πράξιν και την αίτησιν της αγγλικής
            μεσιτείας, κατέκρινε παρρησία την αγγλοφρονούσαν κυβέρνησιν ως
            προδώσασαν την πατρίδα, και ενήργει διά θεμιτών και αθεμίτων
            τρόπων την πτώσιν της εξ αυτής της συστάσεώς της.

            Εν τούτοις ήλθεν η απάντησις του δουκός της Αυρηλίας, εν είδει
            υπομνήματος του στρατηγού Ρουμινή, λέγουσα, εις λύσιν των
            τεσσάρων ερωτήσεων, ότι δεν θα παρωργίζοντο αι Δυνάμεις επί τη
            εκλογή, καταλλήλου ηγεμόνος της Ελλάδος· ότι η συναίνεσις του
            εκλεχθησομένου ηγεμόνος εκρέματο εκ της θέσεως αυτού και του
            ελληνικού έθνους καθ' όν καιρόν θα εγίνετο η εκλογή· ότι το
            γαλλικόν σύνταγμα ήτο το καταλληλότερον· και ότι εν τη παρούση
            καταστάσει των πραγμάτων εν Ελλάδι ο συγγενής του νέου
            ηγεμόνος βασιλεύς όχι μόνον δεν θα εβοήθει τους Έλληνας, αλλ'
            ίσως θα ηναγκάζετο και ν' αποδοκιμάση την εκλογήν προς
            απόδειξιν, ότι παρά γνώμην του αύτη εγένετο· το διεξοδικόν δε
            τούτο υπόμνημα περιείχε και υγιείς συμβουλάς (δ).

            Εμάστιζε την ελληνικήν θάλασσαν η πειρατεία. Η κυβέρνησις
            ώφειλε να παύση το κακόν. Υπέφερεν εξ αιτίας αυτού το
            ελληνικόν εμπόριον και το των άλλων εθνών και προ της
            επαναστάσεως· και το κύριον έργον του οθωμανικού στόλου,
            εκπλέοντος άλλοτε τακτικώς κατ' έτος εις το Αιγαίον, ήτον η
            εξάλειψις της πειρατείας. Αρξαμένης δε της επαναστάσεως, το
            κακόν τούτο δεν ανεφάνη δι' όλης τριετίας· δεν ανεφάνη ουδ'
            ότε κατεστράφησαν αι Κυδωνιαί και η Χίος, καθ' ήν περίστασιν
            τόσοι ναύται έπεσαν εις δεινήν αμηχανίαν· και οι μεν αυτών
            καταφυγόντες τήδε κακείσε, οι δε πλείστοι εις Ψαρά, επορίζοντο
            γλίσχρως αλλά τιμίως τα προς το ζην· μετά την καταστροφήν δε
            της Κάσσου και των Ψαρών η πειρατεία εγένετο πόρος των
            παθόντων. Εις εξάπλωσιν αυτής συνήργησεν όχι ολίγον και η
            αναιδής και αντιχριστιανική χρήσις της σημαίας τινών
            χριστιανικών Δυνάμεων εις υπηρεσίαν των αγωνιζομένων Τούρκων
            επί καταστολή των Ελλήνων, κινήσασα την αγανάκτησιν πάντων των
            πολιτών της Ελλάδος. Και η κυβέρνησις και αι περιπλέουσαι το
            Αιγαίον ναυτικαί μοίραι των ξένων Δυνάμεων επροθυμήθησαν
            πάντοτε εις παύσιν της πειρατείας, αλλ' εις μάτην εκοπίασαν·
            το δε βδελυρόν τούτο επιτήδευμα εξησκείτο και υπό την
            πολεμικήν της Ελλάδος σημαίαν και υπό καταγωγικά έγγραφα. Η
            διοικητική επιτροπή, περί πολλού ποιουμένη την ανάκτησιν της
            πεσούσης υπολήψεως του έθνους και την υπεράσπισιν της υπό
            ουδετέραν σημαίαν ναυτιλίας, απεφάσισεν, αν και στερουμένη
            παντός πόρου, ν' απαρνηθή και αυτά τα επί της θαλάσσης νόμιμα
            δίκαιά της· τούτου χάριν ηκύρωσε τα καταγωγικά έγγραφα και
            εξέδωκε την 2 μαΐου αυστηροτάτας και τελεσφόρους εις παύσιν
            της πειρατείας διαταγάς.

            Εν τούτοις επανήλθεν εις Ελλάδα ο απελθών εις Αγγλίαν Γόρδων,
            φέρων λίρας στερλίνας 14,000, εκ των απομειναρίων του δευτέρου
            δανείου, εξ ών εδόθη το τεταρτημόριον εις χρήσιν του τακτικού.
            Θαρρυνθείς ο Φαβιέρος διά της χορηγίας ταύτης και διά της
            αξιεπαίνου διαγωγής της συνελεύσεως, ανεκάλεσεν υπό τας
            σημαίας εις Άριαν, όπου και εσκήνωσε, τους σκορπισθέντας
            τακτικούς, συμπαρέλαβε το εν Ναυπλίω δεύτερον τάγμα, μετέφερεν
            εις το αυτό χωρίον τους εν Σαλαμίνι, εκάθηρε τον
            επιβουλευόμενον την αρχηγίαν του Ρόδιον και τους ομόφρονάς του
            αξιωματικούς, και ησχολήθη μετ' ακαμάτου ζήλου εις την εκ νέου
            διοργάνωσιν του πολλά παθόντος τακτικού.



            1826

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΑ'.



            &Αι Σπέτσαι, και η Ύδρα επαπειλούνται υπό του εχθρού. —
            Καταβολαί εις στρατολογίαν. — Αποβίωσις του Π. Πατρών —
            Μετάβασις της κυβερνήσεως εις τον θαλασσόπυργον του Ναυπλίου.
            — Επάνοδος Ιβραήμη εις Πελοπόννησον και παθήματα των εν τη
            επαρχία Καλαβρύτων. — Ο Κολοκοτρώνης στρατολογών. —
            Εκστρατείαι Ιβραήμη εις Μάνην και εις άλλα μέρη.&

            ΜΕΤΑ δε την πτώσιν του Μεσολογγίου εφημίζετο ότι ο εχθρός
            εμελέτα να κινηθή κατά Σπετσών και Ύδρας εις εξόντωσιν των δύο
            εστιών της ναυτικής δυνάμεως της Ελλάδος. Ομαλή και πανταχόθεν
            βατή ούσα η νήσος των Σπετσών θα εκινδύνευεν εκ πρώτης
            προσβολής· τραχεία δε και εκ φύσεως οχυρά η της Ύδρας θ'
            αντείχεν έχουσα τον απαιτούμενον αριθμόν ανδρών προς
            υπεράσπισιν· διά τούτο εις ασφάλειαν των κατοίκων της πρώτης
            και εις ένωσιν όλης της ναυτικής δυνάμεως και ενδυνάμωσιν της
            δευτέρας η κυβέρνησις εθεώρησεν αναγκαιοτάτην την μετοίκισιν
            των Σπετσιωτών εις Ύδραν, και έστειλεν εις Σπέτσας τον
            πρόκριτον αυτών και μέλος αυτής Ανδρέαν Χατσή-Αναργύρου επί τω
            σκοπώ τούτω. Ο σκοπός ευωδώθη, η υπάρχουσα αντιζηλία και
            διαίρεσις των νησιωτών εξηλείφθη ενώπιον του κινδύνου και
            εδόθη το εν Ύδρα Καμίνι, παραθαλάσσιον της πόλεως προάστειον,
            εις κατοικίαν των μετοίκων. Προθυμίαν πολλήν έδειξαν να
            μεταβώσιν εις Ύδραν προς υπεράσπισιν και Κρανιδιώται και
            Ποριώται· έσπευσε να στείλη και η κυβέρνησις στρατεύματα· τη
            επιμόνω δε αιτήσει των προκρίτων της νήσου είχε διαβιβάσει και
            ο Φαβιέρος μέρος του τακτικού ως είρηται.

            Κατ' εκείνον τον καιρόν έφθασαν εις Ναύπλιον οι οπλαρχηγοί και
            στρατιώται της ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου συνέρρευσε μέγα
            πλήθος και άλλων στρατιωτών, ώστε η πρωτεύουσα κατέστη αληθές
            στρατόπεδον και θέατρον καθ' ημέραν αταξιών. Η κυβέρνησις
            κατεγίνετο ν' απαλλάξη των δεινών τούτων την πόλιν, να
            καταστήση χρησίμους τόσους στιβαρούς βραχίονας και να
            περιθάλψη την γυμνήν και ανυπόδητον φρουράν του Μεσολογγίου
            κινήσασαν τους πάντας εις θαυμασμόν διά τα ανδραγαθήματά της
            και εις συμπάθειαν διά τα παθήματά της. Αλλ' η απορία του
            ταμείου παρέλυεν όλας τας προσπαθείας της. Ο φιλελληνισμός
            καλή τύχη της Ευρώπης και της Αμερικής εκορυφώθη, πεσόντος του
            Μεσολογγίου, εγέμιζε τας κενάς του δημοσίου αποθήκας τροφών,
            και η κυβέρνησις είχε πώς να θρέψη τους απόρους, αλλά δεν είχε
            πώς άλλως να τους οικονομήση· προς τούτο εκάλεσεν εις εκούσιον
            έρανον τους εν Ναυπλίω. Η φωνή της ήχησεν εις ώτα ακουόντων
            συνήλθαν οι πολίται εις την πλατείαν της πόλεως· ο διδάσκαλος
            Γεννάδιος εξιστόρησεν εις επήκοον πάντων την δεινότητα των
            περιστάσεων, την παντελή του ταμείου αχρηματίαν, την δεινήν
            της κυβερνήσεως αμηχανίαν εις εκστράτευσιν τόσων γενναίων
            ανδρών, και συνεισέφερε πρώτος αυτός οκτώ λίρας στερλίνας, ό
            εστιν ό,τι είχε· συνεκινήθησαν όλοι οι περιεστώτες ιδόντες την
            γυμνότητα των υπέρ αυτών τόσα παθόντων και την πατρίδα
            δοξασάντων, και αμιλλώμενοι τις να φανή ελευθεριώτερος, οι μεν
            κατέθεσαν χρήματα και άλλα πολύτιμα είδη, πολλοί δε, εν οίς
            και ο Υψηλάντης, επρόσφεραν τα χρυσά και αργυρά όπλα των. Την
            ακόλουθον δε ημέραν εγένετο πάλιν λόγος επί της πλατείας περί
            συλλογής των ιδιωτικών ίππων, και πρώτος ο πρόεδρος της
            κυβερνήσεως Ζαήμης επρόσφερε τους εν τη φάτνη του, και το
            παράδειγμα αυτού εμιμήθησαν αριζήλως οι λοιποί ιπποτρόφοι.
            Τοιουτοτρόπως και αι κατεπείγουσαι της πατρίδος ανάγκαι διά
            της αυτοπροαιρέτου ταυτής συνεισφοράς οπωσούν εθεραπεύθησαν,
            και ίλη εκ του προχείρου εσυστήθη. Εν ώ δε ενηργούντο ταύτα εν
            Ναυπλίω, η κυβέρνησις ηναγκάσθη να καταφύγη και εις διά
            πειθούς ή και βίας πραγματοποίησιν δανείου εν τη λοιπή
            επικρατεία, και έστειλεν επί τούτω εισπράκτορας και δύναμιν.

            Κατ' εκείνας τας ημέρας απέθανεν εν Ναυπλίω ο Π. Πατρών
            Γερμανός, θύμα της επικρατούσης λοιμικής νόσου. Όλη η δόξα του
            πρωταγωνιστού τούτου ανέτειλε και έδυσε ταις πρώταις ημέραις
            της επαναστάσεως.

            Η τόση δε συρροή στρατευμάτων εν Ναυπλίω και αι ακατάπαυστοι
            απαιτήσεις αυτών εμπόδιζαν την κυβέρνησιν να σκέπτεται και να
            ενεργή όπως απήτουν αι δειναί περιστάσεις, και την ηνάγκαζαν
            να μεθεδρεύση εις μέρος ησυχώτερον και ασφαλέστερον· συνέπεσεν
            απροσδοκήτως και άλλο κακόν απαιτούν τούτο. Η κυβέρνησις,
            εισελθούσα εις Ναύπλιον, επεκύρωσεν ως φρούραρχον τον
            Φωταμάραν· αλλ' η φρουρά του Παλαμηδίου, υποκινηθείσα διά
            ραδιουργιών, απεστάτησεν αίφνης κατά του αγαθού αλλ' ανικάνου
            τούτου αρχηγού της, και αυτόν τον μεν έξωσε, παρέδωκε δε το
            φρούριον εις χείρας του Γρίβα αντιπολιτευομένου την ενεστώσαν
            κυβέρνησιν. Διά τους λόγους τούτους μετέβη η κυβέρνησις την 16
            Ιουνίου προσωρινώς εις τον θαλασσόπυργον Ναυπλίου, όπου ο
            πρόεδρος και άλλα μέλη αυτής εξ αιτίας των επικρατούντων φόβων
            ημερονυκτέρευαν.

            Μετά δε την άλωσιν του Μεσολογγίου ο μεν Ιβραήμης επανήλθεν
            εις Πελοπόννησον, ο δε Κιουταχής ητομάζετο να στρατεύση εις
            Αθήνας· απέπλευσαν δε και οι εχθρικοί στόλοι ο μεν βυζαντινός
            εις Κωνσταντινούπολιν, ο δε αιγύπτιος εις Νεόκαστρον και
            εκείθεν εις Αλεξάνδρειαν.

            Φθάσας δε ο Ιβραήμης εις Πάτρας διέταξε τον περιφερόμενον την
            επαρχίαν της Γαστούνης Δελή-Αχμέτην να επανέλθη εκεί· αυτός
            δε, παραλαβών την φρουράν των Πατρών ανέβη αμαχητί εις την
            πόλιν των Καλαβρύτων, όπου δεν ηύρε ψυχήν, και κατακαύσας
            αυτήν εστράτευσεν εις Κλοκινοχώρια.

            Υπεράνω των χωρίων τούτων, επί του Χελμού κειμένων, κατέφυγαν
            επί της εις Καλάβρυτα εισβολής του Ιβραήμη χάριν ασφαλείας
            πεντακισχίλιαι ψυχαί· συνήλθαν δε εις υπεράσπισιν αυτών
            τετρακόσιοι οπλοφόροι υπό τον Σολιώτην και τον Πετμεζάν και
            ωχυρώθησαν επί των υπωρειών.
Μάιος       Επέπεσάν τινες των περί τον Ιβραήμην την 5 μαΐου α' ώραν μετά
            την ανατολήν του ηλίου, έπαθαν ευρόντες γενναίαν αντίστασιν
            και ωπισθοδρόμησαν· εφορμήσαντες δ' εκ νέου πολυαριθμότεροι
            ηνάγκασαν τους Έλληνας ν' αναβώσιν εις Καστράκι και ν'
            αγωνισθώσι νέον και βαρύν αγώνα, αλλ' οι εχθροί συνανέβησαν
            και καταδιώκοντές τους, υπερίσχυσαν, και εδόθησαν εις σφαγήν
            και αιχμαλωσίαν. Δεινά τα παθήματα των οικογενειών επί της
            φυγής των και διά την καταδίωξιν και διά το κρημνώδες του
            τόπου και το πάχος της χιόνος, ορεινού όντος του μέρους.
            Πεντακόσιοι ελέγετο ότι απωλέσθησαν, οι μεν κατακρηνιζόμενοι,
            οι δε εις την χιόνα βοθριζόμενοι. Αιχμαλωτίσας δε ο Ιβραήμης
            υπερχιλίας ψυχάς επανήλθεν εις Καλάβρυτα, και αφήσας εκεί το
            στράτευμά του παρέλαβε μόνον μίαν εκατοστύν ιππέων, ανέβη τον
            άνωθεν των Ρογών λόφον, κατέβη εις τα Αλώνια της Ζαχλωρούς,
            εσκοπίασε την μονήν του μεγάλου Σπηλαίου επί απόρθητου σχεδόν
            θέσεως και υπό την υπεράσπισιν ισχυράς φρουράς κειμένην,
            επανήλθεν αυθημερόν εις Καλάβρυτα και ώδευσε την επαύριον εις
            Τριπολιτσάν, όπου έφθασε την 10 φέρων χίλια φορτώματα τροφών
            διά την λιμώττουσαν φρουράν της.

            Καθ' όν δε καιρόν ανέβαινεν ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν,
            εξεστράτευσε προς τον Αλφειόν ο εν Μοθώνη Σουλεημάμπεης μετά
            2500 τακτικών εις εμπόδιον ίσως συρροής ελληνικών στρατευμάτων
            επί της πορείας του κυρίου του.

            Αρχομένου δε του μαΐου, ανεχώρησεν εκ Ναυπλίου ο Κολοκοτρώνης,
            και επορεύθη εις Μπουγιάτι, όπου συνέλεξεν ικανούς στρατιώτας
            και συνήλθαν και διάφοροι οπλαρχηγοί· συλλέξας δε και ο
            Γενναίος τους εν Ναυπλίω Τριπολιτσιώτας και άλλους
            Πελοποννησίους επορεύθη και αυτός μετ' ολίγας ημέρας όπου ο
            πατήρ του. Εξ όσων δε συνήχθησαν εκεί, 500 μετέβησαν εις
            Καρύταιναν, όθεν οι κάτοικοι φοβηθέντες είχαν αναχωρήσει μετά
            των ποιμνίων των εις τα όρη της Μάνης· ολίγοι δε αυτών
            κατέφυγαν εις σπήλαια ή εις οχυρά μοναστήρια.

            Την δε 17 εξεστράτευσεν ο Ιβραήμης· και κατ' αρχάς μεν εβάδισε
            την της Καρυταίνης οδόν, αλλ' ετράπη μετ' ολίγον εις την του
            Μιστρά, διεσκόρπισε τους κατέχοντας το Μακρυπλάγι Έλληνας,
            άφησεν εκεί φρουράν, και διά της οδού του Νησίου έφθασεν εις
            τα μεσσηνιακά φρούρια, καύσας καθ' οδόν την Ανδρίτσαιναν·
            στρατοπεδεύσας δ' εκτός της Μοθώνης εξ αιτίας της επικρατούσης
            εκεί και εν Κορώνη λοιμικής νόσου διέμεινεν αργός ολόκληρον
            μήνα.

            Αν και ανίκανοι εφάνησαν οι Πελοποννήσιοι αντιπαραταττόμενοι
            προς τους εχθρούς των συστάδην, ικανοί όμως εδείχθησαν
            βλάπτοντές τους σποράδην, ενεδρεύοντες, ή κλεπτοπολεμούντες·
            150 Άραβες, βόσκοντες τρεις ώρας μακράν της Κορώνης 185
            ίππους, εφονεύθησαν δι' ενέδρας σχεδόν όλοι και εζωγρήθησαν οι
            ίπποι· πολλούς εχθρούς ο Νικήτας και άλλοι οπλαρχηγοί έφθειραν
            πίπτοντες αίφνης επί τους αποσπωμένους του στρατεύματος κατά
            την εις την Μεσσηνίαν κατάβασίν των· 35 σποράδην περιφερόμενοι
            εσκοτώθησαν κατά το Παληονέρι· 70 κατά το Σούγελον του
            Νεοκάστρου, και 16 μίαν φοράν και 30 άλλην κατά την Πέλοβαν·
            αλλά τα μικρά ταύτα παθήματα μικρά παρενέβαλαν προσκόμματα εις
            τα φθοροποιά και ευτυχή κινήματα του εχθρού.

            Αφ' ού δ' επάτησε και κατεπάτησεν ο Ιβραήμης την λοιπήν
            Πελοπόννησον, ηθέλησε να εισβάλη και εις την Μάνην.

            Είδαμεν ότι επί της πτώσεως του Νεοκάστρου ο Ιβραήμης εκράτησε
            παρά την σύμβασιν, τους εν αυτώ Γεωργάκην Μαυρομιχάλην και
            Γιατράκον· τους απέλυσε δε καθ' όν καιρόν απελύθησαν οι εν
            Ναυπλίω κρατούμενοι δύο πασάδες οι μη συνυπογράψαντες την επί
            της πτώσεως αυτού σύμβασιν. Ο απολυθείς Μαυρομιχάλης,
            εξαγοραζόμενος, ως είρηται ήδη, τον καιρόν, και προθέμενος να
            προφυλάξη την πατρίδα του από πάσης εχθρικής επιδρομής,
            εζήτησεν, επί της εν Πελοποννήσω ευτυχούς προόδου των
            Αιγυπτίων και προ της εις Αιτωλίαν μεταβάσεώς των, και έλαβε
            παρά του Ιβραήμη αμνηστήρια δι' εαυτόν και τους συγγενείς του,
            και έκτοτε οι Μανιάται δεν εστράτευσαν εκτός των ορίων των,
            κατακρινόμενοι υπό των λοιπών Ελλήνων ένεκα της φαινομένης
            αδιαφορίας των. Την αμφίβολον δε ταύτην διαγωγήν των Μανιατών
            αποδοκιμάζων και ο Ιβραήμης έστειλε την 29 εκ Μοθώνης προς τον
            εν Μάνη διατρίβοντα Γεωργάκην Μαυρομιχάλην επιστολήν, δι’ ής
            τον επέπληττε πικρώς ως μη τηρήσαντα την υπόσχεσίν του, τον
            διέταττε να υπάγη εντός δέκα ημερών εις προσκύνησίν του
            παραλαβών και τους λοιπούς εγκρίτους της Μάνης, και ηπείλει
            καταστροφήν της πατρίδος των, αν δεν εισηκούετο (α).

            Λαβών την επιστολήν ο Γ. Μαυρομιχάλης έσπευσε να την
            κοινοποιήση τοις εγκρίτοις των συμπατριωτών του, και
            συναινέσει αυτών απεκρίθη τα εξής·

            «Από ημάς τους ολίγους Έλληνας της Μάνης και λοιπούς Έλληνας
            ευρισκομένους εις αυτήν·

            «Προς τον Ιβραήμπασαν της Αιγύπτου.

            «Ελάβαμεν το γράμμα σου, εις το οποίον είδαμεν να μας
            φοβερίζης ότι, αν δεν σου προσφέρωμεν την υποταγήν μας, θέλεις
            εξολοθρεύσει τους Μανιάτας και την Μάνην· διά τούτο και ημείς
            σε περιμένομεν με όσας δυνάμεις θελήσης.

            «Οι κάτοικοι της Μάνης γράφομεν και σε περιμένομεν».

            Η αλληλογραφία αύτη εθεωρήθη ως αφορμή πολέμου, και έκτοτε ο
            μεν Ιβραήμης ητοιμάζετο εις εισβολήν, οι δε Μανιάται εις
            αντίκρουσιν.

Ιούνιος     Την 21 Ιουνίου εκίνησαν επτακισχίλιοι, τακτικοί και άτακτοι,
            πεζοί και ιππείς, κατά της Μάνης, και συγχρόνως εφάνησαν εν τω
            μεσσηνιακώ κόλπω δύο βρίκια πολεμικά και διάφορα φορτηγά. Τα
            πολεμικά εκανονοβόλησαν διάφορα παράλια της Λακωνίας, και
            επροσποιούντο οι εν αυτοίς εχθροί ότι εμελέτων αυθημερόν
            αποβίβασιν στρατευμάτων· αλλά κύριον σκοπόν είχαν να ελκύσωσι
            την προσοχήν των Μανιατών προς τα κινδυνεύοντα δήθεν ταύτα
            μέρη, ώστε να εύρωσιν οι διά ξηράς ερχόμενοι ελευθέραν την
            δίοδον, δι' ής εσκόπευαν να πατήσωσι τον τόπον. Οδεύοντες επί
            τω σκοπώ τούτω οι επτακισχίλιοι προς ανατολάς έφθασαν την
            επαύριον εις τους πρόποδας των ορέων έμπροσθεν της πλησίον του
            εν τω μεσσηνιακώ κόλπω λιμένος του Αρμυρού Βέργας, όπου
            ευρόντες χιλίους Μανιάτας ετοίμους εις αντίστασιν εφώρμησαν
            πλήρεις τόλμης, αλλά σφοδρώς και ευστόχως τουφεκισθέντες
            ωπισθοδρόμησαν· εφώρμησαν και εκ δευτέρου και εκ τρίτου, αλλ'
            απέτυχαν επίσης· εδοκίμησαν μετά την τριπλήν αποτυχίαν να
            επιπέσωσιν όπισθεν, αλλά και κατά την δοκιμήν ταυτήν έπαθαν
            και ηναγκάσθησαν να υποχωρήσωσι μετά δεκάωρον πάλην, καθ' ήν
            έπεσαν 100 εξ αυτών, και 4 εκ των Μανιατών. Εν ώ δε ήρχιζεν η
            μάχη εν Βέργαις, βλέποντες οι εχθροί όλην την δύναμιν της
            Μάνης συγκεντρωθείσαν προς εκείνην την θέσιν, απεσπάσθησαν
            1500, και εμβάντες εις πλοία ελθόντα εις τον λιμένα του
            Αρμυρού απέβησαν αυθημερόν εις Δηρόν, επάτησαν τα εκ δεξιών
            χωρία, Πύργον και Χαριάν, και πυρ βαλόντες επροχώρησαν προς
            την εξ αριστερών κωμόπολιν της Τσίμοβας· αλλά κανονοβοληθέντες
            από του πύργου του Πικολάκη ωπισθοδρόμησαν προς τα Τσαλαπιανά
            επί σκοπώ ν' αναβώσι, δι' εκείνου του μέρους εις την
            κωμόπολιν. Έξωθεν των Τσαλαπιανών κείνται πύργοι· τούτους
            καταλαβόντες ολίγοι Μανιάται εμπόδισαν την εις την κωμόπολιν
            πρόοδον των εχθρών και τους ηνάγκασαν να επανέλθωσιν άπρακτοι
            εις Δηρόν· αλλ' αυστηρώς επιπληχθέντες υπό του Ιβραήμη επί τη
            οπισθοδρομήσει ως φυγόμαχοι επανήλθαν εις Τσαλαπιανά την
            επαύριον προς κυρίευσιν της Τσίμοβας. Εν τοσούτω, γνωστού
            γενομένου του κινδύνου διά κωδωνοκρουσίας, έδραμαν εις
            υπεράσπισιν της κινδυνευούσης κωμοπόλεως οι κάτοικοι των πέριξ
            χωρίων ένοπλοι, εν οίς και αρχιερείς και ιερείς, έδραμαν
            δρεπανηφόροι και αι μεταξύ Τσίμοβας και Χαριάς θερίζουσαι
            πολυάριθμοι Μανιάτιδες, παρηκολούθησε και ο καθ' οδόν ευρεθείς
            Κωνσταντίνος Μαυρομιχάλης και οι περί αυτόν, μεταβαίνοντες εις
            βοήθειαν των εν τω Αρμυρώ, και όλοι ομού, άνδρες, γυναίκες,
            κληρικοί και λαϊκοί, προσέβαλαν τους εχθρούς, και φονεύσαντες
            και αιχμαλωτίσαντες πολλούς, απώθησαν τους λοιπούς όλους μέχρι
            θαλάσσης κακώς έχοντας. Καταδιωκόμενοι οι εχθροί κατέλαβαν την
            παραθαλάσσιον οχυράν θέσιν Τσουμπάρι, και βοηθούμενοι υπό των
            πλοίων αντέστησαν, αλλ' επί τέλους ηττήθησαν και ηναγκάσθησαν
            να καταφύγωσι την 25 εις τα πλοία εν τοιαύτη βία, ώστε τινές
            πεσόντες εις την θάλασσαν επνίγησαν.

            Οι δε εν Βέργαις απομείναντες εδοκίμασαν να κτυπήσωσι τους
            νικητάς των εκ νέου την 24, αλλά και τότε απέτυχαν και
            ανεχώρησαν και αυτοί την επαύριον εις Καλαμάταν πολλά
            παθόντες. Εις βοήθειαν των Μανιατών εξεστράτευσαν δισχίλιοι
            Πελοποννήσιοι υπό τον Κολοκοτρώνην, καθόντες δε καθ' οδόν την
            τροπήν των εχθρών ανεστρατοπέδευσαν.

            Άνδρες εφάνησαν και αυταί οι δρεπανηφόροι Μανιάτιδες, και
            άξιον μνήμης το εξής ανδραγάθημα μιας αυτών. Θερίζων ο γέρων
            Βοζίκης τον επί της παραλίας αγρόν του συνελήφθη αίφνης υπό
            δύο Αιγυπτίων. Καταγινομένων δε εις δέσμευσίν του, επέπεσεν η
            συνθερίζουσα θυγάτηρ του, Πανώρηα, έκοψε διά του δρεπάνου της
            τον λάρυγγα του ενός και βοηθουμένη υπό του πατρός της
            εφόνευσε τον άλλον.

