Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

by Spyridon Trikoupes · Greek · Gutenberg #38765 · 792,962 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Γ

Author: Spyridon Trikoupes


        
Release date: February 4, 2012 [eBook #38765]
                Most recently updated: January 8, 2021

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/38765

Credits: Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
        his major work in proofreading.


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉΣ ΕΠΑΝΑΣΤΆΣΕΩΣ, ΤΌΜΟΣ Γ ***




Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.





Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Bold words are included in &; words in italics in _.
In various places the book had in the margin the notation of the
month that the event took place.  I have placed the month within
brackets, somewhere near the notation, starting a new paragraph.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &, ενώ λέξεις με
ιταλικούς χαρακτήρες σε _. Σε διάφορα μέρη, στο περιθώριο, το
βιβλίο είχε την ένδειξη του μήνα του γεγονότος. Έβαλα την ένδειξη
κάπου κοντά στην ένδειξη του περιθωρίου, ξεκινώντας κάθε φορά
καινούργια παράγραφο.




ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ




ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ


ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ


ΕΠΙΘΕΩΡΗΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΥΠ' ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ





ΤΟΜΟΣ Γ'.


             _«Καλλίστην παιδείαν ηγητέον προς αληθινόν βίον
           την εκ της πραγματικής ιστορίας περιγιγνομένην εμ-
              πειρίαν· μόνη γαρ αύτη χωρίς βλάβης από παντός
            καιρού και περιστάσεως κριτάς αληθινούς αποτελεί
                                               του βελτίονος.»

                                         Εκ των του ΠΟΛΥΒΙΟΥ._



ΕΚΔΟΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ «ΩΡΑΣ»

1888




ΠΙΝΑΞ




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'.

Θάνατος του Δράμαλη και τελευταία παθήματα των εν τη Κορινθία
απομειναρίων του υπ' αυτόν στρατού.  — Πολιτική κατάστασις της
Ελλάδος και της Τουρκίας.  — Στάσις των γενιτσάρων και πτώσις του
Χαλέτ-εφέντη και των ομοφρόνων του.  — Τα περί του
τουρκοπερσικού πολέμου.  — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας και η
περί αυτών γνώμη των άλλων αυλών.  — Διάθεσις των εις Βερώνην
συνελθόντων προς την Ελλάδα και την Τουρκίαν και αποστολή προς
αυτούς και τον Πάπαν ελληνικής πρεσβείας.  — Μεταβολή επί το
ευμενέστερον της αγγλικής πολιτικής, υπουργήσαντος του Γεωργίου
Κάννιγγος, και πολιτική των άλλων αυλών.  — Επιθεώρησις της πρώτης
κυβερνητικής περιόδου . . 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'.

Συγκρότησις της δευτέρας των Ελλήνων εθνικής συνελεύσεως. —
Μετάβασις του νέου βουλευτικού εις Τριπολιτσάν  — Νέαι διαιρέσεις.
— Έκπλους του οθωμανικού στόλου.  — Κατορθώματα των Ψαριανών κατά
την μικράν Ασίαν.  — Εισβολή εις την Ανατολικήν Ελλάδα υπό τον
Ισούφπασαν Μπερκόφτσαλην.  — Καταστροφή του κατά την Εύβοιαν και
καθ' όλην την Θετταλομαγνησίαν ελληνικού αγώνος . . 26

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'.

Μετάβασις των μελών του νομοτελεστικού, των μεν εις Σαλαμίνα των
δε εις Πάτρας. — Τα περί προεδρίας του βουλευτικού και μετάβασις
αυτού εις Σαλαμίνα.  — Εισδρομή των εχθρών εις Αττικήν και
αναχώρησις αυτών.  — Επάνοδος του νομοτελεστικού και του
βουλευτικού εις Πελοπόννησον . . 38

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'.

Εκστρατεία υπό τον πασάν της Σκόδρας Μουσταήν εις Δυτικήν Ελλάδα.
— Άφιξις Κωνσταντίνου Μεταξά εις Μεσολόγγι ως γενικού επάρχου.  —
Κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος και τα περί συνοικισμού Σουλιωτών
εν Ζαπαντίω.  — Ο Μάρκος Μπότσαρης σχίζει το δίπλωμα της
στρατηγίας του.  — Απόβασις εχθρών εις Γαλατάν και αποτυχία αυτών.
— Εφόρμησις νυκτερινή Σουλιωτών εις το εν Καρπενησίου εχθρικόν
στρατόπεδον και θάνατος Μάρκου Μπότσαρη.  — Μάχη Καλιακούδας και
θάνατος Ζηγούρη Τσαβέλλα και Νικολού Κοντογιάννη.  — Πολιορκία
Ανατολικού και λύσις αυτής.  — Άφιξις Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι
ως γενικού διευθυντού.  — Παράδοσις Κορίνθου. Εκστρατεία εις
Εύβοιαν υπό τον Οδυσσέα . . 44

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'.

Στρατόπεδον Πατρών — Ρήξις νομοτελεστικού και βουλευτικού.  —
Καθαίρεσις του υπουργού Περούκα και του νομοτελεστού Μεταξά.  —
Εμφύλιοι ταραχαί και συγκρούσεις. — Το βουλευτήριον πατείται υπό
στρατιωτικής δυνάμεως εν Άργει και οι βουλευταί μεταβαίνουν εις
Κρανίδι.  — Νέον νομοτελεστικόν.  — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας
καθ' όλον το έτος . . 56

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'.

Ανάπλους του οθωμανικού στόλου εις Κωνσταντινούπολιν. — Έκπλους
του ελληνικού.  — Ναυμαχία.  — Τα περί Κρήτης καθ' όλην την
αρμοστείαν του Τομπάζη . . 64

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'.

Εξωτερικόν δάνειον.  — Γερμανικός λεγεών εις αντίληψιν της
Ελλάδος.  — Φιλελληνικαί εταιρίαι.  — Συνθήκη εις ανόρθωσιν του
τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ.  — Άφιξις του λόρδου
Βύρωνος και του συνταγματάρχου Στάνωπος εις Ελλάδα.  — Απόπειρα
εις άλωσιν Κορώνης.  — Διάλυσις του εν Ευβοία ελληνικού
στρατοπέδου . . 76

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΗ'.

Τα δύο νομοτελεστικά.  — Εμφύλιος πόλεμος. — Διαγωγή του Βύρωνος
εν Μεσολογγίω και αποβίωσις αυτού.  — Καταδίκη του Καραϊσκάκη ως
επιβούλου.  — Τα κατά την Ανατολικήν Ελλάδα.  — Παράδοσις Ναυπλίου
και είσοδος της νέας κυβερνήσεως . . 83

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΘ'.

Αποστολή μέρους των δανείων εις Ελλάδα.  — Έκπλους του οθωμανικού
στόλου. — Σχέδια του σουλτάνου και του σατράπου της Αιγύπτου
Μεχμέτ-Αλή εις αναδούλωσιν όλης της Ελλάδος. — Καταστροφή Κάσσου
και Ψαρών. — Νίκαι κατά θάλασσαν των Ελλήνων παρά την Σάμον και
ματαίωσις των κατ' αυτής κινημάτων.  — Εκστρατείαι κατά την
στερεάν Ελλάδα και μάχη της Άμπλιανης.  — Πολεμικά κινήματα εν
Πελοποννήσω . . 99

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ν'.

Αιγύπτιος εκστρατεία υπό τον Ιβραήμπασαν και ευόδωσις αυτής εις
Κρήτην. — Αι επί της εκστρατείας ταύτης ναυμαχίαι. Φροντίς της
ελληνικής κυβερνήσεως περί τακτοποιήσεως της κατά ξηράν και κατά
θάλασσαν υπηρεσίας.  — Έναρξις της γ' κυβερνητικής περιόδου.  —
Δωρήματα Βαρβάκη.  — Φιλανθρωπική Εταιρία εν Ελλάδι . . 120

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΑ'.

Δεύτερος εμφύλιος πόλεμος.  — Χαρακτήρ αυτού και του πρώτου.  —
Συνέλευσις της Δυτικής Ελλάδος εν Ανατολικώ . . 131

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΒ'.

Εξωτερική πολιτική ως προς την Ελλάδα  — Συνδιαλέξεις εν
Πετρουπόλει των αντιπροσώπων των πέντε Δυνάμεων περί του ελληνικού
ζητήματος, και σχίσμα Αγγλίας και Ρωσσίας . . 140

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΓ'.

Σχέδια της ελληνικής κυβερνήσεως κατά των εχθρών.  — Απόβασις του
Ιβραήμπασα εις Μοθώνην. — Εκστρατεία του Κουντουριώτου προέδρου
του νομοτελεστικού.  — Πολεμικά κατά ξηράν και θάλασσαν συμβάντα
και παράδοσις των Παλαιών Ναβαρίνων και του Νεοκάστρου.  —
Εμπρησμός εχθρικών πλοίων εν Μοθώνη. — Ναυμαχία παρά τον
Καφηρέα . . 145

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΔ'.

Αποτυχία της εκστρατείας Κουντουριώτου.  — Αμνηστία ανταρτών.  —
Μάχη κατά την θέσιν Μανιάκι.  — Κινήματα Ιβραήμη εις τα ενδότερα
της Πελοποννήσου και συγκρούσεις.  — Ο Χαμιλτών εν Ναυπλίω.  —
Παθήματα Ελλήνων και επάνοδος Ιβραήμη εις Μεσσηνίαν.  — Ο Φαβιέρος
αρχηγός του τακτικού.  — Κατορθώματα Ελλήνων.  — Ατυχής απόπειρα
εις άλωσιν Τριπολιτσάς. — Ανταλλαγή αιχμαλώτων.  — Απόπειρα
δολοφονίας Ιβραήμη . . 160

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΕ'.

Προδοσία Οδυσσέως.  — Αυτομόλησις προς τους Έλληνας και θάνατος
αυτού.  — Το σπήλαιόν του.  — Κινήματα Τούρκων κατά την Ανατολικήν
Ελλάδα. — Αναζωπύρησις του αγώνος κατά την Κρήτην. — Απόπειρα
εμπρησμού του εν Αλεξανδρεία εχθρικού στόλου . . 175

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΣΤ'.

Περί του δευτέρου δανείου και του λόρδου Κοχράνου.  — Αύξουσα
ευμένεια των λαών προς τον ελληνικόν αγώνα.  — Περί αναγορεύσεως
βασιλέως.  — Διάθεσις των μεγάλων Δυνάμεων προς την Ελλάδα και
σύστασις κομμάτων υπό ξένην ονομασίαν.  — Σχίσμα των μελών της
ιεράς συμμαχίας επί των εν Πετρουπόλει συνδιαλέξεων και λύσις της
συμμαχίας.  — Περί της αγγλικής προστασίας.  — Τα μεταξύ Ρωσσίας
και Τουρκίας.  — Αποβίωσις του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου.  — Σχέσεις
των αυλών προς αλλήλας επί της αποβιώσεώς του . . 189

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ'.

Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου.  — Περίοδος πρώτη . . 207

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΗ'.

Δευτέρα πολιορκία του Μεσολογγίου.  — Περίοδος δευτέρα . . 238

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΘ'.

Αποτυχία των εις άλωσιν της Τριπολιτσάς και της Καρύστου και εις
λεηλασίαν της Βηρυτού κινημάτων Ελλήνων.  — Εκστρατεία των υπό τον
Φαβιέρον τακτικών εις Εύβοιαν και αποτυχία αυτής.  — Καταστροφή
των γενιτσάρων και είσαξις της ευρωπαϊκής τακτικής εις την
στρατιωτικήν υπηρεσίαν του οθωμανικού κράτους . . 267






            ΙΣΤΟΡΙΑ
            ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ



            1822-1823

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΑ'



            &Θάνατος του Δράμαλη και τελευταία παθήματα των εν τη
            Κορινθία απομειναρίων του υπ' αυτόν στρατού — Πολιτική
            κατάστασιν της Ελλάδος και της Τουρκίας. — Στάσις των
            γενιτσάρων και πτώσις του Χαλέτ-εφέντη και των
            ομοφρόνων του. — Τα περί τουρκοπερσικού πολέμου. — Τα
            μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας και η περί αυτών γνώμη των
            άλλων αυλών — Διάθεσις των εις Βερώνην συνελθόντων προς
            την Ελλάδα και την Τουρκίαν και αποστολή προς αυτούς και
            τον Πάπαν ελληνικής πρεσβείας  — Μεταβολή επί το
            ευμενέστερον της Αγγλικής πολιτικής υπουργήσαντος του
            Γεωργίου Κάνιγγος, και πολιτική των άλλων αυλών —
            Επιθεώρησις της πρώτης κυβερνητικής περιόδου.&

            ΛΥΘΕΙΣΗΣ δε της πολιορκίας του Μεσολογγίου, τα ελληνικά
            πλοία παρεφύλατταν τον κορινθιακόν κόλπον, ώστε τα εν τη
            Κορινθία εχθρικά στρατεύματα πάλιν ελίμωτταν· ο δε
            επικρατών λοιμός εθέριζε δέκα και είκοσι καθ' ημέραν.
            Θύμα του λοιμού και της βαρυθυμίας του ίσως έπεσε περί τα
            τέλη νοεμβρίου (α) ο ατυχής Δράμαλης ακμαζούσης της
            ηλικίας του. Μετά δε την πτώσιν του Ναυπλίου η εν
            Κορινθία περαιτέρω διαμονή του εχθρικού στρατού ήτον
            ανωφελής, και εις αποφυγήν της παντελούς κατ' ολίγον
            φθοράς του διά τον ενσκήψαντα προ πολλού λοιμόν και την
            επισυμβάσαν εσχάτως πείναν απεφασίσθη να μεταβή εις
            Πάτρας προς αλλαγήν αέρος και εύρεσιν τροφών· και οι μεν
            επιζήσαντες πασάδες, αφήσαντες την αναγκαίαν φρουράν εν
            τη ακροκορίνθω, μετέβησαν μετά 1000 διά θαλάσσης εις
            Πάτρας,
Ιανουάριος  οι δε λοιποί, ως 3500, κατέλαβαν αφόβως και ανυπόπτως
            την 4 Ιανουαρίου την προς τας Πάτρας οδόν, όπου δεν ήσαν
            Έλληνες εις εμπόδιον της πορείας των ως άλλοτε· αλλ'
            έπαθαν εκ περιστάσεως όσα δεν έπαθαν εκ προνοίας των
            εχθρών.

            Αντεφέροντο πρό τινος καιρού ο Χαραλάμπης και οι
            συνεπαρχιώται του οπλαρχηγοί Πετμεζάδες περί επαρχιακών
            συμφερόντων και κατήντησαν εις φανεράν ρήξιν. Εκείναις
            ταις ημέραις ο Χαραλάμπης εστράτευσε μετά 500 επί τους
            Πετμεζάδας εστρατοπεδευμένους κατά το τμήμα των Χασών.
            Μαθών τούτο ο Ασημάκης Ζαήμης παρέλαβεν όσους εδυνήθη εκ
            του προχείρου και έτρεξεν όπως προλάβη, μεσολαβών
            ενόπλως, την αλληλομαχίαν. Διά τον αυτόν αξιέπαινον
            σκοπόν εκινήθησαν και ο Θεοχαρόπουλος και ο Σολιώτης.
            Καθ' ήν δε ημέραν συνήλθαν τα υπ' αυτούς στρατεύματα εις
            το υπερκείμενον των Καλυβίων της Ακράτας οροπέδιον,
            συνέπεσε να προχωρώσι προς τα κάτω οι ρηθέντες Τούρκοι,
            οίτινες, φθάσαντες εις τον ποταμόν, οι μεν επέρασαν οι δε
            απέμειναν, μήτ' αυτοί υποπτεύοντες ότι εφίσταντο Έλληνες,
            μήτ' εκείνοι ότι υφίσταντο Τούρκοι. Πέραν του ποταμού
            προς την Βοστίτσαν εν τη κάτω οδώ οι Έλληνες είχαν κτίσει
            κατά την εις Πελοπόννησον εισβολήν του Δράμαλη τοίχον, ον
            οι προχωρήσαντες έως εκεί Τούρκοι δεν έκριναν αναγκαίον
            να καταλάβωσιν αγνοούντες ότι παρεπορεύβοντο εχθροί. Αλλ'
            οι Έλληνες, ιδόντες απροσδοκήτως αυτούς, απεκοίμισαν τα
            πάθη των, ηνώθησαν, έτρεξαν ευθύς και κατέλαβαν τον
            τοίχον· κατέλαβαν συγχρόνως και την επί της πλευράς του
            παρακειμένου όρους στενήν δίοδον και την έφραξαν. Οι
            Τούρκοι ώρμησαν την 6 Ιανουαρίου ίνα την ανοίξωσιν, αλλ'
            απεκρούσθησαν καί τινες αυτών εφονεύθησαν· ώρμησαν και εκ
            δευτέρου, αλλ' έπαθαν και κατά την δευτέραν ορμήν ό,τι
            και κατά την πρώτην. Όχι δε ολιγώτερον των οπλαρχηγών
            εφάνησαν προκινδυνεύοντες οι πολιτικοί, ο γηραιός Ζαήμης
            και ο Χαραλάμπης. Οι Τούρκοι δις αποτυχόντες
            ωπισθοδρόμησαν και εκλείσθησαν εν τη περιοχή του
            ξενοδοχείου της Ακράτας μήτε πολεμούντες μήτε
            πολεμούμενοι. Μετά δύο δε ημέρας έφθασεν εκεί άλλη
            ελληνική δύναμις υπό τον Ανδρέαν Ζαήμην, τον Λόντον και
            τον Οδυσσέα μεταβάντας εκ Μεσολογγίου μετά την λύσιν της
            πολιορκίας της πόλεως εκείνης εις Πελοπόννησον και
            μαθόντας τα κατά την Ακράταν εν ώ ώδευαν προς το Άστρος·
            κατέλαβε δε η δύναμις αύτη τα νώτα. Οι δε τρισάθλιοι
            Τούρκοι μήτε να πολεμήσωσι πλέον ετόλμων, μήτε υπόσπονδοι
            να παραδοθώσιν ασφαλές ενόμιζαν· επέμεναν δε
            λιμοκτονούντες και σφάζοντες τους ίππους εις τροφήν αλλά
            και αι σάρκες των ίππων κατήντησαν μετ' ολίγον και αύται
            άχρηστοι δι' έλλειψιν ξύλων εις έψησιν· τόσω δε επείνων,
            ώστε οι εφιστάμενοι Έλληνες έβλεπαν τους μεν πίπτοντας
            κατά γης εν ώ επεριπάτουν, τους δε ανοίγοντας τα κρανία
            των και ροφώντας τον μυελόν. Τοιαύτη ελεεινή κατάστασις
            τους ηνάγκασε να έλθωσιν εις λόγους συμβιβασμού επί
            παραδόσει όπλων και παντός άλλου πράγματος, και επί
            ασφαλεία μόνης της ζωής (β). Αφ' ού δ' έγεινε γνωστή τοις
            εν Πάτραις η αθλία κατάστασίς των, απέπλευσεν ο υπό τον
            Ισούφην στολίσκος εις παραλαβήν των, αλλά δεν εδυνήθη να
            προσεγγίση την δυσπροσόρμιστον εκείνην παραλίαν διά την
            επικρατούσαν κακοκαιρίαν και επανέπλευσεν εις Πάτρας
            άπρακτος· απέπλευσε και δεύτερον ευδίας γενομένης,
            συγκείμενος εκ 15 πλοίων μικρών μεγάλων εν οίς και 3
            ευρωπαϊκά εμπορικά· υπό την σφοδράν δε κανονοβολήν του
            και υπό το αδιάκοπον πυρ των Ελλήνων παρέλαβε τους
            επιζήσαντας καθ' ην ώραν εσυνθηκολόγουν και τους
            μετέφερεν εις Πάτρας.

            Τοιούτον το τέλος της υπό τον Δράμαλην πολυκρότου
            εκστρατείας, ικανής προ ολίγου υποληφθείσης εις
            αναδούλωσιν της Πελοποννήσου.

            Αλλ' όσον ένδοξα και ευτυχή ήσαν τα κατορθώματα των
            Ελλήνων και κατά γην και κατά θάλασσαν, τόσον αθλία ήτον
            η πολιτική κατάστασίς των. Πολλαχού της Πελοποννήσου
            αντεφέροντο και αλληλομάχουν πολιτικοί και πολεμικοί περί
            εξουσίας. Κατά την Ανατολικήν Ελλάδα ο Οδυσσεύς κατέτρεχε
            μέχρι θανάτου τινά των μελών του Αρείου-πάγου και
            εθάρρυνε, ως είδαμεν, τους αντιπάλους της Αρχής εκείνης
            να την καταργήσωσι και αντικαταστήσωσιν άλλην παρά τας
            διατάξεις της εν Επιδαύρω συνελεύσεως και παρά γνώμην της
            κυβερνήσεως· ώστε το φθινόπωρον υπήρξαν εν τη Ανατολική
            Ελλάδι δύο Αρχαί, ή μάλλον ειπείν ουδεμία, κατατρέχουσαι
            αλλήλας και προσπαθούσαι να στηριχθώσιν η μία επί των
            ερειπίων της άλλης. Ο δε αδυσώπητος εχθρός του Αρείου-
            πάγου Οδυσσεύς όχι μόνον ήτο φανερά εναντίος της
            προστατευούσης την Αρχήν εκείνην κυβερνήσεως, αλλ'
            ηγωνίζετο και εις τελείαν ανατροπήν της. Η γερουσία της
            Δυτικής Ελλάδος διελύθη και αύτη μετά την εισβολήν του
            Βρυώνη, και αι επικρατούσαι διαιρέσεις και ζηλοτυπίαι
            μεταξύ των κατ' εκείνο το μέρος ισχυόντων ήσαν τόσον
            δειναί, ώστε είχαν σώσει, ως είδαμεν, αυταί μόναι τον
            εχθρικόν στρατόν από του παντελούς ολέθρου. Τα δε μεταξύ
            της πελοποννησιακής γερουσίας και της κυβερνήσεως ήσαν
            αθλιώτερα. Η μεν κυβέρνησις εφοβείτο τους αντιπάλους της
            επί της ξηράς και κατέφυγεν εις τα πλοία· η δε γερουσία
            ίσχυε και ενήργει δραστηρίως εν ταις επαρχίαις της
            Πελοποννήσου. Η κυβέρνησις, συναισθανομένη την
            εξηυτελισμένην ύπαρξίν της, επροσπάθησε να την
            καλυτερεύσει διά τινος συμβιβασμού μετά των αντιπάλων
            της, ων αρχηγός ήτον ο Κολοκοτρώνης· αλλ' οι δυνατοί
            αντίπαλοι εζήτουν ως αντίτιμον του συμβιβασμού την
            αυτοχειρίαν της, διότι απήτουν την έξωσιν μελών τινων του
            νομοτελεστικού καί τινων υπουργών. Έγειναν δε και
            απόπειραι συμβιβασμού της κυβερνήσεως και της
            πελοποννησιακής γερουσίας και επροβλήθη εξ αιτίας της
            παντοτεινής και δεινής συγκρούσεως των δύο τούτων Αρχών
            να καταργηθή η γερουσία, και συμπαραληφθώσι τα μέλη αυτής
            εν τη βουλή· και η μεν κυβέρνησις, ως αδύνατος,
            συνήνεσεν, αλλ' η γερουσία, ως δυνατή, απεποιήθη
            υποστηρίζουσα την αποποίησίν της δι' όλων των λόγων της
            νομιμότητος, ους παρείχαν όσα περί αυτής ενομοθέτησεν η
            εν Επιδαύρω συνέλευσις. Ο δε Κολοκοτρώνης,
            αντιπολιτευόμενος την κυβέρνησιν εξ αρχής της συστάσεώς
            της, έλαβεν εσχάτως αιτίαν σφοδράς αποστροφής ένεκα της
            αρχιστρατηγίας, ην τω απένειμε μεν η γερουσία, αλλά δεν
            επεκύρωσεν η κυβέρνησις, ίνα μη προξενήση νέας ταραχάς
            δυσαρεστούσα τον Πετρόμπεην λαβόντα άλλοτε την αξίαν
            ταύτην και προκαλέσαντα ήδη διαμαρτυρήσεις της Μάνης κατά
            του διορισμού του Κολοκοτρώνη. Εν τοσούτω, ο Κολοκοτρώνης
            και εκαλείτο και υπεγράφετο αρχιστράτηγος· μνησικακών δε
            προς την κυβέρνησιν την εθεώρησεν επί της πτώσεως του
            Ναυπλίου ως μη υπάρχουσαν, ενεργήσας αφ' εαυτού τα πάντα
            και διορίσας φρούραρχον τον Πλαπούταν συναινέσει μόνης
            της γερουσίας.

            Η δε βουλή αντεφέρετο και αύτη δεινώς προς τον πρόεδρόν
            της Υψηλάντην. Εκείνη τον εκάλει εις τα πλοία, και ούτος
            την εκάλει εις την ξηράν· ηπείθει ο Υψηλάντης εις τας
            διαταγάς της βουλής, αλλ' ωφέλει μεγάλως εν τη απειθεία
            του την πατρίδα προκινδυνεύων.

            Η δε κυβέρνησις διέμεινεν εν τοις πλοίοις από 6 Ιουλίου
            μέχρι 12 αυγούστου· έκτοτε ήρχισε να εξέρχεται εις τους
            Μύλους, και μετά 8 ημέρας μετέβη εις τα εν τω αργολικώ
            κόλπω Αγιαννήτικα Καλύβια, όπου συνήχθησαν καί τινα άλλα
            μέλη της βουλής απόντα· ανεχώρησε δε και εκείθεν την 1
            Οκτωβρίου και μετέβη εις Ερμιόνην (Καστρί) επί της
            πελοποννησιακής παραλίας αντικρύ της Ύδρας. Δεν έπαυσε δε
            η βουλευτική επιτροπή προσκαλούσα τα απόντα της βουλής
            μέλη και τον πρόεδρόν της· μη εισακουομένη δε παρ' αυτού
            κατήντησεν εις φανεράν ρήξιν και διεμαρτυρήθη. Επλησίαζε
            και το τέλος της ενιαυσίου κυβερνητικής περιόδου, και
            όλοι επεθύμουν μεταβολήν. Επεθύμει μεταβολήν και αυτή η
            κυβέρνησις διά τον εξευτελισμόν εις ον υπέπεσεν. Επ' αυτώ
            τούτω εξεδόθη νόμος την 9 νοεμβρίου περί εκλογής
            αντιπροσώπων και συγκαλέσεως αυτών περί τα τέλη του
            δεκεμβρίου όπου διέτριβεν η κυβέρνησις εις έναρξιν νέας
            βουλευτικής περιόδου και εις εγκατάστασιν νέου
            νομοτελεστικού. Επέστη η προθεσμία, αλλ' οι αντιπρόσωποι
            δεν συνήλθαν· εξεδόθη άλλος νόμος την 12 Ιανουαρίου
            νομιμοποιών την εξ ανάγκης παράτασιν της υπαρχούσης Αρχής
            μέχρι 15 Φεβρουαρίου και επιταχύνων την συνάθροισιν των
            αντιπροσώπων.
Ιανουάριος  Την δε 14 ο αντιπρόεδρος του νομοτελεστικού, ο
            φιλόπατρις και αφιλοκερδής Θάνος Κανακάρης, ο πρώην
            αβροδιαίτως και πολυτελώς ζων, μετέβη εις την άλλην ζωήν
            επι ψάθης αποθανών χάριν της πατρίδος του· τον διεδέχθη δε
            ως αντιπρόεδρος αυθημερόν ο Ορλάνδος. Την δε 18
            απεφάσισεν η κυβέρνησις να μεταβή εις Ναύπλιον και στήση
            εκεί προσωρινώς την έδραν της, και εξεδόθη περί τούτου
            νόμος. Την δε 22 ο Άρειος-πάγος, ούτινος αι τελευταίαι
            ημέραι ήσαν ημέραι οδύνης και σπαραγμού, έστειλε προς την
            κυβέρνησιν εκ Ξηροχωρίου, όπου διέτριβε, την παραίτησίν
            του. Πριν δε αναχωρήση η κυβέρνησις εις Ναύπλιον,
            εξέδωκεν η βουλευτική επιτροπή δύο ευχαριστήρια, το μεν
            προς τον πρόεδρον του νομοτελεστικού, Μαυροκορδάτον,
            επαινούσα τον πατριωτισμόν του, τας αρετάς του, τας προς
            την πατρίδα υπηρεσίας του και ιδίως την κατά την Δυτικήν
            Ελλάδα διαγωγήν του, το δε προς τον αρχιγραμματέα,
            Νέγρην, επαινούσα αυτόν ως πολλά μοχθήσαντα, ως δείξαντα
            διακαή ζήλον υπέρ του κοινού συμφέροντος, και ως
            αναδειχθέντα διά των υπηρεσιών του άξιον της ευνοίας και
            υπολήψεως του έθνους· τον εκήρυξε δε και «άξιον του
            καρπούσθαι πάντων των δικαιωμάτων των της ελευθέρας
            Ελλάδος Ελλήνων». Επειδή δε ουδέ κατά την δευτέραν
            προθεσμίαν συνήλθαν οι αντιπρόσωποι, παρετάθη και αύθις
            εξ ανάγκης διά νόμου ή διάρκεια της κυβερνήσεως.
Φεβρουάριος Την δε 6 φεβρουαρίου τα μέλη του νομοτελεστικού και
            της βουλευτικής επιτροπής επέβησαν εις το πλοίον,
            Πάραλον, και κατέπλευσαν την 9 εις τον λιμένα Ναυπλίου.
            Αλλ' ο Πλαπούτας δεν τα εδέχθη εν τη πόλει λέγων, ότι η
            εξουσία των έπαυσε, διότι έληξεν ήδη η κατά τον νόμον της
            Επιδαύρου ενιαύσιος κυβερνητική περίοδος. Η κυβέρνησις
            διέμεινεν εν τω πλοίω διαπραγματευομένη την εις την πόλιν
            είσοδόν της· αλλ', αφ' ού όλαι αι διαπραγματεύσεις της
            απέβησαν ανωφελείς, εμελέτησε να μεταβή εις Αίγιναν,
            εκάλεσεν εκεί τους νέους αντιπροσώπους εις έναρξιν της β'
            περιόδου και ειδοποίησε και τους απόντας βουλευτάς να
            συνέλθωσι και αυτοί εκεί. Αλλά, μεταβαλούσα γνώμην,
            μετέβη την 28 εις τα Αγιαννήτικα Καλύβια, όπου έστησε την
            έδραν της εκ νέου.
Μάρτιος     Συνελθόντων επί τέλους των απόντων μελών της βουλής,
            παρέδωκε την 17 μαρτίου η επιτροπή τα πρακτικά της κατά
            τον εν Άργει εκδοθέντα την 5 Ιουνίου νόμον, και
            επανέλαβεν όλον το βουλευτικόν τας εργασίας του· την δε
            επιούσαν διεκήρυξε πανδήμως την άκραν του ευαρέσκειαν δι'
            ην τα μέλη της βουλευτικής επιτροπής και της
            νομοτελεστικής Αρχής έδειξαν φρόνησιν και καρτερίαν κατά
            τας δεινάς περιστάσεις της πατρίδος, διασώσαντα την
            κυβέρνησιν από του πολιτικού κλύδωνος, εμποδίσαντα την
            αναρχίαν, φροντίσαντα περί κατευνασμού των εσωτερικών
            θορύβων, διατηρήσαντα αξιοπρεπώς τον εθνικόν χαρακτήρα
            προς τους έξω, φυλάξαντα την παρακαταθήκην των νόμων ως
            κόρην οφθαλμού, και πιστά φανέντα προς τας φιλελευθέρους
            αρχάς του συντάγματος. Την δε 24 διώρισεν επιτροπήν εκ
            βουλευτών προς εξέλεγξιν των πληρεξουσίων εγγράφων των
            νέων αντιπροσώπων. Τη αυτή ημέρα εγένετο και πράξις, δι'
            ης εδίδετο άδεια να στείλωσιν αι έξ μεγάλαι επαρχίαι
            Καρυταίνης, Μιστρά, Κορίνθου, Καλαβρύτων, Γαστούνης και
            Αρκαδίας ανά δύο αντιπροσώπους ανθ' ενός, ως έστελλαν
            μέχρι τούδε· πάσα δε φροντίς κατεβάλλετο προς ταχείαν
            έναρξιν των εργασιών των αντιπροσώπων.

            Και πολλήν υπόληψιν εντός του τόπου είχαν, και την
            απαιτουμένην ικανότητα έδειξαν τα πλείστα των συνιστώντων
            την κυβέρνησιν της α' περιόδου μελών. Αλλ' ό,τι την
            έρριψεν είναι ό,τι ρίπτει πάσαν κυβέρνησιν, όσον αξία και
            αν ήναι, η απορία. Άμισθοι και στρατιωτικοί και ναυτικοί
            και πολιτικοί ηπείθουν και δεν την εσέβοντο· η δε
            κυβέρνησις, μη ανεχομένη τας εκ της τοιαύτης καταστάσεως
            στρατιωτικάς καταχρήσεις, παρώργιζε τους καταχρωμένους·
            εφάνη όμως παντός επαίνου αξία διά τον θερμόν
            πατριωτισμόν της και τον ειλικρινή υπέρ του γενικού
            συμφέροντος ζήλον της. Εγκαταλελειμμένη εν μέσω κρισίμων
            περιστάσεων αντέταξεν άκραν καρτερίαν, διετήρησε την
            ύπαρξίν της μέχρι τέλους, αν και επί ψιλώ ονόματι, και
            υπό την ασθενή ασπίδα της απέκρυψεν οπωσούν την
            επικρατούσαν αναρχίαν. Και ταύτα μεν τα κατά την Ελλάδα
            τω καιρώ εκείνω.

            Η δε Τουρκία εκτός των εξωτερικών παθημάτων της έπαθε
            μεγάλα και εσωτερικώς.

