Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

by Spyridon Trikoupes · Greek · Gutenberg #38414 · 746,294 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Ιστορία της Ελληνικής Επαναστάσεως, Τόμος Α

Author: Spyridon Trikoupes


        
Release date: December 26, 2011 [eBook #38414]
                Most recently updated: January 8, 2021

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/38414

Credits: Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
        his major work in proofreading.


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΙΣΤΟΡΊΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΉΣ ΕΠΑΝΑΣΤΆΣΕΩΣ, ΤΌΜΟΣ Α ***




Produced by Sophia Canoni.  Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.





Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Bold words are included in &. In various places the book
had in the margin the notation of the month that the event took
place. I have placed the month within brackets, somewhere near the
notation, starting a new paragraph.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Σε διάφορα μέρη,
στο περιθώριο, το βιβλίο είχε την ένδειξη του μήνα του γεγονότος.
Έβαλα την ένδειξη κάπου κοντά στην ένδειξη του περιθωρίου,
ξεκινώντας κάθε φορά καινούργια παράγραφο.


ΣΠΥΡΙΔΩΝΟΣ ΤΡΙΚΟΥΠΗ

ΙΣΤΟΡΙΑ

ΤΗΣ

ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ

ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΡΙΤΗ

ΕΠΙΘΕΩΡΗΘΕΙΣΑ ΚΑΙ ΕΠΙΔΙΟΡΘΩΘΕΙΣΑ ΥΠ' ΑΥΤΟΥ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ

ΤΟΜΟΣ Α'.


              «Καλλίστην παιδείαν ηγητέον προς αληθινόν βίον
           την εκ της πραγματικής ιστορίας περιγιγνομένην εμ -
              πειρίαν· μόνη γαρ αύτη χωρίς βλάβης από παντός
            καιρού και περιστάσεως κριτάς αληθινούς αποτελεί
                                               του βελτίονος.»

                                         Εκ των του ΠΟΛΥΒΙΟΥ.



ΕΚΔΟΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ

ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ

ΕΚ ΤΟΥ ΤΥΠΟΓΡΑΦΕΙΟΥ ΤΗΣ «ΩΡΑΣ»

1888




Παν αντίτυπον, μη φέρον την ιδιόχειρον υπογραφήν και σφραγίδα του
εκδότου, θεωρείται κλοπιμαίον και ως τοιούτον καταδιώκεται κατά
τον νόμον.




Ο αοίδιμος ιστοριογράφος thw Ελληνικής επαναστάσεως Σπυρίδων
Τρικούπης ετά την δευτέραν έκδοσιν της ιστορίας του προέβη εις
επιδιόρθωσιν και συμπλήρωσιν αυτής, προτιθέμενος να δημοσιεύση
τρίτην έκδοσιν.

Ευτυχήσαντες ν' αποκτήσωμεν το επιδιορθωμένον και συμπεπληρωμένον
υπό του μεγάλου ιστορικού κείμενον, δημοσιεύομεν νέαν έκδοσιν του
μεγάλου έργου του εξόχου ανδρός.
                                                 ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΑΣΛΑΝΗΣ



ΤΗ

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΦΥΛΗ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑΝ ΤΑΥΤΗΝ ΑΝΑΤΙΘΗΣΙΝ
         Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΥΣ




ΕΚ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ ΕΚΔΟΣΕΩΣ



ΜΕΤΑ την πρώτην έκδοσιν της Ιστορίας της Ελληνικής Επαναστάσεως
εξεδόθησαν δια του τύπου, και εκοινοποιήθησαν και προς εμέ
ιδιαιτέρως, διατριβαί και υπομνήματα περί ης διεπραγματεύθην ύλης,
και περί τινων χωρίων ή ως ελλειπών ή ως εσφαλμένων.

Περί πολλού ποιούμενος την επί το ακριβέστερον και πληρέστερον
διήγησιν των γεγονότων προθύμως παρεδέχθην εν τη δευτέρα ταύτη
εκδόσει ό,τι εξ ων εγράφησαν ηύρα ορθόν και άξιον γενικής
ιστορίας, τόσω μάλλον καθ' όσον προς τον σκοπόν κυρίως τούτον
εξέδωκα το σύγγραμμά μου ζώσης εισέτι της γενεάς των αγωνιστών·
επεμελήθην δε να βελτιώσω καί τινα οίκοθεν όπως δεύτεραι μελέται
και νέαι έρευναι υπηγόρευσαν.

Επιμελώς και ευσυνειδήτως επιλαβόμενος του έργου μου εξ αυτής της
αρχής, απρεπές ενόμισα χάριν παρανενοημένης φιλογενείας ν'
αποκρύψω ή να παραμορφώσω εν τη διηγήσει των συμβάντων τα κακώς
έχοντα. Η μη αληθής και μη αμερόληπτος ιστορία είναι αναξία
έθνους, ούτινος ο εν μέσω παντοίων δεινών πολυένδοξος και
μοναδικός αγών μεγαλύνει τον άνθρωπον, δοξάζει τον καθ' ημάς αιώνα
και ευαγγελίζεται το αίσιον τέρμα του εισέτι ατελούς μεγάλου
έργου.

Αν παντός έθνους ιστορικός χρεωστή να είπη εν παντί καιρώ την
αλήθειαν, χρεωστεί υπέρ πάντα άλλον και υπεράλλοτε να την είπη ο
εν τοις σημερινοίς καιροίς συγγράφων την ιστορίαν της ελληνικής
επαναστάσεως Έλλην και να δείξη δι' αυτών των πραγμάτων προς τους
πασιφανώς οργώντας προς την ελευθερίαν ομογενείς και ομοπίστους
ποία τα αιρετά και επαινετά, και ποία τα φευκτά και μεμπτά, «ω ς -
ε ί π ο τ ε - κ α ι - α ύ θ ι ς - τ α - ό μ ο ι α –
κ α τ α λ ά β ο ι, έ χ ο ι ε ν, π ρ ο ς, τ α –
π ρ ο γ ε γ ρ α μ μ έ ν α - α π ο β λ έ π ο ν τ ε ς,
ε υ χ ρ ή σ θ α ι - τ ο ι ς - ε ν - π ο σ ί ν».

                                                    Σ. ΤΡΙΚΟΥΠΗΣ
                                                Εν Λονδίνω, 1860.



ΠΙΝΑΞ



ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ

Περί συγχρόνων ιστοριών και συλλογής της ύλης του συγγράμματος. —
Περί των επί του αγώνος κακών πράξεων Ελλήνων και Τούρκων. — Περί
της σημερινής γλώσσης. . . ιδ

ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ

Αίτια της ελληνικής επαναστάσεως. . . 1

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α.

Εταιρία των Φιλικών και διάδοσις αυτής. — Αποκήρυξις του Αλήπασα
Τεπελενλή. . . 6

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β.


Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθίσταται επίτροπος της αρχής της Εταιρίας
των Φιλικών. — Ενέργειαι αυτού και προετοιμασίαι εις επανάστασιν
της Ελλάδος . . . 16

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ.

Αποστασία Θεοδώρου Βλαδιμιρέσκου. — Μετάβασις Υψηλάντου εις
Μολδοβλαχίαν, καί τα κατ' εκείνας τας ηγεμονείας συμβάντα μέχρι
των Αρχών απριλίου. . . 27

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ.

Έποψις της Πελοποννήσου και κατάστασις αυτής επί των παραμονών της
επαναστάσεως. — Έλευσις κι απέλευσις του Χουρσίδ Πασά και
χαρακτηρισμός αυτού . . . 37

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε.

Επανάστασις της Πελοποννήσου. . . 47

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ.

Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της οθωμανικής
αυτοκρατορίας. . . 61


ΚΕΦΑΑΑΙΟΝ Ζ.

Εξωτερική πολιτική προς την Ελλάδα και διαγωγή της Ρωσσίας προς
τον Υψηλάντην. . . 79

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Η.

Τα κατά τον Υψηλάντην διατρίβοντα εν Κολεντίνη. — Φυγή του
ηγεμόνος Σούτσου. — Τα κατά τον Πεντεδέκαν. — Μετάβασις Υψηλάντου
εις Τυργόβιστον. — Συμβάντα εν Μολδαυία. — Μάχη Γαλατσίου. . . 83


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Θ.

Είσοδος Τουρκικών δυνάμεων εις Βουκουρέστι. — Επιβουλή Σάββα. —
Φόνος Βλαδιμιρέσκου ως προδότου. — Μάχαι Νουτσέτου και
Δραγασανίου. — Απέλευσις Υψηλάντου. — Οι εναπομείναντες
οπλαρχηγοί. — Τα κατά την Μολδαυίαν. — Θάνατος Γεωργάκη Ολυμπίου.
— Επιθεώρησις της διαγωγής του Υψηλάντου. . . 92


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.

Κατάστασις των νήσων Ύδρας, Σπετσών και Ψαρών. — Αίτια της
ευτυχίας των. — Η κατά θάλασσαν δύναμις Ελλήνων και Τούρκων. —
Αποστασία των τριών νήσων. Έκπλους του ελληνικού στόλου. —
Αποστασία του αιγαίου πελάγους και της Σάμου . . . 114


ΚΕΦΑΛΑΙΟΙ ΙΑ.

Κατάστασις της Στερεάς Ελλάδος. . . 132


ΚΕΦΑΑΑΙΟΝ ΙΒ.

Αποστασία Φωκίδος και Βοιωτίας. — Εκστρατεία εις Πατρατσίκι. —
Αποστασία Αττικής. — Περιγραφή και αποστασία Θετταλομαγνησίας και
Ευβοίας. — Αποστασία Μακεδονίας και Κρήτης. . . 135

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΓ.

Διασκορπισμός των περί την Καρύταιναν Ελλήνων. — Συγκρούσεις
Τούρκων και Ελλήνων περί την Τριπολιτσάν. — Απόβασις του κεχαγιά
του ηγεμόνος της Πελοποννήσου εις Πάτρας και ευτυχής αυτού άνοδος
εις Τριπολιτσάν. — Μάχαι Βαλτετσίου και Δολιανών. . . 104


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ.

Μάχαι Θερμοπυλών και Γραβιάς. . . 117


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΕ.

Πτώσις Αντώνη Οικονόμου. — Πλους ελληνικής μοίρας προς τον
Ελλήσποντον και άλλης εις τον Κορινθιακόν κόλπον. — Εμπρησμός
τουρκικού δικρότου εν Ερισώ. — Καταστροφή Κυδωνιών. . . 183


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ.

Παθήματα των Σμυρναίων, Κυπρίων και Κώων Χριστιανών. . . 195

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΖ.

Επανάστασις Αιτωλοακαρνανίας. — Εισβολή Ελλήνων εις Βραχώρι και
κυρίευσις αυτού, Τεκέ, Πλαγιάς, και Ζαπαντίου. — Μάχαι Μακρυνόρους
και Πέτα. — Καταστροφή Καλαρρύτων και Συράκου. — Τα κατά το
Καρπενήσι και το Ασπροπόταμον. — Αποτυχία της προς ελευθέρωσιν της
Πάργας εκστρατείας. . . 203

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΗ.

Οι Λαλιώται. — Απόβασις Επτανησίων εις Γαστούνην. — Μάχαι. —
Μετάβασις Λαλιωτών εις Πάτρας. — Πολιτική της αγγλοϊονικής
κυβερνήσεως προς την Ελλάδα. . . 219


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΘ.

Συνέλευσις εν Καλτετσιαίς και σύστασις πελοποννησιακής γερουσίας.
Έλευσις του Δημητρίου Υψηλάντου εις Ελλάδα και διενέξεις αυτού και
της γερουσίας. . . 235


ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ. . . 243

* * * *



ΠΡΟΛΕΓΟΜΕΝΑ (*)



&Περί συγχρόνων ιστοριών και συλλογής της ύλης του συγγράμματος. —
Περί των επί του αγώνος κακών πράξεων Ελλήνων και Τούρκων. — Περί
της σημερινής γλώσσης.&

Δυσχερέστατον κατά τινας, αν όχι και αδύνατον, το έργον του
επιχειρούντος να συγγράψη απαθώς την ιστορίαν των συγχρόνων του,
και μάλιστα των προς ους έτυχε, δι' ην έλαχε μεταξύ αυτών θέσιν,
να σχετισθή ή ν' αντιπολιτευθή. Ο λόγος ούτος δεν μ' εφάνη ικανός
εις αποτροπήν του έργου μου. Παρετήρησα, ότι ο Θουκυδίδης,
περιττόν ν' αναφέρω άλλους, συνέγραψεν όχι μόνον την ιστορίαν του
καιρού του, αλλά και των ανθρώπων μεθ' ων επολιτεύθη και
επολέμησε, και υφ' ων έπαθε και ηττήθη· και όμως όλοι ομοφώνως τω
απέδωκαν την επωνυμίαν του φιλοδικαίου ιστορικού, ως προτιμώντι
την αλήθειαν των συμπαθειών και αντιπαθειών του. Δεν είναι άρα ο
συγχρονισμός ο βλάπτων την ουσίαν της ιστορίας, ό έστι την
αλήθειαν. Αλλά, και αν υποθέσωμεν ότι προέρχεται εντεύθεν ζημία
εις την εύρεσιν ή την διήγησιν της αληθείας, δεν αναπληροί ταύτην
η ωφέλεια η εκ της καθαράς προερχομένη γνώσεως, ην ο σύγχρονος
ιστορικός έχει και των ανθρώπων, μεθ' ων έζησε και ειργάσθη, και
των πραγμάτων, όσα είδεν αυτοψί, ή έμαθε παρ' αυτόπτου;
Εξαιρετικόν και μέγιστον πλεονέκτημα του συγχρόνου ιστορικού, και
μάλιστα ομοεθνούς και συνεργασθέντος εν οις ιστορεί, είναι η ούτως
ειπείν συνενσάρκωσίς του, διότι εξ αυτής απορρέει ζώσα και ακμαία
η αφήγησις των γεγονότων. Η σύγχρονος ιστορία έχει και άλλο μέγα
καλόν· αναγινώσκεται και επικρίνεται παρά των εκδοτών όσα
αναφέρει, και μάλιστα παρ' αυτών των προσώπων του ιστορικού
δράματος, μέγιστον συμφέρον εχόντων ν' ανακαλύπτωσι τα λάθη της,
και όλων των εις διόρθωσιν ευπορούντων εξ ων οι ίδιοι και είδαν
και ήκουσαν και έπραξαν και έπαθαν. Η σφαλερά άρα έκθεσις των
συμβάντων πηγάζει εκ της κακής διαθέσεως και μεροληψίας του
γράφοντος, εξ ων απαντά δυσκολιών εις εύρεσιν της αληθείας, και εκ
της ανικανότητός του ή της σφαλεράς του και αδυνάτου κρίσεως. Αλλ'
ο κίνδυνος ούτος, κίνδυνος τω όντι πραγματικός, δεν είναι μόνον
της συγχρόνου αλλά και παντός άλλου καιρού ιστορίας, ως
προερχόμενος εκ της φύσεως του χαρακτήρος και της αδυναμίας των
ανθρώπων όλων των καιρών.

* * * *

*) Παρέπεμψα εις το τέλος του συγγράμματος, ως εις οικειότερον
τόπον, τα επί της πρώτης εκδόσεως εν τοις προλεγομένοις τούτοις
χαρακτηριστικά της Ελληνικής επαναστάσεως, καθώς και την εν τω
κεφαλαίω γενικήν επιθεώρησιν της προς τον Ελληνικόν πολιτικής των
μεγάλων Δυνάμεων, διότι μετά την ανάγνωσιν του συγγράμματος
δύναται να κρίνη ο αναγνώστης περί της ακριβείας των παρατηρήσεων
αυτών.

* * * *

Επίκειται και άλλος κίνδυνος ως προς την έκθεσιν της αληθείας. Πας
άνθρωπος έχει τας πολιτικάς του δοξασίας, ώστε δύσκολον γράφων να
μη επηρεάζεται εντεύθεν ανεπαισθήτως. Αλλά και ο κίνδυνος ούτος
προέρχεται εκ των φρονημάτων των ανθρώπων παντός καιρού, και όχι
εκ των περιστάσεων μόνον καθ' ας τα ιστορούμενα συνέβησαν.

Αν αφήσωμεν μόνους τους μεταγενεστέρους να συγγράψωσι την
σημερινήν ιστορίαν, δεν δύνανται να την συγγράψωσι βεβαίως εκ
προσωπικών γνώσεων, ως μη σύγχρονοι, αλλ' εκ παραδόσεως και απλής
ακοής· οι δε μέλλοντες να επικρίνωσι την συγγραφήν ταύτην, ή
σύγχρονοι θα είναι του μεταγενεστέρου τούτου συγγραφέως, ή
μεταγενέστεροι αυτού· ό έστιν ουδείς εκ των αυτοπτών. Δύνανται να
συγγράψωσιν οι μεταγενέστεροι την ιστορίαν, και εκ των σωζομένων
εγγράφων του καιρού τούτου. Αλλά τις αγνοεί ότι τα έγγραφα ταύτα,
εξ αιτίας των περιστάσεων, διηγούνται ως επί το πλείστον άλλ' αντ'
άλλων, ποτέ μεν εν γνώσει, ποτέ δε εν αγνοία της αληθείας; Ποίας
λοιπόν πίστεως αξία ειμπορεί να θεωρηθή ιστορία γραφείσα
τοιουτοτρόπως, ό εστιν ανεξέλεγκτος, αναπόδεικτος και ύποπτος;

Ταύτα πάντα λαβών υπ' όψιν, δεν εδίστασα να επιχειρήσω την
συγγραφήν της συγχρόνου μου επαναστάσεως, και τόσω μάλλον, καθ'
όσον είκοσι και τριάντα ετών παρέλευσις αφ' ότου τα ιστορούμενα
συνέβησαν αρκεί και τον σάλον των παθών, όσα διήγειραν οι καιροί
εκείνοι, να κατευνάση, και την επί των συμβάντων τούτων παθούσαν,
ίσως και νοσήσασαν, του ανθρώπου κρίσιν σώαν και υγιά ν'
αποκαταστήση. Αν έσφαλα, δεν έσφαλα ως σύγχρονος, αλλ' ως παντός
καιρού άνθρωπος, καθ' όσον μάλιστα η ιστορική αύτη ύλη ήτο και
είναι εισέτι ασύνακτος και ακαθάριστος.

Έρχομαι τώρα να είπω και ποίας αρχάς ηκολούθησα ως προς την
εύρεσιν και έκθεσιν της αληθείας.

Όσον μεμπτόν είναι να παραβάλλωνται οι μικροί προς τους μεγάλους,
τόσον επαινετόν να τους μιμώνται. Ο μέγας ιστορικός, ον ανέφερα
προ ολίγου, διηγούμενος εν τω αξιοθαυμάστω προοιμίω του πόθεν και
πώς συνέλεξε την ύλην της ιστορίας του, λέγει·

«Τα δε έργα των πραχθέντων εν τω πολέμω ουκ εκ του παρατυχόντος
πυνθανόμενος ηξίωσα γράφειν, ουδ' ως εμοί εδόκει, αλλ' οις τε
αυτός παρήν και παρά των άλλων όσον δυνατόν ακριβεία περί εκάστου
επεξελθών· επιπόνως δε ευρίσκετο, δ ι ό τ ι - ο ι - π α ρ ό ν τ ε ς
- τ ο ι ς - έ ρ γ ο ι ς - ε κ ά σ τ ο ι ς - ο υ - τ α ύ τ α –
π ε ρ ί - τ ω ν - α υ τ ώ ν - έ λ ε γ ο ν, α λ λ' - ω ς –
ε κ α τ έ ρ ω ν - τ ι ς - ε υ ν ο ί α ς - ή - μ ν ή μ η ς –
έ χ ο ι».

Τους λόγους τούτους του ιστορικού είχα και εγώ παντοτεινόν οδηγόν
μου συγγράφων· τοιούτους παρακαλώ και τον αναγνώστην να έχη υπ'
όψιν, οσάκις τύχη ν' ακούση αυτόπτας ων διηγείται η παρούσα
ιστορία έργων μ η - λ έ γ ο ν τ α ς - τ α - α υ τ ά - π ε ρ ί –
τ ω ν - α υ τ ώ ν.

Πας ο καλά πράττων είναι αξιέπαινος, και πας ο κακά πράττων
αξιόμεμπτος· και χρέος δικαίου ιστορικού είναι τας μεν καλάς
πράξεις να επαινή, τας δε κακάς να κατακρίνη, είτε φίλος είτε
εχθρός είναι ο πράξας. Εντεύθεν ορμώμενος επέκρινα αμερολήπτως τας
πράξεις Ελλήνων και Τούρκων. Αλλά, αν ήναι δίκαιον να επικρίνωνται
οι άνθρωποι καθ' ην έλαβαν ανατροφήν, καθ' ας απέκτησαν γνώσεις,
καθ' ους έζησαν καιρούς, κατά τους σκοπούς προς ους ωρμήθησαν, και
καθ' ας περιστάσεις ευρέθησαν, αν ήναι αληθές, ότι τα
αθεμιτουργήματα των καταστρεφουσών τας κυβερνήσεις επαναστάσεων
είναι καρποί των καταστρεφομένων κυβερνήσεων, οφείλομεν να μη
μετρώμεν διά του αυτού μέτρου τας κακάς πράξεις των καταθλιβόντων
αρχόντων και των εξανισταμένων υπεξουσίων, μηδέ να ζητώμεν παρά
τοις δούλοις των δούλων του κορανίου τας αρετάς δι' ων εδοξάσθησαν
οι γεννηθέντες, τραφέντες και αποθανόντες υπό την νομοθεσίαν των
Λυκούργων και των Σολώνων. Τα αθεμιτουργήματα των Ελλήνων είναι
μαθήματα της τουρκικής σχολής και αποκυήματα της δουλείας· τα δε
των Τούρκων είναι έργα της θελήσεως και της εξουσίας των, και ως
τοιαύτα ασυγκρίτω τω λόγω αξιομεμπτότερα· διά τούτο δίκαιον να
κατακρίνωνται επί των αυτών αθεμιτουργημάτων οι διδάσκαλοι και οι
κύριοι μάλλον ή οι διδασκόμενοι και οι δούλοι. Αν χρέος
απαραίτητον πάσης κυβερνήσεως είναι να καθοδηγή τον λαόν της εις
τα ηθικά καθήκοντά του, αν αξιοκατάκριτος είναι πάσα κυβέρνησις
αμελούσα το πρώτιστον τούτο προς τον λαόν της χρέος, δεν είναι άρα
πολλώ μάλλον αξιοκατάκριτος η δίδουσα εκ συστήματος η ιδία διά των
βδελυρών και απανθρώπων πράξεών της το αίσχιστον παράδειγμα πάσης
πολιτικής και κοινωνικής ακολασίας; Τοιαύτη ήτον ομολογουμένως επί
της ελληνικής επαναστάσεως η τουρκική κυβέρνησις μήτε θεία τιμώσα
μήτε ανθρώπινα, και ως τοιαύτη αξία πάσης κατακρίσεως· διότι, αντί
να εξημερώνη, εξηγρίονεν αυτοθελήτως τον φανατικόν λαόν της,
καίτοι ζώσα εν μέσω του ευρωπαϊκού φιλανθρωπισμού.

Νομίζω αναγκαίον να είπω ολίγα τινά και περί της σημερινής
γλώσσης, καθ' όσον μάλιστα έλαβα αφορμήν εκ της ανά χείρας
συγγραφής να μελετήσω τα κατ' αυτήν βαθέως.

Την μέσην οδόν, την μεταξύ, λέγω, των χυδαϊζόντων και των
ελληνιζόντων, εβουλήθην συγγράφων να βαδίσω, διότι εθεώρησα και
θεωρώ ότι εν τη μέση οδώ κείνται τα εισέτι αφανή όρια της γλώσσης,
αν θέλωμεν ουδ' ημπορούμεν να μη θέλωμεν, να καταντήση η λαλουμένη
και η γραφομένη γλώσσα μία και η αυτή (α).

Πολλάς χάριτας έχει η κοινή γλώσσα, και αφιλόκαλος είναι όστις δεν
τας αισθάνεται και δεν ευφραίνεται αναγινώσκων τα εν αυτή καθαρώς
γραφόμενα. Η γλώσσα αύτη δεν είναι θυγάτηρ της παλαιάς ελληνικής,
ως η ιταλική της λατινικής· είναι αυτή η παλαιά, ης το απαράμιλλον
κάλλος παρήλλαξεν ολίγον ο πολύς χρόνος· έλαβε δ' επί του αγώνος
και λαμβάνει καθ' εκάστην τόσην ανάπτυξιν ένεκα των πολυειδών
κοινωνικών και πολιτικών αναγκών, ας εγέννησεν η νέα τάξις των
πραγμάτων εν τη ελευθερωθείση Ελλάδι, και ένεκα της αφθονοπαρόχως
διαδιδομένης γνώσεως της παλαιάς ελληνικής και της μελέτης των
επιστημών, ώστε κατέστη ήδη ικανή και όλα τα διανοήματα του
ανθρώπου να διερμηνεύη, και όλα τα πάθη του να εκφράζη, όπως και
αι των άλλων εθνών σοφαί γλώσσαι· αλλά χρειάζεται, νομίζω, εις το
εξής πολλή προσοχή μην απομακρυνθώμεν της κοινής γλώσσης πέραν του
δέοντος, υπερελληνίζοντες, και μη καταντήσωμεν ανεπαισθήτως να
έχωμεν διττήν γλώσσαν, την μεν του λαού, την δε των λογίων, ως
είχαν οι αρχαίοι Αιγύπτιοι διττά γράμματα, τα μεν ιερά, τα δε
δημοτικά.

Σφάλλει όστις φρονεί, ότι αρκεί μόνον να καταλαμβάνη ο λαός ό,τι
λαλεί και ό,τι γράφει ο πεπαιδευμένος. Ο λαός ανάγκη πάσα να λαλή
και να γράφη, όπως λαλεί και όπως γράφει ο πεπαιδευμένος. Δεν λέγω
ως προς τον τρόπον, καθ' ον ούτος εκφράζεται, διότι τούτο είναι
έργον της τριβής του, της παιδείας του και της μελέτης του, ουδ'
ως προς ας λέξεις μεταχειρίζεται, διότι δεν έλαβεν εκείνος την
ανατροφήν τούτου· αλλ' ως προς τον σχηματισμόν και τας κλίσεις των
μερών του λόγου. Ας παρατηρήσωμεν ότι, αν και διαφοροτρόπως
εκφράζωνται οι πεπαιδευμένοι και οι απαίδευτοι των καθ' ημάς σοφών
εθνών, μίαν όμως και την αυτήν έχουν γραμματικήν, οι μεν
θεωρητικώς, οι δε πρακτικώς, συντάττοντες, κλίνοντες και
σχηματίζοντες καθ' ένα και τον αυτόν τρόπον όλοι και ονόματα και
βήματα. Είναι δε γνωστόν, ότι ολίγον ωφελεί τον λαόν
αναγινωσκομένη ή ακουομένη γλώσσα, ήτις δεν τον θέλγει· και δεν
τον θέλγει βεβαίως η εις την ακοήν του ασυνήθης.

Λυπηρόν ότι οι πλείστοι των ημετέρων λογίων, γοητευόμενοι υπό της
αναγνώσεως των αττικών συγγραφέων, και παραγνωρίζοντες ή
ολιγωρούντες τον χαρακτήρα της γλώσσης των, εξέκλιναν της οδού
ταύτης, μετασχηματίζοντες επί το αττικώτερον την αιολοδωρίζουσαν
γλώσσαν των, ως αν δεν ήσαν οι αιολοδωρισμοί της ελληνισμοί. Η
άσκεπτος αύτη ροπή εις το αττικίζειν είναι έτι μάλλον λυπηρά,
διότι απομακρύνει υπέρ τι άλλο της καθομιλουμένης την γραπτήν
γλώσσαν, μήτε πλουτίζουσα, μήτε καθαρίζουσα αυτήν, ως μηδεμίαν
χρείαν έχουσαν τοιούτου καθαρισμού. Τοιαύτη ροπή, μηδέν ωφελούσα
και πολύ βλάπτουσα, έχει κατ' εμέ ανάγκην αναστολής, ως αδίκως και
παραλόγως τους εν κοινή χρήσει ιδιωτισμούς ελληνικής και ζώσης
διαλέκτου εις τους μη εν κοινή χρήσει ιδιωτισμούς άλλης ελληνικής
και μη ζώσης διαλέκτου μετατρέπουσα. Αλλ' ο τρόπος ούτος του
αττικίζειν τόσον επλεόνασεν, ώστε και εγώ, αν και τον αποδοκιμάζω,
ηναγκάσθην, ως επικρατήσαντα παρά τοις λογίοις, να τον ακολουθήσω
πολλάκις παρά τας αρχάς, ας θεωρώ μόνας υγιείς: Αλλά πάλιν το
λέγω, το «μ η - π ε ρ α ι τ έ ρ ω»· φαίνεται ορθόν και σωτήριον
παράγγελμα, όχι βεβαίως ως προς τον πλουτισμόν της κοινής γλώσσας,
ήτις καλόν να πλουτίζεται αφθόνως εκ των θησαυρών της παλαιάς,
αλλ' ως προς τον μηχανισμόν και τον ιδιωτισμόν της. Δυσκολεύεται ο
λαός ν' αλλάξη τον σχηματισμόν και την σύνταξιν του λόγου του,
αλλά δεν δυσκολεύεται να μανθάνη λέξεις της προγονικής του γλώσσης
μη την σήμερον εν χρήσει. Επί τη παρατηρήσει ταύτη συνεισέφερα και
εγώ πλουσιοπαρόχως διά της ανά χείρας συγγραφής εις τον υλικόν
τούτον της σημερινής γλώσσης πλουτισμόν· αλλά ετήρησα, όσον
έπρεπε, τον τρόπον του σχηματίζειν και συντάττειν τα μέρη του
λόγου κατά την κοινώς επικρατούσαν τάξιν. Η γλώσσα είναι κτήμα
όλου του έθνους, και όσον αξιέπαινος είναι ο πλουτίζων το εθνικόν
τούτο κτήμα, τόσον αξιόμεμπτος σφετεριστής είναι ο μεταποιών και
διαχειριζόμενος αυτό κατά την όρεξίν του· ο τοιούτος, αντί να
επιταχύνη, παρεμποδίζει την τελειοποίησιν της γλώσσης του, και
αναστέλλει, αντί να ενισχύη, την διανοητικήν πρόοδον του έθνους
του. Ας ενθυμηθώμεν, ότι ο Δάντης και οι σοφοί του καιρού του, οι
πατέρες της ιταλικής φιλολογίας, ευρεθέντες ως προς την γλώσσαν
των εις ας ευρισκόμεθα και ημείς περιστάσεις σήμερον ως προς την
ημετέραν, επλούτισαν, ελάμπρυναν, εκκαθάρισαν και εκανόνισαν την
τόσον μητρώζουσαν γλώσσαν των· αλλ' ακριβώς ετήρησαν τον ιδιάζοντα
χαρακτήρα της, και δεν απεπλανήθησαν επί λόγω της προς την μητέρα
της στενής συγγενείας της. Αυτά ταύτα έπραξαν και οι σοφοί των
άλλων εθνών, ων η γλώσσα έχει την αυτήν της ιταλικής παραγωγήν.
Και αυτός ο αείμνηστος Κοραής, ο φιλολογώτερος και κριτικώτερος
των σημερινών Ελλήνων, ο τα περί γλώσσης υπέρ τινα άλλον και
μελετήσας και διδάξας, την αυτήν εβάδισεν οδόν και την αυτήν οδόν
να βαδίσωμεν και ημείς μεγάλη τη φωνή μάς εσυμβούλευσεν.

Επί τη βάσει λοιπόν των αρχών τούτων, άς θεωρώ μόνας υγιείς,
συνέταξα κ' εγώ το σύγγραμμά μου, και πάσαν κατέβαλα φροντίδα,
ώστε ο λόγος μου να ήναι καθαρός, εύληπτος, ομαλός, ομοιόμορφος
και κανονικός, μη αποχωριζόμενος της κοινής συνηθείας, ειμή καθ'
όσην έλαβεν ήδη ανάπτυξιν η γλώσσα, και δεχόμενος μετά πολλής
συστολής τους παλαιούς ελληνισμούς, όσων εθεώρησα την γλώσσαν
δεκτικήν.

Μέμφονταί τινες των καθαριστών την κοινήν γλώσσαν ως γαλλίζουσαν
εν πολλοίς ή ιταλίζουσαν. Χάρις τω Θεώ, η γλώσσα εκαθαρίσθη ήδη
όλων των ξένων λέξεων αλλά ποία γλώσσα είναι άμικτος ξένων
ιδιωτισμών; μήπως και αυτή η αττική καθαρεύει; ιδού τι λέγει περί
αυτής ο αττικώτατος Ξενοφών. «Φωνήν δε την πάσαν ακούοντες οι
Αθηναίοι εξελέξαντο τούτο μεν εκ της, τούτο δε εκ της· και οι μεν
Έλληνες ιδία μάλλον και φωνή και διαίτη και σχήματι χρώνται·
Αθηναίοι δε κεκραμένη εξ απάντων των Ελλήνων και βαρβάρων». Το
περίεργον δε, ότι λέγει ταύτα ο Ξενοφών προς έπαινον της αττικής
φωνής του· αλλ' ημείς οι μη αττικοί θέλομεν να φανώμεν και των
αττικών αυτών αττικώτεροι. (β)

Κάπου, ανέγνωσα και πολλάκις ήκουσα, ότι οι εισαγόμενοι σήμερον
εις την γλώσσαν ασυνήθεις ελληνισμοί θα καταντήσουν μετά
πεντηκονταετίαν χυδαϊσμοί. Αλλοίμονον, αν, ελεύθεροι όντες και
ελευθέρως φιλολογούντες, φιλοσοφούντες και πολιτευόμενοι εν τοις
κόλποις του σημερινού φωτός του φωτίζοντος τον κόσμον όλον, δεν
αξιωθώμεν ν' αποκτήσωμεν προ της λήξεως της θαυματουργού ταύτης
εκατονταετηρίδος συγγραφείς αξίους να μας είπωσιν αποφθεγματικώς,
«ι δ ο ύ - η - ο δ ό ς», και την οδόν αυτών απαρεγκλίτως όλοι να
βαδίσωμεν. Ιδού, φιλίστορ αναγνώστα, όσα ενόμισα σκόπιμον να είπω,
προοιμιάζων, περί του ανά χείρας συγγράμματος· διερχόμενος δε συ
αυτό, φανού επιεικής προς τας ατελείας του συγγραφέως,
συλλογιζόμενος, ότι μεταξύ τόσων σοφωτέρων και ικανωτέρων μου,
αλλ' όχι, τολμώ ειπείν, και απροσωποληπτοτέρων μου, μόνος εγώ
ανεδέχθην και έφερα εις πέρας την γενικήν εξιστόρησιν των επί του
ιερού αγώνος μεγάλων συμφορών και μεγάλων ανδραγαθημάτων των
συγχρόνων ομογενών, ων η μνήμη, δι' όσα υπέρ της αναστάσεως της
πατρίδος καρτεροψύχως υπέμειναν ή φιλοκινδύνως κατώρθωσαν,
διαμένει εν γενεαίς, και το όνομα ζη εν ευλογίαις.




            ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ




            &ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ&



            &Αίτια της ελληνικής επαναστάσεως (α)&

            ΑΔΥΝΑΤΟΝ να διατηρηθή αμετάβλητος η πολιτική θέσις δύο
            εθνών, κατοικούντων ένα και τον αυτόν τόπον, όταν το μεν
            δεσπόζον διαμένη στάσιμον, το δε δεσποζόμενον προοδεύη.
            Η πολιτική των εθνών τούτων μεταβολή καθίσταται έτι
            μάλλον βεβαία, αν τα έθνη ταύτα έχωσι διάφορον
            καταγωγήν, πρεσβεύωσι διάφορον θρησκείαν, λαλώσι διάφορον
            γλώσσαν, ζώσι μακράν πάσης συγγενικής επιμιξίας,
            θεωρώνται αμοιβαίως ως βέβηλα, και μισώνται.

            Τοιαύτη ήτον η θέσις των Τούρκων και των Ελλήνων προς
            αλλήλους· η δε ταχεία ή βραδεία φορά της μεταβολής
            απέκειτο εις τον καιρόν και εις τας περιστάσεις.
            Σημειώσεως άξιον, ότι η Ελλάς, πεσούσα υπό τους
            Τούρκους, δεν υπέστη ό,τι υπέστησαν τα υπό ξένην αρχήν
            πεσόντα επί της εισβολής των βαρβάρων ευρωπαϊκά έθνη,
            όπου δορυκτήτορες και δορύκτητοι συνεμίγησαν υπό την
            αυτήν θρησκείαν και την αυτήν γλώσσαν, και
            αποκατέστησαν, του καιρού προϊόντος, έν και το αυτό
            έθνος υπό μίαν και την αυτήν κλήσιν. Ήκμαζεν ο
            ισλαμισμός μέχρι φανατισμού, ότε η Ελλάς έπεσεν εις
            χείρας των πρεσβευόντων τα του κορανίου, εν ώ η
            ειδωλολατρεία των εθνών, όσα διεχύθησαν εις την Ευρώπην,
            ήτον εις την παρακμήν της, ότε την υπέταξαν· διά τούτο,
            επί μεν τούτων υπερίσχυσεν ο χριστιανισμός και συνέχεε
            κρατούντας και κρατουμένους, επί δ' εκείνων δεν
            υπερίσχυσε, και Μωαμεθανοί και Έλληνες διέμειναν εντός
            της Ελλάδος άμικτοι διά παντός, ουδέ την αυτήν εβάδισαν
            οδόν ως προς την κοινωνικήν ανάπτυξίν των. Τω όντι οι
            Τούρκοι ουδέν έμαθαν και ουδέν απέμαθαν αφ' ού
            εκυρίευσαν την Ελλάδα· αφιλέμποροι, αβιομήχανοι,
            αμαθείς, οιηματίαι και καταφρονηταί πάσης ευρωπαϊκής
            βελτιώσεως και ήσαν και διέμειναν, διότι η αντικοινωνική
            θρησκεία των εθεωρείτο πρόσκομμα πάσης κοινωνίας προς τα
            ετερόθρησκα έθνη τα μισούμενα παρ' αυτών και
            καταφρονούμενα. Διά τούτο διέβησαν δι' αυτούς ως
            τέσσαρες ημέραι οι από της αλώσεως της
            Κωνσταντινουπόλεως τέσσαρες θαυματουργοί αιώνες, οι διά
            της αναγεννήσεως των γραμμάτων και διά της προόδου των
            ανθρωπίνων γνώσεων μετενεγκόντες, την Ευρώπην εκ της
            βαρβαρότητος εις τον πολιτισμόν, οι βελτιώσαντες τα
            πολιτικά συστήματά της, οι εισαγαγόντες την τακτικήν εις
            τα στρατεύματα και εις το ναυτικόν της, και οι
            καταστήσαντες τον πόλεμον τέχνην, καθ' ην η καλλιέργεια
            του νοός νικά την ισχύν του σώματος.

            Αλλ' οι Έλληνες, κύψαντες ως νενικημένοι τον αυχένα υπό
            τους Τούρκους ως νικητάς, δεν υπεδούλωσαν ολοτελώς και
            τον νουν των· πρεσβεύοντες θρησκείαν διδάσκουσαν την
            υψηλήν αρχήν και το υψηλότερον τέλος της φύσεως του
            ανθρώπου και συντελούσαν θαυμασίως εις τελειοποίησιν του
            ανθρωπίνου νοός, δεν έπαυσαν πλατύνοντες, όσον επέτρεπεν
            η δουλική των κατάστασις, τον κύκλον των ιδεών των·
            καταγόμενοι δε και εκ μεγάλων προπατόρων, ων τα
            συγγράμματα και τα έργα ουδέποτε τοις ήσαν ολοτελώς
            άγνωστα, δεν ήτο δυνατόν να φανώσι διόλου ανάξιοι της
            λαμπράς καταγωγής των. Κινούμενοι εκ των δύο τούτων
            υψηλών αρχών, της θρησκευτικής, λέγω, και της
            γενεαλογικής, ωφελούμενοι και εκ της νωθρότητος, της
            αβελτηρίας και της απρονοησίας των κρατούντων,
            εσχετίζοντο προς τα σοφά και βιομήχανα έθνη διά της
            ναυτιλίας της τόσον καταλλήλου εις την γεωγραφικήν θέσιν
            της Ελλάδος, και διά του εμπορίου, πλουτούντες υλικώς
            και φωτιζόμενοι νοερώς. Σοφώτεροι οι κρατούμενοι Έλληνες
            των κρατούντων Τούρκων ως εκ της σχέσεώς των προς τους
            Ευρωπαίους και της προς τα γράμματα κλίσεώς των,
            εύκαμπτοι και ύπουλοι ως εκ της πολιτικής θέσεώς των,
            προσεκτικοί και επιτήδειοι να ωφελώνται εκ των
            συμπιπτουσών περιστάσεων, και άγοντες συνήγορον ην
            αισθάνεται ανάγκην ο ηθικώς κατώτερος άνθρωπος της
            συνδρομής του ηθικώς ανωτέρου, παρεισέδυσαν κατ' ολίγον
            και εις αυτά τα πολιτικά συμβούλια των κρατούντων υπό
            διαφόρους υπηρεσίας, αν και πάντοτε υποβλεπόμενοι και
            κινδυνεύοντες.

            Η αγάπη της ελευθερίας είναι έμφυτος εν ταις καρδίαις των
            ανθρώπων· και οσάκις η κοινωνία δεν παρέχει αποχρώσας
            υπέρ αυτής εγγυήσεις, ο κοινωνικός βίος καταντά ζυγός
            βαρύς. Πολλοί τότε, προτιμώντες παντός άλλου καλού την
            απόλαυσιν της ελευθερίας, αν και αγρίας και ακανονίστου,
            απαρνούνται οικειοθελώς πάσαν συμβίωσιν μετά των ομοίων,
            και πλανώμενοι ημέραν και νύκτα εις αγρίους τόπους,
            καταντούν, διά την συντήρησιν της προσωπικής ελευθερίας
            και της φυσικής υπάρξεως, λυμεώνες και όλης της
            κοινωνίας. Τοιαύτη κατάστασις της κοινωνικής ελευθερίας,
            επικρατήσασα εν Ελλάδι, αφ' ού η Ελλάς υπεδουλώθη,
            παρήγαγε τάξιν ανθρώπων γνωριζομένων υπό το όνομα
            κλεπτών. Η τάξις αύτη διεκρίνετο των άλλων τάξεων των
            Ελλήνων διά τον ιδιαίτερον πολεμικόν χαρακτήρα, ως
            έχουσα μόνον το όπλον και πόρον και δόξαν και ασφάλειαν.
            Αλλά το όνομα και το έργον του κ λ έ π τ ο υ παρά τοις
            νεωτέροις, καθώς το όνομα και το έργον του λ η σ τ ο ύ
            παρά τοις αρχαίοις, όχι μόνον δεν εθεωρείτο αισχρόν (β),
            αλλ' ενομίζετο και ένδοξον, και τα ονόματα των
            διαπρεψάντων μεταξύ των ανδρών τούτων μετεδίδοντο
            ευσεβάστως από γενεάς εις γενεάν, και τα άθλα των ήσαν η
            γλυκεία ωδή των νεωτέρων Ελλήνων, θεωρούντων πάντοτε την
            τάξιν ταύτην των ομογενών ως άγκυραν ελπίδων προς την
            μέλλουσαν πολιτικήν αναγέννησίν των.

            Η τάξις των κλεπτών, ό έστιν, ενόπλων Χριστιανών
            βλαπτόντων τους τόπους, ους περιέτρεχαν, και ενοχλούντων
            και τους εγκατοίκους, παρήγαγεν άλλην ομοίαν, την των α
            ρ μ ατ ω λ ώ ν, ό εστιν, ενόπλων και αυτών Χριστιανών
            ταττομένων υπό των ιδίων τουρκικών αρχών εις προφύλαξιν
            των τόπων και των εγκατοίκων από της κακώσεως των
            κλεπτών. Τοιουτοτρόπως επολλαπλασιάζοντο οι ένοπλοι
            Χριστιανοί, εγυμνάζοντο τα του πολέμου, και υψούτο ο
            νους των υπεράνω της δουλικής καταστάσεώς των.

            Υψούτο ο νους και πολλών μη ενόπλων Χριστιανών υπεράνω
            της δουλικής καταστάσεώς των εξ αιτίας του
            δημογεροντικού συστήματος, διαμείναντος εν ισχύι καθ'
            όλην την Ελλάδα, εκτός της Κρήτης, επί τουρκοκρατίας,
            χάρις εις την αμάθειαν, την οκνηρίαν και την υπεροψίαν
            των κρατούντων. Το σύστημα τούτο, όπερ δύναταί τις
            ευλόγως να ονομάση η μ ι α υ τ ο ν ο μ ί α ν, ισχυροποίει
            τους ειρηνικούς προύχοντας των πόλεων και χωρίων ενώπιον
            της τουρκικής εξουσίας και εζωοποίει οπωσούν τον τόπον
            εν μέσω του πολιτικού θανάτου (γ).

            Ατενίζων ο παρατηρητής εις την υλικήν και νοεράν
            βελτίωσιν του αδικουμένου και προοδεύοντος έθνους
            απέναντι του αδικούντος και μη προοδεύοντος, προέβλεπε
            προ πολλού και προέλεγε την πολιτικήν σύγκρουσίν των,
            και την μεταβολήν της τύχης των. Εδόθησαν δε και
            περιστάσεις, καθ' ας έγειναν και απόπειραι και κινήματα
            ένοπλα των αδικουμένων κατά των αδικούντων επί μεταβολή
            της πολιτικής θέσεως των· αλλ' όχι μόνον δεν
            ευδοκίμησαν, αλλά και μυρία δεινά επροξένησαν, διότι
            ούτε η πρόοδος εκείνων, ούτε η στασιμότης τούτων ήσαν
            τοιαύται, ώστε να φέρωσι την εκ της νοεράς και υλικής
            καταστάσεως εκατέρων πολιτικήν μεταβολήν. Αλλ' αφ' ού
            ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, ό έστιν, ο απαιτούμενος
            βαθμός της προόδου του ενός και της στασιμότητος του
            άλλου των δύο συζώντων, αλλά μη συμμιγνυομένων εθνών,
            τότε ούτε η τελεία αποτυχία του επαναστατικού κινήματος
            κατά τας παραδουναβίους ηγεμονίας (δ), ούτε η αποκήρυξις
            της Ρωσσίας, ούτε η κατάκρισις της ιεράς συμμαχίας, ούτε
            οι επί της αγίας τραπέζης αφορισμοί και αι κατάραι της
            μεγάλης εκκλησίας, ούτε οι επί της επαναστάσεως μέγιστοι
            κίνδυνοι, ούτε αι παντός είδους στερήσεις ανέστειλαν την
            πρόοδον της ελληνικής επαναστάσεως· διότι οσάκις η
            πάσχουσα ανθρωπότης, αισθανομένη την κάκωσίν της
            συναισθάνεται και την δύναμίν της, η ορμή της εις
            βελτίωσιν της καταστάσεώς της καταντά ακράτητος. Αλλ' η
            πολιτική μεταβολή της Ελλάδος επήγασε μάλλον εκ της
            στασιμότητος των Τούρκων ή εκ της προόδου των Ελλήνων. Η
            παρατήρησις αύτη είναι πολλού λόγου αξία, ως μόνη
            δυναμένη να μας εξηγήση πολλά επί της επαναστάσεως
            συμβάντα, μη εξηγούμενα ή παρεξηγούμενα αν άλλως πως
            θεωρηθώσιν.

            Αφ' ού δε ο πολύς καιρός και αι αλλεπάλληλοι αρμόδιαι
            περιστάσεις προετοιμάσωσι την πολιτικήν μεταβολήν τινος
            έθνους, χρειάζεται και αφορμή τις εις την πρώτην
            κίνησιν. Την αφορμήν ταύτην, ως προς την πολιτικήν
            μεταβολήν της Ελλάδος, έδωκεν η σύστασις της Φιλικής
            Εταιρίας, ης ερχόμεθα τώρα να εξετάσωμεν και την αρχήν
            και την πρόοδον (ε). Διά της εξετάσεως δε ταύτης, δι' ης
            ανακαλύπτεται η μυστηριώδης αλήθεια και της ευτελούς της
            αρχής και των ευτελεστέρων της τρόπων, δι' ων προήχθησαν
            αποτελέσματα τόσον γιγαντιαία, ο μεν ευλαβής θα ψηλαφήση
            τον δάκτυλον του Θεού, ου η δύναμις εν ασθενεία
            τελειούται· ο δε πολιτικός θα παρατηρήση, ότι μικρά
            αφορμή αρκεί να ανατρέψη εκ θεμελίων πολυχρόνιον Αρχήν μη
            έχουσαν βάσιν την δικαιοσύνης, αλλ' εξουθενούσαν και
            καταθλίβουσαν το υπήκοον.



            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α'



            &Εταιρία των Φιλικών και διάδοσις αυτής. — Αποκήρυξις του
            Αλήπασα Τεπελενλή.&

            ΠΕΡΙ το 1813 ήκμαζεν η εν Αθήναις φιλόμουσος Εταιρία, ης
            ο κύριος σκοπός ήτον η διατήρησις των φθειρομένων υπό
            την τότε άμουσον κυβέρνησιν αρχαιοτήτων, και η νοερά και
            ηθική βελτίωσις της ελληνικής νεολαίας διά της εν τη
            πόλει ταύτη συστάσεως σχολείων. Ο φιλομαθής και ουδόλως
            πολιτικός σκοπός της και το λαμπρόν όνομα της γης όπου
            έλαβε το είναι, την διέδοσαν ταχέως και εντός και εκτός
            της Ελλάδος, εν μέσω και των ελευθέρων και των δεσποτικών
            επικρατειών. Τω όντι, ευγενείς και σοφοί, υπουργοί και
            βουλευταί, ηγεμόνες και ηγεμονόπαιδες, όλοι εσεμνύνοντο
            φορούντες το χαλκούν ή το χρυσούν δακτυλίδιον, το
            γνώρισμα των συνηγόρων ή των ευεργετών της Φιλομούσου
            Εταιρίας.

            Περί δε τα τέλη του 1814 Νικόλαός τις Σκουφάς, εξ Άρτης,
            άνθρωπος τιμίου χαρακτήρος, πολύπειρος, αλλ' ολίγης
            παιδείας και μικράς σημασίας, υπάλληλος άλλοτε εμπορικού
            οίκου, συνέλαβε πρώτος εν Οδησσώ την ιδέαν συστάσεως
            πολιτικής εταιρίας, ην ωνόμασεν «Ε τ α ι ρ ί α ν - τ ω ν
            - Φ ι λ ι κ ώ ν»· αρκεί δε μόνη η ονομασία αύτη ίνα
            δείξη ην είχε μικράν γνώσιν και αυτής της μητρικής
            γλώσσης του. Ο ασήμαντος ούτος θεμελιωτής ασημάντους
            παρέλαβε συμπράκτορας κατ' αρχάς (α), και αφ' ού τοις
            ανεκάλυψε τον σκοπόν του συνενοήθη περί του τρόπου της
            προόδου του. Η ύποπτος δε αύτη και επικίνδυνος Εταιρία
            συνεχέετο επιτηδείως ενώπιον πολλών μετά της ανυπόπτου
            και ακινδύνου των Φιλομούσων· ο δε Ιωάννης Καποδίστριας,
            υπουργός του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου και πασίγνωστος
            προστάτης της Φιλομούσου Εταιρίας, εψιθυρίζετο
            επιτηδείως ως μυστικός και ταύτης προστάτης. Αν και η
            Φιλόμουσος Εταιρία ουδένα έτρεφε κρυπτόν σκοπόν, οι
            φροντίζοντες την διάδοσιν της Φιλικής διέδιδαν, ότι
            έτρεφεν ον επεχείρησε να πραγματοποιήση αύτη· ώστε υπό
            την σκιάν της πρώτης ανεφαίνετο η δευτέρα και ηύξανεν ως
            παραφυάς. Τοιουτοτρόπως η σύμπτωσις αύτη και η
            μυστηγορία συνέτρεξαν όχι ολίγον κατ' αρχάς εις την
            παραδοχήν της μυστικής ταύτης Εταιρίας. Αλλ' ό,τι προ
            παντός άλλου εκράτυνε την υπόληψίν της και συνετέλεσεν
            εις τον σκοπόν της ήτο το εξής.

            Θρησκευτική ομοδοξία και άσπονδον μίσος προς τους
            Τούρκους συνέδεαν πάντοτε Έλληνας και Ρώσσους. Η
            εκκλησία των Ελλήνων εθεώρει δικαίως προστάτριάν της την
            ρωσσικήν αυλήν. Υπό την ρωσσικήν σημαίαν οι ναύται
            Έλληνες, διαρκούσης της δουλείας των, ηύρισκαν πολλάς
            ωφελείας, και οι έμποροι εντός της πατρίδος των ισχυράν
            προστασίαν, οι δε μεταναστεύοντες εις Ρωσσίαν πάντοτε
            άσυλον και παραμυθίαν, πολλάκις δε τιμάς και πλούτη.
            Παραδόσεις, Αποκαλύψεις και Αγαθάγγελοι προέλεγαν σωτήρα
            της Ελλάδος των Ξανθών το γένος, και οι συχνοί και
            ευτυχείς πόλεμοι των Ρώσσων κατά των Τούρκων ανεπτέρουν
            πάντοτε τας υπέρ απελευθερώσεώς της ελπίδας. Αν και
            συνέπεσεν εκ περιστάσεως να λάβη την ύπαρξίν της η
            Φιλική Εταιρία εντός της Ρωσσίας, συνέτρεξε τούτο μεγάλως
            εις διάδοσίν της· οι δε πρώτοι συστηταί της όντες οποίοι
            ήσαν, ησθάνθησαν ότι δεν ενέπνεαν παραμικράν πίστιν, και
            έθεσαν την Εταιρίαν υπό το μυστηριώδες όνομα αγνώστου
            και ανυπάρκτου υ π ε ρ τ ά τ η ς - Α ρ χ ή ς,
            υπαινιττόμενοι την αυλήν της Ρωσσίας. Άνευ του συνετού
            τούτου στρατηγήματος, η Φιλική Εταιρία θα διέμενεν ό,τι
            ήτο, μηδέν. Συνέτρεξαν δε και πολλά εις πιθανολογίαν της
            υποτιθεμένης υψηλής καταγωγής της. Πρώτον, η επικρατούσα
            παλαιόθεν, γενική ιδέα, ότι η Ρωσσία έμελλε ν'
            απελευθερώση μίαν ημέραν την Ελλάδα· δεύτερον, η σύστασις
            της Εταιρίας εντός της Ρωσσίας· τρίτον, ο συνεταιρισμός
            των κατά την Ελλάδα προξένων Ρώσσων· τέταρτον, η εν
            Ρωσσία υψηλή πολιτική θέσις του Ιωάννου Καποδιστρίου,
            θεωρουμένου ως συνδέσμου ταύτης και της Ελλάδος, και
            τελευταίον, η επί των επαναστατικών κινημάτων αρχηγία
            στρατηγού και υπασπιστού του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου.

            Αλλ' όπως και αν θεωρήση τις την Φιλικήν Εταιρείαν,
            οιαδήποτε και αν υπολάβη τα αίτια εξ ων κινούμενοι οι
            συστηταί της συνέλαβαν και επραγματοποίησαν την ιδέαν
            της συστάσεώς της, και οποία τεχνάσματα εις διάδοσιν
            αυτής και αν μετεχειρίσθησαν, οφείλει να ομολογήση, ότι
            συνέδεσεν αύτη όλην την Ελλάδα διά του προσηλυτισμού της,
            και προητοίμασε και ήνοιξε τον αγώνα διά της
            μυστηριώδους συνεργείας της.

            Η Εταιρία αυτή καθ' εαυτήν ουδέν είχεν αξιοσύστατον. Ο
            οργανισμός της ήτον ασύνετος και ανεπιτήδειος. Είχεν
            επτά βαθμούς (β)· των β λ ά μ ι δ ω ν (ως αν δεν είχεν η
            γλώσσα την λέξιν «αδελφοποιητών»), των σ υ σ τ η μ έ ν ω
            ν, των ι ε ρ έ ω ν, των π ο ι μ έ ν ω ν, των α ρ χ ι π ο
            ι μ έ ν ω ν, των α φ ι ε ρ ω μ έ ν ω ν και των α ρ χ η γ
            ώ ν των α φ ι ε ρ ω μ έ ν ω ν. Των επτά δε τούτων βαθμών
            οι δύο τελευταίοι εθεωρούντο ως στρατιωτικοί και
            εσυστήθησαν μετά ταύτα.

            Αν η βαθμολογία εισήχθη διά την κατά τους βαθμούς
            ανακάλυψιν του μυστηρίου, δεν φαίνεται ότι διά ταύτης
            επληρούτο ο σκοπός της Εταιρίας. Οι των κατωτέρων τάξεων
            Φιλικοί εγνώριζαν όσα οι των ανωτέρων· διότι ο μεν β λ ά
            μ η ς κατηχούμενος παρηγγέλλετο να έχη έτοιμα τα όπλα
            του και 50 φυσέκια εν τω κιβωτίω του εις χρήσιν, όταν
            προστάξη ο αρχηγός του· ο δε σ υ σ τ η μ έ ν ο ς ήκουε «μ
            ά χ ο υ - υ π έ ρ - π ί σ τ ε ω ς - κ α ι - υ π έ ρ - π
            α τ ρ ί δ ο ς, ν α - μ ι σ ή σ η ς - ν α - κ α τ α δ ι
            ώ ξ η ς, κ α ι - ν α - ε ξ ο λ ο θ ρ ε ύ σ η ς - τ ο υ ς
            - ε χ θ ρ ο ύ ς - τ η ς – θ ρ η σ κ ε ί α ς, τ ο υ - έ
            θ ν ο υ ς, κ α ι - τ η ς – π α τ ρ ί δ ο ς - σ ο υ»· ο
            δε ι ε ρ ε ύ ς εμάνθανεν, ότι ο σκοπός της Εταιρίας ήτον
            η ελευθερία του έθνους· τα αυτά εμάνθαναν και οι των
            ανωτέρων τάξεων μέχρι του αρχηγού των α φ ι ε ρ ω μ έ ν ω
            ν. Καθ' ην δε ώραν κατηχείτο ούτος, τω ενεχείριζεν ο
            κατηχητής σπάθην και τω έλεγεν, «η - π α τ ρ ί ς - σ ο
            υ - σ ο ι - τ η ν - δ ί δ ε ι - δ ι ά - ν α - τ η ν - μ
            ε τ α χ ε ι ρ ι σ θ ή ς - δ ι' – α υ τ ή ν»· το δε
            δίπλωμα έφερεν επί κορυφής σταυρόν εφιστάμενον
            ημισελήνου κάτω κυπτούσης.

            Η τάξις των ιερέων ήτο πολυπληθής. Ο ιερεύς είχεν
            εξουσίαν να εισποιή αδελφούς και απονέμη και αυτόν τον
            βαθμόν του ιερέως· και επειδή οι μυσταγωγούμενοι ώφειλαν
            να παρακαταθέτωσι χρήματα εις χείρας του κατηχητού,
            πολλοί ελάμβαναν τον βαθμόν του ιερέως επί αργυρολογία,
            και εντεύθεν προήλθε κυρίως η τόση πλημμύρα κατηχούντων
            και κατηχουμένων. Αν ασύνετος ήτον η κατήχησις
            θεωρουμένη πολιτικώς, τερατώδες μίγμα αληθείας και
            ψεύδους, ευσεβείας και ασεβείας, ήτο θεωρουμένη
            θρησκευτικώς· διότι, εν ώ ο αγών ήτον υπέρ της ιεράς
            ημών πίστεως και υπέρ πατρίδος, και οι όρκοι εγίνοντο
            επί του αγίου ευαγγελίου ή επί των αγίων εικόνων, ο
            κατηχών ιερεύς έλεγε τω κατηχουμένω, ότι τον παρεδέχετο
            καθ' ην τω έδωκαν δύναμιν οι μεγάλοι ιερείς των Ε λ ε υ
            σ ι ν ί ω ν. Η Εταιρία των Φιλικών, καθώς και όλαι αι
            μυστικαί εταιρίαι, είχε σημεία και λέξεις εις
            αναγνώρισιν των συναπαντωμένων μελών· είχε δε και
            μυστικά γράμματα εις χρήσιν των απόντων· αλλά μόνοι οι
            ιερείς και οι των ανωτέρων τάξεων τα εγνώριζαν· εις
            αποφυγήν δε προσωπικών κινδύνων υπεγράφοντο υπό πλαστά
            ονόματα και υπό τινα σύμβολα. Τόσαι δε ήσαν αι
            επιστημονικαί γνώσεις των συστητών και οργανιστών της
            Φιλικής Εταιρίας, ώστε οι κατηχούμενοι ηρωτώντο παρά του
            κατηχητού αν ε γ ν ώ ρ ι ζ α ν - ε φ ε ύ ρ ε σ ί ν – τ ι
            ν α - α κ ο ι ν ο λ ό γ η τ ο ν. Ηρωτώντο δε την
            αλλόκοτον ταύτην ερώτησιν, διότι οι συστηταί της
            Εταιρίας επίστευαν την ύπαρξιν του φιλοσοφικού λίθου και
            κατεγίνοντο εις την αλλοίωσιν των ποταπών μετάλλων εις
            πολύτιμα.

            Η Εταιρία, αφ' ότου εσυστήθη μέχρι του 1817, έμεινεν
            ολοτελώς άγνωστος εντός της Ελλάδος· εκτός δε αυτής
            ολίγον προώδευσε, και εκινδύνευσεν εν τη προόδω της διά
            την εξής αιτίαν.

            Νικόλαος τις Γαλάτης, Ιθακήσιος, νέος πνευματώδης αλλ'
            άσωτος και κομπαστής, απερχόμενος εις Πετρούπολιν προς
            εύρεσιν τύχης, διέβη το 1816 διά της Οδησσού, όπου ο
            θεμελιωτής της Εταιρίας Σκουφάς, όστις, αναβάς εις
            Μόσχαν επί τη συστάσει της Εταιρίας προς διάδοσιν αυτής,
            είχεν επανέλθει εις Οδησσόν το έτος τούτο, επροθυμήθη να
            τον μυσταγωγήση όχι μόνον τα της Εταιρίας, αλλά και τα
            της Αρχής, ό εστι τον παρέλαβε μέλος της Αρχής. Ο
            Γαλάτης, όλως ενθουσιών, και θεωρών ότι τω ανεκαλύφθη ως
            συντελεστικόν εις εύρεσιν της τύχης ην εθήρευεν, ενήργει
            εντός της Πετρουπόλεως απερισκέπτως υπέρ της διαδόσεως
            της Εταιρίας, έως ου η ρωσσική κυβέρνησις, λαβούσα
            γνώσιν των ενεργουμένων, τον εξώρισε, και διέταξε τον εν
            Βλαχία πρόξενόν της, όπου μετέβαινε, να επιτηρή την
            διαγωγήν του.

            Αρχομένου δε του απριλίου του 1818, μετέβη ο Σκουφάς εις
            Κωνσταντινούπολιν, όπου αυτός και οι εκεί συμμύσται του
            ήρχισαν σπουδαιότερον και ευτυχέστερον να εργάζωνται υπ'
            αυτήν την οθωμανικήν εξουσίαν, τυφλώττουσαν περί τα
            τοιαύτα, ως μη έχουσαν αστυνομίαν προς ανακάλυψιν. Εν ώ
            δε διέτριβεν ο Σκουφάς εν Οδησσώ, έτυχε να διαβώσιν
            εκείθεν, απερχόμενοι εις Πετρούπολιν επί αντιμισθία των
            κατά την Επτάννησον στρατιωτικών υπηρεσιών των, καθ' ον
            καιρόν ετέλει αύτη υπό τους Ρώσσους, ο Αναγνωσταράς, ο
            Περραιβός, ο ΧρυσοσπάΘης, ο Δημητρόπουλος και ο Φαρμάκης,
            οίτινες κατηχήθησαν υπό του Σκουφά· επί δε της εις
            Κωνσταντινούπολιν επανόδου των ενεπιστεύθησαν και το
            αποστολικόν έργον εντός της Ελλάδος. Εχειροτονήθησαν
            μετά ταύτα απόστολοι καί ο Καμαρινός, ο Πελοπίδας, και
            άλλοι. Διασπαρέντες ούτοι, οι μεν εντός της Ελλάδος, οι
            δε εκτός όπου ήσαν Έλληνες, και κατηχούντες όλοι υπό το
            μυστηριώδες όνομα της υπερτάτης Αρχής, διέδιδαν κατά
            πρώτον προσεκτικώς και συνεσταλμένως το μυστικόν· αλλ'
            ευτυχήσαντες κατά τας πρώτας δοκιμάς, έγειναν
            θαρραλεώτεροι, ενήργουν απερισκέπτως, εχειροτόνουν και
            διέσπειραν άλλους αποστόλους και ούτοι άλλους, ώστε
            εντός ολίγου η Εταιρία ήτο το κοινόν θέμα των λόγων και
            των σκέψεων των Ελλήνων, πιστευόντων ότι δάκτυλος
            ρωσσικός διάταττε τα πάντα αοράτως.

            Εξ αιτίας του φόβου του δυνάστου των Ιωαννίνων Αλή, η
            Εταιρία ολίγον προώδευσεν εν τη στερεά Ελλάδι· αλλ' η
            Πελοπόννησος, όπου δεν επίεζε τόσον το υπήκοον η σιδηρά
            χειρ του δεσποτισμού, και αι νήσοι, όπου ούτε αρχαί ούτε
            κάτοικοι Τούρκοι ήσαν, εγέμισαν Φιλικών· ώστε ο
            ενθουσιασμός πολλών, η ακρισία και η αθυροστομία των
            πλείστων, και η ατιμωρησία όλων, έβαλαν πολλάκις εις
            κίνδυνον την αδελφότητα. Εν τοσούτω ούτε αρχή ουδαμού
            της στερεάς Ελλάδος, της Πελοποννήσου ή των νήσων εις
            συστολήν των υπερπλεονασάντων καταχραστών εφαίνετο, ούτε
            κανονισμός τις υπήρχεν εις τακτικήν του έργου πρόοδον·
            διά τούτο οι φρονιμώτεροι και ελυπούντο και ανησύχαζαν.
            Ήρχισαν δε καί τινες, εξ ων έβλεπαν, να διστάζωσι και
            περί της Αρχής, αν ήτο τωόντι οποία υπετίθετο.

            Κατηχηθείς κατά το 1819 ο ηγεμών της Μάνης Πετρόμπεης
            Μαυρομιχάλης της Εταιρίας υπό του γνωρίμου του Καμαρινού,
            καταβάντος εξ Οδησσού και Κωνσταντινουπόλεως, απέστειλε
            τον αυτόν κατηχητήν εις Πετρούπολιν προς τον
            Καποδίστριαν, ον επίστευσαν αμφότεροι Αρχήν της
            Εταιρίας, και προς τον Αυτοκράτορα Αλέξανδρον, ον
            υπέθεταν υποκινούντα τον αγώνα· δι' ων δε γραμμάτων
            εφωδίασε τον αποστελλόμενον εμαρτύρει την αφοσίωσίν του
            εις τον μελετώμενον αγώνα και εζήτει τα εις εξόπλισιν
            και εκστρατείαν των Μανιατών αναγκαία. Ο Καποδίστριας,
            αναγνώσας τα γράμματα, δεν εδίστασε και τον Καμαρινόν να
            ειδοποιήση, και τον Μαυρομιχάλην δι' αυτού εγγράφως να
            βεβαιώση, ότι ούτε ο αυτοκράτωρ ούτε αυτός ενείχοντο εις
            τα επαναστατικά σχέδια, ουδέ τα ενέκριναν. Εξ όσων δε
            ήκουσεν ο Καμαρινός ενόησε την απάτην, εις ην και αυτός
            έπεσε και τον Μαυρομιχάλην παρέσυρε και έσπευσε να
            επανέλθη εις την Ελλάδα προς φωτισμόν των άλλων, λέγων
            ανυποκρίτως καθ' οδόν όλην την αλήθειαν και επισφραγίζων
            τους λόγους δι' ων έφερεν απαντήσεων του Καποδιστρίου.
            Τούτο μαθόντες οι μη θέλοντες την ανακάλυψιν της
            αληθείας αρχηγοί της Εταιρίας, ως ανατρεπτικήν των
            σχεδίων των, και αναλογισθέντες, ότι, αν ηκούοντο εν
            Ελλάδι οι λόγοι του φιλαλήθους Καμαρινού, και
            ανεγινώσκοντο αι απαντήσεις του Καποδιστρίου, θα
            εθεατρίζετο το ψεύδος και θα εματαιούντο οι σκοποί της
            Εταιρίας, εδολοφόνησαν τον Καμαρινόν καθ' οδόν, ηφάνισαν
            και τα γράμματα και ούτω διέμειναν οι περί τον
            Μαυρομιχάλην εν σκότει και απάτη, ως και πρότερον.