            Κατά τας ημέρας δε ταύτας ήσαν τινες Έλληνες ωχυρωμένοι εν
            τοις παρά τον ποταμόν της Καρυταίνης σπηλαίοις, όπου ελθόντες
            εχθροί τους επολιόρκησαν. Γενναίως αντέστησαν οι έγκλειστοι·
            επιπεσόντων δε μετ' ολίγον και άλλων έξωθεν Ελλήνων, παθόντες
            οι πολιορκηταί απεμακρύνθησαν.

            Ο δε Ιβραήμης, καταισχυνθείς εν τη εις Μάνην στρατεία του,
            ώδευσε μετ' ολίγας ημέρας εις Τριπολιτσάν. Συνέπεσε να
            ετοιμάζωνται οι Έλληνες εις προσβολήν της εχθρικής φρουράς του
            Μακρυπλαγίου· αλλ' αίφνης ιδόντες τα υπό τον Ιβραήμη
            στρατεύματα προχωρούντα επί των πεδιάδων του Λεονταρίου και
            της Καρυταίνης παρήτησαν το σχέδιόν των και απεμακρύνθησαν. Οι
            δε εχθροί εισήλθαν, μηδενός εναντιουμένου, εις Τριπολιτσάν
            φέροντες πολλάς τροφάς.

            Ο δε Κολοκοτρώνης μετά την προς την Καλαμάταν στρατείαν του
            επανήλθεν εις Ναύπλιον, έκλεισε καπηλεία και καφενεία,
            επειθανάγκασεν όλους τους οπλοφορούντας να τον ακολουθήσωσι,
            και παραλαβών διακοσίους ιππείς, τακτικούς και ατάκτους, τους
            ετοποθέτησεν εν Βερβένοις, όπου συνήλθαν και άλλοθεν άλλοι
            στρατιώται. Οι Τούρκοι συνείθιζαν να εξέρχωνται της
            Τριπολιτσάς και να περιφέρωνται χορτολογούντες ή
            τροφολογούντες.
Ιούλιος     Τούτο παρατηρήσαντες οι εν Βερβένοις κατέβησαν εις την πεδιάδα
            την νύκτα της 18 Ιουλίου, και κατέλαβαν οι μεν, εν οίς και ο
            Νικήτας και το άτακτον ιππικόν υπό τον Χατζή-Μιχάλην, τας
            Ρίζας, οι δε, εν οίς και οι τακτικοί ιππείς υπό τον Αλμέιδαν,
            το χωρίον Μεχμέταγαν και ενέδρευαν.

            Ο δε Ιβραήμης, διατρίψας εν Τριπολιτσά ημέρας τινάς εις
            ανάπαυσιν του στρατεύματός του, εξεστράτευσε την 18 διαιρέσας
            εις τρία το στράτευμά του· και το μεν ώδευσε κατά το Νούδιμον,
            το δε κατά την Κανδήλαν, το δε προς την Καρύταιναν, όπερ και
            ηκροβολίσθη μετά των περί τον Γενναίον κατά τα λειβάδια του
            Αρκουδορρεύματος· αρπάσαντα δε και τα τρία ανθρώπους, ζώα και
            τροφάς, επανήλθαν μετά δύο ημέρας εις Τριπολιτσάν. Την αυτήν
            ημέραν τρεις λόχοι Αράβων υπήγαν ανυπόπτως προς το χωρίον
            Μεχμέταγαν, όπου ενέδρευαν Έλληνες. Ιδόντες ούτοι τους εχθρούς
            ερχομένους εφώρμησαν· έδραμαν και οι κατέχοντες τας Ρίζας,
            τους εκύκλωσαν, εφόνευσαν υπερδιακοσίους και επήραν δύο
            σημαίας και έξ τύμπανα, ολίγην δε ζημίαν αυτοί έπαθαν. Οι δ΄
            εν Τριπολιτσά, μαθόντες το γεγονός, εξώρμησαν επί τους
            Έλληνας, αλλά δεν τους επρόφθασαν αναβάντας τα όρη.
            Επιστραφέντες δε εις την πόλιν άπρακτοι, και ακούσαντες ότι
            συνήλθε στράτευμα ελληνικόν εις Αλωνίσταιναν, επεξήλθαν οι μεν
            κατ' ευθείαν, οι δε διά του Λεβιδίου, έτρεψαν το στράτευμα
            μετά μικρόν ακροβολισμόν, και μετά ταύτα υπήγαν όλοι ομού εις
            Βυτίναν, την έκαυσαν, και επανήλθαν διά του Λεβιδίου εις
            Τριπολιτσάν. Μετά την επιδρομήν ταυτήν έπεσεν ο Ιβραήμης εις
            την επαρχίαν του Αγίου Πέτρου, και μη ευρών αντίστασιν έκαυσε
            το Καστρί, τον Άγιον Πέτρον, τον Άγιον Ιωάννην, τα Καλύβια και
            κατέβη εις το Άστρος· εκεί διήρεσε το στράτευμά του εις τρία,
            και το μεν ώδευσε προς την Βαμβακούν κατά τον Μιστράν, το δε
            προς την Αράχωβαν, το δε προς την Τσακονίαν και έκαυσε τον
            Πραστόν· εσκόπευαν δε να συνεισβάλωσιν εις την Μάνην.

            Καθ' όν δε καιρόν ο Ιβραήμης έκαιε και έθυεν, έτυχε διατρίβων
            ο Νικήτας κατά τους αντικρύ του Ναυπλίου Μύλους έχων υπό την
            οδηγίαν του καί τινας της φρουράς του Μεσολογγίου, και την
            συστηθείσαν προ ολίγου φάλαγγα των Ιώνων, και το σώμα των
            Επταννησίων, έτρεξε κατόπιν του εχθρού και βλέπων αυτόν
            επιστρέφοντα πανστρατιά προς το Άστρος, έδραμε και εισήλθε
            μετά των περί αυτόν εις το επί της θέσεως εκείνης νεόκτιστον
            φρούριον, όπου ως εις ασφαλή τόπον είχαν καταφύγει χίλιαι
            διακόσιαι ψυχαί.
Αύγουστος   Οι εχθροί, χίλιοι πεζοί και τριακόσιοι ιππείς, εφώρμησαν την 4
            αυγούστου, αλλ' απεκρούσθησαν εφώρμησαν και την επαύριον, αλλ'
            απεκρούσθησαν επίσης και ανεχώρησαν άπρακτοι· προσέβαλαν και
            την επάνωθεν του Καστριού μονήν του Προδρόμου, όπου
            ενοσηλεύοντο ασθενείς και τραυματίαι, αλλά και εκείθεν
            ανεχώρησαν άπρακτοι. Μετά την διττήν ταύτην αποτυχίαν, οι μεν
            επανήλθαν εις Τριπολιτσάν, οι πλείστοι δε υπό την οδηγίαν του
            Ιβραήμη έπεσαν εις την Λακεδαιμονίαν επί σκοπώ να εισβάλωσι
            πάλιν εις την Μάνην διά της ανατολικής πλευράς του Ταϋγέτου·
            παρηκολούθουν δε αυτούς δισχίλιοι Έλληνες υπό τον Νικήταν, τον
            Πλαπούταν και τον Γενναίον φονεύοντες και ζωγρούντες τους
            αποκοπτομένους του στρατοπέδου και περιφερομένους χάριν
            λεηλασίας. Την δε 19 οι δισχίλιοι ούτοι συνήψαν μάχην μετά
            τινος αποσπάσματος χιλίων ατάκτων πεζών και ιππέων έν τινι
            στενοτοπία κατά τον Μπασαράν· εφόνευσαν 50, εζώγρησαν 17,
            πολλούς ίππους και ημιόνους, και απέσπασαν των χειρών αυτών 40
            αιχμαλώτους, χιλιάδας αιγοπροβάτων, και 300 βόας. Οι εχθροί
            απήντησαν επί της πορείας των άλλο αξιοσημείωτον πρόσκομμα.
            Εντός του πύργου του Μεχμέτμπεη εκλείσθησαν υπό τινα ιερέα 30
            Έλληνες, δώδεκα ημέρας επολιορκήθησαν και καθ' ημέραν
            εκανονοβολούντο, γενναίως εγκαρτερούντες· ιδόντες δε ότι
            υπεσκάπτετο υπόνομος εξώρμησαν την νύκτα ξιφήρεις διά μέσου
            των πολυαρίθμων εχθρών· τρεις μόνον εφονεύθησαν, εν οίς και ο
            ιερεύς.

            Προχωρούντες δε οι εχθροί εις ον προέθεντο όρον, επάτησαν την
            21 την Μάνην, και διελθόντες τα χωρία της Αναβρυτής και του
            Στορτσά διέβησαν την επί του Ταϋγέτου κακήν Σκάλαν, πλησίον
            της επαρχίας Ανδρουβίστης· αλλά ευρόντες αντίστασιν
            ωπισθοδρόμησαν, και αναβάντες επί της κορυφής του όρους
            ηυλίσθησαν εν τη πεδιάδι του Μαχμούτμπεη· εκείθεν εστράτευσαν
            την επαύριον και έφθασαν εις το στόμιον του Ευρώτα.
            Ενδιατρίψαντες δε δύο ημέρας ανέβησαν τα Μπαρδουνοχώρια και
            έπεσαν εις την επαρχίαν του Μαλευρίου, καίοντες κωμοπόλεις και
            χωρία, θέλοντες δε να προχωρήσωσιν εις τα ενδότερα της Μάνης,
            ώδευσαν την 27 προς το χωρίον Μανιάκοβαν. Εκεί ευρεθέντες ο
            Παναγιώτης Κοσονάκος και οι περί αυτόν εκλείσθησαν εντός τινων
            οικιών πολεμούντες γενναίως. Ήλθαν μετ' ολίγον εις βοήθειάν
            των καί τινες άλλοι υπό τον Γεωργάκην Μαυρομιχάλην
            περιφερόμενον επί στρατολογία· αλλ' οι εχθροί ήσαν πολλοί και
            η θέσις όχι τόσον οχυρά· όλοι δε οι εκεί Έλληνες,
            συμπεριλαμβανομένων και των περί τον Μαυρομιχάλην, ήσαν μόλις
            300· διά τούτο αφήσαντες το χωρίον μετέβησαν εις άλλην
            παραπλήσιον οχυρωτέραν θέσιν. Κυριεύσαντες οι εχθροί το χωρίον
            ώρμησαν και εις την άλλην θέσιν και επολέμησαν τους εκεί μέχρι
            της εσπέρας, καθ' ήν, φανέντος του Ηλία Κατσάκου μετά 300
            εκλεκτών επιπεσόντων όπισθεν, ωπισθοδρόμησαν και επανήλθαν εις
            την πεδιάδα του Πασαβά, επί σκοπώ να οδεύσωσιν εις τα χωρία
            Σκυφιάνικα και Πολυάραβον· αλλά φοβούμενοι μη πάθωσι και εν τη
            οδώ ταυτή εδίσταζαν. Εν μέσω δε του δισταγμού των Μπόσινάς τις
            εκ των δευτερευόντων οπλαρχηγών της Μάνης, παρακολουθών τους
            εχθρούς ως προσκυνήσας, ανεδέχθη, άλλος Εφιάλτης, να τους
            οδηγήση εις τα ρηθέντα χωρία διά τινος αγνώστου μονοπατίου.
            Επί του μονοπατίου τούτου κείται το χωρίον Δέσφινα, εντός δε
            του πύργου του χωρίου ήσαν οι περί τον Θεοδωρήν Σταθάκον. Οι
            εχθροί απέκλεισαν τον πύργον, και ο Μπόσινας εφώναζε μακρόθεν
            λέγων, «Παραδοθήτε, συμπέθερε Σταθάκε, εις τον αυθέντην της
            Μάνης· θα χαθήτε όλοι»· «και ποίος μας εγγυάται ότι δεν θα
            κακοπάθωμεν, αν προσκυνήσωμεν;» απήντησεν ο Σταθάκος. «Εγώ
            συμπέθερε», είπεν ο Μπόσινας· «κύτταξε μη μας φάγουν με
            απιστιάν», επανέλαβεν ο Σταθάκος· «μη φοβάσθε», απεκρίθη ο
            Μπόσινας, «εγώ σας δίδω τον λόγον μου, εγώ σας έχω εις τον
            λαιμόν μου». «Σε πιστεύω, συμπέθερε», εφώναξεν ο Σταθάκος,
            «έλα κ' έπαρε τα όπλα μου». Έτρεξεν ο Μπόσινας να επάρη τα
            όπλα, και ο Σταθάκος τον ετουφέκισε και τον εφόνευσεν. Ιδόντες
            οι Τούρκοι τον τόσον χρήσιμον φίλον φονευθέντα ώρμησαν εις τον
            πύργον, τον έκαυσαν και συνέκαυσαν και όλους τους εν αυτώ. Εν
            τοσούτω τα συμβάντα ταύτα ωφέλησαν, διότι φέροντα προσκόμματα
            εις την ταχείαν πορείαν των εχθρών έδωκαν καιρόν τοις εν
            Πολυαράβω να ετοιμασθώσιν εις αντίστασιν. Την δε 28 έφθασαν οι
            εχθροί εις Πολυάραβον· τριακόσιοι ήσαν κατ' αρχάς οι
            υπερασπισταί του· αλλ' ήλθαν μετά ταύτα εις αντίληψιν αυτών ο
            Τσαλαφατίνος και ο Γιατράκος και μετ' ολίγον και ο Γεωργάκης
            Μαυρομιχάλης και ο Ηλίας Κατσάκος, και έγειναν όλοι δισχίλιοι.
            Μάχης δε κρατεράς γενομένης, έτρεψαν οι ολίγοι τους
            πολυαρίθμους εχθρούς κακώς έχοντας· διακόσια εχθρικά πτώματα
            έμειναν επί του πεδίου της μάχης, και επτά εζωγρήθησαν.
            Εφονεύθησαν δε και εννέα Έλληνες, και άλλοι τόσοι επληγώθησαν.
            Αξιοσημείωτον το εξής γυναικείον αρίστευμα· Η Ελένη
            Αναειπόνυμφη, βαστώσα τα δύο ανήλικα τέκνα της και
            καταδιωκομένη υπό τινος Αιγυπτίου, έφευγε προς το όρος του
            Πολυαράβου. Επί της φυγής ελύθη η μακρά ζώνη της· ο Αιγύπτιος
            έδραξε την συρομένην άκραν και επροσπάθει να κρατήση
            τοιουτοτρόπως την φεύγουσαν· αλλ' αύτη, αφήσασα κατά γης τα
            τέκνα, έδραξε την άλλην άκραν, όπου ευρίσκετο δεδεμένος ο
            θησαυρός της, δέκα δίστηλα· αισθανθείσα δε ότι η ζώνη
            ετεντώθη, απέλυσεν αίφνης την άκραν και πεσόντα ύπτιον τον
            Αιγύπτιον ετραυμάτισε διά της ιδίας αυτού λόγχης, και έσωσεν
            εαυτήν, τα τέκνα και τον θησαυρόν.

            Ηττηθέντες και φυγόντες εκείθεν οι εχθροί κατέβησαν την αυτήν
            εσπέραν εις τα πεδινά του Μαλευρίου, την άλλην εις Έλος,
Σεπτέμβριος και την πρώτην εβδομάδα του σεπτεμβρίου
            επανήλθαν κατησχυμένοι διά του Μιστρά εις Τριπολιτσάν. Χάρις
            εις την ανδρίαν των Μανιατών, εις τον ένθερμον και ακάματον
            ζήλον των αρχηγών αυτών και εις το δύσβατον και τραχύ του
            τόπου, δις επάτησε την Μάνην, και δις κατησχύνθη ενώπιον
            ολίγων ο Ιβραήμης· απένιψαν και οι Μανιάται τον ρύπον της προ
            της εχθρικής εισβολής αδιαφορίας των.

            Επιστρέψας δε ο Ιβραήμης εις Τριπολιτσάν εξεστράτευσεν εκ νέου
            την 8, και φθάσας εις Δάραν άφησεν εκεί έν σώμα εις συγκομιδήν
            τροφών και καταστροφήν των πέριξ χωρίων· αυτός δε, παραλαβών
            το πλείστον του στρατεύματος εισέβαλε την 18 εις τα χωρία της
            επαρχίας Καλαβρύτων, Κατσάνην και Λιβάρτσι, και εστρατοπέδευσε
            κατά την Ποταμιάν. Μαθών την εκστρατείαν ταύτην ο Λεχουρίτης,
            παρέλαβε τους κατέχοντας την θέσιν του αγίου Γεωργίου
            στρατιώτας του και όσους άλλους εδυνήθη, έδραμεν εις Σωποτόν,
            και συνάξας τους χωρικούς κατέλαβε τας δύο θέσεις, άγιον
            Αθανάσιον και Χόβολην, δι' ών εδύνατο ο εχθρός να εισβάλη εις
            Σωποτόν. Την αυγήν της 14 εφάνησαν κατά την Χόβολην 250
            ιππείς, αλλά προσβληθέντες εστράφησαν εις το στρατόπεδον^ την
            δε επιούσαν νύκτα υπήγαν 500 εις Τριπόταμον, και δεν ηύραν
            αντίστασιν καί τινες μεν αυτών, εμβάντες είς τι νεοκτισθέν
            μοναστήριον, εφόνευσαν τον κτήτορα αυτού και άλλους ιερωμένους
            και λαϊκούς, τινές δε ανέβησαν εις Βερσόβι, αλλ' ευρόντες
            αντίστασιν δεν εισήλθαν· αντίστασιν επίσης ηύραν και άλλοι εξ
            αυτών θελήσαντες να πατήσωσι την Νάσιαν και το Σκούπι. Την δε
            15 χίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, εφάνησαν προς τους
            πρόποδας του Μοστιτσίου και του Κλητορίου· και ολίγοι μεν
            αυτών επρόφθασαν και εμβήκαν εις Κλητόρι, και λεηλατήσαντες
            ολίγας οικίας ανεχώρησαν, οι δε λοιποί ευρόντες έμπροσθέν των
            τους περί τον ακάματον Λεχουρίτην, αφήσαντας τον άγιον
            Αθανάσιον και μεταβάντας εκεί, εμποδίσθησαν να εισέλθωσιν εις
            Μοστίτσι. Οι εχθροί επροχώρησαν εις το γεφύρι του Αμπήμπαγα,
            αλλ' ευρόντες την θέσιν εκείνην προκατειλημμένην, επέστρεψαν
            εις Καρνέσι άπρακτοι. Την δε 18 εστράτευσαν προς την Χόβολην,
            αλλ' επολεμήθησαν και κατεδιώχθησαν. Την δε επιούσαν εκίνησαν
            επί τους απομείναντας κατά τον άγιον Αθανάσιον· τρις
            εφώρμησαν, αλλά δεν εδυνήθησαν να τους σαλεύσωσι· πεσόντες
            τελευταίον πεζοί και ιππείς, τακτικοί και άτακτοι, ως τυφλοί,
            τους έτρεψαν και εισήλθαν εις Σωποτόν. Οι Έλληνες, τρέξαντες
            δρομαίως, εφάνησαν αίφνης κατά τον άγιον Γεώργιον· εκείθεν
            ετουφέκισαν σφοδρώς τους εν Σωποτώ και τους ηνάγκασαν να
            εξέλθωσι μηδεμίαν φθάσαντας να καύσωσιν οικίαν. Οι Έλληνες
            έμειναν εν τη αυτή θέσει του αγίου Γεωργίου, και κατέλαβαν και
            την του αγίου Νικολάου αντικρύ του Σωποτού. Την δε 30 το πρωί
            ώρμησαν χίλιοι εχθροί και επάτησαν εκ νέου το Σωποτόν·
            επάτησάν τινες αυτών και την αγίαν Βαρβάραν, αλλ' ολίγην ώραν
            ενδιέμειναν αποδιωχθέντες· επάτησαν όμως άλλα χωρία, έκαυσαν
            το Βεζίνι, την Νάσιαν και το Σκούπι· υπήγαν και εις Βερσίτσι,
            όθεν απεκρούσθησαν. Εν τω μεταξύ τούτω έφθασεν εις το
            στρατόπεδον και το εν Δάρα απομείναν καθ' οδόν σώμα, αφ' ού
            ηφάνισε και εκείνο πολλά χωρία. Συνάξαντες δε οι εχθροί
            πολλούς καρπούς απεσκήνωσαν την 26 εκ της Ποταμιάς, μετέβησαν
            εις Λούστραν, εσύναξαν και εκεί καρπούς, και καύσαντες τα καθ'
            οδόν χωρία, επέστρεψαν την 29 εις Τριπολιτσάν. Μετ' ολίγας δε
            ημέρας εκίνησάν τινες αυτών είς τινα των δυτικών χωρίων της
            επαρχίας του Άργους, υπήγαν εις Άγιον Γεώργιον, και εις άλλα
            χωρία της επαρχίας Κορίνθου, και καρπολογήσαντες επανήλθαν εις
            Τριπολιτσάν. Επειδή δε επλησίαζεν ο χειμών και ουδαμού υπήρχεν
            αξιόμαχον στρατόπεδον ελληνικόν, άφησεν ο Ιβραήμης εν
            Τριπολιτσά δυνατήν φρουράν, και παραλαβών το λοιπόν στράτευμα
            κατέβη προς τα μεσσηνιακά φρούρια και έφθασεν εις Μοθώνην την
            2 νοεμβρίου.



            1826
            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΒ'.



            &Τα κατά θάλασσαν μέχρι τέλους του έτους. — Άφιξις εις Ελλάδα
            του ατμόπλου Καρτερίας, και της φρεγάτας Ελλάδος. —
            Φιλελληνισμός του βασιλέως της Βαυαρίας. — Σκανδαλώδης διαγωγή
            του αυστριακού ναυτικού. — Εμφύλιος πόλεμος εν τη επαρχία
            Κορίνθου. — Τα κατά την Κρήτην.&

            ΛΗΓΟΝΤΟΣ δε του Ιουνίου εξέπλευσε του Ελλησπόντου η πρώτη
            μοίρα του οθωμανικού στόλου υπό τον καπητανάμπεην, και την 1
            Ιουλίου εισέπλευσε τον λιμένα του Νεοκάστρου· συνίστατο δε εκ
            2 δικρότων και 20 φρεγατών, κορβεττών και βρικίων. Την δε
            τελευταίαν ημέραν του Ιουνίου εξέπλευσε και η δευτέρα μοίρα
            υπό τον καπητάμπασαν· συνίστατο και αύτη εκ 2 δικρότων, 27
            φρεγατών και κορβεττών, και 7 βρικίων, και εσκόπευε να
            παραλάβη επί των παραλίων της Ασίας στρατεύματα και να τα ρίψη
            εις την Σάμον. Εις ματαίωσιν των σχεδίων τούτων και επί τη
            θερμή αιτήσει των Σαμίων, υποσχεθέντων εν μέρει την αναγκαίαν
Ιούλιος     μισθοδοσίαν, εξέπλευσαν περί την 10 Ιουλίου των
            λιμένων Ύδρας και Σπετσών 33 πολεμικά και 8 πυρπολικά υπό τον
            Κολανδρούτσον και Σαχτούρην, και την 14 έφθασαν έξω της Σάμου,
            και συνήντησαν 14 του τουρκικού στόλου· αλλ' ουδ' εναυμάχησαν
            ουδ' εκανονοβολήθησαν την ημέραν εκείνην· ησύχασαν και την
            επαύριον· δύο ώρας δε μετά την δύσιν του ηλίου ηκροβολίσθησαν
            υπό το Κωρύκιον, και έρριψαν οι Έλληνες εις δύο φρεγάτας δύο
            πυρπολικά, το του Μουσού και το του Σπαή, και παρ' ολίγον να
            τας καύσωσι· τόσον δε τα πληρώματα των φρεγατών εφοβήθησαν,
            ώστε πολλοί ερρίφθησαν εις την θάλασσαν, και οι μεν επνίγησαν,
            οι δε συλληφθέντες εφονεύθησαν· μετά ταύτα διεχωρίσθησαν οι
            στόλοι. Την δε ακόλουθον ημέραν εφάνη ολόσωμος ο εχθρικός
            έξωθεν της Χίου, και ιδών τον ελληνικόν υπό το Καρλοβάσι
            επλησίασε προ της μεσημβρίας, και εξέτεινεν υπό το ακρωτήριον,
            Άμπελον, την μίαν των πτερύγων του πέραν του Καρλοβασίου, και
            απέκλεισε δι' αυτής, βοηθεία του πνέοντος ολίγου άνεμου, τον
            ελληνικόν στόλον εντός του πορθμού· μετ' ολίγον ήρχισε να πνέη
            άνεμος απόγειος, ώστε τα εχθρικά πλοία, τα προ ολίγου
            υπερήνεμα, ευρέθησαν αίφνης υπήνεμα και ετράπησαν. Δοθέντος δε
            του σημείου ώρμησαν τα πυρπολικά εις αυτά φεύγοντα· ως
            ταχυπλοώτερον δε το του Κανάρη προέπλευσε συνοδευόμενον υπό
            τινων πολεμικών, και έχον έμπροσθέν του έν δίκροτον και μίαν
            φρεγάταν. Εν ώ δε προσήγγιζε την πρύμνην της φρεγάτας,
            κανονοβολούμενον και παρ' αυτής και παρά του παραπλέοντος
            δικρότου, μία σφαίρα του διεπέρασε τα θαλασσεύοντα μέρη και το
            εβύθισεν, ο δε Κανάρης και οι ναύται εμβάντες εις το εφόλκιον
            ευρέθησαν εν μέσω δύο μεγάλων εχθρικών λέμβων· τρεις
            εφονεύθησαν και δύο επληγώθησαν, εν οίς και ο Κανάρης ελαφρώς
            εις την κεφαλήν και την αριστεράν χείρα. Η ναυμαχία της ημέρας
            εκείνης διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, καθ' ήν κατέπλευσεν ο
            εχθρικός στόλος εις Μιτυλήνην, όπου διέμεινεν αργός ολόκληρον
            μήνα. Την δε 15 αυγούστου απέπλευσε, και τα μεν των πλοίων
            αυτού κατέπλευσαν εις Σουατσίκι, τα δε εις Άσπρα χώματα. Ο δε
            ελληνικός, αδύνατος ων, παρετήρει μόνον τα κινήματά του. 37
            μεγάλα εχθρικά πλοία έπλευσαν την 18 προς την Χίον τα δε
            ελληνικά ηναγκάσθησαν ν' αράξωσιν εξ αιτίας των εναντίων
            ανέμων υπό την Ικαρίαν. Την 23 έφθασαν 20 υδραϊκά υπό τον
            Μιαούλην εις τα νερά της Σάμου, όπου ηύραν και τα λοιπά, ώστε
            έγειναν όλα τα ελληνικά 53· και τα μεν υπό τον Μιαούλην
            ηγκυροβόλησαν υπό την Ικαρίαν, τα δε υπό τον Κολανδρούτσον και
            Σαχτούρην προς το νησίδιον της Υψηλής. Την 27 ηνώθη πάλιν όλος
            ο ελληνικός στόλος και έπλευσε προς την Χίον εις συνάντησιν
            του εχθρικού· πυκνή ομίχλη εσκέπασε την νύκτα εκείνην τον
            στόλον, και εξ αιτίας ταυτής διεσκορπίσθησαν τα πλοία, και
            μόλις την επιούσαν περί την εσπέραν συνήχθησαν όλα έμπροσθεν
            της Μιτυλήνης. Εκεί ηύραν πλέοντα τα 2 δίκροτα και 22 άλλα
            πλοία του εχθρικού στόλου, εξ ών τα πλείστα φρεγάται. Περί το
            μεσονύκτιον ηκροβολίσθησαν οι δύο στόλοι· την δε επαύριον
            έπλεεν ο εχθρικός προς το βόρειον στόμιον του πορθμού, και
            εφαίνετο ότι εσκόπευε ν' απομακρυνθή· παρέπλεε και ο
            ελληνικός· αλλ', αντί ν' απομακρυνθή, εστράφη αίφνης, ώρμησε
            θαρραλέως εις ολίγα ελληνικά πλοία προπλέοντα, επόδισεν όμως
            μετ' ολίγον ιδών πλησιάζοντα τα άλλα. Εν τω μεταξύ τούτω
            εφώρμησε το υπό τον Σπαήν πυρπολικόν, αλλά κατετρυπήθη και
            εβυθίσθη, οι δε εν αυτώ διεσώθησαν όλοι, εμβάντες εις το
            εφόλκιον. Εβλάφθη και το κατάρτιον του πυρπολικού του
            Παρασκευά. Ο άνεμος ήτον άστατος και ολίγος, και το πλοίον του
            Σαχίνη, ο Μιλτιάδης, έτυχε να ευρεθή πλησίον ενός των δύο
            δικρότων απολειφθέντος των λοιπών πλοίων του στόλου· τέσσαρας
            ώρας εκανονοβολείτο και αντεκανονοβόλει μονομαχών· κινδυνεύων
            δε να βυθισθή, και μη δυνάμενος ν' απομακρυνθή, αντείχε
            γενναίως. Έβλεπαν τα ελληνικά πλοία μακρόθεν, την μονομαχίαν,
            αλλ', επικρατούσης νηνεμίας, μόλις επλησίασε το του Λεμπέση.
            Επί τέλους το δίκροτον, προσκάλεσαν διά σημείου τας λέμβους
            των άλλων πλοίων απεμακρύνθη ρυμουλκούμενον· ο δε Μιλτιάδης
            διήλθε τον μακρόν και δεινόν αγώνα αβλαβής και δεδοξασμένος.
            Οι στόλοι διέμειναν όλην την νύκτα απέναντι ο είς του άλλου·
            την δ' επιούσαν αντιπαρετάχθησαν λίαν πρωί και εμάχοντο. Οι
            Τούρκοι εφάνησαν ανώτεροι εαυτών· διότι, απόντος του ατόλμου
            Τοπάλη επισκευάζοντος την παθούσαν ναυαρχίδα του, εκυβέρνα τον
            στόλον ο έμπειρος και τολμηρός Ταχήρπασας. Εν τη ακμή δε της
            μάχης, εν ώ η φέρουσα την σημαίαν του φρεγάτα και άλλα πλοία
            ηγωνίζοντο να υπερηνεμίσωσι των ελληνικών και επιπεσώσι,
            βοηθούντος του ανέμου, ο Σπαής, ο απολέσας την προτεραίας το
            πυρπολικόν του, ίθυνεν άλλο εις την φρεγάταν^ αλλ' υπό την
            βολήν των κανονίων αυτής έσπασαν τα κατάρτιά του, και οι
            πυρποληταί κατέβησαν εις το εφόλκιον επί σκοπώ να καύσωσι το
            πυρπολικόν και φύγωσιν· αλλ' ιδόντες 2 εχθρικάς λέμβους
            κινουμένας εις σύλληψιν αυτού ανέβησαν πάλιν επί του
            καταστρώματός του και τουφεκίζοντες τας απεμάκρυναν. Προς το
            κέντρον δε της γραμμής επολέμουν ο ναύαρχος ο Ραφαλιάς, ο
            Κριεζής, ο Παναγιώτας, ο Λεμπέσης και άλλοι· ήσαν παρ' αυτοίς
            και τέσσαρα πυρπολικά, τα του Πολίτου, του Βώκου, του Μπούτη
            και του Μπέσκου. Οι πυρποληταί ίθυναν και τα τέσσαρα εις τα
            εχθρικά πλοία, αλλά των δύο εβλάφθησαν τα κατάρτια, το πυρ του
            εχθρού έκαυσε το τρίτον, το δε τέταρτον, το του Μπέσκου,
            έπεσεν εις την φρεγάταν και εκόλλησεν, αλλ' εξεκόλλησε διά της
            επιτηδειότητος του πληρώματος αυτής και εκάη και αυτό εις
            μάτην· την δε β' ώραν μετά μεσημβρίαν έπαυσεν η ναυμαχία.
            Γενναίως ως πάντοτε ηγωνίσθη το ελληνικόν ναυτικόν κατά τας
            δύο τελευταίας ναυμαχίας· αλλ' ουδέποτε τα πλοία του και τα
            πληρώματα έπαθαν τόσην ζημίαν. Εκατόν εφονεύθησαν και
            επληγώθησαν και τα πλείστα των πλοίων είχαν ανάγκην επισκευής.
            Μεγάλην ζημίαν υπέστη και ο εχθρικός στόλος· εισέπλευσε δε τον
            κόλπον της Σμύρνης απρόθυμος όσων έπαθε να επανέλθη εις τον
            αγώνα. Μετ' ολίγας ημέρας εξέπλευσαν του Ελλησπόντου εις
            ενίσχυσίν του εννέα φρεγάται.