            Εμελέτα από τινος καιρού ο σουλτάνος να διαλύση τα
            τάγματα των γενιτσάρων και συστήση τακτικά στρατεύματα. Η
            ανακάλυψις του σκοπού τούτου κατετάραξε τους γενιτσάρους,
            ων τάγματά τινα εστασίασαν περί τα τέλη του ραμαζανίου
            και έφεραν άνω κάτω την βασιλεύουσαν, επάτησαν οίκους και
            εργαστήρια, ήρπασαν γυναίκας και περιουσίας, έσφαξαν
            Χριστιανούς και Εβραίους, έσφαξαν και Τούρκους, ους
            υπώπτευαν εναντίους των, και εφόβιζαν και αυτάς τας
            υψηλάς Αρχάς. Αν και τα άλλα τάγματα των γενιτσάρων
            διέμειναν ήσυχα, ο τότε αρχιβεζίρης δεν έκρινε συνετόν να
            τα μεταχειρισθή κατά των στασιαστών, διότι υπώπτευεν, ότι
            όλοι είχαν τα αυτά φρονήματα, αλλά μετέφερεν εις
            Κωνσταντινούπολιν τα υπό τον Ιβραήμπασαν κατά τον
            Βουγιουκδερέν ασιανά στρατεύματα. Άναψε τότε δεινή
            αλληλομαχία υπό τους οφθαλμούς του σουλτάνου τρέμοντος μη
            υπερισχύσωσιν οι αποστάται και πάθη και αυτός· αλλ' επί
            τέλους υπερίσχυσαν οι ασιανοί, και έπνιξαν την στάσιν εν
            τω αίματι των στασιαστών. Διακόσιοι γενίτσαροι
            εφονεύθησαν κατά την αλληλομαχίαν εκείνην, πολλοί
            απεκεφαλίσθησαν μετά την μάχην, πάμπολλοι ερρίφθησαν εις
            την θάλασσαν, άλλοι εξωρίσθησαν εις Ασίαν, και αι φυλακαί
            όλαι της βασιλευούσης εγέμισαν. Έκτοτε το σώμα όλον των
            γενιτσάρων, το ατάραχον διαμείναν, έπνεεν εκδίκησιν κατά
            των υψηλών Αρχών, δι' ην έδειξαν τοις συναδέλφοις των
            υπέρμετρον σκληρότητα και διά την προς τους ιδίους αυτούς
            δυσπιστίαν και την χρήσιν άλλων στρατευμάτων κατά των
            στασιασάντων. Επειδή δε όσα συνέβησαν απεδίδοντο εις τον
            υπεραγαπητόν του σουλτάνου Χαλέτ-εφέντην, εψιθύριζαν
            πολλά εν πρώτοις κατ' αυτού οι γενίτσαροι, και μετ'
            ολίγον κατεβόων και αφόβως. Μεσούντος δε του Οκτωβρίου,
            υπέγραψαν οι εγκριτώτεροι αυτών αναφοράν προς τον
            σουλτάνον λέγουσαν, ότι ο Χαλέτ-εφέντης και οι οπαδοί
            του ήσαν οι αίτιοι όλων των απειλούντων την αυτοκρατορίαν
            κακών, και επεκαλούντο την πτώσιν αυτών. Φοβηθείς ο
            σουλτάνος εισήκουσε την αίτησίν των, και την 28 εκάθηρε
            τον αρχιβεζίρην και τον μουφτήν, ομόφρονας του Χαλέτ-
            εφέντη και τους αντικατέστησεν υπό φιλογενιτσάρων· εστάλη
            δε την επαύριον εξόριστος και ο Χαλέτης εις Προύσαν ο δε
            αρχικουρεύς του σουλτάνου και άλλοι αξιωματικοί του
            παλατιού εξωρίσθησαν εις Ασίαν ως χαλετίζοντες.
            Ευτυχήσαντες οι γενίτσαροι εν τη πρώτη των αιτήσει,
            εθρασύνθησαν έτι μάλλον, και απήτησαν να παραδεχθή ο
            σουλτάνος αντιπροσώπους αυτών εν τω συμβουλίω του·
            εισακουσθέντες και ως προς τούτο απήτησαν να θανατωθώσιν
            οι πρωταίτιοι της μελετωμένης καταστροφής του σώματός
            των· έγεινε και τούτο, και εις εξιλέωσίν των εστηλώθησαν
            επί των πυλώνων του παλατίου αι κεφαλαί του Χαλέτ-
            εφέντη, του αρχιβεζίρη, του αρχιτελώνου και άλλων. Η απλή
            και σύντομος αύτη διήγησις των συμβάντων αρκεί να δείξη
            ότι η εσωτερική κατάστασις της Τουρκίας ήτον επίσης αθλία
            ως και η της Ελλάδος, αν όχι και αθλιωτέρα.

            Διήρκει εν τούτοις ο τουρκοπερσικός πόλεμος, και η Πύλη
            είχεν αποστείλει την παρελθούσαν άνοιξιν προς τα όρια
            στρατεύματα· αλλ' οι Πέρσαι επρόλαβαν την εκστρατείαν
            της, επάτησαν εκ δευτέρου τα όριά της και εκυρίευσαν το
            Κάρσιον· ο δε διάδοχος του θρόνου εξεστράτευσεν εκ
            Ταυρίδος την 19 Ιουνίου, προσέβαλε καθ' οδόν τα προς τα
            όρια οδεύοντα τουρκικά στρατεύματα, τα έτρεψεν, επήρε τας
            σκηνάς των και όλην σχεδόν την αποσκευήν των και τα
            απώθησε προς την Εσερόν· εξ αιτίας δε του επιπεσόντος εις
            το στρατόπεδον θανατικού επανήλθεν εις Ταυρίδα. Αλλ' ο
            πόλεμος ούτος ήτον, ως προείπαμεν, μικρός, διότι μόλις
            απησχόλει δέκα ή δώδεκα χιλιάδων τουρκικόν στράτευμα.

            Εκτός δε των εσωτερικών και εξωτερικών τούτων
            δυστυχημάτων της Πύλης, επέσκηψαν και άλλα. Συνέβη την 17
            φεβρουαρίου φρικτή πυρκαϊά εν Κωνσταντινουπόλει·
            δωδεκακισχίλιαι οικίαι, οι στρατώνες, τα κανονοχυτεία και
            πολλά ζαμία εκάησαν και χιλιάδες οικογενειών εδυστύχησαν
            και επειδή η πυρκαϊά περιωρίσθη εντός της συνοικίας των
            Τούρκων, οι Τούρκοι εξέλαβαν το συμβάν ως θεομηνίαν.
            Ανήγγειλε δε καί τις σέχης, ότι, προσευχόμενος επί του
            τάφου του Μωάμεθ, είδε τον προφήτην, και έλαβεν εντολήν
            να ελέγξη πικρώς εξ ονόματός του τους πιστούς ως
            παραβάτας των θείων παραγγελμάτων του κορανίου, και ως εκ
            τούτου δυστυχούντας. Το όραμα τούτο έφερε μεγάλην
            αθυμίαν, και επειδή ωφέλει πολιτικώς η γνώσις αυτού, η
            Πύλη εφρόντισε να διαδοθή καθ' όλην την επικράτειάν της.
            Και ταύτα μεν τα κατά την Τουρκίαν.

            Κατ' εκείνον δε τον καιρόν δύο συστήματα αντεμάχοντο εν
            τη αυλή της Ρωσσίας· και τα δύο ήθελαν την διάλυσιν της
            τουρκικής αυτοκρατορίας, αλλά το μεν την ήθελε ταχείαν
            διά του πολέμου, το δε βραδείαν διά της φυσικής της
            αγωνίας· και το μεν φιλοπόλεμον αντεπροσώπευεν εν τω
            συμβουλίω ο Καποδίστριας, το δε φιλειρηνικόν ο
            Νεσελρόδος. Επί της ενάρξεως των ρωσσοτουρκικών διενέξεων
            άδηλον ήτο ποίον θα επεκράτει, διότι ο αυτοκράτωρ
            εταλαντεύετο· αλλ' ο φόβος μη διαλυθή η ιερά συμμαχία και
            θριαμβεύση το επαναστατικόν πνεύμα υπερίσχυσεν επί
            τέλους· και ο μεν φιλοπόλεμος Καποδίστριας, εντίμως
            πολιτευόμενος, απεμακρύνθη των αυτοκρατορικών συμβουλίων
            λόγω πασχούσης υγείας, απαξιών να υπηρετή προς ενίσχυσιν
            πολιτικής, ην απεδοκίμαζεν· ο δε αυτοκράτωρ εζήτει διά
            της συνδρομής των συμμάχων του ειρηνικήν εξίσασιν των
            προς την Πύλην διαφορών του. Επί τω σκοπώ τούτω εσχεδίασε
            πρωτόκολλον όπως απαιτήσωσιν αι Δυνάμεις εκ συμφώνου παρά
            της Πύλης την παντελή κένωσιν των ηγεμονειών, την
            επανόρθωσιν των εκεί πραγμάτων, την ειρήνευσιν της
            Ελλάδος και την είς τινα ρωσσικήν πόλιν αποστολήν
            πληρεξουσίου Τούρκου προς συνδιάσκεψιν μετά των
            πληρεξουσίων των Δυνάμεων. Επρόκειτο δε κατά το
            πρωτόκολλον το μεν βλαχομολδαυικόν ζήτημα να θεωρηθή ως
            ρωσσοτουρκικόν, το δε ελληνικόν ως ευρωπαϊκόν· ό,τι δε
            ωρίζετο περί του ελληνικού ν' ασφαλισθή υπό την εγγύησιν
            των μεγάλων Δυνάμεων· να διακόψωσι δε αύται τας προς την
            Πύλην σχέσεις των, αν παρηκούοντο, ή να κηρύξωσιν ότι
            δίκαιον είχεν η Ρωσσία ν' απαιτήση ενόπλως την παραδοχήν
            των προτάσεών της. Και η μεν Πρωσσία υπέγραψε το
            πρωτόκολλον τούτο ανεπιφυλάκτως, το υπέγραψε και η Γαλλία
            αλλ' υπό τον όρον της προσυπογραφής και των άλλων· η δε
            Αυστρία και η Αγγλία δεν προσυπέγραψαν· διέταξαν όμως
            τους εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις των να συστήσωσι τας
            ρωσσικάς προτάσεις. Άπασαι δε αι αυλαί ανεξαιρέτως
            εφάνησαν πρόθυμοι να στείλωσι πληρεξουσίους είς τινα
            ρωσσικήν πόλιν προς συνδιάσκεψιν, και ν' ασχοληθώσι και
            εις της Ελλάδος την ειρήνευσιν, περί ης εκοινοποίησε
            σχέδιόν τι ο Μεττερνίχος, προθέμενος δι' αυτού να
            κατασιγάση την Ρωσσίαν και παρατείνη διά των
            διαπραγματεύσεων τον οδυνηρόν αγώνα της Ελλάδος εις
            αναδούλωσίν της. Έστερξεν ο Αλέξανδρος ό,τι έπραξαν και
            εβουλεύθησαν οι σύμμαχοι επί των προτάσεών του και
            ενέδωκε να συνέλθωσιν οι πληρεξούσιοι εις Βιέννην, και
            συμπαραλαβόντες και τον της Πύλης, να μεταβώσιν εις την
            ρωσσικήν πόλιν Kommentez-Podolsky.

            Εν τούτοις, οι εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβεις ηγωνίζοντο
            κατά τας διαταγάς των αυλών να φέρωσι την Πύλην εις
            αίσθησιν του μεγάλου κινδύνου της· αλλ' αύτη όχι μόνον
            δεν ήθελε να κενώση την Βλαχομολδαυίαν, ή να διορίση τους
            αυθέντας των ηγεμονειών εκείνων, ή να μη ενοχλή το
            ρωσσικόν εμπόριον και να ενεργή κατά τους όρους των
            συνθηκών, αλλ' απήτει ανενδότως την παράδοσιν των εις την
            Ρωσσίαν προσφύγων και την εκπλήρωσιν του στ' άρθρου της
            συνθήκης του Βουκουρεστίου, καθ' ο ώφειλεν η Ρωσσία ν'
            αποδώση φρούριά τινα επί της εν Ασία οροθετικής γραμμής
            κατασχεθέντα επί του πολέμου και κρατούμενα· δεν
            εσυστέλλετο δε και να επαινή την προς την Ρωσσίαν
            μακροθυμίαν της. Μόλις δε την 4 ιουλίου ανήγγειλεν
            επισήμως ότι, επειδή ήλθεν η ώρα, διώρισε τους αυθέντας
            της Βλαχίας και Μολδαυίας, όχι όμως Έλληνας ως άλλοτε,
            αλλ' εντοπίους, τον Ιωάννην Στούρζαν της Μολδαυίας, και
            τον Γρηγόριον Γκίκαν της Βλαχίας. Η ενεστώσα πολιτική
            ανάγκη αρκούντως εδικαιολόγει τον τοιούτον νεωτερισμόν·
            αλλ' ο νεωτερισμός αντέβαινε προς τας μετά της Ρωσσίας
            συνθήκας, και ώφειλεν η Πύλη να ζητήση την συγκατάθεσίν
            της. Αλλά μηδέ καν να την προειδοποιήση ηξίωσεν· απήτει
            δε, δι' ου ανήγγελε τον διορισμόν εγγράφου της προς τους
            πρέσβεις, ως και άλλοτε, την παράδοσιν των προσφυγόντων
            εις την Ρωσσίαν Ελλήνων και την απόδοσιν των περί ων
            ανεφέραμεν φρουρίων. Αν δε και έγραψεν, ότι διέταξε την
            κένωσιν των ηγεμονειών, μέρος μόνον των στρατευμάτων της
            ανεκάλεσεν, ώστε ο τόπος δεν έπαυσεν υποφέρων τα
            πάνδεινα· και οι μεν αυθένται ήσαν διόλου ανίσχυροι εν
            ταις ηγεμονείαις των, οι δε ενδιατρίβοντες Τούρκοι και οι
            διοικούντες το Γιούργεβον, την Σιλιστρίαν και την Βραΐλαν
            πασάδες εξουσίαζαν πραγματικώς αυτάς. Παρώργισε δε η Πύλη
            την Ρωσσίαν και διά της εξής πράξεως, εν ώ αι Δυνάμεις
            κατεγίνοντο να την καταπραΰνωσι.

            Προ της επαναστάσεως δεν επετρέπετο ο μεταξύ της Μαύρης
            και της Άσπρης θαλάσσης διάπλους παντός πλοίου· διέπλεαν
            όμως ανεξετάστως υπό τινας προνομιούχους σημαίας όλων των
            επικρατειών τα πλοία. Μετά δε την επανάστασιν υποπτεύσασα
            η Πύλη ότι εναυτοπόρουν υπό τας προνομιούχους σημαίας και
            ελληνικά, διέταξε γενικήν νηοψίαν εις διάκρισιν των
            εχόντων και μη το προνόμιον του διάπλου. Επειδή καιρία
            ήτον η εντεύθεν βλάβη του εμπορίου της Μαύρης θαλάσσης,
            απήτησαν εντόνως οι πρέσβεις ελεύθερον τον διάπλουν ως
            και πρότερον, αλλά δεν εισηκούσθησαν· δεν εισηκούσθησαν
            μηδ' αιτήσαντες την αποστολήν πληρεξουσίου εις
            συνδιάσκεψιν. «Δεν καταδέχομαι», είπεν ο αγέρωχος
            σουλτάνος, «να υποβάλλω τα μεταξύ εμού και των ραγιάδων
            μου εις συζήτησιν και απόφασιν άλλων, αλλ' ουδέ δίδω
            πληρεξουσιότητα να συμβιβάση άλλος τας μεταξύ εμού και
            του αυτοκράτορος της Ρωσσίας διαφοράς». Τοιαύτη ήτον η
            διαγωγή της Πύλης προς την Ρωσσίαν και τας άλλας αυλάς
            ταις ημέραις εκείναις.

            Καθ' ον δε καιρόν οι εν Λαϋβάχη συνελθόντες σύμμαχοι
            διεχωρίσθησαν, απεφάσισαν να συνέλθωσι το ακόλουθον έτος
            και θεωρήσωσιν οποία η κατάστασις της Ιταλίας, και αν
            ήτον αναγκαία η περαιτέρω ενδιαμονή ξένων στρατευμάτων
            προς κατάθλιψιν του επαναστατικού πνεύματος. Αλλ' εν τω
            μεταξύ τούτω άλλα πολιτικά συμβάντα παρεμπεσόντα ήσαν
            άξια επίσης της προσοχής των. Τα πράγματα της Ισπανίας
            κατετάρατταν την γείτονά της Γαλλίαν, ήτις, φοβουμένη μη
            το επικρατούν εκεί πνεύμα διαδοθή και εις αυτήν, είχε
            διάθεσιν να το σβέση διά των όπλων εντός της Ισπανίας.
            Κατετάρατταν τας αυλάς και τα της Ελλάδος, όχι τόσον αυτά
            καθ' εαυτά, όσον διά τον πάντοτε εξ αιτίας αυτών
            επικείμενον τουρκορρωσικόν πόλεμον· διά τούτο επρόκειτο
            να συσκεφθώσι και περί αυτών. Αλλ', εν ώ άνακτες και
            υπουργοί απήρχοντο εις τον τόπον της συνελεύσεως, ο επί
            των εξωτερικών υπουργός της Αγγλίας, Λονδονδερρής,
            γνωστότερος υπό το όνομα Καστλερήχος, ο μέλλων ν'
            αντιπροσωπεύση την αυλήν του εν τη συνελεύσει, έγεινεν
            απροσδοκήτως αυτόχειρ, και το συμβάν τούτο ανέβαλε την
            έναρξιν των εργασιών της συνελεύσεως εις την 8 οκτωβρίου.

            Ουδέποτε κινήματα έθνους παρεξηγήθησαν τόσον όσον τα της
            Ελλάδος. Εθελοκακούντες ή εθελοτυφλώττοντες δεν έπαυαν
            κηρύττοντες οι σύμμαχοι παρρησία, ότι αι φλόγες της
            ελληνικής επαναστάσεως εκ της αυτής εχύθησαν εστίας, ήτις
            εφλόγισε και τας άλλας δύο ευρωπαϊκάς χερσονήσους· η δε
            ανακάλυψις ότι η φιλική εταιρία δεν είχε τι κοινόν προς
            τον καρβοναρισμόν, ούτινος και αυτό το όνομα ηγνοείτο εν
            Ελλάδι, τα δεινά και πολυειδή συμβάντα μέχρι τούδε, η
            έκτασις των ικετηρίων χειρών της Ελλάδος προς αυτούς, εν
            ώ αι δύο άλλαι επαναστατήσασαι χερσόνησοι τους
            απεστρέφοντο, η βεβαιότης ότι η Ελλάς έδραξε τα όπλα υπέρ
            χριστιανικής και ανεξαρτήτου μόνον υπάρξεως, και ότι, αν
            και δημοκρατουμένη, έστεργε να οργανισθή μοναρχικώς, δεν
            ήλλαξαν ποσώς την προς αυτήν αμείλικτον διάθεσιν της
            ιεράς συμμαχίας. Κωφή αύτη εις τας ελεεινάς φωνάς της
            ενώπιον των πρέσβεων της εξυβριζομένης εκκλησίας του
            Χριστού και της πασχούσης ανθρωπότητος, αφιλότιμος ως
            προς την παρρησία καταπατουμένην τιμήν των σημαιών της,
            ανεκτική ως προς τα βλαπτόμενα συμφέροντα των υπηκόων
            της, τυφλή και απαθής ως προς την καταστροφήν τόσων αθώων
            χριστιανικών λαών δεν έπαυσε να θεωρή την επανάστασιν της
            Ελλάδος ως τόλμημα ασύνετον και αξιόποινον. Η δυστυχής
            Ελλάς, αισθανομένη πόσον ψευδής ήτον η περί της
            επαναστάσεώς της ιδέα της Ιεράς συμμαχίας, και θέλουσα η
            αλήθεια να υπερισχύση του ψεύδους, έκρινεν ωφέλιμον,
            μαθούσα την συνέλευσιν των ανάκτων, να στείλη πρεσβείαν,
            ή, καθώς ταπεινοφρονούσα την ωνόμαζεν, ικεσίαν·
            παρήγγειλαν δε την αποστολήν της πρεσβείας ταύτης και
            διάσημοι ομογενείς εκτός της Ελλάδος. Η αποστολή
            απεφασίσθη, και μετά πολλάς συζητήσεις και λογομαχίας
            έπεσεν η ψήφος επί τον Ανδρέαν Μεταξάν, όστις και
            απέπλευσεν εις Αγκώνα την 18 σεπτεμβρίου φέρων δύο
            επιστολάς της κυβερνήσεως συντεθείσας παρά του εν
            υπηρεσία της Ρωσσίας φιλέλληνος Στούρζα, και
            επιγεγραμμένας την μεν προς όλους τους συνελθόντας
            άνακτας, την δε προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον· και η
            μεν προς τους άνακτας έλεγε τάδε.

            «Δεκαοκτώ μήνες παρήλθαν αφ' ού η Ελλάς μάχεται κατά των
            εχθρών του χριστιανικού ονόματος· όλαι αι δυνάμεις των
            Μωαμεθανών κατευθύνθησαν εναντίον της, και η ευρωπαϊκή
            Τουρκία, η Ασία και η Αφρική εξοπλίζονται αμιλλώμεναι
            προς αλλήλας διά να υποστηρίξωσι την σιδηράν χείρα την
            καταπιέσασαν τοσούτον χρόνον το ελληνικόν έθνος και
            τείνουσαν όλως εις το να το εξολοθρεύση. Αφ' ης ήρχισεν ο
            πόλεμος, ύψωσε την φωνήν η Ελλάς διά των νομίμων
            αντιπροσώπων της εξαιτουμένη την βοήθειαν, ή τουλάχιστον
            την ουδετερότητα των χριστιανικών Δυνάμεων. Την σήμερον
            δε ότε συνέρχονται εις την Ιταλικήν χερσόνησον οι δυνατοί
            διά να βάλωσιν εις τάξιν τα της Ευρώπης και συμβουλευθώσι
            πασιφανώς διά τα μεγάλα συμφέροντα της ανθρωπότητος, και
            ότε όλα τα έθνη προσμένουσιν απ' αυτούς την διατήρησιν
            της ειρήνης, την εγγύησιν του δικαίου των εθνών, και την
            διανομήν της δικαιοσύνης, η ελληνική κυβέρνησις ήθελε
            παραβή το χρέος της, αν δεν εξέθετε και αύθις εις τους
            αυγούστους συμμάχους μονάρχας την κατάστασιν της Ελλάδος,
            τα δίκαιά της και τας νομίμους επιθυμίας της, καθώς και
            την σταθεράν απόφασιν όλων των πολιτών της του να τύχωσι
            δικαιοσύνης από τας ανθρωπίνους Δυνάμεις, καθώς εύρον
            χάριν ενώπιον του ουρανίου Βασιλέως του διέποντος τα
            βασίλεια του κόσμου, ή ν' αποθάνωσιν όλοι χριστιανοί και
            ελεύθεροι. Ήδη εχύθησαν ποταμοί αιμάτων αλλ' η σημαία του
            σταυρού νικήτρια πανταχού κυματίζει εις την Πελοπόννησον,
            εις την Αττικήν, εις την Εύβοιαν, εις την Βοιωτίαν, εις
            την Ακαρνανίαν, εις την Αιτωλίαν, εις το μεγαλήτερον
            μέρος της Θεσσαλίας και της Ηπείρου, εις την Κρήτην και
            εις τας νήσους του Αιγαίου πελάγους. Τοιαύτας προόδους
            έκαμε το ελληνικόν έθνος, και αύτη είναι η κατάστασίς
            του, ώστε είναι πασίδηλον εις όλους τους έχοντας γνώσιν
            της Τουρκίας, ότι οι Έλληνες δεν ημπορούσι ν' αφήσωσι τα
            όπλα πριν κατακτήσωσιν ή πριν απολαύσωσι τας εγγυήσεις
            υπάρξεως χωριστής, ανεξαρτήτου και εθνικής, εις την
            οποίαν και μόνην θα εύρωσι την ασφάλειαν της λατρείας,
            της ζωής, της ιδιοκτησίας και της τιμής των· και αν η
            Ευρώπη διά να φυλάξη την ειρήνην συγκατατεθή να
            διαπραγματευθή με την οθωμανικήν Πόρταν επί σκοπώ του να
            συμπαραλάβη και το ελληνικόν έθνος εις το αυτό σύστημα
            της γενικής ειρηνοποιήσεως, η ελληνική κυβέρνησις σπεύδει
            να δηλοποιήση επισήμως διά της παρούσης, ότι δεν θέλει
            στέρξει καμμίαν συνθήκην, όσον και αν ήθελεν είναι
            ωφέλιμος κατ' επιφάνειαν, ει μη αφ' ού γείνωσι δεκτοί
            αντιπρόσωποι παρ' αυτού απεσταλμένοι διά να υπερασπισθώσι
            την υπόθεσίν του, να εκθέσωσι τα δικαιολογήματά του, και
            να καταδηλώσωσι τα δίκαιά του, τας ανάγκας του και τα
            προσφιλέστερα συμφέροντά του· αν δε παρά πάσαν ελπίδα
            ήθελεν απορριφθή η αίτησίς του, η παρούσα δηλοποίησις
            θέλει επέχει τόπον τακτικής διαμαρτυρήσεως, την οποίαν η
            Ελλάς ικετεύουσα υποβάλλει σήμερον εις τους πόδας του
            θρόνου της ουρανίου δικαιοσύνης, και την οποίαν
            χριστιανικός λαός διευθύνει θαρρούντως εις την Ευρώπην
            και εις την μεγάλην οικογένειαν της χριστιανωσύνης. Αν δ'
            εγκαταλειφθώσιν οι Έλληνες, όντες μεν αδύνατοι θα
            ελπίσωσιν εις τον Θεόν των δυνάμεων, αλλά καταρτιζόμενοι
            από την παντοδύναμον χείρα του δεν θέλουσι κλίνει τον
            αυχένα ενώπιον της τυραννίας όντες χριστιανοί και
            καταδιωκόμενοι, διότι εμείναμεν πιστοί εις τον Σωτήρα μας
            τον Βασιλέα και Κύριόν μας· θέλομεν δε υπερασπίσει έως
            ενός την εκκλησίαν του, τας εστίας μας και τους τάφους
            μας· είναι δε ευτυχία μας ή να καταβώμεν εις αυτούς
            ελεύθεροι και χριστιανοί, ή να νικήσωμεν καθώς άχρι τούδε
            ενικήσαμεν διά μόνης της θείας δυνάμεως του Κυρίου ημών
            Ιησού Χριστού, και διά της θείας του βοηθείας».

            «Εν Άργει την 29 αυγούστου έτους 1822, και β' της
            ανεξαρτησίας».

            Η δε προς τον αυτοκράτορα Αλέξανδρον επιστολή είχεν
            ούτως.

            «Τολμά η ελληνική κυβέρνησις να πλησιάση εις τον θρόνον
            της υμετέρας αυτοκρατορικής μεγαλειότητος διά να προσφέρη
            εις αυτήν την ευγνωμοσύνην του ελληνικού έθνους διά τας
            ευεργεσίας της· Βασιλεύ· εδώκατε άσυλον εις το κράτος σας
            προς τους δυστυχείς αδελφούς μας απειλουμένους από την
            εξολοθρευτικήν μάχαιραν του ασεβούς· η ανεξάντλητος
            αγαθότης της υμετέρας μεγαλειότητος, αφ' ού τους έσωσεν
            από τον θάνατον, παρατείνει και διατηρεί την ύπαρξίν των·
            το ένδοξον τούτο παράδειγμα εμιμήθησαν οι υπήκοοί της,
            τους οποίους ουράνιος δεσμός συνάπτει με ημάς. Όντες
            τέκνα της αυτής εκκλησίας έσπευσαν να βοηθήσωσι με ζήλον
            αδελφικόν τους συμπατριώτας μας, οίτινες εδεκατίσθησαν
            από την μάχαιραν, περιπλανώνται, καταδιώκονται από
            φοβεράς αναμνήσεις, και εφαίνοντο εγκαταλελειμμένοι ως
            και απ' αυτήν την ελπίδα. Αλλ' εκάματε και άλλο Βασιλεύ·
            απερρίψατε μεγαλοψύχως καταφρονήσαντες τας αξιώσεις των
            εχθρών μας, οίτινες, αφ' ού εμέθυσαν από ελληνικόν αίμα,
            ετόλμησαν ν' απαιτήσωσιν όσα θύματα διέφυγαν τον θάνατον.
            Αι ευλογίαι ενός ολοκλήρου έθνους, το οποίον είναι μεν
            έμπροσθεν του θανάτου πάντοτε, αλλ' είναι πιστόν εις την
            αληθινήν θρησκείαν, προσφέρονται εις την υμετέραν
            μεγαλειότητα από την ελληνικήν κυβέρνησιν εξ ονόματός
            του. Τα αισθήματα, τα οποία ενέσπειραν εις τους Έλληνας
            αι ευεργεσίαι των αυγούστων προκατόχων σας, και τα οποία
            διεδόθησαν από γενεάς εις γενεάν κατά κληρονομίαν,
            έγειναν ζωηρότερα και μας εμψυχόνουσιν όλους υπέρ του
            ιερού προσώπου της υμετέρας μεγαλειότητος· η ευγνωμοσύνη
            του ελληνικού έθνους δεν θα παύσει ει μη μετ' αυτού.
            Καταδέχθητε, Βασιλεύ, να το ενθυμηθήτε εις τοιαύτην
            δεινήν περίστασιν· και εν ώ σκέπτεσθε διά την τύχην τόσων
            εθνών μετά των συμμάχων σας, έχετε και την Ελλάδα και την
            Εκκλησίαν, της οποίας είσθε το στήριγμα, υπ' όψιν. Η
            Ελλάς οπλισθείσα υπό την σημαίαν του σταυρού έχει
            δικαίωμα να ελπίση ότι ο απόγονος τόσων ορθοδόξων
            μοναρχών, ο ελευθερωτής των κατά πολύν καιρόν
            καταθλιβομένων δεν θα θελήσει ποτέ την εξόντωσιν και την
            ατιμίαν της. Παρακαλούμεν τον Θεόν, Βασιλεύ, να φυλάττη
            την υμετέραν μεγαλειότητα υπό την αγίαν του σκέπην διά
            την ευτυχίαν της Ευρώπης και διά την δόξαν της αγίας ημών
            πίστεως».

            «Εν Άργει τη 29 αυγούστου 1822, και β' της ανεξαρτησίας».

            Και ταύτα μεν έγραφεν η ελληνική κυβέρνησις προς τους
            μονάρχας, ο δε φέρων τας επιστολάς Μεταξάς κατευωδώθη εις
            Αγκώνα την 12 οκτωβρίου· και επειδή έμελλε να καθαρισθή
            ημέρας ικανάς και αναμείνη εκεί τας των ανάκτων διαταγάς
            περί της περαιτέρω πορείας του, απέστειλε την μεν προς
            τον Αλέξανδρον δι' ιδιαιτέρας οδού, την δε προς όλους
            τους ανάκτας διά της αυλής της Ρώμης. Έσπευσεν ο
            αξιοσέβαστος Πίος, ο συμπαθής και προς τον χριστιανικόν
            αγώνα και προς τους καταφυγόντας εις την επικράτειάν του
            δυστυχείς Έλληνας, να δώση χείρα βοηθείας εις ευόδωσιν
            των σκοπών της ελληνικής πρεσβείας, συστήσας την
            επιστολήν τω παρά τη συνελεύσει αντιπροσώπω του καρδινάλη
            Σπίνα και ζητήσας δι' αυτού άδειαν της απελεύσεως του
            Μεταξά εις τον τόπον της συνελεύσεως. Αλλ', αν ο Πίος
            είχε τον χριστιανικόν ζήλον των επί των σταυροφοριών
            προκατόχων του, δεν είχεν επί των ηγεμόνων του καιρού
            του, ην οι προκάτοχοί του είχαν ισχύν επί των συγχρόνων
            αυτών· διό η μεσιτεία του ουδαμώς εισηκούσθη, και ο
            Μεταξάς ειδοποιήθη εν Αγκώνι μετ' ολίγας ημέρας παρά της
            αυλής της Ρώμης ότι απηγορεύετο η περαιτέρω πορεία του.

            Κατόπιν του Μεταξά έφθασαν εις Αγκώνα ο Π. Πατρών
            Γερμανός και ο Γεωργάκης Μαυρομιχάλης κομισταί προς τον
            Πάπαν της ακολούθου επιστολής.

            «Η ελληνική κυβέρνησις μαρτυρεί προς την υμετέραν
            αγιότητα την ευγνωμοσύνην της διά την οποίαν εδείξατε
            αγάπην εις τα τέκνα της Ελλάδος. Πολλοί συμπατριώται μας
            καταδιωγμένοι υπό των ασεβών και καταφυγόντες εις την
            επικράτειαν της υμετέρας αγιότητος μας εβεβαίωσαν ότι
            ηξιώσατε να τους υποδεχθήτε μ' ευαγγελικήν ευσπλαγχνίαν
            και προστασίαν όλως πατρικήν· αι αρεταί αύται της
            υμετέρας αγιότητος είναι συνήθεις· ο αποστολικός
            χαρακτήρ, τον οποίον εδείξατε εις τοιαύτην δεινήν
            περίστασιν, είναι γνωστός εις όλον τον χριστιανικόν
            κόσμον· και μ' όλον ότι τα έθνη της Ευρώπης διαιρούνται
            κατά διαφόρους λατρείας, όλα ηνώθησαν διά να θαυμάσωσι
            και εκθειάσωσι τας αρετάς ταύτας, αι οποίαι προξενούσι
            δόξαν εις την θρησκείαν και εις τον θείον αυτής
            θεμελιωτήν. Εκ τούτων δε θαρρυνόμεθα να διευθύνωμεν προς
            την υμετέραν αγιότητα την ταπεινήν μας ταύτην παράκλησιν.
            Εμάθαμεν ότι οι χριστιανοί μονάρχαι, εξ ών οι πλειότεροι
            υπάγονται εις την εκκλησίαν της οποίας η υμετέρα αγιότης
            είναι ο αρχηγός, θα συνέλθωσι διά να αποφασίσωσι περί των
            συμφερόντων της Ευρώπης. Αξιώσατε, αγιώτατε πάτερ, να
            μεσολαβήσητε υπέρ ημών διά ν' απαλλαγώμεν τέλος πάντων
            από την αθλίαν κατάστασιν εις την οποίαν μας κατεβύθησαν
            οι εχθροί του χριστιανικού ονόματος, βοηθούμενοι από τους
            βασιλείς της χριστιανωσύνης ότε αγωνιζόμεθα ν'
            αποσείσωμεν τον βάρβαρον και αισχρόν ζυγόν του ασεβούς·
            υπηνέγκαμεν ήδη πολύν καιρόν το μαρτύριον διά την πίστιν
            του Ιησού Χριστού. Τέσσαρας ήδη αιώνας εβαπτίσθημεν εις
            δάκρυα και εις αδικίας. Ας επιλάμψη τέλος και εις ημάς η
            ημέρα της ευτυχίας υπό την προστασίαν της υμετέρας
            αγιότητος. Η ημέρα αύτη θα χαραποιήσει όλους τους πιστούς
            και θα επισφραγίσει την δόξαν του Πίου. Η ευαίσθητος και
            γενναία ψυχή σας, αγιώτατε πάτερ, θα σας εμπνεύσει φωνάς
            πολύ παραπονετικάς υπέρ ημών, αι οποίαι θα κατανύξωσι τας
            καρδίας των χριστιανών βασιλέων, οίτινες άλλως τε είναι
            διατεθειμένοι ν' ανακουφίσωσι τα δεινά μας.