            Αρχομένου δε του 1820, συνήλθαν εις Τριπολιτσάν πολλοί
            των προκρίτων της Πελοποννήσου δια κοινάς υποθέσεις,
            μεμνημένοι τα της Εταρίας. Η συνέντευξις αύτη τοις
            έδωκεν αφορμήν να συσκεφθώσι και περί της υπενεργουμένης
            πολιτικής μεταβολής. Πατριωτισμός και αδελφική αγάπη
            διέκριναν την πρώτην συνέντευξίν των. Επειδή οι
            προύχοντες Τούρκοι ήσαν εις δύο κόμματα διηρημένοι,
            διηρημένοι εις δύο κόμματα ήσαν και οι αρχιερείς και οι
            προύχοντες Χριστιανοί. Αλλ' ο δεσμός της Εταιρίας και ο
            σκοπός του μεγάλου αγώνος απήτουν την ένωσιν όλων των
            εις Χριστόν πιστευόντων και την από των Τούρκων
            απόσπασίν των. Ησθάνθησαν οι συνελθόντες την ανάγκην
            ταύτην, και αφήσαντες τα τοπικά και προσωπικά, ηνώθησαν
            όλοι διά την εν Χριστώ ασπασμού, και ωρκίσθησαν κρυφίως
            και τας διχονοίας των να λησμονήσωσι και από των
            αλλοπίστων ν' αποσπασθώσιν, συμβοηθούμενοι εις το εξής
            ως αδελφοί. Τούτου δε γενομένου, απεφάσισαν να στείλωσιν
            εις Ρωσσίαν άνδρα της εμπιστοσύνης των εις ανίχνευσιν
            της υψηλής και αγνώστου Αρχής, εις κοινοποίησιν προς
            αυτήν των ιδεών των περί του μελετωμένου αγώνος, και εις
            αίτησιν των διαταγών και οδηγιών της· ηύραν δε ως
            τοιούτον τον Ιωάννην Παπαρηγόπουλον, και τω ενεπίστευσαν
            και δύο έγγραφα, άτινα, αφ' ού υπέγραψαν, απέστειλαν
            μυστικώ τω τρόπω εις τας επαρχίας και τα συνυπέγραψαν
            και οι λοιποί προεστώτες και οι αρχιερείς, και το μεν
            συνίστα παρά τη υπερτάτη Αρχή τον αποστελλόμενον και
            εξήγει αλληγορικώς τον σκοπόν της αποστολής του, το δε
            ήτον άγραφον, ίνα εγγράψη ο αποστελλόμενος επί τη ευθύνη
            ων έφερε την υπογραφήν ό,τι η περίστασις τον ωδήγει, αφ'
            ού ανεκάλυπτε την αληθινήν Αρχήν, τα σχέδιά της και τους
            πόρους της.

            Πρό τινος δε καιρού, πριν αποφασισθή η παρούσα αποστολή,
            ο Αλήπασας, υποπτεύων καταδρομήν, επεθύμει να σχετισθή
            προς την Ρωσσίαν ως την αδιάλλακτον πάντοτε εχθράν της
            Πύλης· και επειδή εγνώριζεν άλλοτε τον Παπαρρηγόπουλον,
            τελούντα έργα διερμηνέως παρά τω εν Πάτραις Ρώσσω
            προξένω, διενοήθη να κοινοποιήση δι' αυτού τους
            στοχασμούς του προς την αυλήν της Ρωσσίας, και τον
            εκάλεσεν εις Πρέβεζαν, όπου διέτριβεν. Ο Παπαρρηγόπουλος
            υπήγε και συνδιελέχθη, αλλά δεν εδέχθη την πρότασιν επί
            λόγω ότι εις μάτην ήλπιζε την προστασίαν της Ρωσσίας,
            κινούμενος κατά του κυριάρχου του· επανελθών δε εις
            Πάτρας, ειδοποίησε τον αρχιεπίσκοπον Γερμανόν,
            συνεταίρον, περί τούτων. Ο Γερμανός εθεώρησεν, ότι δεν
            έπρεπε να απελπισθή ο Αλής, και παρεκίνησε τον
            Παπαρρηγόπουλον ν' αναδεχθή την αποστολήν. Ο
            Παπαρρηγόπουλος επείσθη και ειδοποίησε τον Αλήν, ότι,
            καθ' ας επανελθών εις Πάτρας έλαβεν ειδήσεις, εφρόνει
            ότι η ρωσσική αυλή, αν έβλεπε σταθεράν την επιμονήν του
            κατά του σουλτάνου, ήτο πολύ πιθανόν να τον βοηθήση, και
            ότι έτρεφε τόσον χρηστάς ελπίδας περί τούτου, ώστε
            έτοιμος ήτο ν' αναδεχθή ην απεποιήθη προ ολίγου
            αποστολήν. Εχάρη ο Αλής επί τη αγγελία ταύτη και πλήρης
            ελπίδων τω έστειλεν οδηγίας περί της εις Πετρούπολιν
            απελεύσεώς του· ώστε ο απόστολος ούτος των
            Πελοπονηνησίων προς την Αρχήν, ήτο και απόστολος τον Αλή
            προς την ρωσσικήν αυλήν, αγνοούντος την άλλην αποστολήν.
            Αι δε προτάσεις της πελοποννησιακής ομηγύρεως διά του
            αποστόλου τούτου ήσαν εν περιλήψει αι εξής·

            Α'. Η Αρχή να διορίση εφορίαν εκ των εν Πελοποννήσω
            αδελφών ενεργούσαν υπέρ του σκοπού υπό τας διαταγάς της
            Αρχής, και πληροφορούσαν αυτήν περί πάντων.

            Β'. Να διατάξη όλους τους αδελφούς να πείθωνται και
            αναφέρωνται εις την εφορίαν περί παντός, και να μη
            ενεργώσι τι άνευ αδείας αυτής επί ποινή αποβολής εκ της
            Εταιρίας.

            Γ'. Να δώση διαταγήν να συναχθώσιν εις κοινόν ταμείον εν
            Πελοποννήσω, υπό την φροντίδα τιμίων ανδρών, όλαι αι
            συνεισφοραί των εν Πελοποννήσω αδελφών και αυτών των εν
            ταις ιονίοις νήσοις ει δυνατόν, και να μη δαπανάται τι
            άνευ της γνώμης των προκρίτων αδελφών και άνευ αδείας
            της Αρχής.

            Δ'. Να διαταχθή τις των εν Ύδρα αδελφών όπως φροντίζη
            περί της ασφαλούς αλληλογραφίας της Αρχής και της
            συστηθησομένης πελοποννησιακής εφορίας.

            Τοιουτοτρόπως εφωδιασμένος ο Παπαρρηγόπουλος, και
            παραγγελίαν έχων ιδιαιτέρως να φροντίση και περί
            ανακαλύψεως της μυστηριώδους Αρχής απεδήμησεν.

            Εν τοσούτω η ανάγκη συστάσεως εφοριών εις συστολήν και
            επιτήρησιν της διαγωγής των αδελφών, ην ησθάνθησαν οι
            Πελοποννήσιοι, έγεινε διά τους αυτούς λόγους επαισθητή
            και παρά τοις άλλοις· και οι αρχηγοί της Εταιρίας, πριν
            λάβωσι τας περί ων ο λόγος προσκλήσεις, έσπευσαν να τας
            συστήσωσι κατά τόπους μυστικώς.

            Αλλ' όσον προώδευεν η Εταιρία και επλησίαζεν η ώρα της
            ενάρξεως του αγώνος, τόσον ησθάνοντο οι πατέρες αυτής
            την ανάγκην ν' ανατεθή η αρχηγία εις άνθρωπον ικανόν να
            εμπνεύση θάρρος και σέβας, και έστειλαν ένα εξ αυτών,
            τον Εμμανουήλ Ξάνθον, εις Πετρούπολιν διατάξαντές τον να
            δοκιμάση την περί τούτου γνώμην του Ιωάννου
            Καποδιστρίου, και να τω προσφέρη την αρχηγίαν, αν τον
            εύρισκεν ευδιάθετον, εκθέτων αυτώ τας μεγάλας προόδους
            της Εταιρίας εντός και εκτός της Ελλάδος. Καθ' ον δε
            καιρόν εσκέπτοντο και ενήργουν περί τούτου, παρενέπεσε
            το ακόλουθον μέγα πολιτικόν συμβάν επιταχύναν τον
            μελετώμενον αγώνα.

            Συντελεστικόν εις στερέωσιν του κλονιζομένου οθωμανικού
            κράτους εθεώρησεν ο σουλτάνος την εξόντωσιν των δυνατών
            τοπαρχών του· επερρεάζετο προς τούτο όχι μόνον υπό της
            πολιτικής του, αλλά και υπό της σφοδράς επιθυμίας του να
            σφετερισθή τους θησαυρούς των.

            Ό Αλής ήτο και δυνατός και πλούσιος· πλήρης δε και
            τόλμης, ην εμπνέει η ευτυχία, και σύστημα έχων ν'
            απαλλάττεται εχθρών και αντιζήλων διά παντός θεμιτού ή
            αθεμίτου τρόπου, δεν εβράδυνε να δώση τω
            καιροφυλακτούντι κυριάρχη του δικαίαν αφορμήν της μέχρι
            θανάτου καταδρομής του διά του εξής τολμήματος.

            Έπεσεν εις την οργήν του σατράπου τούτου και κατεδιώκετο
            μέχρι θανάτου ο συγγενής του και άλλοτε επιστήθιος φίλος
            του και συνεργός των σκοπών του Ισμαήλμπεης, ο και
            Πασόμπεης. Κατέφυγεν ο μπέης ούτος προς αποφυγήν των
            δεινών του εις πολλά μέρη, αλλά παντού εκινδύνευσε·
            μετέβη επί τέλους εις Κωνσταντινούπολιν διψών εκδίκησιν
            κατά του θανασίμου εχθρού του, και ευτύχησε να εισχωρήση
            εις τα συμβούλια της Πύλης ως καπουτσήμπασης, να κερδίση
            την εύνοιαν και να κινήση κατά του Αλή την οργήν του
            τότε παντοδυνάμου Χαλέτ - εφέντη. Ο Αλής κατεταράχθη
            μαθών την ύψωσιν του εχθρού του, και έτι μάλλον αφ' ού
            είδε μετ' ολίγον, ότι ο δευτερότοκος υιός του Βελήπασας,
            ηγεμών της Λαρίσσης, μετετέθη εκ της λαμπράς εκείνης
            ηγεμονείας εις την ποταπήν της Ναυπάκτου διά της παρά τω
            σουλτάνω ενεργείας του Χαλέτη. Ακολουθών δε την επίβουλον
            και ασυνείδητον πολιτικήν του απεφάσισε να δολοφονήση
            τον Πασόμπεην εντός της βασιλευούσης, και εμίσθωσεν επί
            τούτω τρεις Αλβανούς, οίτινες καιροφυλακτήσαντες τον
            επιστόλισαν, αλλά δεν τον έβλαψαν, και συλληφθέντες
            ωμολόγησαν, ότι ήσαν όργανα της θελήσεως του Αλή. Και
            ούτοι μεν ως κακούργοι εκρεμάσθησαν, ο δε Αλής μετεπέμφθη
            εντός ρητής προθεσμίας εις Κωνσταντινούπολιν ίνα
            απολογηθή· παρήκουσε, και η Πύλη εκίνησεν όπλα κατ'
            αυτού, ως απειθούς και αποστάτου, και ανέδειξε τον
            Πασόμπεην αρχιστράτητον των κατ' αυτού δυνάμεων και
            ηγεμόνα Ιωαννίνων και Δελβίνου.

            Κατετάραξε την Ελλάδα το κατά του Αλή κίνημα, και ώπλισε
            τους Έλληνας, τους μεν υπέρ αυτού, τους δε κατ' αυτού.
            Οι δε διευθύνοντες τα της Εταιρίας εθεώρησαν την
            περίστασιν της τουρκικής ταύτης αλληλομαχίας αρμοδίαν
            εις έναρξιν του ελληνικού αγώνος, και δεν εσυλλογίσθησαν
            ότι τα πάντα ήσαν ανέτοιμα, ουδέ πόσον εναντίαι προς τον
            μελετώμενον σκοπόν εφαίνοντο αι εξωτερικαί περιστάσεις,
            καθ' ον καιρόν η ιερά συμμαχία, καταπτοηθείσα δι' όσα
            ενήργησεν ο καρβοναρισμός εν τη Ιταλία εις ανατροπήν των
            καθεστώτων, όχι μόνον εκινήθη ένοπλος κατ' αυτού, αλλά
            εκηρύχθη και επισήμως κατά πάσης πολιτικής καινοτομίας
            γινομένης παρά γνώμην των κρατούντων, οιαδήποτε και αν
            ήσαν τα κινούντα αίτια, και προς οιονδήποτε σκοπόν και
            αν απέβλεπαν.



            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Β'



            &Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης καθίσταται επίτροπος της αρχής
            της Εταιρίας των Φιλικών. — Ενέργειαι αυτού και
            προετοιμασίαι εις επανάστασιν της Ελλάδος.&

            Ο αποσταλείς προς τον Καποδίστριαν Ξάνθος ίνα τω προσφέρη
            την αρχηγίαν της Εταιρίας όχι μόνον δεν ηύρεν ευμενή
            υποδοχήν παρ' αυτώ, αλλά και κακώς απεπέμφθη ως συνεργών
            εις την καταστροφήν του έθνους του, και ηναγκάσθη να
            στρέψη προς άλλον τα βλέμματά του.

            Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης έζη εν Ρωσσία· ήτο βλαστός λαμπράς
            οικογενείας και υιός ηγεμόνος καταδιωχθέντος υπό της
            Πύλης και πρόσφυγος εις Ρωσσίαν· διέπρεψε μαχόμενος υπό
            την ρωσσικήν σημαίαν· εν δε τη μάχη της Δρέσδης απεκόπη
            και η δεξιά του. Έφερε τίτλον πρίγκηπος και βαθμόν
            στρατηγού, και υπασπιστού του αυτοκράτορος, και εδείκνυε
            πάντοτε πολλήν φιλογένειαν και μέγαν ενθουσιασμόν υπέρ
            της ελευθερίας της Ελλάδος. Τοιαύτα χαρακτηριστικά
            εθεώρησεν ο Ξάνθος άξια της γενικής αρχηγίας της
            Εταιρίας· ως μυστικός δε και αυτός αρχηγός αυτής δεν
            έκρινεν αναγκαίον να ζητήση την γνώμην των συναρχηγών
            του· έφερεν υπογεγραμμένην παρ' αυτών σύμβασιν, ην
            έπρεπε να προσυπογράψη ο Καποδίστριας, αν εδέχετο την
            γενικήν αρχηγίαν· κατ' αυτήν ώφειλεν ο γενικός αρχηγός
            να συμβουλεύηται και αυτούς περί πάντων (α). Ο
            αποσταλείς, ευρών τον Υψηλάντην πρόθυμον να την
            προσυπογράψη, τον εχειροτόνησεν επίτροπον της Αρχής· ο
            δε Υψηλάντης, λαβών εντεύθεν την απαιτουμένην εξουσίαν,
            και κατανοήσας οποίοι ήσαν οι συνιστώντες την Αρχήν,
            εσφετερίσθη όλην την υπερτάτην διοίκησιν των πραγμάτων,
            ολιγωρήσας μεν τους αρχηγούς της Εταιρίας και δοτήρας
            της εξουσίας του, και θεωρήσας την υπογραφείσαν πράξιν ως
            χαρτίον άγραφον, προσποιούμενος δε πάντοτε, ότι ενήργει
            υπό διαταγάς ανωτέρων εις πλάνην των μη ειδότων το
            μυστήριον της ανυπάρκτου Αρχής· ανέλαβε δε την γενικήν
            αρχηγίαν την εικοστήν Ιουνίου 1820, και ήρχισεν έκτοτε
            να ενεργή εντός της Ρωσσίας ό,τι ενόμιζεν ωφέλιμον προς
            τον σκοπόν του.

            Ο δε Γαλάτης μετά τινα διατριβήν εν Βλαχία, όπου πρώτος
            εισήξε την Εταιρίαν, αφίχθη εις Κωνσταντινούπολη.
            Υποπτεύσαντές τον οι εκεί συνάδελφοι του ως επίβουλον, ή
            ως προσπαθούντα να σφετερισθή την αρχήν, τον έπεισαν ν'
            απέλθη, επί προετοιμασία δήθεν του αγώνος εις
            Πελοπόννησον εν συνοδεία τινών συνεταίρων· αλλά φθάσας
            παρά την Ερμιόνην (Καστρί) αντικρύ των Σπετσών
            εδολοφονήθη παρ' αυτών, υπερμεσούντος του έτους. Τόσον
            δε ο ζήλος της Εταιρίας κατέτρωγε τους μύστας αυτής,
            ώστε επλήγωσέ τις αυτών καιρίως εν Κωνσταντινουπόλει τον
            Αναγνώστην Δηληγιάννην ως αποδοκιμάζοντα τα της
            Εταιρίας.

            Εν τούτοις, ο Παπαρρηγόπουλος αφιχθείς εις
            Κωνσταντινούπολιν παρέστη ενώπιον των εκεί εφόρων της
            Εταιρίας, και απεστάλη εις Πετρούπολιν προς συνέντευξιν
            του Υψηλάντου όπως μυσταγωγηθή δήθεν παρ' εκείνου τα της
            Αρχής και τω εγχειρίση τα προς αυτήν γράμματα. Ως δε
            διπλούς απόστολος, επεσκέφθη και τον εν Κωνσταντινουπόλει
            επίτροπον του Αλή προς ον ήτο συστημένος, και δι' αυτού
            εθάρρυνεν αύθις τον Αλήν να επιμείνη εις ην εμελέτα προς
            τον σουλτάνον αντίστασιν, και να ελπίζη πάντοτε εις την
            ρωσσικήν υπεράσπισιν· τα αυτά τω εγνωστοποίησε και αφ'
            ού έφθασεν εις Πετρούπολιν, και τω προανήγγειλεν ως
            άφευκτον τον προς την Πύλην ρωσσικόν πόλεμον· μη ευρών
            δε τον Υψηλάντην εν Πετρουπόλει, έτρεξε κατόπιν του εις
            Μόσχαν, κακείθεν εις Οδησσόν, όπου τον συνήντησε και τω
            ανεκάλυψε τον σκοπόν της αποστολής του. Ερωτήσας δε
            αυτόν και περί της Αρχής προς ην εστέλλετο, ήκουσεν, ότι
            ήτον αφανής, ότι αυτός ήτον ο πληρεξούσιος της, και ότι
            αυτώ έπρεπε και τα προς αυτήν γράμματα να εγχειρίση, και
            τους στοχασμούς του ν' ανακοινώση, και ότι διά του
            πληρεξουσίου της θα εμάνθανεν η Αρχή τα πάντα και δι'
            αυτού θα έδιδε τας αναγκαίας διαταγάς. Ο Παπαρρηγόπουλος
            τω έδωκεν επί τοις λόγοις τούτοις το συστατικόν των
            Πελοποννησίων, τω είπεν ότι οι Έλληνες ανέμεναν όλα τα
            του πολέμου παρά της Αρχής, και τον επληροφόρησεν
            ακριβώς περί της καταστάσεως, των πραγμάτων καθ' όλην
            την Ελλάδα. Ηπόρησεν ο Υψηλάντης ακούσας, ότι ούτε
            στρατεύματα ήσαν μυστικώς προωργανισμένα, ούτε χρήματα
            αποτεταμιευμένα, ούτε πολεμεφόδια ουδαμού συσσωρευμένα.
            Εις τόσην δε απάτην τον έρριψαν οι απόστολοί του, ώστε
            εδίσταζε να πιστεύση όσα αληθώς τω έλεγεν ο
            Παπαρρηγόπουλος, όστις θεωρήσας εθνοφθόρον τον δισταγμόν
            του έγραψε δι' άλλης χειρός επί του αγράφου και παρά των
            αρχιερέων και προκρίτων της Πελοποννήσου υπογεγραμμένου
            χαρτίου όσα ενόμισε συντελεστικά εις παύσιν του δισταγμού
            και εις αναίρεσιν των ψευδολογιών εφ' ων ο ατυχής
            πληρεξούσιος εσάλευε τας ελπίδας του και ερριψοκινδύνευε
            την ύπαρξιν του έθνους του· αλλ' αυτό το έγγραφον ίσχυσε
            να απαλλάξη τον Υψηλάντην της απάτης του.

            Το φθινόπωρον του 1820 επανήλθεν ο Παπαρρηγόπουλος εις
            Πάτρας και ενεχείρισε τω Πατρών (β) τα παρά του
            Υψηλάντου ως πληρεξουσίου επιτρόπου της Αρχής αποκριτικά
            γράμματα πραγματοποιούντα τας αιτήσεις της
            Πελοποννησιακής ομηγύρεως δι' αδείας εγκαταστάσεως
            γενικής εφορίας διοικούσης εν Πελοποννήσω τα της Εταιρίας
            υπό την Αρχήν και εχούσης την απαιτουμένην ισχύν εφ'
            όλων των αδελφών, και διά συστάσεως γενικού ταμείου των
            κατά την Πελοπόννησον, καθ' όλον το Αιγαίον και κατά την
            Επτάννησον συνεισφορών αυτών. Τα αυτά γράμματα
            ανήγγελλαν ως εξ ονόματος της Αρχής και την αναγόρευσιν
            του Υψηλάντου ως πληρεξουσίου αυτής. Οι Πελοποννήσιοι
            λαβόντες ταύτα, ακούσαντες και τους θαρρυντικούς λόγους
            του αποστόλου των υποπτεύσαντος τα του Υψηλάντου ως
            σαθρά, αλλά μη στηλιτεύσαντος αυτά, και αναγνώσαντες
            μάλιστα και φράσιν των προς αυτούς γραμμάτων λέγουσαν,
            «ε ζ η τ ή θ η - κ α ι - ό θ ε ν - έ δ ε ι - η - α ν ή
            κ ο υ σ α - β ο ή θ ε ι α - κ α ι - υ π ε ρ ά σ π ι σ ι
            ς - κ α ι - ε χ ο ρ η γ ή θ η - α φ θ ό ν ω ς»,
            εθαρρύνθησαν και εσύστησαν την εφορίαν, υπό την
            προεδρείαν του Ιωάννου Βλασοπούλου προξένου της
            Ρωσσσίας, εκ των αρχιερέων Π Πατρών Γερμανού,
            Μονεμβασίας Χρυσάνθου, Χριστιανουπόλεως Γερμανού, και εκ
            των προκρίτων Ασημάκη Ζαήμη, Σωτήρη Χαραλάμπη και
            Θεοδώρου Ρέντη· διώρισαν δε και ταμίας τον Ιωάννην
            Παπαδιαμαντόπουλον και τον Παναγιώτην Αρβάλην. Η εκλογή
            αύτη εψύχρανέ τινας μη συμπαραληφθέντας εν τη εφορία,
            και εντεύθεν ανεφύη έρις και αντίπραξις πριν αρχίση ο
            αγών, και η εφορία έμεινεν εξ αυτής της συστάσεώς της
            νεκρά.

            Εν τω μεταξύ δε τούτω ο εν Ρωσσία Υψηλάντης ήτησε παρά
            της Ρωσσικής κυβερνήσεως άδειαν απουσίας, και μετέβη εις
            Βεσσαραβίαν, όπου πολλάκις διελέχθη μετά διαφόρων μελών
            της Εταιρίας ελθόντων πολλαχόθεν εις έντευξίν του,
            προετοιμάζων τα πάντα προς έναρξιν του αγώνος. Οι
            απόστολοι της Εταιρίας, οι γενικώς την ταχείαν έναρξιν
            του αγώνος επιθυμούντες, τους μεν Έλληνας, προς ους
            εστέλλοντο, εβεβαίουν ότι πάσα βοήθεια θα ήρχετο έξωθεν
            άμα ήρχιζεν εντός ο αγών, τον δε Υψηλάντην εθάρρυναν
            λέγοντες, ότι τα πάντα ήσαν έτοιμα εντός της Ελλάδος,
            και ότι οι Έλληνες δεν εζήτουν ειμή αρχηγόν έξωθεν εις
            έναρξιν. Ο Υψηλάντης επίστευεν όσα τω έλεγαν, διότι ήσαν
            όσα επεθύμει και ενόμιζεν ότι δεν επρόκειτο ν' ανεγείρη
            θρόνον, αλλά να καθήση επί ήδη ανεγερθέντος. Αν δε τις
            τω έλεγε την αλήθειαν, δεν επιστεύετο· τόσον εφάνη
            ευαπάτητος. Απεφάσισε δε εν πρώτοις να κατέλθη εις
            Ελλάδα, και έστειλε καί τινας φέροντας μυστικά γράμματα
            εις την Πελοπόννησον, εις τας νήσους και εις την στερεάν
            Ελλάδα, και έχοντας εντολήν να προκηρύξωσι την ταχείαν
            έλευσίν του και προετοιμάσωσι την οδόν του· διενοείτο δε
            άγνωστος να καταβή εις Τεργέστην όπου θα τον περιέμενεν
            Ελληνικόν πλοίον περί την 20 νοεμβρίου, και άγνωστος να
            καταπλεύση εις τα παράλια της Μάνης, όθεν εμελέτα ν'
            αρχίση τα ένοπλα κινήματά του την 25 Μαρτίου, ημέραν του
            Ευαγγελισμού, ως ευαγγελιζομένην την πολιτικήν λύτρωσιν
            του ελληνικού έθνους· αλλ' εν ώ κατεγίνετο παρασκευάζων
            την εις Ελλάδα κατάβασίν του, τινές των περί αυτόν
            υπερίσχυσαν συμβουλεύοντές τον να μεταβή εις
            Μολδοβλαχίαν, και εκείθεν ν' αρχίση τον αγώνα. Εις
            υποστήριξιν δε της γνώμης των τω έλεγαν, ότι αι δύο
            αύται ηγεμονείαι εθεωρούντο ως άλλη Ελλάς, διότι και
            ηγεμόνες και αυλικοί ήσαν Έλληνες, και ο λαός ως
            ομόδοξος ήτο πρόθυμος να συναγωνισθή τον υπέρ πίστεως
            αγώνα, ότι ο ηγεμών της Μολδαυίας τον εδέχετο προθύμως,
            ότι η ηγεμονεία της Βλαχίας, χηρεύουσα διά τον μεσούντος
            του Ιανουαρίου θάνατον του ηγεμόνος της Αλεξάνδρου
            Σούτσου, ετέλει υπό αδύνατον μεσηγεμονίαν ή μάλλον
            ειπείν αναρχίαν, ότι ευρίσκετο εν ταις ηγεμονείαις μέγας
            αριθμός Φιλικών, ότι Τούρκοι δεν ενυπήρχαν, ότι ο τόπος
            είχεν αφθόνους τροφάς εις διατήρησιν πολυπληθών
            στρατευμάτων, και ότι το ταμείον της Φιλικής Εταιρίας δεν
            ήτο κενόν. Τον εβεβαίουν δε εξ ων είχαν πληροφοριών, ότι
            έτοιμοι ήσαν να συναγωνισθώσιν όλοι οι Αρβανίται.
            Αρβανίται δε ελέγοντο οι εν ταις δύο ηγεμονίαις
            σύμμικτοι Έλληνες, Βούλγαροι και Σέρβοι συνδεόμενοι διά
            του αυτού δόγματος και ποριζόμενοι τα προς το ζην δι'
            οπλοφορίας, τινές δε διά μισθώσεως προσόδων. Οι
            Φαναριώται αυθένται, εξ ότου η ηγεμονία μετέπεσεν εις
            χείρας των, τους μετεχειρίζοντο εις ιδίαν φρουράν και
            εις δημοσίαν υπηρεσίαν. Το παράδειγμα των αυθεντών
            μιμούμενοι οι εντόπιοι άρχοντες είχαν και ούτοι
            Αρβανίτας και εις υπηρεσίαν των και εις φύλαξιν των γαιών
            των. Οι σύμμικτοι δε ούτοι πολεμικώτεροι των εντοπίων,
            ελογίζοντο τω καιρώ εκείνω τετρακισχίλιοι. Εθάρρυναν τον
            Υψηλάντην ίνα μεταβή εις τας ηγεμονείας και οι εξής
            λόγοι.

            Διέτριβαν εν Βλαχία δύο σημαντικοί οπλαρχηγοί Έλληνες, ο
            Γεωργάκης Ολύμπιος ή Ολυμπιώτης υπηρετήσας άλλοτε υπό
            τους Ρώσσους, και ο Καμινάρης Σάββας Φωκιανός Πάτμιος
            έχοντες αμφότεροι ικανόν αριθμόν οπλοφόρων· και ο μεν
            Ολύμπιος, νυμφευθείς την χήραν του περίφημου Σέρβου
            Χαϊδούκου Βέλκου και πολεμήσας άλλοτε υπέρ αυτού εν
            Σερβία, είχεν εκεί μέγα κόμμα· ο δε Σάββας είχε πολλήν
            επιρροήν εν Βουλγαρία· αμφότεροι δε ούτοι, μέλη όντες της
            Εταιρίας των Φιλικών, ειδοποίησαν τον Υψηλάντην, ότι
            ήσαν και έτοιμοι και ευέλπιδες να κινήσωσιν εις
            επανάστασιν τους τόπους εκείνους. Εκτός τούτου
            απηγορεύετο κατά τας συνθήκας Τουρκίας και Ρωσσίας πάσα
            εισβολή τουρκικών στρατευμάτων εις τας ηγεμονείας άνευ
            προηγουμένης συγκαταθέσεως της Ρωσσίας, και ευλόγως
            εσυλλογίζετο ο Υψηλάντης ότι, αν ετάραττε τας
            ηγεμονείας, η Πύλη μανθάνουσα τας ταραχάς ή θα έστελλεν
            αμέσως διά το κατεπείγον της περιστάσεως κατά των
            αποστατών δυνάμεις άνευ προηγουμένης συγκαταθέσεως της
            Ρωσσίας, και τότε παρέβαινε τας συνθήκας και έδιδε
            δικαίαν αφορμήν πολέμου, ή θα εζήτει την συγκατάθεσίν
            της εις αποστολήν στρατευμάτων, και τότε παρήρχετο πολύς
            καιρός· ώστε εδύνατο ο Υψηλάντης εν τω μεταξύ τούτω,
            μένων ανεπηρέαστος, να οργανίση ικανάς δυνάμεις εν ταις
            ηγεμονείαις και ευτυχώς να προοδεύση· επίστευε δε ως
            κατορθωτόν και σχέδιόν τι σταλέν παρά της εν
            Κωνσταντινουπόλει εφορίας και επιδιορθωθέν και εγκριθέν
            παρ' αυτού, καθ' ό η Κωνσταντινούπολις εν ρητή ημέρα θα
            εκαίετο, ο Σουλτάνος θα εφονεύετο, ο στόλος θα
            εκυριεύετο ή θα κατεστρέφετο, και οι βασιλικοί θησαυροί
            θα διηρπάζοντο. Τοιούτοι λόγοι έπεισαν τον Υψηλάντην να
            προτιμήση την εις τους παραδουναβίους τόπους μετάβασιν
            επί σκοπώ πάντοτε να μη διαμείνη εν Μολδοβλαχία, Σερβία
            ή Βουλγαρία, αλλά να καταβή εις Ελλάδα ανάπτων παντού
            καθ' οδόν την φλόγα της αποστασίας. Επετάχυναν δε την
            έναρξιν του αγώνος προ της προσδιορισθείσης ημέρας 25
            Μαρτίου αι εξής αιτίαι.

            Μεταξύ των αποστόλων, ους ο Υψηλάντης έπεμψεν εις διάφορα
            μέρη φέροντας τας περί της αποστασίας εντολάς του, ήσαν
            και ο Δημήτριος Ύππατρος Μετσοβίτης, και ο Αριστείδης
            Παπάς ή Πωπ Θεσσαλός, και οι δύο άλλοτε κληρικοί. Τούτων
            ο μεν πρώτος διέβη εις Θεσσαλονίκην φέρων γράμματα του
            Υψηλάντου, εν οις και ιδιόχειρα αυτού, προς πολιτικούς
            και πολεμικούς των μερών εκείνων, και σκοπεύων ν' απέλθη
            εις Ήπειρον· ο δε δεύτερος εστέλλετο εις Σερβίαν φέρων
            και αυτός γράμματα προς επανάστασιν της ηγεμονείας
            εκείνης. Αμφότεροι δε, συλληφθέντες καθ' οδόν, αρχομένου
            του Ιανουαρίου, εφονεύθησαν, και τα γράμματα έπεσαν εις
            χείρας της οθωμανικής εξουσίας. Ο Υψηλάντης, εν αγνοία
            εισέτι των κατά τον Αριστείδην, αλλ' εν πλήρει γνώσει
            των κατά τον Ύππατρον, κατεθορυβείτο αναλογιζόμενος ότι,
            αν η Πύλη έστελλε τα γράμματα ταύτα προς τον αυτοκράτορα
            Αλέξανδρον παραπονουμένη, ότι στρατηγός του ωργάνιζεν
            επανάστασιν εντός της οθωμανικής αυτοκρατορίας, και
            απαιτούσα την ματαίωσιν του σχεδίου του, θα ηναγκάζετο ο
            αυτοκράτωρ να τον ανακαλέση εκ Βεσσαραβίας και να τον
            καταστήση διόλου άχρηστον· αρθέντος δε αυτού εκ μέσου,
            εματαιούντο όλα τα σχέδια της Εταιρίας. Εκτός του δεινού
            τούτου συμβάντος, εγνώσθη ότι καί τις Ασημάκης Θεοδώρου
            Πελοποννήσιος επρόδωκε την Εταιρίαν τω σουλτάνω, και τις
            Διόγος Επταννήσιος, μέλος της Εταιρίας, την επρόδωκε και
            αυτός τω Αλή, ούτος δε την ανεκάλυψε τω κυριάρχη του επ'
            ελπίδι να εύρη χάριν ενώπιόν του· έλαβε δε και εξ
            Ελλάδος ο Υψηλάντης κατ' εκείνας τας ημέρας γράμματα
            λέγοντα, ότι η Εταιρία, ήτο πασίγνωστος, ότι το έθνος
            ευρίσκετο επί του χείλους της αβύσσου εξ αιτίας της
            ανακαλύψεώς της, και ότι ώφειλε να καλέση τους λαούς άνευ
            ουδεμιάς αναβολής εις τα όπλα.

            Λήγοντος δε του δεκεμβρίου του αυτού έτους, κατέβη εις
            Πελοπόννησον ως αντιπρόσωπος του Υψηλάντου ο εκ της
            επαρχίας του Λεονταρίου αρχιμανδρίτης Γρηγόριος Δίκαιος
            Φλέσσας, ο κατ' αρχάς απόστολος και μετά ταύτα μέλος της
            υπερτάτης αρχής, ήτοι ειδώς το μυστήριον της απάτης,
            άνθρωπος νεωτεριστής, μεγαλότολμος και πνευματώδης, αλλ'
            ανίκανος να εμπνεύση σέβας διά του χαρακτήρος του ή της
            διαγωγής του· διά ταύτα, και διότι οι αρχιερείς και οι
            προεστώτες της Πελοποννήσου, γινώσκοντές τον προ ολίγου
            μικρόν, τον είδαν διά μιας μέγαν, κακίστην επροξένησεν
            εντύπωσιν ο υψηλός διορισμός του εξ αυτών των προοιμίων.