            Αφ' ού δε απεμακρύνθη ο εχθρικός στόλος, και εφαίνετο ότι
            εματαιώθησαν τα κατά της Σάμου σχέδιά του, συνήλθαν τα
            ελληνικά πλοία εις Ψαρά και εκείθεν επανέπλευσαν τα πλείστα
            εις τα ίδια. Έμεινε δε ο Μιαούλης μετά ένδεκα πολεμικών και
            τριών πυρπολικών. Προπορευομένη η ναυαρχίς και συνοδευομένη
            υπό δύο μόνον πολεμικών και δύο πυρπολικών, του Ρούφα και του
            Πολίτη, ευρέθη αίφνης την 25 σεπτεμβρίου έξωθεν της Μιτυλήνης
            εν μέσω του εχθρικού στόλου, εκυκλώθη, έπαθε πολλάς ζημίας,
            έσπασε το πηδάλιόν της, και ηναγκάσθη να ποδίση και υψώση το
            σημείον της αποχωρήσεως εις οδηγίαν των μακρόθεν ερχομένων
            άλλων πλοίων· και τα μεν της συνοδίας της δύο πολεμικά την
            παρηκολούθουν απομακρυνομένην, τα δε δύο πυρπολικά δεν
            υπήκουσαν, έδεσαν τα πανία των, και ανέμεναν υπό το ακρωτήριον
            της αγίας Μαρίας τα εχθρικά αρμενίζοντα κατόπιν υπό λεπτόν
            άνεμον. Ο Μιαούλης διέταξε τα παρακολουθούντα δύο πλοία να
            στείλωσι τας λέμβους των εις ρυμουλκίαν των δύο πυρπολικών,
            υποθέσας ότι ηργοπόρουν διά την ολιγότητα του ανέμου. Ο Ρούφας
            επείσθη, και εν ώ το σκάφος του ερρυμουλκείτο, εχθρική
            κανονία, πεσούσα εν τω εφολκίω του, εφόνευσε τρεις και
            επλήγωσε τέσσαρας· αλλ' ο Πολίτης δεν ηθέλησε να ρυμουλκήση
            και απομακρυνθή μήτε να λύση τα πανία του, ως διετάχθη. Τούτο
            βλέποντες οι εχθροί εξεμάνησαν, εκύκλωσαν το πλοίον του, και
            επειδή κονονοβολήσαντές το ικανήν ώραν μήτε να το βυθίσωσιν
            εδυνήθησαν μήτε να το καύσωσιν, έστειλαν εις άλωσιν αυτού
            είκοσι λέμβους· αλλ' ο Πολίτης, εμβάς εις το εφόλκιόν του
            φέρον έν κανόνι, έπεσεν ως τυφλός εις το μέσον και των είκοσι,
            και κανονοβολών και τουφεκίζων ηνάγκασε και τας είκοσι να
            ποδίσωσι.


            Τούτου δε γενομένου, επανήλθεν εις το πλοίον του, έλυσε τα
            πανία του, και ιστάμενος επί της πρύμνης του πλοίου του εν
            μέσω τόσων εχθρικών πλοίων, και βαστών το ξίφος εις την
            δεξιάν, εφώναζε χλευάζων και προκαλών τον στόλον όλον εις
            μάχην. Τοιουτοτρόπως απεμακρύνθη θαυμαζόμενος και παρ' αυτών
            των εχθρών διά την παράφρονα, ούτως ειπείν, τόλμην του. Αλλ'
            ό,τι δεν έπαθε το πλοίον του Πολίτου, εκινδύνευσαν να το
            πάθωσι τα του Σαχίνη και του Ζάκα. Εν ώ εκινδύνευε το του
            Πολίτου, τα πλοία ταύτα παρευρεθέντα έδραμαν εις σωτηρίαν του·
            αλλά μόλις επλησίασαν, έπαυσεν ο λεπτός άνεμος, υφ' όν έπλεαν,
            και ευρέθησαν ακίνητα πλησίον της οθωμανικής ναυαρχίδας καί
            τινος εχθρικής γολέττας· και η μεν ναυαρχίς ρυμουλκουμένη, η
            δε γολέττα κωπηλατουμένη έβαλαν και τα δύο εις το μέσον· και
            το μεν του Ζάκα ολίγα παθόν απεμακρύνθη, το δε του Σαχίνη, μη
            δυνηθέν να απομακρυνθή, κατετρυπήθη κανονοβολούμενον· τόσω δε
            πλησίον ευρέθη των εχθρών, ώστε οι εν αυτώ ήκουαν αυτούς
            κραυγάζοντας να παραδοθώσιν· αλλά δύο εύστοχοι κανονίαι, η μεν
            ανατρέψασα μίαν των εχθρικών λέμβων, η δε κόψασα σχοινία της
            ναυαρχίδος, έβαλαν το πλήρωμα αυτής εις αταξίαν, και
            τοιουτοτρόπως ελυτρώθη ο κινδυνεύων Μιλτιάδης ρυμουλκηθείς υπό
            των εις αντίληψιν αυτού ελθουσών λέμβων των άλλων ελληνικών
            πλοίων· αύτη ήτον η τελευταία ναυμαχία επί της εκστρατείας
            ταυτής· και ο μεν οθωμανικός στόλος εισέπλευσεν, αρχομένου του
            νοεμβρίου τον Ελλήσποντον, οι δε περί τον Μιαούλην
            επανέπλευσαν εις τα ίδια, διασωθείσης και τρίτην φοράν της
            κινδυνευούσης Σάμου.

            Η δε υπό τον καπητανάμπεην οθωμανική μοίρα διέμεινε τρεις
            ολοκλήρους μήνας εν Νεοκάστρω. Την δε 9 οκτωβρίου δύο φρεγάται
            αυτής και δώδεκα κορβέτται και βρίκια κατέπλευσαν εις Αρμυρόν
            και Κυτριάς επί καταστροφή ενός και μόνου σπετσιωτικού πλοίου
            και έξ πλοιαρίων της Μάνης εκεί καταφυγόντων· αλλ' ουδ' αυτά
            εδυνήθησαν να καταστρέψωσι και επανέπλευσαν εις Νεόκαστρον·
            μετ' ολίγον δε ανεχώρησεν ο καπητανάμπεης εις Ελλήσποντον,
            αφήσας παρά τω Ιβραήμη τινά των πλοίων της μοίρας εκείνης υπό
            τον Ριαλάμπεην.

            Προ πολλού ευρίσκετο ο κορινθιακός κόλπος υπεξούσιος των
            εχθρών, και ελευθέρως μετεκομίζοντο εις Σάλωνα, Δομβρέναν και
            Ψάθαν τροφαί και πολεμεφόδια εις χρήσιν αυτών. Ο Χρήστος
            Παληογιάννης και ο Δημήτρης Μακρυγιάννης ηγόρασαν εν Αιγίνη εξ
            ιδίων πολύκωπον αλιάδα, ην υπερισθμήσαντες ώπλισαν εν τω
            κορινθιακώ κόλπω, και εμβιβάσαντες εις αυτήν μεν 27 ναύτας,
            εις άλλα δε μικρά πλοιάρια 200 στρατιώτας, έπλευσαν όλοι ομού
            εις τον λιμένα της Δομβρένας, όπου ελλιμένιζαν επτά εχθρικά
            πλοία, επί σκοπώ να κυριεύσωσί τινα εξ απροόπτου, αλλ'
            απέτυχαν και έφυγαν. Την νύκτα δε της 17 σεπτεμβρίου έπλευσε
            μόνον η αλιάς εις τον λιμένα των Σαλώνων, και οι ναύται αυτής
            επάτησαν αίφνης μίαν εχθρικήν γολέτταν 10 κανονιών και την
            εκυρίευσαν· δύο μόνον εξ αυτών εφονεύθησαν και επτά
            επληγώθησαν. Εξεμάνη ο Ιβραήμης μαθών το συμβάν, και έστειλεν
            εις τον κόλπον ολόκληρον ναυτικήν μοίραν προς τιμωρίαν των
            Ελλήνων και εξόντωσιν της μικράς δυνάμεώς των· αλλά τόση ήτον
            η αναξιότης της μοίρας ταυτής, ώστε, αφ' ού πέντε μήνας
            διέμεινεν η αρπαγείσα γολέττα εντός του κόλπου μηδέν παθούσα,
            διεξέπλευσεν ασφαλώς εν σκοτεινή νυκτί και κατευοδώθη εις
            Αίγιναν.

            Την 3 δε σεπτεμβρίου λίαν πρωί ηκούσθη εν τη πόλει του
            Ναυπλίου ασυνήθης ήχος τροχηλασίας επί της θαλάσσης, και μετ'
            ολίγον ηγκυροβόλησεν υπό αγγλικήν σημαίαν το πρώτον αυτόθι
            φανέν ατμόπλουν, η Κ α ρ τ ε ρ ί α, 233 τόνων, και την
            επιούσαν ύψωσε την ελληνικήν σημαίαν υπό τον κρότον των
            κανονίων του, και εδόθη τω κυβερνήτη αυτού Χάστιγγι ο βαθμός
            πλοιάρχου φρεγάτας. Αρχομένου δε του δεκεμβρίου κατέπλευσεν
            εις Αίγιναν και η προ πολλού προσδοκωμένη φρεγάτα Ε λ λ ά ς,
            64 κανονίων, εφωδιασμένη δι' όλων των αναγκαίων, και παρεδόθη,
            εν πρώτοις κατά διαταγήν της κυβερνήσεως τοις τρεις ναυάρχοις,
            Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών, και επί τέλους ετέθη υπό την
            μοναδικήν κυβέρνησιν του Μιαούλη· έφερε δε εις το εθνικόν
            ταμείον ο επ' αυτής καταβάς Κοντόσταυλος εις εξόφλησιν της εν
            Αμερική ληψοδοσίας του δίστηλα 18,000 μέγα δώρημα τω καιρώ
            εκείνω.

            Μετ' ολίγας δε ημέρας αφίχθη εις Ναύπλιον ο συνταγματάρχης
            Ευδέκος και δώδεκα αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, σταλέντες
            εις υπηρεσίαν της Ελλάδος παρά του βασιλέως της Βαυαρίας,
            όστις, ασπασθείς παρρησία και ενθουσιωδώς τον ελληνικόν αγώνα,
            καθ' όν καιρόν άπαντες οι συνάδελφοί του τον απεδοκίμαζαν,
            τινές δε και τον κατέτρεχαν, τον εξύμνει ως ποιητής, και τον
            εξεικόνιζεν ως φιλότεχνος εν μια των στοών του Μονάχου.

            Eγνωστοποιήσαμεν ήδη τα της μέχρι τούδε προς τους Έλληνας
            διαγωγής του αυστριακού ναυτικού· ερχόμεθα να γνωστοποιήσωμεν
            τώρα και τα κατά το ενεστώς έτος υπεράλλοτε σκανδαλώδη.

            Πολλά κακά, και πολλάκις άδικα, έπασχαν τα υπό ουδετέραν
            σημαίαν πλοία παρά των Ελλήνων, αλλά τρις χειρότερα έπασχαν τα
            υπό την αυστριακήν διότι αυτόχρημα Τούρκους εθεώρουν οι
            Έλληνες τους αυστριακούς και άδικον δεν είχαν· διά τούτο οι
            μεν έχαιραν, οι δε αδιαφόρουν επί τη βλάβη αυτών. Αναιδής
            ήτον, ως απεδείξαμεν, η διαγωγή του πολεμικού της Αυστρίας
            ναυτικού, αλλ' αναιδέστεραι αι απαιτήσεις του. Ο Ακούρτης δεν
            εσυστέλλετο ν' απαιτή αποζημιώσεις και δι' αυτά τα υπό
            αυστριακήν σημαίαν πλοία τα παρά των Ελλήνων εν τη συνοδία του
            οθωμανικού στόλου επί της ναυμαχίας του Καφηρέως αφαρπαγέντα
            ως φέροντα προς τους εχθρούς πολεμικά παρεμπορεύματα ουδ'
            έπαυε να βλάπτη αναιδώς όσον εδύνατο τους Έλληνας. Μεσούντος
            του Ιουνίου, έπλεαν προς το ακρωτήριον της Μιτυλήνης δύο
            ελληνικά πλοία εις κατασκόπευσιν του εχθρού. Παρατηρήσαντα τα
            πλοία ταύτα ότι προσήρχετό τις κορβέττα υπό σημαίαν τουρκικήν
            ανεκώχευσαν έτοιμα εις πόλεμον· αλλ' η κορβέττα πλησιάσασα
            κατεβίβασε την τουρκικήν σημαίαν, ύψωσε την αυστριακήν, και,
            μηδαμώς εις λόγους μετά των ελληνικών πλοίων ελθούσα, επέρριψε
            πεπυρωμένας σφαίρας και δεν έπαυσε σφαιροβολούσα, έως ου
            απεμακρύνθησαν. Τοιαύτη διαγωγή παρώργιζε τους περί των όλων
            αγωνιζομένους Έλληνας κατά των υπό αυστριακήν σημαίαν
            ναυτιλλομένων, οίτινες, αδίκως ή δικαίως πάσχοντες,
            επεκαλούντο μεγάλη φωνή επί τω εις τα ίδια επανάπλω την
            αντίληψιν της κυβερνήσεώς των· αύτη δε, επί σκοπώ να
            ικανοποιήση τους παθόντας και προστατεύση την σημαίαν της
            έστειλε το θέρος τούτο εις το Αιγαίον όλον σχεδόν τον στόλον
            της υπό τον ναύαρχον Παυλούκην. Ο στόλος ούτος, εξ ενός
            δικρότου, μιας φρεγάτας, μιας κορβέττας και δύο γολεττών, αντί
            να πλεύση εν πρώτοις όπου έδρευεν η ελληνική κυβέρνησις, και
            ζητήση ικανοποίησιν και αν δεν εισηκούετο, τότε να πράξη ό,τι
            εμελέτα, έπλευσε κατ' ευθείαν εις Μύκωνον, απεβίβασε 500
            στρατιώτας και πυροβολιστάς και απήτησε ποσότητά τινα
            χρημάτων, ην και έλαβεν εις αποζημίωσιν αυστριακού πλοίου
            πειρατευθέντος, απειλήσας ότι θα έκαιε την πόλιν. Εν ώ δε
            διέτριβεν εκεί, ηγκυροβόλησεν ανυπόπτως η ανήκουσα εις το
            ελληνικόν τακτικόν πολεμική γολέττα. Ο πλοίαρχος αυτής,
            Δεκρόζης, αφίχθη αμέσως κατά την τάξιν εις επίσκεψιν του
            αυστριακού ναυάρχου. Ο ναύαρχος, γνώριμος αυτού, τον υπεδέχθη
            ευνοϊκώς και τον εκάλεσεν εις το γεύμα· αλλ' εν ώ τον
            εφίλευεν, έστειλεν εν αγνοία αυτού τας λέμβους, εκυρίευσε την
            γολέτταν και διεμοίρασε τους αξιωματικούς της εις διάφορα των
            πλοίων του στόλου· εξετάσας δε το ημερολόγιον και τα έγγραφα,
            και ευρών τα πάντα εν τάξει, απέλυσε το πλοίον, τον πλοίαρχον
            και τους αξιωματικούς· συγχρόνως έκαυσεν ως ληστρίδα μίστικον
            ευρεθέν εκεί, και κατά παραγγελίαν του Χαμιλτώνος εφοπλισθέν
            εις καταδίωξιν πειρατών. Την δε 9 Ιουλίου αφίχθη εις Τήνον,
            όπου ευρίσκοντο δύο πολεμικά πλοία ελληνικά εν υπηρεσία της
            επί της εισπράξεως του βιαίου δανείου επιτροπής, το μεν του
            Λαλεχού, το δε του Κυριακού, και την επαύριον καλέσας εις το
            δίκροτον τα μέλη της επιτροπής και τους πλοιάρχους, τοις
            εδηλοποίησεν ότι εθεώρει τα εν εθνική υπηρεσία εκείνα πλοία ως
            εθνικά, και ότι είχεν απόφασιν να τα κατάσχη δι' ά έπραξαν
            άλλοι Έλληνες αδικήματα μη σεβασθέντες την σημαίαν του
            αυτοκράτορός του. Απήντησεν η επιτροπή, ότι τα πλοία ήσαν
            κτήματα ιδιωτών ότι διά τοιαύτης πράξεως ηδικείτο τα έθνος,
            ελαττουμένης της μικράς ναυτικής δυνάμεώς του εν καιρώ
            κινδύνου· ότι μη έχουσα την εκτελεστικήν εκείνην δύναμιν δεν
            εδύνατο η επιτροπή να εισπράξη το δάνειον· ότι αν είχεν ο
            ναύαρχος απαιτήσεις αποζημιώσεων ώφειλε να τας γνωστοποιήση τη
            ελληνική κυβερνήσει και ότι ουδείς των άλλων ναυάρχων, εχόντων
            παρομοίας, επεχείρησέ ποτε τοιούτον τι εις βλάβην όλου του
            έθνους. «Αισθάνομαι όσα λέγετε», απεκρίθη ο Παυλούκης, και
            λυπούμαι ως άνθρωπος, αλλ' ως ναύαρχος αυστριακός οφείλω ν'
            αναγκάσω τους Έλληνας να υπολήπτωνται την αυλήν μου»· και
            ταύτα ειπών, έστειλε λέμβους ωπλισμένας και εκυρίευσε τα δύο
            ελληνικά πλοία· την δε επαύριον εζήτησεν εις εξαγοράν αυτών
            όσα χρήματα απήτει εις αποζημίωσιν· και τα μεν του Κυριάκου
            εξηγοράσθη αυθημερόν, το δε του Λαλεχού μετά ταύτα. Την δε
            επαύριον, καθ' ήν έτυχε να διαβή εκείθεν η πλέουσα προς την
            Σάμον μοίρα του Σαχτούρη, επέρασεν απέμπροσθεν της πρώρας της
            αυστριακής ναυαρχίδας, εκατόν οργυιάς μακράν αυτής, το πλοίον
            του Φωκά, ο Θεμιστοκλής, ανήκον εις την ρηθείσαν μοίραν. Ύβριν
            εθεώρησεν ο Παυλούκης την τοιαύτην πορείαν του ελληνικού
            πλοίου απέμπροσθεν της πρώρας του, ύψωσεν αμέσως σημεία τινα,
            και ευθέως όλος ο στόλος εκανονοβόλησε τον αυθάδη Θεμιστοκλή
            ως εχθρικόν πλοίον, και επιρρίπτων πεπυρωμένας σφαίρας και
            βομβίδας του ετρύπησε τα δύο κατάρτια, έσπασε την πρύμνην της
            λέμβου του, και το πλοίον ηναγκάσθη να ποδίση εις Σύραν προς
            επισκευήν και εμποδίσθη από της εις βοήθειαν της κινδυνευούσης
            Σάμου εκστρατείας. Ο Παυλούκης, αφ' ού διά τοιούτους λόγους
            εκολόβωσε το ελληνικόν ναυτικόν κατά την κρίσιμον εκείνην
            ώραν, ειδοποίησεν εγγράφως όχι την ελληνικήν κυβέρνησιν, ως
            ώφειλεν, αλλά τους προκρίτους της Ύδρας, περί του σκοπού της
            αποστολής του· δεν εσκόπευε, τοις είπε, να επιφέρη βλάβην ή
            ενόχλησιν οιανδήποτε εις ελληνικά πλοία, μικρά ή μεγάλα,
            καταγινόμενα εις εμπόριον ή εις αλιείαν, μηδέ και εις αυτά τα
            ένοπλα τα έχοντα τακτικά της κυβερνήσεώς των έγγραφα, αν δεν
            έβλαπταν πλοία υπό αυστριακήν σημαίαν, αν δεν ηνόχλουν ή δεν
            ήρπαζαν τα πλέοντα υπό πολεμικήν συνοδίαν, και αν περιωρίζοντο
            εις το να κρατώσι μόνον τα φέροντα απηγορευμένα εν καιρώ
            πολέμου είδη, οσάκις ταύτα απεπειρώντο να εισέρχωνται εις
            αποκλεισμένους υπό ελληνικών πλοίων τουρκικούς λιμένας. Κατά
            την έννοιαν της κοινοποιήσεως ταύτης, δι’ ής το δικαίωμα του
            κρατείν τα υπό αυστριακήν σημαίαν φορταγωγά πλοία περιωρίζετο
            μόνον εις τα παραβιάζοντα τους αποκλεισμούς, επετρέπετο να
            μεταφέρωνται υπό την σημαίαν ταύτην ανεπηρεάστως στρατεύματα
            τουρκικά προς απόβασιν εις οιονδήποτε ελληνικόν μέρος,
            πολεμοφόδια, τροφαί, αποσκευαί, ή χρήματα, εις τουρκικά
            στρατόπεδα, και πάσα τουρκική ιδιοκτησία, από τόπου εις τόπον.
            Εκοινοποίησε δε προς τοις άλλοις ο ναύαρχος, ότι εθεώρει
            ένοχον και αξιόποινον όλην την νήσον εξ ής έπλεε πειρατικόν τι
            πλοίον· και ταύτα εκοινοποίει, εν ώ ούτε αυτός ούτε άλλος τις
            ηγνόει, ότι πλήθη των καταστραφέντων λαών, συγκεντρωθέντα είς
            τινας νήσους, αναγκαζόμενα να ζώσιν επί τη ρομφαία των, και
            ισχυρότερα των φιλησύχων κατοίκων των νήσων εκείνων, όχι μόνον
            δεν υπήκουαν την τοπικήν Αρχήν, αλλά και κατεπίεζαν και αυτούς
            τους εντοπίους. Υπό τοιούτους όρους προθέμενος ο Παυλούκης να
            ενεργήση τα της αποστολής του, ανεχώρησεν εκ Τήνου, αφ' ού
            έπραξε τα ανωτέρω· αλλά, πριν αναχωρήση, έγεινεν
            αυτοχειροτόνητος προστάτης των του δυτικού δόγματος πολιτών
            Ελλήνων και τιμωρός αυθαίρετος αυτών, και, προειδοποίησεν
            εγγράφως τους προκρίτους της νήσου ότι, αν εν τη απουσία του
            εκακοποιούντο ή εζημιούντο οι καθολικοί, αυτός επί τη επανόδω
            του όχι μόνον θα ικανοποίει τους παθόντας και ζημιωθέντας, και
            θα επαίδευε τους πταίσαντας, αλλά θα ετιμώρει και αυτούς τους
            προκρίτους ως υπευθύνους περί της ασφαλείας εκάστου καθολικού·
            υπέσχετο δε τοις προκρίτοις την φιλάνθρωπον και γενναίαν
            προστασίαν του εν καιρώ ανάγκης, αν απεδεικνύοντο διά της
            διαγωγής των άξιοι αυτής. Και ταύτα μεν όσα ενήργησεν εν Τήνω.

Αύγουστος   Την δε 11 αυγούστου εμφανισθείς μεθ' όλου του στόλου έμπροσθεν
            της Νάξου απήτει παρά του κοινού γρόσια 8500 ως τιμήν ειδών
            υπό τινων εντοπίων και παρεπιδημούντων ξένων πειρατευθέντων, ή
            από πειρατών αγορασθέντων· απήτει και ικανοποίησιν, διότι
            υβρίσθη ο εκεί αυστριακός πρόξενος, και ητιμάσθη η επί του
            προξενείου σημαία· προσαπήτει και όρκον περί ασφαλείας εις το
            εξής των προξένων, των δυτικοφρόνων, και των υπό ξένην
            υπεράσπισιν κατοίκων της νήσου· και επειδή δεν εισηκούσθη,
            απεβίβασε την επαύριον 800 στρατιώτας και κανόνια, και
            πολιορκών την πόλιν διά ξηράς και θαλάσσης, την εκανονοβόλει,
            μήτε εις γυναίκας μήτε εις ασθενείς μήτε εις παιδία έξοδον
            επιτρέπων. Διεκήρυξε δε την αυτήν ημέραν και ο αρχηγός της επί
            της ξηράς δυνάμεως Ζιμβούργος προς τους Ναξίους τα αυτά, και
            απήτει προς τοις άλλοις και τα όπλα των κατοίκων. Αντέτειναν
            απαξάπαντες οι Νάξιοι εις τον αφοπλισμόν· αλλ' υπήγαν εις την
            οικίαν του αυστριακού αντιπροξένου υπό στρατιωτικήν συνοδίαν,
            εζήτησαν συγγνώμην ωρκίσθησαν περί της ασφαλείας των προξένων
            και των επί της νήσου δυτικοφρόνων, και ύψωσαν την αυστριακήν
            σημαίαν. Τούτων γενομένων, εξέδωκεν ο Ζιμβούργος δευτέραν
            διακήρυξιν, δι’ ής δικαιολογών την απαίτησιν των όπλων ως
            αφορώσαν την ησυχίαν της νήσου, επέτρεπε την απ' ανατολής
            μέχρι δύσεως του ηλίου κοινωνίαν της πόλεως και των χωρίων,
            και περιώριζε την οργήν και την εκδίκησίν του εις μόνους τους
            μετελθόντας τα της πειρατείας. Αφ' ού δε επληρώθησαν όσα
            χρήματα απητούντο, η μεν ναυαρχίς απέπλευσε την 22, τα δε
            λοιπά πλοία μετά δύο ημέρας· δεν έπαυσε δε ο ναύαρχος επί της
            εν Νάξω διατριβής του υβρίζων τους εντοπίους ως αποστάτας κατά
            του νομίμου βασιλέως των, και προτρέπων αυτούς να επικαλεσθώσι
            το έλεός του και να επανέλθωσιν εις την οδόν του καθήκοντος
            προ της εξολοθρεύσεώς των.