            «Θαρρούντες εις την αγαθότητα και εις τα φώτα της
            υμετέρας αγιότητος σας παρακαλούμεν, αγιώτατε πάτερ, να
            δεχθήτε το σέβας μας και την ευγνωμοσύνην μας και να μας
            χαρίσητε τας ευλογίας σας».

            «Εν Άργει τη 29 αυγούστου 1822, και β' της ανεξαρτησίας».

            Αναγνώσας ο Πάπας την επιστολήν ταύτην, απεποιήθη να δεχθή
            εν τη καθέδρα του τους απεσταλμένους, όχι εκ θελήσεως, αλλ'
            εξ αιτίας της αυστριακής επιρροής, εις ην υπέκειτο.
            Εσκόπευε δε ο Π. Πατρών να παρενείρη, κατ' εισήγησίν
            τινων των εν τοις πράγμασι, προς ευόδωσιν του πολιτικού
            σκοπού, την ένωσιν των εκκλησιών· αλλ' απαγορευθείσης της
            εις Ρώμην αναβάσεώς του, ουδέν είπε τοιούτον ουδ'
            ενήργησεν.

            Εξ αιτίας δε της κακής διαγωγής της Πύλης προς την
            Ρωσσίαν η υποψία του μεταξύ των δύο τούτων Δυνάμεων
            πολέμου ανησύχαζε πάντοτε τας άλλας. Επροσπάθουν αύται να
            εμβατεύσωσι τους διαλογισμούς του Αλεξάνδρου προ της
            ενάρξεως των συνεδριάσεων της συνελεύσεως. Ο Αλέξανδρος,
            όστις εθεώρει την διατήρησιν των αρχών της ιεράς
            συμμαχίας αξίαν πάσης πολιτικής θυσίας, και ήξευρεν ότι
            επί των ελληνικών πραγμάτων πολλοί δεν τον επίστευαν
            ειλικρινή προς αυτάς, δεν έκρυπτε τους διαλογισμούς του·
            και διατριβών εν Βιέννη επί της εις Βερώνην μεταβάσεώς
            του προς συγκρότησιν της συνελεύσεως, είπε τω πρώτω
            πληρεξουσίω της Γαλλίας Μοντμορενσή τα εξής· «Ούτ' άλλο
            ωφελιμώτερον, ούτ' άλλο καθ' όλην την Ρωσσίαν
            επιθυμητότερον είναι παρά τον κατά της Τουρκίας
            θρησκευτικόν πόλεμον. Παρέχει την ευκαιρίαν η επανάστασις
            της Ελλάδος· αλλ' ενόμισα ότι εν μέσω των ταραχών της
            Πελοποννήσου εφαίνετο το ανατρεπτικόν των κοινωνιών
            σημείον, και διά τούτο παρητήθην· τι δεν ενήργησάν τινες
            προς διάλυσιν της συμμαχίας; επροσπάθησαν να πειράξωσι
            την φιλοτιμίαν μου· με ύβρισαν παρρησία· δεν μ' εγνώριζαν
            βεβαίως αν υπέθεταν ότι κινούμαι υπό κενοδοξίας ή πάθους·
            όχι· ποτέ δεν θ' αποχωρισθώ των ανάκτων μεθ' ων
            συνεδέθην. Ας έχωσι και οι άνακτες την άδειαν να
            συμμαχώσι φανερά υπερασπίζοντες εαυτούς κατά των μυστικών
            εταιριών».

            Ταύτα είπεν ο Αλέξανδρος εν Βιέννη. Αλλ', αν και ακριβή
            φύλακα των όρων της ιεράς συμμαχίας τον απεδείκνυαν οι
            λόγοι του, γνώμη επεκράτει, ότι επροτίθετο ν' απαιτήση
            επί της προκειμένης συνελεύσεως την συνδρομήν των
            συμμάχων παρά τη Πύλη εις ημιαυτόνομον αποκατάστασιν της
            Ελλάδος. Η δε Αγγλία, θέλουσα να προλάβη την πρόθεσιν της
            Ρωσσίας, διέταξε τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της
            λόρδον Στραγγφόρδον ν' ασχοληθή εκ νέου εις ειρήνευσιν
            της Ελλάδος προς καθησύχασιν της Ρωσσίας. Ειρήνευσιν δε
            ενόουν τω καιρώ εκείνω και η Αγγλία και αι άλλαι αυλαί
            απλήν αμνηστείαν υπό την εγγύησιν ή επίβλεψιν αυτών.
            Απήντησεν η Πύλη επί τη προτάσει ταύτη, ότι δεν έπαυσε
            διατάττουσα τους υπαλλήλους της να πολιτεύονται
            φιλανθρώπως προς τους Έλληνας, και ότι εν διαστήματι
            τριών μηνών χιλιάδας των εν Κωνσταντινουπόλει Τούρκων,
            παρηκόων της διαταγής ταύτης, εξώρισε και πεντακοσίους
            εθανάτωσεν, αλλά κατ' ουδένα τρόπον και υπ' ουδένα τύπον
            εδέχετο ξένην παρέμβασιν μεταξύ αυτής και των υπηκόων
            της· κατέκρινε δε εις επήκοον του πρέσβεως της Αγγλίας
            την ρωσσικήν κυβέρνησιν ως πρωταίτιον των ταραχών.
            Ηγανάκτησεν ο Αλέξανδρος μαθών ότι δεν έπαυεν η Πύλη
            ενοχοποιούσα την κυβέρνησίν του δώσασαν τόσας εναργείς
            αποδείξεις της από του ελληνικού αγώνος αποστροφής της·
            εμέμφθη δε πικρώς και τον πρέσβυν της Αγγλίας, μεταβάντα
            εκ Κωνσταντινουπόλεως εις την συνέλευσιν, ως μη
            αποκρούσαντα την φανεράν ταύτην συκοφαντίαν· αλλά και εν
            τη περιστάσει ταύτη η μακροθυμία του Αλεξάνδρου ενίκησε
            την αγανάκτησίν του.

            Μεταβάντων δε των ανάκτων και των πληρεξουσίων εκ
            Βιέννης, όπου πρώτον συνήχθησαν, εις Βερώνην, και
            αρξαμένων εκεί των συνεδριάσεων, εγένετο λόγος και περί
            των μεταξύ της Πύλης και της Ρωσσίας διαφορών, και την 9
            νοεμβρίου ωρίσθη διά πρωτοκόλλου η παντελής και
            ανυπέρθετος από των τουρκικών στρατευμάτων κένωσις των
            ηγεμονειών, η κατ' ευθείαν κοινοποίησις της Πύλης προς
            την Ρωσσίαν του διορισμού των ηγεμόνων, ο μεταξύ των δύο
            κυβερνήσεων συμβιβασμός πάσης εμπορικής διαφοράς, ο
            ακώλυτος πλους παντός υπό πάσαν εμπορικήν σημαίαν πλοίου
            διά του Βοσπόρου, και η διά της φιλικής μεσολαβήσεως και
            υπό την εγγύησιν των αυλών απλή ειρήνευσις της Ελλάδος·
            συναπεφασίσθη δε να συνδεθώσιν εκ νέου αι μεταξύ Ρωσσίας
            και Τουρκίας διπλωματικαί σχέσεις πληρωθέντων των όρων
            τούτων· παραβλέψας δε και ο Αλέξανδρος το προς αυτόν
            πλημμέλημα του λόρδου Στραγγφόρδου, τον εδέχθη ευμενώς
            και τω ενεπιστεύθη την εν Κωνσταντινουπόλει
            διαπραγμάτευσιν των διαφορών του ειπών αυτώ, ότι τον
            εθεώρει ως ένα των υπουργών του.

            Αλλ' αρκούντα δεν εθεώρει ο Αλέξανδρος όσα ωρίσθησαν περί
            της ελληνοτουρκικής διαφοράς, και εν τοις εξής λόγοις του
            προς τον λόρδον Στραγγφόρδον, επανερχόμενον εις
            Κωνσταντινούπολιν, ανεκάλυψε τι διελογίζετο καθ' εαυτόν.
            «Είμαι πεπεισμένος»(είπεν) «ότι η κοινή γνώμη της Αγγλίας
            θ' αναγκάσει την κυβέρνησίν της ν' ασχοληθή σπουδαίως εις
            τα της Ελλάδος, και ότι το ελληνικόν ζήτημα θα θεωρηθή
            παρά του αγγλικού λαού όπως και το της ανθρωποεμπορίας·
            ένεκα τούτου, αντί να προβάλω εγώ τοις συμμάχοις μου
            σχέδιον εις βελτίωσιν της πολιτικής καταστάσεως της
            Ελλάδος, προτιμώ ν' αναμείνω το της αγγλικής αυλής.
            Χιμαιρική είναι η περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος ιδέα· ο
            έσχατος όρος της επιθυμίας μου είναι ν' απολαύση ο τόπος
            εκείνος κυβερνητικόν σύστημα όποιον επικρατεί εν Σερβία η
            εν Μολδοβλαχία».

            Η δε συνέλευσις τελειώσασα τας εργασίας της εξέδωκε την 2
            δεκεμβρίου εγκύκλιον περί ων εβουλεύθη, και εις μόνας τας
            αρχάς της ιεράς συμμαχίας αποβλέπουσα παρεμόρφωσεν ως
            προς τον ελληνικόν αγώνα την αληθή φύσιν των πραγμάτων
            κηρύξασα τα εξής.

            «Μέγα πολιτικόν συμβάν εξερράγη περί τα τέλη της
            τελευταίας συνελεύσεως [της εν Λαϋβάχη]. Ό,τι το
            ανατρεπτικόν των κοινωνιών πνεύμα ήρχισεν εν τη δυτική
            χερσονήσω, ό,τι εδοκίμασε να πράξη εν Ιταλία το
            κατώρθωσεν εν ταις ανατολικαίς εσχατιαίς της Ευρώπης.
            Καθ' ον καιρόν κατευνάσθησαν αι εν τοις βασιλείοις της
            Νεαπόλεως και της Σαρδηνίας στρατιωτικάί επαναστάσεις διά
            της δυνάμεως, ερρίφθη ο επαναστατικός δαυλός εν μέσω της
            οθωμανικής αυτοκρατορίας. Η σύμπτωσις των συμβάντων
            απέδειξεν ότι μία και η αυτή ήτον η αρχή των. Το αυτό
            κακόν, αναφαινόμενον πολλαχού, άλλα πάντοτε υπό τους
            αυτούς τύπους, αν και υπό διάφορα προσχήματα, επρόδιδε
            την κοινήν εστίαν όθεν προήχθη. Οι διευθύνοντες τα περί
            ων ο λόγος ήλπιζαν να εύρωσι την ευκαιρίαν να διασπείρωσι
            την διχόνοιαν εις τα συμβούλια των Δυνάμεων και
            ουδετερώσωσιν αυτάς, ας νέοι κίνδυνοι εκάλουν προς άλλα
            μέρη της Ευρώπης, αλλ' ηπατήθησαν. Οι άνακτες, έχοντες
            σταθεράν απόφασιν ν' απωθήσωσι την αρχήν της επαναστάσεως
            καθ' οποίον μέρος και εν οποία μορφή και αν εφαίνετο,
            έσπευσαν να την καταδικάσωσιν εκ συμφώνου· ασχολούμενοι
            δε αμεταθέτως εις το έργον της κοινής φροντίδος των
            αντέκρουσαν παν ό,τι εδύνατο να τους παρεκτρέψη της οδού
            των· αλλ' ακούοντες εν ταυτώ και την φωνήν της
            συνειδήσεως και του ιερού χρέους συνηγόρησαν υπέρ των
            θυμάτων ασυνέτου και εγκληματικού επιχειρήματος. Αι
            πολλαί και φιλικαί των πέντε αυλών προς αλλήλας
            διακοινώσεις διαρκούσης της εποχής ταύτης, μιας των
            σημαντικοτέρων της συμμαχίας των, έφεραν εις σύμπνοιαν
            όλας ως προς το ζήτημα της Ανατολής· απέκειτο δε εις την
            εν Βερώνη συνέλευσιν να καθιερώση και επιβεβαιώση τα
            ορισθέντα. Αι δε σύμμαχοι της Ρωσσίας αυλαί ελπίζουν ότι
            διά των κοινών προσπαθειών θα εξομαλυνθούν τα μέχρι τούδε
            εμπόδια εις ευόδωσιν των ευχών αυτών».

            Επικρατούσης δε της δυσμενεστάτης ταύτης προς τον
            ελληνικόν αγώνα διαθέσεως των συμμάχων, μέγιστον ευτύχημα
            εφάνη η μετά την αυτοχειρίαν του Λονδονδερρή απροσδόκητος
            ανύψωσις του Γεωργίου Κάννιγγος εις την υπουργικήν έδραν
            των εξωτερικών υποθέσεων της Αγγλίας. Η Αγγλία δεν ήτο
            μέλος της ιεράς συμμαχίας ουδ' ησπάζετο τας αρχάς της·
            αλλά το υπουργείον της, και ιδίως ο Λονδονδερρής, εν
            πολλοίς συνεταυτίζετο διά της πολιτικής του. Βροντώδη
            φωνήν αφήκεν επί του υπουργείου τούτου ο λόρδος Ερσκίνος
            έν τινι προς τον πρωθυπουργόν Λιβερπούλην επιστολή του
            υπέρ των δεινοπαθούντων Ελλήνων· θεσμοί συνήγοροί των
            εφάνησαν ταυτοχρόνως καί τινες των βουλευτών· πολλαί των
            εφημερίδων εφιλελλήνιζαν, αλλ' ουδείς ουδέν κατώρθωσε
            κωφευόντων των υπουργών. Ο δε Κάνιγγ, ούτινος το
            πολιτικόν δόγμα ήτο «πολιτική και θρησκευτική όλων των
            λαών ελευθερία», εδήλωσε κατ' αυτήν την ημέραν του
            διορισμού του, ότι επροτίθετο να τροπολογήση την
            εξωτερικήν πολιτικήν της πατρίδος του, διότι ερωτηθείς
            παρά του βασιλέως επί της πρώτης συνεντεύξεώς των, αν
            εσκόπευε να βαδίση την οδόν του προκατόχου του, απεκρίθη,
            «ο προκάτοχος μου αυτοχειρίσθη». Μόλις έφηβος και μαθητής
            του λυκείου εμυρολόγησε την δούλην Ελλάδα· η ωδή αύτη
            επιγραφομένη «η δουλεία της Ελλάδος» έδειξεν έκτοτε τον
            φιλελληνισμόν του. «Ω εξαισία μεταβολή» (έλεγαν οι
            τελευταίοι στίχοι της)· «τα τέκνα σου, ω Ελλάς, στενάζουν
            σήμερον υπό επονείδιστον ζυγόν· ουδείς τα παρηγορεί
            μοχθούντα, ουδείς τα κλαίει αποθνήσκοντα· καταναλίσκεται
            η αθλία ζωή των υπό τα έλκη της βαρείας κωπηλασίας, ή εν
            τοις σκοτεινοίς λατομείοις· η καταπληκτική τυραννία των
            Μωαμεθανών και η φρικώδης πομπή η περιστοιχούσα τον
            θρόνον αυτών κατέθλιψαν διά της φρίκης τα πνεύματά των·
            τα τέκνα σου, ω Ελλάς, γονυπετούν τρέμοντα ενώπιον των
            πτερνιζόντων αυτά· οι κόποι της ημέρας, αι πικραί και
            άυπνοι ώραι της νυκτός, η βαρεία μάστιξ αυθαιρέτου
            εξουσίας, η αιμοχαρής φρίκη της οξείας μαχαίρας, το
            βδελυρόν σουβλίον, ο κατασπαράττων τας σάρκας τροχός, ο
            βρόχος, το δηλητήριον, όλα εξασθενούν τον νουν των και
            χαυνόνουν την καρδίαν των· φρικτή ειμαρμένη! Οι οφθαλμοί
            ημών, ω Ελλάς, είναι πάντοτε πλήρεις δακρύων· πικροί
            στεναγμοί αναβαίνουν πάντοτε εκ βάθους των καρδιών, όταν
            ανακαλώμεν την αρχαίαν σου δόξαν και βλέπωμεν την
            σημερινήν σου αδοξίαν· ομοιάζεις, ω Ελλάς, τον υπερήφανον
            βράχον, ούτινος η γυμνή κορυφή, υπερυψουμένη της γης,
            μυκτηρίζει τας καταιγίδας· τα σκυθρωπά νέφη χύνουν επί
            της μεγάλης κορυφής του τα ραγδαία ρεύματά των· βρέμεται
            προ των ποδών του ο παταγώδης ωκεανός· ο γιγαντιαίος και
            ογκώδης ούτος κολοσσός ρίπτει γύρω εν τη δικαία υπεροψία
            του ηγεμονικόν βλέμμα και ολιγωρεί πάσαν καταιγίδα· αλλά
            φθείρεται υπό του χρόνου, το δόλιον κύμα υποτρίβει την
            βάσιν του, και τότε πίπτει και πίπτων διαρρηγνύει την
            κλονουμένην γην και διαχέει πέριξ θύελλαν καταστροφής».

            Τοιαύτα φρονήματα εφανέρωσεν ο Κάννιγγ περί Ελλάδος επί
            της νεαράς του ηλικίας· επί δε της υπουργίας του είδεν
            ό,τι δεν ήθελαν να ίδωσιν οι πολιτικοί της ιεράς
            συμμαχίας· είδεν ότι το παρακμάζον οθωμανικόν κράτος
            ανίκανον ήτον εξ αυτής του της φύσεως ν' ανορθωθή, και
            ότι έτρεχεν ανεπιστρεπτί εις την απώλειάν του επ' ωφελεία
            άλλης κραταιάς Δυνάμεως και επί βλάβη της ευρωπαϊκής
            ισορροπίας· είδεν ότι εις θεραπείαν των δεινών τούτων
            ανεφύετο προνοητικώς πως εκ των κόλπων του πίπτοντος
            τούτου κράτους νέον κράτος, άξιον να το διαδεχθή εν καιρώ
            διά τας προγονικάς του αναμνήσεις, διά την ευφυίαν του,
            διά την φιλομάθειάν του και διά την προς τον ευρωπαϊσμόν
            ροπήν του. Ευτύχημα ενόμισε το συμβάν τούτο, και ηθέλησε,
            παρά την επικρατούσαν πολιτικήν και τας κοινάς προλήψεις
            των αυλών, να επιβλέψη ιλαρώς επί τον από του μη όντος
            εις το είναι παραγόμενον τούτον λαόν και να τον θαρρύνη.
            Διά τούτο, καθ' όν καιρόν η ιερά συμμαχία κατηράτο τον
            ελληνικόν αγώνα, ανεγνώρισε τους παρά της Ελλάδος
            αποκλεισμούς των υπό τουρκικήν σημαίαν τόπων· ό εστιν
            ανεγνώρισε την Ελλάδα Δ ύ ν α μ ι ν - ε μ π ό λ ε μ ο ν.
            Η ελληνική κυβέρνησις είχε κηρύξει την 13 μαρτίου του
            έτους τούτου, ότι απέκλειεν όλους τους τουρκικούς λιμένας
            του Αιγαίου, της Κρήτης και τους μεταξύ Επιδάμνου και
            Θεσσαλονίκης· αλλά το κήρυγμά της εις ουδέν ελογίσθη υπό
            των Δυνάμεων, ώστε μέχρι της σήμερον όσα πλοία υφ'
            οποιανδήποτε χριστιανικήν σημαίαν, φέροντα τροφάς και
            πολεμεφόδια εις τα αποκλειόμενα φρούρια, συνελαμβάνοντο
            υπό των Ελλήνων, απελύοντο· οσάκις δε οι Έλληνες
            ελάμβαναν τα φορτία εις χρήσιν των, απεζημίοναν πάντοτε
            τους ιδιοκτήτας επί τη απαιτήσει και πολλάκις επί τη
            απειλή των διοικούντων τας εν τω Αιγαίω ναυτικάς μοίρας.
            Τοιαύτα πλοία συνελήφθησαν εν τω κορινθιακώ κόλπω,
            έμπροσθεν της Χαλκίδος, του Ναυπλίου, και άλλων
            αποκλειομένων φρουρίων και εξεφορτώθησαν, αλλά μέχρι
            λεπτού απεζημιώθησαν, ενίοτε δε και οι συλλαβόντες
            ετιμωρήθησαν. Από του νυν δε, χάρις εις την πολιτικήν του
            Κάννιγγος, έμελλαν να καταδικάζονται και να δημεύωνται τα
            υπό αγγλικήν σημαίαν συλλαμβανόμενα και τοιούτον εμπόριον
            μετερχόμενα πλοία οιουδήποτε και αν ήσαν τα εμπορεύματα
            ιδιοκτησία. Αλλ' η ελληνική κυβέρνησις εις δείγμα
            ευγνωμοσύνης διέταξε να μη δημεύωνται τα τοιαύτα πλοία,
            αλλά μόνον η εν αυτοίς εχθρική ιδιοκτησία. Ιδού δε πώς ο
            Κάννιγγ εδικαιολόγει την προς την Ελλάδα πολιτικήν του.
            «Η αγγλική κυβέρνησις» (έλεγεν) «ώφειλε να θεωρήση τους
            εξοπλίσαντας τα πλοιά των Έλληνας ή ως πειρατάς ή ως
            εμπολέμους· και επειδή ολόκληρον έθνος, εξανιστάμενον
            κατά της Αρχής του, δεν ημπορεί να θεωρηθή ως πειρατικόν,
            ανάγκη πάσα να θεωρηθή ως εμπόλεμον εφ' όσον φυλάττει
            τους κανόνας, και ενεργεί εντός των εν τοιαύτη περιστάσει
            παραδεδεγμένων όρων».

            Πολιτευόμενος δε τοιουτοτρόπως ο Κάνιγγ προς την Ελλάδα
            ηγωνίζετο ταυτοχρόνως την μεν εις τον πόλεμον ρέπουσαν
            Ρωσσίαν να καταπραΰνει, την δε ασύνετον Πύλην εις την
            οδόν της μετριότητος να επαναφέρη, αλλ' εν πνεύματι
            πάντοτε φιλειρηνικώ και άνευ ενόπλου παρεμβάσεως. Τρία δε
            ήσαν κατ' αυτόν αναγκαία εις δικαιολογίαν ενόπλου
            παρεμβάσεως· «να ήναι ο πόλεμος δίκαιος· να δύναται η
            Αγγλία ν' αναμιχθή εις τον δίκαιον τούτον πόλεμον
            δικαίως· να μη βλάπτη ο δίκαιος ούτος και δικαίως
            γινόμενος πόλεμος τα συμφέροντα της πατρίδος του»·
            ονειροπόλον δε απεκάλει τον πολιτικόν τον παραβλέποντα
            τον τελευταίον τούτον όρον. Ηρέσκετο δε ο Κάννιγγ εις την
            ευόδωσιν του αγώνος της Ελλάδος, αν ο αγών αυτής ευωδούτο
            διά των όπλων της, και πρόθυμος ήτο να προσενέγκη πάσαν
            ειρηνικήν συνδρομήν εις ευόδωσίν του· αλλά δεν ήθελεν
            ουδ' η πατρίς του ουδ' άλλη τις Δύναμις ν' αναμιχθή υπέρ
            αυτού ενόπλως επ' ουδενί λόγω. Τοιαύτη ήτον η πολιτική
            της Αγγλίας ως προς τον ελληνικόν αγώνα υπουργούντος του
            Κάννιγγος.

            Η δε της Ρωσσίας ήτον τον αυτόν καιρόν οποία και
            πρότερον· ούτε τον παντελή θρίαμβον του ελληνικού αγώνος
            επεθύμει, ούτε την παντελή ανείχετο υποδούλωσιν των
            Ελλήνων. Την πολιτικήν δε ταύτην της Ρωσσίας παρεδέχοντο
            και η Γαλλία και η Πρωσσία· αλλ' όσον μετρία και αν ήτον
            η πολιτική αυτών, απραγματοποίητος εφαίνετο και αύτη
            ειρηνικώ τω τρόπω.

            Η δε Αυστρία ήθελε την παντελή αναδούλωσιν της Ελλάδος·
            συντελεστικήν δε προς επίτευξιν του ποθουμένου εθεώρει
            την παράτασιν του ελληνοτουρκικού αγώνος· διότι και οι
            ολίγοι πόροι των Ελλήνων διά της παρατάσεως εξηντλούντο,
            και αι μικραί των δυνάμεις εν μέσω μεγάλων παθημάτων
            εμηδενίζοντο, και οι σκοποί της Τουρκίας επί τέλους
            επληρούντο. Αλλ', αναγκαζομένη να οικονομή την Ρωσσίαν,
            δεν εφαίνετο αποποιουμένη ό,τι επροτείνετο παρ' αυτής
            υπέρ της Ελλάδος, αν, δυνάμενον να φέρη αναβολήν, δεν
            εδύνατο να φέρη αποτέλεσμα. Τοιαύτα ήσαν τα της Ελλάδος
            εσωτερικώς και εξωτερικώς καθ' όν καιρόν συνήρχοντο οι
            αντιπρόσωποι των Ελλήνων εις Άστρος κατά την
            επαναληφθείσαν πρόσκλησιν της κυβερνήσεως.

            Φθάσαντες ήδη εις το τέλος της πρώτης κυβερνητικής
            περιόδου, ερχόμεθα να επιθεωρήσωμεν τροχάδην όσα
            διήλθομεν μέχρι τούδε εν εκτάσει.

            Ούτε στρατεύματα, ούτε στόλους, ούτε πολεμικάς ή
            οικονομικάς προετοιμασίας είχεν η Ελλάς ότε ήρχισε τον
            αγώνα της· μία δε μεγάλη αυτοκρατορία, ως η οθωμανική,
            κατέχουσα όλα τα φρούρια της Ελλάδος εκίνησε κατ' αυτής
            αναλόγους του μεγαλείου της δυνάμεις και διά ξηράς και
            διά θαλάσσης· και ως αν δεν ήρκουν αι δυνάμεις αύται εις
            αφανισμόν των Ελλήνων, έσπευσαν οι σύμμαχοι να δώσωσιν
            ομοθυμαδόν τη αυτοκρατορία ταύτη πάσαν ηθικήν αντίληψιν
            καταρώμενοι και αναθεματίζοντες τον ελληνικόν αγώνα·
            τινές δε αυτών δεν εδίστασαν να τη δώσωσι και πραγματικάς
            βοηθείας· και όμως ο αδύνατος, ο εγκαταλελειμμένος, ο
            μικρός ούτος λαός, διελθών διά πυρός και αίματος, ενίοτε
            δε και διά παντελούς καταστροφής καθ' όλην την
            παρελθούσαν διετίαν, και στόλους χιλιαρμένους παρά πάσαν
            προσδοκίαν κατήσχυνε, και στρατεύματα πολυάριθμα
            κατέστρεψε, και φρούρια απόρθητα εκυρίευσε, και άτρωτος
            υπό των κατατοξευθέντων ιοβόλων βελών της ιεράς συμμαχίας
            διέμεινε, και τας βουλάς αυτής διεσκέδασε· και ταύτα
            πάντα εν μέσω παντελούς απορίας, αμηχανίας, αταξίας,
            διαιρέσεως και αναρχίας.



            1823

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΒ'



            &Συγκρότησις της δευτέρας των Ελλήνων εθνικής
            συνελεύσεως. — Μετάβασις του νέου βουλευτικού εις
            Τριπολιτσάν. — Νέαι διαιρέσεις. — Έκπλους του Οθωμανικού
            στόλου. — Κατορθώματα των Ψαριανών κατά την μικράν Ασίαν.
            — Εισβολή εις την Ανατολικήν Ελλάδα υπό τον Ισούφπασαν
            Μπερκόφτσαλην. — Καταστροφή του κατά την Εύβοιαν και καθ'
            όλην την Θετταλομαγνησίαν ελληνικού αγώνος.

            ΚΑΤΑ τα εν Επιδαύρω νομοθετηθέντα και την πολλάκις
            επαναληφθείσαν της κυβερνήσεως κλήσιν, επρόκειτο να
            συνέλθωσιν οι βουλευταί των επαρχιών εις έναρξιν της β'
            κυβερνητικής περιόδου· απεφασίσθη δε κοινή γνώμη να
            συγκροτηθή προ της ενάρξεως της β' περιόδου δευτέρα
            εθνική συνέλευσις προς επιθεώρησιν του συντάγματος και
            των εν ενεργεία νόμων.

            Ανώμαλα, άτακτα και επίφοβα ήσαν τα πάντα εν τη παρούση
            συνελεύσει. Πριν συγκρουσθώσι τα κόμματα εντός αυτής,
            είχαν συγκρουσθή εν ταις επαρχίαις επί των εκλογών, μη
            διατηρηθέντος του εκλογικού νόμου. Διπλούς βουλευτάς
            έστειλαν τα αντιφερόμενα κόμματα· παρευρέθησαν καί τινες
            των δυνατών εν τη συνελεύσει αντιπρόσωποι
            αυτοχειροτόνητοι και αυτονομιμοποίητοι· παρήσαν και
            απεσταλμένοι επαρχιών δι' άλλας υποθέσεις· πολλοί
            αντιπροσώπευαν όχι λαούς αλλ' οπλοφορούντας («τα
            άρματα»)· δεκτοί εγένοντο και οι παύσαντες βουλευταί,
            δεκτοί και οι παύσαντες νομοτελεσταί· ώστε οι εκ των
            διαφόρων τούτων τάξεων συγκροτήσαντες την δευτέραν
            συνέλευσιν ήσαν τριπλάσιοι των συγκροτησάντων την πρώτην·
            αλλά ψήφον είχαν μόνοι οι βουλευταί και οι απεσταλμένοι
            των επαρχιών, όσαι τυχόν δεν έστειλαν βουλευτάς, ως
            αντικαθιστώντες αυτούς. Όσον δε ήσυχος ήτον η πρώτη
            συνέλευσις, τόσον θορυβώδης εγένετο η δευτέρα. Πάντη
            ανίσχυρον ήτον εν τη πρώτη των πολεμικών το κόμμα· τα
            μεταξύ όμως εκείνης και ταύτης κατορθώματα αυτών κατά των
            εχθρών το ισχυροποίησαν. Αλλ' οι πολεμικοί δεν ήσαν επί
            της παρούσης ηνωμένοι ως ούτ' επί της πρώτης, διότι οι
            της Δυτικής Ελλάδος, οι υπό την επιρροήν εν γένει του
            Μαυροκορδάτου, έκλιναν, ως και τότε, προς τους
            πολιτικούς· πρός τινας δε αυτών, ως τον Ζαήμην και
            Λόντον, είχαν οι επισημότεροι και στενάς σχέσεις. Του
            κόμματος των πολιτικών ήσαν καί τινες πολεμικοί της
            Πελοποννήσου, ως ο Πετμεζάς, ο Αναγνωσταράς και οι
            Γιατράκοι. Εξάρχοντες δε του κόμματος των πολεμικών ήσαν
            εν μεν τη Πελοποννήσω ο Κολοκοτρώνης, εν δε τη Ανατολική
            Ελλάδι ο Οδυσσεύς· του κόμματος τούτου ήτο πάντοτε και ο
            Υψηλάντης.

            Και ούτοι μεν αφίχθησαν εν πρώτοις εις Ναύπλιον οι δε του
            κόμματος των πολιτικών εις Άστρος κατά την κλήσιν της
            κυβερνήσεως. Πολλών δε λογοτριβών γενομένων περί του
            τόπου των συνεδριάσεων, συνήλθαν επί τέλους όλοι εις
            Άστρος διά της ισχυράς μεσολαβήσεως των αντιπροσώπων των
            ναυτικών νήσων κλινόντων, ως και επί της πρώτης
            συνελεύσεως, προς τους πολιτικούς· αλλά συνήλθαν ως δύο
            στρατόπεδα επί λόγω ασφαλείας, διότι εθρυλλούντο
            επιβουλαί και συνωμοσίαι του ενός κόμματος κατά του
            άλλου. Αφ' ού δε συνήλθαν όλοι εις Άστρος, οι μεν
            πολιτικοί προφυλάξεως χάριν κατέλαβαν τα Αγιαννήτικα
            καλύβια, οι δε πολεμικοί τα Μελιγγιώτικα· διεχωρίζοντο δε
            αι θέσεις αύται διά τινος ρύακος. Επειδή οι πολιτικοί
            ήσαν και πολυαριθμότεροι και ισχυρότεροι, αι εργασίαι της
            συνελεύσεως εγίνοντο προς το μέρος όπου διέτριβαν,
            εκοινοποιούντο δε τοις άλλοις δι' επιτρόπων. Λόγος περί
            πολιτικών αρχών δεν εγένετο επί της συνελεύσεως ταύτης ως
            ουδ' επί της εν Επιδαύρω· λόγος πολύς εγένετο περί
            προσωπικών ή μάλλον ειπείν κομματικών συμφερόντων. Οι
            πολιτικοί, οι έχοντες επιρροήν εν ταις επαρχίαις των,
            εστρατολόγουν και εζώννυαν το ξίφος· τούτο, ως
            προείρηται, δυσηρέστει τους οπλαρχηγούς θεωρούντας αυτούς
            άρπαγας των δικαιωμάτων αυτών και πλεονέκτας· επεθύμουν
            δε οι οπλαρχηγοί, ως και επί της εν Επιδαύρω συνελεύσεως,
            να τους περιορίσωσιν εις τα πολιτικά καθήκοντά των, και
            κυρίως εις το να τροφοδοτώσι τα στρατεύματα διά των
            εισοδημάτων των επαρχιών· επειδή δε επί των επαναστάσεων,
            τουτέστιν εν καιροίς καθ' ους δεν ισχύει ο νόμος, το
            ξίφος διαλέγεται άριστα περί πάντων, ήθελαν οι πολεμικοί,
            ιδιοποιούμενοι μόνοι το ξίφος, να έχωσι τους πολιτικούς
            υποχειρίους των.