            Η δε εν Πελοποννήσω τουρκική εξουσία είχε συλλάβει πρό
            τινος καιρού μεγάλας υποψίας περί των μελετωμένων. Πάσα
            άλλη εξουσία θα εξιχνίαζεν ακόπως και ακριβώς όλη την
            αλήθειαν εξ όσων ασυστόλως ελέγοντο και ενηργούντο καθ'
            όλας τας επαρχίας της Πελοποννήσου· αλλ' οι υπό την
            Πύλην ηγεμόνες, καταγινόμενοι εις το ν' αργυρολογώσι
            μάλλον ή να διοικώσιν, έχοντες δε και έξιν να σφάζωσι
            και καταστρέφωσιν οσάκις συνελάμβαναν πολιτικάς υποψίας,
            συγχέοντες πταίστας υπόπτους και αθώους, δεν εφρόντιζαν
            συνήθως να προασφαλίζωσι την επικράτειαν καθ' ους
            απαιτεί η προνοητική πολιτική τρόπους. Την φύσει δε
            τυφλήν ως προς τα τοιαύτα τουρκικήν εξουσίαν απετύφλωσε
            και η αποστασία του Αλή, ην δράξαντες ως αφορμήν οι
            Έλληνες διέσπειραν επιτηδείως παντού, ότι ο Αλής, ον
            παρωνόμαζαν επονειδίστως Καρά - Αλήν, ηρέθιζε την
            Πελοπόννησον, και ότι αρχιερείς και άρχοντες κατεγίνοντο
            εις ματαίωσιν των σχεδίων του. Αλλά μόλις διεσκεδάζοντο
            αι επικρατούσαι υποψίαι, και ανεφύοντο νέαι ισχυρότεραι,
            ώστε οι εντόπιοι Τούρκοι, έχοντες άλλα συμφέροντα παρά
            τα των ηγεμονευόντων, ήσαν πάντοτε έμφοβοι. Διά τας
            αιτίας ταύτας, και προς ακριβή γνώσιν της αποστολής του
            Δικαίου και σπουδαίαν σύσκεψιν περί του πρακτέου,
            συνήλθαν εις Βοστίτσαν, ως εις απόκεντρον μέρος,
            αρχιερείς τινες και προεστώτες συναινέσει και των μη
            παρόντων, εις αποφυγήν υποψιών, θέλοντες δε να κρύψωσι
            και οι ολίγοι ούτοι τον αληθή σκοπόν της συνελεύσεως,
            διέδοσαν, ότι συνήρχοντο κατά διαταγήν της Μεγάλης
            εκκλησίας προς επιτόπιον επιθεώρησιν αγρού τινος
            σταυροπηγιακού διαφιλονεικουμένου. Υπό το πρόσχημα τούτο
            συνεδρίασαν κατά πρώτην φοράν την 26 Ιανουαρίου, και
            ηκροάσθησαν τον Δίκαιον διαδίδοντα ασκέπτως και
            ασυστόλως επί της εις Ελλάδα καταβάσεώς του και της εις
            Βοστίτσαν ελεύσεώς του, ότι ήγγιζεν η έναρξις του αγώνος,
            και ότι εστέλλοντο έξωθεν άφθονα και πολυειδή πολεμικά
            βοηθήματα· έδειξε δε εν Βοστίτση, και τας οδηγίας του
            και τα πιστωτήριά του, δι' ων απεκαλείτο παρά του
            Υψηλάντου «άλλος εγώ». Εις απόδειξιν δε της πολλής
            απάτης του Υψηλάντου περί τα της Ελλάδος, και της
            σφαλεράς κρίσεώς του, σημειούμεν εκ των περί ων ο λόγος
            οδηγιών τα ακόλουθα.

            «Άρθρ. β'. Οι αρχιερείς, οι άρχοντες και οι δημογέροντες
            της Πελοποννήσου να εκλέξωσιν από όλον το σύστημα των
            προεστώτων δύω τους δοκιμωτέρους και υποληπτικωτέρους,
            οι οποίοι κ α θ ή μ ε ν ο ι - ε ι ς - Τ ρ ι π ο λ ι τ σ
            ά ν να θεωρώσι τας συμπίπτουσας κοινάς της πατρίδος
            υποθέσεις με καθαράν συνείδησιν, οι δε λοιποί να
            διοργανίσωσιν εις τας επαρχίας το πράγμα ευτάκτως και
            ταχέως.

            Αρθρ. γ'. Το στρατιωτικόν να διοργανισθή ευτάκτως· η
            ευταξία φέρουσα την ευδαιμονίαν των όπλων, τότε θέλει
            φυλαχθή, όταν καθ' όλας τας επαρχίας διορισθώσι
            χιλίαρχοι οι πλέον φρόνιμοι και δόκιμοι εις το να
            οπλοφορώσι και να διοικήσωσι στρατόν. Πρέπει να γενή
            κατά επαρχίαν η εκλογή ενός χιλιάρχου έχοντος την άδειαν
            να στρατολογήση και να επιστήση κατά την τάξιν της
            χιλιαρχίας τους αξιωματικούς, ήτοι εκατοντάρχους,
            πεντηκοντάρχους και δεκάρχους. Εις αυτούς θέλει
            υπόκειται νομίμως διοικούμενος ο στρατός.

            Άρθρ. στ'. Ο γενικός έφορος (Υψηλάντης) δεν κρίνει
            εύλογον, να αρματωθή ο τυχών διά την προξενουμένην
            σύγχυσιν και ζημίαν από την απειρίαν του όχλου. Να
            εκλεχθώσι δε από την Πελοπόννησον όλην ε ί κ ο σ ι - π έ
            ν τ ε - μ ό ν ο ν - χ ι λ ι ά δ ε ς -   σ τ ρ α τ ό ς - α
            π ό - ά ν δ ρ α ς - ε κ λ εκ τ ο υ ς - κ α ι -   ε μ π ε
            ί ρ ο υ ς - ε ι ς - τ α - ό π λ α, διά να οδηγηθώσι
            τακτικώς από τούτον με την ανήκουσαν υπακοή ευθύς οπού
            φανή εις την Πελοπόννησον.

            Αρθρ. η'. Ανάγκη πάσα να γίνη κατάλογος καθαρός της
            αδελφότητος όλης διά να εξετασθή η κατάστασις του καθ'
            ενός και να υποχρεωθή να συνεισφέρη αναλόγως, ώστε η
            καταβολή να γενή επέκεινα του ενός μιλιουνίου. Αύτη
            είναι γνώμη του γενικού εφόρου και της σεβαστής Αρχής.

            Αρθρ. θ'. Οι χιλιάρχοι και αξιωματικοί έχουν χρέος να
            ορκίσωσι τους στρατιώτας των εν ονόματι του Ιησού
            Χριστού κ.τ.λ.».

            Κατά τας οδηγίας ταύτας ο Υψηλάντης επίστευεν ότι η
            Τριπολιτσά, καθέδρα της Πελοποννήσου, όλη σχεδόν υπό
            Τούρκων κατοικουμένη και υπέρ πάσαν πελοποννησιακών
            πόλιν φρουρουμένη, ήτον ο καταλληλότερος τόπος εις
            εγκατάστασιν επαναστατικής αρχής και εις μυστικήν
            διεξαγωγήν των συμπιπτουσών της πατρίδος υποθέσεων, και
            ότι δυνατόν ήτο να εκλεχθώσι μεταξύ των Πελοποννησίων,
            ανθρώπων καταγινομένων εις ειρηνικάς εργασίας, να
            οργανισθώσι μυστικώς και ορκισθώσιν ενώπιον της
            ακμαζούσης τουρκικής εξουσίας στρατεύματα είκοσι πέντε
            χιλιάδων εξ εμπειροπολέμων ανδρών.

            Και ταύτα μεν έλεγαν αι οδηγίαι. Ο δε άλλος εγώ Δικαίος
            επρόσθετεν, ότι η Ρωσσία εκίνει τον Υψηλάντην, ότι θα
            εκήρυττε πόλεμον κατά της Πύλης άμα ήρχιζεν ο αγών εν
            Ελλάδι, και ότι θα έστελλε τότε και στόλους και
            στρατεύματα και πολεμεφόδια και θησαυρούς. Ιδών δε, ότι
            όσα εκομπορρημόνει δεν επιστεύοντο, δεν εσυστάλη να
            βεβαιώση ότι έφθασεν ήδη εις Ύδραν ικανή ποσότης και
            όπλων και χρημάτων και πολεμεφοδίων εκ της Ρωσσίας, και
            ότι ητοιμάζοντο και πλοία της νήσου εκείνης εις έκπλουν.
            Ηγανάκτησεν η συνέλευσις διά τας αναιδείς ψευδολογίας
            του Δικαίου, τον επέπληξεν αυστηρώς και τον εφοβέρισεν,
            ότι θα τον εφυλάκιζεν, αν δεν έπαυεν ερεθίζων τα
            πνεύματα, διαδίδων τόσω ψευδείς φήμας και ριψοκινδυνεύων
            την ύπαρξιν του έθνους. Πάντα ταύτα έδωκαν κακίστην
            ιδέαν και περί τον προσωπικού και περί των πόρων της
            Αρχής. Όχι ολιγώτερον είχε κλονίσει την πεποίθησιν των
            συνελθόντων και η προ τινος καιρού γενομένη και
            απορριφθείσα απαίτησις της εν Κωνσταντινουπόλει γενικής
            εφορίας του ν' αποστείλωσιν οι Πελοποννήσιοι εκεί κατά
            διαταγήν της Αρχής όλας τας συνεισφοράς των. Αλλά, και
            αν υπώπτευσαν ότι αι μεγάλαι ελπίδες άς συνέλαβαν ήσαν
            απατηλαί, δεν εδύναντο μήτε αυτοί να οπισθοδρομήσωσι μήτε
            την ορμήν των πολλών ενθουσιώντων ν' αναστείλωσι·
            πεντάκις δε συνεδριάσαντες διέλυσαν την συνέλευσιν
            αποφασίσαντες τα εξής.

            «Ο Δίκαιος ν' αναχωρήση εις τα ίδια και να ησυχάση.

            Να γείνη φροντίς περί καταγραφής και συλλογής των
            συνεισφορών, και να κατατεθώσι παρά τω εν Πάτραις γενικώ
            ταμία, Παπαδιαμαντοπούλω.

            Η Πελοπόννησος να μη κινηθή, μηδέ αφ' ού έλθη ο
            προσδοκώμενος πληρεξούσιος, αν δεν κινηθώσι προηγουμένως
            τα άλλα μέρη της Ελλάδος.

            Να εξιχνιασθή διά νέας αποστολής εις Ρωσσίαν και Πίσαν,
            όπου διέτριβεν ο μητροπολίτης Ιγνάτιος, οποία η γνώμη
            του αυτοκράτορος Αλεξάνδρου ως προς τον μελετώμενον
            αγώνα, και ποίαν βοήθειαν εδύναντο οι Έλληνες να
            προσδοκώσιν εκείθεν.

            Να εξετασθή η διάθεσις των προκρίτων Ύδρας, Σπετσών και
            Ψαρών ως προς τον αγώνα.

            Να αποποιηθώσιν ευσχήμως οι προεστώτες την εις
            Τριπολιτσάν απέλευσίν των αν εκαλούντο παρά της
            εξουσίας· και αν αύτη επέμενε, να μεταβώσιν εις τας
            Κυκλάδας επί λόγω μεν ότι απήρχοντο εις
            Κωνσταντινούπολιν, επί σκοπώ δε να αναμείνωσιν εκεί τας
            έξωθεν απαντήσεις και οδηγηθώσι περί του πρακτέου».

            Ταύτα εβουλεύθησαν, και παρηγγέλθησαν καί τινες αυτών,
            επανερχόμενοι εις τα ίδια, να τα κοινοποιήσωσι τοις
            πλησιετέροις συναδέλφοις των· διέταξαν δε και τον
            μεγασπηλαιώτην Ιερόθεον να περιέλθη την Πελοπόννησον
            μυστικώς επί καταγραφή και εισπράξει των συνεισφορών.

            Τοιαύται ήσαν αι περιστάσεις και αι διαθέσεις των εν
            Ελλάδι, ότε ο Υψηλάντης απεφάσισε να κινήση την
            επανάστασιν. Εν ώ δε κατεγίνετο προετοιμάζων και
            προετοιμαζόμενος, συνέβη το εξής εις επιθάρρυνσίν του.




            1821

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ'



            &Αποστασία Θεοδώρου Βλαδιμιρέσκου. — Μετάβασις Υψηλάντου
            εις Μολδοβλαχίαν, καί τα κατ' εκείνας τας ηγεμονείας
            συμβάντα μέχρι των Αρχών απριλίου.&

            ΘΕΟΔΩΡΟΣ τις, γεννηθείς έν τινι χωρίω της μικράς Βλαχίας,
            και εξ ου έφερε παρασήμου του αγίου Βλαδιμίρου
            παρονομαζόμενος Βλαδιμιρέσκος, εστράτευσεν υπό τους
            Ρώσσους επί του εν έτει 1812 παύσαντος εξαετούς
            Τουρκορρωσικού πολέμου· μετά δε την γενικήν αμνηστείαν
            διωρίσθη, επί της ηγεμονίας Ιωάννου Καρατσά, κατά
            σύστασιν του εν Βουκουρεστίω γενικού προξένου της Ρωσσίας
            του προστατεύοντος αυτόν, Υποθεματάρχης, και ως τοιούτος
            διετέλει και επί του διαδεχθέντος τον Καρατσάν
            Αλεξάνδρου Σούτσου, γνωστός διά τον φιλαυτοχθονισμόν του
            και την ανδρίαν του.

            Ο Θεόδωρος ούτος μετέβη δι' ιδιαιτέρας του υποθέσεις εις
            Βουκουρέστι καθ' όν καιρόν, εξ αιτίας της αναφυείσης
            αλληλομαχίας της Πύλης και του Αλή, εφαίνετο εγγίζουσα η
            έναρξις του ελληνικού αγώνος, και οι εν Βουκουρεστίω
            Φιλικοί κατεγίνοντο προετοιμάζοντες τον αγώνα κατ'
            εκείνα τα μέρη δι' εσωτερικών ταραχών υπ' άλλο πρόσχημα.
            Ο καταλληλότερος ταραξίας τοις εφάνη ο Βλαδιμιρέσκος,
            και ο αρμοδιώτερος των ταραχών καιρός η συμπεσούσα
            μεσηγεμονία. Μεταξύ των εν Βλαχία σημαντικών Φιλικών
            διέπρεπεν, ως είπαμεν, ο οπλαρχηγός Γεωργάκης Ολύμπιος
            διά τον πατριωτισμόν, την σύνεσιν, την ανδρίαν και την
            επιρροήν του. Ο οπλαρχηγός ούτος, ο υπό τον τίτλον
            γκιουλέρ - αγασή υπηρετών παρά τω ηγεμόνι Σούτσω,
            κατήχησε πρό τινων μηνών διά προτροπής των Φιλικών τον
            Βλαδιμιρέσκον τα της Εταιρίας επί τη βεβαιώσει Ρωσσικής
            συμπράξεως, και τον εβεβαίωσεν ως φιλόπατριν ότι ο
            σκοπός της Φιλικής Εταιρίας ήτο να επαναστατήση και
            ελευθερώση όλους τους υπό τον τουρκικόν ζυγόν
            χριστιανικούς λαούς οποίας και αν ήσαν φυλής. Συμβάντος
            δε του θανάτου του Σούτσου, τον εσυμβούλευσε ν' απέλθη
            εις μικράν Βλαχίαν, να κινήση τον λαόν της εις τα όπλα,
            και μη ανακαλύπτων όλον τον αληθή σκοπόν του κινήματός
            του να κηρύξη επί του παρόντος, ότι εκινείτο εις
            απόσεισιν της φαναριωτικής ξενοκρατίας και ανάκτησιν των
            αρχαίων προνομίων της πατρίδος του υπό την κυριαρχίαν
            πάντοτε του σουλτάνου. Ο Βλαδιμιρέσκος, σεβόμενος εις
            άκρον τον κατηχητήν του, εδέχθη προθύμως τας συμβουλάς
            του, έλαβε παρ' αυτού όχι πλειοτέρους των 30 στρατιωτών
            καί τινα χρήματα παρά της εφορίας, επανήλθεν εις μικράν
            Βλαχίαν εκάλεσε τον λαόν εις τα όπλα, και διέδωκεν ότι
            ήτο πιστός υπήκοος της μεγάλης και κραταιάς οθωμανικής
            αυτοκρατορίας, ότι δεν ωπλίσθη ειμή εις παύσιν των
            καταχρήσεων και εις ανάκτησιν των αρχαίων προνομίων της
            πατρίδος του καταπατηθέντων ή εις ωφέλειαν μόνον των
            αρχόντων αποβάντων, και ότι επάναγκες εθεώρει να
            στείλωσιν αι επαρχίαι προς αυτόν πληρεξουσίους εις
            σύσκεψιν περί του κοινού καλού· εξέδωκε δε και
            προκηρύξεις και απέστειλε και ικετήριον αναφοράν προς τον
            Σουλτάνον της αυτής εννοίας.

            Διάδοχος του αποθανόντος ηγεμόνος της Βλαχίας διωρίσθη ο
            Σκαρλάτος Καλλιμάχης. Ούτος ακούσας, εν Κωνσταντινουπόλει
            έτι διατρίβων, τα κατά τον Βλαδιμιρέσκον, έστειλεν
            αμέσως ανθηγεμόνας, τον Ιωάννην Σαμουρκάσην, τον
            Κωνσταντίνον Νέγρην και τον Στέφανον Βογορίδην προς
            καθησύχασιν της ταραχθείσης ηγεμονείας του. Φθάσαντες οι
            ανθηγεμόνες εις Βουκουρέστι έστειλαν τον Γεωργάκην και
            τον φίλον του και συστρατιώτην Γιαννάκην Φαρμάκην
            Μακεδόνα μετά 600 κατά του Βλαδιμιρέσκου, τον δε Σάββαν
            εκράτησαν παρ' αυτοίς ως αρχηγόν της φρουράς της
            πρωτευούσης, αγνοούντες ότι οι οπλαρχηγοί ούτοι ήσαν
            μέλη της Εταιρίας. Εκστρατεύσαντες οι περί τον Γεωργάκην
            και τον Φαρμάκην, αντί να κατατρέξωσι τον Βλαδιμιρέσκον,
            τον συνέτρεχαν κρυφίως δίδοντές τω πάσαν ευκαιρίαν υπό
            διαφόρους προφάσεις να ενδυναμωθή έτι μάλλον και
            προοδεύση. Φθάσαντες δε εις Κραϊόβαν, πρωτεύουσαν της
            μικράς Βλαχίας, ηύραν ετοίμους να κινηθώσιν επί τον
            Βλαδιμιρέσκον κατά διαταγήν των ανθηγεμόνων τον Ιωάννην
            Σολωμόν και τον Διαμαντήν Σιρδάρην μετά πολλών
            στρατιωτών, αλλ' ο φιλόπατρις Γεωργάκης κατήχησε και
            αυτούς τα της Εταιρίας και τους ουδετέρωσεν. Εν τοσούτω
            ο Βλαδιμιρέσκος ασφαλισθείς τοιουτοτρόπως από πάσης
            προσβολής, έχων ικανόν αριθμόν Πανδούρων (α) και
            συλλέξας καθ' οδόν πλήθος άλλων οπλοφόρων και
            ροπαλοφόρων, ώδευεν αφόβως εις Βουκουρέστι. Η ευτυχής και
            ακώλυτος πρόοδός του και η προσέγγισίς του εις την
            πρωτεύουσαν ηνάγκασαν τους άρχοντας να καταφύγωσιν εις
            Τρανσιλβανίαν, τους δε ανθηγεμόνας εις Ρουτσούκι,
            παραδουνάβιον πόλιν της Τουρκίας. Απομακρυνόμενοι δε
            ούτοι της πρωτευούσης, διέταξαν τον Σάββαν θεωρούμενον
            πιστόν ν' ασφαλίση την πόλιν από του αποστάτου. Εν
            τοσούτω ο Βλαδιμιρέσκος έφθασε παρά το Βουκουρέστι την 15
            Μαρτίου μέγας και πολύς, και κατέλυσεν εν Κοτροτσανίω,
            μοναστηρίω του αγίου Όρους, ημιώριον προς δυσμάς από της
            πόλεως. Ύψωσε δε κατά πρώτην φοράν και σημαίαν φέρουσαν
            επί κυανού μεταξωτού υφάσματος τα ομοιώματα της αγίας
            Τριάδος και των μεγαλομαρτύρων Γεωργίου και Δημητρίου
            και το «Ζήτω η Ελευθερία» χρυσόγραπτον. Την δε 17
            εξέδωκε κήρυγμα προς τούς κατοίκους του Βουκουρεστίου
            λέγων όσα έλεγε και επί της οδοιπορίας του, και
            προσθέτων, ότι εις ευόδωσιν του μεγάλου εθνικού σκοπού
            του συνήχθησαν υπό την οδηγίαν του δεκαεξακισχίλιοι
            οπλοφόροι, ότι η υψηλή Πύλη εσκόπευε να στείλη
            αντιπρόσωπόν της εις διόρθωσιν των κακώς εχόντων, και ότι
            αναγκαίον ήτο να στείλωσι και οι λαοί προς αυτόν
            πληρεξουσίους, να ενωθώσιν ως Χριστιανοί μετά του
            κινηθέντος πλήθους υπέρ του γενικού καλού, και να
            ετοιμάσωσι και τα αναγκαία καταλύματα. Κατόπιν του
            Βλαδιμιρέσκου αφίχθησαν εις Βουκουρέστι ο Γεωργάκης και
            ο Φαρμάκης, και κατέλυσαν εντός της πόλεως όπου διέτριβε
            και ο αρχηγός της φρουράς Σάββας· όλοι δε οι εντός και
            οι εκτός ήρχοντο συχνάκις εις λόγους χωρίς να
            συγκρούωνται.


Φεβρουάριος Καθ' ον δε καιρόν διετάραττεν ο Βλαδιμιρέσκος την
            Βλαχίαν, ο Υψηλάντης, έχων εν τη συνοδία του τους δύο
            νεωτέρους αδελφούς του, Νικόλαον και Γεώργιον, τον
            συνταγματάρχην του ελαφρού ρωσσικού ιππικού Γεώργιον
            Καντακουζηνόν (β), τον ταμίαν του Γεώργιον Μάνον,
            αξιωματικόν τινα Πολωνόν, Γαρνόφσκην, και δύο υπηρέτας,
            επέρασεν εν ρωσσική στολή τον Προύθον την 22 Φεβρουαρίου
            περί την ε' ώραν μετά μεσημβρίαν, και υποδεχθείς επί της
            αποβάσεώς του και συνοδευθείς παρά τινων στρατιωτών
            ευρεθέντων εκεί διά της μυστικής ενεργείας οπαδών του
            πρρσταλέντων επί τούτω εις Ιάσι, εισήλθε δύνοντος του
            ηλίου εις την πόλιν και έστησε το στρατοπεδαρχείον του
            εν τη οικία της Καντακουζηνής, αυτός δε κατέλυσεν εν τω
            μοναστηρίω του Γαλατά επί λόφου κειμένω είκοσι λεπτά
            μακράν της πόλεως. Μόλις δ' έφθασε, και όλοι οι εν τη
            πόλει οπλοφόροι Αρβανίται, όντες μυστικώς
            προωργανισμένοι, αφήκαν πάσαν υπηρεσίαν κοινήν και
            ιδιωτικήν, και ετάχθησαν διά μιας υπό τας διαταγάς του.
            Ετάχθησαν υπό τας διαταγάς του και άλλοι, και πολλοί των
            μαθητών αυτοπροαίρετοι και ενθουσιώντες.

            Κατ' εκείνον τον καιρόν ηγεμόνευεν εν Μολδαυία ο Μιχαήλ
            Σούτσος προ ολίγων μόνον εβδομάδων κατηχηθείς τα της
            Εταιρίας. Ο κατηχητής του, είτε θέλων να τον ελκύση,
            είτε αγνοών και αυτός τα σχέδια της Εταιρίας, τον
            εβεβαίωσεν, ότι μήτε αι ηγεμονείαι θα εταράττοντο μήτε η
            επανάστασις θα εξερρηγνύετο εν Ελλάδι προ του 1825. Ο
            Σούτσος, θεωρών το τέρμα τούτο βραχύ, επρότεινε διά του
            κατηχητού τον τη υπερτάτη Αρχή παράτασιν μέχρι του
            1827,και έγραψε τα αυτά κατ' ευθείαν τω Υψηλάντη
            διατρίβοντι εν Βεσσαραβία. Ο Υψηλάντης, υποπτεύσας ότι
            διά της προτάσεως ταύτης ο Σούτσος διενοείτο ν'
            αποκαρπωθή εν ανέσει την επταετή ηγεμονίαν του, και
            φοβούμενος μη τον εύρη αντίπαλον αν ηναντιούτο, υπέκρυψε
            τους αληθείς σκοπούς του· ώστε ο Σούτσος ηπόρησε και
            εταράχθη ότε παρά πάσαν προσδοκίαν έμαθε την 21 κατά
            πρώτον, ότι ο Υψηλάντης θα επέρα τον Προύθον την
            επαύριον· αλλ' ούτε αντείπεν ούτε αντέπραξεν· εξ εναντίας
            έδωκε πάσαν βοήθειαν, πιστεύων και αυτός αδιστάκτως, ως
            και οι λοιποί, ότι η Ρωσσία τον υπεκίνει. Η διαγωγή αύτη
            του ηγεμόνος έπεισε τους εντοπίους άρχοντας, ότι το
            κίνημα του Υψηλάντου δεν ήτον απροστάτευτον έξωθεν, και
            ότι προανήγγελλε ταχείαν είσοδον εις τας ηγεμονείας
            ρωσσικών δυνάμεων, και μεταβολήν της πολιτικής τύχης
            των· διά τούτο και αυτοί ούτε αντείπαν ούτε αντέπραξαν.
            Αλλ' έβλαψαν τον αγώνα εξ αυτών των προοιμίων του αυτοί
            οι αγωνισταί. Τα πλείστα των επί των ορίων των
            ηγεμονειών φρούρια ήσαν και ανώχυρα και απροφύλακτα και
            ανεφοδίαστα εξ αιτίας της συνήθους αμελείας των Τούρκων
            ενισχυομένης έτι μάλλον υπό της επικρατούσης τότε
            βαθείας ειρήνης· διά τούτο ήσαν ευάλωτα προσβαλλόμενα
            αίφνης. Αλλ' αντί να προσβληθή αίφνης και αλωθή η
            Βραΐλα, ως έχουσα μικράν και αδύνατον φρουράν, ο
            διατελών υπό τας διαταγάς του Υψηλάντου Βασίλης
            Καραβιάς, οπλαρχηγός και αυτός των εν ταις ηγεμονείαις μη
            εντοπίων, εξύπνησε τους Τούρκους, πράξας έμπροσθεν ούτως
            ειπείν των πυλών του φρουρίου τούτου πράξιν απολίτευτον,
            απάνθρωπον και αδικαιολόγητον.

            Καθ' όλας τας πόλεις της Μολδοβλαχίας όπου εσύχναζαν
            Τούρκοι, ως διαβάται ή ως έμποροι, διέτριβεν αξιωματικός
            Τούρκος, έχων παρ' εαυτώ καί τινας στρατιώτας προς
            συστολήν των ατακτούντων ομοπίστων του μη σεβομένων
            συνήθως την χριστιανικήν φρουράν. Τοιούτος τις διέτριβε
            και εν Γαλατσίω παραδουναβίω εμπορική πόλει της
            Μολδαυίας, όπου ήσαν καί τινες Τούρκοι φιλήσυχοι και
            φιλέμποροι. Τον αξιωματικόν τούτον, τους περί αυτόν και
            όσους εκ των εμπορευομένων Τούρκων εδυνήθη να συλλάβη ο
            Καραβιάς, ο ως αρχιχωροφύλαξ εκεί σταθμεύων, εφόνευσε
            σχεδόν όλους επιπεσών αίφνης άνευ διαταγής του Υψηλάντου
            την προτεραίαν της εις Μολδαυίαν περαιώσεώς του.
            Εναβρυνόμενος δε επί τω κατορθώματί του εσόβει διά της
            αγοράς φορών την μηλωτήν του φονευθέντος αξιωματικού ως
            την λεοντήν ο Ηρακλής.

            Η είδησις της αιμοσταγούς ταύτης πράξεως, της πρώτης
            πράξεως του υπέρ ελευθερίας και ευνομίας αγώνος, έφθασεν
            εις Ιάσι καθ' ην εσπέραν εισήλθεν ο Υψηλάντης, και την
            διεδέχθη άλλη ομοίας φύσεως υπό τους οφθαλμούς αυτού του
            Υψηλάντου. 40 Τούρκοι υπό Οθωμανόν αρχιφρούραρχον της
            ηγεμονείας διέτριβαν εν Ιασίω, δι' ους λόγους διέτριβαν
            τοιούτοι και εν Γαλατσίω και αλλού. Εισελθόντος του
            Υψηλάντου, οι Τούρκοι ούτοι αφωπλίσθησαν κατά διαταγήν
            του ηγεμόνος και εφυλακίσθησαν· εφυλακίσθησαν και 30
            έμποροι Οθωμανοί ευρισκόμενοι εν τη αυτή πόλει· αλλά την
            νύκτα οι πλείστοι εφονεύθησαν ανηλεώς και αναιτίως. Αι
            δύο δε αύται πράξεις δείξασαι εξ αυτής της αρχής, ότι
            ούτε σύνεσις ωδήγει τους οπλαρχηγούς, ούτε πειθαρχία
            επεκράτει, δυσηρέστησαν εις άκρον και τον ηγεμόνα και
            τους αυλικούς και τους εντοπίους άρχοντας. Αλλ' ο
            Υψηλάντης, αντί να εκφράση πανδήμως την δυσαρέσκειάν του
            και ελέγξη αν όχι και παιδεύση τους αιτίους, περί μεν
            των υπό τους οφθαλμούς του συμβάντων εσιώπησε, περί δε
            των εν Γαλατσίω εξέδωκεν ημερησίαν διαταγήν ευφημών την
            αθέμιτον πράξιν του Καραβιά ως λαμπρόν κατόρθωμα.
            Παρόμοιοι πράξεις εξ αιτίας της τοιαύτης διαγωγής του
            Υψηλάντου προς τον Καραβιάν επαναληφθείσαι και αλλαχού
            της ηγεμονείας ηύξησαν έτι μάλλον την γενικήν και
            δικαίαν δυσαρέσκειαν, και εσύστησαν κάκιστα εξ αυτής της
            αρχής τον αγώνα. Εξ αυτής της αρχής ο Υψηλάντης έπεσε
            και εις άλλο ατόπημα. Ήκουσεν ότι πολλά χρήματα της
            Εταιρίας απετέθησαν παρά τω εν Ιασίω τραπεζίτη Παύλω
            Ανδρέου. Διατεινομένου δε τούτου, ότι το άκουσμα ήτο
            ψευδές, διέταξεν ο Υψηλάντης ούτος μεν και ο παραυιός του
            να φυλακισθώσι, τα δε βιβλία του να εξετασθώσι.
            Γενομένης δε της εξετάσεως απεδείχθη το άκουσμα πάντη
            ψευδές. Αλλ' ο Υψηλάντης δεν απεφυλάκισε τους αδίκως
            φυλακισθέντας ειμή επί πληρωμή γροσίων 60000 εις χρήσιν
            του στρατού. Η βία και η αρπαγή αύτη έβαλαν εις
            ανησυχίαν τους πλουσίους της ηγεμονείας και συνήρησαν
            μεγάλως εις την μετ' ολίγας ημέρας συμβάσαν αιφνίδιον
            φυγήν του Ροσνοβάνου και του Στούρτσα Σαντουλάκη, δύο
            των πρωτίστων αρχόντων της Μολδαυίας· ανεκάλυψαν δε και
            την μηδαμινότητα των πόρων του Υψηλάντου και διήγειραν
            πολλάς αμφιβολίας περί της πιστευομένης υποκινήσεως της
            Ρωσσίας, ήτις, αν ενείχετο, δεν θ' άφινε τον Υψηλάντην
            άπορον. Ιδού και άλλο κακόν χείρον των πρώτων. Ο
            Υψηλάντης ήλθε ν' ανοίξη τον ελληνικόν αγώνα εντός ξένων
            τόπων χωρίς να έχη προεσχεδιασμένον τι να πράξη ως προς
            τους εγκατοίκους. Πασίγνωστον είναι, ότι εν ταις
            ηγεμονείαις λαός δεν υπάρχει· υπάρχουν μόνον αυθένται
            και δούλοι· οι δε δούλοι τόσον εξευτελίσθησαν εκ της
            δουλείας, ώστε έχασαν και αυτόν τον πόθον της ελευθερίας.
            Ο Υψηλάντης, αντί να εγκολπωθή την ισχυράν μερίδα, την
            των αρχόντων, και διά της συνδρομής αυτών να ενισχύση
            τον αγώνα, εμελέτησε να καταργήση τα προνόμιά των και να
            κηρύξη πολιτικήν ισότητα, ό εστι, να εφελκύση την
            αγανάκτησιν των δυνατών χωρίς καν να ωφελήση ή να
            προσοικειωθή τους δούλους όντας οποίους τους εδείξαμεν·
            αλλά πεισθείς περί της δεινότητος των αποτελεσμάτων
            τοιαύτης πράξεως παρητήθη και δεν εξέδωκεν ην εμελέτα
            προκήρυξιν, αλλ' εξέδωκεν άλλην την επιούσαν της αφίξεώς
            του, δι' ης, αποτεινόμενος προς τους Μολδαυούς, τοις
            έλεγεν, ότι διέβαινεν απλώς πορευόμενος εις Ελλάδα, όπου
            τον εκάλει η φωνή του λαού δράξαντος τα όπλα κατά του
            τυράννου, και τους εθάρρυνε ν' ασχολώνται αφόβως εις τα
            ειρηνικά έργα των και να υπακούωσι τον ηγεμόνα και τους
            νόμους των· επρόσθετε δε, ότι, άν τινες απελπισμένοι
            Τούρκοι ετόλμων να πατήσωσι το έδαφός των, «Ι σ χ υ ρ ά
            - Δ ύ ν α μ ι ς -   ε υ ρ ί σ κ ε τ ο - ε τ ο ί μ η - δ ι
            ά - ν α - τ ι μ ω ρ ή σ η - τ η ν - τ ό λ μ η ν - τ ω
            ν». Την δε 24 εξέδωκε δύο άλλας προκηρύξεις την μεν προς
            το Πανελλήνιον λέγουσαν προς τοις άλλοις, «Κ ι ν η θ ή τ
            ε, κ α ι - θ έ λ ε τ ε - ι δ ε ί - μ ί α ν -   κ ρ α τ α
            ι ά ν - Δ ύ ν α μ ι ν - ν α - υ π ε ρ α σ π ι σ θ ή - τ
            α - δ ί κ α ι ά - μ α ς», αινιττόμενος την Ρωσσίαν, την
            δε προς τους παρεπιδημούντας Έλληνας. Την αυτήν ημέραν
            κατά προτροπήν αυτού ο αυθέντης Σούτσος, συγκαλέσας το
            συμβούλιον, ανηγγειλεν, ότι ο πρίγκηψ Υψηλάντης διέβαινε
            μόνον απερχόμενος εις Ελλάδα, αλλ' ότι ενδεχόμενον η
            Πύλη οργισθείσα να στείλη στρατεύματα και αφανίση τον
            τόπον· διά τούτο έκρινεν αναγκαίον να ικετεύσωσι την
            προστάτριαν Δύναμιν ίνα μη επιτρέψη εισβολήν. Το
            συμβούλιον έγραψε την προβληθείσαν αναφοράν συστηθείσαν
            και δι' ιδιαιτέρας του ηγεμόνος προς τον διατρίβοντα
            τότε εν Λαϋβάχη αυτοκράτορα Αλέξανδρον, έγραψε προς
            αυτόν και ο Υψηλάντης υποστηρίζων την αίτησιν του κοινού,
            ομολογών, ότι τω όντι ανεδέχθη τον υπέρ της ελευθερίας
            της Ελλάδος αγώνα και εκθέτων τους λόγους. Την δε 26
            εξέδωκε στρατιωτικόν οργανισμόν, καθ' ον επλάττοντο
            στρατηγοί σωματάρχαι, ως τους εκάλει ο οργανισμός,
            στρατηγοί φαλαγγάρχαι, στρατηγοί ταγματάρχαι, χιλίαρχοι,
            συνταγματάρχαι, εκατόνταρχοι και τοιούτοι· έταξε δε εις
            την πρώτην τάξιν τους δύο αδελφούς του και τον
            Καντακουζηνόν, ουδένα εις την δευτέραν, εις την τρίτην
            τον Ορφανόν και τον Δούκαν, και εις τας κατωτέρας
            άλλους. Ετοιμασθείς δε να εκστρατεύση εις Βλαχίαν
            διέταξε και εψάλη την 28 εν τω ναώ των τριών ιεραρχών
            δοξολογία, εν ή παρέστη όλος ο στρατός και αυτός ως
            αρχιστράτηγος. Κατά την τελετήν δε ταύτην ο μητροπολίτης
            τον έζωσε σπάθην ειπών μεγαλοφώνως το προφητικόν λόγιον
            «Περίζωσε την ρομφαίαν σου επί τον μηρόν σου δυνατέ τη
            ωραιότητί σου και τω κάλει σου, και έντεινε και
            κατευοδού και βασίλευε». Ευλόγησε δε και την σημαίαν του
            φέρουσαν ένθεν μεν το σημείον του σταυρού, τα ομοιώματα
            του αγίου Κωνσταντίνου και της αγίας Ελένης και το «εν
            τούτω νίκα»· ένθεν δε τον φοίνικα και το «εκ της κόνεώς
            μου αναγεννώμαι». Όλοι δε ωρκίσθησαν πανδήμως τον υπέρ
            της ελευθερίας της πατρίδος όρκον.