            Δίκαιον αναμφιβόλως ο ναύαρχος είχε να υποχρεώση τους άρπαγας
            εις την απότισιν όσων ήρπασαν και να τους τιμωρήση· αλλά διατί
            να παιδεύση ολόκληρον αθώαν πόλιν; μήπως δεν ήξευρε διά του
            προξένου ότι πάντη ανίσχυρος ήτον ή κοινότης να παιδεύση τους
            ενόχους, ως καταπιεζομένη υπό των εμφιλοχωρούντων Κρητών, και
            ως έχουσα αυτή ανάγκην υπερασπίσεως; εν ποίω δε δικαιώματι
            έπραξεν ο ναύαρχος ό,τι έπραξεν υπέρ του προξένου; ο πρόξενος
            ήτον εντόπιος και κάτοικος της Νάξου, ό εστι πολίτης Έλλην·
            ούτε συνθήκην, δι' ής εδύνατο να εγκαθιστά προξένους εν Ελλάδι
            είχεν η Αυστρία, ουδ' άλλην πολιτικήν σχέσιν· εξ εναντίας
            εφέρετο προς αυτήν εχθρωδώς και απανθρώπως. Πώς εδύνατο λοιπόν
            επί τοιαύτης γης ν' απαιτή την ύψωσιν της σημαίας της και την
            εγκαθίδρυσιν των προξένων της; εν ποίω δε δικαιώματι εκηρύχθη
            υπέρμαχος των της δυτικής εκκλησίας Ναξίων, όλων πολιτών
            Ελλήνων; και υπηκόους του σουλτάνου αν τους εθεώρει, ο
            σουλτάνος ανεγνώρισε προστάτριαν αυτών μόνην την Γαλλίαν, και
            υπό την προστασίαν ταύτης, αν και παρεξηγουμένην, και όχι ποτέ
            της Αυστρίας, πολλάκις αντέτειναν οι δυτικόφρονες του Αιγαίου
            εις την απότισιν των νενομισμένων φόρων. Ούτω πολιτευομένου
            του ναυτικού της Αυστρίας προς την Ελλάδα, έπταιεν η
            καταδιωκομένη και υβριζομένη Ελλάς, διότι δεν εσέβετο την
            σημαίαν της ως εσέβετο τας των άλλων Δυνάμεων, και διότι την
            εθεώρει ως εχθράν της;

            Αποπλεύσας ο Παυλούκης της Νάξου κατήρεν εις Ναύπλιον, όπου
            έδρευεν η κυβέρνησις· εκεί συνέλαβεν υποψίας ότι οι Έλληνες
            εμελέτων να τον καύσωσι· διά τούτο και το πλήρωμά του έντρομον
            εγρηγόρει πάσαν νύκτα, και τα εισερχόμενα και εξερχόμενα
            ελληνικά πλοία κατεσκοπεύοντο. Τοιούτον σκοπόν συνέλαβαν τω
            όντι τινές των Ελλήνων· αλλ' η κυβέρνησις ειδοποιηθείσα τους
            απέτρεπεν. Ο δε Παυλούκης, είτε φοβηθείς, είτε αισθανθείς
            πόσον αξιόμεμπτος ήτον η διαγωγή του, εφάνη έκτοτε
            συγκαταβατικώτερος, εκάλεσεν εις γεύμα μέλη τινά της
            κυβερνήσεως και έστερξε ν' αναθεωρηθώσιν υπό μικτής επιτροπής
            Ελλήνων και Αυστριακών αποφάσεις τινές του θαλασσίου
            δικαστηρίου· αλλά και μετά τα ευμενέστερα ταύτα δείγματα της
            διαγωγής του έν των υπό την οδηγίαν του πλοίων έπραξεν εν τη
            νήσω των Θερμιών κατ' εντολήν αυτού ό,τι έπραξεν αυτός εν
            Νάξω.

            Προ πέντε ετών είχε ναυαγήσει κατά το ακρωτήριον της νήσου
            εκείνης, άγιον Δημήτριον, σουηδικόν πλοίον, και το φορτίον
            αυτού διήρπασάν τινες των κατοίκων του χωρίου Σύλλακα. Ο
            υποπρόξενος της Αυστρίας, ο και υποπρόξενος της Σουηδίας,
            απήτησε πολλάκις την αποζημίωσιν, αλλ' ουδέποτε εισηκούσθη.
            Την δε 30 αυγούστου ηγκυροβόλησε το αυστριακόν βρίκι, ο Ω ρ ί
            ω ν, εν τω λιμένι των Θερμιών, και ο κυβερνήτης αυτού,
            Αλβέρτης, απήτησε την αποζημίωσιν εντός 24 ωρών. Οι κάτοικοι
            του χωρίου εζήτησαν προθεσμίαν μακροτέραν. Την επιούσαν νύκτα
            είδαν οι ποιμένες της νήσου ενόπλους βαδίζοντας προς το
            χωρίον, τους εξέλαβαν ως ληστάς και έδωκαν είδησιν φωνάζοντες.
            Ήκουσαν την φωνήν οι χωρικοί, και οι μεν άνδρες εξήλθαν
            ένοπλοι την νύκτα ως επί ληστάς και ετουφεκίσθησαν, αι δε
            γυναίκες έτρεξαν εις τα όρη προς ασφάλειαν· εγνώσθη μετ'
            ολίγον ότι οι αποβάντες ήσαν αυστριακοί, και ότι έφεραν επί
            της ξηράς κανόνια εις σωφρονισμόν των απειθούντων· απεδόθη δε
            άνευ περαιτέρω αναβολής η ζητουμένη αποζημίωσις. Τοιουτοτρόπως
            διεσώθη το κινδυνεύον ολόκληρον χωρίον διά την ανομίαν και
            αδικίαν τριών και μόνων ατόμων.

            Λήγοντος δε του σεπτεμβρίου, επανήλθεν ο Παυλούκης εις
            Ναύπλιον, και ηύρεν εκεί το υπό αυστριακήν σημαίαν εμπορικόν
            πλοίον, Μαγδονάλδον, υπό δίκην. Το ληίσαν τον Μαγδονάλδον
            ελληνικόν είχε τακτικά έγγραφα, και ούτε παραβίασίς τις υπήρχε
            των νενομισμένων, ούτε παρατυπία· αλλ' ο Παυλούκης, επί λόγω
            ότι η ελληνική κυβέρνησις δεν είχε το δικαίωμα να επισκέπτεται
            τα υπό αυστριακήν σημαίαν πλοία, το επήρε βία. Διεμαρτυρήθη η
            κυβέρνησις διά την ενώπιον αυτής αυθαίρετον ταύτην πράξιν και
            απήτησε να μη διακόψη την κατά τους εν πλήρει ενεργεία νόμους
            δίκην του πλοίου· αλλ' εκείνος εκώφευσεν εις την δικαίαν
            ταύτην φωνήν. Τοιαύτα ήσαν τα άθλα κατά το ενεστώς έτος του
            αυστριακού ναυτικού, δι' α εγόγγυσεν όλη η Ελλάς, και ωργίσθη
            όλη η Ευρώπη.

            Αν η κοινή καταδρομή του Ζαήμη και του Κολοκοτρώνη τους ήνωσεν
            ως είδωμεν, η πτώσις των αντιπάλων και η ιδία ανόρθωσις τους
            διήρεσε. Γενικός αρχηγός των όπλων της Πελοποννήσου ήτον ήδη ο
            Κολοκοτρώνης, τοιούτος διέμεινε και μετά την εγκαθίδρυσιν της
            νέας κυβερνήσεως και δεν προσέκτησεν ό,τι ενόμιζεν αυτώ ανήκον
            επί της νέας διανομής της εξουσίας, υπέρ ης τόσον εμόχθησεν.
            Ένεκα τούτου αποσπασθείς του Ζαήμη απέσπασε και άλλους, εν οίς
            και τον Αναγνώστην Δηληγιάννην, μέλος της διοικητικής
            επιτροπής, και η διαίρεσις των επαρχιών ενισχύθη εκ νέου. Αι
            επαρχίαι της Κορίνθου και της Βοστίτσης είλκυσαν κυρίως την
            προσοχήν της νέας αντιπολιτεύσεως διά τα πλούσια εισοδήματά
            των και της μεν πρώτης επαρχίας αρχηγός ήτον ο στρατηγός
            Ιωάννης Νοταράς, υπαρχηγός δε ο αντιστράτηγος και εξάδελφος
            αυτού Παναγιώτης Νοταράς· της δε δευτέρας αρχηγός ο στρατηγός
            Λόντος, υπαρχηγός δε ο αντιστράτηγος Μελετόπουλος. Τους δύο
            τούτους αντιστρατήγους ελκύσαντες οι περί τον Κολοκοτρώνην
            διήγειραν κατά των στρατηγών υπό το δέλεαρ της αρχηγίας των
            επαρχιών. Αλλ' η διαίρεσις εισεχώρησε μάλλον εις την της
            Κορίνθου, όπου την υπέθρεψε και η περί νυμφεύσεως ωραίας και
            ευγενούς νεάνιδος της επαρχίας εκείνης αναφανείσα αντιζηλία
            του στρατηγού και του αντιστρατήγου. Η διαίρεσις αύτη εξέκλινε
            τον αύγουστον εις αλληλομαχίαν, και οι δύο αντίζηλοι νεανίαι,
            ευρόντες και άλλους συμμάχους, άφρονας ως αυτούς, συνήψαν εν
            Σοφικώ, χωρίω της επαρχίας των, μάχην, καθ' ήν νικήσαντες οι
            περί τον Ιωάννην Νοταράν έσφαξαν αθώους, ελεηλάτησαν και
            κατέστρεψαν το χωρίον, και έκαυσαν το πλείστον μέρος του
            πευκοφύτου δάσους του, όθεν ρητινολογούντες οι χωρικοί
            επορίζοντο κατ' έτος τα προς το ζην· κατέστρεψαν δε και άλλα
            χωρία γυμνώσαντες τους κατοίκους. Το πυρ της εν τη επαρχία της
            Κορίνθου αλληλομαχίας εγγύς ήτο να διαδοθή και εις άλλας
            επαρχίας της Πελοποννήσου, αλλ' η διοικητική επιτροπή έσπευσε
            να το σβέση εν αυτή τη εστία του, και επί τω σκοπώ τούτω
            μετέβησαν εις την επαρχίαν εκείνην ο πρόεδρός της, τα μέλη
            αυτής Πετρόμπεης και Δηληγιάννης, και ο αντιπρόεδρος της
            επιτροπής της συνελεύσεως Πορφύριος· μετέβη εκεί και ο
            Κολοκοτρώνης μεταμεληθείς δι' όσα ενήργησεν εις έξαψιν των
            παθών. Συσκέψεως δε γενομένης διετέθησαν τα της επαρχίας όπως
            η περίστασις απήτει, απεπέμφθησαν οι δύο αντίζηλοι νεανίαι εις
            τα στρατόπεδα, και τοιουτοτρόπως πολλά παθούσα η επαρχία της
            Κορίνθου διεσώθη από της παντελούς καταστροφής.

            Αφ' ού δε οι προσκυνήσαντες οπλαρχηγοί Κρήτες ερρίφθησαν, ως
            προείπαμεν, εις σκοτεινήν φυλακήν, ηναγκάσθησαν πολλοί να
            προτιμήσωσι χάριν ασφαλείας τον κλεπτικόν πόλεμον. Διά του
            τρόπου τούτου επιδρομαί συχναί εις πολλάς της Κρήτης επαρχίας
            εγίνοντο, και εχθροί κατεστρέφοντο, και χωρία ελαφυραγωγούντο·
            αλλά μετά την κυρίευσιν της Γραμβούσης ηύρισκαν οι οπλοφόροι
            Χριστιανοί καταφύγιον εκεί, και προμηθευόμενοι ευκόλως των
            αναγκαίων εγίνοντο τολμηρότεροι, επιφοβώτεροι και
            συστηματικώτεροι. Την 1 οκτωβρίου εξεστράτευσαν κατά πρώτην
            φοράν εκείθεν προς τα Χανιά 150 διά θαλάσσης και άλλοι τόσοι
            διά ξηράς· και οι μεν διά θαλάσσης συνέλαβαν δύο αλιάδας
            αυτάνδρους, εγέμισαν τα πλοιάρια ζώων και άλλων λαφύρων,
            εσκότωσαν 17 εχθρούς, εν οίς και τον υιόν του Χασάμπεη
            Τουκμετσόγλου, και έφεραν 6 αιχμαλώτους εις Γραμβούσαν. Οι δε
            διά ξηράς ήρπασαν ζώα ικανά έξωθεν των Χανιών, και εφόνευσαν
            και τον υιόν του Φανέραγα. Εξεστράτευσεν εις καταδίωξιν και
            τιμωρίαν αυτών ο Μουσταφάπασας, και επροχώρησε μέχρι της
            Γραμβούσης, αλλά δεν τους επρόφθασε, και φονεύσας τρεις άλλους
            καθ' οδόν επέστρεψεν εις Χανιά. Καθ' ήν δε ημέραν
            εξεστράτευσεν, επέδραμάν τινες των εν ταις υπωρείαις της
            Μαλάξας Χριστιανών μέχρι των πυλών του τείχους, εγύμνωσαν τα
            βυρσοδεψεία, ήρπασαν ζώα, εφόνευσάν τινας και επανήλθαν εις τα
            ίδια αβλαβείς. Την αυτήν νύκτα κατέβησαν 10 Κεφαλιανοί εις τας
            αλικάς, εκυρίευσαν μίαν αλιάδα, και διέβησαν εν αυτή
            απέμπροσθεν του φρουρίου της Σούδας αβλαβείς. Ο δε
            Μουσταφάπασας, βλέπων τας γενομένας συγχρόνως πολλαχόθεν
            επιδρομάς, λεηλασίας και σφαγάς, εφρόντισε να εφοδιάση το
            φρούριον όσον τάχιον των αναγκαίων, και να το προετοιμάση εις
            πολιορκίαν.

            Λήγοντος δε του οκτωβρίου, Τούρκοι τινές των εν Κανδάνω
            περιεφέροντο εις συλλογήν ελαιών· επέδραμαν οι Έλληνες, τους
            επρόφθασαν επανερχομένους εις τα ίδια, τους εκτύπησαν,
            εφόνευσαν και ηχμαλώτισάν τινας και έτρεψαν τους άλλους.
            Μικραί συγκρούσεις συνέβησαν και αλλού εις βλάβην ως επί το
            πλείστον των οθωμανών.



            1826-27

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΓ'.



            &Εκστρατεία του Κιουταχή εις Αθήνας και άλωσις της πόλεως —
            Διορισμός του Καραϊσκάκη ως γενικού αρχηγού των κατά την
            Ανατολικήν Ελλάδα στρατευμάτων. — Πολιορκία της ακροπόλεως —
            Μάχη του Χαϊδαρίου. — Συντυχία Καραϊσκάκη και Κιουταχή. —
            Είσοδος των περί των Φαβιέρου εις την ακρόπολιν. — Εκστρατεία
            των Θετταλομακεδόνων εις Ταλάντι.&

            Η ΑΛΩΣΙΣ του Μεσολογγίου επέφερε την καταστροφήν του αγώνος
            καθ' όλην την Δυτικήν Ελλάδα. Οι λαοί όλων των επαρχιών
            εκείνου του μέρους επροσκύνησαν· ο δε Κιουταχής εκδυθείς την
            λεοντήν και ενδυθείς την αλωπεκήν, τους μεν των εχόντων
            επαρχίας οπλαρχηγών εφείλκυσε και παρέλαβεν εις την υπηρεσίαν
            του, τους δε ουδετέρωσεν·
Ιούνιος     αφήσας δε ικανήν φρουράν εν Μεσολογγίω εξεστράτευσε τον
            ιούνιον εις Αθήνας, επάτησε, μηδενός εναντιουμένου, την Φωκίδα
            και Βοιωτίαν, και την 28 ηυλίσθη εν Θήβαις. Δεκακισχίλιοι
            ιππείς και πεζοί υπελογίζοντο οι συνεκστρατεύσαντες, και εξ
            είκοσι κανονίων και έξ βομβοβόλων συνίστατο το πυροβολικόν·
            προνοητικότερος δε του Δράμαλη εξησφάλισε διά στρατιωτικής
            κατοχής καταλλήλων μεταξύ θέσεων την ελευθέραν κοινωνίαν του
            στρατού του μετά της Ευβοίας και του κορινθιακού κόλπου, όθεν
            έμελλε να πορίζεται τα χρειώδη. Εν ώ δε εστράτευεν ούτος εις
            Αθήνας, επάτησε και ο Καρύστιος Ομέρ-πασας την Αττικήν μετά
            χιλίων· και αυτός μεν κατέλαβε το Καπανδρίτι 7 ώρας απέχον των
            Αθηνών, οι δε περί αυτόν ιππείς επροχώρησαν εις Πειραιά,
            έκαυσαν τας θημωνιάς, ήρπασαν ποίμνια και επανήλθαν εις το
            στρατόπεδον. Επί δε της επιδρομής ταύτης ο Βάσσος και ο
            Κριεζώτης ευρίσκοντο κατά την Κάζαν και τα Δερβενοχώρια, όπου
            μαθόντες τα κατά τον Πειραιά ανεστράφησαν, και την 20
            εστρατοπέδευσαν κατά το χωρίον Λυόσιαν μίαν ώραν μακράν του
            εχθρού· την δε επαύριον, δύο ώρας προ της ανατολής του ηλίου,
            έστειλαν 100 εις ενέδραν των εχθρών εξερχομένων συνήθως προς
            θερισμόν. Οι σταλέντες εφόνευσαν 2, αλλ' επέδραμαν 200 ιππείς
            και τους απέκρουσαν· επρόφθασαν εν τούτοις και οι άλλοι
            Έλληνες, και ούτως οι ιππείς επανήλθαν εις τα ίδια. Την δε
            επαύριον επρότειναν οι Τούρκοι συνδιάλεξιν, και εισακουσθέντες
            έστειλαν δύο υποπλαρχηγούς υποσχόμενοι τω Κριεζώτη και τω
            Βάσσω μεγάλας αμοιβάς, αν επροσκύνουν· απορριψάντων δε αυτών
            τας προτάσεις, επεστράτευσαν πανστρατιά την 24 λίαν πρωί,
            αντεπεστράτευσαν και οι Έλληνες, επολέμησαν όπου και την
            προτεραίαν, και επληγώθησαν εξ αυτών 7, οι δε Τούρκοι
            επανήλθαν εις το στρατόπεδον· γνωσθέντος δε του ερχομού του
            Κιουταχή εις Θήβας, ανεχώρησαν οι περί τον Βάσσον και τον
            Κριεζώτην εις Ελευσίνα.

            Αρχομένου του μαΐου, είχε διορισθή ο Γκούρας αρχηγός των κατά
            την Ανατολικήν Ελλάδα συστηθησομένων στρατοπέδων, και είχε
            διαταχθή να μη αναμείνη τους εχθρούς προ των πυλών των Αθηνών·
            αλλ' αυτός, μη φροντίσας να φυλάξη ουδ' αυτήν την επαρχίαν του
            απάτητον, εκλείσθη εν τη ακροπόλει μετά 300 μισθωτών, και επί
            λόγω εξοικονομήσεως τούτων εβασάνισέ τινας των κατοίκων της
            επαρχίας αργυρολογών και αποταμιεύων· έστειλε δε επί φορολογία
            και εις Σαλαμίνα, όπου ήσαν Αθηναίοι, τον κακούργον οπαδόν
            του, Μάνδαλον, όστις διά δεινών κακώσεων εξετέλεσε τα της
            εντολής του. Υπό τοιούτον αρχηγόν οι επιρρεπείς εις την
            αταξίαν στρατιώται του έπραξαν, πριν κλεισθώσιν, όσα αισχρόν
            και λέγειν κατά των δυστυχών χωρικών και τους έφεραν εις
            τοιαύτην απόγνωσιν, ώστε επί της μικράς εισβολής του Ομέρπασα
            τα δύο χωρία Χασιά και Μενίδι επροσκύνησαν και υπεδέχθησαν
            τους ολίγους εχθρούς ως λυτρωτάς των, δολοφονήσαντες και τον
            οπλαρχηγόν των Μελέτην Βασιλείου τον πρώτον καλέσαντα αυτούς
            και τους λοιπούς κατοίκους της Αττικής εις τα όπλα και πιστώς
            αθλήσαντα μέχρι τέλους. Οι δε Αθηναίοι, αν και απεστρέφοντο
            τον φρούραρχόν των διά τας καταπιέσεις του, εφάνησαν κατά την
            κρίσιμον ταύτην ώραν χάριν της πατρίδος εις άκρον ανεκτικοί.
            Εκτός ολίγων καταφυγόντων εις Σαλαμίνα, διέμειναν εν τη πόλει
            όχι μόνον οι δυνάμενοι να οπλοφορώσιν ή άλλως πως να ωφελώσιν,
            όλοι 1000, αλλά και πάμπολλαι γυναίκες και παιδία. Εκλείσθησαν
            εντός αυτής και άλλοι 100 άλλων μερών οπλοφόροι υπό τον Στάθην
            Κατσικογιάννην, τον Διονύσιον Ευμορφόπουλον και τον Γεώργην
            Φωκάν· ώστε όλοι οι οπλοφορούντες εν τη πόλει και τη ακροπόλει
            επί της εισβολής του εχθρού ήσαν 1400.

            Την δε 29 η προφυλακή του εν Θήβαις αυλισθέντος την προτεραίων
            εχθρικού στρατού εκ δισχιλίων πεζών και χιλίων ιππέων υπό τον
            Μουστάμπεην αφίχθη εις Καπανδρίτι, και ηνώθη μετά των υπό τον
            Ομέρ-πασαν· την δε επαύριον εφάνησαν ιππείς έξωθεν των Αθηνών
            περιφερόμενοι^ ιδόντες αυτούς οι εν τη πόλει εξώρμησαν και
            τους ηνάγκασαν ν' αναχωρήσωσι.
Ιούλιος     Την 1 δε Ιουλίου τινές των εισβαλόντων εχθρών επροχώρησαν εις
            Μεσόγεια, και ευρόντες αντίστασιν κατά το Λιώπεσι
            ωπισθοδρόμησαν· την δ' επαύριον περί το δειλινόν εφάνησαν οι
            εχθροί εκ νέου έξω της πόλεως ερχόμενοι διά των Αμπελοκήπων·
            αλλά κανονοβοληθέντες και εκ της ακροπόλεως και εκ των
            κανονοστασίων του κάτω τείχους ωπισθοδρόμησαν. Την δε
            υστεραίαν όλον το κατά το Καπανδρίτι στράτευμα κατέλαβε το
            μοναστήριον του Πετράκη, και τους κήπους των Πατησίων, των
            Σεπωλίων, και του Χασακή. Οι Έλληνες ενισχύθησαν την επιούσαν
            νύκτα εμβάντων εις την πόλιν 150 οπλοφόρων εκ Σαλαμίνος
            ελθόντων, και κατέλαβαν την 5 τον λόφον του Μουσείου, οι δε
            Τούρκοι την Πνύκα, την αγίαν Τριάδα και την αγίαν Μαρίναν· την
            νύκτα δε της 6 κατέλαβαν οι αυτοί και τον άγιον Αθανάσιον τον
            παρά τον ναόν του Θησέως. Την δε 10, εν ώ οι περί τον
            Κριεζώτην και Βάσσον ήσαν εστρατοπεδευμένοι εν Ελευσίνι,
            εφάνησαν αίφνης επερχόμενοι διά της οδού των Θηβών 2,000
            εχθροί, πεζοί και ιππείς, υπό τον Ασλάμπεην. Οι Έλληνες άφησαν
            τα οχυρώματά των, προϋπήντησαν τους εχθρούς προς το Θριάσιον
            πεδίον, επολέμησαν και τους ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν.
            Επανήλθαν οι εχθροί εις το πεδίον της μάχης και την επαύριον·
            αλλά και τότε απεκρούσθησαν. Την δε επιούσαν οι μεν πεζοί
            έκαυσαν την Μάνδραν και την Μαγούλαν, οι δε ιππείς υπήγαν
            πάλιν όπου επολέμησαν την προτεραίαν, αλλά καταπολεμηθέντες
            ετράπησαν, καταλιπόντες τας σκηνάς και αποσκευάς των, και την
            νύκτα επανέκαμψαν εις το στρατόπεδον κακώς έχοντες. Οι δε
            εκτός των Αθηνών εχθροί, ορμήσαντες την 11, εκυρίευσαν τον
            λόφον του Μουσείου, και ανήγειραν προμαχώνας. Την 12 εξήλθαν
            οι Έλληνες των τειχών υπό τον Γκούραν, και κατεδίωξαν τους
            εχθρούς μέχρι του μοναστηρίου του Πετράκη. Την αυτήν ημέραν ο
            συνεκστρατεύων υπό τον Κιουταχήν Μουχτάρμπεης Κιαφτέσης έγραψε
            τω γνωρίμω του Γκούρα, προτρέπων αυτόν να παραδώση την πόλιν
            και την ακρόπολιν εις αποφυγήν της αφεύκτου των εν αυταίς
            καταστροφής, και υποσχόμενος ωφελείας και τιμάς, αλλ' η
            πρότασις απερρίφθη. Την δε 13 εξορμήσαντες οι εν τη πόλει, εν
            οίς, και ο Μακρυγιάννης, και προσβαλόντες τους εχθρούς
            εφόνευσαν δύο· υπήγαν και εις τα αλώνια του Γερανίου, όπου
            ήτον ολίγος σίτος αναλώνιστος, και τον έκαυσαν· θέλων δε τις
            των εχθρών να σβέση, την φλόγα, συνεκάη. Την νύκτα επεχείρησαν
            οι εχθροί να καταλάβωσι την θέσιν του ναού του ολυμπίου Διός
            και οχυρωθώσιν υπό την υπεράσπισιν των στηλών του, αλλά
            τουφεκισθέντες απεμακρύνθησαν· την δε επαύριον εισήλθεν εις
            την πόλιν εκ Σαλαμίνος ο επί της πολιορκίας του Μεσολογγίου
            διακριθείς υπονομοποιός Κώστας μετά 3 συνεργατών και 70
            Αθηναίων. Την 15 παραφυλάξαντές τινες των Ελλήνων κατά τον
            ναόν του ολυμπίου Διός εφόνευσαν 2 ιππείς και επήραν τους
            ίππους των. Την αυτήν ημέραν εφάνη ανυψωμένον εχθρικόν
            κανονοστάσιον εν Γερανίω, και άλλο την ακόλουθον νύκτα κατά
            την αγίαν Μαρίναν· επετέθησαν δε τέσσαρα καζάνια, και έκτοτε ο
            πόλεμος εγένετο σοβαρώτερος. Την 16 ήλθεν ο Κιουταχής εκ
            Θηβών, όπου άφησε τρισχιλίους οπισθοφυλακήν, και
            εστρατοπέδευσεν εν Πατησίους· την αυτήν ημέραν σφοδρώς
            κανονοβολούντες οι εχθροί έρριψαν μέρος ενός των δύο δυτικών
            πύργων του τείχους· την επιούσαν έβλαψαν και τον άλλον πύργον,
            οι δε Έλληνες επεσκεύασαν την νύκτα τα βλαφθέντα μέρη·
            κατεσκεύασαν και έν κανονοστάσιον κατά την ενορίαν των αγίων
            Αναργύρων προσβάλλον το εν Γερανίω εχθρικόν. Την 31 έστειλαν
            οι εν Ελευσίνι κατά τον Πειραιά 7 στρατιώτας εις κατασκόπευσιν
            των εχθρών· αλλ' έπεσαν οι σταλέντες εις χείρας αυτών και είς
            εφονεύθη αμυνόμενος. Μαθών δ' εκ των συλληφθέντων ο Κιουταχής
            ότι οι έξωθεν Έλληνες έτοιμοι ήσαν να εκστρατεύσωσιν εις λύσιν
            της πολιορκίας των Αθηνών, επεμελήθη να κυριεύση όσον τάχιον
            την πόλιν εξ εφόδου.