            Αφ' ού δε άπαντες παρεδέχθησαν επί των προκαταρκτικών
            συνεδριάσεων ως οργανικόν νόμον τον της Επιδαύρου υπό
            τινας μόνον όρους ως προς την πολεμικήν υπηρεσίαν, και
            αφ' ού εκανόνισαν τα περί των συνεδριάσεων ως και εν
            Επιδαύρω, ωρκίσθησαν την 30 μαρτίου ενώπιον του επί των
            εκκλησιαστικών αρχιερέως, και αναλαβόντες τας τακτικάς
            των εργασίας των θυρών κεκλεισμένων κατέστησαν πρόεδρον
            τον Πετρόμπεην, αντιπρόεδρον τον επίσκοπον Βρεσθένης
            Θεοδώρητον, αρχιγραμματέα τον Νέγρην, και φρούραρχον τον
            Γιατράκον, και τους τέσσαρας εκ του κόμματος των
            πολιτικών· ώστε εξ αυτών των προοιμίων εφάνη η υπεροχή
            του κόμματος τούτου. Τούτων δε γενομένων, κατήργησεν η
            συνέλευσις τας κεντρικάς Αρχάς της Πελοποννήσου, της
            Ανατολικής Ελλάδος και της Δυτικής· κατήργησε τον του
            αρχιστρατήγου τίτλον ον έφερεν ο Κολοκοτρώνης, διώρισεν
            επιτροπάς προς επιθεώρησιν του συντάγματος και των άλλων
            νομών, προς σύνταξιν ποινικών και κατάστρωσιν του ετησίου
            προϋπολογισμού, και διέταξε τον Κολοκοτρώνην να παραδώση
            το Ναύπλιον καί τινα έγγραφα σταλέντα έξωθεν προς τας
            ελληνικάς Αρχάς και κρατούμενα παρ' αυτού. Ο Κολοκοτρώνης
            παρέδωκε τα έγγραφα, αλλ' απεποιήθη την παράδοσιν του
            φρουρίου επί λόγω, ότι η συνέλευσις δεν ήτο κυβέρνησις,
            και ότι επί τη προσεχεί συστάσει ταύτης το παρέδιδε.
Απρίλιος    Την 11 απριλίου εισήχθη ο προϋπολογισμός. Την 13
            επεκυρώθη το επιθεωρηθέν σύνταγμα της Επιδαύρου γενομένων
            μικρών τινων μεταβολών, και εψηφίσθη ατόπως να
            εγκαθιστώνται οι έπαρχοι ή ν' αποβάλλονται κοινή γνώμη
            του βουλευτικού και του νομοτελεστικού. Την 14 εξεδόθη
            ψήφισμα περί εκποιήοεως των εθνικών κτιρίων· εγένετο
            λόγος και περί εκποιήσεως γης, αλλά δεν ενεκρίθη,
            καταθορυβηθέντων των στρατιωτών πιστευόντων ότι θα
            εγίνετο επ' ωφελεία των πολιτικών και των δυνατών· εις
            πασιφανές δε δείγμα δυσαρεσκείας, τινές αυτών ετουφέκισαν
            επί παρουσία των αντιπροσώπων τεμάχιον χαρτίου, όπου ήτο
            γεγραμμένον, «εκποίησις γης». Την δε 17 εκανονίσθη το
            περί αποζημιώσεων των ναυτικών νήσων, υπεβλήθη απάνθισμα
            ποινικών νόμων και ανετέθη εις την επιθεώρησιν της
            βουλής· προσανετέθη δε και η επιθεώρησις του περί
            δικαστηρίων νόμου· και ούτως η συνέλευσις έπαυσε τας
            εργασίας της την 18, ορίσασα να συγκαλεσθή τρίτη μετά
            διετίαν εις αναθεώρησιν του συντάγματος, ευφημήσασα τα
            επί τριετίας κατορθώματα των Ελλήνων, διασαλπίσασα κατ'
            επανάληψιν την πολιτικήν του έθνους ύπαρξιν και
            ανεξαρτησίαν και την σταθεράν του απόφασιν να χαθή
            ελεύθερον παρά να ζήση δούλον, και ευχαριστήσασα πανδήμως
            το στρατιωτικόν, το ναυτικόν και τα μέλη της παυσάσης
            κυβερνήσεως, των δύο γερουσιών, και του πλανήτου αρείου
            πάγου· έπαυσε δε, όπως ήρχισεν, ό εστι υπό την επιρροήν
            του κόμματος των πολιτικών, διά τούτο και τα μέλη του
            νέου νομοτελεστικού εξελέχθησαν εκ του κόμματος τούτου,
            ήγουν, ο Χαραλάμπης, ο Ζαήμης και ο Μεταξάς υπό την
            προεδρίαν του Πετρόμπεη, αρχιγραμματεύοντος του
            Μαυροκορδάτου, ον τιμώσα η συνέλευσις διά την εν
            Μεσολογγίω διαγωγήν του υπήντησε προσερχόμενον· η δε
            εκλογή του ελλείποντος μέλους εις συμπλήρωσιν του
            πενταμελούς νομοτελεστικού αφέθη εις τας τρεις ναυτικάς
            νήσους. Τούτου γενομένου, μετέβη η νέα κυβέρνησις εις
            Τριπολιτσάν κατ' απόφασιν της συνελεύσεως.

            Δοθείσης όλης της εξουσίας εις τους πολιτικούς,
            ηγανάκτησαν οι αποτυχόντες στρατιωτικοί και εμελέτησαν
            την ανατροπήν των ψηφισθέντων διά θεμιτών και αθεμίτων
            τρόπων. Ο χαρακτήρ τοιαύτης συνελεύσεως παρείχεν οίκοθεν
            ικανάς λαβάς διενέξεων, και εντεύθεν ορμώμενοι οι
            αποτυχόντες εβόων, ότι οι υπερισχύοντες εδέχθησαν ως μέλη
            όσους δεν έπρεπε να δεχθώσι, και απέβαλαν όσους δεν
            έπρεπε ν' αποβάλωσιν. Έμεινε δε εκτός των πραγμάτων παρά
            πάσαν ελπίδα και ο Νέγρης, αν και ως αρχιγραμματεύς της
            συνελεύσεως συνέπραξε μετά των υπερισχυσάντων πολιτικών.
            Δεν υπέφερεν ο φιλοπράγμων και φιλότιμος ούτος ανήρ την
            απραγμοσύνην και ολιγώρησιν εις ας κατεδικάσθη υπό των
            φίλων του, ηνώθη μετά των αντιπολιτευομένων, ωργάνισε
            τακτικώτερον την αντιπολίτευσιν ως σοφώτερος αυτών και
            δεν εσυστάλη να κηρύξη άτακτα και άνομα όσα χθες
            οικειοθελώς έγραψε και υπέγραψεν ως τακτικά και έννομα.
            Υπό την διδασκαλίαν δε αυτού, προσδοκώντος ευμενεστέραν
            τύχην παρά των χθες αντιπάλων του, και υπό την οδηγίαν
            του Κολοκοτρώνη, συνήλθαν οι αντιπολιτευόμενοι εις το
            χωρίον Καρυταίνης, Σελήμναν, προς συγκρότησιν άλλης
            συνελεύσεως· παρηκολούθησαν δε και πάμπολλοι των
            συγκροτησάντων την εν Άστρει ψευσθέντες και ούτοι των
            ελπίδων των. Αλλ' η νέα κυβέρνησις, επιδεξίως
            πολιτευθείσα, διεσκέδασε το εν Σιλήμνη νέφος πριν φθάση
            να εκραγή. Κενή ήτον εισέτι η πέμπτη θέσις του
            νομοτελεστικού· την θέσιν ταύτην επλήρωσεν αναδείξασα τον
            Κολοκοτρώνην μέλος και αντιπρόεδρον αυτού, και ούτως
            αφήρπασεν εκ μέσου των εναντίων της τον κομματάρχην των.

            Ολίγαις δε ημέραις πρότερον εφιλιώθησαν και οι μέχρι
            τούδε διαφερόμενοι Δηληγιάνναι και Κολοκοτρώναι, και εις
            βεβαίωσιν της φιλιώσεώς των εσυγγένευσαν αρραβωνίσαντος
            του μόλις εννεαετούς υιού του Κολοκοτρώνη, Κωνσταντίνου,
            την ομήλικόν του μονογενή θυγατέρα του Κανέλλου
            Δηληγιάννη. Διά του πολιτικού τούτου συνοικεσίου,
            διαλυθέντος μετά ταύτα, ο μεν Κολοκοτρώνης εσκόπευε να
            διαρρήξη το αρχοντολόγιον της Πελοποννήσου, οι δε
            Δηληγιάνναι να ενδυναμωθώσιν επαμφοτερίζοντες.

            Εν τούτοις η Πύλη παρεσκευάζετο εις καταστροφήν των
            Ελλήνων. Ανεπιτήδεια εις μάχην διά τον στενόχωρον πλουν
            εντός της ελληνικής θαλάσσης απέδειξεν η πείρα τα
            υπερμεγέθη πλοία· διά τούτο η Πύλη ητοίμασεν εις έκπλουν
            όχι πλέον δίκροτα αλλά φρεγάτας και άλλα μικροτέρου
            μεγέθους· καθαιρέσασα δε και από της αρχιναυαρχίας τον
            ανάξιον Μεχμέτπασαν αντικατέστησε τον Χουσρέφ-
            Μεχμέτπασαν τον και Τοπάλην (χωλόν)· διέταξε δε και
            πάμπολλα στρατεύματα να εισβάλωσιν εις Πελοπόννησον τα
            μεν διά της Ανατολικής Ελλάδος υπό τον Ισούφπασαν
            Περκόφτσαλην, τον άλλοτε πασάν της Βραΐλας τον
            κυριεύσαντα το πρώτον έτος της επαναστάσεως το Γαλάτσι
            και το Ιάσι, τα δε διά της Δυτικής Ελλάδος υπό τον
            Μουσταήμπασαν, ηγεμόνα της Σκόδρας· παρήγγειλε και τον εν
            Πάτραις Ισούφπασαν να στρατολογήση και ούτος εν τη
            Αλβανία και μεταφέρη τους στρατολογηθέντας, διά θαλάσσης
            εις Πελοπόννησον· τα δε της Κρήτης ανέθεσεν εις τον
            ηγεμόνα της Αιγύπτου Μεχμέτ-Αλήν.

            Η δε ελληνική κυβέρνησις απεφάσισε προς ματαίωσιν των
            εκστρατειών τούτων να συστήση δύο στρατόπεδα, το μεν εν
            Μεγαρίδι προς απόκρουσιν της εχθρικής εισβολής εις
            Ανατολικήν Ελλάδα, το δε περί τας Πάτρας εις πολιορκίαν
            αυτών, εις προφύλαξιν των αρκτικών παραλίων της
            Πελοποννήσου και εις αποστολήν στρατιωτικής βοηθείας
            χρείας τυχούσης κατά την δυτικήν Ελλάδα· προς ευόδωσιν δε
            του σχεδίου απεφάσισε ν' αναθέση την αρχηγίαν των
            στρατοπέδων εις τους νομοτελεστάς, του μεν κατά την
            Μεγαρίδα εις τον πρόεδρον, τον αντιπρόεδρον και τον
            Χαραλάμπην συμπαραλαμβάνοντας και τον γενικόν γραμματέα
            εις τακτικήν ενέργειαν της νομοτελεστικής δυνάμεως, του
            δε περί τας Πάτρας εις τον Ζαήμην και τον Μεταξάν· να
            διαμείνωσι δε εν Τριπολιτσά παρά τω βουλευτικώ τα
            υπουργεία· δύο δε μέλη μόνον του επί των πολεμικών
            τριμελούς υπουργείου να παρακολουθήσωσι το μεν την μίαν
            εκστρατείαν, το δε την άλλην. Εψηφίσθη δε και έρανος καθ'
            όλην την επικράτειαν ενός εκατομμυρίου γροσίων εις
            συντήρησιν των στρατοπέδων και εις κίνησιν πλοίων.
Μάιος       Εν ώ δε η ελληνική κυβέρνησις κατεγίνετο σχεδιάζουσα
            τα της εκστρατείας, ο εχθρικός στόλος εκ 15 φρεγατών, 13
            κορβεττών, 12 βρικίων και 40 φορτηγών, εξέπλευσε του
            Ελλησπόντου υπό τον Χουσρέφην την 11 μαΐου, και παραλαβών
            κατά τα Μοσχονήσια και τον Τσεσμέν δεκακισχιλίους
            ασιανούς, και ακολουθούμενος υπό του αλγερινού στολίσκου,
            ον συνήντησεν έξωθεν Χίου και Μιτυλήνης, έρριψε την 23
            άγκυραν έμπροσθεν της Καρύστου.

            Οι κάτοικοι της Ευβοίας χριστιανοί, αφ' ού ανεχώρησαν
            εκείθεν οι Αρειοπαγίται, εσύστησαν τοπικήν διοίκησιν και
            διετήρουν και δύο στρατόπεδα, οι μεν του βορείου μέρους
            υπό τον Διαμαντήν εις πολιορκίαν της Χαλκίδος, οι δε του
            ανατολικού υπό τον Κριεζώτην εις πολιορκίαν της Καρύστου.
            Ο οπλαρχηγός ούτος εμπόδισε τας συχνάς και ακωλύτους των
            εν τω φρουρίω της Καρύστου εξόδους, συνήψε την 5 μαΐου
            μάχην τρεις ώρας μακράν αυτής κατά το Βατίσι, ενίκησε,
            και έστειλε 50 κεφαλάς εις Αθήνας και 3 αιχμαλώτους, ους
            οι Αθηναίοι λιθοβολούντες εθανάτωσαν. Έκτοτε οι εχθροί
            εκλείσθησαν εν τω φρουρίω, και πάσχοντες σιτοδείαν
            εκινδύνευαν να παραδοθώσιν. Αλλ' ο φανείς στόλος
            απήλλαξεν αυτούς των δεινών και εματαίωσε τους αγώνας του
            Κριεζώτη· διότι τετρακισχίλιοι αποβιβασθέντες διέλυσαν
            διά της συνδρομής των εν τω φρουρίω το ελληνικόν
            στρατόπεδον, έδωκαν τοις εν αυτώ τροφάς, και οι μεν
            διεσπάρησαν διά ξηράς εις τα χωρία, οι δε περιέπλεαν τα
            παράλια καίοντες, φονεύοντες και αιχμαλωτίζοντες.
            Εστάλησαν δε και επί 14 φορτηγών προς τους εν τη Χαλκίδι
            τροφαί και πολεμεφόδια, αλλά το υπό τον Διαμαντήν
            στρατόπεδον διέμεινεν αδιάλυτον.

            Ο δε στόλος, εκτελέσας ό,τι εσκόπευε, διέπλευσεν ησύχως
            τον μεταξύ Ύδρας και Πελοποννήσου πορθμόν, ανεκώχευσεν
            έξωθεν της Κορώνης και Μοθώνης, επεσίτισε τα φρούρια
            εκείνα, και αφ' ού απεκόπη μία μοίρα και έπλευσε προς την
            Κρήτην,
Ιούνιος     ο λοιπός εκ 46 πολεμικών και πολλών φορτηγών
            ηγκυροβόλησε την 6 Ιουνίου έμπροσθεν των Πατρών· καθ'
            όλον δε τον πλουν δεν συνήντησε τον ελληνικόν, διότι
            ούτος επί υποθέσει ότι ο τουρκικός εσκόπευε να προσβάλη
            την Σάμον ή τα Ψαρά, έπλεε προς εκείνα τα μέρη· μαθών δε
            ότι αφίχθη εις Πελοπόννησον, επανέπλευσεν εις τα ίδια.

            Οι δε εν Πάτραις Τούρκοι, λυθείσης της υπό τον
            Κολοκοτρώνην πολιορκίας, περιέτρεχαν όλην την επαρχίαν
            αφόβως και επάτουν και τας γειτνιαζούσας Καλαβρύτων και
            Γαστούνης· ανενόχλητοι δε ήσαν και διά θαλάσσης και
            ελάμβαναν ανεμποδίστως έξωθεν όσα εχρειάζοντο· διά τούτο
            ο καταπλεύσας εκεί στόλος δεν εφαίνετο ελθών εις βοήθειαν
            αυτών ως μηδεμίαν χρείαν εχόντων βοηθείας, αλλ' εις
            διαβίβασιν στρατευμάτων εις Πελοπόννησον, των μεν από της
            Δυτικής Ελλάδος των δε από της Ανατολικής.

            Καθ' όν δε καιρόν κατέπλευσεν ο στόλος ούτος εις Πάτρας,
            3800 ναύται και στρατιώται επιβάντες εις 110 πλοία
            ψαριανά, μικρά μεγάλα, εξ ών 15 ένοπλα, απέβησαν εις τα
            αντικρύ της Σάμου παράλια της Ιωνίας, επάτησαν το
            Αράπη-τσεφτλήκι, και το Αλήμπεη-τσεφτλήκι, παραθαλάσσια
            χωρία, έχοντα και τα δύο 2000 κατοίκους και 1000
            στρατιώτας, τα διήρπασαν, έπλευσαν έπειτα προς την
            παραλίαν την αντικρύ της δυτικής άκρας της Μιτυλήνης,
            όπου κείται η πόλις του Σανταρλή 4500 περιέχουσα ψυχάς
            και 2000 φρουρούς, επάτησαν και αυτήν, την έκαυσαν,
            εσκότωσαν, αιχμαλώτισαν, ελαφυραγώγησαν, εκυρίευσαν τον
            εν αυτή πύργον όπου συνέλαβαν την γυναίκα του διοικητού
            Καραοσμάνογλου, ην εξηγόρασαν μετά ταύτα οι συγγενείς της
            διά γροσίων 90,000, επήραν εννέα κανόνια, μετέβησαν εις
            Μοσχονήσια, επήραν και εκείθεν δύο, παρέπλευσαν τα
            παράλια της Μιτυλήνης, εκυρίευσαν πέντε τουρκικάς
            σακολέβας, ηγκυροβόλησαν έμπροσθεν της Ερισού, ανείλκυσαν
            αγκύρας και άλλα τινά του καυθέντος εκεί το πρώτον έτος
            της επαναστάσεως δικρότου και μετά ταύτα επανήλθαν εις τα
            ίδια. Τόσον δε φόβον διέσπειραν εις όλα εκείνα τα
            παράλια, ώστε οι εν Σμύρνη πρόξενοι τους παρεκάλεσαν ν'
            απέχωσι πάσης εχθροπραξίας εν τω κόλπω εκείνω χάριν
            αυτών, του εμπορίου και των ενοικούντων χριστιανών.
            «Αφίνομεν τον τόπον ήσυχον αλλ' υπόφορον» απεκρίθησαν
            υπερηφάνως οι Ψαριανοί· 17 Έλληνες επί της εκστρατείας
            ταύτης εφονεύθησαν και 70 επληγώθησαν· οι δε Τούρκοι,
            ανίκανοι να παιδεύσωσι τους βλάψαντας αυτούς, εξεθύμαναν
            κατά των αθώων χριστιανών κατοίκων της Μαγνησίας και της
            Περγάμου, ανδραποδίζοντες και φονεύοντες.

            Καθ' όν δε καιρόν εκινείτο κατά της ελευθέρας Ελλάδος ο
            στόλος του σουλτάνου, εκινούντο κατ' αυτής και τα διά
            ξηράς στρατεύματά του. Προϋπήρχεν ο ψευδοσυμβιβασμός του
            Μεχμέτπασα και του Οδυσσέως, και επί τω συμβιβασμώ τούτω
            ανακωχή. Ελθούσης δε της προθεσμίας και μη εκπληρώσαντος
            του Οδυσσέως όσα υπεσχέθη, εξεστράτευσαν 6000 Τούρκοι υπό
            τον Περκόφτσαλην, πριν φθάσωσιν οι Έλληνες να οργανίσωσι
            τα στρατεύματά των εξ αιτίας της εν Άστρει συνελεύσεως,
            ήτις είλκυσεν εις τα πολιτικά την εις τα στρατιωτικά
            οφειλομένην προσοχήν αυτών. Παρηκολούθησε δε τον
            Περκόφτσαλην και ο Σελήχπασας, ηγεμών της Αδριανουπόλεως,
            μετά 4000. Τα στρατεύματα ταύτα, ευρόντα τας επί της
            στερεάς Ελλάδος δυσδιαβάτους θέσεις απροφυλάκτους,
            επροχώρησαν τα μεν προς τας Θήβας τα δε προς τα Σάλωνα.
            Τα προς τα Σάλωνα εσκήνωσαν κατά το παρά τας όχθας του
            Κηφισσού χωρίον Μάνεσι· την δε 7 Ιουνίου εκίνησαν προς το
            κατά τους πρόποδας του Παρνασσού μοναστήριον της
            Ιερουσαλήμ· εκεί ήσαν 150 στρατιώται του Οδυσσέως υπό τον
            Γιάννην Κομποταδίτην, ους αντισταθέντας κατ' αρχάς
            έτρεψαν επί τέλους, εκυρίευσαν το μοναστήριον, το έκαυσαν
            και επανήλθαν εις Μάνεσι. Την δε 10 εστράτευσαν κατά της
            Αράχωβας όπου ηύραν αντίστασιν, αλλ' υπερίσχυσαν,
            εξουσίασαν το χωρίον και το έκαυσαν. Την επαύριον έκαυσαν
            το Καστρί και τα καλύβια της Αράχωβας, έπεσαν και εις το
            Χρυσόν, αλλ' απεκρούσθησαν, και μόνον δύο τρεις οικίας
            έκαυσαν· την δε 12 κατέβησαν εις Δεσφίναν επί του
            παραλίου του κορινθιακού κόλπου, και εκείθεν επανήλθαν
            εις Μάνεσι και ησύχασαν.

            Το δε άλλο τουρκικόν στράτευμα, το εις Βοιωτίαν πεσόν,
            ουδ' αυτό απήντησεν εχθρόν. Τα τήδε κακείσε ελληνικά
            τάγματα, ανίκανα διά την ολιγότητά των ν' αντισταθώσιν,
            υπεχώρησαν· τινά μόνον αυτών υπό τον Παπά Ανδρέαν και
            άλλους κατέλαβαν τα στενά της Φοντάνας εις εμπόδιον της
            των εν Ζητουνίω και Λεβαδεία εχθρών συγκοινωνίας. Εν
            τοσούτω, όλος ο τόπος, δι' ου διέβαιναν οι Τούρκοι,
            ερημούτο, οι κάτοικοι κατέφευγαν οι μεν εις Πελοπόννησον,
            οι δε εις τας νήσους του Αιγαίου, και άλλοι εις τας
            κορυφάς των ορέων. Φόβος κατέλαβε και αυτούς τους
            κατοίκους των Αθηνών. Υποπτεύοντες ούτοι, ότι ήρχετο το
            στράτευμα εις πολιορκίαν της πόλεως, μετεκόμισαν τας
            οικογενείας και τα πράγματά των εις Σαλαμίνα και Αίγιναν.
            Ο δε Οδυσσεύς, εις ον ήλπιζεν η Ανατολική Ελλάς,
            ευρισκόμενος επί της εισβολής ταύτης εν Αθήναις,
            εξεστράτευσεν εις Βοιωτίαν την 11 Ιουνίου, αφ' ού
            ηνάγκασε τους Αθηναίους να τω πληρώσωσι χάριν της
            εκστρατείας ταύτης ενός μηνός πεντακοσίους μισθούς· αλλ'
            ουδέν κατώρθωσεν ουδ' αυτός. Πολυάριθμα στρατεύματα
            πελοποννησιακά διετάχθησαν να στρατεύσωσιν εκτός του
            ισθμού· αλλά μόνος ο πάντοτε πρόθυμος εις τας επί της
            στερεάς Ελλάδος εκστρατείας Νικήτας εφάνη προς τα Μέγαρα,
            ανίκανος και ούτος διά την ολιγότητα των οπαδών του να
            τρέξη κατά των εχθρών.

            Μετά την ερήμωσιν της Ανατολικής Ελλάδος, τα τουρκικά
            στρατεύματα σκοπόν είχαν να πέσωσι διά του κορινθιακού
            κόλπου εις Πελοπόννησον συνεργεία του στόλου,
            παραπλέοντος επ' αυτώ τούτω τα αρκτικά παράλια της· αλλ'
            επί τη προτάσει του Καρυστίου Ομέρμπεη, μεταβάντος εκ της
            πατρίδος του αντίπεραν, ανέβαλεν ο Περκόφτσαλης ό,τι
            εσκόπευε,
Ιούλιος     και παραλαβών το πλείστον μέρος του στρατεύματος και
            συνοδευόμενος υπό του Ομέρμπεη μετέβη εις Εύβοιαν
            μεσούντος του Ιουλίου προς τελείαν καθυπόταξιν της νήσου·
            άφησε δε το υπόλοιπον του στρατεύματός του περί τας Θήβας
            υπό τον Σελήχπασαν.

            Μετά την διάλυσιν του εις πολιορκίαν της Καρύστου
            στρατοπέδου, διέμεινεν, ως είπαμεν, αδιάλυτον το εις
            πολιορκίαν της Χαλκίδος εν Βρυσακίοις υπό τον Διαμαντήν
            εξ οκτασίων εκλεκτών· αλλά το στρατόπεδον τούτο ήτο
            σχεδόν παραλελυμένον. Οι πρώην έφοροι κατέτρεχαν την
            τοπικήν διοίκησιν υφ' ην διετέλει· ο δε Οδυσσεύς,
            αντιφερόμενος προς τον Διαμαντήν και υποβλέπων την
            αρχηγίαν του, υπεκίνει μακρόθεν κατ' αυτού τους εντοπίους
            οπλαρχηγούς, τον Τομαράν, τον Χαλκιάν και τον Βερούσην.
            Τόσον δε ευδοκίμησεν εν ταις ραδιουργίαις του, ώστε οι
            οπλαρχηγοί ούτοι έπραξαν ό,τι μόνοι οι Τούρκοι εδύναντο
            να πράξωσιν· επάτησαν εχθρικώς το Ξηροχώρι επί σκοπώ ν'
            αρπάσωσι την εκεί γυναίκα του Διαμαντή, ην προλαβών ούτος
            έσωσεν.

            Εν τοσούτω, οι αποβάντες Τούρκοι, αφ' ού ηνώθησαν μετά
            των εντοπίων, άραντες την επί του πορθμού γέφυραν
            μετέφεραν προς τα Βρυσάκια επτά τουρκικά πλοία. Επί τη
            θέα ταύτη έφυγαν τα πολιορκούντα την Χαλκίδα τρία
            ελληνικά, και επί τη φυγή αυτών άφησε το στρατόπεδον την
            θέσιν των Βρυσακίων και απεχώρησε προς το άνωθεν όρος,
            Παγώντα. Οι Τούρκοι βλέποντες τους Έλληνας φεύγοντας
            μηδενός αυτούς καταδιώκοντος, έκαυσαν τα καλύβια των
            Βρυσακίων, ώρμησαν την 22 πανστρατιά κατά των εις το όρος
            αποχωρησάντων, και συνήψαν πολύωρον μάχην. Οι Έλληνες,
            κατέχοντες οχυράν θέσιν, ενίκησαν λαμπράν νίκην και
            ηνάγκασαν τους εχθρούς να καταβώσιν εις Βρυσάκια
            κατησχυμένοι. Αλλά την νύκτα, αν και νικηταί,
            ελειποτάκτησαν εξ αιτίας της επικρατούσης μεταξύ του
            αρχηγού αυτών και των εντοπίων υποπλαρχηγών διχονοίας,
            και φεύγοντες συνήλθαν την επαύριον εις το μεταξύ Παγώντα
            και Μαντουδίου μεγάλον Δερβένι· αποφασίσαντες δε ν'
            ανθέξωσιν ετοποθετήθησαν οι μεν εντός των στενών, οι δε
            δεξιά, καί τινες αριστερά· αλλά, βλέποντες τους Τούρκους
            επερχομένους, διεσκορπίσθησαν· μόνοι οι δεξιά των στενών
            αντέστησαν· φονευθέντος δε του αρχηγού αυτών Λιάκου
            υπεχώρησαν και ούτοι.

            Οι δε Τούρκοι, διαβάντες τα στενά την εσπέραν της 23,
            διενυκτέρευσαν εν Μαντουδίω, και επροχώρησαν εις
            Ξηροχώρι, μηδενός εναντιουμένου· ο δε τρισάθλιος λαός, οι
            στρατιώται, ο αρχηγός των, όλοι απελπισθέντες και
            κινδυνεύοντες να πέσωσιν εις χείρας των εχθρών, κατέφυγαν
            εις Σκιάθον και εις άλλα πλησιόχωρα μέρη. Εις Σκιάθον
            κατέφυγε και ο προ τριών ημερών φθάσας εις Εύβοιαν νέος
            έπαρχος Κωλέττης· έφυγε και ο επί τη τροπή ταύτη ως
            επιβοηθός διαβάς εις την νήσον Οδυσσεύς, και ανέμνησε
            μετ' ολίγον το εν τη Δρακοσπηλιά κακούργημά του δι' άλλου
            κακουργήματος· εφόνευσε τον Αλέξανδρον Μιχάλην προεστώτα
            του Ταλαντίου. Διασκορπισθέντος τοιουτοτρόπως του
            ελληνικού στρατοπέδου, εδουλώθη η νήσος όλη. Το δυστύχημα
            τούτο επέφερεν άλλο.

            Διηγούμενοι τα κατά την Θετταλομαγνησίαν είπαμεν, ότι η
            λαμπάς της επαναστάσεως έκαιεν εν μόνη τη ανατολική άκρα
            της χερσονήσου εκείνης. Ήσυχοι και ανεπηρέαστοι διέμειναν
            οι φέροντες εκεί όπλα Θετταλομάγνητες έν σχεδόν έτος·
            αλλά πεισθέντες οι Τούρκοι, ότι ατελεσφόρητοι ήσαν οι
            αγώνες των εν όσω δεν απεσβέετο η λαμπάς εκείνη,
            εστράτευσαν υπό τον Κιουταχήν,
Μάιος       και την 1 μαΐου προσέβαλαν την διαμένουσαν εν τω χωρίω
            των Λεχωνίων προφυλακήν των Ελλήνων και την ηνάγκασαν να
            καταφύγη εις Αλατάν, ξηρονήσιον προς τον μυχόν της
            Μλίνης· κατέστρεψαν δε μετά την μάχην ταύτην τα Λεχώνια,
            τον άγιον Λαυρέντιον, τον άγιον Γεώργιον, τας Πινακάτας,
            την Βυζίτσαν και επροχώρησαν και προς το Τρίκερη. Πρό
            τινος καιρού οι Τρικεριώται είχαν μεταφέρει επί μισθώ εις
            υπεράσπισιν της πατρίδος των δισχιλίους Ολυμπίους,
            Κασσανδρείς, και άλλους άλλων τόπων υπό τον Καρατάσον,
            τον Γάτσον, τον Μπασδέκην, τον Λιακόπουλον και τον
            Μπίνον, και εδυνάμωσαν την θέσιν της Παναγίας διά τούτων
            και διά τινων εντοπίων μεταβάντων εκεί από Αλατά, όπου
            είχαν καταφύγει προ μικρού. Επέπεσεν ο Κιουταχής την 14·
            και επειδή εκείθεν εκρέματο η άλωσις ή η σωτηρία των
            Τρικέρων, η μάχη εγίνετο σφοδροτάτη. Οι Τούρκοι έπαθαν
            πολλήν φθοράν, ως ορμώντες απροφύλακτοι επί τους Έλληνας
            μαχομένους εντός προμαχώνων, και ανεχώρησαν· έπεσαν και
            εκ δευτέρου μετά τινας ημέρας επί της αυτής θέσεως, αλλά
            και εκ δευτέρου έφυγαν ηττημένοι. Την αυτήν ημέραν οι
            Τούρκοι έπαθαν άλλο δυστύχημα. Οι Έλληνες εγκατέλειψαν
            τον Αλατάν, και οι Τούρκοι κυριεύσαντες αυτόν έβαλαν 250
            φρουρούς· αλλ' οι υπό τον Γάτσον τον επάτησαν και
            ηνάγκασαν τους φρουρούς πρώτον μεν να κλεισθώσιν εν τω
            μοναστηρίω, έπειτα δε να παραδοθώσι δι' έλλειψιν τροφής
            επ' ασφαλεία ζωής, αλλά παρασπονδήσαντες τους εφόνευσαν
            όλους, τους μεν επί της ξηράς, τους δε πεσόντας εις την
            θάλασσαν. Τρεις μόνους τους επισημοτέρους διετήρησαν, ους
            έστειλαν εις Σκιάθον επ' ελπίδι εξαγοράς. Νικώντες οι
            Έλληνες και θαρρυνθέντες έπεσαν μετ' ολίγας ημέρας προς
            το αντικρύ μέρος των Τρικέρων, εις θέσιν Γατσίαν,
            κατεχομένην υπό των εχθρών, και έφεραν και εκείθεν δέκα
            κεφαλάς, δύο αιχμαλώτους και έν κανόνι· αλλ', αν και
            παντού ευδοκίμουν, έπασχαν παντός είδους στερήσεις. Ο
            τόπος, όπου επολέμουν, και αβοήθητος ήτον άλλοθεν, και
            δεν επήρκει εις τας καθημερινάς ανάγκας των· δέκα μίλια
            μακρόθεν μετεκόμιζαν τα πλοία το εις χρήσιν του
            στρατοπέδου νερόν· μύλους δεν είχαν· υπομίσθιοι ήσαν οι
            αξιώτεροι και οι πλείστοι των μαχητών, και ο τόπος δεν
            είχε πώς να τους μισθοδοτήση. Πάντα ταύτα υπεφέροντο, εν
            όσω αντείχεν η Εύβοια· αλλά, πεσούσης αυτής, εξέλιπε πάσα
            ελπίς υπερασπίσεως των Τρικέρων. Επρόβαλε και ο Κιουταχής
            συμβιβασμόν και υπέσχετο προς τοις άλλοις την
            απελευθέρωσιν εντός τριών εβδομάδων τινών συγγενών του
            Καρατάσου. Εδέχθησαν τα υπομίσθια στρατεύματα τον
            συμβιβασμόν και ανεχώρησαν. Οι δε τρισάθλιοι Τρικεριώται,
            φορολογηθέντες παρ' αυτών επί λόγω καθυστερούντων μισθών
            και μείναντες ανυπεράσπιστοι, επροσκύνησαν. Έκτοτε όλη η
            χερσόνησος του Πηλίου όρους διέμεινεν υπό την οθωμανικήν
            δεσποτείαν.