            Ο δε Υψηλάντης, αφ' ού διέτριψεν έξ ημέρας εν Ιασίω, και
            διένειμε χρήματα εις τους στρατιώτας, εξεστράτευσεν εις
            Βουκουρέστι μετά 800 ιππέων προδιατάξας να ετοιμασθώσι
            παντού τροφαί εις χρήσιν δεκακισχιλίων στρατιωτών. Αλλ'
            η εν Ιασίω εξαήμερος διατριβή του ούτε το επιχείρημά του
            εσύστησεν, ούτε αυτόν ύψωσεν εξ αιτίας της αναξίας
            υπαλληλίας του και της κακοηθείας του συρφετώδους
            στρατού, όστις αχαλίνωτος εις τας ορέξεις του έπραττε
            παντός είδους καταχρήσεις ασυστόλως και αφόβως υπό τας
            όψεις του αρχιστρατήγου και εκίνει μέγαν γογγυσμόν· μόνη
            η ιδέα της ρωσσικής υποκινήσεως διεσώζετο και κατείχε
            την γενικήν και δικαίαν αγανάκτησιν. Πολλοί δε των
            κατοίκων της Βλαχίας, μαθόντες ότι τα άτακτα ταύτα
            στρατεύματα μετέβαιναν εκεί, εφοβήθησαν μη πάθωσιν όσα οι
            Μαλδαυοί και έφυγαν. Τούτο μαθών ο Υψηλάντης καθ' οδόν,
            εξέφρασε προς τον μητροπολίτην και τους συγκροτούντας
            την Αρχήν προκρίτους της Βλαχίας την απορίαν του, ως
            διατηρουμένης, κατά το λέγειν του, αυστηράς ευταξίας εν
            Μολδαυία· τοις έστειλε δε, επ' ελπίδι να τους
            καθησυχάση, και τας προς τους Βλάχους προκηρύξεις του εις
            δημοσίευσιν, και τοις έλεγεν ότι η προστατεύουσα τας
            ηγεμονείας μεγάλη Δύναμις θα εμπόδιζε την εισβολήν των
            βαρβάρων· εις πίστωσιν δε τούτου επρόσθετεν, ότι ο
            στρατηγός Βιτγενστέης διετάχθη να φέρη επί των ορίων τα
            εν Βεσσαραβία στρατεύματα, και ότι ουδ' αυτός θα
            διέμενεν εν τη Βλαχία· τους διέταττε δε ετοιμάσωσιν εις
            χρήσιν των μεγάλων δυνάμεών του τροφάς και καταλύματα
            επί της διαβάσεως.

            Μετά επταήμερον δε οδοιπορίαν έφθασεν εις Φωξάνην, πόλιν
            επί των ορίων Μολδαυίας και Βλαχίας, όπου ηύρε τους
            οπλαρχηγούς Αναστάσην Αργυροκαστρίτην και Καραβιάν
            αναμένοντάς τον. Ο τελευταίος ούτος έφερεν εκ Γαλατσίου
            δύο κανόνια και έσυρε κατόπιν του και πολύν όχλον, ον
            οπλίσας διά του παρατυχόντος, και παρατάξας καθ' ην ώραν
            εισήρχετο ο Υψηλάντης εφείλκυσε τόσον την προσοχήν αυτού
            ως άνθρωπος μεγάλης αξιότητος, ώστε ανεδείχθη στρατηγός
            ταγματάρχης (γ). Επτά ημέρας διέμεινεν ο Υψηλάντης εν
            Φωζάνη, καθ' ας κατεγίνετο γυμνάζων κατά την ευρωπαϊκήν
            τάξιν πολλούς νέους, πεπαιδευμένους ως επί το πλείστον
            και αγαθών γονέων, συρρέοντας καθ' ημέραν πολλαχόθεν υπό
            τας σημαίας του, εξ ων συνεκροτήθη τάγμα επονομασθέν
            «ιερός λόχος». Ελέγοντο δε οι ιερολοχίται ούτοι και
            μαυροφορίται, διότι εμελανοφόρουν· έφεραν δε επί του
            πίλου κατά μέτωπον ομοίωμα κρανίου επί δύο κοκκάλων εν
            χιαστώ σχήματι υφ' ο επιγραφή «Ελευθερία ή θάνατος»·
            εφόρουν δε και εθνόσημον τρίχρουν.

Μάρτιος     Εκστρατεύσας ο Υψηλάντης εκ Φωξάνης έφθασε την 16
            μαρτίου εις Βουζέον, πόλιν παρά τον ομώνυμον ποταμόν,
            κακείθεν επροχώρησεν εις Πλοέστι, όπου διέμεινεν ως δέκα
            ημέρας. Την δε 28 εστρατοπέδευσεν εν Κολεντίνη ημιώριον
            από Βουκουρεστίου· ώστε εχρονότριψε καθ' οδόν από Ιασίου
            εις Κολεντίναν τέσσαρας εβδομάδας. Η τόση χρονοτριβή
            καθ' ους καιρούς η ταχύτης συντελεί τα μέγιστα εις
            πρόοδον τοιούτων τολμημάτων, επήγασε κυρίως εξ όσων
            ελάμβανεν επί της οδοιπορίας του μυστικών ειδήσεων, ότι ο
            μεν Βλαδιμιρέσκος εμελέτα κατ' αυτού επιβουλήν, ο δε
            Σάββας εκλονίζετο· διά τούτο οδοιπορών εταλαντεύετο αν
            έπρεπε να υπάγη εις Βουκουρέστι, όπου ήσαν ο
            Βλαδιμιρέσκος και ο Σάββας έχοντες ικανάς δυνάμεις ή να
            στρατοπεδεύση εν Τυργοβίστω, αρχαία μητροπόλει της
            ηγεμονείας.

            Το Βουκουρέστι έκειτο υπό στρατιωτικήν μάστιγα καθ' ον
            καιρόν προσήγγισεν ο Υψηλάντης· διά τούτο οι κάτοικοι
            εχάρησαν επί τω ερχομώ του ελπίζοντες ανακούφισιν των
            δεινών, οι δε σημαντικώτεροι των εναπομεινάντων
            αρχόντων, εν οις και ο μητροπολίτης, υπήγαν εις
            προϋπάντησίν του παρακαλούντές τον να έμβη εις την πόλιν,
            αλλά δεν εισηκούσθησαν δι' ας συνέλαβεν υποψίας. Εκ δε
            των οπλαρχηγών ο μεν Γιωργάκης προϋπήντησε τον Υψηλάντην
            κατά την Μενζίλην, τον συνώδευσεν εις Κολεντίναν και
            διέμεινε παρ' αυτώ και υπό τας διαταγάς του μετά των
            στρατιωτών του· ο δε Βλαδιμιρέσκο και ο Σάββας δεν
            προσήλθαν ουδ' αφ' ού έφθασεν εις Κολεντίναν. Την δε
            επαύριον εστάλη προς τον Σάββαν ο εξ απορρήτω του
            Υψηλάντου Λασσάνης εις γνώσιν της αιτίας. Ο Σάββας
            υπεκρίθη κατ' αρχάς τον άρρωστον, αλλ' αναγκασθείς να
            εξηγηθή σαφέστερον ωμολόγησεν, ότι το κίνημα του
            πρίγκηπος δεν ήτον οποίον εφημίζετο, ότι επί τη
            βεβαιώσει ρωσσικής συμπράξεως ανεδέχθησαν όλοι τον αγώνα,
            ότι παρήλθαν πέντε εβδομάδες αφ' ού ο πρίγκηψ επέρασε
            τον Προύθον, και ρωσσική σύμπραξις δεν εφάνη, ότι
            έβλεπεν άφευκτον τον αφανισμόν των δύο ηγεμονειών και
            τον παντελή όλεθρον των πρωταγωνιστών, και ότι εδίσταζε
            περί του πρακτέου. Ο Λασσάνης επροσπάθησε να τον θαρρύνη
            ειπών, ότι αι ελπίδες της ρωσσικής συμπράξεως ήσαν
            βάσιμοι, αλλ' η ώρα δεν ήλθε, διότι δεν εισέβαλαν εις τας
            ηγεμονείας τουρκικά στρατεύματα, ώστε να λάβωσιν εντεύθεν
            αφορμήν να εσβάλωσι και ρωσσικά. Διά τούτων και τοιούτων
            λόγων έφερε τον Σάββαν ο Λασσάνης προς τον Υψηλάντην,
            όστις τον εδέχθη φιλοφρονέστατα και υπεστήριξε και αυτός
            τας δοθείσας αυτώ ελπίδας. Γενομένου δε λόγου περί του
            Βλαδιμιρέσκου, ο Υψηλάντης εξεμυστηρεύθη όσας υποψίας
            συνέλαβε κατ' αυτού, προσθέσας, ότι δις υπήγεν ο
            Γεωργάκης να τον φέρη εις Κολεντίναν και απέτυχε. Ο
            Σάββας ανεδέχθη να τον πείση, και τω όντι το κατώρθωσε
            μείνας εν τω στρατοπέδω του Βλαδιμιρέσκου εις ασφάλειαν
            αυτού μέχρι της επανόδου του. Ο δε Βλαδιμιρέσκος,
            παραστάς ενώπιον του Υψηλάντου, υπεκρίθη τελείαν
            αφοσίωσιν εις αυτόν και ζήλον προς τον αγώνα· εξέφρασε
            δε επιθυμίαν να μείνη αυτός ως οπισθοφυλακή εν Βλαχία, ο
            δε Υψηλάντης να μεταβή εις Βουλγαρίαν, ως προεσχεδιάσθη·
            επέμενε δε τόσω μάλλον εις το να προχωρήση ο Υψηλάντης
            όσον τάχιον, καθ' όσον είχεν έλθει είδησις, ότι η
            Βουλγαρία ετοίμη ήτο να δράξη τα όπλα επί τω εμφανισμώ
            αυτού, και ότι επί τω σκοπώ τούτω εστάλη εκείθεν και
            έφθασεν ήδη εις την επί του Δουνάβεως αντικρύ του
            Σιστόβου Ζέμνιτσαν ο Χρίστος Πάγκας, είς των οπλαρχηγών
            της Βουλγαρίας μετά 400 στρατιωτών και των εις περαίωσιν
            του στρατού αναγκαίων πλοιαρίων. Αλλ' οι λόγοι του
            Βλαδιμιρέσκου δεν ίσχυσαν· και αυτός μεν επανήλθεν
            αβλαβής εις τα ίδια, ο δε Σάββας απελύθη ευφημούμενος
            διά τον ζήλον του.

            Όσον δε το σχέδιον του Υψηλάντου ήτον εξ αρχής σαθρόν
            τόσον η θέσις του καθίστατο καθ' ημέραν κινδυνωδεστέρα.
            Συνέρρευσαν υπό τας σημαίας του και καθ' οδόν και εν
            Κολεντίνη πολλοί ένοπλοι, και ελογίζοντο όλοι
            τρισχίλιοι· αλλ' άτακτοι εν γένει και καταχρασταί· και
            έχοντες υπ' όψιν το σκανδαλώδες παράδειγμα των πλείστων
            οπλαρχηγών, ων τα εν Βλαχία αθεμιτουργήματα υπερέβησαν
            και αυτά τα εν Μολδαυία, εγίνοντο ημέρα τη ημέρα έτι
            μάλλον ακράτητοι. Μεταξύ δε των τριών οπλαρχηγών, των
            εχόντων και επιρροήν και ικανότητα και τα ανδρειότερα
            και πολυπληθέστερα σώματα, πιστός ήτο και πιστός
            διέμεινε μέχρι τέλους ο Γεωργάκης, αλλ' ο Σάββας και ο
            Βλαδιμιρέσκος ήσαν επίβουλοι και προδόται. Οι εντόπιοι
            όλοι ηχθρεύοντο τον Υψηλάντην, διότι ο αγών ήτον επ'
            ωφελεία ξένης γης και επί φθορά της πατρίδος των· πάσα
            δε ηθική δύναμις, εξ όσων έβλεπαν και έπασχαν,
            εξέλειψεν· ώστε η τελεία καταστροφή του αγώνος εφαίνετο
            άφευκτος επερχομένης εχθρικής δυνάμεως.

            Τοιαύτα ήσαν τα κατά την Βλαχομολδαυίαν αρχομένου του
            απριλίου. Ερχόμεθα τώρα να θεωρήσωμεν και τα κατά την
            Ελλάδα.



            1821

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ'



            &Έποψις της Πελοποννήσου και κατάστασις αυτής επί των
            παραμονών της επαναστάσεως. _Έλευσις κι απέλευσις του
            Χουρσίδ Πασά και χαρακτηρισμός αυτού.&

            ΚΑΘ' όλα τα μέρη της ελληνικής γης ο αριθμός των εντοπίων
            Χριστιανών ήτον ανώτερος του αριθμού των εντοπίων
            Τούρκων. Αλλ' η Πελοπόννησος είχε και ιδιαίτερα
            πλεονεκτήματα· περιείχε χριστιανικόν λαόν
            πολυπληθέστερον, ευπορώτερον, εμπορικώτερον και
            βιομηχανώτερον αναλόγως των άλλων λαών της στερεάς
            Ελλάδος, διότι και ο τουρκικός ζυγός ήτον ελαφρότερος.
            Οι στελλόμενοι εις Πελοπόννησον ηγεμόνες συχνάκις
            αλληλοδιεδέχοντο, και ως εκ τούτου η επί του τόπου ισχύς
            των πολλή δεν ήτον· εφορευόμενοι δε υπό των διατριβόντων
            εν τη βασιλευούση αντιπροσώπων της Πελοποννήσου,
            εσυστέλλοντο έτι μάλλον εν ταις κακοεργίαις των. Οι
            αρχιερείς και οι προεστώτες είχαν μεγάλην επιρροήν επί
            των ομοπίστων αυτών· και ως εκ τούτου ήσαν ισχυροί παρά
            τη εξουσία· συνήρχοντο δε περί κοινών υποθέσεων εις την
            πρωτεύουσαν της Πελοποννήσου δις του έτους,
            συνενισχυόμενοι ενώπιον της τουρκικής εξουσίας. Αν και
            γενικώς οι λαοί της Πελοποννήσου, καταγινόμενοι εις
            ειρηνικά έργα, δεν ήσαν μάχιμοι, διέπρεπαν όμως μεταξύ
            αυτών άνδρες εκ της τάξεως των κλεπτών φημιζόμενοι επ'
            ανδρία και πολεμική εμπειρία. Έζη και λαός προς
            μεσημβρινήν άκραν αυτής διασώσας πολλά λείψανα της
            σπαρτιατικής καταγωγής του. Επιτηδειοτάτη εις αμυντικόν
            πόλεμον είναι η γεωγραφική θέσις της. Θαλασσοτείχιστος η
            χώρα αύτη παρέχει μόνον τον στενόν Ισθμόν εις εισβολήν
            εχθρικών στρατευμάτων, αλλά και αυτόν βουνώδη προς την
            Μεγαρίδα και δυσπρόσιτον. Βουνώδη και δυσπρόσιτα είναι
            και πάμπολλα εντός αυτής μέρη. Τα μεταξύ Κορίνθου και
            Άργους στενά τα κοινώς λεγόμενα Δερβενάκια και το
            Αγιονόρι, το μεταξύ Άργους και Τριπολιτσάς Παρθένι, το
            μεταξύ Τριπολιτσάς και Καλαμάτας Μακρυπλάγι, το μεταξύ
            Αρκαδίας και Πύργου Κλειδί, τα μεταξύ Κορίνθου και
            Βοστίτσης στενά της Ακράτας, τα μεταξύ Πατρών και
            Βοστίτσης Σελλά, ο διατέμνων την Μάνην Ταΰγετος και τόσαι
            άλλαι ορειναί και δύσβατοι θέσεις είναι ευϋπεράσπιστοι,
            και δι' ολίγων επιτηδειόταται εις παρεμπόδισιν της από
            τόπου εις τόπον μεταβάσεως πολλών· φρουρείται δε η
            χερσόνησος αύτη υπό μεγάλων προμαχώνων, ένθεν μεν της
            στερεάς Ελλάδος, ένθεν δε των ναυτικών νήσων και της
            Κρήτης· βοηθείται και υπό της παραλίου περιφερείας της
            εις εισαγωγήν άλλοθεν των αναγκαίων. Όλα ταύτα
            ανεδείκνυαν την Πελοπόννησον, ην δικαίως θεωρεί ο
            Στράβων ακρόπολιν όλης της Ελλάδος, την καταλληλοτέραν
            και ασφαλεστέραν βάσιν του μελετωμένου επαναστατικού
            κινήματος.

            Δύο ήσαν αι εν αυτή εστίαι της επαναστάσεως, η Αχαΐα και
            η Μάνη· εκείνη μεν πολιτική, αύτη δε πολεμική.

            Η πόλις των Πατρών ήκμαζεν υπέρ πάσαν άλλην της
            Πελοποννήσου διά το εμπόριον και το πολύτιμον προϊόν της
            σταφίδος· ευρωπάιζε δε και υπέρ τας άλλας διά την συχνήν
            μετά τινων παραθαλασσίων της Ευρώπης πόλεων εξ αιτίας
            του εμπορίου επιμιξίαν, και διά την εν αυτή διαμονήν
            προξένων ισχυόντων παρά ταις τουρκικαίς Αρχαίς και πολλάς
            σχέσεις προς τους εντοπίους εχόντων· είχε και φιλομούσους
            και φιλοκάλους πολίτας Χριστιανούς και ημέρους πολίτας
            Τούρκους. Τρεις πολιτικοί άνδρες της Αχαΐας, ο Π. Πατρών
            Γερμανός, ο Ανδρέας Ζαήμης προεστώς των Καλαβρύτων, και
            ο Ανδρέας Λόντος προεστώς της Βοστίτσης, ήσαν ειλικρινώς
            συνδεδεμένοι πριν έτι γνωσθώσιν εν Πελοποννήσω τα της
            Εταιρίας. Οι συνετοί δε και φιλοπάτριδες ούτοι άνδρες εν
            πολλή όντες υπολήψει, ίσχυαν εξ αιτίας του δεσμού των
            και της αξίας των και παρά τοις τοπικοίς συμβουλίοις και
            παρά τοις γενικοίς· έμειναν δε μέχρι τέλους ζωής, εν
            μέσω τόσων πολιτικών και πολεμικών περιπετειών του
            αγώνος, πιστοί προς αλλήλους πολιτευόμενοι πάντοτε την
            αυτήν πολιτικήν. Η υπόληψις των τριών τούτων ανδρών
            συνέτεινεν όχι ολίγον εις το να κατασταθή η πόλις των
            Πατρών πολιτικόν κέντρον της Πελοποννήσου.

            Η Μάνη, εξ αιτίας της ορεινής θέσεως και της ακαρπίας της
            γης, δεν έπεσεν εις τας αυτάς πολιτικάς περιπετείας,
            ούτε διήγειρε την φιλοδοξίαν και την πλεονεξίαν των
            δορυκτητόρων, ως η λοιπή Πελοπόννησος. Ο λαός της,
            πτωχός ως ο τόπος ον κατοικεί, αφιλέμπορος, αβιομήχανος,
            άθικτος, και ζων εν σκληραγωγίαις και τη χρήσει των
            όπλων, εθήρευε πολλάκις τα προς το ζην δι' αρπαγών κατά
            γην και κατά θάλασσαν. Ούτε Αρχήν τουρκικήν, ούτε
            κατοίκους Τούρκους είχε ποτε η Μάνη· απελάμβανε δε πλήρη
            αυτονομίαν υπό την κυριαρχίαν του κατά καιρούς
            καπητάμπασα επί ετησίω φόρω, σπανίως και αυτώ
            αποδιδομένω, τεσσάρων μεν χιλιάδων γροσίων κατ' αρχάς,
            δεκαπέντε δε μετά ταύτα. Είχεν επτά αρχιερείς· και
            αρχήθεν μεν διηρείτο εις οκτώ καπητανάτα, έπειτα δε εις
            ένδεκα· πας δε καπητάνος ήτο σχεδόν ανεξάρτητος, και
            διεδέχετο ως επί το πλείστον την αξίαν του ο κληρονόμος
            του· ανεδεικνύετο δε είς εξ αυτών ανώτερος των άλλων,
            παρ' αυτών μεν κατ' αρχάς, φέρων τον τίτλον Μπας -
            καπητάνος, μετά δε το 1770 παρά του κατά καιρούς
            καπητάμπασα υπό τον τίλον Μπας - μπογούς, αλλ' έκτοτε
            κοινώς προσαγορευόμενος «Μανιατμπέης»· δικαίως δε
            εθεωρείτο ο τόπος διά τα πλεονεκτήματα του πολεμικόν
            κέντρον της Πελοποννήσου· επρόκειτο δε να κινηθώσιν οι
            κάτοικοί του προ των άλλων, διότι εις εκείνους απέβλεπαν
            κυρίως οι λοιποί λαοί της Πελοποννήσου διά την φήμην της
            ανδρίας των. Αλλ' η Αρχή της Εταιρίας, καί τοι θεωρούσα
            και αύτη τον τόπον τούτον εστίαν της επαναστάσεως, ούτε
            όπλα, ούτε τροφάς, ούτε πολεμεφόδια, ούτε χρήματα
            εναπεταμίευσεν, αλλ' έστειλε μόνον κατηχητάς και έδωκεν
            υποσχέσεις (α).

            Τον δε νοέμβριον του αυτού έτους κατέβη εις την
            Πελοπόννησον ως ηγεμών αυτής ο Χουρσήδπασας, άνθρωπος
            μεγαλοπρεπής ως σουλτάνος, σκληροκάρδιος, πολυδάπανος ως
            ουδείς άλλος των ηγεμόνων της Πελοποννήσου και τρόμον
            τοις υπ' αυτόν εμπνέων (β)· διέπρεψε δε και επί των
            λαμπροτέρων υπουργιών του οθωμανικού κράτους και
            υπηρέτησε και ως μέγας βεζίρης· εστάλη δε εις την
            Πελοπόννησον κυρίως προς παρατήρησιν της πολιτικής
            καταστάσεως του τόπου και του πνεύματος των κατοίκων,
            και διετάχθη, αν εύρισκεν αφορμήν να υποπτεύση ότι
            εμελετάτο τι κατά του κράτους, να ενεργήση τρία τινά·
            την αφόπλισιν των Χριστιανών, την μετάπεμψιν εις
            Τριπολιτσάν των αρχιερέων και προεστώτων και την
            εισαγωγήν εις την Πελοπόννησον στρατευμάτων προς
            ενίσχυσιν της εξουσίας. Πολλά εθρυλλούντο κατά των
            Χριστιανών ότε έφθασεν ο Χουρσήδης εις την Πελοπόννησον·
            αλλ' αυτός ούτε πίστιν ούτε προσοχήν πολλήν έδωκε· και
            εκ τούτου φαίνεται, ότι η Πύλη είχε μέχρι τούδε απλάς
            μόνον υποψίας, αποδίδουσα ίσως και αύτη την φαινομένην
            ανησυχίαν και κίνησιν των ελληνικών πνευμάτων εις τας
            ραδιουργίας του αποστάτου Αλήπασα. Αλλ' ο άγριος
            χαρακτήρ του νέου τούτου ηγεμόνος, η αιμοβόρος διάθεσίς
            του και η δραστηριότης του διέσπειραν τόσον φόβον, ώστε
            η Πελοπόννησος ή δεν θα εκινείτο καθ' όλην την διάρκειαν
            της ηγεμονίας του, ή, αν εκινείτο, θ' απετύγχανεν
            αφεύκτως παρόντος αυτού. Αλλ' η Πύλη, δυσαρεστηθείσα επί
            τη διαγωγή του αρχηγού της κατά του Αλή εκστρατείας,
            ανέθεσε την αρχιστρατηγίαν εκείνην εις τον Χουρσήδην,
            όστις εξήλθε της Πελοποννήσου ολίγας εβδομάδας αφ' ού
            εισήλθεν. Εκλήθη εις την ηγεμονίαν ο οικείος του Κιοσέ
            Μεχμέτπασας, αλλά και αυτός συνηκολούθησε τον Χουρσήδην,
            ώστε η ηγεμονεία έμεινεν υπό διοίκησιν ανθηγεμόνος, του
            Μεχμέτ - Σαλήχαγα, μήτε πολλήν ικανότητα έχοντος, μήτε
            την προσήκουσαν συστολήν εμπνέοντος. Τόσον δε ανύποπτοι
            ήσαν προς όσα συνέβησαν μετ' ολίγον εν Πελοποννήσω και ο
            Χουρσήδης και ο Μεχμέτης, ώστε αμφότεροι αφήκαν εν
            Τριπολιτσά και τας γυναίκας και τα πλούτη των ως εν τόπω
            ασφαλεί και ησύχω· θέλοντες δε να καθησυχάσωσι τα
            πνεύματα των εντοπίων Τούρκων, υποπτευόντων και
            φοβουμένων, απέστειλαν εις Πελοπόννησον μετά την έξοδόν
            των χιλίους στρατιώτας προς ενίσχυσιν της εξουσίας και
            ματαίωσιν ενδεχομένου ανιαρού συναντήματος. Τοιουτοτρόπως
            η Πελοπόννησος ηλευθερώθη του Χουρσήδη, και οι
            Χριστιανοί ανέπνευσαν. Αλλ' οι εντόπιοι Τούρκοι ήσαν
            πάντοτε έμφοβοι, σχεδιάζοντες πώς να ματαιώσωσι τας
            βουλάς των Ελλήνων· εφοβούντο δε προ παντός άλλου τους
            λεγομένους κλέπτας, ων εσώζοντο λείψανα εν Πελοποννήσω·
            διά τούτο ηξεύροντες, ότι ο ποτέ κλέπτης Αναγνωσταράς
            είχεν εισέλθει πρό τινος καιρού κρυφίως εις
            Πελοπόννησον, και ότι υπενήργει τι εν ταις μεσσηνιακαίς
            επαρχίαις, βουλήν έβαλαν ή να τον συλλάβωσιν ή να τον
            φέρωσιν εις Τριπολιτσάν διά φιλικών τρόπων, αλλ'
            απέτυχαν. Βουλήν έβαλαν να συλλάβωσι και τους τήδε
            κακείσε ολίγους άλλους καπητάνους, ως τους Κουμανιώτας
            και τους Πετμεζάδας· και διαδόσαντες επιτηδείως και
            πανούργως ότι τινές των αγάδων του Λάλα, απειθήσαντες
            εις τας διαταγάς της εξουσίας, εξωπλίσθησαν, διέταξαν
            τους ρηθέντας να επιστρατεύσωσιν επί μισθώ, σκοπόν
            έχοντες να τους συλλάβωσιν απροφυλάκτους ή να τους
            δολοφονήσωσιν. Αλλ' οι επιβουλευόμενοι δεν επαγιδεύθησαν.
            Η απείθεια και η προφύλαξις των Ελλήνων ανησύχαζαν έτι
            μάλλον τους Τούρκους· αλλ' ό,τι υπερηύξησε την ανησυχίαν
            των ήτο το εξής.

            Ο μέχρι θανάτου καταδιωκόμενος υπό της τουρκικής εξουσίας
            Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, και καταφυγών προ πολλών ετών εις
            Επτάννησον, ήλθε την 6 Ιανουαρίου εις την Μάνην την
            γενναίως και φιλοφρόνως τους καταδιωκομένους ομογενείς
            και ομοπίστους αείποτε δεχομένην. Η είδησις του ερχομού
            του κατά τας περιστάσεις εκείνας εφάνη τρανόν προμήνυμα
            ταραχών, και η τουρκική εξουσία ηρώτησε τον Μαυρομιχάλην
            περί αυτού και τον παρεκίνησε να τον συλλάβη ή αποδιώξη
            ως κακεντρεχή και επικίνδυνον, αλλ' ουδέν κατώρθωσε, και
            ο Κολοκοτρώνης καθήμενος εκεί άφοβος μέχρις ου εξερράγη η
            επανάστασις δεν έπαυεν ανταποκρινόμενος μετά των εν
            Πελοποννήσω οικείων του, και προδιαθέτων αυτούς εις το
            να δράξωσι τα όπλα την 25 μαρτίου, καθ' ην, ως
            προεσχεδιάσθη, θα εκινείτο η Μάνη προ των άλλων επαρχιών
            της Πελοποννήσου εις εμψύχωσιν και παράδειγμα αυτών.
            Αλλ' όσον παρήρχοντο αι ημέραι, τόσον το πράγμα εγίνετο
            σπουδαιότερον· δεν έλειπαν δε και περιστάσεις εις αύξησιν
            των υποψιών των Τούρκων, και η ακόλουθος όχι ολίγον τους
            ετάραξε.

            Διάφοροι νερόμυλοι ήσαν προ πολλών ετών κατηδαφισμένοι εν
            Δημιτσάνη, κωμοπόλει της Καρυταίνης. Οι αδελφοί
            Σπηλιωτόπουλοι ανήγειράν τινας, και φέροντες άλλοθεν
            ύλην ήρχισαν να κατασκευάζωσι κρυφίως πυρίτιδα.
            Ανεκάλυψε τούτο η τουρκική Αρχή της Καρυταίνης αρχομένου
            του Φεβρουαρίου, κατεταράχθη, επάτησε τα ύποπτα μέρη, εν
            οις, αν δεν ηύρε πυρίτιδα, ηύρε τα εις κατασκευήν της,
            και ανέφερε τα πάντα εις τον εν Τριπολιτσά ανθηγεμόνα,
            όστις διέταξε και κατεδαφίσθησαν οι ανεγερθέντες ύποπτοι
            μύλοι.

            Η τουρκική Αρχή, οσάκις συνελάμβανε πολιτικάς υποψίας
            συνείθιζε ν' ασφαλίζεται λαμβάνουσα ομήρους· εν τη
            παρούση όμως περιστάσει φοβηθείσα την παρακοήν των
            Χριστιανών ηρκέσθη εις την υπ' άλλην πρόφασιν κλήσιν εις
            Τριπολιτσάν εν πρώτοις μεν των προεστώτων, έπειτα δε και
            των αρχιερέων προσκαλουμένων συνήθως οσάκις ή πόλεμος
            εξωτερικός επέκειτο ή εσωτερικαί ταραχαί ανεφύοντο.
            Σκοπός δε της εξουσίας ήτο μηδενός να επιτρέψη την
            έξοδον και να ματαιώση τοιουτοτρόπως ό,τι ετεκταίνετο. Η
            συγκάλεσις αύτη κατεθορύβησεν όλους συνειδότας την
            ενοχήν και εικάζοντας την αιτίαν. Μέχρι τινός αμφίβαλλαν
            περί του πρακτέου· είχαν υπ' όψιν την απόφασιν της εν
            Βοστίτση συνελεύσεως του να μη υπάγωσιν εις Τριπολιτσάν
            προφασιζόμενοι άλλ' αντ' άλλων· αλλ' εσυλλογίζοντο εν
            ταυτώ ότι, αν παρήκουαν, έσχιζαν το προσωπείον, και
            ώφειλαν να οπλισθώσιν αμυνόμενοι, καί τοι ανέτοιμοι,
            ανεφοδίαστοι, διεσκορπισμένοι εν ταις επαρχίαις και μήτε
            καν να συννοηθώσι δυνάμενοι διά τους εις σύλληψιν
            αποστόλων ή γραμμάτων παραφυλάττοντας Τούρκους, διά τούτο
            νομίσαντες αδύνατον ή ολεθρίαν την αντίστασιν, απεφάσισαν
            να υπακούσωσιν, ελπίζοντες διά του εμφανισμού των να
            εμπνεύσωσι θάρρος και διασκεδάσωσι τας υποψίας. Ήγγιζε
            δε και το Πάσχα, καθ' ό επανήρχοντο συνήθως εις τα ίδια,
            ώστε ήλπιζαν και διά ταύτην την αιτίαν να μη μείνωσιν εν
            Τριπολιτσά ειμή ολίγας ημέρας. Οι Τούρκοι ηθέλησαν να
            λάβωσι τα πιστά και παρά της Μάνης, ην υπέρ πάσαν άλλην
            επαρχίαν υπώπτευαν αλλ' η Μάνη δεν εκρέματο από της
            τουρκικής Αρχής της Πελοποννήσου· διά τούτο ο Πετρόμπεης
            παρηγγέλθη περιποιητικώ τω τρόπω ν' αναβή και αυτός ως
            πιστός υπήκοος εις Τριπολιτσάν προς διασκέδασιν διά της
            παρουσίας του των προς βλάβην αυτού και του τόπου του
            φημιζομένων. Ο Πετρόμπεης απεποιήθη ευσχήμως ν' απέλθη,
            αλλ' έστειλε λήγοντος του φεβρουαρίου ένα των υιών του,
            τον Αναστάσην, και ένα των ανεψιών του, τον Πανάγον
            Πικουλάκην (β), ων η εν Τριπολιτσά παρουσία ενέπνευσε
            μέγα θάρρος. Το θάρρος τούτο ηύξησεν έτι μάλλον η
            κατόπιν αλληλοδιάδοχος είσοδος αρχιερέων και προεστώτων,
            υποκρινομένων όλων ότι τα πάντα ήσαν ραδιουργίαι του Καρά
            - Αλή.