            Το τείχος της πόλεως ήταν όλον ημελημένον και πολλαχού σαθρόν,
            είχε και πολλήν έκτασιν· ο δε ολίγος αριθμός των υπερασπιστών
            αυτού ήτον ως προς την έκτασιν δυσανάλογος. Εικοσιτέσσαρες
            πύργοι περιέκειντο, αλλ' οι πλείστοι άοπλοι, οι δε ένοπλοι δεν
            είχαν ειμή ανά έν κανόνι, και τούτο πολλάκις δύσχρηστον· διά
            τα αίτια ταύτα η πόλις ήτον ευάλωτος.
Αύγουστος   Δύο ημέρας προ της εφόδου, ό εστι την 1 και 2 αυγούστου,
            έρριψαν οι εχθροί επί το τείχος όσας κανονίας δεν έρριψαν καθ'
            όλον το διάστημα της πολιορκίας, και κατηδάφισαν τόσα μέρη,
            ώστε δεν επρόφθαναν οι υπερασπισταί του να τα επισκευάζωσι. Το
            πρωί δε της 3 ώρμησαν όλοι πολλαχόθεν αλαλάζοντες, επάτησαν
            την πόλιν διά των κατηδαφισμένων μερών, και μετά μικράν
            αντίστασιν την εκυρίευσαν όλην· 12 Έλληνες εφονεύθησαν, 30
            επληγώθησαν, και 10 άνδρες και 40 γυναίκες ηχμαλωτίσθησαν,
            όλοι δε οι λοιποί διεσώθησαν εις την ακρόπολιν. Την δε
            επαύριον κατέβησαν αίφνης τινές των εν τη ακροπόλει προς το
            ανατολικόν μέρος της πόλεως, εμβήκαν είς τινα οικίαν, την
            έκαυσαν, εφόνευσαν 13 και εζώγρησαν 5· εφονεύθησαν δε και 2 εξ
            αυτών και επληγώθησαν 8. Είς δε των ζωγρηθέντων Τούρκων
            ελέγετο ότι ήτον ο αρχιπυροβολιστής του εχθρικού στρατοπέδου,
            όστις και συμπαρελήφθη εν τω τάγματι των Ελλήνων πυροβολιστών.

            Η δε κυβέρνησις, μαθούσα ότι ο Γκούρας εκλείσθη εν τη
            ακροπόλει, εφρόντισε ν' αντικαταστήση άλλον αρχηγόν των κατά
            την Ανατολικήν Ελλάδα στρατοπέδων. Τα όμματα πολλών των μελών
            της κυβερνήσεως έπεσαν εξ αρχής επί τον Καραϊσκάκην μεταβάντα
            εις Ναύπλιον μετά την άλωσιν του Μεσολογγίου· τούτον συνίστα
            και η κοινή γνώμη ως τον αξιώτερον να διοικήση κατά την
            στερεάν Ελλάδα πολυάριθμον στράτευμα, και ν' ανεγείρη τα
            πεπτωκότα μέρη· αλλ' ανίκητος ενομίζετο η κατ' αυτού απέχθεια
            του προέδρου της κυβερνήσεως Ζαήμη δι’ άς καταδρομάς και
            περιφρονήσεις υπέφερε παρ' αυτού ο οίκος του επί του δευτέρου
            εμφυλίου πολέμου. Ο ανήρ όμως ούτος τόσην πατριωτικήν ανοχήν
            έδειξε προς τους εχθρούς του κινδυνευούσης της πατρίδος, ώστε
            γενομένου λόγου επί του κυβερνητικού συμβουλίου περί διορισμού
            γενικού αρχηγού, πρώτος αυτός εξεστόμισεν ότι ούτε αξιώτερον
            ούτε καταλληλότερον άλλον εθεώρει παρά τον Καραϊσκάκην.
            Επευφημησάντων δε όλων των μελών, μετεπέμφθη την επαύριον ο
            Καραϊσκάκης εις τον θαλασσόπυργον, και ο Ζαήμης λαβών πρώτος
            τον λόγον τω ανήγγειλε περιποιητικώ τω τρόπω ό,τι περί αυτού
            εβουλεύθη η κυβέρνησις την προτεραίαν. Κατενύχθη ο Καραϊσκάκης
            επί τοις λόγοις του προέδρου, απήντησε φιλοφρόνως και
            ευγνωμόνως, υπεσχέθησαν αμφότεροι παντελή λήθην των
            παρελθόντων και εναγκαλισθέντες εφιλήθησαν, και το φίλημά των
            δεν ήτο φίλημα Ιούδα. Συλλέξας δε ο νεοχειροτόνητος αρχηγός
            όσους εδυνήθη εν Ναυπλίω εξεστράτευσε μετά 600 την 19 Ιουνίου
            εις Ελευσίνα, όπου ήσαν ήδη τα τάγματα του Βάσσου, του
            Πανουργιά και του Κριεζώτη, και όπου διετάχθησαν να συνέλθωσι
            και άλλα άλλων οπλαρχηγών· εγένετο και πάσα φροντίς εις
            προμήθειαν τροφών, ων δεν εστερείτο η κυβέρνησις χάρις εις τον
            γενναίον φιλελληνισμόν των χριστιανικών λαών· επειδή δε πας
            φόβος εχθρικής αποβάσεως εις Σπέτσας και Ύδραν εξέλειψεν ήδη,
            διετάχθη και ο Φαβιέρος να συνεκστρατεύση εις στερεάν Ελλάδα.

            Διά την επικρατούσαν εν Ναυπλίω αταξίαν έστησε προ μικρού ο
            φιλέλλην ούτος την σταθεράν διαμονήν του στρατού του εν τη
            κατά την Πελοπόννησον χερσονήσω των Μεθένων, και έφερεν εκεί
            όλας του τας αποθήκας, αφήσας δύο λόχους εις φρουράν του
            Ναυπλίου· επροτίμησε δε το μέρος εκείνο ως παραθαλάσσιον, ως
            μακράν των πολιτικών και στρατιωτικών θορύβων, και ως κείμενον
            εν μέσω Ύδρας, Αθηνών, Ναυπλίου και ισθμού της Κορίνθου· την
            φύσει δε οχυράν εκείνην θέσιν εδυνάμωσεν έτι μάλλον ανεγείρας
            επί των δύο λόφων του ισθμού της δύο οχυρωμάτια. Καθ’ άς δε
            ημέρας διετάχθη να εκστρατεύση, έφθασαν εις Μέθενα εκ
            Μασσαλίας 70 φιλέλληνες υπό τον Ιταλόν συνταγματάρχην Πίζαν· η
            δε γενναία συνδρομή της εν Παρισίοις φιλελληνικής Εταιρίας
            επρομήθευε πρό τινος καιρού όχι μόνον τα εις τροφήν του
            τακτικού στρατού αλλά και τα εις λοιπήν εξοικονόμησιν των
            ευρωπαίων εθελοντών επί τη προτροπή του κόμητος Δαρκούρτου,
            μέλους και αντιπροσώπου αυτής, επισκεφθέντος κατ' εκείνον τον
            καιρόν την Ελλάδα εις πλήρη και ακριβή γνώσιν των αναγκών
            αυτής. Υπό τοιαύτας αισίας περιστάσεις εδέχθη προθύμως ο
            Φαβιέρος την διαταγήν της κυβερνήσεως,
Αύγουστος   και παραλαβών το α' και το β' των ταγμάτων εκ χιλίων ανδρών,
            τον υπό τον Πίζαν λόχον των φιλελλήνων, 70 ιππείς ανίππους,
            και 4 ορεινά κανόνια, εξεστράτευσεν αρχομένου του αυγούστου
            εις Ελευσίνα, όπου ηύρεν εστρατοπεδευμένους 2500 ατάκτους υπό
            διαφόρους και υπό την γενικήν αρχηγίαν του Καραϊσκάκη. Το
            εσπέρας δε της 5 ανεχώρησαν όλοι και έφθασαν περί το
            μεσονύκτιον εις Χαϊδάρι, και άλλοι μεν κατέλαβαν τον εκεί
            περιτετοιχισμένον κήπον κείμενον εν μικρά τινι κοιλάδι και
            μίαν ήμισυ ώραν απέχοντα των Αθηνών, άλλοι δε εχαρακώθησαν επί
            των δεξιόθεν και αριστερόθεν του κήπου λόφων· το δε τακτικόν
            ηυλίσθη εκ δεξιών του κήπου έχον κατά μέτωπον την πόλιν και
            όπισθεν το όρος.

            Την 6, ανατέλλοντος του ηλίου, επρόκυψαν εκ του ελαιώνος
            δισχίλιοι εχθροί, πεζοί και ιππείς, έλκοντες δύο κανόνια
            ελαφρά· και οι μεν πεζοί και οι πλείστοι των ιππέων προσέβαλαν
            τα εξ αριστερών του κήπου χαρακώματα, όπου ήσαν τα τάγματα του
            Κριεζώτου, του Περραιβού, του Στέφου, και το των Επταννησίων·
            τινές δε υπήγαν προς τα εκ δεξιών. Έδραμε κατά των επί τα
            αριστερά πεσόντων τα α' τάγμα, ετράπησαν μετά μικράν
            αντίστασιν οι εχθροί και ηρπάγησαν και τα πολεμεφόδιά των·
            έδραμε και ο λόχος των φιλελλήνων κατά των προς τα δεξιά
            εχθρών και τόσον επροχώρησεν, ώστε ευρέθη μόνος πολεμών προς
            τριπλασίους· αλλά διά της περί τον πόλεμον εμπειρίας του, διά
            της καρτεροψυχίας του και διά του ακαταπαύστου πυρός,
            απέκρουσεν ευτυχώς τας επανειλημμένας προσβολάς των εχθρών,
            και τους έτρεψε μετ' ολίγον εις φυγήν, ελθόντων δύο λόχων του
            β' τάγματος εν τη ακμή της μάχης. Εθάρρυνεν η επιτυχία αύτη
            τον τακτικόν στρατόν, και ο Φαβιέρος, θεωρήσας αρμόδιον τον
            καιρόν εις συγκρότησιν γενικής μάχης, διέταξεν όλους τους υπό
            την οδηγίαν του να καταβώσιν εις την πεδιάδα, και βαδίσωσι
            κατευθύ προς την πόλιν· παρήγγειλε δε και τω Καραϊσκάκη να
            διατάξη τους ατάκτους να συνακολουθήσωσιν· αλλά, τούτου μη
            συγκατατεθέντος, είτε διότι εθεώρει το κίνημα παράτολμον, είτε
            διότι ήξευρεν ότι οι άτακτοι δεν συνηκολούθουν ως μη έχοντες
            την έξιν του μάχεσθαι εν τοις πεδίοις πεζοί προς ιππείς,
            ηναγκάσθη να οπισθοδρομήση. Οι Έλληνες επήραν την ημέραν
            εκείνην δύο σημαίας και εφόνευσαν και επλήγωσάν τινας·
            εφόνευσαν και ένα των αξιωματικών του ιππικού και ήρπασαν τον
            ίππον του· εφονεύθησαν δε και 8 εξ αυτών, και επληγώθησαν 20,
            εν οίς 5 φιλέλληνες· εθλάσθησαν και οι άξονες των δύο
            υποστατών και εστάλησαν εις Σαλαμίνα προς επισκευήν. Την αυτήν
            ημέραν επρόβαλεν ο Καραϊσκάκης να μεταφέρωσι τον στρατόν εις
            Πειραιά προς ευχερεστέραν προμήθειαν διά θαλάσσης πολεμεφοδίων
            και τροφών· αλλ' ο Φαβιέρος αντέτεινε λέγων, ότι ο σκοπός της
            εκστρατείας ήτο να λύσωσι την πολιορκίαν, και όχι να
            χρονοτριβώσι στρατοπεδεύοντες μακράν των εχθρών, και
            αμυνόμενοι μάλλον ή βλάπτοντες· αντεπρόβαλε δε να κινηθώσι την
            επαύριον επί τους εχθρούς· αλλ' η γνώμη του δεν έγεινε δεκτή,
            και αναγκασθείς να ενδώση διέταξε τους συν αυτώ να κινήσωσι το
            μεσονύκτιον· αλλά δύο εκ της ακροπόλεως, διαφυγόντες την
            προσοχήν των εχθρών, ήλθαν εις το στρατόπεδον προ του
            μεσονυκτίου αναγγέλλοντες ότι οι Τούρκοι ητοιμάζοντο ν'
            αναχωρήσωσιν. Η αγγελία αύτη ανέτρεψε το σχέδιον της εις
            Πειραιά μεταβάσεως του στρατού. Η 7 του μηνός διήλθεν
            απόλεμος, μη φανέντος του εχθρού, όχι διότι ητοιμάζετο ν'
            αναχωρήση, αλλά διότι ανεμένετο ο Καρύστιος Ομέρ-πασας προ
            μικρού απελθών εις Εύβοιαν, όστις και έφθασε την αυτήν εσπέραν
            μεθ' ικανών ιππέων. Την δε επαύριον το πρωί εφάνη ο Κιουταχής
            ερχόμενος προς το Χαϊδάρι μετά πεντακισχιλίων πεζών και χιλίων
            ιππέων. Ο Φαβιέρος έστειλε πάραυτα το α' τάγμα και τους
            ανίππους ιππείς έλκοντας τα δύο σώα κανόνιά του εις κατάληψιν
            ομαλού τινος και επιμήκους λόφου· αλλ', εν ώ ανέβαιναν ούτοι
            αφ' ενός, ανέβαιναν αφ' ετέρου και οι εχθροί ιππείς· το δε εν
            μέσω ύψος του λόφου εμπόδιζε τους αναβαίνοντας να ίδωσιν
            αλλήλους, ώστε αφίχθησαν και οι μεν και οι δε εις την κορυφήν
            του λόφου μηδαμώς προσδοκώντες να συναπαντηθώσι. Πρώτοι δ'
            επυροβόλησαν οι τακτικοί και εφόνευσάν τινας, αλλ' ο εις
            τετράγωνον σχηματισμός αυτών, καθ' όν έν μόνον μέτωπον έβλεπε
            τους εχθρούς, τοις ήτον επιβλαβής· συνέβη δε και το δυστύχημα
            να πληγωθή ο διοικών το τάγμα Ροβέρτος, Γάλλος, και να
            θλασθώσιν οι άξονες των υποστατών· τα συμβάντα ταύτα
            επροξένησαν δειλίαν και αταξίαν εις το τάγμα, το τετράγωνον
            διερράγη, και οι εχθροί εισεχώρησαν διά των κενών· αλλά
            δραμόντες οι του β' τάγματος και οι περί τον Καραϊσκάκην και
            Κριεζώτην, έστησαν την ορμήν των εχθρών και επροφύλαξαν το
            κινδυνεύον τάγμα από του παντελούς αφανισμού του· 38
            στρατιώται και είς των τυμπανιστών εφονεύθησαν και
            ηχμαλωτίσθησαν. Ο εχθρός, κυριεύσας τον λόφον όλον, εχαράκωσε
            την κορυφήν του, και διαιρέσας τας δυνάμεις του έρριψε την μεν
            ιππικήν και μικρόν μέρος της πεζικής επί το οχύρωμα του Στέφου
            και του Περραιβού, όπου και ο Λέκκας, όλην δε την άλλην
            πεζικήν προς τον μεταξύ του οχυρώματος τούτου και του όρους
            λόφον, όν κατείχεν ο Κριεζώτης· και οι μεν περί τον Στέφον,
            Περραιβόν και Λέκκαν αντέκρουσαν τους εφορμήσαντας και τους
            ηνάγκασαν να οπισθοδρομήσωσιν· οι δε κινηθέντες προς τον
            λόφον, ευρόντες τα κάτω ανώχυρα, επροχώρησαν μέχρι της κορυφής
            αυτού· αλλ' εκεί φθάσαντες ηύραν πολλήν αντίστασιν, και δις
            εφορμήσαντες απεκρούσθησαν· τόσον δε εκ του σύνεγγυς εμάχοντο,
            ώστε, αντί να τουφεκοβολώνται, επετροβολούντο και
            διεξιφίζοντο. Ετράπη μετ' ολίγον επί τους Έλληνας και το
            αποκρουσθέν εκ του άλλου οχυρώματος ιππικόν, και ο κίνδυνος
            αυτών ηυξήθη, και η θέσις όλου του ελληνικού στρατοπέδου
            κατέστη επισφαλής, διότι, αν υπερίσχυαν οι εχθροί και
            εκυρίευαν τον λόφον όλον, θα κατελάμβαναν και τα νώτα του
            στρατοπέδου. Ταύτα παρατηρήσας ο Φαβιέρος έστειλε προς τον
            λόφον τα δύο τάγματα και τους φιλέλληνας· ώρμησαν και οι
            γενναίως ανθιστάμενοι επί του λόφου άτακτοι, και ούτως οι
            εχθροί πολλά παθόντες ωπισθοδρόμησαν· μετά ταύτα, τα δύο
            στρατόπεδα περιωρίσθησαν εις ακροβολισμούς. Πολεμικού δε
            συμβουλίου γενομένου, απεφασίσθη το μεν τακτικόν να καταλάβη
            τον κήπον και τα χαρακώματα, οι δε άτακτοι να πέσωσι μετά την
            δύσιν του ηλίου εις το επί του λόφου εχθρικόν χαράκωμα.
            Ελθούσης της ώρας, οι μεν άτακτοι εξήλθαν του κήπου και των
            χαρακωμάτων και εισήλθαν οι τακτικοί αλλ' αντί να κινηθώσιν οι
            άτακτοι προς τον λόφον, υπεχώρησαν προς το όρος φοβηθέντες και
            απειθήσαντες εις τας διαταγάς των αρχηγών. Οι εχθροί,
            βλέποντες τα κινήματα των Ελλήνων και την υποχώρησιν των
            ατάκτων, περιέκλεισαν τον κήπον. Εφοβήθησαν οι τακτικοί
            ιδόντες εαυτούς απροσδοκήτως εν μέσω πολυαρίθμου εχθρικού
            ιππικού, ετράπησαν εις φυγήν, και καλή τύχη εξ αιτίας του
            σκότους και του μεταξύ του κήπου και του όρους μικρού
            διαστήματος διεξέφυγαν την παντελή καταστροφήν των. Ολίγοι εξ
            αυτών εφονεύθησαν, αλλά πολλοί αδύνατοι στρατιώται
            αποπλανηθέντες εξ αιτίας του σκότους συνελήφθησαν· συνελήφθη
            και ο χαριέστατος και πεπαιδευμένος λοχαγός του πυροβολικού
            Ίβος, καί τινες πυροβολισταί φιλοτιμούμενοι να σώσωσι τα
            κανόνιά των^ συνελήφθη και ο Χατσή-Λάμπρος Κορομηλάς· οι
            πλείστοι δε του στρατού έχασαν τα σκεύη των· έμειναν και 20
            περίπου πληγωμένοι εκ των διαφόρων σωμάτων εντός του εν τω
            κήπω πύργου και έγειναν και αυτοί, ως και οι λοιποί οι
            συλληφθέντες, θύματα της ωμότητος των εχθρών (α). Μεσούσης δε
            της νυκτός, έφθασαν τακτικοί και άτακτοι εις Ελευσίνα·
            φοβηθέντες δε μήπως οι εχθροί τους καταδιώξωσι και εκεί,
            μετέβησαν όλοι την επαύριον, εκτός των περί τον Καραϊσκάκην
            και τον Κριεζώτην, εις Σαλαμίνα κακώς έχοντες.

            Εκείνας τας ημέρας ελλιμένιζεν έξωθεν του Πειραιώς η γαλλική
            ναυαρχίς. Την επαύριον της μάχης του Χαϊδαρίου υπήγαν εις
            επίσκεψιν του ναυάρχου Δεριγνή ο Κιουταχής και ο Ομέρ-πασας.
            Κατόπιν αυτών υπήγε και ο Καραϊσκάκης. Ο ναύαρχος, αφ' ού τον
            υπεδέχθη, τον ωδήγησεν ενώπιον των πασάδων καθημένων επί του
            καταστρώματος. Εξεπλάγη και ο Καραϊσκάκης ευρεθείς
            απροσδοκήτως εν παρουσία των πασάδων, εξεπλάγησαν και οι
            πασάδες ευρεθέντες απροσδοκήτως εν παρουσία του Καραϊσκάκη. Ο
            Καραϊσκάκης τους εχαιρέτησε και εκάθησεν· εκείνοι δε τον
            αντεχαιρέτησαν αγερώχως κλίναντες απλώς τας κεφαλάς των και μη
            ανεγερθέντες. Η συνομιλία έγεινεν αλβανιστί. Ο Κιουταχής
            επέπληξεν ευμενεί τω τρόπω τον Καραϊσκάκην ως απιστήσαντα προς
            την Πύλην, και τω είπεν ότι, αν επροσκύνει, θα τω έδιδε το
            λαμπρότερον καπιτανάτον. «Ότε σ' εζήτησα», απεκρίθη ο
            Καραϊσκάκης, «καπιτανάτον, δεν εισηκούσθην· έκτοτε απεφάσισα
            να το κερδίσω διά της σπάθης μου, και, Θεού θέλοντος, θα το
            κερδίσω»· εμειδίασεν ο Κιουταχής και εσιώπησεν. Οι πασάδες
            ανεχώρησαν από της ναυαρχίδος πρώτοι· απέμεινε δέ τις Αλβανός,
            όστις επανέλαβεν εξ ονόματος του Κιουταχή προς τον Καραϊσκάκην
            ιδιαιτέρως ως γνώριμός του όσα τω είπεν ο Κιουταχής παρρησία,
            αλλά και ούτος ήκουσεν όσα και ο αυθέντης του· η συνέντευξις
            αύτη των πασάδων και του Καραϊσκάκη έλαβε χώραν κατά
            συγκυρίαν.

            Μετά δε την εν Χαϊδαρίω αποτυχίαν, οι πλείστοι των εν τη
            ακροπόλει υπομισθίων του Γκούρα, φοβούμενοι τα δεινά μακράς
            και στενής πολιορκίας, βουλήν έβαλαν να δραπετεύσωσι διά
            νυκτός παρά γνώμην του φρουράρχου. Ειδοποιηθείς ούτος περί
            τούτου και θέλων να τους εμποδίση, ανήγγειλε τοις εχθροίς
            άνωθεν μεγαλοφώνως την μελετωμένην έξοδον, και οι στρατιώται
            φοβηθέντες μη πέσωσιν εις χείρας αυτών γρηγορούντων
            εμποδίσθησαν· αλλά δράξαντές τινες αυτών άλλην ευκαιρίαν
            εδραπέτευσαν, και έτοιμοι ήσαν να δραπετεύσωσι και πολλοί
            άλλοι. Ένεκα τούτου, εδειλίασε και αυτός ο Γκούρας, και
            παρήγγειλε μυστικώς να σταλώσι πλοία εις τους τρεις πύργους
            προς μετακόμισιν όλων των πολιορκουμένων, αν η ανάγκη το
            εκάλει. Είπαμεν, ότι πλήθη γυναικών και παιδίων εκλείσθησαν εν
            τη ακροπόλει επί της κυριεύσεως της πόλεως. Εξ αυτών
            απεπέμφθησαν την νύκτα της 12 ασφαλώς εις Σαλαμίνα 300,
            συναπεπέμφθησαν καί τινες άχρηστοι άνδρες· ώστε λήγοντος του
            αυγούστου δεν ήσαν έγκλειστοι ειμή 800 ένοπλοι Αττικοί, 250
            ακόλουθοι του φρουράρχου, 80 ακόλουθοι των άλλων οπλαρχηγών,
            και 500 γυναίκες και παιδία, όλοι ψυχαί 1630· ήσαν και ενός
            έτους τροφαί, αλλ' ολίγα πολεμεφόδια· έκειντο δε επί των
            τειχών 14 κανόνια και 3 βομβοβόλοι.

            Οι δ' εχθροί, ανεγείραντες επί του λόφου του Μουσείου
            πυροβολοστάσιον και επιθέσαντες κανόνα@ και βομβοβόλους,
            ώρμησαν σωρηδόν την 15 μετά το δειλινόν ίνα κυριεύσωσι τον υπό
            την ακρόπολιν ναόν του αγίου Γεωργίου. Τον ναόν τούτου
            κατείχαν Έλληνες, οίτινες προϊδόντες το συμβάν τον
            υπενόμευσαν^ επί σκοπώ δε ν' απατήσωσι τους ορμήσαντας εχθρούς
            των και τους φέρωσιν εντός αυτού θαρραλέους, υπεκρίθησαν
            αντίστασιν, ετουφέκισαν ικανήν ώραν και μετά ταύτα υπεχώρησαν
            ως μη δυνάμενοι δήθεν να τον υπερασπίσωσιν. Οι εχθροί
            απατηθέντες εμβήκαν οι μεν εις τον ναόν, οι δε εις τας πέριξ
            οικίας, και αίφνης ανετράπη ο ναός, συνανετράπησαν και αι
            οικίαι, και συναπωλέσθησαν πάμπολλοι εχθροί· επληγώθησαν δε
            και 15 Έλληνες, εξ ών είς απέθανεν. Οι εχθροί έπαθαν μετ'
            ολίγας ημέρας άλλην βαρείαν βλάβην· έμαθεν ο εν Ελευσίνι
            στρατοπεδεύων Καραϊσκάκης ότι 500 εφύλατταν κατά τα Σκούρτα
            επί των μεθορίων της Βοιωτίας και Μεγαρίδος αποτεταμιευμένας
            τροφάς, και απέστειλε την 23, 1200 υπό τον Γεώργην Χελιώτην. Ο
            οπλαρχηγός ούτος εξετέλεσεν ευτυχώς τα της αποστολής του·
            επιπεσών αιφνιδίως εφόνευσεν ικανούς, διεσκόρπισε τους
            λοιπούς, ελαφυραγώγησε, και την επαύριον έφερεν εις Ελευσίνα
            ολόκληρα ποίμνια και αγέλην ημιόνων.

            Εκείνας τας ημέρας έπεσεν εις χείρας των Ελλήνων επίσημός τις
            αναφορά του Κιουταχή προς τον αρχιβεζίρην, και ιδιόχειρος
            επιστολή αυτού πρός τινα Αλήαγαν@, ο εστί προς τον σουλτάνον
            καλυπτόμενον, κατά την κοινήν γνώμην, υπό το όνομα τούτο.
            Έλεγε δε η αναφορά, ότι το φρούριον των Αθηνών, ωκοδομημένον
            εφ' υψηλής και τραχείας πέτρας, ούτε υπόνομον υπεδέχετο ούτε
            έφοδον εφοβείτο· ότι πολυάριθμα στρατεύματα των απίστων
            συνηθροίσθησαν κατά τον ισθμόν, και 20 και 30 πλοία των
            περιέπλεαν· ότι δεν ευκαίρει να εφορεύη τα της πολιορκίας των
            Αθηνών, και αναγκαίον εθεώρει να παρευρίσκεται πάντοτε
            τολμηρός και εμπειροπόλεμος βεζίρης οποίος ο Καρύστιος Ομέρ-
            πασας· ότι επεσκεύασε δέκα μύλους πέριξ των Αθηνών, και
            ηναγκάζετο εις φύλαξιν αυτών να διατηρή ανά 80 και 100
            στρατιώτας, και ότι ητοίμασεν επτά σχεδόν χιλιάδων εκλεκτόν
            στρατόν εις αποστολήν προς τον ισθμόν της Πελοποννήσου, αλλά
            δεν τον έστειλεν εισέτι δι' έλλειψιν τροφών.

            Εψεύδετο ο Κιουταχής λέγων ότι ηναγκάζετο να διατηρή
            ιδιαιτέρας φρουράς εις φύλαξιν των μύλων, διότι ούτοι ήσαν
            τόσον πλησίον του στρατοπέδου, ώστε δεν είχαν χρείαν ιδίας
            φρουράς· δεν επεσκεύασε δε ειμή πέντε· ουδέ περιέπλεαν 20 και
            30 πλοία κατ' εκείνα τα νερά, αλλά 3 μόνον.