            1823

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΓ'



            &Μετάβασις των μελών του νομοτελεστικού, των μεν εις
            Σαλαμίνα των δε εις Πάτρας. — Τα περί προεδρίας του
            βουλευτικού και μετάβασις αυτού εις Σαλαμίνα — Εισδρομή
            των εχθρών εις Αττικήν και αναχώρησις αυτών. — Επάνοδος
            του νομοτελεστικού και του βουλευτικού εις Πελοπόννησον.&

            ΠΕΡΙ δε την 20 Ιουνίου ανεχώρησαν από Τριπολιτσάν οι
            νομοτελεσταί, ως προαπεφασίσθη, οι μεν εις Μέγαρα οι δε
            εις Πάτρας· αλλ' ο Μεταξάς, φθάσας εις Καλάβρυτα,
            ηκολούθησε τους εις Μέγαρα απερχομένους. Κατ' εκείνας τας
            ημέρας ανεφύησαν έριδες δειναί μεταξύ των προσοδωνών της
            επαρχίας Κορίνθου και των επαρχιωτών, και ένεκα τούτου
            οδεύοντες προς τα Μέγαρα οι νομοτελεσταί υπήγαν εις
            Κλημεντοκαίσσαρι όπου διέμειναν ημέρας τινάς, και
            επανορθώσαντες τα κακώς έχοντα μετέβησαν εις Σοφικόν,
            διέτριψαν και εκεί μέχρι τινός, και λήγοντος του Ιουλίου
            κατήντησαν εις Σαλαμίνα και εκάθησαν εν τη μονή της
            Φανερωμένης.

            Αν και πολλοί Πελοποννήσιοι διετάχθησαν να στρατεύσωσιν
            εις Μεγαρίδα, δισχίλιοι μόνον ήσαν οι εκεί συνελθόντες
            επί της εκστρατείας του νομοτελεστικού· ηκροβολίζοντο δ'
            ενίοτε μετά των απομεινάντων εν τη Βοιωτία υπό τον
            Σελήχπασαν, αλλ' ουδέν λόγου άξιον διά την ολιγότητά των
            έπρατταν.

            Εν τούτοις τρισάθλια ήσαν τα κυβερνητικά. Η σύνθεσις του
            νομοτελεστικού έδιδε λαβήν εις κατακραυγήν ως
            συγκροτουμένου εκ τεσσάρων Πελοποννησίων και ενός
            Επταννησίου, ώστε εντός αυτού ούτε αι νήσοι ούτε η στερεά
            Ελλάς αντεπροσωπεύοντο. Εκτός δε της γενικής ταύτης
            κατακραυγής, αι τρεις ναυτικαί νήσοι παρεπονούντο
            ιδιαιτέρως, διότι η εν τω νομοτελεστικώ διατηρηθείσα εις
            πλήρωσιν παρά νησιώτου κατά πρότασιν αυτών κενή θέσις
            επληρώθη παρά του Κολοκοτρώνη εν αγνοία και παρά γνώμην
            αυτών. Αλλ' η αθλιότης των κυβερνητικών πραγμάτων
            εκορυφώθη επί της εκλογής του προέδρου της βουλής. Εις
            τιμήν των ναυτικών νήσων και συναινέσει αυτών ενεκρίθη ν'
            αναδειχθή πρόεδρος της βουλής ο Γεώργιος Κουντουριώτης,
            αποποιηθέντος την θέσιν ταύτην του πρεσβυτέρου αδελφού
            αυτού, Λαζάρου· αλλά, μηδέ του Γεωργίου την προσφοράν
            δεχθέντος, ανεδείχθη πρόεδρος ο γαμβρός των Κουντουριωτών
            Ορλάνδος. Η ανάδειξις αύτη δυσηρέστησε τας Σπέτσας και τα
            Ψαρά, δυσηρέστησε και το αντιπολιτευόμενον τους
            Κουντουριώτας κόμμα των Υδραίων μη διαφιλονεικούν τα
            πρωτεία μόνων των Κουντουριωτών· τόσον δε ηύξησεν η
            δυσαρέσκεια, ώστε ηναγκάσθη ο Ορλάνδος να παραιτηθή.
            Αλλ', αν οι αντίπαλοί του κατώρθωσαν την πτώσιν του, δεν
            κατώρθωσαν και την αντικατάστασίν του ως ήθελαν· εις
            αποφυγήν δε πάσης αντιζηλίας συγκατετέθησαν άκοντες να μη
            πληρώση την κενωθείσαν θέσιν νησιώτης· αλλ' εντεύθεν
            προήλθεν άλλο κακόν χείρον του πρώτου. Εθήρευε την θέσιν
            ταύτην ο επί της πρώτης περιόδου νομοτελεστής, και επί
            της ήδη αρξαμένης βουλευτής, Αναγνώστης Δεληγιάννης· είχε
            δε συνεργόν και τον νέον συμπένθερόν του, Κολοκοτρώνην,
            επανελθόντα πρό τινων ημερών από Σαλαμίνος εις
            Τριπολιτσάν προς επίσπευσιν της προαποφασισθείσης
            εκστρατείας των επαρχιών και προς είσπραξιν του εράνου
            και παύσιν δεινών τινων και φονικών ταραχών μεταξύ
            Μιστριωτών και Αρκαδίων εν Τριπολιτσά επί της εκείθεν εις
            τα στρατόπεδα μεταβάσεώς των. Αλλ' η βουλή έστρεψε τους
            οφθαλμούς της εις τον Μαυροκορδάτον διατρίβοντα εισέτι εν
            Τριπολιτσά και ετοιμαζόμενον να μεταβή εις Σαλαμίνα.
            Πολλού δε λόγου περί της εκλογής ταύτης γενομένου,
            εψηφοφορήθησαν την 10 Ιουλίου οι δύο ούτοι υποψήφιοι, και
            εξελέχθη διά ψήφων 41 προς μίαν και μόνην ο
            Μαυροκορδάτος. Ωργίσθη ο Δηληγιάννης επί τη αποτυχία του,
            εξώκειλεν εις απρεπείς λόγους εντός της βουλής, επεπλήχθη
            αυστηρώς παρ' αυτής, ανεχώρησε διαρκούσης της
            συνεδριάσεως παρακολουθούμενος παρ' ενός βουλευτού, του
            συνεπαρχιώτου του, του μόνου υπέρ αυτού ψηφίσαντος,
            κατεθορύβησε την πόλιν και ηπείλησε να κινήση χείρα
            ένοπλον εις ακύρωσιν της εκλογής· συνέφασκε δε καθ' όλα
            και συνέπραττε και ο Κολοκοτρώνης, μεμφόμενος αναφανδόν
            εν ονόματι του νομοτελεστικού τον Μαυροκορδάτον ως
            ραδιουργήσαντα επί της εκλογής, και ως μελετώντα την
            καταδίωξιν του νομοτελεστικού διά της βουλής χάριν της
            φιλαρχίας του. Ηρέσκετο αναμφιβόλως ο Μαυροκορδάτος επί
            τη εκλογή του, διότι απεμακρύνετο του νομοτελεστικού,
            ούτινος την πολιτικήν ούτ' ενέκρινεν ούτε ήλπιζε να
            μεταβάλη, και διότι, ανίσχυρος ως γραμματεύς του
            νομοτελεστικού, καθίστατο ισχυρός ως πρόεδρος της βουλής·
            αλλά προείδεν εν ταυτώ ότι η εκλογή του και την βουλήν
            και το νομοτελεστικόν εις φανεράν ρήξιν θα έφερε, και
            αυτόν εις μέγαν κίνδυνον θα εξέθετε· διά τούτο την
            απεποιήθη επί λόγω, ότι εβλάπτετο μάλλον ή ωφελείτο η
            πατρίς. Αλλ' η βουλή, αισθανομένη την αξιοπρέπειάν της
            και θέλουσα να δείξη ότι εις ουδενός υπέκειτο ορέξεις,
            επέμενεν εις ό,τι εψήφισεν· επέμενε και ο Μαυροκορδάτος
            εις την αποποίησίν του και δεν υπήκουσεν ει μη αφ' ού η
            βουλή διεμαρτυρήθη εν ονόματι του έθνους κατ' αυτού ως
            παρηκόου.

            Εν τοσούτω, η πολιτική θύελλα, ην προείδε και
            προανήγγειλεν ο Μαυροκορδάτος, ηγέρθη. Ο Κολοκοτρώνης,
            και οίκοθεν κινούμενος και υπό του αποτυχόντος συγγενούς
            του ερεθιζόμενος, και ως αντιπρόσωπος του απόντος
            νομοτελεστικού αποδοκιμάζοντος την εκλογήν ταύτην
            ενεργών, εβόα κατά του Μαυροκορδάτου. Η βουλή, ήτις ήθελε
            να ταπεινώση την οφρύν του βοώντος, μυκτηρίζουσα τας
            απειλάς του, τω ανήγγειλεν ότι η ψήφος της, ό,τι και αν
            επήρχετο, ήτον αμετάτρεπτος. Αλλ' ο Μαυροκορδάτος,
            φοβούμενος μη πάθη, παρητήθη ακούσης της βουλής μετά δύο
            ημέρας αφ' ού προέδρευσε, και κατέφυγε νυκτοπορών εις
            Ύδραν.

            Η δε βουλή, επιμένουσα εις όσα εψήφισεν, εθεώρει τον
            Μαυροκορδάτον, και παραιτηθέντα, ως πρόεδρόν της και δεν
            τον αντικατέστησεν· αλλ', επειδή επί τη παραιτήσει αυτού
            έτυχε να λείπη ο αντιπρόεδρος, εκάθισεν επί της
            προεδρικής έδρας ε π ι τ ρ ο π ι κ ώ ς μέχρι της επανόδου
            του αντιπροέδρου τον Πανούτσον Νοταράν, πρεσβύτερον των
            βουλευτών. Αλλά το κακόν και επί τη παραιτήσει του
            Μαυροκορδάτου έμεινεν αθεράπευτον, και τα δύο κυβερνητικά
            σώματα αναφανδόν έκτοτε διηρέθησαν. Αβουλία, εμπάθεια και
            ιδιοτελείς σκοποί παρέφεραν το εν Σαλαμίνι νομοτελεστικόν
            και τους εν Τριπολιτσά ομόφρονές του εις τα περί ων ο
            λόγος άτοπα. Το δικαίωμα της βουλής να εκλέξη όποιον
            ήθελε πρόεδρόν της ήτο βεβαίως ιερόν, απαραβίαστον και
            αδιαφιλονείκητον, οι δε νομοτελεσταί ασυστόλως το
            κατεπάτουν επί λόγω ότι εξετρέπετο η βουλή των καθηκόντων
            της, θέλουσα ν' αφαρπάση εκ των κόλπων του νομοτελεστικού
            τον υπάλληλόν του, ως αν δεν ήτον ελεύθερος ο υπάλληλός
            του να μείνη ή να μη μείνη εις ην εκλήθη υπαλληλίαν.
            Τοιαύτη διαγωγή, προσβάλλουσα την ανεξαρτησίαν της βουλής
            και καταστρέφουσα την ελευθερίαν του πολίτου, παρώργισε
            το κοινόν· αι δε αγανακτούσαι κατά του νομοτελεστικού
            ναυτικαί νήσοι εξηγριώθησαν επί τη διενέξει ταύτη,
            εδέχθησαν ευμενέστατα τον Μαυροκορδάτον, απέστρεψαν το
            πρόσωπόν των από του νομοτελεστικού, και εθεώρησαν έκτοτε
            μόνον το βουλευτικόν άξιον εμπιστοσύνης. Επήλθαν δε και
            άλλα κακά εξ αιτίας του συνοικεσίου Κολοκοτρώνη και
            Δηληγιάννη· οι πλειότεροι και γνωστότεροι των πολιτικών
            φίλων και συγγενών του Κολοκοτρώνη, οι μισούντες τους
            Δηληγιάννας, απεσπάσθησαν αυτού· αντεπολιτεύθησαν αυτόν
            και πολλοί των συνεπαρχιωτών του Καρυτινών των υπό την
            επιρροήν του Πλαπούτα, του υπέρ πάντα άλλον επί τω
            συνοικεσίω οργισθέντος, και ήγειραν όπλα κατ' αυτού
            προσελθόντος εις καθησύχασίν των· όπλα ήγειραν κατά του
            Δικαίου, υπουργού των εσωτερικών και ομόφρονος του
            Κολοκοτρώνη, και οι συνεπαρχιώται εκείνου Λεονταρίται·
            δεινά ηπείλουν και αυτήν την Τριπολιτσάν διά την φονικήν
            αλληλομαχίαν των Μιστριωτών και των Αρκαδίων· η δε
            εδρεύουσα εν αυτή βουλή εκινδύνευε και αύτη να πάθη,
            διότι οι επί τη εκλογή του Μαυροκορδάτου κατ' αυτής
            οργισθέντες υπενήργουν την διάλυσίν της. Εκτεθειμένη δε
            τοιουτοτρόπως εις τας φανεράς και μυστικάς προσβολάς των
            εναντίων της, ποτέ μεν εζήτει εις ασφάλειάν της αύξησιν
            της φρουράς της, ποτέ δε εσκέπτετο να μετατοπήση εις
            Ναύπλιον, και επί τέλους απεφάσισε να μεταβή εις Σαλαμίνα
            παρά τω νομοτελεστικώ, διέκοψε την 28 τας εν Τριπολιτσά
            εργασίας της και τας επανέλαβεν εν Σαλαμίνι την 24
            αυγούστου. Τοιαύτη ήτον η κατάστασις των γενικών και
            επαρχιακών πραγμάτων της πατρίδος τω καιρώ εκείνω. Το
            νομοτελεστικόν διά της άφρονος διαγωγής του τα ώθει καθ'
            ημέραν εις το χείρον.

            Καθ' όν δε καιρόν μετέβη το νομοτελεστικόν εις Σαλαμίνα,
            τα των Αθηνών είχαν ούτως.

            Εφρουράρχει απόντος του Οδυσσέως ο Γκούρας. Ζηλότυπος
            ούτος της Αρχής του, ην έβλεπεν ότι τινές εντόπιοι
            αντεποίουντο, εκίνησε χείρα βαρείαν κατ' αυτών, λαβών
            πρόφασιν συμβάσαν τινα ταραχήν ως δήθεν υποκινηθείσαν
            καθ' αυτού, και εκακοποίησε πολλούς· τους δε δημογέροντας
            εκάθηρε. Καθ' ας δε ημέρας εβιαιοπράγει, ήλθεν είδησις
            ότι ο εν Ευβοία Περκόφτσαλης και ο Καρύστιος Ομέρης,
            εσχάτως αναδειχθείς πασάς, εστράτευσαν εις Αθήνας. Επί τη
            ειδήσει ταύτη οι μεν γέροντες, αι γυναίκες και τα παιδία
            κατέφυγαν, ως και άλλοτε, εις Σαλαμίνα και Αίγιναν, οι δε
            δυνάμενοι να οπλοφορώσιν, ως 800, εναπέμειναν· εστάλησαν
            διά των ενεργειών της κυβερνήσεως και 200 εκ Σαλαμίνος·
            ήσαν και εντός της ακροπόλεως 400 μισθωτοί· ώστε όλοι οι
            υπερασπισταί των Αθηνών επί της εχθρικής ταύτης
            επιστρατείας ήσαν 1400.

            Την δε 30 Ιουνίου εξεστράτευσεν ο Γκούρας προς τα όρια
            της Αττικής, αφήσας αντιφρούραρχον τον εξάδελφόν του
            Μαμούρην, και την 7 Ιουλίου επανήλθεν εις Αθήνας και
            διέταξε τους χωρικούς να εγκαταλείψωσι τας οικίας των και
            καταφύγωσιν εις τα όρη.

            Την δε 25 αυγούστου διεχύθησαν οι Τούρκοι εις την Αττικήν
            καρπολογούντες, λεηλατούντες και αιχμαλωτίζοντες.
            Πεντακόσιοι δε ιππείς ήλθαν την αυτήν ημέραν πλησίον και
            αυτής της πόλεως και συνέλαβαν 40 γεωπόνους, αλλ'
            απεκρούσθησαν και ωπισθοδρόμησαν· επανήλθαν και τας δύο
            ακολούθους ημέρας, καί τινες αυτών διεσπάρησαν εις τον
            ελαιώνα και εφόνευσαν 12 Έλληνας· αλλ' έπαθαν επί της
            επανόδου των απαντήσαντες τους περί τον Δημήτρην Λέκκαν.
            Άγνωστος ήτον ο σκοπός της εκστρατείας ταύτης, και ο
            Γκούρας υπώπτευσεν, ότι απέβλεπεν εις πολιορκίαν των
            Αθηνών· διά τούτο ανεκόμισεν εις την ακρόπολιν τας εν τη
            πόλει τροφάς. Οι Τούρκοι, μη έχοντες, ως εφάνη, τοιούτον
            σκοπόν, επανήλθαν πανστρατιά την 1 σεπτεμβρίου εις
            Κάλαμον δουλαγωγούντες πλήθος γυναικών· διελύθη δε και το
            στρατόπεδόν των διά την επικρατούσαν επιδημίαν· και οι
            μεν υπό τον Ομέρπασαν εισήλθαν εις Εύβοιαν, οι δε υπό τον
            Περκόφτσαλην ασθενούντα βαρέως ανεχώρησαν εις Ζητούνι.
            Ανεχώρησαν κατόπιν αυτών και οι εν τη Βοιωτία
            στρατοπεδεύοντες υπό τον Σελήχπασαν. Αναχωρησάντων δε των
            εχθρών, επανήλθαν οι εις τας νήσους καταφυγόντες Αθηναίοι
            και οι λοιποί Στερεοελλαδίται εις τα ίδια. Τοιούτον το
            πέρας της εις Ανατολικήν Ελλάδα εφετεινής εκστρατείας.

            Μετά δε την αναχώρησιν των εχθρών η κυβέρνησις διέταξεν
            εκστρατείαν εις Εύβοιαν υπό τον Οδυσσέα ελθόντα εις
            Σαλαμίνα προς έντευξιν των μελών του νομοτελεστικού·
            συλλέξασα δε διά συνεισφορών χρήματα τινα εις έκπλουν του
            στόλου απεφάσισε να επανέλθη εις Πελοπόννησον, διότι ο
            σκοπός της μεταβάσεως της επληρώθη επί τη εις τα ίδια
            επανόδω των εχθρών· και το μεν νομοτελεστικόν ανεχώρησεν
            εις Ναύπλιον την 25 σεπτεμβρίου, το δε βουλευτικόν
            διέκοψε τας εργασίας του την 17 Οκτωβρίου, και μετέβη εις
            Άργος.



            1823

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΔ'



            &Εκστρατεία υπό τον πασάν της Σκόδρας Μουσταήν εις
            Δυτικήν Ελλάδα. — Άφιξις Κωνσταντίνου Μεταξά εις
            Μεσολόγγι ως γενικού επάρχου. — Κατάστασις της Δυτικής
            Ελλάδος και τα περί συνοικισμού Σουλιωτών εν Ζαπαντίω — Ο
            Μάρκος Μπότσαρης σχίζει το δίπλωμα της στρατηγίας του. —
            Απόβασις εχθρών εις Γαλατάν και αποτυχία αυτών. —
            Εφόρμησις νυχτερινή Σουλιωτών εις το εν Καρπενησίω
            εχθρικόν στρατόπεδον και θάνατος Μάρκου Μπότσαρη. — Μάχη
            Καλιακούδας και θάνατος Ζηγούρη Τσαβέλλα και Νικολού
            Κοντογιάννη. — Πολιορκία Ανατολικού και λύσις αυτής —
            Άφιξις Μαυροκορδάτου εις Μεσολόγγι ως γενικού διευθυντού.
            — Παράδοσις Κορίνθου. — Εκστρατεία εις Εύβοιαν υπό τον
            Οδυσσέα.&

            Δι' ον σκοπόν κατέπλευσε το παρελθόν έτος ο οθωμανικός
            στόλος εις τον κόλπον των Πατρών, διά τον αυτόν
            κατέπλευσε και το ενεστώς, ό εστι, διά την εκ της
            Ανατολικής και της Δυτικής Ελλάδος μεταβίβασιν εις
            Πελοπόννησον στρατευμάτων.

            Είδαμεν, ότι τα πατήσαντα την Ανατολικήν Ελλάδα
            στρατεύματα υπό τον Περκόφτσαλην επανήλθαν άπρακτα εις τα
            ίδια· δεν ευδοκίμησεν ουδ' ο εν Πάτραις Ισούφης εν τη
            κατά την Ήπειρον στρατολογία του, διότι οι
            στρατολογηθέντες, αφ' ού συνήχθησαν εις Βόνιτσαν, και εν
            ώ ανεμένοντο τα πλοία προς μετακόμισίν των εις
            Πελοπόννησον, αφηνίασαν διά των ραδιουργιών του Βρυώνη
            φθονούντος την επιτυχίαν του κινήματος τούτου, επάτησαν
            την σκηνήν του αρχηγού των καταβοώντες, επροπληρώθησαν
            τρίμηνον μισθόν δι' απειλών και ύβρεων, ελειποτάκτησαν
            όλοι και επανήλθαν διά του Μακρυνόρους εις τα ίδια
            μηδαμώς ενοχληθέντες επί της διαβάσεως των υπό των
            Ελλήνων. Ματαιωθείσης της στρατολογίας ταύτης, επέκειτο
            μόνη η υπό τον πασάν της Σκόδρας Μουσταήν εκστρατεία
            πολυπληθεστέρα και φοβερωτέρα των άλλων, ως συγκειμένη εκ
            16,000, εξ ών 13,000 Σκοδριανοί, Γκέγκαι και Μερεδίται
            υπό την οδηγίαν του στρατάρχου, οι δε λοιποί Αλβανοί υπό
            την του Βρυώνη, ό εστιν όλοι εμπειροπόλεμοι. Εσκόπευαν δε
            να εισβάλωσιν εις την Δυτικήν Ελλάδα, οι μεν
            ακολουθούντες τον στρατάρχην διά των Αγράφων, οι δε τον
            Βρυώνην διά του Καρβασαρά, και να ενωθώσιν έμπροσθεν του
            Μεσολογγίου πολιορκουμένου διά θαλάσσης αφ' ότου
            κατέπλευσεν ο στόλος εις τον κόλπον των Πατρών.

            Η Δυτική Ελλάς μετά την αναχώρησιν του Μαυροκορδάτου
            ετέλει υπό τριμελή επιτροπήν, ην ούτος εσύστησε και η
            κυβέρνησις επεκύρωσεν. Αλλά το νέον νομοτελεστικόν, διά
            την προς τους φίλους του Μαυροκορδάτου δυσπιστίαν, έπαυσε
            την επιτροπήν και διώρισε την 5 Ιουνίου γενικόν έπαρχον
            Αιτωλίας και Ακαρνανίας τον τότε αρχηγόν του τάγματος των
            Κεφαλλήνων, Κωνσταντίνον Μεταξάν· διά διατάγματος δε της
            13 τω έδωκε και στρατιωτικήν εξουσίαν καθ' όλην την
            Δυτικήν Ελλάδα. Διέτριβεν ούτος τας ημέρας εκείνας εν τη
            επαρχία των Πατρών μετά των υπ' αυτόν στρατιωτών, και η
            μετάβασίς του εις Μεσολόγγι εφαίνετο επικίνδυνος διά τον
            επικρατούντα θαλάσσιον αποκλεισμόν της πόλεως. Αλλά δύο
            ένοπλα πλοιάρια του Μεσολογγίου διέπλευσαν αβλαβώς εις
            την αντικρύ πελοποννησιακήν παραλίαν και αβλαβώς
            επανέπλευσαν φέροντα αυτόν υπό το πυρ των εχθρών.

            Αθλία ήτον η κατάστασις της Δυτικής Ελλάδος καθ' όν
            καιρόν επέκειτο τοιούτος κίνδυνος. Τα πλείστα των
            ταγμάτων της, περιφερόμενα τήδε κακείσε, έζων εξ αρπαγής·
            τινά δε υπό τον Μάρκον Μπότσαρην, τους Τσαβέλλας, τον
            Μακρήν και τον Τσόγκαν διέτριβαν εντός του Μεσολογγίου
            και του Ανατολικού τρεφόμενα, διά την παντελή ένδειαν του
            ταμείου, υπό των πολιτών, και εκ τούτου προήρχετο μέγας
            γογγυσμός, και συνέβαιναν συχναί και βαρείαι συγκρούσεις.
            Επεκράτει δε και διχόνοια των οπλαρχηγών και των
            πολιτικών όλης σχεδόν της Δυτικής Ελλάδος· διεφώνουν και
            οι οπλαρχηγοί προς αλλήλους. Οι Σουλιώται εζήτησαν να
            συνοικισθώσιν εν Ζαπαντίω, κώμη εθνική πλησίον του
            Βραχωρίου· η δε κυβέρνησις καλώς ποίουσα διέταξε να τοις
            χαρισθώσιν όλαι της κώμης εκείνης αι γαίαι· αλλ' οι
            πλείστοι των πολιτικών και πολεμικών των μερών εκείνων
            και οι κάτοικοι των εν γένει δυσηρεστήθησαν και
            παρήκουσαν την διαταγήν της κυβερνήσεως, θέλοντες να
            οικειοποιηθώσι τας περί ων ο λόγος γαίας. Μέγα δε
            εμπόδιον εις πάσαν κατά του εχθρού εκστρατείαν εφαίνετο η
            περί της υποθέσεως ταύτης λογομαχία. Εις διόρθωσιν του
            κακού τούτου και εις κίνησιν των στρατευμάτων συνεκάλεσεν
            ο γενικός έπαρχος, άμα φθάσας, πολιτικήν και στρατιωτικήν
            συνέλευσιν εις τα Κερασοβίτικα καλύβια, όπου γενομένου
            πολλού λόγου περί της επικινδύνου καταστάσεως του τόπου,
            περί των επικρατουσών διχονοιών, και περί της ανάγκης της
            κοινής ενώσεως, επείσθησαν όλοι ν' αγωνισθώσι πρώτον εις
            το να διατηρηθή ελεύθερος ο τόπος ον ηπείλει η επικειμένη
            εχθρική εισβολή, και έπειτα να λύσωσιν εν αδελφική αγάπη
            τα περί συνοικισμού ζήτημα (α). Τούτου δε γενομένου,
            εσυστήθησαν δύο συμβούλια παρά τω γενικώ επάρχω, το μεν
            πολεμικόν το δε πολιτικόν, και κοινή γνώμη απεφασίσθη οι
            μεν Σουλιώται και οι υπό τον Καραϊσκάκην, τον Γιολδάσην,
            τον Σαδήμαν, τον Κίτσον και άλλους οπλαρχηγούς να
            συγκεντρωθώσι κατά το Καρπενήσι προς αντίκρουσιν των δι'
            εκείνης της οδού ερχομένων εχθρών, οι δε υπό τον Τσόγκαν,
            τον Μακρήν και άλλους κατά την Λάσπην προς αντίκρουσιν
            των υπό τον Βρυώνην ερχομένων διά Καρβασαρά.

            Αφ' ού επροσκύνησεν ο Βαρνακιώτης, διωρίσθη αντ' εκείνου
            στρατηγός κατά την Δυτικήν Ελλάδα ο Μάρκος Μπότσαρης. Ο
            διορισμός ούτος επλήγωσε την φιλοτιμίαν των οπλαρχηγών
            του μέρους εκείνου. Ουδείς αυτών διεφιλονείκει τα
            πολεμικά προτερήματα του Μάρκου, αλλ' ουδείς ήθελε να τω
            δώση και τα πρωτεία· η δε κυβέρνησις, είτε εις ταπείνωσιν
            του Μάρκου, ον υπέβλεπεν ως φίλον του Μαυροκορδάτου, είτε
            εις καθησύχασιν των ταραττομένων και ταραττόντων
            οπλαρχηγών και αντιποιουμένων την αυτήν τιμήν, έστειλε
            πρός τινας αυτών διπλώματα στρατηγίας. Ο Μάρκος εξέλαβε
            την αποστολήν των διπλωμάτων τούτων ως ύβριν και
            καταβιβασμόν, και μη καταδεχόμενος να ήναι ίσος των
            άλλων, έσχισεν, οργήν πνέων, ενώπιον πολλών οπλαρχηγών το
            δίπλωμά του ειπών, «όποιος είναι άξιος λαμβάνει δίπλωμα
            μεθαύριον έμπροσθεν του εχθρού». Ταύτα είπε, και την
            επαύριον εξεστράτευσε μετά των περί αυτόν. Εξεστράτευσαν
            κατόπιν αυτού και τα λοιπά στρατεύματα.

            Ο δε εν Πάτραις Χουσρέφης, βλέπων ότι η επαρχία
            Μεσολογγίου και Ανατολικού έμεινε κενή στρατευμάτων,
            εξέτεινε μετ' ολίγας ημέρας την ναυτικήν του γραμμήν από
            Ναυπάκτου εις Κανδύλαν, έκαυσε το Νεοχώρι και τον
            Γαλατάν, και απεβίβασεν επί της παρά τον Γαλατάν παραλίας
            ικανούς στρατιώτας και ναύτας και έστησεν εκεί
            στρατόπεδον αλλ' οι εντόπιοι, Μεσολογγίται και
            Ανατολικιώται, επεξήλθαν υπό τον έπαρχον, και μάχης
            γενομένης υπερίσχυσαν και ηνάγκασαν τους αποβιβασθέντας
            να αναβιβασθώσιν εις τα πλοία των.

            Οι δε υπό τον πασάν της Σκόδρας εκστρατεύσαντες
            επροχώρησαν λήγοντος του Ιουλίου διά των Αγράφων προς το
            Καρπενήσι κατερημούντες τον τόπον. Ουδείς δε των Ελλήνων
            οπλαρχηγών του Ασπροποτάμου ή των Αγράφων τοις ηναντιώθη,
            αλλ' οι μεν έφευγαν απέμπροσθεν αυτών, οι δε
            εψευδοπροσκύνουν (β).

            Την 5 αυγούστου η προφυλακή των εχθρών, ως 5000, υπό τον
            Τσελελενδήμπεην, έφθασεν εις την κωμόπολιν του
            Καρπενησίου· και ούτος μεν ηυλίσθη κατά το Κεφαλόβρυσον,
            το δε στράτευμα κατέλαβε τα έξωθεν της κωμοπόλεως
            λειβάδια και άλλα πεδινά μέρη. Έξ ημέρας δε πριν
            στρατοπεδεύση εκεί ο εχθρός, οι εκστρατεύσαντες εκ
            Μεσολογγίου και άλλοι υπό τον Γιολδάσην και τον Σαδήμαν,
            συνενωθέντες καθ' οδόν, έφθασαν εις Σοβολάκου. Εκεί
            συνήντησαν τον Καραϊσκάκην, πάσχοντα βαρέως και
            απερχόμενον προς θεραπείαν εις Προυσόν· μαθόντες δε πού
            εστρατοπέδευσεν η εχθρική προφυλακή, παρεστρατοπέδευσαν
            και ούτοι, 1200, οι μεν περί τον Μάρκον εν τω Μικρώ
            Χωρίω, οι δε περί τους Τσαβέλλας και λοιπούς οπλαρχηγούς,
            εν οίς και ο Βέικος και ο Κίτσος Τσαβέλλας, εν τω Μεγάλω
            Χωρίω.

            Αδύνατον εθεώρησαν ο Μάρκος και οι λοιποί να πολεμήσωσιν
            ευτυχώς τόσον ολίγοι προς τόσον πολλούς εκ του συστάδην
            και παρρησία. Τολμηρά τις νυκτερινή επίθεσις εφαίνετο η
            μόνη ελπίς των. Επί τω σκοπώ τούτω εισέδυσαν την νύκτα
            της 7 αυγούστου εις το εχθρικόν στρατόπεδον επί κατασκοπή
            ο Ντούσας, ο Μπαϊρακτάρης, ο Κουτσονίκας και άλλοι, και
            ενδεδυμένοι ως οι εχθροί, και λαλούντες την αυτήν
            γλώσσαν, περιεφέροντο ακινδύνως, και παρατηρήσαντες τα
            πάντα επανήλθαν εις το Μικρόν Χωρίον την αυτήν νύκτα και
            ανέφεραν όσα είδαν. Συμβουλίου δε γενομένου την επαύριον,
            απεφασίσθη να πέσωσιν εις το εχθρικόν στρατόπεδον την
            επιούσαν νύκτα, ε' ώραν μετά την δύσιν του ηλίου, οι μεν
            υπό τον Μάρκον διά του πεδινού μέρους, οι δε λοιποί διά
            του ορεινού, του κατά τον Άγιον Αθανάσιον και οι μεν περί
            τον Μάρκον, 350, όλοι Σουλιώται, δοθέντος διά της
            σάλπιγγος του συνθήματος της επιθέσεως, επάτησαν πρώτοι
            το εχθρικόν στρατόπεδον έν τέταρτον μετά την ορισθείσαν
            ώραν, και ευρόντες τους εχθρούς κοιμωμένους περιεφέροντο
            φονεύοντες· αλλά μόνον ολίγοι υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν
            επέπεσαν εκ του ετέρου μέρους, των πολλών απειθησάντων.
            Εξεπλάγησαν και εσκοτίσθησαν κατ' αρχάς οι προσβληθέντες
            διά το απροσδόκητον πάθημά των, πολλοί δε άφησαν τας
            θέσεις των και ετράπησαν εις φυγήν ζητούντες ασφάλειαν·
            αν δε τις εκίνει το όπλον του, ηγνόει αν κατ' εχθρού ή
            κατά φίλου το εκίνει. Εν μέσω δε της αλληλομαχίας ταύτης
            ο Μάρκος επληγώθη κατά τον δεξιόν βουβώνα, αλλ' η πληγή
            ήτον ελαφρά, την ωλιγώρησε, και προχωρών μετά τινων των
            περί αυτόν έφθασεν είς τι χωράφιον τοιχόκλειστον, όπου
            ήσαν πολλοί εχθροί εσκηνωμένοι· ήτο δε ο τοίχος
            ανδρομήκης. Ο Μάρκος ύψωσε την κεφαλήν του υπεράνω του
            τοίχου προς παρατήρησιν, και σφαιροβληθείς εν τω άμα επί
            του μετώπου κατά τον δεξιόν οφθαλμόν έπεσε νεκρός.
            Απέκρυψαν κατ' αρχάς οι περί αυτόν τον θάνατόν του και
            επέμεναν πολεμούντες· αλλ' επειδή ο σαλπιγκτής του
            τάγματος επληγώθη και αυτός βαρέως, ήγγιζε και η ημέρα,
            απεφάσισαν να υποχωρήσωσιν εν τάξει. Τότε νωτοφορούντος
            του Ντούσα το σώμα του Μάρκου, νωτοφορούντων και των
            άλλων τους βαρέως πληγωμένους, απεχώρισαν όλοι του πεδίου
            της μάχης ησύχως, και μηδαμώς διωκόμενοι δι' όλης της
            πορείας των έφθασαν εις το Μικρόν Χωρίον λαφυραγωγήσαντες
            690 τουφέκια, 1000 πιστόλας, δύο σημαίας, πολλούς ίππους
            και ημιόνους, και άλλα είδη. Εύληπτος εντεύθεν η μεγάλη
            φθορά των εχθρών, εκ δε των Ελλήνων 36 εφονεύθησαν, και
            20 επληγώθησαν. Την δε 10 αυγούστου μετεκομίσθη ο νεκρός
            του Μάρκου εις Μεσολόγγι όπου εκηδεύθη λαμπρώς· μέγα δε
            πένθος καθ' όλην την Ελλάδα διήγειρεν ο θάνατός του,
            θεωρηθείς δικαίως εθνικόν δυστύχημα.