            Ουδεμία επαρχία ήτο τόσον τεταραγμένη όσον η των Πατρών.
            Τούρκοι και Χριστιανοί υπέβλεπαν και παρετήρουν
            αλλήλους. Λόγοι απειλητικοί παρ' εκείνων και ύποπτοι
            παρά τούτων ελέγοντο συχνάκις, και το παν προεμήνυε
            ταχείαν και βαρείαν ρήξιν· και άλλοι μεν των Πατρίων
            Χριστιανών μετέφεραν τα φίλτατά των εις τα χωρία, άλλοι
            δε τα διεβίβαζαν εις την Επτάννησον. Οι δε Τούρκοι,
            περιφερόμενοι ένοπλοι, τους εμπόδιζαν, και εντεύθεν
            συνέβαιναν λογοτριβαί και συγχύσεις. Ανίκανος ο Π.
            Πατρών να καθησυχάση τους τεταραγμένους Τούρκους, και
            φοβούμενος ρήξιν ανετοίμων των Ελλήνων έτι όντων,
            εκάλεσε τον εν Βοστίτση φίλον του Λόντον εις σύσκεψιν
            και την επαύριον της αφίξεώς του επεσκέφθησαν αμφότεροι
            τον διοικητήν των Πατρών Σεκήραγαν, εντόπιον, και ηύραν
            παρ' αυτώ πλήρη συνέλευσιν των εντοπίων αγάδων
            σκεπτομένων περί των πραγμάτων. Ο Λόντος ενόησεν ότι οι
            Τούρκοι ήσαν μάλλον φοβισμένοι ή ωργισμένοι· διά τούτο
            τοις ελάλησε θαρραλέως. «Αγάδες», τοις είπεν,
            «επανάστασις των ραγιάδων δεν γίνεται χωρίς να θέλωμεν
            ημείς, οι πρόκριτοι· και ημείς, χάρις εις τον
            μεγαλοδύναμον Θεόν και εις τον πολυεύσπλαγχνον αυθέντην
            μας, είμεθα πλούσιοι και κτηματίαι ως και σεις. Ημείς
            ενθυμούμεθα ότι έμειναν γυμνοί και πεινώντες οι
            αποστατήσαντες πρό τινων ετών πατέρες μας, και δεν
            επιθυμούμεν να πάθωμεν τα αυτά. Έπειτα τότε ήκμαζεν ο
            προς την υψηλήν Πύλην ρωσσικός πόλεμος, σήμερον εξ
            εναντίας είναι παντού βαθεία ειρήνη και καταδίωξις των
            αποστατούντων. Ο αποστάτης Αλής, Αγάδες, κινεί τας
            ταραχάς, και σεις, χρεωστώ να είπω, τας υποθερμαίνετε
            δι' ων πράττετε, αν και εν αγνοία. Ιδού, εσκορπίσθη ο
            ραγιάς· πώς θα πραγματοποιηθή η είσπραξις των βασιλικών
            εισοδημάτων; Αν δεν αλλάξετε διαγωγήν, ημείς οι
            προεστώτες δεν εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου· και
            επειδή χρεωστούμεν και ημείς λόγον τη υψηλή Πύλη περί
            τούτου, ίσως αναγκασθώμεν ν' απολογηθώμεν κατ' ευθείαν
            και να φανερώσωμεν τους αιτίους».

            Οι Τούρκοι όχι μόνον δεν ωργίσθησαν ακούσαντες τους
            αποτόμους τούτους λόγους εκ στόματος ραγιά, αλλά και
            εζήτησαν ευμενώς τας συμβουλάς αυτού. «Αγάδες»,
            επανέλαβεν ο Λόντος, «μη περιφέρεσθε ένοπλοι· αφήσατε
            τους ραγιάδας ελευθέρους να μεταφέρωσι τας οικογενείας
            και τα πράγματά των όπου ευαρεστούνται, και ημείς σας
            εγγυώμεθα την ησυχίαν του τόπου, και σας προσφέρομεν και
            πάσαν συνδρομή εις την είσπραξιν των βασιλικών
            εισοδημάτων, κινδυνευόντων να χαθώσιν». Οι Τούρκοι
            εισήκουσαν τους λόγους του Λόντου, και εφάνησαν
            ανυποπτότεροι μαθόντες μετ' ολίγον, ότι αρχιερείς και
            προεστώτες άλλων μερών της Πελοποννήσου απήρχοντο
            πρόθυμοι εις Τριπολιτσάν, και ότι και οι της Αχαΐας
            εμελέτων και αυτοί ν' απέλθωσι. Τω όντι και ο Π. Πατρών
            και ο Λόντος εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν, αφ' ού
            έμαθαν ότι απήρχοντο εκεί οι άλλοι, και ανέβησαν και εις
            Καλάβρυτα· αλλά συσκεφθέντες μετά του αρχιερέως και των
            προεστώτων της επαρχίας εκείνης, δεν ηύραν εύλογον να
            υπακούσωσι την πρόσκλησιν της εξουσίας, διότι οι σκοποί
            της εφαίνοντο ολέθριοι. Εφρόνουν δε ότι η παρακοή των θα
            ωφέλει μάλλον ή θα έβλαπτε και τους ήδη προαπελθόντας,
            διότι θα εσυστέλλοντο οι Τούρκοι, εν όσω έμεναν ούτοι
            έξω, να κακοποιήσωσι τους έσω, φοβούμενοι δικαίως μη
            τους ερεθίσωσι, και συμβή ό,τι επροσπάθουν να
            εμποδίσωσιν. Επεθύμουν δε να λάβωσι και τας έξωθεν
            απαντήσεις, ως προεσχεδιάσθη, και να πράξωσιν έπειτα ό,τι
            θα τοις υπηγόρευεν η περίστασις· αλλά δεν ήθελαν και να
            σχίσωσιν εισέτι το προσωπείον· όθεν εμεθοδεύθησαν το
            ακόλουθον τέχνασμα. Έπλασαν επιστολήν ανώνυμον ως
            στελλομένην προς αυτούς παρά τινος των εν Τριπολιτσά
            Τούρκων φίλων των και λέγουσαν, ότι θάνατος τους
            ανέμενεν εν Τριπολιτσά, καθώς θάνατος ανέμενε και τους
            προεισελθόντας· διέταξαν δε τον κομιστήν να προπορευθή
            κρυφίως κατά την οδόν της Τριπολιτσάς, και επανέλθη εις
            απάντησίν των ως ερχόμενος εκ της πόλεως εκείνης. Ταύτα
            προετοιμάσαντες απεχαιρέτησαν τον διοικητήν των
            Καλαβρύτων, συμπαρέλαβαν δύο τρεις Τούρκους και
            ανεχώρησαν την 9 μαρτίου ως εις Τριπολιτσάν· ήσαν δε ο
            Π. Πατρών, ο επίσκοπος Κερνίτσης Προκόπιος, ο Ζαήμης, ο
            Χαραλάμπης, ο Λόντος, ο Φωτίλας και ο Θεοχαρόπουλος. Αφ'
            ού δε επλησίασαν ταις Κατσάναις απήντησαν, ως
            προεσχεδιάσθη, τον επιστολιοφόρον και έλαβαν την
            επιστολήν παρόντων των συνακολουθούντων Τούρκων, ην
            αναγνώσαντες εις επήκοον πάντων, υπεκρίθησαν ότι
            ηγανάκτησαν και υπήγαν όλοι ομού εις Καρνέσι· εκείθεν
            ανήγγειλαν τοις εν Τριπολιτσά και τω διοικητή των
            Καλαβρύτων όσα τοις εκοινοποιήθησαν καθ' οδόν,
            παραπονούμενοι διά την προς αυτούς άδικον απιστίαν των
            αγάδων, και ζητούντες άδειαν να μένωσιν εν ταις
            επαρχίαις των ως φοβούμενοι, έτοιμοι πάντοτε να
            εκτελέσωσιν όσα κοινή γνώμη των συνελθόντων θ'
            απεφασίζοντο εν Τριπολιτσά. Την δ' επιούσαν μετέβησαν
            εις την μονήν της Αγίας Λαύρας (γ), και απέστειλαν εις
            Κωνσταντινούπολιν καλόγηρον φαίροντα προς τον πατριάρχην
            γράμματα εις καθησύχασιν της Πύλης, αν τυχόν διεβάλλοντο
            παρά των εν Πελοποννήσω τουρκικών Αρχών ως απειθείς και
            κακά βουλευόμενοι. Διά του αυτού γραμματοκομιστού
            εκοίνωσαν και τοις εφόροις της Εταιρίας την αληθή
            κατάστασιν των πραγμάτων αιτούμενοι τας οδηγίας των.
            Λαβόντες οι εν Τριπολιτσά αγάδες τα προς αυτούς γράμματα
            των Αχαιών δεν τα εξέλαβαν ως απατηλά, και
            κατεταράχθησαν, ζητούντες να μάθωσι τις εφόβησε τους
            γράψαντες, υποθέτοντες ότι ήτο Τούρκος. Εν τούτοις εστάλη
            προς αυτούς διατρίβοντας εν τη αγία Λαύρα απάντησις των
            αγάδων, των αρχιερέων και των προεστώτων λέγουσα ότι
            ήσαν όλα ψευδή, και θαρρύνουσα αυτούς να σπεύσωσιν εις
            Τριπολιτσάν ανυπόπτως. Αυτά ταύτα τους έγραψε και ο
            διοικητής Καλαβρύτων· απεστάλη δε προς αυτούς επί τω
            αυτώ σκοπώ παρά των εν Τριπολιτσά και ο Ανδρέας
            Καλαμογδάρτης αναβάς εις την πόλιν εκείνην καθ' ον καιρόν
            ανέβησαν οι αρχιερείς και οι προεστώτες. Αλλ' αυτοί και
            τον πρέσβυν μη όντα εκ των Φιλικών, απέστειλαν άπρακτον,
            και επανέλαβαν όσα και πρότερον, προσθέσαντες, ότι
            ενόμιζαν αναγκαίον κατά την παρούσαν ταραχήν των
            πνευμάτων ν' αποσταλώσιν εις τας επαρχίας των και οι εν
            Τριπολιτσά αρχιερείς και προεστώτες προς καθησύχασιν του
            λαού, προς είσπραξιν των βασιλικών φόρων και προς
            ευόδωσιν της λοιπής υπηρεσίας· επέμειναν δε επί τη
            προτέρα γνώμη, ο εστι, μήτε να παραδοθώσιν εις την
            εξουσίαν, μήτε να επιτεθώσιν έως ου έλθωσιν αι έξωθεν
            αναμενόμεναι απαντήσεις· υποπτεύοντες δ' ένοπλον
            καταδίωξιν διά την παρακοήν, απεφάσισαν να
            στρατολογήσωσι μυστικώς εις υπεράσπισιν, αν η χρεία το
            εκάλει. Επειδή δε ασύμφορον ενόμισαν να συνδιατρίβωσιν
            όλοι, μη τύχη αίφνης και συλληφθώσι, διεχωρίσθησαν· και
            ο μεν Π. Πατρών και ο Ζαήμης απήλθαν εις Νεζερά, ο δε
            Κερνίτσης και Φωτίλας εις Κερπινήν, ο δε Χαραλάμπης και
            Θεοχαρόπουλος εις Ζαρούχλαν, ο δε Λόντος εις Διακοφτόν.
            Ανεκλήθη παρ' αυτών καθ' οδόν και ο εις Τριπολιτσάν
            απερχόμενος Γεώργιος Σινίνης προεστώς της Γαστούνης. Οι
            δε εν Τριπολιτσά μετά την επάνοδον του Καλαμογδάρτου και
            την παραλαβήν ων ανεφέραμεν γραμμάτων έστειλαν προς τους
            Αχαιούς δεύτερον πρέσβυν, τον Νικόλαον Μοθωνιόν, και
            δεύτερα γράμματα, δι' ων οι αρχιερείς και οι προεστώτες
            τους εβεβαίουν περί της ασφαλείας των ως αν ήσαν οι
            δυστυχείς ασφαλείς αυτοί· αλλ' ούτε και η δευτέρα αύτη
            αποστολή ευτύχησεν, ούτε οι προς ους εγένετο απήντησαν,
            διότι δεν συνδιέτριβαν· και ο πρέσβυς Μοθωνιός ιδών την
            κατάστασιν των πραγμάτων ουδ' αυτός επανήλθεν εις
            Τριπολιτσάν.



            1821

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε'



            &Επανάστασις της Πελοποννήσου.&

            ΟΤΑΝ ύλη εύφλεκτος συσσωρευθή, σπινθήρ αρκεί να πέση και
            την ανάπτει. Τοιούτον τι συνέβη εν Πελοποννήσω παρά την
            θέλησιν και απόφασιν όλων.


Μάρτιος     Ο γέρων Ασημάκης Ζαήμης, προεστώς των Καλαβρύτων και
            πατήρ του Ανδρέου, είχε παρ' αυτώ δύο παλαιούς κλέπτας,
            τον Χονδρογιάννην και τον Πετιώτην, ους άλλοτε λυτρώσας
            του θανάτου ηγάπα, επιστεύετο, κατήχησε τα της Εταιρίας
            και προπαρεσκεύαζεν εις τον μελετώμενον αγώνα. Την 15
            μαρτίου, εν ώ εγευμάτιζε μόνος εν τω χωρίω του, τη
            Κερπινή, υπηρετούντων του Χονδρογιάννη και του Πετιώτη,
            τους ηρώτησε «τι νέον;» Εκείνοι απεκρίθησαν, ότι την
            επαύριον ανεχώρει εις Τριπολιτσάν, φέρων χρήματα του
            δημοσίου, ο Σεηδής Λαλιώτης, σπαής, και ότι, αν τοις
            έδιδε την άδειαν, έτοιμοι ήσαν να τον κτυπήσωσι καθ'
            οδόν, και αρπάσωσι και φέρωσι τα χρήματα προς τον
            αυθέντην των επ' ωφελεία του γένους. Ο γέρων Ζαήμης,
            ολιγολογώτερος και αυτών των παλαιών Σπαρτιατών, τους
            εκύτταξεν ασκαρδαμυκτί, τοις ένευσε να τον κεράσωσι, και
            αφ' ού έπιεν εις την ελευθερίαν της πατρίδος, έκαμε τον
            σταυρόν του και τοις είπε, «'ς την ευχήν μου παιδιά».
            (α) Οι δύο κλέπται, λαβόντες την ευχήν του άρχοντος και
            παραλαβόντες καί τινας άλλους, παρεμόνευσαν επί της εις
            Τριπολιτσάν οδού κατά την Χελονοσπηλιάν, και ετουφέκισαν
            τον Σεηδήν διαβαίνοντα ανύποπτον και έχοντα συνοδόν τον
            Ταμπακόπουλον αναβαίνοντα και αυτόν δι' υποθέσεις του
            εις Τριπολιτσάν. Ο Σεηδής δεν εβλάφθη, και έφιππος ων
            έφυγε και διεσώθη εις Τριπολιτσάν διασώσας και όσα έφερε
            χρήματα· διεσώθη αβλαβής και ο συνοδοιπόρος του
            Ταμπακόπουλος, αφαρπασθέντος μόνον του σκευοφόρου ίππου
            του. Έτυχε δε την αυτήν ημέραν ν' αναχωρήση εις
            Τριπολιτσάν και ο διοικητής των Καλαβρύτων Ιβραήμης
            Αρναούτογλους. Ο δε καταλυματίας του, προπορευόμενος εις
            αριστοποίησιν, και πλησιάσας όπου ετουφεκίσθη ο Σεηδής,
            έμαθε το γεγονός, και φοβηθείς κατά του αυθέντου του
            ενέδραν επέστρεψεν έντρομος και διηγήθη όσα συνέβησαν
            αυθημερόν. Ο Αρναούτογλους, πλήρης και πρότερον υποψιών,
            εθορυβήθη ακούσας το γεγονός, ωπισθοδρόμησεν εις
            Καλάβρυτα, εφόβισε τους εντοπίους Τούρκους παραστήσας το
            τόλμημα ως επαναστατικόν μάλλον ή ληστρικόν, και
            παραλαβών αυτούς εκλείσθη και ωχυρώθη εντός τριών δυνατών
            πύργων των Καλαβρύτων, ως αν ήρχοντο κατόπιν του εχθροί.
            Συγχρόνως εφονεύθησαν και δύο σπαΐδες Τριπολιτσώται κατά
            το Λιβάρτσι, χωρίον των Καλαβρύτων. Ηγουμένου δε του
            Νικολού Σολιώτη εφονεύθησαν καί τινες γυφτοχαρατσίδες
            κατά το Αγρίδι, χωρίον της αυτής επαρχίας, και τρεις
            κομισταί γραμμάτων του τοποτηρητού της Τριπολιτσάς προς
            τον Χουρσήδην· ετουφεκίσθησαν καί τινες άλλοι Τούρκοι
            αποβιβασθέντες εκ Σαλώνων εις Ακράταν, και απερχόμενοι
            εις Τριπολιτσάν, εξ ων οι μεν εφονεύθησαν, οι δε
            συνελήφθησαν. Τα συμβάντα ταύτα, αν και μη επαναστατικά,
            ηύξησαν τας δικαίας υποψίας των Οθωμανών.

            Καθ' ην δε ημέραν εκλείσθησαν οι περί τον Αρναούτογλουν
            εντός των πύργων, οι προεστώτες των Καλαβρύτων
            απουσίαζαν. Πρώτος των άλλων, ο Χαραλάμπης, μαθών το
            γεγονός και αγνοών ότι φοβηθέντες οι περί τον
            Αρναούτογλουν εκλείσθησαν εις άμυναν μάλλον ή εις βλάβην,
            παρέλαβεν όσους εδυνήθη εκ του προχείρου ενόπλους υπό
            τους Πετμεζάδας, εισήλθεν εις την πόλιν και επολιόρκησε
            τους εν τοις πύργοις κλεισθέντας, οίτινες παρεδόθησαν.
            Γενομένου δε γνωστού του συμβάντος τούτου, όπερ και η
            φήμη και οι επικρατούντες φόβοι εμεγάλυναν, οι μεν εν
            Βοστίτση Τούρκοι διεπορθμεύθησαν όλοι αβλαβείς και
            ανεμπόδιστοι συν γυναιξί και τέκνοις εις Γαλαξείδι, και
            κατέφυγαν εις Σάλωνα όπου ήσαν ικανοί Τούρκοι· οι δε εν
            Πάτραις, οίτινες και αφ' ότου έμαθαν, ότι οι Αχαιοί
            απεποιήθησαν να μεταβώσιν εις Τριπολιτσάν, είχαν αρχίσει
            να μεταφέρωσι τας γυναίκας και τα τέκνα των εις την
            ακρόπολιν, εγκατέλειψαν την πόλιν και συνεκλείσθησαν την
            21 μαρτίου, μήτε πολεμούντες μήτε πολεμούμενοι. Την
            αυτήν ημέραν ανέβησαν ένοπλοι έως 100 Τούρκοι εκ του
            Ρίου εις την πόλιν τουφεκίζοντες· τινές δε αυτών εμβάντες
            είς τι ρακοπωλείον κατά την ενορίαν της αγίας Τριάδος,
            αφ' ού εμέθυσαν, έχυσαν ρακήν έν τινι λεκάνη και
            εμβάψαντες τα παρευρεθέντα παλαιόπανα, τα άναψαν, και
            δι' αυτών έκαυσαν το ρακοπωλείον· εφόνευσαν και τον
            ρακοπώλην· εκείθεν υπήγαν να πατήσωσι την οικίαν του
            Παπαδιαμαντοπούλου· αλλ' ευρόντες αντίστασιν, αυτοί μεν
            την επολέμουν κάτωθεν, οι δε εν τη ακροπόλει την
            εκανονοβόλουν άνωθεν. Εν τοσούτω αι φλόγες του
            ρακοπωλείου διεδόθησαν και πολλαί οικίαι εκάησαν. Ήσαν
            πάμπολλοι Επταννήσιοι εν τη πόλει, εξ ων πολλοί Φιλικοί.
            Ούτοι ακούσαντες τον τουφεκισμόν και βλέποντες τας
            φλόγας ωπλίσθησαν και έτρεξαν εις διάφορα μέρη· τινές δε
            αυτών, παραλαβόντες καί τινας Πατρείς, επροχώρησαν εις
            το Τάσι όπου συνήθως συνηθροίζοντο οι Τούρκοι· εκεί
            συνεκρούσθησαν κατά πρώτην φοράν, και εσκοτώθη ο Κεφαλλήν
            Βασίλης Ορκουλάτος. Εκείθεν απεσύρθησαν οι Επταννήσιοι
            προς την ενορίαν του αγίου Γεωργίου κατοικουμένην όλην
            υπό Χριστιανών κατά τα δυτικά άκρα της πόλεως, όπου ήσαν
            τα προξενεία. Το δ' εσπέρας της αυτής ημέρας ο πρόξενος
            της Ρωσσίας Βλασσόπουλος, και ο πρόξενος της Σουηδίας
            Στράνης, κατοικούντες όχι μακράν της ακροπόλεως και
            φοβούμενοι την οργήν των Τούρκων υποπτευόντων αυτούς,
            και δικαίως, ως συνωμότας, εγκατέλιπαν τας οικίας των και
            διεσώθησαν εις τα πλοία· απέπλευσαν δε μετ' ολίγας
            ημέρας, και συναπέπλευσε και ο προξενος της Πρωσσίας
            Κοντογούρης, φίλος και αυτός του αγώνος. Την αυτήν
            ημέραν ήλθεν εις το μέσον ένοπλος ο εντόπιος Παναγιώτης
            Καρατσάς, απλούς τεχνίτης έως τότε, και πολλήν εξ αυτής
            της αρχής του κινήματος υπόληψιν αποκτήσας διά την
            ανδρίαν και τον πατριωτισμόν του. Ούτος θέλων να δώση
            καιρόν να παραμερίσωσιν οι Πατρείς τα φίλτατα και τα
            πράγματά των διά νυκτός, συννοηθείς και μετά του Ν.
            Γερακάρη ενός των αρχηγών των Επταννησίων, διέσπειρεν
            ανθρώπους εις διάφορα μέρη της πόλεως φωνάζοντας δι'
            όλης της νυκτός, «γρηγορείτε», επί σκοπώ να υποθέτωσιν
            οι Τούρκοι, ότι Έλληνες ήσαν πολλοί και προσεκτικοί, και
            να μη τολμήσωσι νυκτικήν επέξοδον. Τοιουτοτρόπως
            κατωρθώθη ο φιλάνθρωπος ούτος σκοπός. Την δε επαύριον
            (22) οι Τούρκοι ευρέθησαν όλοι συνηγμένοι εν τη
            ακροπόλει, όπου διέμειναν κανονοβολούντες την πόλιν. Εν
            τοσούτω οι πέριξ σημαντικοί Αχαιοί, μαθόντες τα εν
            Πάτραις συμβάντα, έσπευσαν να εισέλθωσι συμπαραλαβόντες
            όσους εδυνήθησαν εκ του προχείρου οπλοφόρους· και πρώτος
            μεν εισήλθε περί την μεσημβρίαν ο Παπαδιαμαντόπουλος,
            μετ' αυτόν δε ο Λόντος υπό ερυθράν σημαίαν, ην
            κατεσκεύασεν ως έτυχε και ως ήθελε την ώραν εκείνην,
            έχουσαν εν τω μέσω μέλανα σταυρόν εφ' ενός μόνου
            προσώπου. Εξ αιτίας δε του χρώματος της σημαίας οι εν τω
            φρουρίω Τούρκοι εξέλαβαν τους εισερχομένους ως Λαλιώτας
            Τούρκους, διότι ο επί του ενός προσώπου της σημαίας
            σταυρός δεν εφαίνετο εκ της ακροπόλεως· τους εχαιρέτησαν
            δε και ως συναδέλφους των κανονοβολούντες. Εισήλθαν την
            αυτήν ημέραν και ο Π. Πατρών, ο Κερνίτσης, ο Ζαήμης, και
            ο Ρούφος, επισύροντες πλήθη οπλοφόρων και ροπαλοφόρων·
            επί δε της εισόδου οι Πατρείς και οι παρεπιδημούντες
            Έλληνες εκραύγαζαν ενθουσιώντες, Ζ ή τω - η - ελευθερία·
            ζ ή τ ω σ α ν - οι - α ρ χ η γ ο ί· κ α ι - εις - τ η ν -
            Π ό λ ι ν - ν α - δ ώ σ η - ο - Θ ε ό ς. Είσελθόντες δε
            οι αρχηγοί κατέλαβαν το προς τον άγιον Γεώργιον μέρος
            της πόλεως, όπου ήσαν οι Επταννήσιοι. Ο δε Π. Πατρών
            διέταξε και έστησαν επί της πλατείας του αγίου Γεωργίου
            σταυρόν, ον έτρεχαν και ησπάζοντο οι παρευρεθέντες,
            ορκιζόμενοι τον υπέρ πίστεως και πατρίδος όρκον.
            Εμοίρασαν δε οι αρχηγοί και εθνόσημα εξ ερυθρού υφάσματος
            φέροντα σταυρόν κυανόχρουν, διέταξαν και τους ιστοποιούς
            να τυπώσωσι σημαίας προς χρήσιν των παρόντων οπλοφόρων,
            και αποστολήν εις άλλα μέρη, εξέδωκαν παντού
            επαναστατικάς προκηρύξεις, έγραψαν τοις εντός και εκτός
            της Πελοποννήσου να δράξωσι τα όπλα, και έστειλαν προς
            τους εν Πάτραις εδρεύοντας προξένους την ακόλουθον
            εγκύκλιον.

            «Ημείς, το Ελληνικόν έθνος των Χριστιανών, βλέποντες ότι
            μας καταφρονεί το οθωμανικόν γένος, και σκοπεύει όλεθρον
            εναντίον μας πότε μ' ένα πότε μ' άλλον τρόπον,
            απεφασίσαμεν σταθερώς ή ν' αποθάνωμεν όλοι ή να
            ελευθερωθώμεν, και τούτου ένεκα βαστούμεν τα όπλα εις
            χείρας ζητούντες τα δικαιώματά μας. Όντες λοιπόν βέβαιοι
            ότι όλα τα χριστιανικά βασίλεια γνωρίζουν τα δίκαια μας,
            και όχι μόνον δεν θέλουν μας εναντιωθή, αλλά και θέλουν
            μας συνδράμει, και ότι έχουν εις μνήμην ότι οι ένδοξοι
            πρόγονοί μας εφάνησάν ποτε ωφέλιμοι εις την ανθρωπότητα,
            διά τούτο ειδοποιούμεν την εκλαμπρότητά σας, και σας
            παρακαλούμεν να προσπαθήσετε να ήμεθα υπό την εύνοιαν
            και προστασίαν του μεγάλου κράτους τούτου».

            Αν και οι εν Πάτραις Τούρκοι και προέβλεπαν και προέλεγαν
            τας ταραχάς, ημέλησαν διόλου το φρούριόν των· εξ αιτίας
            της συνήθους απρονοησίας των, και μηδέ τας δεξαμενάς του
            καν εφρόντισαν να καθαρίσωσι και γεμίσωσιν ώστε μετά δύο
            ημέρας αφ' ού εκλείσθησαν, εδίψασαν, διότι οι Έλληνες
            έκοψαν το υδραγωγείον, εκυρίευσαν και τας παρά το
            φρούριον τουρκικάς οικίας, και δεν τους άφιναν μήτε να
            προκύπτωσι μήτε τα κανόνια να γεμίζωσιν ειμή υπό το
            σκότος της νυκτός. Διεκρίνετο ως τολμηρότερος των άλλων
            ο Καρατσάς· τα μέγιστα δε διέπρεψε και ο Σταμάτης
            Κουμανιώτης, θύμα πεσών της τόλμης του την ημέραν της
            εις την πόλιν εισόδου. Τολμηροί οι Έλληνες τας πρώτας
            ημέρας και ενθουσιώντες έστησαν κατά του Φρουρίου έξ
            κανόνια μετακομισθέντα εκ των εν τω λιμένι Ιονίων
            πλοίων, και ήρχισαν να υπονομεύωσι μετά πολλής προθυμίας
            και επιτυχίας εις ανατροπήν του· αλλά μαθόντες οι
            έμφρουροι εν καιρώ προς ποίον μέρος δευθύνετο η
            υπόνομος, την εματαίωσαν δι' ανθυπονόμου ολίγον
            απέχουσαν των βάθρων του φρουρίου (β). Πριν δε ματαιωθή
            το επιχείρημα τούτο, οι αρχηγοί έλαβαν γράμματα του
            Πανουργιά, ενός των οπλαρχηγών της στερεάς Ελλάδος,
            λέγοντα, ότι εφόνευσε καθ' οδόν ταχυδρόμον του εκ Σερρών
            Ισούφη ηγεμόνος της Ευβοίας επανερχομένου εξ Ιωαννίνων
            εις την ηγεμονείαν του, και ανέγνωσε τα προς τας
            τουρκικάς Αρχάς της νήσου εκείνης γράμματά του
            διαλαμβάνοντα, ότι φθάσας εις Βραχώρι έμαθε τα εν Πάτραις
            συμβάντα, και ότι διέκοπτε την οδοιπορίαν του και
            μετέβαινεν εκεί εις υπεράσπισιν των ομοπίστων του.
            Κατεταράχθησαν επί τη ειδήσει ταύτη οι προύχοντες
            Αχαιοί, την εφύλαξαν μυστικήν, ίνα μη φοβίσωσι τους
            οπαδούς των, και έσπευσαν να ειδοποιήσωσι τον εν τη
            επαρχία του Ζυγού περιφερόμενον ως κλέπτην Μακρήν και να
            τον παρακινήσωσιν εν ο ν ό μ α τ ι - τ η ς - Α ρ χ ή ς,
            να κτυπήση τον Ισούφην διαβαίνοντα τα προς την Ναύπακτον
            στενά. Ο Μακρής απεκρίθη ότι δεν εδύνατο να πράξη τι
            άνευ της γνώμης των προεστώτων του Μεσολογγίου και, των
            οπλαρχηγών της Αιτωλοακαρνανίας· αλλ' ο Ισούφης κατήλθε
            μετά τριακοσίων οπλοφόρων εις Μεσσολόγγι, και κατέπλευσεν
            εις Αντίρριον, όθεν έστειλεν εις Πάτρας τον κεχαγιάν του
            υπ' άλλο όνομα πενιχρά φορούντα ίνα μη κακοπάθη
            γνωρισθείς. Έφερε δε ούτος πρός τινας των προξένων
            γράμματα του πασά αιτούντος την σύμπραξίν των εις
            κατάπαυσιν των ταραχών, και είχεν εντολήν να καθησυχάση
            τους Χριστιανούς, επί υποσχέσει, ότι θα υπεστήριζεν ο
            πασάς εντόνως τα δίκαια παράπονά των κατά των εντοπίων
            Τούρκων.

            Ο πρέσβυς ούτος ανέβη αβλαβής υπό συνοδίαν Ελλήνων εις το
            επί της εν τη πόλει ανόδου πρωσσικόν προξενείον, όπου
            ανεγνώσθησαν τα γράμματά του· αλλ' απεπέμφθη άπρακτος
            και ανενόχλητος, αποκριθέντων των Ελλήνων, ότι εχλεύαζαν
            τας υποσχέσεις, κατεφρόνουν και τας απειλάς του πασά
            του. Ο πασάς ακούσας την απόκρισιν των Πατρέων
            διεβιβάσθη εις Ρίον όπου διέμεινε δύο ημέρας αγνοών την
            κατάστασιν των πραγμάτων. Μαθών δε τα πάντα και ότι το
            φρούριον έπιπτε διά λειψυδρίαν, αν δεν επρόφθανε να λύση
            την πολιορκίαν, εκίνησε, την κυριακήν των Βαΐων πρωί (3
            απριλίου), και εισήλθεν ανεμπόδιστος, διότι οι επί της
            μεταξύ οδού τοποθετηθέντες υπό τον Ροδόπουλον
            Βοστιτσάνοι εις εμπόδιον της μεταβάσεως έφυγαν αμαχητί,
            οι δε λοιποί οι προς το Βλατερόν, το κάτω μέρος της
            πόλεως, εγκατέλειψαν τας θέσεις των και εισήλθαν επί
            λεηλασία εις την πόλιν, όπου οι εντόπιοι Τούρκοι, καθ'
            ην ημέραν κατέφευγαν εν βία εις το φρούριον, αφήκαν τα
            δυσκόμιστα πράγματά των. Εισελθών δ' ο πασάς ηύρε τους
            Τούρκους εν άκρα αμηχανία, τους εθάρρυνε, και επειδή η
            λύσις της πολιορκίας ήτον η μόνη σωτηρία των, τους
            παρέλαβεν όλους, και εξελθών ήρχισε να καίη πρώτον τα
            προς το φρούριον άκρα της πόλεως, και πολεμών να προχωρή
            και να καίη και τα ενδότερα. Οι δε οπλοφόροι χωρικοί,
            όλοι απειροπόλεμοι, αφιλότιμοι και κωφεύοντες εις τας
            πατριωτικάς φωνάς των αρχηγών, έφυγαν αισχρώς
            απέμπροσθεν του εχθρού, αφήσαντες και την πόλιν και τα
            κανόνια και αυτά τα πολεμεφόδια εις χείρας του. Μόνον οι
            αδελφοί Κουμανιώται και οι παρευρεθέντες Ξηρομερίται
            Χασαπαίοι εκλείσθησαν μετ' ολίγων εντός τινων οικιών
            προς την Αλεξιώτισσαν και την Αγίαν Παρασκευήν, και αφ'
            ού επολέμησαν γενναίως και ευτυχώς φονεύσαντές τινας
            εχθρούς, έφυγαν αβλαβείς. Οι δε αρχηγοί, βλέποντες την
            λειποταξίαν των οικείων και την πρόοδον των εχθρών,
            εγκατέλειψαν και αυτοί ην κατείχαν θέσιν κατά τον άγιον
            Γεώργιον, και κατέλαβαν άλλην κατά την Οδηγήτριαν,
            ματαίως προσπαθούντες να συγκεντρώσωσί τινας· αλλά μετ'
            ολίγον έφυγαν και εκείθεν έμφοβοι και περίλυποι διά την
            ατυχή έναρξιν των αγώνων των, και έτι μάλλον διά την
            δειλίαν και πολεμικήν απειρίαν των χωρικών, διά την
            φιλάρπαγα και αφιλότιμον διάθεσίν των, και διά την προς
            τους αρχηγούς απείθειάν των. Το εσπέρας δε της αυτής
            ημέρας εφάνη έμπροσθεν του λιμένος των Πατρών πλοίον
            τουρκικών, εχαιρέτησε το φρούριον, αντεχαιρετήθη, και
            ηύξησεν εμφανισθέν τον πανικόν φόβον. Τοιουτοτρόπως η
            εμπορικωτέρα και πλουσιωτέρα πόλις της Πελοποννήσου, η
            μία των δύο επαναστατικών εστιών, καθ' ην πρώτον υψώθη
            το σύμβολον της ελευθερίας, κατεστράφη εκ πρώτης
            αφετηρίας παραδοθείσα εις πυρ και εις λεηλασίαν· και οι
            μεν δυστυχείς κάτοικοι, άλλοι ηχμαλωτίσθησαν, άλλοι
            εσφάγησαν, και άλλοι διεσώθησαν φεύγοντες γυμνοί και
            άποροι εις Επτάννησον. Οι δε ολίγοι Τούρκοι, νικηταί
            τόσου πλήθους, διεσκορπίσθησαν εις τα χωρία,
            συλλαμβάνοντες και φονεύοντες τους φεύγοντας, και φρίκην
            διασπείροντες (γ).