            Η δε ιδιαιτέρα του επιστολή, δι' ής απεκάλει τον άγνωστον
            Αλήαγαν «ζωοποιόν του αυθέντην», επανελάμβανε τα αυτά, και
            έλεγεν εν τέλει, ότι αναγκαιοτάτην εθεώρει την σύμπραξιν άλλου
            βεζίρη, όπως δυνηθή αυτός να προκαταλάβη τα προς τον ισθμόν
            στενά, εν όσω το εμπειροπόλεμον στράτευμα της στερεάς Ελλάδος
            ευρίσκετο εν Πελοποννήσω εξ αιτίας του κατά την Κόρινθον
            επικρατούντος εμφυλίου πολέμου· διότι, αν εξήρχετο και αυτό
            εις ενίσχυσιν του τακτικού, εματαιούντο όλοι οι κόποι του,
            εκινδύνευαν τα στρατεύματά του, και ουδείς θα διέμενε ραγιάς·
            αν δε διετηρείτο η στερεά Ελλάς υποτεταγμένη, υπέσχετο να
            εξουσιάση την Πελοπόννησον εντός δύο μηνών.

            Εν τούτοις, δεν έπαυεν ο Κιουταχής να στενοχωρή τους εν τη
            ακροπόλει κανονοβολών και βομβοβολών καθ' ημέραν. Εξαιτίας της
            οχυράς θέσεώς της οι έγκλειστοι δεν εφοβούντο έφοδον·
            εβλάπτοντο όμως κανονοβολούμενοι και βομβοβολούμενοι διά το
            πετρώδες έδαφος και την στενήν περιφέρειάν της· εφοβούντο δε
            κυρίως την αφαίρεσιν των εν τω παρατειχίσματι πηγαδίων και της
            επί του Οδυσσέως ανακαλυφθείσης πηγής· διά τούτο προσείχαν εις
            φύλαξιν αυτών, και ιδόντες τους εχθρούς ανοίγοντας τάφρον εις
            κατασκευήν υπονόμων υπό το παρατείχισμα επέπεσαν την 26, τους
            απεδίωξαν, ήρπασαν τους επενδύτας και τα εργαλεία των και
            επανήλθαν εις την ακρόπολιν. Επίμονοι οι εχθροί εις τον σκοπόν
            των επανέλαβαν τας υπονομικάς εργασίας των, έσκαψαν βαθείαν
            τάφρον αρχομένην από των προπόδων του Αρείου πάγου και
            εκτεινομένην προς την μεσημβρινήν πλευράν του παρατειχίσματος
            και ήνοιξαν και τρεις υπονόμους υπό το θέατρον του Ηρώδου·
Σεπτέβριος  αλλ' οι περί τον Μακρυγιάννην, οι φυλάσσοντες το παρατείχισμα,
            έτρεψαν την νύκτα της 13 σεπτεμβρίου τους εργαζομένους εις
            φυγήν, ένωσαν την τάφρον, κατέστρεψαν τας υπονόμους, εφόνευσαν
            και εζώγρησάν τινας και επανήλθαν εις τα ίδια φέροντες τα προς
            μετακόμισιν χωμάτων καλάθια των εργαζομένων. Είς των Ελλήνων
            εφονεύθη και είς επληγώθη, όστις απέθανε μετ' ολίγας ημέρας.
            Την νύκτα δε της 17 οι Τούρκοι ώθησαν εις κυρίευσιν της πηγής
            και απεκρούσθησαν· την δε 19 ανέκτησαν την τάφρον όθεν
            απεδιώχθησαν την 13· αλλ' ο προσεκτικός και άοκνος
            υπονομοποιός Κώστας προείδε την συμβάσαν ανάκτησιν της θέσεως
            εκείνης, και προλαβών διώρθωσε μίαν των καταστραφεισών
            υπονόμων, ενέθεσε πυρίτιδα και την εσκέπασεν ώστε δεν
            εφαίνετο· προς δε το μεσονύκτιον, καθ' ήν ώραν ειργάζοντο οι
            εχθροί ανοίγοντες την παραχωθείσαν τάφρον, μετέδωκε το πυρ διά
            τινος αφανούς αγωγού και κατέστρεψε και τους εργάτας και τους
            φυλάττοντας αυτήν· εκραγείσης δε της υπονόμου έπεσαν οι
            Έλληνες επί τους εχθρούς και τους απεμάκρυναν· θα εκυρίευαν δε
            και τα πλειότερα πυροβολοστάσια αυτών, αν η λειποταξία τινών
            των περί τον Γκούραν δεν έβαλλεν εις αταξίαν τους λοιπούς. Εν
            τοσούτω, και η προλαβούσα και η εσχάτη αύτη λειποταξία
            αποκατέστησαν απολύτως αναγκαίαν την εις την ακρόπολιν είσοδον
            άλλων στρατιωτών.

            Μετά την πτώσιν του Μεσολογγίου διωργανίσθη εκ νέου σώμα των
            Επταννησίων, και αρχηγός ανηγορεύθη ο εν τη ακροπόλει
            ιθακήσιος Ευμορφόπουλος. Ούτος και ο Γκούρας έγραψαν τη
            επιτροπή των Επταννησίων και τη κυβερνήσει επικαλούμενοι την
            εις την ακρόπολιν ταχείαν άνοδον του σώματος τούτου,
            εξαπέστειλαν δε προς τον αυτόν σκοπόν και τον συναγωνιστήν των
            και συγγενή του Γκούρα Μαμούρην. Οι Επταννήσιοι υπήκουσαν
            προθύμως, και συνοδευόμενοι υπό τινων Μεγαρέων και άλλων
            απέβησαν την 12 είς τι μέρος της Αττικής κατά την Αλικήν, και
            οδοιπορούντες υπό την οδηγίαν του Μαμούρη έφθασαν πλησίον της
            ακροπόλεως, αφ' ού ενύκτωσεν· αλλ' οι συνοδοιπόροι των,
            δειλιάσαντες καθ' οδόν, δεν συνακαλούθησαν· κατέλαβε δε τους
            Επταννησίους και το φως της σελήνης, διά τούτο μετέβησαν
            αυτονυκτί εις Καράν αναβαλόντες εις την ακόλουθον νύκτα την
            εις την ακρόπολιν άνοδον· αλλ' ιδόντες εκείθεν τα χαρακώματα
            των εχθρών, νομίσαντες το μέρος δι' ού έμελλαν να εισέλθωσιν
            αδιάβατον, και υποπτεύσαντες ότι τους είδαν οι εχθροί,
            ωπισθοδρόμησαν την επελθούσαν νύκτα προς το μέρος όπου
            απέβησαν, και, ευρόντες εκεί τους καθ' οδόν εγκαταλιπόντας
            αυτούς συνοδοιπόρους, επέρασαν όλοι την 14 εις Σαλαμίνα, όπου
            συμπαρέλαβαν 120 Στερεοελλαδίτας, προς 100 και 150 γρόσια
            στρατολογηθέντας, εμβήκαν όλοι, ως 250, υπό την οδηγίαν του
            Μαμούρη εις το πλοίον του Χατσή-Αλεξανδρή, και απέπλευσαν εξ
            Αμπελακίων την 27 περί την γ' ώραν της νυκτός· συνέπλεαν δε
            και οι περί τον Κριεζώτην, σκοπεύοντες να προστατεύσωσι την
            απόβασιν αυτών, αν παρενέπιπτέ τι πρόσκομμα. Την η' ώραν
            έφθασαν παρά την Μουνυχίαν, όπου μη ευρόντες εχθρόν απέβησαν
            ανεμπόδιστοι· χωρισθέντες δε από των περί τον Κριεζώτην,
            μεινάντων επί του πλοίου, ώδευσαν προς το φρούριον. Έν
            τέταρτον της ώρας μακράν αυτού ιδόντες οι προπορευόμενοι
            ικανούς ιππείς βαδίζοντας την αυτήν οδόν παρεμέρισαν και
            έπεσαν κατά γης· διέβησαν μετ' ολίγον την αυτήν οδόν και άλλοι
            εχθροί· υπό το σκότος δε της νυκτός ούτε οι πρώτοι ούτε οι
            δεύτεροι είδαν τους προς την ακρόπολιν οδεύοντας· αλλ' ούτοι
            φοβηθέντες εστράφησαν, οι μεν οπισθοδρομούντες εις τον τόπον
            της αποβάσεώς των, οι δε αναβαίνοντες τον Υμηττόν. Οι Τούρκοι,
            νοήσαντές τους εκ της ποδοβολής, τους κατεδίωξαν σποράδην,
            διαρκούσης της νυκτός· ημέρας δε γενομένης, εφάνησαν οι
            πλείστοι των φυγόντων προς το παραθαλάσσιον, ανακαλούντες διά
            σημείων το απάραν ήδη πλοίον και φέρον τους περί τον
            Κριεζώτην. Το πλοίον επανέπλευσε και παρέλαβε τους επί του
            παραθαλασσίου σώους· εκ δε των λοιπών, επτά εκλείσθησαν εν τη
            προς τους τρεις Πύργους μικρά εκκλησία, και εξ αυτών οι έξ
            απωλέσθησαν· ο δε έβδομος, ο Ανδρέας Κόνταρης, ριφθείς εις την
            θάλασσαν γυμνός, διεσώθη εις το πλοίον. Περιφερόμενοι οι
            εχθροί επορεύθησαν και προς την Αλικήν εις ανίχνευσιν άλλων,
            και ηύραν επί νησιδίου πλησίον της ξηράς 22. Ούτοι οχυρωθέντες
            επολέμησαν θαρραλέως και ευτυχώς δι' όλης της ημέρας· νυκτός
            δε γενομένης, ήλθαν τινες των εν τω πλοίω επί δύο λέμβων και
            τους έσωσαν· αφ' ού δε οι μη εκτελέσαντες το σκοπούμενον
            συνήχθησαν εις Σαλαμίνα ευρέθησαν 30 ολιγώτεροι. Τοιουτοτρόπως
            απέτυχεν η εις ενίσχυσιν της φρουράς της ακροπόλεως δευτέρα
            αύτη απόπειρα· οι δε έγκλειστοι, εν ώ εζήτουν έξωθεν βοήθειαν,
            έπαθαν αίφνης το εξής πάθημα.

            Την 30 σεπτεμβρίου διενυκτέρευεν ο Γκούρας έξω του
            παρατειχίσματος παρατηρών τα κινήματα των εχθρών, εμποδίζων
            την επικρατούσαν λειποταξίαν των στρατιωτών, και τουφεκίζων εκ
            διαλειμμάτων τα πλησίον εχθρικά χαρακώματα. Τουφεκίσαντος δε
            προς το μεσονύκτιον, εχθρός τις οδηγηθείς υπό του εν τη εστία
            αναλάμψαντος πυρός, μη διαδοθέντος και εντός του σωλήνος,
            εσφαιροβόλησε τον Γκούραν εις τον μήλιγγα και τον έρριψε
            νεκρόν· οι δε περί αυτόν στρατιώται μετεκόμισαν το σώμα του
            αταράχως εντός του παρατειχίσματος, και το πρωί το ανεβίβασαν
            εις την ακρόπολιν και το έθαψαν έμπροσθεν του παρθενώνος, αφ'
            ού ετελέσθησαν τα νενομισμένα. Η γυνή του έδειξεν επί τω
            θανάτω του και φρόνησιν και γενναιότητα· ιδούσα τους
            στρατιώτας κλαίοντας, «Τι κλαίετε»; τοις είπε, «σεις
            εθανατώσατε τον άνδρα μου λειποτακτούντες· αν σας τύπτη τα
            συνειδός ως αιτίους της χηρείας μου, αλλάξατε διαγωγήν, και μη
            θελήσετε να φονεύσετε και την γυναίκα του τα αυτά πράττοντες»·
            κατενύχθησαν οι παρεστώτες επί τοις λεγομένοις, ωρκίσθησαν επί
            του Ευαγγελίου και της εικόνος του Χριστού να φυλάξωσι πίστιν
            εις την γυναίκα του αρχηγού των μαχόμενοι, και ετήρησαν τον
            όρκον των. Καθ' όλον δε το διάστημα της πολιορκίας της πόλεως
            και της ακροπόλεως μέχρι του θανάτου του Γκούρα ερρίφθησαν υπό
            μεν των πολιορκούντων 6325 κανονόσφαιραι και βόμβαι, υπό δε
            των πολιορκουμένων 1191· οι δ' εντός της ακροπόλεως
            φονευθέντες εν τω διαστήματι τούτω ελογίσθησαν εκατόν.

            Έχοντες δε πάντοτε κατά νουν οι πολιορκηταί την αφαίρεσιν του
            νερού, εμελέτησαν να κυριεύσωσιν εξ εφόδου την έμπροσθεν της
            πηγής οχυρωθείσαν θέσιν του Λεονταρίου, και οι Αλβανοί
            ανεδέχθησαν τον αγώνα. Οι Έλληνες υπώπτευσαν το μελετώμενον
            και υποσκάψαντες υπόνομον την προετοίμασαν εις έξαψιν καθ' ήν
            στιγμήν θα επάτουν την θέσιν εκείνην οι εχθροί.
Οκτώβριος   Πριν δ' εξημερώση η 6 Οκτωβρίου, ώρμησαν οι Αλβανοί,
            προηγουμένου εφίππου του φρουράρχου των Αθηνών. Προθέμενοι οι
            Έλληνες να παγιδεύσωσι τους εχθρούς απεμακρύνθησαν μετά μικράν
            αντίστασιν, βαλόντες πυρ εις την υπόνομον· αλλ' υγρανθείσης
            της πυρίτιδος εκ της πολυκαιρίας, η υπόνομος δεν εξερράγη· οι
            δ' Έλληνες, κυλίοντες βόμβας, ηνάγκασαν τους εχθρούς να
            εγκαταλείψωσι την θέσιν εκείνην, διότι διαρρηγνύμεναι προ των
            ποδών αυτών εθανάτωσάν τινας, εν οίς και τον φρούραρχον. Μετά
            την αποτυχίαν ταύτην απεφάσισαν οι αρχηγοί να επιχειρήσωσι δι'
            εφόδου την άλωσιν του παρατειχίσματος, και υπεσχέθησαν
            πλουσίας αμοιβάς τοις προαιρουμένοις ν' αναδεχθώσι την
            ανάβασιν· την ανεδέχθησαν οι Γκέγκαι μυκτηρίζοντες τους
            Αλβανούς ως αναξίους φανέντας εις κυρίευσιν του Λεονταρίου·
            αφ' ού δε ητοιμάσθησαν, ώρμησαν αίφνης την 7 περί την δ' ώραν,
            εκυρίευσαν έν των πλησίον του παρατειχίσματος οχυρωμάτων και
            κατέλαβαν και το στόμα υπονόμου τινός, καθ' ήν ώραν συνέπεσε
            να ενευρεθή ο υπονομοποιός Κώστας επιτηρών την κατασκευήν της.
            Ιδών δε ο το παρατείχισμα φυλάττων Μακρυγιάννης τον κίνδυνον
            του υπονομοποιού, εξήλθεν εις αντίληψίν του παραλαβών τους
            περί αυτόν Αθηναίους. Εξήλθαν μετ' ολίγον καί τινες άλλοι, και
            συγκροτήσαντες δίωρον μάχην, κανονοβολούντων και
            βομβοβολούντων και των εν τη ακροπόλει, απεδίωξαν τους
            εχθρούς, και διέσωσαν τον κινδυνεύοντα πολύτιμον συναγωνιστήν
            των. Επιμένοντες οι εχθροί εις την εκτέλεσιν του σκοπού των
            κατέφυγαν προς αποφυγήν του πυρός υπό τας στοάς του θεάτρου
            καιροφυλακτούντες να εισπηδήσωσιν· αλλ' οι Έλληνες, κρεμώντες
            άνωθεν βόμβας, αναμμένων των φυτιλίων, και ρίπτοντες και άλλας
            εμπρηστικάς ύλας, έβλαψαν πολλούς και ηνάγκασαν τους λοιπούς,
            ελθούσης της νυκτός, να εξέλθωσι των στοών δρομαίοι· τέσσαρες
            αυτών έπεσαν επί της εξόδου των^ οι δε φιλέκδικοι Αλβανοί, οι
            ονειδισθέντες έτι τη εις κυρίευσιν του Λεονταρίου αποτυχία,
            βλέποντες άνωθεν του Μουσείου όσα υπέφεραν οι υπό τας στοάς
            καταφυγόντες συνάδελφοί των Γκέγκαι, αντί να κινηθώσιν εις
            συμπάθειαν, εκάγχαζαν εμπαίζοντές τους. Πολλαί βόμβαι και
            κανονόσφαιραι ερρίφθησαν την ημέραν εκείνην επί την ακρόπολιν,
            δέκα Έλληνες εφονεύθησαν και πολλοί επληγώθησαν, εν οίς και ο
            Μακρυγιάννης εις την κεφαλήν. Την δε επιούσαν νύκτα ήναψεν ο
            Κώστας την υπόνομον, εν ή ευρέθη επί της εφόδου, ώρμησαν οι
            Έλληνες μετά την εκραγήν αυτής, και οι εχθροί έπαθαν και την
            ημέραν εκείνην.

            Εν ώ δε οι εν τη ακροπόλει ηγωνίζοντο ευτυχώς τον αγώνα τον
            καλόν και ερριψοκινδύνευαν, τα ελληνικά στρατεύματα εκάθηντο
            αργά τήδε κακείσε, και οι αρχηγοί των εφιλονείκουν ανοήτως
            προς αλλήλους· τινές δε αυτών, οι αφρονέστεροι, υπεστήριζαν
            τον εν τη επαρχία της Κορίνθου εκραγέντα αισχρόν πόλεμον. Εις
            διατήρησιν της ακροπόλεως εχρειάζετο απαραιτήτως να εισέλθη
            νέα δύναμις· αλλά δις εματαιώθη η απόπειρα της εισόδου των
            Επταννησίων, διότι η περιφρουρούσα την ακρόπολιν εχθρική
            γραμμή εφαίνετο αδιάσπαστος. Έπρεπε ν' αναγκασθή ο Κιουταχής
            δι' άλλων αλλού κινημάτων των Ελλήνων να ολιγοστεύση την εκεί
            παραφυλάττουσαν πολλήν δύναμιν, ώστε να δυνηθώσιν οι Έλληνες
            να εισδύσωσιν. Εθεώρησε και ο Φαβιέρος αρμόδιον τον καιρόν
            εκείνον να πέση εξ απροόπτου εις Θήβας, όπου εφέδρευαν πάντοτε
            εχθροί. Διά τον διττόν τούτον σκοπόν απεφασίσθη τα στρατεύματα
            να κινηθώσι, και ο μεν Φαβιέρος, παραλαβών τα δύο τάγματα εκ
            1000 στρατιωτών, τας δύο ίλας εξ 80 ιππέων, τον λόχον του
            πυροβολικού εξ άλλων τόσων κανονοβολιστών, τον λόχον των
            φιλελλήνων και 4 κανόνια ελαφρά, μετέβη εις Μέγαρα,
            συμπαρέλαβε και άλλους 600 ελαφρούς υπό τον Καλλέργην και τον
            Στέφον, και αναχωρήσαντες όλοι εκείθεν έφθασαν την νύκτα της 9
            εις Ασωπόν ποταμόν, μίαν ήμισυ ώραν μακράν της πόλεως των
            Θηβών. Μετά δύο ημέρας εξεστράτευσαν και οι περί τον
            Καραϊσκάκην προς αντιπερισπασμόν των περί την ακρόπολιν
            εχθρών, και φθάσαντες περί την ε' ώραν της νυκτός κάτωθεν του
            Μενιδίου ετουφέκισαν. Ο δε Κριεζώτης, ο Μαμούρης και ο Τσουράς
            μετά των περί αυτούς και μετά τινων Επταννησίων, όλων 300,
            εμβάντες εις το πλοίον του Χατσή Αλεξανδρή και εις άλλα
            πλοιάρια, απέπλευσαν την αυτήν ημέραν καθ' ήν εξεστράτευσεν ο
            Καραϊσκάκης εξ Αμπελακίων επί σκοπώ να εισδύσωσιν εις το
            φρούριον. Αλλ' εν ώ ανεπαύοντο οι περί τον Φαβιέρον
            αναμένοντες την ανατολήν της σελήνης ίνα πέσωσιν εις Θήβας,
            ήλθαν προς αυτόν ο Καλλέργης και ο Στέφος αναγγέλλοντες ότι οι
            στρατιώται των ελειποτάκτησαν. Ο Φαβιέρος, επιμένων εις τον
            σκοπόν του, απεφάσισε να κινηθή έχων μόνους τους τακτικούς·
            αλλ' η λειποταξία των ατάκτων εψύχρανε την ζέσιν των τακτικών,
            εξ ών ελειποτάκτησάν τινες υπό το σκότος της νυκτός· ώστε ο
            Φαβιέρος ηναγκάσθη να επανέλθη άπρακτος και αγανακτών εις
            Μέγαρα.

            Οι δε περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς έφθασαν εις
            το παράλιον των τριών Πύργων μετά το μεσονύκτιον, ό εστιν αφ'
            ού ετουφέκισαν οι εν Μενιδίω και είλκυσαν προς εκείνο το μέρος
            τινάς των εχθρών. Αποβάντες δε επί της ξηράς ώδευσαν
            ανενόχλητοι προς την ακρόπολιν, έως ου έφθασαν υπό το
            Μουσείον· τότε η φυλακή της θέσεως εκείνης, ακούσασα
            ποδοβολήν, ηρώτησε δις τους ερχομένους ποίοι ήσαν· μη λαβούσα
            δε απάντησιν ετουφέκισεν· αλλ' έως ου εξυπνήσωσιν οι άλλοι επί
            τω τουφεκισμώ, οι περί τον Κριεζώτην και λοιπούς οπλαρχηγούς
            έδραμαν και ανέβησαν σώοι όλοι και αβλαβείς εις την ακρόπολιν
            προς ανεκλάλητον χαράν των εν αυτή· την δε ακόλουθον νύκτα
            άναψάν τινα υπόνομον ετοίμην, εξώρμησαν μετά την έκρηξιν
            αυτής, εδίωξαν τους εχθρούς από του προς την ακρόπολιν
            περιχαρακώματος, και κατηδάφισαν πολύ μέρος αυτού· μαχόμενοι
            δε υπό το σκότος της νυκτός και αγνοούντες ως νεήλυδες τους
            συνεξορμήσαντας συναδέλφους των, εθανάτωσαν τρεις εξ αυτών και
            επλήγωσαν οκτώ.

            Αφ' ού δε οι τριακόσιοι εισήλθαν εις την ακρόπολιν, οι Τούρκοι
            εβάθυναν την μεταξύ του Μουσείου και του παρατειχίσματος
            τάφρον εις εμπόδιον πάσης εις το εξής διοδείας, ανύψωσαν
            χώματα, και επεσώρευσαν κλάδους δένδρων επί των χειλέων.
            Ησχολήθησαν δε και εις κατασκευήν νέας υπονόμου προς ανατροπήν
            του παρατειχίσματος· αλλ' οι Έλληνες υπέσκαψαν ανθυπόνομον,
            και έτοιμοι να εφορμήσωσιν επί τη εκραγή, άναψαν δις την 24
            προς το μεσονύκτιον το φυτίλιον, αλλ' εσβέσθη· τότε εξώρμησαν,
            απήλασαν τούς εχθρούς από των

            προς το παρατείχισμα οχυρωμάτων, εφόνευσάν τινας, και
            συνέλαβαν και 16 εργάτας· αλλ' έπαθαν και αυτοί όσην ζημίαν
            δεν έπαθαν άλλοτε· εννέα εθανατώθησαν, και οκτώ επληγώθησαν.

            Ο δ' εχθροί ματαιωθέντων εκ νέου των εις κυρίευσιν του
            παρατειχίσματος έργων του, επανέστρεψε την προσοχήν του επί το
            περικλείον την πηγήν τείχισμα και επεχείρησε να το υποσκάψη,
            αρξάμενος από του ναού της Υπαπαντής. Αλλ' ο πολυμήχανος
            Κώστας, ανθυπανομεύσας, εματαίωσε πάλιν τα σχέδιά του.
            Απελπισθέντες τότε οι εχθροί του να επιτύχωσι δι εκείνου του
            μέρους, ητοίμασαν άλλην υπόνομον δέκα οργυιάς μακράν, ενέθεσαν
            2800 οκάδας πυρίτιδος, και την 10 νοεμβρίου α' ώραν μετά το
            μεσονύκτιον, αφ' ού εκανονοβόλησαν τρις, και έδωκαν το σημείον
            ν' απομακρυνθώσιν οι επί του Αρείου-πάγου και οι περί τον ναόν
            της Υπαπαντής, όπου το φυτίλιον της προετοιμασθείσης υπονόμου,
            οικείοι των, και αφ' ού συνήχθησαν πάμπολλοι επί του Μουσείου
            ίνα ίδωσιν εξ ύψους το αποβησόμενον, και επί τη καταστροφή του
            τειχίσματος εφορμήσωσιν εις κυρίευσιν της ακροπόλεως, έβαλαν
            πυρ εις την υπόνομον· ήσαν δε τόσον βέβαιοι ότι το ήμισυ της
            ακροπόλεως θα κατεκυλίετο και θα κατεπλάκονε μέρος της πόλεως,
            ώστε πολλοί των εν ταύτη απεμακρύνθησαν. Εσείσθη τω όντι η
            ακρόπολις επί τη εκρήξει, αλλά δεν επήλθεν η προσδοκωμένη
            καταστροφή, διότι ο προνοητικός Κώστας επρόλαβε και ήνοιξε
            πέριξ αυτής δώδεκα λάκκους εννέα οργυιάς βαθείς, δι' ών η
            υπόνομος εξεθύμανε. Την δε 19 εφάνησαν επί του Αρείου-πάγου
            δύο δυστυχείς Έλληνες σουβλισμένοι απέναντι της ακροπόλεως.
            Εφρύαξαν οι εν αυτή επί τη φρικτή ταύτη θέα και συλλαβόντες
            τους εγκλείστους Τούρκους, όλους 18, τους εκρέμασαν την νύκτα
            της 23 πέριξ της ακροπόλεως μηδέν πταίσαντας, εν οίς και τον
            άλλοτε συλληφθέντα αρχιπυροβολιστήν του Κιουταχή καί τινα
            Αλβανόν, Ισούφ Δεβένην, διοικητήν άλλοτε του Λιδωρικίου,
            καλοκάγαθον άνδρα, αναιδώς χλευασθέντα προ του θανάτου και
            σκληρώς βασανισθέντα. Τοιουτοτρόπως τα φρικτόν και
            ασυλλόγιστον ανοσιούργημα του Κιουταχή επί βλάβη των Ελλήνων,
            έπεσεν επί τας αθώας κεφαλάς των δυστυχών ομοπίστων του.

            Εν τούτοις, ο εχθρός υπέσκαψεν άλλην υπόνομον προς την
            Υπαπαντήν, και το εσπέρας της 24 την άναψεν· αλλά και αυτήν ο
            Κώστας εξησθένισεν· εσείσθησαν εν τοσούτω επί τη εκρήξει και
            ταύτης τα πέριξ, εσείσθη ολίγον και η ακρόπολις, έπεσαν τοίχοι
            τινων των πλησίον της Υπαπαντής οικιών καί τινες άνθρωποι
            απωλέσθησαν. Μετά τας αλλεπαλληλους ταύτας αποτυχίας οι εχθροί
            έπαυσαν υπονομεύοντες.