            Αποθανόντος του Μάρκου, οι υπ' αυτόν Σουλιώται ετέθησαν
            αυθόρμητοι υπό τον αδελφόν του Κώσταν, και εξ αιτίας όσων
            υπέφεραν επί της μάχης κατέβησαν εις Βλωχόν και εσκήνωσαν
            κατά τα γεφύρια του Αλαήμπεη. Οι δε άλλοι, οι υπό τους
            Τσαβέλλας, τον Γιολδάσην και τον Σαδήμαν, διέμειναν εν τη
            επαρχία του Καρπενησίου και κατέλαβαν την θέσιν της
            Καλιακούδας. Εν τούτοις συνήλθεν όλον το οθωμανικόν
            στρατόπεδον εις Καρπενήσι, και εκρίθη εύλογον να μη
            προχωρήση πριν διαλύση το κατά την Καλιακούδαν. Είχαν ήδη
            φθάσει εις το στρατόπεδον τούτο και άλλοι 300 υπό τον
            Ροδόπουλον σταλέντες παρά του Λόντου· είχε φθάσει και ο
            Νικολός Κοντογιάννης μετά 1000, ώστε ήσαν όλοι οι εν
            Καλιακούδα 2000. Δυσπρόσιτον και κρημνώδες είναι το
            νότιον μέρος της θέσεως εκείνης· διά τούτο ετοποθετήθησαν
            όλοι κατά το βόρειον, το και ομαλώτερον, απέναντι του
            εχθρού· μόνον δε 100 κατέλαβαν τα νότιον υπό τον Σαδήμαν.

            Την 28 αυγούστου τετράκις επέπεσεν ο εχθρός πανστρατιά,
            αλλ' απεκρούσθη και εβλάφθη· εν ουδεμία δε των προσβολών
            εδυνήθη ουδ' ένα Έλληνα να μετατοπίση· αλλά, διαρκούσης
            της μάχης, εξεκόπησαν 400 εχθροί, και πλήρεις τόλμης
            κατέλαβαν διά του νοτίου μέρους τα οπίσθια των Ελλήνων,
            έτρεψαν φανέντες αίφνης τους εκεί και εκυρίευσαν την
            θέσιν των. Έμπροσθεν και όπισθεν οι Έλληνες τότε
            πολεμούμενοι ερρίφθησαν εις το μέσον του εχθρικού στρατού
            επ' ελπίδι φυγής, διότι δεν υπήρχεν άλλη διέξοδος· 150
            εφονεύθησαν, εν οίς και οι οπλαρχηγοί Ζηγούρης Τσαβέλλας
            και Νικολός Κοντογιάννης διακριθέντες διά τας ανδραγαθίας
            των. Μετά δε την φθοράν ταύτην διεσκορπίσθησαν οι
            ηττηθέντες· φόβος και τρόμος κατέλαβεν όλους τους άλλους·
            ουδαμού έκτοτε στρατόπεδον εσυστήθη, και το υπό τον πασάν
            της Σκύδρας στράτευμα κατέβαινε προς το Μεσολόγγι
            ανεμπόδιστον.

            Εν τούτοις εισεχώρησε και το υπό τον Βρυώνην διά της
            Λάσπης και ετοποθετήθη κατά την Λεπενούν, μηδενός
            αντισταθέντος, αν και ολιγάριθμον· οι δε κάτοικοι των
            μερών, όθεν διήρχοντο οι εχθροί, οι μεν ανέβαιναν τα όρη,
            οι δε διεσκορπίζοντο, και άλλοι, κυρίως δε γυναίκες και
            παιδία, κατέφευγαν εις τα εν ταις λίμναις του Βραχωρίου
            και του Λεσινίου νησίδια· οι πλείστοι δε εις Ανατολικόν
            και Μεσολόγγι.

            Ενωθέντες δε όλοι οι υπό τον πασάν της Σκύδρας και τον
            Βρυώνην καθ' οδόν, κατέβησαν προς τα παράλια της
            Αιτωλίας, μηδενός εναντιουμένου, και κατέλαβαν την 20
            σεπτεμβρίου την τρεις ώρας μακράν του Ανατολικού
            Παληοσάλτσεναν, όπου και εστρατοπέδευσαν. Η
            στρατοπέδευσις αύτη έδωκεν αφορμήν να υποπτεύσωσιν οι
            Έλληνες, ότι ο εχθρός εσκόπευε να πολιορκήση το
            Ανατολικόν. Τω όντι εξ αιτίας της αποτυχίας της περυσινής
            κατά του Μεσολογγίου εκστρατείας, και της ήδη
            ενυπαρχούσης πολυαρίθμου φρουράς, διότι τα πλείστα των
            φυγόντων απέμπροσθεν του εχθρού ταγμάτων συνέρρευσαν
            εκεί, η πόλις αύτη εθεωρείτο απόρθητος.

            Η μικρά πόλις του Ανατολικού κείται επί νησιδίου εντός
            της λίμνης του Μεσολογγίου (γ) Αλιτενές είναι το νησίδιον
            τούτο και απέχει της γης, μεθ' ης εκοινώνει τότε διά των
            λεγομένων περαταριών, κατά μεν ανατολάς έν τέταρτον του
            μιλίου, κατά δε δυσμάς ήμισυ, απέχει δε και του
            Μεσολογγίου έξ. Δισχίλιοι ήσαν οι εν τη πόλει, εξ ών 500
            ένοπλοι, εν οίς και 150 στρατιώται υπό τον Κίτσον Κώσταν
            και τον Αποστόλην Κουσουρήν ήτο δε ανόχυρος και πάντη
            ανέτοιμος εις πολιορκίαν, και ούτε πηγήν είχεν ούτε
            δεξαμενήν, αλλ' ελάμβανεν όλον το εις χρήσιν των κατοίκων
            νερόν έξωθεν.

            Οι Τούρκοι, αφ' ού εστρατοπέδευσαν κατά την
            Παληοσάλτσεναν, κατέλαβαν διά νυκτός τα χωρία Μποχώρι και
            Γαλατάν, τα απέναντι των Πατρών, προς μεταφοράν εκ της
            πόλεως ταύτης υπό στρατιωτικήν συνοδίαν των εις το
            στρατόπεδον αναγκαίων. Εν όσω διέμεναν οι Τούρκοι όπου
            εστρατοπέδευσαν, αβέβαιοι ήσαν οι Έλληνες ποίαν των δύο
            πόλεων εμελέτων να πολιορκήσωσιν επιθυμούντες δε να
            μάθωσιν ακριβώς τα μελετώμενα, και ιδόντες ότι ήρχοντο
            εχθροί καθ' ημέραν αντικρύ του Ανατολικού και παρετήρουν
            τας θέσεις,
Οκτώβριος   απέβησάν τινες των εν αυτώ την νύκτα της 2 Οκτωβρίου
            εις την αντικρύ παραλίαν και ενέδρευσαν. Την επαύριον
            ελθόντες 200 ιππείς, εν οίς καί τινες μηχανικοί, έπεσαν
            ανυπόπτως εις την ενέδραν, εσκοτώθησαν και επληγώθησάν
            τινες αυτών, επληγώθη και ο αρχηγός Αβδουλάχμπεης και
            ηχμαλωτίσθησαν 7· επληγώθησαν και 3 Έλληνες και εσκοτώθη
            και ο αξιωματικός Βασίλης Σουλιώτης. Οι Έλληνες,
            βεβαιωθέντες παρά των αιχμαλωτισθέντων ότι οι εχθροί
            εμελέτων να πολιορκήσωσι το Ανατολικόν, έσπευσαν ν'
            ανεγείρωσιν εν αυτώ κανονοστάσια επιστασία του μηχανικού
            Έλληνος Κοκκίνη και τινος Άγγλου πυροβολιτού, Μαρτίνου,
            και να επιθέσωσιν έξ κανόνια εκ Μεσολογγίου
            μετακομισθέντα. Ανήγειρε και ο πολιορκητής επί της
            παραλίας τρία πυροβολοστάσια θέσας επί μεν του ενός δύο
            βομβοβόλους, επί δε των δύο άλλων τέσσαρα κανόνια, και
            την 5 ήρχισε να κανονοβολή και βομβοβολή, την πόλιν·
            επειδή δε ανάγκη ήτο να κόψη και την διά θαλάσσης
            κοινωνίαν του Ανατολικού, ανήγειρεν επί αρμοδίας θέσεως
            τέταρτον κανονοστάσιον επιθέσας δύο κανόνια. Αλλ' οι
            Έλληνες, κανοναβολούντες ευστοχώτερον των Τούρκων, τοις
            ηνάγκασαν μετά τρεις ημέρας να το εγκαταλείψωσι, και
            ούτως η διά θαλάσσης κοινωνία δεν διεκόπη. Μικρού
            μεγέθους ήσαν αρξαμένης της πολιορκίας τα κανόνια των
            Ελλήνων, δι' ο και ολιγοβλαβή· αλλ' έλαβαν μετ' ολίγον έν 48
            λιτρών σταλέν παρά τον εν Πίση, αρχιερέως Ιγνατίου, και
            δι' αυτού απεμάκρυναν τους εχθρούς του παραθαλασσίου.

            Μετά τινας δε ημέρας επρόβαλαν οι πολιορκηταί
            συμβιβασμόν, αλλ' οι πολιορκούμενοι τον απέρριψαν.
            Βλέποντες οι εχθροί ότι αδύνατον ήτο να κυριεύσωσι την
            πόλιν άνευ θαλασσίου δυνάμεως, εζήτησαν την συνδρομήν των
            εν Πάτραις οθωμανικών πλοίων· αλλ' εξ αιτίας των ρηχών
            νερών έλαβαν εκείθεν μόνον ύλην εις κατασκευήν πλοιαρίων·
            μόλις δε κατεσκεύασαν δύο, και ιδού δέκα ένοπλα ελληνικά
            κατέμπροσθέν των. Εφοβήθησαν οι Αλβανοί ιδόντες τον
            απροσδόκητον ελληνικόν στολίσκον, έκαυσαν την νύκτα τα
            κατασκευασθέντα πλοιάριά των, και ούτως εματαιώθη η
            τοιαύτη επιχείρησις.

            Εν τοσούτω η πολιορκία διήρκει, και οι πολιορκούμενοι, αν
            δεν έπασχαν έλλειψιν τροφών, διότι τοις εστέλλοντο διά
            θαλάσσης, έπασχαν λειψυδρίαν, διότι μετακομιζόμενον το
            νερόν έξωθεν ήτο πάντοτε ολίγον· αλλ' εν μια των ημερών
            έπεσεν εχθρική βόμβα επί της εκκλησίας του αρχαγγέλου
            Μιχαήλ, έσπασε την σκέπην της, εκτύπησε το πλακόστρωτον
            έδαφός της και ανέβλυσε πόσιμον νερόν εις έκπληξιν και
            χαράν των πολιορκουμένων και εις στηριγμόν των πιστών
            εκλαβόντων την ανάβλυσιν ως θεοσημείαν. Εν τούτοις,
            παρατηρήσεως γενομένης ότι αι εις χρήσιν του εχθρικού
            στρατοπέδου τροφαί και παν άλλο αναγκαίον εστέλλοντο
            κυρίως εκ Πατρών εις Μποχώρι και εκείθεν μετεκομίζοντο
            εις το στρατόπεδον,
Νοέμβριος   300 στρατιώται και 50 εντόπιοι εξήλθαν του
            Μεσολογγίου υπό τον Κίτσον Τσαβέλλαν την νύκτα της 17
            νοεμβρίου και κατέλαβαν το Σκαλί εις αρπαγήν των
            μετακομισθησομένων την επαύριον τροφών, διότι μεταξύ του
            λόφου τούτου και τόπου τινός ελώδους διέρχεται η άγουσα
            εκ Μποχωρίου εις Ανατολικόν· αλλ' ειδοποιηθέντες παρά των
            εφισταμένων σκοπών, ότι πλήθος ιππέων και πεζών ήρχετο
            όχι από του Μποχωρίου, αλλ' από του εκτός του Ανατολικού
            στρατοπέδου, εστράφησαν προς τα εκεί, διέμειναν αφανείς,
            και φθάσαντες τους εχθρούς ανυπόπτους και απροσέκτους εις
            την υποκειμένην οδόν τους εκτύπησαν αίφνης, εφόνευσαν
            πολλούς, και διασκορπίσαντες τους λοιπούς, εξ ών τινες
            έπεσαν εις το έλος, επανήλθαν αυθήμερον εις την πόλιν
            φέροντες ίππους, λάφυρα, μίαν σημαίαν και τας κεφαλάς των
            φονευθέντων.

            Βλέπων δε ο πασάς, ότι απήντα πολλά προσκόμματα εις
            εκτέλεσιν του σκοπού του, και ότι επροχώρει και ο χειμών,
            απεφάσισε να λύση την πολιορκίαν, και καύσας τας σκηνάς
            του και αποστείλας τα κανόνια και τας βομβοβόλους εις τα
            αποκλείοντα τον λιμένα του Μεσολογγίου πλοία, όθεν
            εστάλησαν επί της ενάρξεως της πολιορκίας, έφυγεν εν βία
            πανστρατιά την νύκτα της 30, νύκτα βροχεράν και ανεμώδη
            ως αν εφοβείτο καταδίωξιν· και οι μεν διά της οδού της
            Βονίτσης οι δε διά των στενών του Μακρυνόρους επανήλθαν
            εις τα ίδια και ούτως ηλευθερώθη και το ενεστώς έτος η
            Δυτική Ελλάς. 2000 εχθροί απωλέσθησαν καθ' όλην την
            εκστρατείαν ταύτην, αλλ' οι πλείστοι εξ ασθενειών,
            ηχμαλωτίσθησαν δε 190· απωλέσθησαν και 200 Έλληνες, εξ ών
            οι 23 εθανατώθησαν επί της πολιορκίας, ηχμαλωτίσθησαν δε
            9· το δε Ανατολικόν ολίγον εβλάφθη, αν και επερρίφθησαν
            2000 βόμβαι.

            Προ της λύσεως δε της πολιορκίας εζήτησαν οι
            Αιτωλοακαρνάνες τον Μαυροκορδάτον ως διευθυντήν και
            θαλάσσιον δύναμιν εις λύσιν της πολιορκίας. Ο
            Μαυροκορδάτος εδέχθη την αίτησίν των, και η κυβέρνησις
            συνήνεσεν· αλλ' εδυσκολεύετο ο έκπλους της δυνάμεως,
            διότι εδυσκολεύετο η σύναξις των αναγκαίων χρημάτων. Επί
            τέλους απέπλευσαν 14 πλοία Ύδρας και Σπετσών· αλλά δεν
            έφθασαν εις τον λιμένα του Μεσολογγίου ει μη την 30, ό
            εστι μετά τον κίνδυνον. Τα πλοία ταύτα έφεραν εις
            Μεσολόγγι τον νέον διευθυντήν. Επί δε τω διάπλω συνέβη το
            εξής.

            Μεταξύ Σκροφών και Ιθάκης απήντησαν τα πλοία ταύτα
            εχθρικόν δικάταρτον πολεμικόν αναπλέον από Πρεβέζης εις
            Πάτρας και κομίζον χρήματα εις μισθοδοσίαν. Τινά εξ αυτών
            το επολέμησαν και το έβλαψαν, αλλ' ούτε να το βυθίσωσιν
            ούτε να το συλλάβωσιν εδυνήθησαν· ο δε κυβερνήτης του
            απελπισθείς το έρριψεν είς τινα βράχον της Ιθάκης, και
            όσοι του πληρώματος επρόφθασαν, εξερρίφθησαν. Επέδραμαν
            τότε και οι Έλληνες εις κυρίευσίν του· αλλά τινές των επί
            της γης διασωθέντων ετουφέκισαν τους αναβαίνοντας εις το
            πλοίον, εσκότωσαν ένα και επλήγωσαν δύο. Τότε επάτησαν οι
            Έλληνες την ουδετέραν γην, μη εισακουσθέντων των
            πλοιάρχων, και κατέκοψαν όσους των εχθρών επρόφθασαν
            φεύγοντας, έως ου, ελθούσης επιτοπίου δυνάμεως, επανήλθαν
            εις τα πλοία των, αρπάσαντες τα εν τω συντριβέντι πλοίω
            χρήματα· και επειδή δεν εσυμβιβάζοντο περί της διανομής,
            έφυγαν αιφνιδίως τα έχοντα τα χρήματα υδραϊκά και κατόπιν
            και τα άλλα, ώστε ο λιμήν του Μεσολογγίου έμεινε πάλιν
            απροστάτευτος.

            Δύο δε ημέρας πριν πατηθή η ουδετέρα γη της Ιθάκης,
            επατήθη και η ουδετέρα γη της Λευκάδος.

            Πλοίον υπό σημαίαν ελληνικήν, συναντήσαν παρά την Λευκάδα
            εχθρικόν, φέρον επιβάτας, το κατεδίωξε και ηνάγκασε τους
            εν αυτώ να καταφύγωσι προς ασφάλειάν των εις την ξηράν,
            όπου απέβησαν και οι καταδιώκοντες, και τους μεν
            εφόνευσαν τους δε ηχμαλώτευσαν.

            Μετά δε την εν Άστρει συνέλευσιν εδόθη η αρχηγία της
            επαρχίας Κορίνθου και η φροντίς της πολιορκίας της
            ακροκορίνθου τω Ιωάννη Νοταρά. Αλλ' η δι' εχθρικών πλοίων
            της Ακροκορίνθου και των Πατρών συγκοινωνία δεν διεκόπη·
            διά τούτο οι εν τη ακροπόλει δεν έπασχαν έλλειψιν τροφών.
            Μεσούντος του Ιουνίου έστειλεν η κυβέρνησις εις ενίσχυσιν
            της πολιορκίας τον Στάικον Σταϊκόπουλον.
Ιούλιος     Αρχομένου δε του ιουλίου μαθούσα ότι ο εν Πάτραις
            διατριβών Χουσρέφης εμελέτα να στείλη υπό την προστασίαν
            πολεμικών πλοίων πολλά τροφοφόρα εις προμήθειαν της
            ακροκορίνθου, προσαπέστειλεν εις Κόρινθον προς ματαίωσιν
            του σχεδίου τούτου 450 στρατιώτας υπό τον Γενναίον, τον
            Χελιώτην και τον Χατσή-Γιάννην, οίτινες κατέλαβαν τας
            εν τω παραθαλασσίω αποθήκας και ωχυρώθησαν εις εμπόδιον
            της αποβιβάσεως των τροφών. Οι δε υπό τον Στάικον και
            Νοταράν, ως 800, κατέσχαν τας θέσεις, Ράχιαν και Λόγκον,
            εις εμπόδιον και ούτοι της εξόδου των εχθρών από του
            φρουρίου. Την 11 ήλθαν τα προσδοκώμενα πλοία, ηύραν το
            παράλιον κατεχόμενον και ήρχισαν να κανονοβολώσιν, αλλά
            δεν εδυνήθησαν να μετατοπίσωσι τους φυλάσσοντας αυτό·
            επεξήλθαν συγχρόνως και οι εν τω φρουρίω Τούρκοι, αλλά
            και ούτοι απέτυχαν αποκρουσθέντες. Μετά διημέρους δε
            ανωφελείς δοκιμάς τα πλοία απέπλευσαν επαναφέροντα τα
            φορτία. Ματαιωθέντων των εχθρικών σχεδίων, οι πολιορκηταί
            έλαβαν τόσον θάρρος, ώστε ουδείς των πολιορκουμένων
            ετόλμα να προκύψη της πύλης. Τοιουτοτρόπως οι έγκλειστοι
            στενοχωρηθέντες, και από πάσης έξωθεν βοηθείας
            απελπισθέντες επρόβαλαν συμβιβασμόν. Ειδοποιηθείσα η
            κυβέρνησις έσπευσε να στείλη επιτρόπους εν οίς και τον
            Κολοκοτρώνην, εσυμβιβάσθη δι' αυτών και παρέλαβε το
            φρούριον την 20 Οκτωβρίου επί μετακομίσει των
            πολιορκουμένων εις Θεσσαλονίκην φερόντων τα ιδιαίτερα των
            όπλα και ενδύματα· οι όροι δε ούτοι πιστώς ετηρήθησαν
            χάρις εις την επαγρύπνησιν των αρχηγών και του
            παρευρεθέντος Νικήτα συνοδεύσαντος εις Καλαμάκι αβλαβείς
            τους παραδοθέντας, 300 άνδρας και 60 γυναίκας, οίτινες
            επιβιβασθέντες εις δύο υπό αυστριακήν και εις έν υπό
            ιονικήν σημαίαν πλοία απεβιβάσθησαν εις Θεσσαλονίκην (δ).
            Διωρίσθη δε προσωρινός φρούραρχος ακροκορίνθου ο
            Χελιώτης.

            Η δε εν Σαλαμίνι διαταχθείσα εις Εύβοιαν εκστρατεία υπό
            τον Οδυσσέα εχρειάζετο θαλάσσιον δύναμιν. Η υπηρεσία αύτη
            ανετέθη εις τους Ψαριανούς επί συμφωνία ν' αποζημιωθώσιν
            από των εισοδημάτων της αυτής νήσου, και να τοις χαρισθή
            και η περί την Ερέτριαν εθνική γη εις συνοικισμόν.
            Έπαρχος της Ευβοίας επί της περί ης ο λόγος εκστρατείας
            ήτον ο Κωλέττης. Ούτος συνάξας ένθεν κακείθεν 500
            στρατιώτας, τους έφερεν εις Αθήνας, και παραδώσας αυτούς
            εις τον Οδυσσέα μετέβη εις Κέαν επί νέα στρατολογία, και
            εκείθεν εις Ψαρά προς επίσπευσιν του έκπλου του
            στολίσκου. Έξ πλοία ψαριανά φέροντα αυτόν και όσους
            εδυνήθη να στρατολογήση κατέπλευσαν αρχομένου του
            νοεμβρίου εις τον λιμένα των Πρασιών (Πόρτο Ράφτη), όπου
            ανεμένετο ο Οδυσσεύς, διότι εκεί έμελλε να συγκεντρωθή η
            στρατιωτική και η ναυτική δύναμις της περί ης ο λόγος
            εκστρατείας. Την 7 νοεμβρίου κατέπλευσε και ο Οδυσσεύς εκ
            Πειραιώς εις τον αυτόν λιμένα φέρων επί 20 ενόπλων
            πλοιαρίων 1000 στρατιώτας· ήλθαν μετά ταύτα και άλλοι
            στρατιώται εξ Αθηνών διά ξηράς· εστάλησαν και εκ Ναυπλίου
            8 κανόνια, μία βομβοβόλος, 150 βόμβαι και κανονόσφαιραι,
            και ικανή ποσότης μολύβδου και πυρίτιδος. Την δε 16
            ανήχθη ο στολίσκος και απεβίβασεν υπό την οδηγίαν του
            αρχηγού της εκστρατείας 3000 στρατιώτας εις Αλιβέρι· εκεί
            ήλθαν και 600 Ευβοείς υπό τον περιφερόμενον εις τα όρη
            Κριεζώτην. Ο στρατός ούτος διηρέθη, και οι μεν κατέλαβαν
            τα προάστεια και τους κήπους της Καρύστου, οι δε την
            μεταξύ βράχων και θαλάσσης Κακήν Σκάλαν. Την 23 έπεσαν
            επί τους κατέχοντας την θέσιν ταύτην 700 Τούρκοι εκ των
            εν τη Χαλκίδι και απεκρούσθησαν κανονοβολούμενοι και υπό
            των πλοίων· επέπεσαν 500 υπό τον Ομέρπασαν και την 25,
            αλλ' απεκρούσθησαν και ούτοι μετά σφοδράν και πολύωρον
            μάχην· εσκοτώθησαν δε 40 εχθροί και ηχμαλωτίσθησαν 5·
            εσκοτώθησαν και 5 Έλληνες και επληγώθησαν 2. Μετά δε την
            περί ης ο λόγος μάχην οι κατέχοντες την θέσιν εκείνην
            Έλληνες μετέβησαν εις Βρυσάκια, όπου και εστρατοπέδευσαν·
            οι δε πολιορκούντες την Κάρυστον απεκρούσθησαν οσάκις
            εφώρμησαν. Μετέφεραν εξ Αθηνών ο Οδυσσεύς 20 υπονομείς,
            αλλά και δι' αυτών κατώρθωσεν ουδέν και ηναγκάσθη να
            περιορισθή εις στενήν πολιορκίαν του φρουρίου.



            1823

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΕ'



            &Στρατόπεδον Πατρών.  — Ρήξις νομοτελεστικού και
            βουλευτικού. — Καθαίρεσις του υπουργού Περούκα και του
            νομοτελεστού Μεταξά.  — Εμφύλιοι ταραχαί και συγκρούσεις.
            — Το βουλευτήριον πατείται υπό στρατιωτικής δυνάμεως εν
            Άργει και οι βουλευταί μεταβαίνουν εις Κρανίδι,  — Νέον
            νομοτελεστικόν.  — Τα μεταξύ Ρωσσίας και Τουρκίας καθ'
            όλον το έτος.&

            ΑΡΧΗΓΟΣ της εις Πάτρας εκστρατείας υπό την ανωτάτην
            διεύθυνσιν του Ζαήμη διωρίσθη ο Γιατράκος, όστις
            εστρατοπέδευσεν εν τω μοναστηρίω του Ομπλού. Μικρού λόγου
            αξία απέβη η εκστρατεία αύτη περί τα πολεμικά, αλλά
            πολλού δι' ας έδωκεν αφορμάς εις πολιτικάς διαιρέσεις. Αν
            και πολλών επαρχιών της Πελοποννήσου στρατιωτικά σώματα
            διετάχθησαν να συνέλθωσιν εις το στρατόπεδον τούτο, μόνα
            τα υπό την επιρροήν του Ζαήμη, του Λόντου, του Γιατράκου,
            του Αναγνωσταρά καί τινων άλλων συνήλθαν· τα δε υπό την
            του Κολοκοτρώνη, του Δηληγιάννη, του Σισίνη και των
            ομοφρόνων αυτών δεν εφάνησαν. Ο Κολοκοτρώνης ήθελεν, ως
            και άλλοτε, να διορισθή αρχηγός πληρεξούσιος της
            εκστρατείας ταύτης ως αντιπολιτευόμενος τον Ζαήμην και
            τον Λόντον· και επειδή δεν εισηκούετο, αντέπραττε φανερά
            εις διάλυσιν του στρατοπέδου. Εντεύθεν εκορυφώθησαν τα
            πάθη των δύο πελοποννησιακών κομμάτων, και αι διαιρέσεις
            κατήντησαν εντός τινων επαρχιών και εις στρατιωτικάς
            συγκρούσεις· εξ αιτίας δε της ολιγότητος του περί τας
            Πάτρας στρατού, οι κατ' εκείνο το μέρος εχθροί έμειναν
            ανενόχλητοι βλάπτοντες μάλλον ή βλαπτόμενοι, και η επί
            της εισβολής του πασά της Σκόδρας παθούσα Δυτική Ελλάς,
            και αι κινδυνεύσασαι πόλεις Ανατολικού και Μεσολογγίου
            υπέστησαν όλον τον αγώνα αβοήθητοι. Διήρκει μάλιστα η
            πολιορκία του Ανατολικού ότε το περί ου ο λόγος
            στρατόπεδον, το εις βοήθειαν των μερών εκείνων συστηθέν,
            διελύθη διά των ραδιουργιών των αντιπολιτευομένων, και ο
            Γιατράκος ανεχώρησεν εις τα ίδια. Αλλά, αν ευτύχησεν ο
            Κολοκοτρώνης να βλάψη τους εναντίους του, δεν ευτύχησε
            και να ωφεληθή αυτός. Άλλα επροσδόκα επί της
            αντιπροεδρίας του και άλλα ηύρεν· ωλιγόστευσεν η επιρροή
            του αντί ν' αυξήση, διότι επί τη μεταθέσει του από της
            στρατιωτικής εις την πολιτικήν υπηρεσίαν και οι συγγενείς
            του εδυσφόρησαν, και οι πλείστοι των φίλων του τον
            εγκατέλιπαν. Ίσχυεν η γνώμη του παρά τω νομοτελεστικώ,
            αλλ' ουδαμώς παρά τω βουλευτικώ· και όσον εκείνο τον
            ετίμα, τόσον τούτο τον απεστρέφετο. Ταύτα και τα τοιαύτα
            τον ηνάγκασαν να παραιτηθή της αντιπροεδρίας.

            Αλλ' αποχωριζόμενος ο Κολοκοτρώνης του νομοτελεστικού
            προσωπικώς, δεν απεχωρίζετο και πολιτικώς. Ομόφρων και
            συμπράκτωρ αυτού τον επί της αντιπροεδρίας του, τοιούτος
            διέμεινε και αφ' ού παρητήθη· προς μόνον δε τον
            συναδελφόν του Ζαήμην, προς ον αντεφέρετο και πρότερον,
            αντεφέρετο και παραιτηθείς, αλλ' ούτως είχαν προς τον
            Ζαήμην και οι λοιποί συνάδελφοί του νομοτελεσταί.

            Η δε βουλή μόνον τον Ζαήμην εκ των νομοτελεστών ετίμα και
            υπεστήριζε. Τους δε συνάρχοντάς του εθεώρει ως
            φατριαστάς, και ως τοιούτους τους απεστρέφετο και τους
            υπώπτευε· διά τούτο και επί τη επανόδω της εκ Σαλαμίνος
            δεν έστερξε να εδρεύση παρ' αυτοίς εν Ναυπλίω, διότι η
            πόλις εκείνη ήτον υπό την επιρροήν των, αλλ' έστησε την
            έδραν της εν Άργει εις πλήρη διατήρησιν της ανεξαρτησίας
            της.

            Εν ώ δε τοιαύτη ήτον η πολιτική κατάστασις των πραγμάτων,
            συνέπεσαν τα εξής, ωθήσαντα τα δύο κυβερνητικά σώματα εις
            φανεράν ρήξιν και προετοιμάσαντα δυστυχώς τον εμφύλιον
            πόλεμον.

Σεπτέμβριος Υπούργει επί των οικονομικών ο Χαραλάμπης Περούκας.
            Ούτος, εν ώ ο ζ' παράγραφος του οργανικού νόμου δεν
            επέτρεπεν επίθεσιν ή είσπραξιν φόρων άνευ νόμου, επέβαλεν
            εν Πελοποννήσω δι' απλής διαταγής του, εκδοθείσης την 4
            σεπτεμβρίου, μονοπωλείον άλατος. Επί τη φανερά ταύτη
            αυθαιρεσία οργισθείσα η βουλή ενήργησε τα κατά νόμον, και
            την 24 νοεμβρίου εκάθηρε τον υπουργόν. Ειδοποιηθέν
            επισήμως το νομοτελεστικόν εθεώρησε παράνομον την
            καθαίρεσιν επί λόγω, ότι η βουλή δεν ήτο πλήρης· δεν
            επέγραψε δε ως μέχρι τούδε τα διαγγέλματά του «προς το
            βουλευτικόν», αλλά προς  «τους εν Άργει βουλευτάς». Τω
            όντι οι συνεδριάζοντες επί τη περιστάσει ταύτη βουλευταί
            δεν απετέλουν τα δύο τρίτα των μελών του βουλευτικού όπως
            απήτει ο κθ' παράγραφος του συντάγματος προς
            νομιμοποίησιν συνεδριάσεως· ήτο δε ο απαιτούμενος αριθμός
            ελλειπής διά την επ' αδεία απουσίαν τινών, και την κατά
            προτροπήν του νομοτελεστικού αποσκίρτησιν ένδεκα, οδηγόν
            εχόντων τον επί της εκλογής προέδρου της βουλής
            αποτυχόντα Δηληγιάννην, πολλάκις εις μάτην ανακληθέντων
            και επί τέλους καθαιρεθέντων. Αλλ' όσοι βουλευταί ήσαν
            επί της καταδίκης του υπουργού, τόσοι ήσαν και αφ' ότου
            επανέλαβεν η βουλή τας εργασίας της εν Άργει, ας το
            νομοτελεστικόν εθεώρησε νομίμους· όπως δε και αν έχη το
            περί ου ο λόγος ζήτημα, η πράξις του υπουργού ήτο και
            παράνομος και αδικαιολόγητος.

            Εν ώ δε τοιαύτα επράττοντο όπου έδρευεν η κυβέρνησις, τα
            εμφύλια κακά εκορυφούντο εν ταις επαρχίαις.

            Ο Σισίνης όχι μόνον ηπείθει εις τας διαταγάς του Ζαήμη,
            αλλά και φανερά αντέπραττε. Διά τούτο ητοιμάσθησαν
            δισχίλιοι αρχηγούς έχοντες τον Ζαήμην και τον Λόντον εις
            επιστράτευσιν. Ειδοποιηθέν το νομοτελεστικόν απέστειλε
            δυνάμεις υπό τον Κολοκοτρώνην, τον Πλαπούταν και άλλους
            προς αντίκρουσιν, ώστε ο εμφύλιος πόλεμος εφαίνετο
            επικείμενος· αλλά πριν φθάσωσιν αι δυνάμεις αύται εις
            Γαστούνην, ανεχώρησαν εκείθεν οι κατά του Σισίνη
            κινηθέντες δόντες τόπον τη οργή, ο μεν Ζαήμης εις
            Καλάβρυτα, ο δε Λόντος εις Βοστίτσαν.