            Επί των δεινών δε τούτων περιστάσεων τινές των προξένων,
            και κατ' εξοχήν ο της Γαλλίας, Πουκεβίλλος, εφάνησαν
            άξιοι παντός επαίνου, και ετίμησαν τας σημαίας των
            ανοίξαντες τας οικίας των εις καταφυγήν και σωτηρίαν
            πλήθους ανδρών και γυναικών καταδιωκομένων και
            κινδυνευόντων, και εις διάσωσιν της περιουσίας των. Αλλ'
            εν ώ ούτοι εφέροντο τόσον γενναίως και φιλανθρώπως προς
            τους πάσχοντας, τινές, απορίμματα της Ιταλίας και της
            Επταννήσου, οπλισθέντες δήθεν υπέρ ελευθερίας,
            κατήντησαν εις τόσην κακοήθειαν, ώστε εφέροντο προς τους
            αθλίους Πατρείς ως Τούρκοι. Άλλοι δε αν και υπό γαλλικήν
            προστασίαν, ησέβησαν και εις αυτήν την προστάτριαν
            σημαίαν, ηγνωμόνησαν και εις αυτόν τον ευεργέτην των
            Πουσεβίλλον, ήρπασαν παρρησία την διασωθείσαν εκ των
            χειρών των Τούρκων και διατηρουμένην εν των προξενείω
            περιουσίαν των Πατρίων, και ηνάγκασαν και αυτόν τον
            Πουκεβίλλον να εγκαταλείψη το προξενείον και καταφύγη
            είς τι αγγλικόν πλοίον ευρεθέν εν τω λιμένι των Πατρών,
            αίροντες μιαιφόνον χείρα και κατ' αυτού.

Μάρτιος     Αν και απέτυχε το εν Πάτραις πρώτον τούτο επαναστατικόν
            κίνημα, η επανάστασις διεδόθη από άκρου εις άκρον της
            Πελοποννήσου. Πρώτη η Μάνη, μαθούσα τα συμβάντα ταύτα,
            εχύθη την 23 μαρτίου εις Καλαμάταν υπό την αρχηγίαν του
            ηγεμόνος της Πετρόμπεη, ανδρός αξιοσέβαστου διά τας
            κοινωνικάς αρετάς του, και την επ' αγαθώ της Ελλάδος
            χρήσιν της ηγεμονίας του. Εξεπλάγησαν οι εν Καλαμάτα
            Τούρκοι ιδόντες εν τη πόλει τόσα πλήθη ενόπλων, και
            μαθόντες τον σκοπόν της εκστρατείας, παρέδωκαν τα όπλα
            και τα πράγματά των, παρεδόθησαν και αυτοί επί ασφαλεία
            ζωής και τιμής και δεν εκακόπαθαν. Τούτου δε γενομένου,
            εψάλη πάνδημος δοξολογία επί τον παραρρέοντα ποταμόν,
            και έγεινε δέησις προς τον Κύριον των Δυνάμεων υπέρ
            ενισχύσεως των υπέρ πίστεως και πατρίδος αγωνιζομένων.
            Διεσπάρησαν δ' εκείθεν διάφοροι οπλαρχηγοί εις διάφορα
            μέρη. Ο δε Πετρόμπεης, θεωρούμενος ως ο γενικός αρχηγός,
            εκάθησεν εν τη πόλει εκείνη, όπου εσυστήθη τοπική
            διοίκησις (Γερουσία), ήτις συνεδρίασε κατά πρώτην φοράν
            την 28, καθ' ην εξέδωκε κήρυγμα προς την Ευρώπην, εν ώ
            εξέθετε τα αίτια της επαναστάσεως και τας επί την
            συνδρομήν της Ευρώπης ελπίδας της αναδεχθείσης τον υπέρ
            ελευθερίας αγώνα της Ελλάδος (δ).

            Αφ' ού η φωνή της ελευθερίας ήχησε καθ' όλην την
            Πελοπόννησον, οι ενδιατρίβοντες Τούρκοι, πτοηθέντες και
            υποπτεύοντες ξένην χείρα υποκινούσαν τους Έλληνας,
            εγκατέλειψαν τας ατειχίστους πόλεις, και υπό μηδενός
            καταδιωκόμενοι έτρεχαν εις τα διάφορα φρούρια συν
            γυναιξί και τέκνοις προς ασφάλειαν.

            Οι κατοικούντες τα Μπαρδουνοχώρια της Λακεδαιμονίας
            Τούρκοι είχαν μεγάλην και δικαίαν φήμην ανδρίας,
            ετάρατταν συχνά την Πελοπόννησον, και εφόβιζαν και αυτάς
            τας τουρκικάς Αρχάς, άλλοτε ως αντιπολιτευόμενοι, άλλοτε
            ως αντάρται, ενίοτε δε και ως λησταί. Αλλά κατά ταύτην
            την περίστασιν φόβος πανικός κατέλαβεν αυτούς όλους.
            Είχαν πολλούς και δυνατούς πύργους και τροφάς αφθόνους·
            αλλ' εις ουδέν τα ελογίσθησαν εξ αιτίας του ακολούθου
            περιστατικού.

            Παρευρέθησαν κατ' εκείνας τας ημέρας πλοία τινα ελληνικά
            εμπορίου χάριν εν Μαραθωνησίω. Ο Κυριακούλης
            Μαυρομιχάλης, όστις είχε σχέσεις προς τους Μπαρδουνιώτας
            και δεν έπαυε γράφων αυτοίς, αρξαμένης της επαναστάσεως,
            ότι ήρχετο η Φ ρ α γ κ ι ά να κυριεύση την Ελλάδα, και
            ότι Φ ρ ά γ κ ο ι εκίνησαν την επανάστασιν, διέτριβεν
            εκείνας τας ημέρας εν Μαραθωνησίω, και κραιπάλων διέταξε
            τα πλοία να κανονοβολήσωσιν. Ακούσαντες οι Μπαρδουνιώται
            τον βρόντον, και έμφοβοι δι' όσα εμάνθαναν περί
            επεμβάσεως της Φ ρ α γ κ ι ά ς, ηρώτησαν τους
            διαβαίνοντας τι εσήμαιναν οι τόσοι κανονοβολισμοί.
            Αγωγιάται τινες, ερχόμενοι εκ Μαραθωνησίου, τοις είπαν,
            ότι ο Φραγκιάς εκανονοβόλει· Φραγκιάς δ' ελέγετο ο
            διοικητής ενός των εν τω λιμένι του Μαραθωνησίου πλοίων,
            Μυκώνιος. Οι Τούρκοι, ή κακώς ακούσαντες, ή
            παρεξηγήσαντες την απόκρισιν των αγωγιατών, και
            προδιατεθειμένοι εις φόβον, και υποπτεύοντες ερχομόν
            Φράγκων, επίστευσαν ακούσαντες το όνομα του πλοιάρχου,
            ότι ήλθε τω όντι Φραγκιά εις υποστήριξιν του ελληνικού
            αγώνος, και όλοι, μικροί μεγάλοι, γυναίκες άνδρες, νέοι
            γέροντες, φωνάζοντες «Φ ρ α γ κ ι ά - μ α ς - ε π λ ά κ
            ω σ ε», εγκατέλειψαν οικίας και περιουσίαν και έτρεχαν
            εις Τριπολιτσάν μη τους προφθάσωσιν οι Φράγκοι καθ'
            οδόν. Οδοιπορούντες δε όπως έτυχεν, εκλείσθησαν εν
            Τριπολιτσά την 27. Προ της εκεί δε καταφυγής των
            επρόλαβαν και κατέφυγαν εις την αυτήν πόλιν και οι
            Λεονταρίται Τούρκοι. Οι δε Καρυτινοί φοβηθέντες μη
            συλληφθώσι καθ' οδόν απερχόμενοι εις Τριπολιτσάν, δεν
            μετετόπησαν.

            Οι δε Κορίνθιοι Τούρκοι, ιδόντες ότι εκινήθησαν οι επί
            του ισθμού Δερβενοχωρίται, οι εις την οπλοφορίαν εξ
            αιτίας της τοποθεσίας και της υπηρεσίας των ησκημένοι,
            συμπαρέλαβαν την μητέρα του Κιαμήλμπεη απόντος εις
            Τριπολιτσάν και λοιπούς οικείους του, και ανέβησαν όλοι
            έντρομοι εις την Ακροκόρινθον (ε), όπου ελθόντες την
            επαύριον οι Δερβενοχωρίται και άλλοι υπέρ τους δισχιλίους
            τους επολιόρκησαν ηγουμένου του Αναγνώστη Πετμεζά. Έξ
            μόνον εκλείσθησαν έν τινι πύργω επί της αναβάσεώς των
            και παρεδόθησαν.

            Οι δε Αργείοι Τούρκοι, ταλαντευόμενοι μέχρι τινός,
            εκυριεύθησαν και αυτοί υπό πανικού φόβου, πεσούσης κατά
            περίστασιν εν τη πόλει μιας και μόνης πιστολίας, και
            μετέφερον τας οικογενείας των εις Ναύπλιον αυτοί δε
            διημέρευαν ένοπλοι εν Άργει, και διανυκτέρευαν εν
            Ναυπλίω. Εις πλειοτέραν δε ασφάλειαν, έβαλαν κατά νουν να
            μεταφέρωσιν ευσχήμως εις Ναύπλιον τας οικογενείας των
            προκρίτων Χριστιανών, και ήλθαν μια των ημερών 150
            ιππείς ένοπλοι εις Άργος εκ Ναυπλίου επί σκοπώ να τους
            βιάσωσιν, αν δεν τους έπειθαν. Οι πρόκριτοι ευχαρίστησαν
            υπούλως τους Τούρκους διά την περί αυτών φροντίδα, και
            υπεσχέθησαν προθύμως να ετοιμασθώσιν αυθημερόν και
            μεταφέρωσι τα φίλτατά των την επαύριον εις Ναύπλιον. Οι
            Τούρκοι πιστεύσαντες τους λόγους των, επέστρεψαν εις
            Ναύπλιον, σκοπεύοντες να επανέλθωσι την επαύριον εις
            Άργος και να τους συνοδεύσωσιν· αλλ' οι πρόκριτοι
            εδραπέτευσαν την νύκτα συν γυναιξί και τέκνοις, και
            διασπαρέντες εις την επαρχίαν ενώπλιζαν τους επαρχιώτας.
            Θέλοντες δε να διακόψωσι πάσαν συγκοινωνίαν Άργους και
            Ναυπλίου έστειλαν την 2 απριλίου διά νυκτός ικανούς
            ενόπλους εις το μεταξύ των δύο τούτων πόλεων χωρίον, την
            Δελαμανάραν, όπου φθάσαντες εκ Ναυπλίου οι Τούρκοι την
            επαύριον, είδαν αίφνης πολλών τουφεκιών στόματα προς
            αυτούς εστραμμένα, και ήκουσαν και φωνήν λέγουσαν, 'π ί
            σ ω - α γ ά δ ε ς, 'π ί σ ω· Χ ρ ι σ τ ι α ν ο ί - κ α ι
            - Τ ο ύ ρ κ ο ι - δ ε ν - σ υ ζ ο ύ ν - π λ έ ο ν. Οι
            Τούρκοι εστράφησαν οπίσω και δεν εδοκίμασαν έκτοτε να
            μεταβώσιν εις Άργος. Επανήλθαν τότε και οι πρόκριτοι εις
            την πόλιν, ύψωσαν λευκήν σημαίαν, ως σημαίαν ελευθερίας,
            και ήρχισαν να φροντίζωσι περί πολιορκίας του Ναυπλίου.

            Οι δε Γαστουναίοι Τούρκοι ανεχώρησαν πανοικί την 27
            ειδοποιηθέντες δε καθ' οδόν ότι δεν ήσαν δεκτοί εις του
            Λάλα, διότι οι εκεί Τούρκοι υπώπτευαν μη, αποκλεισθέντες
            τόσω πολλοί, αποθάνωσι της πείνας, εστράφησαν προς το
            Χλουμούτσι, παλαιόν φρούριον παρά την Γλαρέντσαν,
            άφρουρον και διόλου ακατοίκητον. Φθάσαντες δε εις τα
            χωρία Σαβάτια και Ρουβιάτα μίαν ώραν μακράν της
            Γαστούνης εκτυπήθησαν υπό των Ελλήνων, αλλ' υπερίσχυσαν
            και έφθασαν αβλαβείς εις το φρούριον, όπου τους
            απέκλεισαν οι Έλληνες υπό την αρχηγίαν του Σισίνη και
            του Χαραλάμπη Βιλαέτη. Αλλ' οι Λαλιώται Τούρκοι
            προβλέποντες, ότι οι κλεισθέντες εν Χλουμουτσίω θα
            παρεδίδοντο μετ' ολίγον δι' έλλειψιν των αναγκαίων,
            εξεστράτευσαν εις βοήθειάν των, ως 400, υπό τον
            Κουτσοραίπαγαν και έλυσαν διά μιας την πολιορκίαν,
            καταδιώξαντες κακήν κακώς τους Έλληνας μέχρι θαλάσσης,
            όπου τινές επνίγησαν. Λυθείσης τοιουτοτρόπως της
            πολιορκίας του Χλουμουτσίου, οι εν αυτώ Τούρκοι
            μετέβησαν όλοι εις Πάτρας, όπου ευρόντες καλήν υποδοχήν
            διέμεναν μέχρι τέλους.

            Οι δε Αρκάδιοι Τούρκοι (στ), ακούσαντες ότι Έλληνες
            ένοπλοι υπό σταυροφόρους λεύκας σημαίας συνήχθησαν εις
            Κεφαλάρι του Σουλιμά, ότι διήρπασαν τας αποθήκας, ότι
            εκακοποίησαν τους επιστάτας των χωρίων, και ότι εμελέτων
            να πέσωσι την νύκτα της 25 (ζ) εις την πόλιν, ανεβίβασαν
            αυθεσπερί τας οικογενείας των εις το παλαιοφρούριόν των·
            πρωίας δε γενομένης μετέφεραν αυτάς εις Μοθώνην και
            Νεόκαστρον μήτε ενοχλούμενοι επί της μεταβάσεως, μήτε
            ενοχλούντες τους Χριστιανούς, ους και επαρηγόρουν
            υποκρινομένους, ότι ελυπούντο εγκαταλειπόμενοι.
            Ωπλίσθησαν τω όντι οι του τμήματος του Σουλιμά
            Χριστιανοί, αλλ' εις άμυναν· διότι, εξ όσων έλεγαν
            παρρησία οι Αρκάδιοι Τούρκοι, εφοβήθησαν, ότι εμελέτων
            ούτοι να εξέλθωσιν εις τα χωρία, να σφάξωσι και να
            καταστρέψωσιν. Εφοβήθησαν δε οι του τμήματος του Σουλιμά
            μάλλον ή οι των άλλων της επαρχίας τμημάτων, διότι επ'
            αυτούς κυρίως, ως πολεμικωτέρους, ελέγετο ότι θα έπιπτεν
            η αιμοχαρής οργή των Τούρκων.

            Την δε 26 εκίνησαν προς την Τριπολιτσάν οι Φαναρίται
            Τούρκοι, συν γυναιξί και τέκνοις, μεθ' ων και οι του
            Ζούρτσα της επαρχίας της Αρκαδίας ως γειτνιάζοντες· ήσαν
            δε όλοι 2600 ψυχαί.

            Ο δε Κολοκοτρώνης, ο καθήμενος και καιροφυλακτών εν τη
            Μάνη, εθεωρείτο δικαίως ως έν των στοιχείων της
            πελοποννησιακής επαναστάσεως διά την πολεμικήν εμπειρίαν
            και φήμην του. Ούτος συνώδευσε τους Μανιάτας κατελθόντας
            εις Καλαμάταν· εκείθεν, λαβών υπό την οδηγίαν του 300 εξ
            αυτών, εστράτευσε την 24 προς την Σκάλαν, 4 ώρας
            απέχουσαν της Καλαμάτας. Ο ενθουσιασμός των Χριστιανών
            επί της πορείας αυτού ήτο μέγας. Άνδρες και γυναίκες τον
            υπεδέχοντο διαβαίνοντα ευφημούντες· οι δε ιερείς τον
            προϋπήντων φέροντες εικόνας και θυμιάματα και ψάλλοντες
            το «Δ ό ξ α - ε ν - υ ψ ί σ τ ο ι ς - Θ ε ώ». Ο
            Κολοκοτρώνης φθάσας το εσπέρας εις Σκάλαν έμαθεν, ότι οι
            Καρυτινοί Τούρκοι και ο διοικητής των Εμβλακίκων
            Μουσταφάς Ριζιώτης εκλείσθησαν εν τω παλαιοφρουρίω της
            κώμης εκείνης εκτός ολίγων απομεινάντων εν τη κώμη.
            Προχωρήσας εκείθεν, διεγείρων παντού τον λαόν, βαρρύνων
            αυτόν κατά των Τούρκων, και στρατολογών εκ των
            συμπατριωτών του Καρυτινών, έφθασε την επαύριον εις
            Τετέμπεη, χωρίον μεταξύ Λεονταρίου και Καρυταίνης, όπου
            τω εδόθη γράμμα ευρεθέν παρά τινι πεζώ στελλομένω παρά
            των Φαναριτών Τούρκων προς τους Καρυτινούς και
            συλληφθέντι. Το γράμμα τούτο έλεγεν, ότι οι Φαναρίται θα
            διέβαιναν την επαύριον διά της Καρυταίνης, και ότι
            ήλπιζαν να εύρωσιν έτοιμους και τους εκεί Τούρκους προς
            ασφαλή συμπορείαν εις Τριπολιτσάν, διότι ο Κολοκοτρώνης
            εστράτευσε μετά πολλών χιλιάδων Μανιατών επί σκοπώ να
            τους κτυπήση, καθ' οδόν. Επί τη ειδήσει ταύτη ο
            Κολοκοτρώνης κατέλαβε την επιούσαν την δίοδον· αλλά, μη
            φανέντων των εχθρών, επορεύθη προς την Καρύταιναν, εξ ης
            οι εναπομείναντες ολίγοι Τούρκοι, ιδόντες αυτόν
            ερχόμενον, έφυγαν ησύχως και εκλείσθησαν και αυτοί εν τω
            παλαιοφρουρίω των.

            Την δε επαύριον ο Κολοκοτρώνης, αφήσας ολίγους συντρόφους
            του εν τη κώμην, μετέβη τα χαράγματα εις το προς τον
            άγιον Αθανάσιον στενόν, παραφυλάττων τους αναμενομένους
            εχθρούς. Οι εχθροί εφάνησαν μετ' ολίγον ερχόμενοι και
            αποτελούντες μακράν γραμμήν εξ αιτίας του πλήθους των
            φορτωμάτων και της στενοτοπίας. Ιδόντες δε μακρόθεν ότι
            οι Έλληνες προκατέλαβαν την δίοδον, ήλθαν έμπροσθεν όλοι
            οι ένοπλοι, και πλησιάσαντες εμάχοντο έξ ώρας. Αύτη ήτον
            η πρώτη εν τάξει μάχη της πελοποννησιακής επαναστάσεως
            μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, και συνεκροτήθη κατά τύχην
            υπό τον πολέμαρχον της Πελοποννήσου, Κολοκοτρώνην. Οι
            Τούρκοι επολέμησαν γενναίως εις σωτηρίαν των γυναικών
            και τέκνων, και εις διαφύλαξιν της περιουσίας των. Οι
            Μανιάται διέπρεψαν επίσης πολεμούντες ολίγοι προς
            πολλούς· μέχρι δε της μεσημβρίας εσκοτώθησαν 15 Τούρκοι
            και 6 Μανιάται· επληγώθησαν και εκ των αρχηγών αυτών ο
            Βοϊδής, και ο Δουράκης Οι Μανιάται καταναλώσαντες περί
            την μεσημβρίαν τα φυσέκιά των, αφήκαν ην έως τότε
            κατείχαν θέσιν και απεσύρθησαν είς τι παρακείμενον
            πετρώδες ύψωμα παρά την γέφυραν του ποταμού· τινές δε
            αυτών ανεχώρησαν συνοδεύοντες τους πληγωθέντας εις τα
            ίδια. Οι Τούρκοι διέβησαν την εγκαταλειφθείσαν θέσιν,
            και συναχθέντες όλοι εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α μ ί,
            επροχώρουν εις την γέφυραν· αλλ' οι επί του υψώματος
            ολίγοι Έλληνες, προμηθευθέντες πολεμοφοδίων, δεν τους
            αφήκαν να περάσωσι τουφεκίζοντές τους. Τότε οι Τούρκοι
            ωπισθοδρόμησαν, επανήλθον εις το Κ ο μ μ έ ν ο ν - Τ σ α
            μ ί, επί σκοπώ να περάσωσι διά τον προς του Χαλούλαγα
            καλοκαιρινού πόρου· αλλ' έφθασαν οι αδελφοί Πλαπούται,
            Γεωργάκης και Δημήτρης, μετά 400 και τους εκτύπησαν·
            τους εκτύπησαν τότε ενωθέντες μετά των περί τους
            Πλαπούτας αναφανδόν και οι υπό τον Νικολόν Ζαριφόπουλον
            και Τσανέτον Χριστόπουλον Φαναρίται, συνακολουθούντες εξ
            αρχής μακρόθεν τους συμπατριώτας των Τούρκους υπό
            πρόσχημα φίλων κατ' αίτησιν αυτών δι' ασφάλειάν των επί
            της πορείας. Επειδή δε μόνη σωτηρίας οδός ήτο η
            ποταμοπορία, ερρίφθησαν εις τον πόρον εν πρώτοις όλοι οι
            άοπλοι, αι γυναίκες και τα παιδία, άλλοι έφιπποι και
            άλλοι πεζοί· ερρίφθησαν και τα πλείστα των φορτηγών
            ζώων, οι δε οπλοφόροι έμειναν όπισθεν μαχόμενοι και
            υπερασπίζοντες την περαίωσιν. Εν ώ δε εποταμοπόρουν
            τουφεκιζόμενοι και φονευόμενοι, κατέβησαν οι εντόπιοι
            Τούρκοι άνωθεν του παλαιοφρουρίου, απεδίωξαν τους
            απομείναντας εν τη κώμη ολίγους Έλληνας, και ήλθαν παρά
            τας όχθας του ποταμού προστατεύοντες τους συναδέλφους
            των. Υπό τοιαύτας περιστάσεις διεπέρασαν οι δυστυχείς
            Φαναρίται τον Ρουφιάν. Εκατόν σχεδόν εσκοτώθησαν,
            πλειότεροι επνίγησαν, μάλιστα γυναίκες, παιδία και
            γέροντες, και πολλά ζώα εζωγρήθησαν. Επειδή δε δεν τους
            εχώρει όλους το παλαιοφρούριον, διέμειναν οι πλείστοι
            έξω συσσωρευτοί.

            Το δε εσπέρας της αυτής ημέρας έφθασεν ο Ηλίας
            Μαυρομιχάλης μετά διακοσίων· έφθασε την επαύριον και ο
            Κανέλλος Δηληγιάννης μετ' άλλων τόσων· έφθασαν κατόπιν
            αυτών και άλλοι και πλήθη χωρικών· ώστε την 29 ήσαν
            έξωθεν της Καρυταίνης εξακισχίλιοι οπλοφόροι εκ διαφόρων
            επαρχιών. Και οι μεν Τούρκοι, φοβούμενοι να μείνωσι πλέον
            εν τη κώμη, κατέφυγαν όλοι περί το παλαιοφρούριον, όπου
            ούτε τροφή ούτε πόσις σχεδόν ήτον· οι δε Έλληνες
            κυκλώσαντες αυτούς ανέμεναν ώρα τη ώρα την παράδοσίν
            των. Τόσον δε τους εστενοχώρησαν και τους απήλπισαν,
            ώστε τους ηνάγκασαν να έλθωσιν εις συνθηκολογίαν.

            Τοιουτοτρόπως οι κατοικούντες τας ατειχίστους πόλεις και
            τα χωρία της Πελοποννήσου Τούρκοι, κυριευθέντες υπό
            πανικού φόβου, εγκατέλειψαν τας εστίας των και
            συνεσωρεύθησαν εντός των φρουρίων εν διαστήματι τριών
            εβδομάδων, αφ' ού τρεις τέσσαρες οπλοφόροι Καλαβρυτινοί
            έστησαν ενέδραν. Μόνοι δε οι Λαλιώται, μέγα φρονούντες
            επί τη ανδρία των, διέμειναν τρεις μήνας εν τη κωμοπόλει
            των πλήρεις θάρρους και ελπίδων, λεηλατούντες και
            καταστρέφοντες τα περίχωρα.



            1821

            ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΣΤ'


            &Τραγικά συμβάντα εν Κωνσταντινουπόλει και αλλαχού της
            Οθωμανικής αυτοκρατορίας.&

Μάρτιος     Η ΠΥΛΗ είχεν από τινος καιρού ατελείς και συγκεχυμένας
            ιδέας περί της Εταιρίας και απέδιδεν ίσως την φαινομένην
            ανησυχίαν των ελληνικών πνευμάτων εις τας ραδιουργίας
            του αποστάτου Αλή· αλλά τα συλληφθέντα γράμματα του
            Υψηλάντου, ων κομισταί ήσαν ο Ύππατρος και ο Αριστείδης,
            δεν αφήκαν αμφιβολίαν περί της υπάρξεως και του σκοπού
            της Εταιρίας και περί της όσον ούπω ενάρξεως του
            επαναστατικού κινήματος. Αλλά τόση ήτον η απάθειά της,
            ώστε, αν και τα περί ων ο λόγος γράμματα συνελήφθησαν
            περί τας αρχάς του Ιανουαρίου του 1821, δεν έδωκε σημεία
            της συνήθους θηριώδους πολιτικής της ειμή αρχομένου του
            μαρτίου. Ό,τι δε, ως φαίνεται, την κατετάραξε και την
            ηρέθισεν υπέρμετρα ήτον η ανακάλυψις του σχεδίου των
            Φιλικών εις καταστροφήν της Κωνσταντινουπόλεως. Εξ
            αιτίας της ανακαλύψεως ταύτης εδόθη προσταγή να φύγωσιν
            εκείθεν όσοι των Ελλήνων δεν ήσαν εγκάτοικοι· έγειναν δε
            και κατ' οίκους έρευναι εις εύρεσιν κρυπτομένων, ως
            υπώπτευεν η Αρχή, όπλων και πολεμοφοδίων· παρετηρήθησαν
            και διάφορα μέρη της πόλεως, όπου εψιθυρίζετο ότι
            υπεσκάφθησαν υπόνομοι, εν οις άνθρωποι εκρύπτοντο, και
            όπλα απεταμιεύθησαν εις χρήσιν, δοθέντος του σημείου·
            τόσος φόβος και τρόμος κατέλαβε την Πύλην και εντεύθεν,
            φαίνεται, προήλθε κυρίως η άπληστος αιμάτων παραφροσύνη
            της. Το πρωί της 1 μαρτίου έφθασεν εκ Μολδαυίας έκτακτος
            ταχυδρόμος προς τον εν Κωνσταντινουπόλει πρέσβυν της
            Ρωσσίας, όστις εκοινοποίησε τη Πύλη αυθημερόν τα κατά
            την 22 φεβρουαρίου εν τη ηγεμονεία εκείνη συμβάντα·
            αυθεσπερί δε τη εδόθη διά των τακτικών ταχυδρόμων η αυτή
            είδησις και κατ' ευθείαν. Την επαύριον έφυγαν κρυφίως συν
            γυναιξί και τέκνοις εις Οδησσόν οι επίτροποι του
            αυθέντου της Μολδαυίας, Νικόλαος Σούτσος αδελφός του και
            Ιωάννης Σχινάς εξ αδελφής γαμβρός του καί τινες άλλοι.
            Την 3 ανέγνωσεν ο μέγας διερμηνεύς εν τω οικουμενικώ
            πατριαρχείω φιρμάνι διελαμβάνον, ότι η υψηλή Πύλη,
            μαθούσα την κατά την Μολδαυίαν στάσιν τινών απονενοημένων
            τους ελυπείτο και παρεκίνει την Μεγάλην εκκλησίαν να
            συμβουλεύση τους υπό την ποιμαντορίαν της πιστούς
            υπηκόους της κραταιάς βασιλείας να μη αποπλανηθώσι και
            πέσωσιν εις την δικαίαν και αδυσώπητον αγανάκτησιν και
            αυτής και των πιστών Οθωμανών. Κατά την βασιλικήν ταύτην
            διαταγήν εξέδωκεν η Μεγάλη εκκλησία συνοδικά και
            πατριαρχικά έγγραφα (α) καταρωμένη και αφορίζουσα τον
            Υψηλάντην και τον Σούτσον ονομαστί, και παραινούσα
            πατρικώς τους λοιπούς Χριστιανούς όπως οι μεν πιστοί
            εμμείνωσι και του λοιπού εις την προς τον σουλτάνον
            πίστιν, οι δε αποπλανηθέντες επανέλθωσιν εις την
            προτέραν υποταγήν· απέλυσε δε και τους Φιλικούς του προς
            την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς και ολεθρίου. Τα
            κεραυνοφόρα δε ταύτα έγγραφα υπεγράφησαν εις πλειοτέραν
            φρίκην επί της αγίας Τραπέζης και εστάλησαν δι' εξάρχων
            εις τας επαρχίας· και εν μεν ταις ηγεμονείαις έφεραν
            αποτέλεσμα, αλλ' όχι και εν τη Ελλάδι· τοιαύτα έγγραφα
            εκίνησαν άλλοτε τους ευλαβείς λαούς της Ελλάδος κατά των
            κ λ ε π τ ώ ν· αλλ' οι καιροί δεν ήσαν οι αυτοί, και ο
            σημερινός αγών ήτον υψηλής φύσεως· διά τούτο ούτε αι
            εκκλησιαστικαί αύται παραινέσεις ησύχασαν ως άλλοτε τους
            Έλληνας, ούτε αι απειλαί τους ετάραξαν, ούτε οι
            αφορισμοί και αι κατάραι τους αφώπλισαν. Τινές δε των εν
            Κωνσταντινουπόλει βλέποντες την διαγωγήν της Πύλης
            προείδαν τι τοις έμελε· και ότι η φυγή ήτον η σωτηρία
            των. Την 5 έφυγεν ο πρώην αυθέντης Αλέξανδρος Χαντσερής
            πανοικί και κατέφυγεν εις Οδησσόν. Πανοικί έφυγαν την 6
            και κατέφυγαν εις τον αυτόν τόπον και ο Γεώργιος υιός
            του πρώην αυθέντου Καρατσά, ο έμπορος Γεώργιος
            Χρηστόπουλος και άλλοι. Την 8 ανεγνώσθη μυστικόν φιρμάνι
            καθ' όλα τα ζαμία της Κωνσταντινουπόλεως, δι' ου
            παρηγγέλλοντο όλοι οι πιστοί να ήναι διά παντός άγρυπνοι
            και έτοιμοι προς αντίκρουσιν των εν τοις κόλποις του
            κράτους εμφωλευόντων εχθρών, και οι μη έχοντες όπλα ν'
            αγοράσωσι πωλούντες και αυτά τα σκεπάσματά των, διότι ο
            κίνδυνος ήτο περί των όλων (β). Την 9 διετάχθη ο
            οικουμενικός πατριάρχης διά φιρμανίου να στείλη εις την
            Πύλην τινάς των εγκρίτων αρχιερέων, χωρίς να αιτιολογηθή
            η διαταγή αύτη· εστάλησαν δε ο Εφέσου Διονύσιος, ο
            Δέρκων Γρηγόριος, ο Νικομηδείας Αθανάσιος, ο
            Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, ο Τυρνόβου Ιωαννίκιος, ο
            Αδριανουπόλεως Δωρόθεος ο και Πρώιος, και ο Αγχιάλου
            Ευγένιος. Παρασταθέντες οι αρχιερείς ούτοι ενώπιον του
            ρεήζ - εφέντη απεστάλησαν εις οθωμανικήν τινα οικίαν υπό
            φύλαξιν, έχοντες μεν τας αναπαύσεις των, αλλ' όχι και
            την άδειαν να βλέπωσιν άλλους ειμή τους διακόνους των ως
            υπηρέτας. Συγχρόνως η εξουσία έφερεν εις την
            βασιλεύουσαν πλήθος Ασιανών στρατιωτών και την 14 διέταξε
            να οπλισθώσι και όλοι οι εν Κωνσταντινουπόλει Οθωμανοί.
            Αφ' ού δε έστησε παντού φυλακάς, εκίνησεν αμέσως χείρα
            βαρείαν καν μιαιοφόνον καθ' όλων των σημαντικών Ελλήνων
            ανεξετάστως και ακρίτως· αι οικίαι και οι γυναικωνίται
            των επατήθησαν, αι φυλακαί εγέμισαν υπόπτων, αιμοχαρείς
            Ασιανοί σείοντες γυμνάς τας ρομφαίας και φρυάττοντες
            περιέτρεχαν πληθηδόν τας οδούς και τας αγοράς θύοντες
            και απολύοντες όσους του κοινού λαού απήντων, άνευ αδείας
            της κυβερνήσεως, αλλά και άνευ κωλύματος· η πολιτική δε
            λύσσα συνώμοσε μετά του θρησκευτικού φανατισμού κατά των
            αποστατών και των απίστων. Άνευ αποδείξεων ή ενδείξεων
            αλλ' επί απλή υποψία είλκυαν κατά διαταγήν της εξουσίας
            τους γνωστούς Χριστιανούς εις σφαγήν και εις αγχόνην·
            άλλους έσφαζαν επί των οδών, άλλους εκρέμων από των
            παραθύρων των οικιών των και έμπροσθεν των συγγενών των,
            άλλους παρέδιδαν εις τα βασανιστήρια· εκκλησίας εμίαιναν
            και εγύμνοναν, οικίας κατηδάφιζαν, περιουσίας εδήμευαν,
            γυναίκας και κοράσια ήρπαζαν, πλοία υπό Ευρωπαϊκήν
            σημαίαν επεσκέπτοντο, και τους εις αυτά καταφυγόντας
            Έλληνας έσυραν εις την ξηράν υπό τους οφθαλμούς των
            πρέσβεων.

Απρίλιος    Το ξίφος του σουλτάνου έπεσεν εν πρώτοις επί την
            κεφαλήν των εν Κωνσταντινουπόλει Ελλήνων την 22, καθ' ην
            απεκεφαλίσθησαν ο Νικόλαος Σκαναβής, ο Μιχαήλ Μάνος πρώην
            διερμηνεύς του στόλου και γαμβρός του Σκαναβή, ο Θεόδωρος
            Ρίζος και ο Αλέκος υιός του Φωτεινού αρχιάτρου του
            αυθέντου της Μολδαυίας. Τα πρώτα ταύτα σφάγια της
            σουλτανικής μανίας διεδέχθησαν άλλα την 26 και 27, ήγουν
            ο Λεβίδης ο και Τσαλίκης, ο Στεργιαννάκης
            Τσουρπατσόγλους, τρεις καλόγηροι, τρεις ταχυδρόμοι του
            αυθέντου της Μολδαυίας και οκτώ άλλοι ολίγον γνωστοί. Την
            3 απριλίου έφθασε ταχυδρόμος εξ Αθηνών αναγγέλλων δι' ων
            έφερε γραμμάτων, ότι απεστάτησεν όλη η Πελοπόννησος.
            Παράφρων έτι μάλλον έγεινεν ο σουλτάνος επί τη ειδήσει
            ταύτη, και ήρχισε να φονεύη απονώτερον.