            Εν τοσούτω η λύσις της πολιορκίας ούτε κατωρθούτο ούτε
            κατορθωτή εφαίνετο διά των αμέσων προσβολών· και ο μεν
            Κωλέττης εστάλη εις Σκόπελον, Σκιάθον και Σκύρον προς σύναξιν
            των εν εκείναις ταις νήσοις διεσπαρμένων θετταλομακεδόνων και
            κατοχήν των Θερμοπυλών, και συνεπεστάλησαν και δύο πλοία, το
            του Λεμπέση και το του Κυριακού· ο δε Καραϊσκάκης ανεδέχθη να
            εκστρατεύση εις άλλας επαρχίας της Ανατολικής Ελλάδος προς
            αποδίωξιν των εν αυταίς οθωμανικών φρουρών και εμψύχωσιν και
            ανέγερσιν των υποταχθέντων λαών· έπλευσαν δε και δύο γολέτται,
            η του Ανδριανού και η του Δημήτρη Κριεζώτη, εις τον ερετριακόν
            κόλπον προς εμπόδιον της εις το εν Αθήναις εχθρικόν
            στρατόπεδον δι' εκείνου του μέρους σιταγωγίας. Και τα μεν δύο
            ταύτα πλοία απεβίβασαν εις Κάλαμον ους έφεραν στρατιώτας επί
            καταστροφή των εκεί μύλων του εχθρικού στρατοπέδου· απέκλεισαν
            δε εν τω λιμένι του Ωρωπού τρία εχθρικά πλοία εκπλεύσαντα της
            Χαλκίδος και καταφυγόντα εκεί δια τον φόβον των ελληνικών.
            Καθ’ άς δε ημέρας το του Κριεζώτη πλοίον απέκλειε την
            Κάρυστον, επέπλευσαν μία εχθρική γολέττα και μία λεύκα
            ένοπλοι, αλλ' έδραμεν εις βοήθειάν του η εν Ωρωπώ γολέττα του
            Ανδριανού, και τα εχθρικά πλοία φοβηθέντα κατέφυγαν εις
            Μάρμαρι, απεβίβασαν οι εν αυτοίς τα κανόνιά των, και κατέλαβαν
            δυνατάς θέσεις εις υπεράσπισιν των πλοίων· απεβίβασαν και οι
            ημέτεροι κανόνια και στρατιώτας, και ώρμησαν διά ξηράς και
            θαλάσσης κατά των εναντίων· αλλ' ήλθαν και άλλοι Τούρκοι, και
            οι αποβάντες Έλληνες επανήλθαν εις τα πλοία των, απολέσαντες
            δύο συναγωνιστάς.

Νοέμβριος   Ο δε Κωλέττης και 1500 θετταλομακεδόνες, ους συνέλεξεν
            αποπλεύσαντες την 3 νοεμβρίου αφίχθησαν την 5 εις Ταλαντονήσι
            επί των υπό τας διαταγάς αυτού δύο πολεμικών πλοίων και πολλών
            άλλων πλοιαρίων των οπλαρχηγών. Συμπαρηκολούθουν δε καί τινες
            φιλέλληνες, εν οίς και ο Βουτιέρος, αρχηγός 80 τακτικών, ους
            εστρατολόγησεν, ώπλισε και εμίσθωσε διά χρημάτων του εν Ρωσσία
            φιλογενούς Καλλέργη. Οι Θετταλομακεδόνες ήσαν υπό διαφόρους
            οπλαρχηγούς· δύο δε υπερείχαν, ο Καρατάσος και ο Γάτσος· αλλ'
            οι δύο ούτοι δύο ημέρας εφιλονείκουν περί της αρχηγίας· διά
            τούτο οι μεν περί τον Γάτσον απέβησαν, οι δε περί τον
            Καρατάσον έμειναν εν τοις πλοίοις, μη θέλοντες να συμπράξωσιν.

            Υπήρχαν εν Ταλαντίω εχθρικαί αποθήκαι και 200 Τούρκοι
            φυλάττοντες αυτάς. Εις άλωσιν αυτών εξεστράτευσαν οι περί τον
            Γάτσον την νύκτα της 8· αλλ’, εν ώ επλησίαζαν οδεύοντες παρά
            τους πρόποδας των βουνών, εξεφανερώθησαν το πρωί επί της από
            Λεβαδείας οδού χίλιοι ιππείς και πεζοί υπό τον Μουστάμπεην
            σταλέντες παρά του Κιουταχή μαθόντος την εκστρατείαν ταύτην.
            Κατεταράχθησαν οι μηδέν τοιούτον προσδοκώντες Έλληνες, και οι
            μεν έφυγαν οι δε ετοποθετήθησαν εν τοις παρακειμένοις λόφοις·
            ο δε Γάτσος και 30 στρατιώται εκλείσθησαν εν παλαιά τινι
            εκκλησία. Επεξήλθαν οι εν Ταλαντίω εχθροί, ο πόλεμος ήρχισε
            σποράδην, και οι Έλληνες έπαθαν πολλήν ζημίαν. Εφονεύθησαν οι
            αρχηγοί, Άγγελος, Καλαμίδας, Κοντός, Χαμακιώτης, και 37
            στρατιώται· εφονεύθη και ο Σακκελίωνος, ο άλλοτε αρειοπαγίτης·
            συνελήφθη δε ζων και ο Θανάσης Εμμανουήλ Παπάς· τα δε πτώματα
            όλων των φονευθέντων έμειναν υποχείρια των εχθρών, και μόλις
            διεσώθησαν οι πληγωθέντες 32, εν οίς και ο Βελέντσας. Ο δε
            Γάτσος και οι συν αυτώ εχάνοντο και εκείνοι, αν δεν επρόφθαναν
            οι περί τον Αποστολάραν και τον Τσάμην Καρατάσον να τους
            λυτρώσωσι. Μετά την ήτταν ταύτην όλοι οι Θετταλομακεδόνες
            επανήλθαν εις τα πλοία των, και ολιγωρούντες τας διαταγάς του
            Κωλέττου απέπλευσαν εις τα ίδια και διεσκορπίσθησαν.

            Αφειδώς καταναλώσαντες την πυρίτιδα οι εν τη ακροπόλει των
            Αθηνών εις συνεχείς πυροβολισμούς και κατ' εξοχήν εις
            υπονομικάς εργασίας, και φοβούμενοι μη, παραταθείσης της
            πολιορκίας, υποστώσι παντελή στέρησιν αυτής, επεκαλέσθησαν,
            μεσούντος του νοεμβρίου, την αντίληψιν της κυβερνήσεως. Το
            έργον αποστολής πυρίτιδος ήτο δεινόν· τάφροι και χάρακες
            εζώννυαν την ακρόπολιν και οι εχθροί περικαθήμενοι ηγρύπνουν
            μετά την επιτυχή είσοδον των περί τον Κριεζώτην και λοιπούς
            οπλαρχηγούς. Πρόθυμος η κυβέρνησις εις αντίληψιν των
            πολιορκουμένων έστρεψε τα όμματά της προς τον Φαβιέρον και
            μετεκαλέσατο αυτόν, καθήμενον αργόν εν Μεθένοις ως μη θέλοντα
            να συμπολεμή μετά των ατάκτων μετά την εκ της λειποταξίας των
            αποτυχίαν της εις Χαϊδάρι και Θήβας εκστρατείας του, και ως μη
            δυνάμενον να επιχειρήση τι επί του παρόντος διά μόνων των
            τακτικών του. Ο Φαβιέρος ανεδέχθη το επικίνδυνον τούτο έργον,
            και επιστρέψας εις Μέθενα παρέλαβε 430 εκ των εκλεκτοτέρων
            στρατιωτών του, 60 πυροβολιστάς και 40 φιλέλληνας, όλους 530,
            και κατασκευάσας ισαρίθμους σάκκους έβαλεν εν ολίγοις μεν
            αυτών ανά 500 πυρολίθους, εν τοις πολλοίς δε ανά οκτώ οκάδας
            πυρίτιδος.
Δεκέμβριος  Αφ' ού δε τα πάντα ητοιμάσθησαν,
            απέπλευσαν οι 530 την 28 υπό την οδηγίαν του αρχηγού των επί
            του πλοίου του Χατσή-Αλεξανδρή, κατευωδώθησαν την 1
            δεκεμβρίου, νυκτός γενομένης, εις τους τρεις Πύργους, άφησαν
            σχεδόν όλοι εν τω πλοίω τα σκεύη των, διότι σκοπόν είχαν, αφ'
            ού φέρωσι τα πελεμεφόδια εις την ακρόπολιν, ν' αναχωρήσωσιν,
            ενωτοφόρησεν έκαστος των αξιωματικών και των στρατιωτών
            ανεξαιρέτως τον σάκκον του, και προ του μεσονυκτίου εκίνησαν
            προς την ακρόπολιν. Το κινδυνώδες τούτο επιχείρημα ήτο και
            κατ' άλλον λόγον κινδυνωδέστατον, διότι οι σάκκοι ήσαν
            κατεσκευασμένοι εκ λεπτού πανίου, και αν είς άναπτε καθ' οδόν,
            όλοι θ' άναπταν και θα έκαιαν τον στρατόν οδεύοντα εις πυκνήν
            φάλαγγα. Ένεκα τούτου, εξαιρέσας ο Φαβιέρος τους
            συνακολουθούντας φιλέλληνας και τους πυροβολιστάς, διέταξε να
            μη φέρη άλλος γεμάτον τουφέκι. Έτυχε δε και η νυξ εκείνη όλη
            σεληνόφωτος. Τοιούτοι κίνδυνοι περιεστοίχιζαν τους υπό τον
            Φαβιέρον, βαθεία δε σιωπή εβασίλευεν επί της οδοιπορίας των·
            κρότοι μόνον αραιών τουφεκιών, ακουόμενοι μακρόθεν, διέκοπταν
            εκ διαλειμμάτων την βαθείαν σιωπήν. Μετά δίωρον πορείαν
            έφθασαν υπό τον λόφον του Μουσείου, ό εστιν επί της όχθης της
            τάφρου. Επροπορεύοντο δε της φάλαγγος και κατείχαν τας πλευράς
            αυτής οι φιλέλληνες και οι πυροβολισταί. Καθ' ήν δε στιγμήν
            έφθασαν υπό τον λόφον, τους είδαν οι εφιστάμενοι δύο φύλακες
            και ηρώτησαν τίνες ήσαν· εκείνοι δεν απεκρίθησαν· ηρώτησαν
            πάλιν ούτοι τίνες ήσαν· εχλεύασαν οι ερωτηθέντες· ετουφέκισαν
            τότε οι χλευασθέντες και ήρχισεν εν τω άμα πολλαχόθεν πολύς
            τουφεκισμός. Ο δε Φαβιέρος ξιφουλκήσας «β ή μ α-σ υ μ π λ ο κ
            ή ς», εφώναξε μεγαλοφώνως προς τους τυμπανιστάς, και «ε μ π ρ
            ό ς-π α ι δ ι ά-ε μ π ρ ό ς» προς τους στρατιώτας. Έκρουσαν
            αμέσως τα τύμπανα οι τυμπανισταί, ηλάλαξαν οι στρατιώται, και
            πλήρεις θάρρους και ενθουσιώντες έδρασαν προς την τάφρον τριών
            μέτρων βάθος και πέντε πλάτος έχουσαν, διέσχισαν τους
            φυλάττοντας αυτήν υποχωρήσαντας επί τη ορμή των και διέβησαν
            υπό βαρύν τουφεκισμόν. Ακουσθέντος του κρότου των τυμπάνων εν
            τη ακροπόλει, εξώρμησαν οι εν αυτή εις αντίληψιν των
            ερχομένων, και ούτως εισήλθαν οι περί τον Φαβιέρον εις το
            παρατείχισμα φέροντες τα επώμια φορτία των. Οκτώ εφονεύθησαν
            επί της εισελεύσεως και δεκατέσσαρες ελαφρώς επληγώθησαν, εν
            οίς και ο Φαβιέρος και ο Πίσσας. Ο δε Ροβέρτος, θλασθέντος του
            ποδός του υπό τουφεκοβολής, έπεσε κατά γης μεταξύ της τάφρου
            και των ελληνικών χαρακωμάτων. Εκεί ευρόντες αυτόν τινες των
            εχθρών επεχείρησαν να τον αποκεφαλίσωσιν· αλλ' ούτος, και
            χαμαί κείμενος, υπεράσπισεν εαυτόν ανδρείως αντιπαλαίων ικανήν
            ώραν διά του ξίφους, έως ου τινες των εξελθόντων, ακούσαντες
            τας φωνάς και την κλαγγήν των όπλων, έδραμαν, τον ελύτρωσαν
            φέροντα επί του σώματος εικοσιέξ πληγάς, και τον απεκόμισαν
            εις την ακρόπολιν, όπου απέθανε μετά έξ ημέρας. Η τολμηρά αύτη
            εκστρατεία υπερύψωσε το τακτικόν και τον φιλοκίνδυνον αρχηγόν
            του.

            Αλλ' όσον εχάρησαν οι έγκλειστοι, ιδόντες τους τακτικούς
            αναβάντας, τόσον ελυπήθησαν μαθόντες ότι θ' ανεχώρουν.
            Θέλοντες δε να τους αποτρέψωσι, τοις έλεγαν ότι θα
            συνανεχώρουν και αυτοί· αλλ' ο Φαβιέρος δεν μετεπείσθη, και
            δικαίως· φόβος δεν ήτο να κινδυνεύση η ακρόπολις δι' έλλειψιν
            υπερασπιστών, αλλά δι' έλλειψιν τροφών και όσον πλειότεροι
            ήσαν οι εν αυτή, τόσον ταχύτερον εφθείροντο αι τροφαί. Έβλεπεν
            ο Φαβιέρος την έξοδόν του όχι μόνον αβλαβή αλλά και ωφέλιμον,
            καθ' όσον εδύνατο να φέρη έξωθεν αντιπερισπασμόν· αλλ' η
            έξοδός του, γρηγορούντων των εχθρών νύκτα και ημέραν, ήτο
            σχεδόν αδύνατος. Πλησίον της προς την ακρόπολιν όχθης της
            τάφρου ήσαν οικίαι τινές κατεχόμεναι υπό των Τούρκων. Σκεφθείς
            ο Φαβιέρος ότι, αν εκυρίευε τας οικίας εκείνας, ήνοιγε την διά
            της τάφρου δίοδόν του, διότι ηναγκάζοντο οι εχθροί υπό το πυρ
            των κατεχόντων αυτάς ν' απομακρυνθώσι, παρέλαβέ τινας
            τακτικούς και ατάκτους, και εξήλθε κατ' εκείνο το μέρος την 6,
            όρθρου βαθέως, εις κυρίευσιν αυτών. Συνεξήλθαν και οι περί τον
            Κριεζώτην και τον Ευμορφόπουλον κατά το μέρος της αγίας
            Παρασκευής και της Πλάκας εις αντιπερισπασμόν, απεδίωξαν τους
            πλησίον εχθρούς, έδραμαν περαιτέρω, επάτησαν οικίας της
            πόλεως, εφόνευσάν τινας εχθρούς, και, ημέρας γενομένης,
            επανήλθαν εις την ακρόπολιν φέροντες λάφυρα· τινές δε αυτών,
            μη προφθάσαντες να εισέλθωσι, κατέφυγαν εις το προς ανατολάς
            σπήλαιον, υπεράσπισαν εαυτούς πανήμεροι, και την επελθούσαν
            νύκτα διεσώθησαν και αυτοί αβλαβείς εις την ακρόπολιν. Οι δε
            περί τον Φαβιέρον, πεσόντες αίφνης εις ας εσκόπευαν να
            κυριεύσωσιν οικίας, τας επάτησαν, αλλ' απεκρούσθησαν και
            επανήλθαν άπρακτοι εις την ακρόπολιν· δύο εξ αυτών εφονεύθησαν
            και πέντε επληγώθησαν, εν οίς και ο υπολοχαγός Γεωργάκης
            Καρατσάς. Επειράθησαν και την 19 και την 23 να εξέλθωσιν, αλλά
            και τότε απέτυχαν και ενδιέμειναν άκοντες μέχρι τέλους της
            πολιορκίας υπέρ τους άλλους υπό του ψύχους πάσχοντες ως μη
            έχοντες επενδύτας. Την δε 25 επρόβαλε τοις εν τη ακροπόλει ο
            Κιουταχής να παραδοθώσιν υπό ωφελίμους όρους· απορριφθείσης δε
            της προτάσεως, ητοιμάσθη εις άλωσιν του παρατειχίσματος δι'
            εφόδου, συνέλεξεν επί του Μουσείου πολλά στρατεύματα την 6
            ιανουαρίου, και εκανονοβόλει την Χρυσοσπηλαιώτισσαν· αλλ' η
            επιτυχής κανονοβολή των πολιορκουμένων εματαίωσε τα
            μελετώμενα. Κατέχοντες οι Τούρκοι την Υπαπαντήν επεβουλεύοντο
            δι' υπονόμων το περιτείχισμα της πηγής είκοσι μόλις οργυιάς
            απέχον. Αναγκαίαν εξ αιτίας τούτου θεωρήσαντες οι Έλληνες την
            κυρίευσιν της Υπαπαντής, άναψαν την επιούσαν νύκτα
            υποσκαφείσαν τινα πρό τινων ημερών υπόνομον, επάτησαν την
            εκκλησίαν, και τους μεν των εν αυτή φονεύσαντες, τους
            πλείστους δε διασκορπίσαντες, και παν το ευρεθέν αρπάσαντες
            επανήλθαν εις την ακρόπολιν φοβηθέντες να την κρατήσωσι·
            πολλήν βλάβην επέφερε και η υπόνομος εκραγείσα. Εν τω μεταξύ
            δε τούτω διέταξεν ο Φαβιέρος και ετρύπησαν δύο των κατά γης
            σπονδύλων και εμβαλόντες πυρίτιδα και ανάψαντες φυτίλιον τους
            εκύλισαν εις την πόλιν, οίτινες εκραγέντες κατεδάφισάν τινας
            σαθράς οικίας. Μετά τινας δε ημέρας έπαθαν αι ωραίαι τέχναι
            πάθημα ανήκεστον. Ο Γκούρας μετεσχημάτισε τον ναόν του
            Ερεχθέως εις οίκημα της γυναικός και των συγγενών του. Εις
            προφύλαξίν των δε από των επιρριπτομένων βομβών εσώρευσεν επί
            της οροφής πολύ χώμα· αλλ' ό,τι έπραξεν εις προφύλαξιν
            συνετέλεσεν εις καταστροφήν. Κανονοβολούντος την νύκτα της 12
            του εχθρού, είς των κιόνων του ναού και το επιστύλιον ετέρου
            έσπασαν, και η μέγα βάρος φέρουσα οροφή πεσούσα εθανάτωσεν
            ένδεκα, εν οίς και την σύζυγον του Γκούρα.



            1826-27

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΞΔ'.



            &Εκστρατεία Καραϊσκάκη — Τα εν απουσία αυτού κατά τας Αθήνας,
            και η εις Αττικήν επάνοδός του.&

Οκτώβριος   ΜΕΣΟΥΝΤΟΣ του Οκτωβρίου ηύξησε το εν Ελευσίνι υπό τον
            Καραϊσκάκην στρατόπεδον εις 4500· οι συγκροτούντες αυτό ήσαν
            οι εμπειροπολεμώτεροι των Ελλήνων, εν οίς και τα λείψανα της
            ενδόξου φρουράς του Μεσολογγίου, και ο επ' ανδρία μεταξύ των
            Πελοποννησίων οπλαρχηγών διακρινόμενος Νικήτας, και ικανοί
            Σουλιώται, αν και απαρεσκόμενοι να συνεκστρατεύωσιν υπό μη
            Σουλιώτην. Επροσπάθησεν ο Καραϊσκάκης να πείση και τον
            Φαβιέρον να συνακολουθήση· αλλά δι' ά διηγήθημεν ήδη μεταξύ
            τακτικών και ατάκτων επί των δύο εκστρατειών εις Χαϊδάρι και
            Θήβας συμβάντα δεν εισηκούσθη· μετεχειρίσθη έπειτα πλαγίους
            τρόπους ίνα του αποσπάση τους ιππείς και επέτυχεν· αλλά
            δραμόντες οι αξιωματικοί κατόπιν τους επανήγαγαν υπό την
            σημαίαν των.

            Προετοιμασίας δε ο Καραϊσκάκης τα της εκστρατείας του άφησεν
            εις φύλαξιν της Ελευσίνος και Σαλαμίνος και εις συστολήν των
            πολιορκητών της ακροπόλεως τον Βάσσον μετά των περί αυτόν και
            τους Δεβενοχωρίτας, και την 25 εξεστράτευσε μετά 3000, και
            οδεύων διά Κουντούρων και Κάζας έφθασε το εσπέρας της 27 εις
            Δοβρέναν. Ιδόντες δε αυτόν ερχόμενον οι εν τω χωρίω εκείνω 300
            εχθροί, εκλείσθησαν εντός τριών δυνατών πύργων. Οι Έλληνες
            επάτησαν το χωρίον, και αρπάσαντες 35 ίππους και ημιόνους και
            διάφορα σκεύη των εχθρών εξήλθαν και επορεύθησαν αυτονυκτί εις
            το πλησίον χωρίον, Κακόσι· την δε επαύριον επανήλθαν εις
            Δοβρέναν, και μετακομίσαντες έν κανόνι από τινος εν τω λιμένι
            του χωρίου πλοίου εκανονοβόλουν τους πύργους. Την αυτήν ημέραν
            ήλθαν εκ Θηβών ιππείς τινες προς βοήθειαν των εν Δοβρένα
            πολιορκηθέντων, και αντικρουσθέντες έφυγαν άπρακτοι· την δε 30
            απεστάλησαν 180 στρατιώται υπό τον Γιαννάκην αδελφόν του
            Οδυσσέως εις Ζαγαράν, αλλ' οι εχθροί επιπεσόντες αίφνης
            εφόνευσαν 20, διεσκόρπισαν τους λοιπούς, και συνέλαβαν και τον
            δυστυχή αρχηγόν αυτών ασθενούντα και τον εφόνευσαν.
Νοέμβριος   Την 2 νοεμβρίου ήλθαν εκ δευτέρου προς βοήθειαν των
            πολιορκουμένων 300 ιππείς, αλλ' ετράπησαν και τότε· την
            επαύριον προς το εσπέρας ήλθαν 1000 ιππείς και πεζοί υπό τον
            Μουστάμπεην, φέροντες τροφάς εις χρήσιν των εν τοις πύργοις
            αποκλεισθέντων, και διενυκτέρευσαν εν τη μονή της
            Μακαριώτισσας μίαν ώραν μακράν της Δοβρένας· ανατείλαντος δε
            του ηλίου, εισήλθαν εις το χωρίον, και ιδόντες τους Έλληνας
            ελθόντας κατόπιν αυτών και οχυρωθέντας πλησίον επεξήλθαν· και
            κατ' αρχάς μεν τους απώθησαν πληγώσαντες 5 εξ αυτών· μετά
            ταύτα δε ωπισθοδρόμησαν και εκλείσθησαν εντός των οικιών του
            χωρίου· η μάχη διήρκεσε μέχρι της εσπέρας, και προ του τέλους,
            ήλθε βοήθεια εις τους εχθρούς εξ Αθηνών. Μετά δύο δε ή τρεις
            ημέρας εστράτευσεν ο Μουστάμπεης εις Ταλαντονήσι, γνωστής
            γενομένης της εκεί αποβάσεως των Θετταλομακεδόνων· απέμειναν
            δε οι κατέχοντες τους πύργους καί τινες άλλοι εν τω χωρίω, οι
            πλείστοι ιππείς. Την δε 11 ήλθεν εις το ελληνικόν στρατόπεδον
            το άτακτον ελληνικόν ιππικόν υπό τον Χατσή-Μιχάλην· νυκτός δε
            γενομένης, υπήγεν ο Σουλτάνης μετ' ολίγων στρατιωτών εις τας
            αμπέλους της Δοβρένας προς ένεδραν· εξήλθαν του χωρίου 15
            Τούρκοι ιππείς, και συναπαντήσαντες τους ενεδρεύοντας
            ετουφεκίσθησαν. Ακούσαντες άλλοι Έλληνες τον τουφεκισμόν
            έτρεξαν κατ' εκείνο το μέρος· έτρεξαν και άλλοι Τούρκοι,
            επολέμησαν, εσκοτώθησαν 22 Τούρκοι και 7 Έλληνες, και
            επληγώθησαν εξ αμφοτέρων 10. Εθρήνησεν ο στρατός την ημέραν
            εκείνην τον θάνατον του Σουλτάνη, ενός των ανδρειοτέρων της
            φρουράς του Μεσολογγίου, τετράκις πληγωθέντος. Ο δε
            Καραϊσκάκης μη θέλων να χρονοτριβήση περαιτέρω εις κυρίευσιν
            των τριών πύργων, ανεχώρησε την νύκτα της 14 πανστρατιά, και
            φθάσας εις Χώστια ενδιενυκτέρευσεν. Οδεύσας δε δι' όλης της
            επελθούσης ημέρας έφθασε περί την α' ώραν της νυκτός εις το
            μοναστήριον του Δομπού, όπου αφήσας 100 στρατιώτας υπό τον
            Νικολόν Μπαρμπιτσώτην ανεχώρησε την επαύριον. Την αυτήν ημέραν
            υπήγαν προς το μοναστήριον 1000 Τούρκοι πεζοί και ιππείς, οι
            μεν εκ Θηβών, οι δε εξ Αθηνών, και προσέβαλαν τους Έλληνας·
            προς το εσπέρας δε υπήγαν εις το μετόχιον του μοναστηρίου,
            διενυκτέρευσαν, και την επαύριον ανεχώρησαν εις Λεβαδείαν· την
            ακόλουθον ημέραν υπήγαν πάλιν 80 ιππείς κατά των εν τω
            μοναστηρίω. Ούτοι ιδόντες τόσον ολίγους υπώπτευσαν στρατήγημα
            και κατ' αρχάς δεν επεξήλθαν· βεβαιωθέντες δε ότι δεν ήσαν
            άλλοι, εξώρμησαν, εφόνευσάν τινας και κατεδίωξαν τους λοιπούς
            μέχρι του μοναστηρίου των Ταξιαρχών.

            Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, αναχωρήσαντες εκ του μοναστηρίου
            του Δομπού, έφθασαν την 18 εις Δίστομον. Εκείθεν απεστάλησαν
            ως προφυλακή 400 υπό τον Γεώργην Βάγιαν, τον Γαρδικιώτην
            Γρίβαν και τον Μήτρον Βάγιαν ίνα καταλάβωσι την Αράχωβαν,
            χωρίον επί της κατωφερείας του Παρνασού, δι' ού θα διήρχετο το
            εχθρικόν στράτευμα οδεύον, καθώς επληροφορήθησαν οι Έλληνες,
            προς τα Σάλωνα κατεχόμενα υπό των Τούρκων και πολιορκούμενα
            υπό των περί τον Δυοβουνιώτην και τον Πανουργιάν. Την 17
            διέβησαν 2000 Τούρκοι το Ζεμενόν υπό τον Μουστάμπεην, τον
            αδελφόν αυτού Καρυοφίλμπεην, τον Ελμάζμπεην και τον
            Κεχαγιάμπεην· την δε 18, γ' ώραν της ημέρας, εφάνησαν
            ερχόμενοι προς την Αράχωβαν. Ιδόντες δε αυτούς οι εν τω χωρίω
            Έλληνες έσπευσαν να οχυρωθώσιν εντός της εκκλησίας καί τινων
            οικιών. Εν τούτοις εισήλθαν εις το χωρίον και οι εχθροί,
            κατέλαβαν οικίας και ωχυρώθησαν, ώστε οι μεν Έλληνες
            κατέχοντες το έν μέρος του χωρίου, οι δε Τούρκοι το άλλο
            ήρχισαν αυθημερόν τον πόλεμον. Ηκούσθησαν μετ' ολίγον έξωθεν
            του χωρίου πολλαί τουφεκίαι, και εφάνησαν ερχόμενοι οι περί
            τον Καραϊσκάκην. Οι εχθροί φοβηθέντες μη αποκλεισθώσι και
            ευρεθώσιν εντός διττού πυρός, βλέποντες και τον καιρόν γλυκύν,
            εξήλθαν αυθόρμητοι του χωρίου, και ετοποθετήθησαν επί τινος
            λόφου παρά το χωρίον. Αφ' ού δε έφθασαν και οι περί τον
            Καραϊσκάκην, ο μη παύσας πόλεμος εγένετο σφοδρότερος και
            διήρκεσε μέχρι της δύσεως του ηλίου, καθ' ήν ώραν, πνεύσαντος
            ψυχρού ανέμου, εισήλθαν οι υπό τον Καραϊσκάκην εις το χωρίον
            προς διανυκτέρευσιν, και ο αρχηγός κατέλυσεν εν τη εκκλησία ως
            πλησιεστέρα των εχθρών, αγρυπνών εις τα κινήματα αυτών και
            διατάττων τα εικότα. Οι εχθροί διενυκτέρευσαν όλοι επί του
            λόφου εν υπαίθρω υπό τον απροσδόκητον παγετόν της νυκτός·
            απεμακρύνοντο δε αβλαβώς και ανενοχλήτως, αν ήθελαν,
            αυτονυκτί· αλλά δεν κατεδέχθησαν να φύγωσιν απέμπροσθεν των
            εχθρών και εζήτησαν παρά του Κιουταχή βοήθειαν. Την επαύριον
            εξήλθαν του χωρίου πολλοί των Ελλήνων, και κατέλαβαν τας
            στενοτοπίας, δι' ών εδύναντο οι εχθροί να φύγωσιν. Ήρχισε
            πάλιν ο πόλεμος και επανελήφθη και την επιούσαν. Εν τούτοις, ο
            δριμύς χειμών εγίνετο καθ' ώραν δριμύτερος, οι δε
            υπαιθριάζοντες Τούρκοι, υποφέροντες το υπερβολικόν ψύχος,
            υπέφεραν και έλλειψιν τροφής, διότι, μη προσδοκώντες καθ' οδόν
            όσας απήντησαν δυσκολίας δεν εφρόντισαν να προμηθευθώσι των
            αναγκαίων επί της οδοιπορίας των και ηναγκάσθησαν να έλθωσι
            την 20 εις λόγους συμβατικούς, προβάλλοντες να επανακάμψωσιν
            ανενόχλητοι, παραδίδοντες τα μη εις την οδοιπορίαν των
            αναγκαία ζώα και άλλα τινά πράγματα και ανταλλάττοντες
            ομήρους. Αλλ' οι περί τον Καραϊσκάκην τους εζήτησαν τα όπλα,
            τα χρήματά των και πάντα τ' άλλα εκτός μιας και μόνης
            ενδυμασίας· απήτησαν δε να τοις παραδοθώσι και τα Σάλωνα και η
            Λεβαδεία. Οι Τούρκοι δεν συγκατετέθησαν θεωρούντες τοιούτου
            συμβιβασμού προτιμότερον τον πόλεμον· έμαθαν δε συγχρόνως ότι
            ήρχετο την αυτήν ή την επιούσαν ημέραν εξ Αθηνών το ζητηθέν
            στράτευμα. Αλλά το στράτευμα, πειραθέν να διαβή την ομαλωτέραν
            οδόν του Ζεμενού, εμποδίσθη, έπαθε, προκαταλαβόντων των
            Ελλήνων την θέσιν εκείνην, και ηναγκάσθη να διέλθη την
            ορεινοτέραν της μονής της Ιερουσαλήμ· φθάσαν δ' εκεί υπό
            βαρύτατον χειμώνα, δεν εδυνήθη να προχωρήση, ώστε η ελπίς της
            βοηθείας εματαιώθη. Την νύκτα δε της 22, διαρκούντος του
            πολέμου, ο επαινετός διά την ανδρίαν και επαινετώτερος διά την
            στρατηγικήν του ικανότητα Μουστάμπεης επληγώθη κατακέφαλα, και
            αισθανθείς ότι η πληγή του ήτο θανατηφόρος, παρεκάλεσε τον
            αδελφόν του Καρυοφίλμπεην, εν ώ εψυχομάχει, να του κόψη, αφ'
            ού εξέπνεε, την κεφαλήν, ίνα μη πέση εις χείρας των απίστων. Ο
            θάνατος του αρχηγού τούτου, η παντελής έλλειψις των τροφών, η
            επικρατούσα και καθ' ώραν επικρατεστέρα γινομένη δριμύτης του
            χειμώνος και η εξ αιτίας ταύτης απόκλεισις εν τη μονή της
            Ιερουσαλήμ των ερχομένων εις βοήθειαν έρριψαν εις άκραν
            αθυμίαν τους εχθρούς και τους ηνάγκασαν να προβάλωσι νέον την
            επαύριον συμβιβασμόν υπό δεκτοτέρους όρους, αλλά δεν
            εισηκούσθησαν. Θεόθεν και ανθρωπόθεν πολεμούμενοι, και μη
            βλέποντες άλλην σωτηρίας οδόν, απεφάσισαν να φύγωσιν αρχομένης
            της νυκτός διά της οδού της μονής της Ιερουσαλήμ επ' ελπίδι να
            εύρωσιν αντίληψιν παρά τοις εκεί συναδέλφοις των· αλλά
            επτακόσιοι Γκέγκαι, οι θερμουργότεροι του στρατοπέδου· οι και
            προ της ημέρας εκείνης γνωμοδοτήσαντες ότι εντιμότερον ήτο να
            ριψοκινδυνεύσωσι διά φυγής ή ν' αναστρατοπεδεύσωσι διά
            συνθήκης, παραβάντες τα προαποφασισθέντα εξεκίνησαν περί το
            δειλινόν, μη προειδοποιήσαντες τους άλλους. Το παράκαιρον
            τούτο κίνημα έβαλεν άνω κάτω το εισέτι ανέτοιμον εις
            αναχώρησιν στρατόπεδον των εχθρών, ώστε έκαστος δεν εφρόντιζε
            πλέον ειμή περί της ιδίας σωτηρίας. Εν μέσω τοιαύτης ταραχής,
            αθυμίας, και ασκέπτου κινήσεως των εχθρών, επέπεσαν οι Έλληνες
            κατέχοντες θέσεις έμπροσθεν και όπισθεν αυτών, άλλους
            ζωγρούντες και άλλους φονεύοντες. Εζώγρησαν και τον γηραιόν
            και υπέρπλουτον Κεχαγιάμπεην· μη συμβιβαζόμενοι δε ποίος των
            συλλαβόντων να τον κρατήση, τον εφόνευσαν εις μάτην φωνάζοντα
            ότι αυτός ήτον ο Κεχαγιάμπεης και έτοιμος να εξαγοράση διά
            πλουσιωτάτων λύτρων την ζωήν του. Αλλ' η φθορά, ην επροξένησεν
            ο ελληνικός βραχίων, ήτο μικρά ως προς ην επροξένησεν η οργή
            του χειμώνος. Εν ώ φεύγοντες οι εχθροί υπό τον κατάψυχρον και
            σφοδρόν βορέαν εβοθρίζοντο εις την χιόνα, επέπιπταν πυκναί και
            αδιάκοποι νιφάδες και τους επλάκοναν· διήρκεσεν η χιονορριπή
            αύτη έως ου έφθασαν εις την μονήν της Ιερουσαλήμ, ώστε καθ'
            όλην την τετράωρον οδόν, την μεταξύ της ρηθείσης μονής και του
            λόφου, εφ' ού απεκλείσθησαν επτά ημέρας, ευρέθησαν διαλυθείσης
            της χιόνος εκατοστύες εχθρικών πτωμάτων. Τοιαύτα πάσχοντες
            μόλις το ήμισυ των αναχωρησάντων διεσώθη εν τη μονή, και οι
            πλείστοι ηκρωτηριασμένοι· πολλαί δε σημαίαι, πάμπολλοι ίπποι
            και όλαι αι αποσκευαί των έγειναν λάφυρα των Ελλήνων, εξ ών 8
            μόνον εσκοτώθησαν, και 9 επληγώθησαν. Η νίκη αύτη ανεπτέρωσε
            τας ελπίδας των Ελλήνων· η δε κυβέρνησις επανηγύρισε την 24 ως
            ημέραν ανεγέρσεως της προ ολίγου πεσούσης στερεάς Ελλάδος.

            Την επιούσαν δε της μάχης συλλέξαντες οι περί τον Καραϊσκάκην
            300 κεφαλάς ανήγειραν εξ αυτών, κατά την επικρατούσαν βάρβαρον
            συνήθειαν, επί τινος λόφου εκτός του χωρίου κωνοειδή πύργον
            και επέγραψαν τα εξής.

            «Τρόπαιον των Ελλήνων κατά των βαρβάρων Οθωμανών, ανεγερθέν
            κατά το 1820 έτος νοεμβρίου 24 εν Αράχωβα». Τας δε κεφάλας του
            Μουστάμπεη και Κεχαγιάμπεη έστειλαν εις την κυβέρνησιν.

            Μετά δε τα περί ων ο λόγος συμβάντα, ο Καραϊσκάκης απέστειλε
            τους υπό τον Δράκον και Βέικον Σουλιώτας εις πολιορκίαν των
            Σαλώνων, απέστειλε καί τινας ίνα καταλάβωσι την Βελίτσαν, και
            κατόπιν αυτών εξεστράτευσε και αυτός προς το αυτό χωρίον, όπου
            έφθασε την 29. Εσκόπευε δε διά του κινήματος τούτου να
            εμποδίση την από Θεσσαλίας σιταγωγίαν, και προσβάλη τους
            κατέχοντας την Δαύλιαν, την Ιερουσαλήμ και την Φοντάναν
            εχθρούς. Φθάσας εις Βελίτσαν ειδοποιήθη, ότι 500 εχθροί υπό
            τον Μεχμέτπασαν, υιόν του Πασόμπεη, και τον Χασάμπεην Κόρζαν,
            συνοδεύοντες 2000 ζώα κομίζοντα εις το εχθρικόν στρατόπεδον
            των Αθηνών τροφάς και άλλα αναγκαία, ανεχώρησαν εκ Ζητουνίου,
            και θα διέβαιναν την επαύριον διά της Φοντάνας και του
            Τουρκοχωρίου.
Δεκέμβριος  Επί τη ειδήσει ταύτη έτρεξε και κατέλαβε την 7 δεκεμβρίου το
            Τουρκοχώρι. Την επαύριον ήλθαν οι Τούρκοι μηδόλως
            υποπτεύοντες, ότι εχθροί κατείχαν το χωρίον. Οι Έλληνες,
            προμαχούντος του Καραϊσκάκη, επέπεσαν αίφνης, τους
            διεσκόρπισαν απροετοιμάστους, τους κατεδίωξαν έως εις
            Βοδονίτσαν, εφόνευσαν 30 και επήραν υπέρ τα 1000 σκευοφόρα
            ζώα. Την ημέραν εκείνην επολέμησεν ο Καραϊσκάκης κατά πρώτην
            φοράν έφιππος, και τόσον ευχαριστήθη, ώστε έκτοτε δεν ήθελεν
            να πολεμή πεζός. Μετά δε τα περί ων ο λόγος κατορθώματα, ο
            Καραϊσκάκης και οι περί αυτόν επροχώρησαν προς το Πατρατσίκι·
            αλλ' εξ αιτίας της πολλής δριμύτητος του χειμώνος και της
            διαδοθείσης φήμης ότι ο Ομέρ-πασας ητοιμάζετο να εκστρατεύση
            εις λύσιν της πολιορκίας των Σαλώνων, επανήλθαν εις Αράχωβαν
            και εκείθεν εξεστράτευσαν εις Λιδωρίκι προς ανόρθωσιν του
            αγώνος και κατ' εκείνο το μέρος. Εκείθεν εστάλη έν σώμα επί τω
            αυτώ σκοπώ εις την επαρχίαν των Κραββάρων υπό τον Ξύδην και
            τον Καλύβαν, και προσαπεστάλη μετ' ολίγον και άλλο υπό τον
            Μακρήν. Οι οπλαρχηγοί ούτοι εξεπλήρωσαν άριστα τα της
            αποστολής των, απέκλεισαν τους Τούρκους εν Λομποτινά, και
            πολεμήσαντες δύο ημέρας τους συνέλαβαν ζώντας και τους έπεμψαν
            εις την κυβέρνησιν.

            Οι δε περί τον Καραϊσκάκην, φθάσαντες εις την κωμόπολιν του
            Λιδωρικίου, και μαθόντες, ότι εν τω χωρίω Ομέρ-εφέντη
            ευρίσκοντο 1500 Τούρκοι υπό τον Βελήαγαν οδεύοντες από της
            Δυτικής Ελλάδος εις Αθήνας, επεστράτευσαν, τους απώθησαν πέραν
            του Μόρνου, και εις τόσον φόβον τους έβαλαν και τόσον τους
            κατεφρόνησαν, ώστε 10 μόνον ιππείς υπό τον Χατσή-Μιχάλην
            κατεδίωξαν πολλούς αυτών μέχρι της πύλης σχεδόν της Ναυπάκτου.

            Εξ αιτίας δε της ευτυχούς περιοδείας του Καραϊσκάκη εις τα
            ενδότερα της Ανατολικής Ελλάδος, τόσον εταράχθη ο Κιουταχής,
            ώστε έβαλε κατά νουν να εκστρατεύση αυτός·
Ιανουάριος  αλλά φοβηθείς την λύσιν της πολιορκίας της ακροπόλεως εν τη
            απουσία του, απέστειλε 2000 πεζούς και 500 ιππείς υπό τον
            Ομέρ-πασαν και τον Καρυοφίλμπεην. Το πρωί της 17 Ιανουαρίου
            εφάνη η προφυλακή της εχθρικής ταύτης δυνάμεως αίφνης έξωθεν
            του Διστόμου. Το χωρίον τούτο κατείχαν 400 Σουλιώται υπό τον
            Νότην Μπότσαρην, τον Μπαϊρακτάρην, τον Κάσκαρην, τον Αντώνην
            Γεωργαντάν, τον Μπούσγον και τον Μήτρον Τριανταφύλλου. Ούτοι
            εξήλθαν και ηκροβολίσθησαν· αλλ' ιδόντες μετ' ολίγον το λοιπόν
            στράτευμα των εχθρών ερχόμενον ωπισθοδρόμησαν εις τα
            οχυρώματα, και εκάλεσαν τους πολιορκούντας τα Σάλωνα Σουλιώτας
            εις βοήθειαν. Την ακόλουθον αυγήν ήρχισεν ο πόλεμος, και οι
            Τούρκοι κατέλαβαν πλησίον του χωρίου τοιαύτας θέσεις, ώστε
            μόλις τα νώτα των Ελλήνων ήσαν ασφαλή· περί δε την μεσημβρίαν
            της 19 ώρμησαν κατά μέτωπον δεξιόθεν και αριστερόθεν τυφλοίς
            όμμασιν εις κυρίευσιν των οχυρωμάτων των Ελλήνων· πολλοί αυτών
            έπεσαν, αλλ' αψηφούντες τον θάνατον υπερίσχυσαν, εκυρίευσαν τα
            ασθενέστερα οχυρώματα, επροχώρησαν εις τα μέσα του χωρίου, και
            έπεσαν σωρηδόν επί το υπό τους Σουλιώτας ισχυρότερον οχύρωμα
            το επί του λόφου του προφήτου Ηλίου. Πανταχόθεν κυκλωθέντες οι
            εντός του οχυρώματος και σφοδρώς προσβαλλόμενοι εθεώρησαν την
            ώραν εκείνην ως την τελευταίαν της ζωής των, και έπεσαν και
            αυτοί ως μαινόμενοι επί τους εχθρούς προς εκδίκησιν μάλλον του
            αίματός των, ή προς σωτηρίαν· καλή τύχη, επρόφθασεν εκ
            Σαλώνων, διαρκούσης της αντιστάσεως, ο Δράκος μετά 200
            εκλεκτών, και, συμμαχομένων και των Λεβαδιτών, απεδιώχθησαν
            του λόφου οι εχθροί, ωπισθοδρόμησαν και οι λοιποί βλέποντες
            αυτούς καταδιωκομένους, και ούτως εσώθησαν οι ως θηρία μάλλον
            ή ως άνθρωποι τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς πολεμήσαντες
            Σουλιώται· 80 εχθροί έπεσαν και άλλοι τόσοι επληγώθησαν·
            εφονεύθησαν δε 2 μόνον Σουλιώται και επληγώθησαν 8, εν οίς και
            ο Μπότσαρης.

            Ο δε Καραϊσκάκης, μαθών ότι πολλοί εχθροί είχαν εκστρατεύσει
            εις Δίστομον, έτρεξεν εις βοήθειαν των εκεί ολίγων Ελλήνων,
            και φθάσας εις Βελίτσαν τοις παρήγγειλε διά τινος
            γραμματοφόρου να εξέλθωσιν εις συνάντησίν του, όταν ακούσωσι
            τουφεκισμόν· διαβάς δε την γ' ώραν της νυκτός της 20 την
            Σχιστήν οδόν, ανέβη το πλησίον όρος, και εκάθησε παρατηρών τας
            παρακειμένας των εχθρών σκηνάς και συλλογιζόμενος πόθεν να
            διέλθη· αφ' ού δε συνήχθησαν όλοι οι στρατιώται του, τοις
            είπεν ότι, αντί να εισέλθωσιν εις το χωρίον διά των πλαγίων
            οδών, προτιμότερον εθεώρει να διέλθωσι διά των εχθρικών
            σκηνών, κοιμωμένων των εχθρών· παρήγγειλε δε να έχωσι μεν
            έτοιμα τα όπλα των, αλλά να μη τα μεταχειρισθώσιν εκτός
            ανάγκης, και να προσπαθήσωσι να διαβώσιν ησύχως διά των
            εχθρών, ώστε, ει δυνατόν, να μη τους νοήσωσιν. Επήνεσαν όλοι
            το τολμηρόν σχέδιον του αρχηγού και τον τρόπον της εκτελέσεως,
            και ακολουθούντες αυτόν, προπορευόμενον ως οδηγόν, έφθασαν
            αφανείς εις το εχθρικόν στρατόπεδον και επροχώρησαν εις το
            κέντρον. Εκεί φθάσαντας τους ενόησαν οι όπισθεν Τούρκοι και
            ανεκραύγασαν· εταράχθησαν όλοι οι εχθροί επί τη κραυγή, έπεσαν
            εις αταξίαν, και έντρομοι διά το απροσδόκητον, και
            υποπτεύοντες νυκτομαχίαν, οι μεν έτρεχαν υπό της μιας σκηνής
            εις την άλλην, οι δε ετουφέκιζαν μη ηξεύροντες ποίον, και
            άλλοι παρεμέρουν εις ασφάλειάν των. Εν τούτοις οι Έλληνες
            ώδευαν εν μέσω του εχθρικού στρατοπέδου, προσέχοντες μη
            εμπλεχθώσιν υπό το σκότος εις τα σχοινία των σκηνών.
            Εξεπλάγησαν οι έγκλειστοι ακούσαντες ταραχή και τουφεκισμούς
            εν τω εχθρικώ στρατοπέδω, διότι ο προς αυτούς σταλείς
            γραμματοφόρος, φοβηθείς, δεν υπήγεν εις το χωρίον· δράξαντες
            δε τα όπλα παρετάχθησαν εις μάχην. Εν τοσούτω διέβησαν οι περί
            τον Καραϊσκάκην δι' όλου του στρατοπέδου, και εισήλθαν εις
            Δίστομον σώοι και αβλαβείς, εκτός ενός εις τα σχοινιά των
            σκηνών περιπλεχθέντος και την επαύριον φονευθέντος. Η τόσον
            επικίνδυνος, αλλά και τόσον ευτυχής νυκτερινή αύτη εκστρατεία,
            δεικνύει την αξίαν του Καραϊσκάκη.

            Μετά δε την εις το χωρίον είσοδον των περί αυτόν εγίνοντο καθ'
            ημέραν ακροβολισμοί. Οι Έλληνες εφρούρουν το παρακείμενον
            Στείρι. Τινές των εκεί ιδόντες ζώα των εχθρών βόσκοντα μακράν
            του εχθρικού στρατοπέδου, έτρεξαν την 31 εις αρπαγήν των·
            εξώρμησαν οι πλησιέστεροι Τούρκοι προς καταδίωξιν των αρπάγων,
            έτρεξαν πολλοί Έλληνες εις υπεράσπισιν και ετουφεκίσθησαν·
            ακουσθέντος του τουφεκισμού, εκινήθησαν τα στρατόπεδα
            αμφοτέρων των μερών, και ούτω συνήφθη μάχη. Μεταξύ των
            πολεμούντων Τούρκων και Ελλήνων έκειντο δύο λόφοι και οι δύο
            αμφίπεδοι· οι Έλληνες κατέλαβαν αυτούς και επολέμουν ευτυχώς·
            αλλ' αίφνης ήκουσαν ήχον στρατιωτικών τυμπάνων, και είδαν
            στρατιώτας φορούντας ευρωπαϊκήν ενδυμασίαν, βαστώντας
            λογχοφόρα όπλα και βαδίζοντας βήμα τακτικόν. Οι επιφανέντες
            ούτοι ήσαν λείψανα δύο τακτικών ταγμάτων εκ των εν
            Κωνσταντινουπόλει συγκροτηθέντων μετά την καταστροφήν των
            γενιτσάρων. Πεντακισχίλιοι ήσαν οι συγκροτούντες τα δύο ταύτα
            τάγματα ότ' εξεστράτευσαν· αλλά πεντακόσιοι απελείφθησαν εξ
            αιτίας της καθ' οδόν λειποταξίας. Η απροσδόκητος αύτη και
            νεοφανής επικουρία, διότι πρώτην φοράν εφαίνετο τακτικόν υπό
            σημαίαν τουρκικήν εν Ελλάδι, εφόβισε τους Έλληνας και τους
            έτρεψεν εις φυγήν· οι δε Τούρκοι θαρρυνθέντες κατεδίωξαν τους
            εχθρούς των μέχρι του Διστόμου· αλλά, χάρις εις την ανδρίαν
            και την περί τας μάχας εμπειρίαν του Καραϊσκάκη, δεν έπαθαν οι
            Έλληνες όσην ζημίαν άλλως θα επάθαιναν· δύο μόνον εφονεύθησαν,
            έξ επληγώθησαν, και είς ηχμαλωτίσθη, ο Γριβογεώργης, όστις
            μετά τινα καιρόν εδραπέτευσεν· εκινδύνευσε και ο Καραϊσκάκης
            και επληγώθη ελαφρώς εις την δεξιάν.
Φεβρουάριος Την 3 Φεβρουαρίου εκίνησαν μόνοι οι τακτικοί κατά των Ελλήνων.
            Θαύματα επροσδόκων οι άτακτοι Τούρκοι, αλλ' ώδινεν όρος και
            έτεκε μυν. Οι τακτικοί, μηδέν γενναίον πράξαντες,
            οπισθοδρόμησαν χλευαζόμενοι παρά των προ ολίγου θαυμαζόντων
            αυτούς. Την δε 5 έπεσαν οι Έλληνες επί τους εχθρούς διά νυκτός
            απροσδοκήτως και τους έβλαψαν μεγάλως. Οι εχθροί βλέποντες,
            ότι εβλάπτοντο μάλλον ή έβλαπταν, και φοβούμενοι μη εξ αιτίας
            του χειμώνος πάθωσιν όσα έπαθαν οι κατά την Αράχωβαν,
            ακούσαντες δε ότι εξήρχοντο και άλλοι Έλληνες, διέλυσαν την
            νύκτα της 6 το στρατόπεδον, και φεύγοντες έντρομοι
            εγκατέλειψαν τροφάς, σκηνάς, πολεμεφόδια και το μόνον παρ'
            αυτοίς επί της εκστρατείας κανόνι· άφησαν και οι εν Σαλώνοις
            εχθροί το φρούριον και έφυγαν φοβηθέντες εφόρμησιν των
            Ελλήνων· έφυγαν κυριευθέντες υπό πανικού φόβου και οι
            φρουρούντες την Δαύλιαν και την Ιερουσαλήμ, έφυγαν καί τινες
            άλλοι, εκ Ναυπάκτου διαβιβασθέντες εις το παράλιον των Σαλώνων
            επί υποθέσει ότι φίλοι κατείχαν την πόλιν εκείνην· ώστε από
            του αμβρακικού κόλπου μέχρι των Αθηνών δεν εφαίνετο, αρχομένου
            του φεβρουαρίου, οθωμανική σημαία ειμή εντός των παραθαλασσίων
            και ωχυρωμένων πόλεων Βονίτσης, Μεσολογγίου και Ναυπάκτου· τας
            δε κατά τα διάφορα άλλα μέρη της στερεάς Ελλάδος τουρκικάς
            φρουράς αντικατέστησαν ελληνικαί.

            Εν ώ δε διήρκει η εκστρατεία του Καραϊσκάκη, οι εν τη
            ακροπόλει δεν έπαυαν μηνύοντες, ότι δεν εδύναντο ν' ανθέξωσι
            περαιτέρω, και επεκαλούντο την συνδρομήν των έξω εις απαλλαγήν
            των. Ο δε αναδεχθείς την περί συμβιβασμού Ελλήνων και Τούρκων
            μεσιτείαν πρέσβυς της Αγγλίας ουδ' εκείνος έπαυε γράφων, ότι,
            αν έπιπτεν η ακρόπολις, εξηρείτο παντός συμβιβασμού όλη η
            στερεά Ελλάς, ως όλη δουλωθείσα. Τα αίτια ταύτα ηνάγκασαν την
            κυβέρνησιν, εν ώ ο Καραϊσκάκης απησχόλει μακράν των Αθηνών
            χιλιάδας εχθρών, ν' ασχοληθή εις την κατ' ευθείαν λύσιν της
            πολιορκίας της ακροπόλεως.

            Πρό τινων εβδομάδων είχε φθάσει εις Ελλάδα ο εν Γαλλία εντίμως
            υπηρετήσας συνταγματάρχης Μπούρμπαχης, Κεφαλλήν, επί σκοπώ να
            υπηρετήση την κοινήν πατρίδα. Ούτος, στρατολογήσας αδεία της
            κυβερνήσεως και διά των φιλελληνικών βοηθημάτων 800
            στρατιώτας, εστράτευσε, λήγοντος του δεκεμβρίου, προς
            ενδυνάμωσιν του κατά την Ανατολικήν Ελλάδα Στρατοπέδου του
            Καραϊσκάκη· αλλά διαταγή της κυβερνήσεως μετέβη εις Ελευσίνα,
            όπου εστρατοπέδευεν ο Βάσσος.
Ιανουάριος  Μεσούντος δε του Ιανουαρίου, μετέβη εκεί και ο Παναγιώτης
            Νοταράς μετά 1200 μισθωτών και συνεπαρχιωτών του, ώστε το
            στρατόπεδον εκείνο συνεπληρώθη εις 3000· συνήχθησαν και εις
            Σαλαμίνα κατά διαταγήν της κυβερνήσεως 1900 υπό τον Ιωάννην
            Νοταράν, τον Μακρυγιάννην και τον Καλλέργην, και 400 τακτικοί
            υπό τον ταγματαρχών Ιγγλέσην, εν οίς καί τινες ιππείς άνιπποι.

            Την νύκτα της 21 εξεστράτευσαν οι εν Ελευσίνι και μετά
            τετράωρον οδοιπορίαν έφθασαν εις Χασιάν, και την αυγήν
            εκίνησαν οι πλείστοι προς το Μενίδι, όπου ήτο φρουρά τουρκική·
            και ολίγοι μεν αυτών υπήγαν πλησίον του χωρίου, οι δε λοιποί,
            μείναντες όπισθεν αυτών, εκρύβησαν καραδοκούντες. Οι Τούρκοι,
            ιδόντες τους ολίγους και αγοούντες ότι ήσαν και άλλοι αφανείς,
            εξήλθαν και τους εδίωκαν· αλλά πεσόντες μετ' ολίγον εις το
            μέσον των πολλών και προσβληθέντες ετράπησαν και εκλείσθησαν
            εν τη εκκλησία του Μενιδίου. Τρέχοντες δε και οι καταδιώκοντες
            αυτούς Έλληνες κατόπιν αυτών, εισήλθαν και ούτοι εις το αυτό
            χωρίον, αλλά, μη δυνηθέντες να κυριεύσωσι την εκκλησίαν,
            ανεχώρησαν, εσπέρας γενομένης, εις Χασιάν.

            Την δε 24, γ' ώραν της νυκτός, απέπλευσε το εν Σαλαμίνι
            στράτευμα υπό τας διαταγάς όλον του φιλέλληνος Γόρδωνος, και
            τα μεσονύκτιον έφθασεν εις Φάληρον· είχε δε εις υπηρεσίαν του
            την Καρτερίαν, τρία βρίκια πολεμικά, πέντε κανονοφόρους, και
            έν μίστικον· είχε και πυροβολοστιχίαν εκ 15 κανονίων 3 μέχρι
            14 λίτρων ολκής υπό την διεύθυνσιν 25 φιλελλήνων και 50
            Ψαριανών, όλων εμπείρων πυροβολιστών. Διακόσιοι Τούρκοι
            κατείχαν καθ' όλον εκείνο το παραθαλάσσιον μίαν και μόνην
            θέσιν, το μοναστήριον του αγίου Σπυρίδωνος· διά τούτο οι
            φθάσαντες εις το Φάληρον απέβησαν ανενοχλήτως αυτονυκτί και
            κατέλαβαν την άνωθεν του λιμένος της Μουνυχίας Καστέλλαν, την
            αυτήν θέσιν, ην και οι Λακεδαιμόνιοι επί του πελοποννησιακού
            πολέμου, και ο Θρασύβουλος επί των τριάκοντα τυράννων, και οι
            διάδοχοι του Αλεξάνδρου κατέλαβαν εις κυρίευσιν των Αθηνών.
            Πριν δε φωτίση, περιετάφρευσαν την θέσιν, και έστησαν 5
            κανόνια δεξιόθεν. Οι δε εν τη ακροπόλει ιδόντες αυτούς και
            πλησθέντες χαράς και ελπίδων επανηγύρισαν κανονοβολήσαντες.
            Την επαύριον εκίνησαν οι αποβάντες εις κυρίευσιν του
            μοναστηρίου, μετέπλευσε και η Καρτερία εκ 

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/39069