            Καθ' όν δε καιρόν ώδευεν ο Πλαπούτας εις υπεράσπισιν του
            Σισίνη, συνήλθαν πολλοί επαρχιώται της Καρυταίνης εις
            Δημητσάνην, προς αγοράν των δημοπρατουμένων της προσόδων·
            λογομαχίας δε γενομένης, επιστόλισεν οπαδός τις του
            Πλαπούτα τον Ανάστον Δηληγιάννην και τον επλήγωσεν. Επί
            δε τω παθήματι τούτω οι Δηληγιάνναι εσκότωσαν τον ένοχον,
            έκοψαν την κόμην της γυναικός του και εν αγνοία της
            κυβερνήσεως επολιόρκισαν το χωρίον του Παλούμπα, όπου
            διέμενεν η οικογένεια του Πλαπούτα, όστις μαθών ταύτα
            επέστρεψεν εις υπεράσπισιν των πασχόντων συγγενών του και
            συνήψε μάχην μετά των περί τους Δηληγιάννας εν Ακόβοις.
            Εν τω μεταξύ τούτω ήλθε εις το πεδίον της μάχης και ο
            Κολοκοτρώνης, όστις συγγενής και φίλος παλαιός του
            Πλαπούτα, συμπένθερος και φίλος νέος των άλλων,
            εμεσολάβησεν εις καθησύχασίν των. Κατεταράχθη το
            νομοτελεστικόν μαθόν το εν Ακόβοις συμβάν, διότι ήλθαν
            εις χείρας δύο οικογένειαι του κόμματός του, και έσπευσε
            προς διόρθωσιν του κακού ν' αποστείλη τον Μεταξάν· αλλ'
            επί τη αποστολή ταύτη ήμαρτε πολλαχώς· δεν εζήτησε την
            απαιτουμένην άδειαν της βουλής· μετά δε την αποστολήν
            απέμειναν εν Ναυπλίω δύο μόνον μέλη του νομοτελεστικού,
            εν ώ ο νόμος απήτει τουλάχιστον τρία πάντοτε παρόντα· τα
            δ' απομείναντα δύο μέλη ενήργουν ως και πρότερον, εν ώ
            πάσα ενέργεια αυτών ήτο παράνομος. Εντεύθεν λαβούσα
            δικαίαν αιτίαν η βουλή ενήργησε τα του νόμου ως και επί
            της παρανομήσεως του υπουργού Περούκα, εκήρυξε την 25 τον
            Μεταξάν εγκληματίαν και ανατροπέα του οργανικού νόμου και
            τον καθήρεσεν αντικαταστήσασα τον Κωλέττην. Ένοχοι επίσης
            ήσαν και άξιοι της αυτής ποινής και οι δύο άλλοι
            συνάδελφοι του Μεταξά· αλλ' η βουλή δεν τους συνεκάθηρεν.
            Η μετριοπάθειά της όμως αύτη δεν ωφέλησεν. Οι μη
            καθαιρεθέντες νομοτελεσταί ούτε τον Κωλέττην εδέχθησαν,
            ούτε τον Μεταξάν έκπτωτον εθεώρησαν. Φοβούμενοι δε και
            την εαυτών έκπτωσιν εκήρυτταν, ότι οι εν Άργει βουλευταί
            ενήργουν εκτός του νόμου, ελλείποντος του απαιτουμένου
            αριθμού· απέστειλαν δε την επαύριον εις Άργος τον
            φρούραρχον του Ναυπλίου Πάνον Κολοκοτρώνην, τον Νικήταν
            και τον Τσόκρην ίνα διαλύσωσι την βουλήν και συλλάβωσι
            τους πρωταιτίους ως ερεθίζοντας κατά του νομοτελεστικού
            τους άλλους βουλευτάς. Ως πρωταίτιοι δε εθεωρούντο ο
            αντιπρόεδρος Γρεσθένης, ο Ασημάκης Φωτίλας και ο
            Αναστάσιος Λόντος. Οι σταλέντες υπήγαν εις Άργος εν
            συνοδία 200 στρατιωτών, επάτησαν το βουλευτήριον
            διαρκούσης της συνεδριάσεως, ήρπασαν τα αρχεία (α) και
            διεσκόρπισαν τους βουλευτάς υβρίζοντες, απειλούντες και
            αίροντες χείρα επί τινας αυτών· επάτησαν δε διά νυκτός
            και οικίας βουλευτών, και μη ευρόντες τους ενοικούντας
            τας εγύμνωσαν. Αλλ' οι τόσον ασυστόλως ασεβήσαντες εις
            τον νόμον ώφειλαν να εμποδίσωσι πάσαν συγκέντρωσιν των
            διασκορπισθέντων βουλευτών, εξ ης θα προήρχετο η πτώσις
            των· αλλ' ουδέν ενήργησαν, και οι παθόντες βουλευταί
            ανεχώρησαν κρυφίως και ασφαλώς οι μεν διά ξηράς οι δε διά
            θαλάσσης εις Κρανίδι· επροτίμησαν δε τον τόπον εκείνον ως
            επί της Πελοποννήσου και υπό την επίσκεψιν της Ύδρας και
            των Σπετσών, ων οι κάτοικοι ήσαν του φρονήματος αυτών.
            Αφ' ού δε συνήλθαν ένθεν κακείθεν εις την κωμόπολιν
            εκείνην, διεκήρυξαν επισήμως την 3 δεκεμβρίου τα εν Άργει
            συμβάντα και τα αίτια δι' α μετέβησαν εκεί. Ασμένως
            εδέχθησαν την διακήρυξίν των αι ναυτικαί νήσοι (β), και
            τους εθάρρυναν να μη αφήσωσι το έργον των ατελές, αλλά να
            καθαιρέσωσι και τα λοιπά μέλη του νομοτελεστικού ως
            παρανόμως εργαζόμενα και να εκλέξωσι νέα. Εμψυχωθέντες οι
            βουλευταί υπό της πανδήμως εκφρασθείσας ταύτης γνώμης των
            ισχυρών νησιωτών, και βλέποντες ότι πάσα απόπειρα
            συμβιβασμού ήτο ματαία (γ), και ότι πάσα ελπίς επιστροφής
            των νομοτελεστών εις τα καθήκοντά των εξέλιπεν, εκάθηραν
            την 6 Ιανουαρίου 1821 και τον πρόεδρον του νομοτελεστικού
            Μαυρομιχάλην και το μέλος αυτού Χαραλάμπην.

            Καθαιρέσασα η βουλή τους νομοτελεστάς και προθεμένη να
            συστήση κυβέρνησιν ισχυράν εκάλεσεν εις τα πράγματα τους
            νησιώτας και ανέδειξε πρόεδρον μεν του νομοτελεστικού τον
            Γεώργιον Κουντουριώτην, αποποιηθέντος του πρεσβυτέρου
            αδελφού Λαζάρου, μέλη δε τον Παναγιώτην Μπότασην και τον
            Νικόλαον Λόντον, διετήρησε δε και τα δύο ομόφρονά της τον
            Ζαήμην και τον Κωλέττην, και ούτω συμπληρώσασα το
            πενταμελές νομοτελεστικόν εξ ανδρών του αυτού φρονήματος
            εκάλεσε τας επαρχίας, ων οι βουλευταί απεχωρίσθησαν και
            καθηρέθησαν, εις εκλογήν και αποστολήν άλλων βουλευτών.
            Οι δε εν Ναυπλίω νομοτελεσταί, μαθόντες την καθαίρεσίν
            των, συμπαρέλαβαν τους εκεί ομόφρονάς των βουλευτάς,
            μετέβησαν εις Τριπολιτσάν και εκάλεσαν και ούτοι τας
            επαρχίας των εν Κρανιδίω βουλευτών εις εκλογήν και
            αποστολήν άλλων αντ' εκείνων επί συγκροτήσει νέου
            βουλευτικού· ώστε εσυστήθησαν δύο κυβερνήσεις εδρεύουσαι
            η μεν εν Κρανιδίω η δε εν Τριπολιτσά, και αποκαλούμεναι
            αμοιβαίως παράνομοι. Τοιαύτη ήτον η τότε κατάστασις του
            τόπου.

            Επανελθών δε εις Κωνσταντινούπολιν ο εις Βερώνην εκείθεν
            προ ολίγου μεταβάς λόρδος Στραγγφόρδος, εις ον ανέθεσεν,
            ως είδαμεν, ο αυτοκράτωρ Αλέξανδρος τον εξισασμόν των
            διαφορών του, ησχολήθη μετά πολλού ζήλου εις τα της
            εντολής του, αλλ' ηύρε την Πύλην κωφεύουσαν και μάλλον
            απαιτούσαν ή παραχωρούσαν. Η μακροθυμία του Αλεξάνδρου, η
            απόρριψις των προς τας Δυνάμεις ικεσιών της Ελλάδος και η
            αποχή τούτων από πάσης σοβαράς σκέψεως περί αυτής
            υπερύψωσαν την επηρμένην της Πύλης οφρύν αλλά, λέγοντος
            και επαναλέγοντος του πρέσβεως εξ ονόματος της ευνοϊκής
            προς αυτήν διακειμένης κυβερνήσεώς του, ότι η μακροθυμία
            του αυτοκράτορος δεν ήτον ανεξάντλητος, ότι κίνδυνος
            πολέμου επέκειτο αιτίας της αναβολής και παρακοής της,
            ότι καιρός ήτο ν' ανοίξη τους οφθαλμούς της, και ότι οι
            σύμμαχοι διά των συμβουλών των δεν είχαν άλλο συμφέρον
            ειμή να την οδηγήσωσιν εις την οδόν της σωτηρίας της,
            ήρχισεν η Πύλη να κλίνη το ους εις τους λόγους του, και
            ανήγγειλε κατ' ευθείαν την 23 φεβρουαρίου τη κυβερνήσει
            της Ρωσσίας την αποστολήν των ηγεμόνων, εξέφρασε την εις
            επανάληψιν των διπλωματικών σχέσεων των δύο αυτοκρατοριών
            επιθυμίαν της, και υπεσχέθη την άνευ περαιτέρω αναβολής
            παντελή ανάκλησιν των εν ταις ηγεμονείαις στρατευμάτων
            της. Προς λύσιν δε του ρωσσοτουρκικού ζητήματος και
            ταχείαν επανάληψιν των προκειμένων διπλωματικών σχέσεων
            παρελείφθη επί του παρόντος το εν τω πρωτοκόλλω της 9
            νοεμβρίου περί ειρηνεύσεως της Ελλάδος άρθρον επί τη
            προτάσει της Αυστρίας, συναινούντος και του Αλεξάνδρου.
            Φιλικώτατον ήτο το ύφος της επιστολής της Πύλης προς την
            κυβέρνησιν της Ρωσσίας· αλλ' ό,τι καλόν εδύνατο να
            προέλθη εντεύθεν, το εματαίωσεν αυτή η Πύλη, γράψασα
            συγχρόνως τοις εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώποις Αγγλίας
            και Αυστρίας, ότι απήτει ανενδότως παρά της Ρωσσίας την
            παράδοσιν των προσφύγων και την απόδοσιν των επί της εν
            Ασία οροθετικής γραμμής φρουρίων κατά την συνθήκην του
            Βουκουρεστίου. Τόσον δε απότομον και αύθαδες ήτο το ύφος
            της προς τους αντιπροσώπους τούτους επιστολής, ώστε ο της
            Αγγλίας ανήγγειλε τη Πύλη ότι εθεώρει την επιστολήν ως μη
            σταλείσαν· αλλ' η αυλή της Ρωσσίας έλαβε γνώσιν της διά
            της αυστριακής πρεσβείας, και οργισθείσα ανέβαλε την
            απάντησίν της. Η Πύλη δεν εσωφρονίσθη· αλλά μετά την
            ανωτέρω φιλικήν προς την Ρωσσίαν επιστολήν, αφήρπασεν εκ
            Βουκουρεστίου ως καταχραστήν, δι' ενεργείας του πασά της
            Συλιστρίας και εν αγνοία του αυθέντου του τόπου, ένα των
            εντοπίων ευγενών, τον Βηλλαράν, επανελθόντα εις την
            πατρίδα του προτροπή της Αυστρίας, όπου είχε προσφύγει·
            εχάρισε δε και τω ιδίω αυτής εμπορικώ ναυτικώ εξαιρετικά
            επί της εν Κωνσταντινουπόλει μεταφορτώσεως προνόμια εις
            ζημίαν των άλλων σημαιών και εις καιρίαν βλάβην του
            ρωσσικού εμπορίου· εκράτησε και τέσσαρα πλοία υπό σημαίαν
            ρωσσικήν, ως ιδιοκτησίαν ελληνικήν, μη θελήσασα καν να
            εξετάση μετά της Δυνάμεως, ης η σημαία τα εσκέπαζεν, αν
            ήσαν αληθείς αι υποψίαι της. Τόσον δε βαρείαν εξέλαβε την
            προς την ρωσσικήν σημαίαν ύβριν ο φιλειρηνικός πρέσβυς
            της Αγγλίας, ώστε έγραψε τη Πύλη, την 13 μαΐου ότι, «αν
            οι υπουργοί του σουλτάνου είχαν περί πολλού τα συμφέροντα
            των εχθρών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν θα εδύναντο
            να πράξωσι συντελεστικώτερόν τι προς τον σκοπόν τούτον
            παρ' ό,τι έπραξαν κατά της ρωσσικής ναυτιλίας. 40 πλοία
            προστιθέμενα εις τον στόλον των αποστατών θα έβλαπταν
            ολιγώτερον τα αληθινά συμφέροντα του οθωμανικού κράτους
            παρά την κράτησιν 4 πλοίων υπό ρωσσικήν σημαίαν».

            Τοιαύτα ετόλμα η Πύλη κατά της Ρωσσίας, εν ώ αι Δυνάμεις
            κατεγίνοντο να την αποτρέψωσι της οδού της απωλείας της.
            Μόλις δε μεσούντος του Ιουλίου έφθασεν εις
            Κωνσταντινούπολιν η απάντησις της ρωσσικής αυλής γραφείσα
            εν πνεύματι οργής· απήτει δε ως όρους της επαναλήψεως των
            σχέσεων τον ελεύθερον πλουν της Μαύρης θαλάσσης, την
            κατάργησιν παντός επ' ωφελεία της οθωμανικής σημαίας
            εξαιρετικού προνομίου, την απόλυσιν του Βηλλαρά και την
            παντελή κένωσιν των ηγεμονειών από των τουρκικών
            στρατευμάτων· ειδοποίει δε εν ταυτώ, ότι ώφειλεν η Πύλη
            να στήση την προσοχήν της και εις την ειρήνευσιν της
            Ελλάδος.

            Επί τη παραλαβή δε της απαντήσεως ταύτης και τη
            επανειλημμένη προτροπή του πρέσβεως της Αγγλίας, η Πύλη
            δι' επισήμου πράξεώς της, ην συνυπέγραψε και ο ρηθείς
            πρέσβυς εξ ονόματος της αυλής της Ρωσσίας, παρεχώρησε μεν
            όσα απήτει η Ρωσσία υπέρ της ναυτιλίας και του εμπορίου
            αλλ' άφησεν εκκρεμή τα τρία άλλα ζητήματα, το του
            παντελούς κενώσεως των ηγεμονειών, το της απολύσεως του
            Βηλλαρά και το της ειρηνεύσεως της Ελλάδος. Το
            ουσιωδέστερον των εκκρεμών ζητημάτων επί της συνελεύσεως
            της Βερώνης ήτον το του διάπλου· επήλθε και το επίσης
            ουσιώδες της μεταφορτώσεως. Λυθέντων των δύο τούτων
            ευτυχώς, έσπευσαν οι σύμμαχοι να παρακινήσωσι τον
            Αλέξανδρον ως ικανοποιηθέντα να στείλη πρέσβυν εις
            Κωνσταντινούπολη, υποσχόμενοι την θερμήν σύμπραξίν των
            εις λύσιν και των άλλων. Αλλ' ο Αλέξανδρος, όστις
            διέτριβε τότε εν Κερνοβικίω, όπου και ο αυτοκράτωρ
            Φραγκίσκος, συνδιαλεγόμενοι περί των αυτών διαφορών και
            περί ευρέσεως καταλλήλου τρόπου εις ειρήνευσιν της
            Ελλάδος, δεν ενέκρινε να στείλη πρέσβυν, επί λόγω ότι δεν
            εξισάσθησαν εισέτι πάσαι αι μετά του σουλτάνου διαφοραί
            του· έστειλεν όμως τον σύμβουλον της επικρατείας,
            Μιντσιάκην ως έφορον των εμπορικών και ναυτικών
            υποθέσεων· αλλ' η αποστολή αύτη, οποιονδήποτε χαρακτήρα
            και αν έφερεν, ήρκει να εξαλείψη τους επικρατούντας περί
            πολέμου φόβους.

            Ο δε πρέσβυς της Αγγλίας, ο περί των οθωμανικών
            συμφερόντων ακαμάτως φροντίζων, πριν εξισάση τα
            ρωσσοτουρκικά, εξίσασε τα τουρκοπερσικά, και την 16
            Ιουλίου υπεγράφη τη συνεργεία του συνθήκη ειρήνης εν
            Εσερώ· ώστε η Πύλη άφοβος εις το εξής ως προς την Ρωσσίαν
            και άφροντις ως προς την Περσίαν, είχε πάσαν ευκαιρίαν να
            ρίψη όλας τας δυνάμεις της κατά της εγκαταλελειμμένης
            Ελλάδος.



            1823-1824

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΣΤ'



            &Ανάπλους του οθωμανικού στόλου εις Κωνσταντινούπολιν. —
            Έκπλους του ελληνικού. — Ναυμαχία. — Τα περί Κρήτης καθ'
            όλην την αρμοστείαν του Τομπάζη.&

            ΟΥΤΕ μαχιμώτερος, ούτε επιχειρηματικώτερος εφάνη ο νέος
            καπετάμπασας του προκατόχου του. Καταπλεύσας ο υπ' αυτόν
            στόλος εις Πάτρας εδυναμώθη και παρά των μετ' ολίγον
            καταπλευσάντων εκεί στολίσκων της Αλγερίας και του
            Τουνεζίου, αλλ' ουδέν γενναίον ούτε κατώρθωσεν ούτ'
            επεχείρησεν. Απέτυχεν, ως είδαμεν, η παρά τον Γαλατάν
            απόβασις, απέτυχεν η εις Κόρινθον αποβίβασις των τροφών,
            δις εκινήθη κατά της Βοστίτσης και δις απέτυχεν, ουδεμίαν
            βοήθειαν εδυνήθη να δώση τω υπό τον πασάν της Σκόδρας
            πολιορκούντι το Ανατολικόν στρατοπέδω, και αυτός ο
            θαλάσσιος αποκλεισμός του Μεσολογγίου ήτο τοιούτος, ώστε
            ούτε η συγκοινωνία της πόλεως εκείνης και των άλλων μερών
            διεκόπη, ούτε η εισκομιδή των τροφίμων εμποδίσθη. Ό,τι δε
            κατά τα φαινόμενα είχε κυρίως υπ' όψιν ο καπετάμπασας
            καθήμενος εν Πάτραις ήτο, να δίδη επί αδρά τιμή αδείας
            διάπλου υπό ουδετέραν σημαίαν εις εξαγωγήν των προϊόντων
            του κορινθιακού κόλπου. Μετά δύο ήμισυ δε μηνών άχρηστον
            διατριβήν εν Πάτραις, καθ' ην ήλθαν εις επίσκεψίν του ο
            κατά την μεσόγειον ναύαρχος Άγγλος και ο ανθαρμοστής των
            ιονίων νήσων, απέπλευσε την 25 αυγούστου αφήσας υπό τον
            Ισούφπασαν, αρχηγόν ήδη των κατά τας Πάτρας, την
            Ναύπακτον, το Ρίον και το Αντίρριον κατά ξηράν και
            θάλασσαν οθωμανικών δυνάμεων, τρεις φρεγάτας και δώδεκα
            άλλα μικρότερα ένοπλα πλοία.

            Τα δ' ελληνικά πλοία διέμεναν καθ' όλον το έαρ και θέρος
            του παρόντος έτους άπλοα δι' έλλειψιν χρημάτων. Απέκαμαν
            οι πρόκριτοι των ναυτικών νήσων συνεισφέροντες εξ ιδίων,
            το δε εθνικόν ταμείον ήτο πάντη κενόν. Η στερεά Ελλάς,
            καταπατουμένη υπό των εχθρών, δεν είχε τι να συνεισφέρη·
            τα εισοδήματα της Πελοποννήσου τα μεν εχρησίμευαν εις
            διατήρησιν των στρατευμάτων της, τα δε κατεσπαταλώντο υπό
            τινων των τοπαρχών της· τα του Αιγαίου ήσαν μικρά· ο
            ψηφισθείς εις χρήσιν του στόλου έρανος ήτο δυσσύνακτος·
            ηύξησαν οι επί της εξαγωγής και εισαγωγής των ειδών
            δασμοί, εξ αιτίας όμως της αβεβαιότητος και της
            επικρατούσης αταξίας ολίγη η ωφέλεια και εντεύθεν. Αλλ'
            οποία και αν ήτον η οικονομική κατάσταση του τόπου, όλοι
            ησθάνοντο ότι η ακινησία των πλοίων επροξένει καιρίαν
            βλάβην. Εστάλησαν βραδέως χρήματά τινα παρά της
            κυβερνήσεως εις κίνησιν αυτών, και απεφασίσθη να μη
            αναβληθή περαιτέρω ο έκπλους. Την 10 αυγούστου ήλθαν εις
            τα νερά της Ύδρας 13 ψαριανά, και μη ευρόντα τα άλλα
            έτοιμα, έπλευσαν μόνα κατόπιν του οθωμανικού στόλου
            περιφερομένου εις το Αιγαίον. Αδύνατοι και απροστάτευτοι
            αι νήσοι επροσκύνουν όπου και αν εφαίνετο ο εχθρικός
            στόλος και εφιλοδώρουν τον αρχηγόν του. Μόνη η Τήνος,
            όπου εξ αιτίας του εναντίου ανέμου εμετεώρισεν ο στόλος
            ολόκληρον ημέραν, όχι μόνον ουδέν τοιούτον έπραξεν, αλλ',
            υπό τον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, υπό την σημαίαν
            της ελευθερίας και υπό την πυροβολήν κανονίων και
            τουφεκίων, τον εκάλεσεν εις μάχην. Ατάραχος ο Χουσρέφης
            επί τη αυθαδεία των Τηνίων, «παιδία είναι και ας
            παίζωσιν» είπε γελών προς τους αξιωματικούς του ζητούντας
            άδειαν να τους τιμωρήσωσιν. Ο στόλος ούτος εισέπλευσε την
            23 εις Δρυόν, λιμένα της Πάρου, αλλ' ανήχθη την 26,
            φανέντων έξωθεν των 15 ψαριανών πλοίων, και κατέπλευσεν
            εις Μιτυλήνην. Συγχρόνως κατέπλευσαν και τα ψαριανά εις
            Ψαρά, όπου ήλθαν μετ' ολίγας ημέρας και τα των άλλων
            νήσων, και τότε όλα ομού, 40 ένοπλα και 6 πυρπολικά,
            εξέπλευσαν υπό τον Μιαούλην και την 8 σεπτεμβρίου ηύραν
            τα εχθρικά εκτός της Μιτυλήνης αναβαίνοντα προς τον
            Ελλήσποντον και παρηκολούθησαν. Την 14, συμβάσης
            τρικυμίας, διεσκορπίσθησαν τα ελληνικά μεταξύ Λίμνου και
            αγίου Όρους και την επιούσαν ευρεθέντα τα του Μιαούλη,
            Σαχτούρη, Σκούρτη, Καλαφάτη και έν πυρπολικόν εν μέσω
            τεσσάρων εχθρικών φρεγατών, δύο κορβεττών και ενός
            βρικίου, επολέμησαν και εβλάφθησαν, τα δε του Σκούρτη και
            εκινδύνευσεν· αλλ' απηλλάγησαν και τα τέσσαρα, καέντος
            του πυρπολικού εις εκφόβησιν του εχθρού. Περί δε την
            μεσημβρίαν της αυτής ημέρας ευρέθησαν τα πλοία ταύτα εν
            μέσω όλου του εχθρικού στόλου· αλλά βοηθούντος του ανέμου
            διήλθαν αβλαβή· το δε εσπέρας συνήλθαν όλα τα ελληνικά
            εις τα νερά της Λίμνου και, μη φανέντων την επαύριον των
            εχθρικών, επανήλθαν εις Ψαρά προς ύδρευσιν και επισκευήν.

            Ο δε οθωμανικός στόλος, αφ' ού επανέπλευσεν εις Μιτυλήνην
            και εκείθεν προς τον κόλπον του Βώλου, παρέστη την 9
            Οκτωβρίου έμπροσθεν της Σκιάθου. Οι κάτοικοι της νήσου
            ταύτης, οίτινες, φοβούμενοι τους συρρεύσαντας εν αυτή
            Ολυμπίους μετά την πτώσιν της Ευβοίας και των Τρικέρων,
            είχαν μετακομισθή όλοι συν γυναιξί και τέκνοις εις το
            φρούριον, έστειλαν αντιπροσώπους εις προσκύνησιν του
            καπητάμπασα αιτούμενοι την συνδρομήν του και πολεμεφόδια
            προς απόπεμψιν των Ολυμπίων. Ο καπητάμπασας και
            πολεμεφόδια προθύμως τοις έδωκε, και τον στόλον του
            αυθημερόν εις τον λιμένα των έφερε· την δε επιούσαν
            ήρχισε σφοδρόν κανονοβολισμόν. Πολλοί των επί της νήσου
            Ολυμπίων έτρεξαν επί τω εμφανισμώ του στόλου εις την
            μονήν της Ευαγγελίστρας μίαν ήμισυ ώραν μακράν του
            φρουρίου προς εξασφάλισιν των αδυνάτων, ώστε 400 μόνον
            ήσαν οι επί του παραλίου μαχηταί εν ώ εκανονοβόλει ο
            στόλος. Μετά μιας δε ώρας άσβεστον πυρ επειράθη ο
            καπητάμπασας ν' αποβιβάση στρατεύματα εις τας θέσεις,
            μέγαν Άμμον και Ανεμομύλους· επειδή δ' επεκράτει άκρα
            νηνεμία, και δεν διεσκεδάζετο ο πολύς και παχύς καπνός,
            οι εχθροί επλησίασαν αφανείς και αβλαβείς όπου εσκόπευαν
            ν' αποβώσιν· αλλά φανέντες επυροβολήθησαν σφοδρώς, ολίγοι
            επρόφθασαν και απέβησαν, και όλοι οι αποβάντες
            κατεκόπησαν, οι δε λοιποί επανήλθαν εις τα πλοία
            άπρακτοι. Ματαιωθέντος του περί αποβάσεως σχεδίου, ανήχθη
            ο στόλος μετά μεσημβρίαν όλος και εισέπλευσε τον κόλπον
            του Βώλου. Εφάνη την ακόλουθον ημέραν αίφνης και ο
            ελληνικός εντός του κόλπου, προσέβαλε την προφυλακήν του
            εχθρικού προς το Αρτεμίσιον, και επέρριψε δύο πυρπολικά,
            αλλ' εις μάτην. Μετά την αβλαβή δε ταύτην σύγκρουσιν
            εξέπλευσε του κόλπου, έρριψεν άγκυραν εις τον λιμένα της
            Σκιάθου, και ησχολήθη εις ετοιμασίαν εκ του προχείρου δύο
            πυρπολικών. Εξέπλευσε και ο οθωμανικός την επαύριον, και
            επανέπλευσεν εις τον Ελλήσποντον, όπου διαμείνας
            ολόκληρον μήνα εισέπλευσε τον κεράτιον κόλπον μη
            αισχυνόμενος να ρυμουλκή ως δείγματα των κατά θάλασσαν
            κατορθωμάτων του 15 μικρά πλοία, όλα φορταγωγά, τήδε
            κακείσε συλληφθέντα. Έμειναν δε καί τινα των πολεμικών
            παρά τον Ελλήσποντον. Κατόπιν του οθωμανικού απέπλευσε
            της Σκιάθου και ο ελληνικός, όστις απήντησε προς τους
            Ωραιούς εξερχόμενα του κόλπου δέκα ένοπλα πλοία
            διατελούντα υπό τον πασάν της Θεσσαλονίκης, ήτοι, έν
            τρικάταρτον, οκτώ δικάταρτα και μίαν γολέτταν, φέροντα
            όλα αιχμαλώτους εκ των συλληφθέντων επί τη πτώσει της
            Ευβοίας. Οι Τούρκοι εξέλαβαν μακρόθεν τα ελληνικά ως
            τουρκικά και έπλεαν προς αυτά· αλλά πλησιάσαντα είδαν την
            απάτην των και εστράφησαν προς την ξηράν εις διάσωσίν
            των. Οι Έλληνες εκυρίευσαν αμαχητί το τρικάταρτον και
            τέσσαρα δικάταρτα, εν οίς ηύραν 150 αιχμαλώτους· η
            γολέττα εκάη αύτανδρος μη θέλουσα να παραδοθή· τα δε άλλα
            τέσσαρα ερρίφθησαν εις την ξηράν παρά την Στηλίδα.

            Κατ' εκείνον τον καιρόν συνέβη τα εξής περίεργον. Ο
            αυστριακός μοίραρχος συνέλαβεν 22 Έλληνας ως πειρατάς και
            τους παρέδωκεν εις τον διοικητήν της Σμύρνης, όστις τους
            απέστειλε διά ξηράς υπό φρουράν εις Μουντανιά όπως
            διαβιβασθώσιν εις Κωνσταντινούπολιν. Δεδεμένοι οι
            άνθρωποι ούτοι από των ουρών των εφ' ων εκάθηντο οι
            απάγοντες αυτούς ίππων και ελκόμενοι, έφθασαν εις
            Μουντανιά, όπου εμβιβασθέντες είς τι πλοίον έχον 17
            Τούρκους ναύτας ερρίφθησαν δέσμιοι εις την κοίλην· αλλ'
            εν ώ ύπνωτταν οι πλείστοι του πληρώματος, ανέβησαν οι
            δέσμιοι αίφνης επί του καταστρώματος αλληλολυθέντες,
            ήρπασαν όπλα, και τους μεν φονεύσαντες τους δε ρίψαντες
            εις την θάλασσαν και φορέσαντες τα ενδύματά των,
            διεξέπλευσαν ακωλύτως τον Ελλήσποντον, διεξέφυγαν
            επιτηδείως τα παραλιμενίζοντα εχθρικά πλοία και
            κατευωδώθησαν αβλαβείς εις Ψαρά.

            Αφού δε εψεύσθησαν, ως προείρηται, αι ελπίδες ας
            συνέλαβεν ο εν Κρήτη Χασάμπασας εις υποταγήν των λαών διά
            της πειθούς, επεχείρησε να κατορθώση το σκοπούμενον διά
            της βίας, παντού θύων, ανδραποδίζων, κατερημόνων και
            ιχνηλατών και αυτούς τους εν σπηλαίοις και ταις οπαίς της
            γης. Δισχίλιοι ψυχαί, εν αις και 300 ένοπλοι, κατέφυγαν
            είς τι σπήλαιον παρά το χωρίον Μιλάτον της επαρχίας
            Μυραμπέλου, και δεκαπέντε νυχθήμερα δεν έπαυσαν
            αμυνόμενοι. Πολλοί έδραμαν έξωθεν εις σωτηρίαν των, αλλά
            και ούτοι διεσκορπίσθησαν και οι έγκλειστοι απελπισθέντες
            επί τέλους και διψώντες παρεδόθησαν, και ουδείς σχεδόν
            αυτών ηύρεν έλεος. Μη δυνάμενοι δε πλέον οι κατ' εκείνα
            τα μέρη Χριστιανοί ν' αντισταθώσιν, έκλιναν γόνυ ενώπιον
            του νικητού· ολίγοι μόνον περιεφέροντο εις τα όρη
            ένοπλοι.

            Ο δε Χασάμπασας, αφ' ού κατεπάτησε και υπέταξεν όλας τας
            ανατολικάς επαρχίας, επανήλθε, προς ανάπαυσιν των
            στρατιωτών του προχωρούντος ήδη του χειμώνος, εις
            Πεδιάδα, όπου εκτραχηλισθείς του ίππου απέθανε.

            Αλλ' όσον εχειροτέρευσαν τα των επαρχιών εκείνων μετά την
            εκεί μετάβασιν των περί τον Χασάμπασαν, τόσον
            εβελτιώθησαν τα κατά τα φρούρια των Χανιών και της
            Ρεθύμνης απομακρυνθέντων των εχθρών· διότι καταλαβόντες
            εκ νέου οι Χριστιανοί ας άλλοτε κατείχαν θέσεις, συχνάκις
            ηνόχλουν και έβλαπταν τους εξορμώντας εχθρούς
            ενεδρεύοντες και καταδιώκοντες αυτούς συνήθως μέχρι των
            πυλών των φρουρίων. Ενέπεσαν όμως και ούτοι έν τινι
            ενέδρα κατά τους Αρμένους και απώλεσαν τον εν πολλαίς
            μάχαις διακριθέντα και καλώς πάντοτε πολιτευσάμενον
            Γεώργην Δεληγιαννάκην.

            Αρχομένου δε του Οκτωβρίου, καθ' όν καιρόν κατέπλευσεν
            εις Σούδαν ο εν τω αργολικώ κόλπω παθών οθωμανικός
            στόλος, επεβιβάσθησαν δισχίλιοι εκ των πληρωμάτων εις
            Καλύβας προς λεηλασίαν της επαρχίας των Αποκορώνων, αλλ'
            απεκρούσθησαν, έπαθαν, πολλοί έπεσαν εις την θάλασσαν
            προς σωτηρίαν των, και ο στόλος απήρε μετά τινας ημέρας
            άπρακτος. Εν τούτοις ηύξανεν η διχόνοια των Κρητών και
            του Αφεντούλη. Ούτος, εν όσω απελάμβανε την εύνοιαν των
            Σφακιανών, διετήρει την εξουσίαν· αλλ' αφ' ού εμισήθη
            παρ' αυτών, εγκατελείφθη παρά πάντων, εξυβρίσθη,
            απεκηρύχθη, καθηρέθη, εφυλακίσθη, και απέπλευσεν αβλαβής
            εις Μάλταν. Τούτου δε καθαιρεθέντος και του γενικού
            γραμματέως Νικολάου Οικονόμου την διοίκησιν του τόπου
            προσωρινώς τας αρχάς δεκεμβρίου αναλαβόντος, συνηνώθησαν
            πεντακισχίλιοι Χριστιανοί, και αρχομένου του φεβρουαρίου
            έπεσαν εις τας επαρχίας Κισάμου και Σελίνου, κατετρόπωσαν
            τους εν αυταίς Τούρκους, ανέτρεψαν διά πυρός πύργους,
            ήρπασαν κτήνη και τας πολεμικάς αποσκευάς των, ερήμωσαν
            την γην των, και τους μεν εν τη επαρχία της Κισάμου
            απέκλεισαν όλους εν τω φρουρίω της, τους δε εν τη του
            Σελίνου περιώρισαν εντός του Κανδάνου πολιορκούντες και
            τούτους και εκείνους. Επί δε των συμβάντων τούτων
            απέθανεν εξ ασθενείας ο πλήρης πατριωτικού ζήλου, ο
            κάλλιστος και φιλοκίνδυνος, Ιωσήφ Κωνσταντουδάκης, ο
            κοινώς καλούμενος Σήφακας ή Σήφης.

            Μετά δε την εν Άστρει εθνικήν συνέλευσιν διωρίσθη παρά
            της κυβερνήσεως αρμοστής της Κρήτης επί τη αιτήσει των
            εντοπίων ο Μανώλης Τομπάζης, ανήρ δυνάμενος διά της
            υπολήψεως, της αξιότητος και της ναυτικής επιρροής του να
            ενισχύση τον αγώνα·
Μάιος       και επειδή δεν είχεν η κυβέρνησις πώς να επαρκέση εις
            τα της εκστρατείας, συνεισέφεράν τινες των εν Πελοποννήσω
            Κρητών, εδάνεισε και ο αρμοστής, εστρατολογήθησαν διά των
            χρημάτων τούτων εν Ναυπλίω 1200 οπλοφόροι σύμμικτοι,
            συνεστρατολογήθησαν καί τινες Κρανιδιώται ως πυροβολισταί
            υπό τον Χάστιγκα, και απάραντες όλοι μετά του αρμοστού
            επί οκτώ πλοίων πολεμικών και φορτηγών μετεβιβάσθησαν την
            22 μαΐου εις τον λιμένα της Κισάμου, Δραπανιάν, πλησίον
            του πολιορκουμένου φρουρίου. Και πολιορκηταί και
            πολιορκούμενοι εξέλαβαν τα ελθόντα πλοία ως οθωμανικά,
            και οι πολιορκούμενοι εμψυχωθέντες εξώρμησαν, έπεσαν κατά
            των πολιορκούντων και τους απεμάκρυναν· αλλά φανείσης της
            σημαίας, επανήλθαν οι πολιορκούμενοι εις το φρούριον,
            επανήλθαν και οι πολιορκηταί εις την θέσιν των και
            απέκλεισαν τους εχθρούς ως και πρότερον. Εν τούτοις
            απέβησαν οι περί τον Τομπάζην και απεβίβασαν αυθημερόν
            και το πυροβολικόν εκ 15 κανονίων, εξ ών τα 8 εστάλησαν
            παρά του εν Ρωσσία Καλλέργη. Εμελέτα δε ο αρμοστής να
            πέση ευθύς εις τα Χανιά· αλλά σκεφθείς ότι το φρούριον
            της Κισάμου ήτο διά συμβιβασμού αλωτόν, έμεινε και
            επρότεινε τοις εν αυτώ να παραδοθώσιν. Εισηκούσθη η
            πρότασίς του, και δώσας και λαβών ομήρους παρέλαβε το
            φρούριον την τετάρτην ημέραν της αποφάσεώς του, ό εστι
            την 25, και απέστειλεν εις Χανιά τους εν αυτώ 1500 επί
            δύο υπό ιόνιον σημαίαν πλοίων αβλαβείς, αλαφυραγωγήτους
            και οπλοφορούντας· τόσους δε εθέριζε καθ' ημέραν ο εν τω
            φρουρίω λοιμός, ώστε 50 απέθαναν διαρκούσης της
            επιβιβάσεως. Συνωμολογήθη δε επί της παραδόσεως του
            φρουρίου να απολύσωσι και οι Χανιώται οικογενείας τινάς
            χριστιανικάς· και επειδή δεν τας απέλυσαν, απεποιήθησαν
            και οι περί τον Τομπάζην, ν' απολύσωσι τους ομηρεύοντας
            παρ' αυτοίς Τούρκους. Πολύτιμος ήτον η κτήσις του λιμένος
            της Δραπανιάς, διότι ήνοιγε νέαν κοινωνίαν μετά της
            λοιπής Ελλάδος, μόνου του λιμένος των Σφακιών
            χρησιμεύοντος μέχρι τούδε εις κοινωνίαν.

            Διαθέσας δε ο αρμοστής τα της Κισάμου εισέβαλε την 30 εις
            την επαρχίαν του Σελίνου πατρίδα των μαχιμωτέρων Τούρκων
            της Κρήτης επί σκοπώ να πέση απροσδοκήτως εις Κάνδανον,
            όπου είχαν συρρεύσει όλοι οι κάτοικοι της επαρχίας
            εκείνης, εξ ών 1500 οπλοφορούντες, εισφέροντες τα κτήνη
            των και πάσαν την κινητήν περιουσίαν των αλλ' οι εν
            Κανδάνω Τούρκοι προειδοποιήθησαν, ωχυρώθησαν εντός τινος
            πύργου κειμένου προς δυσμάς, και δύο κτιστών προμαχώνων,
            του μεν προς το κέντρον, του δε προς την αρκτικήν πλευράν
            του χωρίου, και στήσαντες ενέδραν καθ' οδόν εφόνευσαν και
            συνέλαβαν 30 Στερεοελλαδίτας μη ειδότας τον τόπον.

            Ο δε αρμοστής, στρατοπεδεύσας έξωθεν του χωρίου μετά 5500
            εντοπίων και αλλοδαπών, και στήσας 4 κανόνια, διέταξε
            μετά τινα ακροβολισμόν, καθ' όν εφονεύθησαν ολίγοι
            εκατέρωθεν, την δι' εφόδου άλωσιν των δύο προμαχώνων.
            Χίλιοι πεντακόσιοι υπήκουσαν· αλλ', αφ' ού έφθασαν εντός
            βολής πιστόλας, εξώρμησαν οι Τούρκοι πριν εφορμήσωσιν
            ούτοι, τους έτρεψαν, εφόνευσαν 110 και επλήγωσαν σχεδόν
            άλλους τόσους· εχάθησαν και εκ των νικητών 30. Νικηταί
            εφάνησαν οι Σελινιώται και κατ' άλλας τινάς εξορμήσεις·
            αλλά νικώντες είχαν εντός του χωρίου εχθρόν ανίκητον, την
            πανώλην, θερίζουσαν ανηλεώς. Η μάστιξ αύτη εταπείνωσε την
            οφρύν των, ην ύψωσαν αι ευτυχείς εκδρομαί των·
            κινδυνεύοντες δε όλοι και θαρρυνόμενοι υπό της αξιεπαίνου
            διαγωγής του αρμοστού επί της παραδόσεως της Κισάμου,
            έστερξαν επί τη προτάσει αυτού ν' αναχωρήσωσιν εις Χανιά
            αβλαβείς φέροντες όλα τα πράγματά των· αλλ' απήτησαν εις
            ασφάλειάν των ανταλλαγήν ομήρων, διότι, και αν δεν
            υπώπτευαν τον αρμοστήν, υπώπτευαν πάντοτε το εντόπιον
            στράτευμα. Τω όντι και επί της παραδόσεως της Κισάμου και
            επί της ενεστώσης διαπραγματεύσεως τινές των εντοπίων
            ήθελαν τον συμβιβασμόν ως παγίδα μάλλον, ή ως ασφάλειαν
            των εχθρών· και επειδή δεν εισηκούσθησαν επί της
            παραδόσεως του φρουρίου εκείνου, απήτουν ήδη επιμόνως να
            συμβιβασθώσι κατ' επιφάνειαν μόνον μετά των εν Κανδάνω,
            σκοπεύοντες να τους επιβουλευθώσι διαβαίνοντας τα στενά·
            επροφασίζοντο δε ότι το συμφέρον του εθνικού αγώνος
            απήτει την θυσίαν των περί ων ο λόγος Τούρκων διά θεμιτών
            και αθεμίτων τρόπων, διότι ήσαν οι μαχιμώτεροι και οι
            σκληρότεροι όλων των άλλων. Απέρριψεν εν αγανακτήσει ο
            αρμοστής την στυγεράν ταύτην απαίτησιν, ουδείς των
            Ελλήνων ανακαλυφθέντος του δολίου τούτου σκοπού ήθελε να
            ομηρεύση, και ο συμβιβασμός εδυσκολεύετο. Συνέβη εν
            τούτοις τυχαίον τι εξομαλύναν την ενυπάρχουσαν δυσκολίαν.
            Διαρκούσης της περί ης ο λόγος διαπραγματεύσεως επεκράτει
            ανακωχή, και επί της ανακωχής είς των Σελινιωτών εσκότωσε
            στρατιώτην Έλληνα πειραθέντα ν' αρπάση από της ζώνης του
            την αργυρήλατον πιστόλαν του. Συλληφθείς ο φονεύς εστάλη
            προς τον αρμοστήν ίνα τιμωρηθή, αλλ' απελύθη εν τω άμα
            ατιμώρητος επί λόγω ότι ο Τούρκος δικαίως εσκότωσε τον
            Έλληνα. Η πράξις αύτη του αρμοστού τόσον, τον εσύστησε
            παρά τοις εχθροίς του, ώστε, επαναληφθεισών των
            εχθροπραξιών την επαύριον διά την υπερανακώχευσιν,
            εδέχθησαν οι Τούρκοι τον συμβιβασμόν άνευ ομήρων επί τη
            απλή υπογραφή του αρμοστού ελπίζοντες εις την τιμιότητά
            του (α). Αλλ' οι δολιευόμενοι τον συμβιβασμόν εντόπιοι,
            μαθόντες το γεγονός, προκατέλαβαν, μη εισακουομένου του
            αρμοστού, τα στενά προς εκτέλεσιν του βδελυρού σχεδίου
            των.
Ιούνιος     Την γ' ώραν μετά μεσημβρίαν της 2 Ιουνίου εξεκίνησαν
            οι Τούρκοι συνεπιφέροντες τα πράγματά των και τα κτήνη
            των. Έκ τινων σημείων υπώπτευσαν καθ' οδόν δόλον αλλά δεν
            εδύναντο να επανέλθωσιν εις το χωρίον των, διότι, εν ώ
            τινές των κακά βουλευομένων έτρεξαν να προκαταλάβωσι τα
            στενά, άλλοι ήρχοντο κατόπιν των. Πεσόντες δε εις τα
            στενά έπαθαν τα πάνδεινα. Καλή τύχη προειδοποίησαν οι
            Χανιώται περί της μελετωμένης μεταβάσεως και ήλθαν εις
            συνάντησιν και υπεράσπισιν. Εξαιτίας ταύτης τα παθήματα
            των Σελινιωτών οπωσούν εμετριάσθησαν, αλλά πολλοί αυτών
            εφονεύθησαν, πάμπολλαι γυναίκες και παιδία εζωγρήθησαν
            και πολλά κτήνη και πράγματα των ηρπάγησαν. Δεν
            ηρκέσθησαν οι κακοπράγμονες επί τη αθεμίτω ταύτη πράξει
            αλλ' εξώκειλαν και εις άλλην απανθρωποτέραν· επί λόγω να
            μη μολυνθώσιν, έκαυσαν 200 πανωλοβλήτους κοιτωμένους
            εντός του ως νοσοκομείου χρησιμεύοντος ζαμίου του
            Κανδάνου. Η διαγωγή αύτη κατέστρεψε ην συνέλαβαν οι
            Τούρκοι κατ' αρχάς καλήν ιδέαν περί του αρμοστού.

            Εκείναις ταις ημέραις εδυναμώθησαν οι μέχρι τούδε
            αδύνατοι εχθροί, διότι η μεν μοίρα του οθωμανικού στόλου,
            η έξωθεν των Μοθωκορώνων αποκοπείσα, έφερεν εις Χανιά
            τροφάς και 300 πυροβολιστάς. 43 δε πλοία υπό τον
            υποναύαρχον του Μεχμέτ-Αλή Γιβραλτάρην απεβίβασαν μετ'
            ολίγον εις το Μεγάλον Κάστρον 5000 μαχητάς.

            Κατ' αυτόν δε τον καιρόν παρ' ολίγον ν' ανάψη εμφύλιος
            πόλεμος, φονευθέντων εν Μυλοποτάμω δύο Σφακιανών
            ατακτησάντων. Ο αρμοστής καθησύχασε τους αντιφερομένους,
            αλλά δεν τους εφιλίωσεν.

            Αφ' ού δε αι δύο επαρχίαι Κισάμου και Σελίνου
            ηλευθερώθησαν, εκρίθη εύλογον να οργανισθή η νήσος εκ
            νέου πολιτικώς και στρατιωτικώς, και να τακτοποιηθή η
            υπηρεσία. Επί τω σκοπώ τούτω συνήλθαν αρχομένου του
            Ιουνίου οι πληρεξούσιοι των διαφόρων επαρχιών επί τη
            προσκλήσει του αρμοστού εις Αρκούδαιναν, χωρίον της
            επαρχίας Ρεθύμνης· αλλ' οι Σφακιανοί, αντί να στείλωσιν
            ως και οι άλλοι λαοί της Κρήτης πληρεξουσίους, κατέβησαν
            ένοπλοι πληθηδόν επί λόγω ότι αντιφερόμενοι προς τους
            Μυλοποταμίτας δεν επιστεύοντο να στείλωσι μόνον
            πληρεξουσίους.

            Ωπλαρχήγουν μέχρι τούδε όλων των επαρχιών της Κρήτης
            Σφακιανοί. Περιφρόνησιν εθεώρουν την προτίμησιν ταύτην οι
            των άλλων επαρχιών και απήτουν εν τη συνελεύσει να
            εκστρατεύωσι του λοιπού υπό συνεπαρχιώτας αρχηγούς. Η
            γνώμη αύτη υπερίσχυσε, και οι Σφακιανοί απεχωρίσθησαν
            εγκοτούντες· αλλ' επί τη προσκλήσει του αρμοστού,
            υποσχεθέντος να τους ικανοποιήση και εξορίσαντος προς
            χάριν των τινάς των αντιπάλων αυτών επανήλθαν,
            συνειργάσθησαν, και συνυπέγραψαν τον νέον οργανισμόν, ον
            επεκύρωσε την 15 και ο αρμοστής (β).

            Εν ώ δε κατεγίνοντο οι Κρήτες ρυθμίζοντες τα τοπικά των
            κατά τον νέον οργανισμόν, οι συνοδεύσαντες τον αρμοστήν
            οπλοφόροι διέμεναν έμπροσθεν των Χανιών ακροβολιζόμενοι.
            Την δε 12 Ιουλίου, μεσούσης της ημέρας, καθ' ην ώραν
            εκοιμώντο οι Τούρκοι, έπεσαν αίφνης επί τον Ταράτσον,
            χωρίον έν τέταρτον της ώρας απέχον του Μεγάλου Κάστρου,
            και τον εκυρίευσαν. Ηγωνίσθησαν οι Τούρκοι εις ανάκτησίν
            του, έπεσαν εκατέρωθεν ικανοί, και οι Χριστιανοί μη
            δυνάμενοι να τον διατηρήσωσι τον έκαυσαν επί τέλους και
            ανεχώρησαν.

            Επί δε της συνευλεύσεως εκρίθη αναγκαίον ν' αναζωπυρωθή ο
            αγών εν ταις ανατολικωτέραις της νήσου επαρχίαις, όπου η
            παρουσία των εχθρών τον απέσβεσεν. Επί τω σκοπώ τούτω
            διετάχθησαν διάφοροι οπλαρχηγοί να στρατολογήσωσιν εν
            ταις επαρχίαις των και συνέλθωσιν όλοι εις Αμουργέλας
            κατά τας υπωρείας της Ίδης, πέντε ώρας μακράν του Μεγάλου
            Κάστρου.

            Εν ώ δε κατεγίνετο ο αρμοστής εις τα της εκστρατείας,
            κατέπλευσεν εκ νέου εις Κρήτην υπό τον Γιβραλτάρην ο
            αιγύπτιος στόλος συνοδεύων 50 φορτηγά μετακομίζοντα
            στρατεύματα, τροφάς, πολεμεφόδια και τον Χουσεήμπεην
            γαμβρόν του Μεχμέτ-Αλή και διάδοχον του Χασάμπασα.

            Αν και η εις ην κατεγίνοντο οι Χριστιανοί στρατολογία
            ηλπίζετο και ταχεία και πολυάριθμος, μόλις συνήλθαν
            υπερμεσούντος του αυγούστου εις Αμουργέλας δισχίλιοι και
            ετάχθησαν υπό τον Ρούσον προς ικανοποίησιν της φιλοτιμίας
            των Σφακιανών· αφίχθη εκεί και ο Τομπάζης μετά χιλίων.
            Δεκακισχίλιοι Τούρκοι, πεζοί και ιππείς, επέπεσαν
            πανστρατιά, και πολλάκις εφορμήσαντες και πολλά παθόντες
            απεκρούσθησαν αλλ' υπερίσχυσαν επί τέλους. Η μάχη αύτη,
            καθ' ην 300 Έλληνες εχάθησαν, κατέστρεψε τον αγώνα και
            εματαίωσεν όλας τας υπέρ νέας στρατολογίας προσπαθείας
            του αρμοστού.

            Εν μέσω δε της αποτυχίας και της αθυμίας ταύτης
            προσήλωσαν οι Έλληνες την προσοχήν των εις την άλωσιν του
            φρουρίου της Γραμβούσης επί πετρώδους τινός νησιδίου κατά
            την δυτικήν άκραν της νήσου κειμένου, ολιγάριθμον έχοντος
            φρουράν και αυτήν απρόσεκτον. Την 11 δεκεμβρίου, νυκτός
            γενομένης, εκινήθησαν δισχίλιοι υπό την αρχηγίαν του
            Δημήτρη Δράμαλη, ανέβησαν τα τείχη του φρουρίου επ'
            ελπίδι να το αφαρπάσωσιν, εισήλθαν ανεμπόδιστοι και
            εφόνευσαν τον σκοπόν κοιμώμενον αλλά γενομένης ταραχής
            επί της εντός διασποράς αυτών, τους ενόησαν οι Τούρκοι,
            έδραξαν τα όπλα, κατέλαβαν τας οχυράς θέσεις, και
            αντεμάχοντο αγνοούντες διά το επικρατούν σκότος τίνες οι
            φίλοι και τίνες οι εχθροί. Επί της νυκτερινής δε
            συμπλοκής επληγώθησαν ο Ραφαλιάς πλοίαρχος της γολέττας
            Τερψιχώρης καί τινες άλλοι, οίτινες και εξεβιβάσθησαν του
            φρουρίου. Διαδοθέντος δε ψευδούς λόγου ότι οι
            προπορευθέντες κατεστράφησαν όλοι, υπερεφοβήθησαν οι
            λοιποί, και οι πλείστοι αυτών εξεπήδησαν προς σωτηρίαν
            των. 40 ευρέθησαν εν τω φρουρίω αφ' ού έφεξε, και δύο
            μόνον εξ αυτών, ο Αναγνώστης Παναγιώτου και ο Χατσή-
            Γιάννης Βαρδικάκης, εκπηδήσαντες εσώθησαν. Ο δε ρεθύμνιος
            Γεώργης Παπαδάκης, σπάσας τους πόδας του επί της
            νυκτερινής του καταβάσεως και μη δυνάμενος να τρέξη,
            εφονεύθη την επαύριον υπό των εξελθόντων του φρουρίου
            Τούρκων.

            Θύων εν τούτοις ο Χουσεήμπεης και απολύων εισήλασε τον
            οκτώβριον εις Αυλοπόταμον. Πεντακόσιοι Χριστιανοί,
            γυναίκες το πλείστον και παιδία, εκρύβησαν έν τινι
            σπηλαίω επί της μεσημβρινής πλευράς πετρώδους βουνού προς
            το δυτικοβόρειον μέρος του Μελιδωνίου, χωρίου της
            επαρχίας Αυλοποτάμου. Τρεις μήνας αντέστησαν
            πολιορκούμενοι και αμυνόμενοι. Μη δυνηθείς δε ο
            Χουσεήμπεης κατ' ουδένα τρόπον να τους υποτάξη, ήνοιξεν
            οπήν άνωθεν του σπηλαίου, επεσώρευσεν ευφλέκτους ύλας,
            τας εφλόγισε πνεύσαντος επιτηδείου ανέμου, και ο
            εισθρώσκων καπνός έπνιξε σχεδόν όλους.

            Προθέμενος ο ανήρ ούτος να καταστρέψη ολοτελώς τον αγώνα
            επάτησε τελευτώντος του φεβρουαρίου και τον Αποκόρωνα,
            επάτησεν αρχομένου του μαρτίου και υπέταξε και αυτά τα
            Σφακιά και εκάλει καταβάς εκείθεν τους λαούς εις
            αφοπλισμόν και εις μετάνοιαν επί πλήρει και τελεία αφέσει
            παντός πολιτικού αμαρτήματος και επί κατοχή της
            ιδιοκτησίας των· ηύρε δε και όργανον των βουλών του τον
            εκεί αυστριακόν υποπρόξενον Δερκούλην, όστις,
            περιφερόμενος από χωρίου εις χωρίον, εκάλει τους πάντας
            εις υποταγήν επί αμνηστεία, και εξέδωκε την 12 απριλίου
            εγκύκλιον προς τους Έλληνας, δι' ης τοις έλεγε κομπάζων
            ότι «αν οι Τούρκοι τον ηπάτουν, θα τους εστηλίτευε και θα
            μετεχειρίζετο όλην την ισχύν του εις ικανοποίησιν των
            παθόντων». Εν όσω οι Σφακιανοί αντείχαν, ηλπίζετο ως και
            άλλοτε η ανόρθωσις του αγώνος· αλλ' οι ισχυρότεροι των
            πλαρχηγών αυτών απηρνήθησαν επί τη περιστάσει ταύτη τον
            αγώνα. Τούτου γνωσθέντος, απηλπίσθησαν όλοι, και
            προκειμένης της φυγής ή της υποταγής, επροτίμησαν την
            φυγήν οι δυνάμενοι να φύγωσι· πάμπολλοι δε, μήτε να
            φύγωσι δυνάμενοι μήτε να προσκυνήσωσι θέλοντες, ανέβησαν
            τα όρθια μέρη της Ίδης επ' ελπίδι ασφαλούς καταφυγής· δεν
            έπαυσαν δε και πολλοί κλεπτοπολεμούντες· ήσαν καί τινες
            επιθυμούντες εν τη γενική ταύτη απελπισία να θέσωσι την
            πατρίδα των υπό την αγγλικήν προστασίαν. Ο δε ατυχής
            αρμοστής, καταδιωκόμενος ένθεν κακείθεν, και φοβούμενος
            μη πιασθή και παραδοθή εις τους εχθρούς παρά των
            επιβουλευθέντων τον εθνικόν αγώνα, κατέφυγεν εις τον
            λιμένα των Σφακιών, έκαυσε τας εκεί αποθήκας τροφών και
            πολεμεφοδίων, εσυμβούλευσε τους Κρήτας διά προκηρύξεως
            του της 6 απριλίου να εγκαρτερώσιν ένοπλοι, και διατάξας
            τα εις υποστήριξιν των πολεμικών κινημάτων καταπλεύσαντα
            εκείναις ταις ημέραις υδραϊκά πλοία να παραλάβωσιν όσους
            εχώρουν και μετακομίσωσιν εις Μονεμβασίαν, ανεχώρησε και
            αυτός την 12 επί της Τερψιχώρης.

            Αφ' ού οι Κρήτες κατέθεσαν τα όπλα, αντημείφθησαν μετά
            τινα καιρόν οι προσκυνήσαντες οπλαρχηγοί όπως τοις
            έπρεπε. Συνήλθαν ανυπόπτως επί τη προσκλήσει της
            τουρκικής Αρχής εις τα Χανιά και ερρίφθησαν εις σκοτεινήν
            φυλακήν.



            1823-24

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΜΖ'



            &Εξωτερικόν δάνειον. — Γερμανικός λεγεών εις αντίληψιν
            της Ελλάδος. — Φιλελληνικαί εταιρίαι. — Συνθήκη εις
            ανόρθωσιν του τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ.
            — Άφιξις του λόρδου Βύρωνος και του συνταγματάρχου
            Στάνωπος εις Ελλάδα. — Απόπειρα εις άλωσιν Κορώνης. —
            Διάλυσις του εν Ευβοία ελληνικού στρατοπέδου.&

            ΤΡΙΕΤΙΑ σχεδόν παρήλθεν αφ' ού η Ελλάς ωπλίσθη κατά της
            καταθλιβούσης αυτήν ξένης εξουσίας, και όλος ο τριετής
            ούτος αγών διετηρείτο και κατά γην και κατά θάλασσαν διά
            των ολίγων προσόδων της και διά των συνεισφορών των
            πολιτών της. Τα στρατεύματα, ως επαρχιακά και
            ολιγοδάπανα, δυνατόν ήτο να διατηρώνται και εις τo εξής
            κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' όχι και ο στόλος. Εξ αυτής
            της αρχής του αγώνος ησθάνοντο οι Έλληνες την ανάγκην
            ευρέσεως εξωτερικού δανείου, και το παρελθόν έτος εξεδόθη
            εν Κορίνθω νόμος περί αυτού· αλλ' εις εύρεσίν του
            εχρειάζετο απαραιτήτως να υπάρχη αν όχι βεβαιότης
            τουλάχιστον βάσιμος ελπίς αποδόσεως· εις ύπαρξιν δε
            τοιαύτης ελπίδος εχρειάζετο απαραιτήτως η πολιτική
            ύπαρξις της Ελλάδος· αλλ' όχι μόνον αβέβαιος αλλά και
            απίθανος εφαίνετο τα πρώτα έτη η επιτυχία της ελληνικής
            επαναστάσεως· μετά τρία όμως έτη δεινών και ευτυχών
            αγώνων, αι ελπίδες του μέλλοντος της Ελλάδος εφαίνοντο
            οπωσούν βάσιμοι, και η εύρεσις του δανείου πιθανή. Επί τη
            πιθανότητι ταύτη εξεδόθη τον μάιον του παρόντος έτους
            άλλος νόμος εις εύρεσιν τεσσάρων εκατομμυρίων διστήλων.

            Όσον δε ήσαν δυσμενείς προς τον ελληνικόν αγώνα αι αυλαί,
            τόσον εφάνησαν ευμενείς οι λαοί. Εξ αυτής της αρχής του
            μέχρι τέλους δεν είδαν οι λαοί εν αυτώ, ως αι αυλαί, το
            καταστρεπτικόν αλλά το επανορθωτικόν σημείον των
            κοινωνιών, και έσπευσαν να τον βοηθήσωσι καθ' όσους
            εδύναντο τρόπους.

            Πρώτοι ήλθαν εις αντίληψίν του οι σοφοί της Γερμανίας
            ασχοληθέντες, εξάρχοντος του Θηρσίου, εις σύστασιν και
            αποστολήν εις Ελλάδα γερμανικού λεγεώνος. Κατασταθείς δε
            ο Άρειος πάγος απέστειλεν εις Γερμανίαν τον Θ. Κεφαλάν
            δώσας αυτώ εξουσίαν εις εύρεσιν δανείου προς ταχείαν
            αποστολήν του λεγεώνος τούτου και αγοράν των αναγκαίων·
            υπεγράφη δε εν Ζυρίχω και σύμβασις περί μεταβάσεως
            εξακοσίων· μετέβησαν διά της Μασσαλίας εις την Ελλάδα καί
            τινες αυτών· αλλ' η κατάστασις του τόπου δεν επέτρεπε την
            εκπλήρωσιν των όρων της συμβάσεως, διά τούτο η μετάβασις
            των πολλών δεν επραγματοποιήθη, και οι μεταβάντες
            διεσκορπίσθησαν.

            Προϊόντος δε του καιρού η αγιότης του αγώνος, η ανισότης
            της πάλης, η ωμότης των Τούρκων, η εν τοις δεινοίς
            παθήμασι καρτερία των Ελλήνων και αι προγονικαί αυτών
            αναμνήσεις επήνεγκαν την σύστασιν φιλελληνικών εταιριών
            εξ ονομαστών ανδρών, αντιφερομένων μεν επί του πολιτικού
            βήματος, αλλ' ηνωμένων διά φιλοτελικού δεσμού υπέρ
            Ελλήνων. Τοιαύται εταιρίαι εσυστήθησαν πρώτον μεν εν
            Ζυρίχω και Γενεύη, μετ' ολίγον δε και εν Γερμανία.
            Εγκυμονείτο τοιαύτη και εν τη μεγάλη Βρεττανία αφ' ότου
            κατεστράφη η Χίος, και πρώτος ο Εδίμπυργος,
            συνηγορεύσαντος επί ομηγύρεως του περιφήμου Μακκρίου,
            επρόσφερε τον οβολόν του. Ουδέν ήττον της Ευρώπης
            συνεκινήθη και η Αμερική σχεδόν συγχρόνως. Πρώτος ο και
            ως πολιτευτής και ως ελληνιστής διαπρέπων Ευερέττος ύψωσε
            φωνήν υπέρ της αγωνιζομένης Ελλάδος, και η φωνή αύτη
            αντήχησεν εις τα ώτα των ελευθέρων λαών της γης εκείνης.
            Η δε αδελφότης των Φίλων, η αείποτε αφισταμένη παντός
            πολιτικού σκοπού και αείποτε προϊσταμένη παντός
            φιλανθρωπικού, δεν έπαυσε και εν Αγγλία και εν Αμερική,
            αφ' ότου εγνώσθη η καταστροφή της Χίου, περιθάλπουσα διά
            γενναίων συνδρομών την εξ αιτίας της τουρκικής θηριωδίας
            δεινοπαθούσαν ανθρωπότητα. Λήγοντος δε του μαρτίου του
            1823 εσυστήθη εν Λονδίνω η πρό τινος προσδοκωμένη
            φιλελληνική εταιρία, εν ή ενεγράφησαν επίσημοι άνδρες. Η
            εταιρία αύτη μεγάλως ωφέλησε διά της επιρροής της επί της
            κοινής γνώμης, και διά της επιρροής της κοινής γνώμης επί
            του αγγλικού υπουργείου· συνήργησε δε τα μέγιστα και εις
            εύρεσιν των ζητουμένων δανείων.

            Περιώδευε πρό τινος καιρού ο Ανδρέας Λουριώτης την
            Ευρώπην προς τον σκοπόν τούτον· επισκεφθείς και την
            Αγγλίαν επανήλθεν εις Ελλάδα συνοδευόμενος υπό του
            Εδουάρδου Βλακιέρου. Ο Άγγλος ούτος, παρατηρήσας τα της
            Ελλάδος, επέστρεψεν εις την πατρίδα του επί ελληνικού
            πλοίου, ούτινος η πρωτοφανής σημαία ενθουσίασε τους
            φιλελευθέρους. Έφερε και δέκα ελληνόπαιδας, ους διάφοροι
            Άγγλοι παρέλαβαν εις ανατροφήν δι' ιδίας αυτών δαπάνης.
            Ευρών δε συστημένην την φιλελληνικήν εταιρίαν,
            προητοίμασε δι' ων έδωκεν αυτή πληροφοριών την οδόν εις
            εύρεσιν των ζητουμένων δανείων, και κατέβη εκ δευτέρου
            εις Ελλάδα προς επίσπευσιν αποστολής ανδρών εχόντων την
            προς τούτο απαιτουμένην πληρεξουσιότητα. Ως τοιούτοι
            εξελέχθησαν ο Ορλάνδος, ο Λουριώτης και ο Ιωάννης Ζαήμης.
            Και οι μεν δύο πρώτοι ανεχώρησαν τον νοέμβριον, ο δε
            τρίτος βραδύτερον. Επί δε της αποστολής ταύτης
            παρενέπεσαν τα ακόλουθα.

            Ο Γάλλος Ιορδάνης συνώδευσε τον Μεταξάν επί της εις
            Βερώνην αποστολής του· αποτυχούσης δε ταύτης διέβη κατ'
            εντολήν αυτού εις Παρισίους επ' ελπίδι ευρέσεως δανείων
            διά της συνδρομής της εκεί εδρευούσης επιτροπής του
            τάγματος του αγίου Ιωάννου της Ιερουσαλήμ. Επειδή δε και
            οι εν Παρισίοις προϊστάμενοι του τάγματος τούτου, και
            αυτός ο Ιορδάνης, μέλος αυτού, κύριον σκοπόν είχαν την
            ανόρθωσιν του τάγματος διά του ελληνικού αγώνος, και όχι
            την ευόδωσιν του ελληνικού αγώνος διά του τάγματος,
            υπεκρίθησαν ότι έτοιμοι ήσαν να χορηγήσωσιν επί λόγω
            βοηθημάτων τη ελληνική κυβερνήσει φράγκα 4,000,000· αλλ'
            απήτησαν αντάλλαγμα την κυριαρχίαν των άλλοτε εν τη
            κατοχή του τάγματος νήσων, Ρόδου, Σκαρπάθου και
            Αστυπαλαίας, μέχρι δε της κυριεύσεως και παραχωρήσεως
            αυτών, την προσωρινήν κατοχήν Σύρας καί τινων των επί της
            μεσημβρινοδυτικής πλευράς της Πελοποννήσου ερημονήσων·
            και επειδή το τάγμα ούτε δύναμιν στρατιωτικήν είχεν, ούτε
            δάνεια εύρισκεν εν ονόματί του, η Ελλάς ώφειλε και
            στράτευμα να δώση εκ του προχείρου εις υπεράσπισιν των
            ανωτέρω νήσων, και να στέρξη ώστε εν ονόματι αυτής να
            δανεισθή το τάγμα όχι μόνον το ανωτέρω ποσόν εις χρήσιν
            της Ελλάδος, αλλά και έξ άλλα εκατομμύρια εις χρήσιν
            αυτού του τάγματος· εν ενί λόγω, αντί να βοηθηθή η Ελλάς
            υπό του τάγματος ως ήλπιζεν, έπρεπεν αύτη να το βοηθήση
            και να το παράξη εκ του μη όντος εις το είναι. Κατά τους
            ατόπους δε τούτους όρους ο αυτοχειροτόνητος πληρεξούσιος
            της Ελλάδος Ιορδάνης και οι πληρεξούσιοι του τάγματος, οι
            συνάδελφοί του, συνυπέγραψαν εν Παρισίοις την 18 Ιουνίου
            συνθήκην, και αφίχθη καί τις ως πρέσβυς το

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/38765