            Μέγας διερμηνεύς τω καιρώ εκείνω ήτον ο Κωστάκης
            Μουρούζης, ούτινος ο φιλογενέστατος οίκος διηνεκές και
            προσφιλές έργον είχε τον φωτισμόν των ομογενών του. Ο
            ανήρ ούτος, αν και κατείχεν υψηλήν θέσιν και υπό την
            μάχαιραν έκειτο του δημίου, εις ουδέν τα καθ' εαυτόν
            ελογίσθη προκειμένης της αναστάσεως της πατρίδος. Εν ώ
            δε εισήρχετο μίαν των ημερών εις την Πύλην κατά το
            σύνηθες, τω εδόθη παρά πάσαν προσδοκίαν γράμμα του
            Υψηλάντου λέγον τα κατά τας ηγεμονείας συμβάντα, και
            θαρρύνον αυτόν, ως μεμυημένον τα της Εταιρίας, εις τον
            αγώνα. Ο Μουρούζης λαβών τα γράμμα παρ' αγνώστου και
            ενώπιον πολλών, και νομίσας ότι δεν έπρεπε να το αποκρύψη
            μήπως κινήση υποψίας, το εκοινοποίησε τω ρεήζ - εφέντη
            αποδίδων αυτό εις ραδιουργίαν, και επανήλθεν εις την
            οικίαν του ανενόχλητος· αλλά την 4 μεταπεμφθείς παρά τω
            ρεήζ - εφέντη και αποσταλείς παρ' αυτού εις τον
            αρχιβεζύρην απήχθη εκείθεν εις το Μπάμπι - Χουμαϊούν,
            και εκεί απεκεφαλίσθη φορών την στολήν του. Την αυτήν
            ημέραν απεκεφάλισεν η Πύλη και τον Αντωνάκην Τσιράν
            έμπροσθεν της οικίας του· εκρέμασε και άλλους οκτώ εν οις
            και τον τραπεζίτην του πρώην αυθέντου Αλεξάνδρου Σούτσου
            Δημήτριον Παπαρρηγόπουλον από του παραθύρου της οικίας
            του· την δε επαύριον απεκεφάλισε τον γαμβρόν του
            Παπαρρηγοπούλου (γ) Δημήτριον Σκαναβήν, τον Παναγιωτάκην
            Τσιγκήν και τον πρώην διερμηνέα του στόλου Μιχαλάκην
            Χαντσερήν· εκρέμασε δε και τον Γεώργιον Μαυροκορδάτον
            και αυτόν από του παραθύρου της οικίας του (δ). Την 8
            απεκεφάλισε τρεις νεροκράτας ως μελετώντας δήθεν να
            φαρμακεύσωσι τα νερά της βασιλευούσης. Την δε 9, ήτοι το
            μέγα σάββατον, απεκεφάλισε δύο εφημερίους της Μεγάλης
            εκκλησίας φύλακας της δομνίτσης Ευφροσύνης Μουρούζη
            φυγούσης. Την δε εσπέραν της αυτής ημέρας
            διεσκορπίσθησαν καθ' όλην την ενορίαν του πατριαρχείου,
            εντός και εκτός του Φαναρίου, πεντακισχίλιοι ωπλισμένοι
            γενίτσαροι μηδενός ειδότος την αιτίαν. Οι γενίτσαροι
            περιεφέροντο όλην την νύκτα εις τας οδούς του Φαναρίου
            μέχρι της ενορίας του αγίου Δημητρίου της Ξυλόπορτας και
            του Μπαλατά μηδένα ενοχλούντες. Πρός δε το μεσονύκτιον
            έκραξεν ο κράχτης της εκκλησίας, και οι Χριστιανοί, αν
            και έμφοβοι, συνήλθαν ακωλύτως και ανενοχλήτως διά μέσου
            του πλήθους των γενιτσάρων εις την εκκλησίαν του
            πατριαρχείου. Ελειτούργησεν ο πατριάρχης μετά των δώδεκα
            αρχιερέων κατά την συνήθειαν, και, απολύσεως γενομένης,
            ανεχώρησαν όλοι εις τα ίδια ως και άλλοτε ανενόχλητοι.
            Ανέβη και ο πατριάρχης εις τα πατριαρχεία εν ώ ήρχιζε να
            φωτίζη. Αλλά, μόλις ανέβη, και ειδοποιήθη ότι ο
            Σταυράκης Αριστάρχης, ο διαδεχθείς την προτεραίαν τον
            αποκεφαλισθέντα μέγαν διερμηνέα Μουρούζην, ήρχετο εις το
            πατριαρχείον (ε). Ο πατριάρχης διέταξε να τον εισάξωσιν
            εις το ιδιαίτερον δωμάτιόν του· αλλ' ο Αριστάρχης
            απεκρίθη, ότι επροτίμα να εισαχθή κατ' ευθείαν εις το
            συνοδικόν, όπου και εισήχθη. Εισήχθη μετ' ολίγην ώραν
            εις το συνοδικόν καί τις οθωμανός γραμματεύς του ρεήζ -
            εφέντη, και μετ' αυτόν εισήλθε και ο πατριάρχης εις
            έντευξίν των. Αφ' ού δ' εχαιρετήθησαν και εκάθησαν και
            οι τρεις, ο μέγας διερμηνεύς είπεν, ότι ο γραμματεύς
            έφερε φιρμάνι και είχε διαταγήν να το αναγνώση αυθωρεί
            επί παρουσία των αρχιερέων, των προυχόντων και των
            αρχηγών των συντεχνιών. Ο πατριάρχης διέταξε να
            συνέλθωσιν οι ρηθέντες και εις επήκοον των συνελθόντων
            ανεγνώσθη το φιρμάνι λέγον, «Επειδή ο πατριάρχης
            Γρηγόριος εφάνη ανάξιος του πατριαρχικού θρόνου,
            αχάριστος και άπιστος προς την Πύλην και ραδιούργος
            γίνεται έκπτωτος της θέσεώς του, και τω προσδιορίζεται
            διαμονή το Καδδίκιοϊ μέχρι δευτέρας διαταγής». Μετά δε
            την ανάγνωσιν συνοδευόμενος ο πατριάρχης υπό του
            Νικηφόρου του πιστού του αρχιδιακόνου, απήχθη, παρά την
            φράσιν του φιρμανίου και κατά διαταγήν ως φαίνεται
            μυστικήν, εις το δεσμωτήριον του Μποσταντσήμπαση.
            Εξελθόντος δε του πατριάρχου εκ του συνοδικού, ανεγνώσθη
            άλλο φιρμάνι έχον ούτως. «Επειδή η υψηλή Πύλη δεν
            επιθυμεί να στερήση τους πιστούς της υπηκόους της
            πνευματικής κηδεμονίας του κοινού πατρός των, διατάττει
            να εκλέξωσι πατριάρχην κατά την ανέκαθεν συνήθειαν». Επί
            τη διαταγή ταύτη ήρχισεν η συζήτησις περί εκλογής
            πατριάρχου, σιωπώντων και του διερμηνέως και του
            γραμματέως, και απεφασίσθη ν' ανακληθή εις τον
            πατριαρχικόν θρόνον ο εν Αδριανουπόλει διαμένων πρώην
            πατριάρχης Κύριλλος· αλλ' ο γραμματεύς ακούσας την
            εκλογήν είπεν ότι δεν ήτο δεκτή απόντος του εκλεχθέντος,
            διότι η υψηλή Πύλη δεν επεθύμει κατά τας παρούσας
            περιστάσεις μηδέ μίαν ώραν να μένη ο πατριαρχικός θρόνος
            κενός, και απήτει να εκλέξωσιν εκ των παρόντων οποίον
            ήθελαν. Διά τον λόγον τούτον μετά δευτέραν μακράν και
            επίσης ανεπηρέαστον συζήτησιν έπεσεν η ψήφος επί τον
            Πεισιδίας Ευγένιον, ον ο μέγας διερμηνεύς και ο
            γραμματεύς απέστειλαν αμέσως εις την Πύλην κατά την
            συνήθειαν· ούτοι δε απέμειναν εν τω πατριαρχείω καθώς
            και όλοι οι συνελθόντες αναμένοντες την επάνοδόν του.
            Μετά παρέλευσιν δέ τινων ωρών επανήλθεν ο νέος πατριάρχης
            υπό λαμπροτέραν παρά την συνήθη πομπήν.

            Διήρκει η περί ης ο λόγος τελετή, ότε εξήχθη της φυλακής
            ο Γρηγόριος, όστις νοήσας έκ τινων σημείων ότι ήγγιζεν η
            ώρα του θανάτου του, προητοιμάζετο αδιαλείπτως
            προσευχόμενος· εμβάς δε εις πλοιάριον απεβιβάσθη εις το
            παράλιον του Φαναρίου. Εκεί ατενίσας εις τον ουρανόν,
            όπου έμελλε ν' αναβή μετ' ολίγον, έκαμε τον σταυρόν του,
            εγονάτισε, και έκλινε την μιξότριχα κεφαλήν του υπό την
            μάχαιραν του δημίου· αλλ' ο δήμιος τον ανήγειρεν ειπών
            αυτώ να τον ακολουθήση, διότι δεν ήτον εκείνος ο τόπος
            της ποινής του. Οδεύοντες εκείθεν έφθασαν εις τα
            πατριαρχεία. Εκεί ο δήμιος τον εκρέμασε προσευχόμενον
            από του ανωφλίου της μεγάλης πύλης μετά την μεσημβρίαν
            της Κυριακής του Πάσχα· ώστε, καθ' ην ώραν εφήμιζαν
            άνωθεν του πατριαρχείου και επολυχρόνουν τον νέον
            πατριάρχην οι τρισάθλιοι Χριστιανοί ψάλλοντες το ε ι ς -
            π ο λ λ ά - έ τ η - δ έ σ π ο τ α, εκρεμάτο κάτωθεν ως
            ληστής και κακούργος ο προκάτοχος αυτού, όστις προ
            ολίγων ωρών, προσφέρων την αναίμακτον θυσίαν υπέρ των
            του λαού αγνοημάτων, ευλόγει τους πιστούς ασπαζομένους εν
            ευλαβεία και κατανύξει την εν τοις αγίοις των αγίων
            αγιασθείσαν και αγιάζουσαν δεξιάν του. Αι τελευταίαι
            στιγμαί του Γρηγορίου εφάνησαν στιγμαί ακραιφνούς
            πίστεως και ανεξικακίας, οποίας προετοιμάζει ακηλίδωτος
            συνείδησις, αγαθοποιός καρδία, παράβλεψις της προσκαίρου
            ζωής και προσδοκία της μελλούσης. Το δε επί του λειψάνου
            έγγραφον της καταδίκης έλεγε τας αιτίας δι' ας εκρίθη
            άξιος θανάτου. Ιδού το έγγραφον, το τουρκιστί λεγόμενον
            «Γ ι α φ τ άς».

            «Χρέος των αρχηγών των υπό την εξουσίαν μου διαφόρων λαών
            είναι να επαγρυπνώσι νύκτα και ημέραν τους υπό την
            οδηγίαν των, να παρατηρώσι την διαγωγήν των και ν'
            ανακαλύπτωσι και αναφέρωσιν εις την κυβέρνησίν μου τας
            αθεμίτους πράξεις των. Οι δε πατριάρχαι, ως αρχηγοί των
            ραγιάδων ζώντων εν ασφαλεία υπό την σκιάν της
            αυτοκρατορικής μου εξουσίας, οφείλουν να ήναι υπέρ πάντα
            άλλον ανεπίληπτοι, τίμιοι, πιστοί και ειλικρινείς.
            Έχοντες δε τας αρετάς ταύτας οφείλουν, οσάκις
            παρατηρήσουν κακάς κλίσεις του λαού των, να τας
            εμποδίζωσι δι' απειλών και συμβουλών, ή, αν αναγκαίον,
            και διά ποινών κατά τα έθιμα της θρησκείας των, και
            τοιουτοτρόπως να φαίνωνται ευγνώμονες εν μέρει προς την
            υψηλήν Πύλην δι' ας απολαμβάνουν χάριτας και ελευθερίας
            υπό την αγαθοποιόν σκιάν της.

            Αλλ' ο άπιστος πατριάρχης των Ελλήνων, ο δώσας άλλοτε
            δείγματα της εις την υψηλήν Πύλην αφοσιώσεώς του,
            αδύνατον να θεωρηθή αλλότριος των στάσεων του έθνους
            του, ας διάφοροι κακότροποι και αναίσθητοι,
            παρασυρόμενοι υπό χιμερικών και διαβολικών ελπίδων,
            διήγειραν· και χρέος του ήτο να διδάξη τους απλούς, ότι
            το τόλμημα ήτο μάταιον και ατελεσφόρητον· διότι τα κακά
            διαβούλια δεν είναι δυνατόν ποτε να ευδοκιμήσωσι κατά
            της μωαμεθανικής εξουσίας και θρησκείας, αίτινες έλαβαν
            ύπαρξιν θεόθεν προ υπερχιλίων ετών, και θα διατηρηθούν
            μέχρι της συντελείας του αιώνος καθώς μας βεβαιούν αι
            αποκαλύψεις και τα θαύματα· αλλ' εξ αιτίας της διαφθοράς
            της καρδίας του, όχι μόνον δεν ειδοποίησεν ουδ'
            επαίδευσε τους απατηθέντας, αλλά καθ' όλα τα φ α ι ν ό μ
            ε ν α ήτο και αυτός, ως αρχηγός, μυστικός συμμέτοχος της
            επαναστάσεως, και αδύνατον να μη αφανισθή και πέση εις
            την οργήν του Θεού όλον σχεδόν το έθνος των Ελλήνων, αν
            και εν αυτώ είναι και πολλοί αθώοι.

            Καθ' ον καιρόν εγνώσθη η αποστασία, η υψηλή Πύλη,
            συμπάθειαν λαβούσα προς τους αθλίους ραγιάδας της,
            ησχολήθη να επαναφέρη τους πλανηθέντας διά της
            γλυκύτητος εις την οδόν της σωτηρίας, και επί τω σκοπώ
            τούτω εξέδωκε πρόσταγμα διατάττουσα και συμβουλεύουσα τον
            πατριάρχην τα δέοντα, και προσκαλούσα αυτόν ν' αφορίση
            όλους τους αποστατήσαντας ραγιάδας όπου και αν ήσαν
            αλλ', αντί να δαμάση τους αποστάτας και δώση πρώτος το
            παράδειγμα της εις τα καθήκοντα επιστροφής των, ο
            άπιστος ούτος έγεινεν ο πρωταίτιος όλων των αναφυεισών
            ταραχών. Είμεθα πληροφορημένοι ότι εγεννήθη εν
            Πελοποννήσω, και ότι είναι συνένοχος όλων των αταξιών
            όσας οι αποπλανηθέντες ραγιάδες έπραξαν κατά την
            επαρχίαν των Καλαβρύτων. Ούτος λοιπόν είναι ο αίτιος του
            θεία βοηθεία επικειμένου παντελούς αφανισμού των
            αποπλανηθέντων ραγιάδων.

            Επειδή πανταχόθεν εβεβαιώθημεν περί της προδοσίας του όχι
            μόνον εις βλάβην της υψηλής Πύλης, αλλά και εις όλεθρον
            αυτού του έθνους του, ανάγκη ήτο να λείψη ο άνθρωπος
            ούτος από του προσώπου της γης, και διά τούτο εκρεμάσθη
            προς σωφρονισμόν των άλλων».

            Δύο αιτίαι της καταδίκης του πατριάρχου αναφέρονται εν τω
            εγγράφω τούτω· η μεν «ότι δεν εκίνησε τα πνευματικά του
            όπλα κατά των αποστατών»· η δε «ότι και αυτός ήτο
            συμμέτοχος της αποστασίας».

            Ολίγον ανωτέρω διηγήθημεν, ότι επί τη προτάσει της Πύλης
            και τους αρχιαποστάτας ο πατριάρχης αφώρισε και
            ανεθεμάτισε, και τους υπό την ποιμαντορίαν του λαούς εις
            την προτέραν των προς τον σουλτάνον υποταγήν ανεκάλεσε,
            και τους Φιλικούς του προς την Εταιρίαν όρκου ως ασεβούς
            και ολεθρίου απέλυσε. Σώζονται δε και τα περί ων ο λόγος
            συνοδικά έγγραφα, ώστε η αιτία αύτη στηλιτεύεται εξ αυτών
            των πραγμάτων πάντη ψευδής. Πάντη αναπόδεικτος και
            ανυπόστατος είναι και η άλλη αιτία, δηλαδή, ότι ο
            πατριάρχης ήτο συμμέτοχος της αποστασίας. Τρία τινά
            επιφέρει το έγγραφον εις απόδειξιν της αιτίας ταύτης,
            «ότι ο καταδικασθείς εις θάνατον ήτο καθ' όλα τα φ α ι ν
            ό μ ε ν α μυστικός συμμέτοχος της αποστασίας, ότι η Πύλη
            π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η περί της ενοχής
            του, και ότι ε γ ε ν ν ή θ η - εν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ
            ω όπου κατά πρώτον εξερράγη η επανάστασις».

            Προς Θεού! οι λόγοι ούτοι «κ α θ' ό λ α - τ α - φ α ι ν ό
            μ εν α, —π ο λ λ α χ ό θ ε ν - ε β ε β α ι ώ θ η,—ε γ ε
            ν ν ή θ η - ε ν - Π ε λ ο π ο ν ν ή σ ω», είναι λόγοι
            σπουδαίοι; είναι αποδείξεις; δικαιούν τοιούτον τόλμημα;
            Αν είχεν η Πύλη αποδείξεις της ενοχής του θύματός της,
            ως διετείνετο, διατί δεν τας εδημοσίευε; διατί δεν τας
            εκοινοποίει ταις πρεσβείαις κατά την ρητήν αξίωσιν του
            παρ' αυτή πρέσβεως του αυτοκράτορος της Ρωσσίας εις
            δικαιολογίαν της και αποτροπήν τόσων δεινών εξ ων
            περιεστοιχίζετο; Οι λόγοι ούτοι δεν αποδεικνύουν μάλλον
            το μέγα ανόμημα του τιμωρήσαντος ή το μέγα έγκλημα του
            τιμωρηθέντος; Ο πατριάρχης εγνώριζεν αναμφιβόλως τα της
            Εταιρίας, ουδ' ήτο δυνατόν ν' αγνοή ο πνευματικός πατήρ
            όλων των Ελλήνων ό,τι πλήθη πάσης τάξεως εγνώριζαν· αλλ'
            εταίρος, ό εστι συνωμότης κατά της τουρκικής εξουσίας,
            δεν ήτο· και όχι μόνον ουδόλως εθάρρυνε την ελληνικήν
            εθνεγερσίαν, αλλά και πάντοτε απέτρεπε τους προς ους
            διελέγετο φιλεπαναστάτας, θεωρών εθνοφθόρον το τοιούτον
            τόλμημα, και τον προς ον έτεινε σκοπόν ανεπίτευκτον.
            Μάρτυρες των λεγομένων είναι οι αυτήκοοι των λόγων του
            αγίου ανδρός, ων την αξιόπιστον μαρτυρίαν παρελάβαμεν
            και ημείς εκ του στόματος αυτών, και παραδίδομεν όπως
            την παρελάβαμεν εις την ιστορίαν· δεν κατεμήνυσε δε όσα
            πνευματικώ τω τρόπω εγνώριζε, διότι εθεώρησεν αναμφιβόλως
            την καταμήνυσιν και αναξίαν του χαρακτήρος του, και
            εναντίαν του πνευματικού καθήκοντός του, και ικανήν να
            προκαλέση τον όλεθρον των ομογενών του ενόχων και μη.

            Επί ταύταις ταις αιτίαις εξετελέσθη η καταπλήξασα και
            καταταράξασα τον χριστιανικόν όλον κόσμον μιαιοφονία του
            αρχηγού της Ανατολικής Εκκλησίας το εβδομηκοστόν έτος
            διανύοντος.

            Τούτου δε γενομένου, ανεχώρησαν εκ των πατριαρχείων ο
            μέγας διερμηνεύς, ο γραμματεύς και οι λοιποί. Το δε
            δειλινόν της αυτής ημέρας ο Μπεντερλή - Αλήπασας, ο προ
            ολίγου διορισθείς αρχιβεζίρης (στ), διέβη διά του
            Φαναρίου μεθ' ενός μόνου υπασπιστού, και εκάθησε πέντ'
            έξ λεπτά αντικρύ του κρεμαμένου πατριάρχου, θεωρών αυτόν
            και λαλών προς τον υπασπιστήν του. Διέβη εκείθεν μετά
            μίαν ώραν παρενδεδυμένος και ο σουλτάνος και έρριψε και
            αυτός το βλέμμα επί τον πατριάρχην. Τρεις ημέρας έμεινε
            το λείψανον κρεμάμενον· την δε τετάρτην το καθείλεν ο
            αγχονιστής επί σκοπώ να το ρίψη εις την θάλασσαν, διότι
            οι κατά διαταγήν της εξουσίας κρεμάμενοι ή
            αποκεφαλιζόμενοι δεν αξιούνται ταφής. Ήλθαν τότε προς τον
            αγχονιστήν Εβραίοι και λαβόντες την άδειάν του, κατά
            τινας δε και φιλοδωρήσαντες αυτόν, έδεσαν τους πόδας του
            λειψάνου, το έσυραν από των πατριαρχείων μέχρι του
            αιγιαλού του Φαναρίου χλευάζοντες και βλασφημούντες, και
            το έρριψαν εις την θάλασσαν εγχειρίσαντες το σχοινίον τω
            αγχονιστή, αναμένοντι εν πλοιαρίω. Απομακρυνθείς ούτος
            της ξηράς σύρων και το επί της θαλάσσης λείψανον, και
            φθάσας εν μέσω του κερατίου κόλπου μεταξύ Φαναρίου και
            ναυστάθμου απήρτησεν από του λειψάνου πέτραν εις
            καταποντισμόν του· αλλά το λείψανον δεν συγκατεποντίσθη,
            διότι δεν ήτο η πέτρα ικανώς βαρεία. Επέστρεψε τότε ο
            αγχονιστής εις την ξηράν, και λαβών άλλας δύο πέτρας
            επανήλθεν όπου εκυματίζετο το λείψανον, προσεπισυνέδεσε
            και αυτάς, το ελόγχευσε δις και τρις εις απορρόφησιν
            νερού, και ούτω κατεβυθίσθη. Μεθ' ικανάς δε ημέρας
            ανεφάνη προς τον Γαλατάν μεταξύ δύο πλοίων
            ελλιμενιζόντων έμπροσθεν του Καρακιοΐου, του μεν
            σλαβονικού του δε κεφαλληναίου. Πρώτος ο Σλαβόνος
            πλοίαρχος είδε το λείψανον, και το εσκέπασεν επιρρίψας
            ψάθαν, επί σκοπώ, όταν νυκτώση, να το ανελκύση και το
            θάψη ούτινος και αν ήτον ως φιλόχριστος. Γενομένης δε
            εσπέρας, επρόλαβεν ο άλλος πλοίαρχος, ο Κεφαλλήν,
            Σκλάβος ονόματι, και το ανείλκυσεν· ιδών δε εκ της
            γενειάδος και της αξυρίστου κεφαλής, ότι ήτο λείψανον
            ιερωμένου, έφερε την επαύριον εις το πλοίον τινας έξωθεν
            κρυφίως, και βεβαιωθείς ότι ήτο του πατριάρχου, το
            εσαβάνωσε, το μετεκόμισεν εις Οδησσόν, και το απέθεσεν
            εν τω λοιμοκαθαρτηρίω. Εξετασθέν δε αυτόθι και εκ
            δευτέρου κατά διαταγήν του διοικητού απεδείχθη και τότε
            ότι ήτο τω όντι το του πατριάρχου.

            Δοθείσης δε της ειδήσεως εις Πετρούπολιν, εξεδόθη
            διάταγμα ίνα αποδοθώσιν εις τον νεκρόν δημοσίως όλαι αι
            προσήκουσαι τιμαί. Συνέδραμε και η ιερά σύνοδος της
            Ρωσσίας εις την εκκλησιαστικήν λαμπρότητα της κηδείας,
            και την 17 Ιουνίου συνήχθησαν εις το λοιμοκαθαρτήριον αι
            πολιτικαί και στρατιωτικαί Αρχαί του τόπου, οι δύο
            μητροπολίται ο Σιλιστρίας Κύριλλος και ο Ιεροπόλεως
            Γρηγόριος, ο επίσκοπος Μπεντερίου και Ακερμανίου
            Δημήτριος, ο κλήρος όλης της επαρχίας, οι δυστυχείς
            πρόσφυγες Έλληνες και μέγα πλήθος λαού, και υπό τον
            νεκρώσιμον ήχον των εκκλησιαστικών κωδώνων, των
            ψαλμωδιών, των πυροβόλων, της στρατιωτικής μουσικής, και
            υπό τας αδιαλείπτους εις τον Ύψιστον ευχάς, συνώδευσαν
            το ιερόν λείψανον αλώβητον και άοδμον εις την μητρόπολιν
            της Οδησσού, όπου διέμεινε τριήμερον μέχρι της 19, καθ'
            ην, αφ' ού εψάλη πάλιν η νεκρώσιμος ακολουθία, και
            εξεφωνήθη παρά του ιεροκήρυκος του οικουμενικού
            πατριαρχείου Κωνσταντίνου Οικονόμου κατανυκτικός λόγος,
            μετεκομίσθη εν μεγάλη και αύθις πομπή και παρατάξει εις
            την εκκλησίαν των Ελλήνων, και απετέθη εν μ ν ή μ α τ ι
            - κ α ι ν ώ εντός του αγίου βήματος προς την αρκτικήν
            πλευράν της αγίας τραπέζης ως λείψανον ιερομάρτυρος.

            «Τοιουτοτρόπως», λέγει η ημιεπίσημος εφημερίς της
            Πετρουπόλεως, «απεδόθησαν, κατ' επιταγήν του
            ευλαβεστάτου αυτοκράτορος πασών των Ρωσσιών Αλεξάνδρου
            του α', αι νενομισμέναι τιμαί της πίστεως και της
            χριστιανικής αγάπης εις τον Γρηγόριον, τον άγιον
            πατριάρχην της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας των
            Ελλήνων, τον υπομείναντα τον θάνατον του μαρτυρίου».

Απρίλιος    Την αυτήν δε κυριακήν του Πάσχα εκρέμασεν η Πύλη και
            τρεις των φυλακισθέντων αρχιερέων, τον Εφέσου, τον
            Αγχιάλου και τον Νικομηδείας. Ο τελευταίος ούτος,
            υπέργηρως ων, πριν φθάση εις τον τόπον της ποινής, πεσών
            κατά γης εξεψύχησεν, αλλά και νεκρός εκρεμάσθη· τόσον δε
            ελύσσων οι Τούρκοι, κατ' εκείνας τας ημέρας, ώστε όχι
            μόνον εφόνευαν σωρηδόν αυθαιρέτως και αφόβως όσους
            απήντων Έλληνας, αλλά και, ως αν δεν ήρκουν εις χορτασμόν
            τα αίματα των ζώντων, επιστόλιζαν, περιφερόμενοι
            αχαλινώτως, και αυτούς τους κρεμαμένους, και διεμέλιζαν
            και τους επί γης νεκρούς. Περιήρχοντο δε τας οδούς καί
            τινες ζητούντες αντιμισθίαν εις απαγωγήν των εν αυταίς
            πτωμάτων. Ουδαμού δε της πόλεως ετόλμα Χριστιανός να
            φανή, ή των παραθύρων να προκύψη. Η Κωνσταντινούπολις
            εφαίνετο μάλλον καταγώγιον ληστών και αιμοβόρων θηρίων,
            ή καθέδρα βασιλέως και διαμονή ευρωπαίων πρέσβεων. Πολλοί
            των Ελλήνων εδραπέτευαν και κατέφευγαν υπό την γενναίαν
            και φιλόχριστον περίθαλψιν της Ρωσσίας εις ξένην γην
            αφανείς και γυμνοί οι πρώην επιφανείς και βαθύπλουτοι.

            Ο μανιώδης όχλος της Κωνσταντινουπόλεως εξεμάνη και κατ'
            αυτών των ιερών ναών των Χριστιανών. Την 22 συνήχθησαν
            προς τα χαράγματα νεανίαι Τούρκοι κατά το Εδρηνέκαπη,
            ηνώθησαν καί τινες ηλικιωμένοι, και εισήλθαν όλοι εις
            την εκεί εκκλησίαν διά της βίας, εσύντριψαν τα στασίδια
            και ήρπασαν τα ασημικά, τα σκεύη της και τα άμφια των
            εφημερίων της. Παρεκάθητο φυλακή και τους είδεν, αλλ'
            ούτε τους επέπληξεν, ούτε τους εμπόδισεν. Θαρρυνθέντες οι
            άτακτοι, συμπαραλαβόντες και άλλους ομοίους των, και
            φέροντες επί δοκαρίων εν είδει σημαιών τα φελώνια, τα
            επιτραχήλια, και άλλα ιερά άμφια, αλαλάζοντες και
            χλευάζοντες υπήγαν εις την εκκλησίαν του Εγρίκαπη, όπου
            εσύντριψαν τους πολυελαίους, έρριψαν κατά γης τα
            εικονοστάσια, έσπασαν τας εικόνας, εποδοπάτησαν τα ιερά
            σκεύη, και ήρπασαν τα ασημικά· εκείθεν μετέβησαν εις τας
            εκκλησίας της Παναγίας του Μουχλιού, της Ξυλόπορτας, του
            πατριαρχείου του αγίου Τάφου και του αγίου Ιωάννου του
            Μπαλατά αθεμιτουργούντες· εκείθεν εκίνησαν προς την του
            οικουμενικού πατριαρχείου, όπου φθάσαντες ηύραν τας
            πύλας κλειστάς και δεν ηδυνήθησαν να τας ανοίξωσιν ούσας
            σιδηράς· δύο δε εφημερίους, παρευρεθέντας εν τη αυλή του
            πατριαρχείου, οι μανιώδεις ούτοι εσκότωσαν. Το συμβάν
            τούτο ιδούσαι γυναίκες εκ των πέριξ οικιών ήρχισαν να
            ολολύζωσιν υποθέσασαι, ότι η Πύλη απεφάσισε γενικήν
            σφαγήν, ως εψιθυρίζετο· γενικός δε φόβος κατέλαβεν όλην
            την ενορίαν του πατριαρχείου, εντός και εκτός του
            Φαναρίου, ώστε δεν ηκούοντο ειμή ολολυγμοί Χριστιανών,
            και στασιώδεις και φονικαί κραυγαί υπερδιακοσίων
            Τούρκων. Οι Τούρκοι, μη δυνηθέντες να εισέλθωσιν εις την
            εκκλησίαν, ώρμησαν εις τα πατριαρχεία και τα εγύμνωσαν·
            οι δε ευρεθέντες εν αυτοίς καλόγηροι διεσκορπίσθησαν,
            και πολλοί ανέβησαν επί της στέγης καταφεύγοντες εις τας
            όπισθεν οθωμανικάς οικίας. Ο δε νεοχειροτόνητος
            πατριάρχης κατέφυγε προς το μέρος του κοινού του
            πατριαρχείου, όπου ευρόντες τον οι κακούργοι, οι μεν τον
            ύβριζαν και τον εφοβέριζαν, οι δε τον επροστάτευαν
            λέγοντες, ότι ήτο πιστός· τον συνώδευσαν δε και εις την
            αστυνομίαν του Φαναρίου όπου ηύρεν επί τέλους άσυλον. Αι
            σκηναί αύται ήρχισαν περί τον όρθρον, και μόλις έπαυσαν
            την δ' ώραν μετά μεσημβρίαν διά της ενόπλου επεμβάσεως
            του γενιτσάραγα. Την δ' επιούσαν η εξουσία έστειλεν εις
            το πατριαρχείον όσα των διαρπαγέντων εδυνήθη να διασώση.

            Μαινόμενος ο όχλος κατηδάφισε και την εκκλησίαν της
            Παναγίας του Μπαλουκλή διαφερόντως τιμωμένην διά το εν
            αυτή αγίασμα.

Μάιος       Η λύσσα δε της εξουσίας δεν ήτο μετριωτέρα της του
            όχλου. Αν και εφάνη ότι απεδοκίμαζε τας προϊστορηθείσας
            κατά των ιερών ναών του όχλου πράξεις, ούτε τινά των
            ατάκτων επαίδευσεν, ούτε αύτη έπαυσε χέουσα, ως και
            πρότερον, το αίμα του κλήρου και των κοσμικών. Εν ώ δε
            έφριττεν όλη η Ευρώπη δι' όσας προανεφέραμεν μιαιφόνους
            πράξεις της τουρκικής εξουσίας, ο σουλτάνος εκάθηρε τον
            αρχιβεζύρην Μπεντερλή - Αλήπασαν διότι, ως διελάμβανε το
            έγγραφον της καθαιρέσεως (ζ), ε φ ε ί δ ε τ ο - τ ο υ -
            α ί μ α τ ο ς - τ ω ν - Ε λ λ ή ν ω ν, και αντικατέστησε
            τον Σαλήχπασαν. Την τρίτην δε του Μαΐου, ό εστι, την
            ημέραν του διορισμού του νέου αρχιβεζύρη, και την
            δωδεκάτην αφ' ης εβεβηλώθησαν οι ναοί και εχλευάσθησαν
            πανδήμως τα ιερά, απεκεφάλισεν η Πύλη τον
            υπερεκατονταετή επίσκοπον Μυριουπόλεως, και τον
            εννεακαιδεκαετή υιόν του πρώτου άρχοντος της Ροδοστού.
            Την δε επαύριον διέταξε να κρεμασθώσι και οι λοιποί
            φυλακισθέντες αρχιερείς, ο Δέρκων, ο Αδριανουπόλεως, ο
            Τυρνόβου και ο Θεσσαλονίκης. Οι φιλόχριστοι ούτοι
            αρχιερείς, εν ώ μετεκομίζοντο εις τον τόπον της ποινής
            εντός ενός και του αυτού πλοιαρίου, προητοιμάσθησαν
            πλήρεις πίστεως και ευλαβείας εις αποβίωσιν, έψαλαν οι
            ίδιοι την νεκρώσιμον ακολουθίαν, ικέτευσαν τον Θεόν των
            πνευμάτων και πάσης σαρκός υπέρ αναπαύσεως των ψυχών
            αυτών, και ευλόγησαν αλλήλους ειπόντες το «Μακαρία η
            οδός ή πορεύη σήμερον». Αφού δε προσώρμισε το φέρον
            αυτούς πλοιάριον εις το Αρναούτκιοϊ, ο αγχονιστής,
            συμπλωτήρ και αυτός, διέταξε τον Τυρνόβου ν' αποβή και
            να τον παρακολουθήση. Ο Τυρνόβου κλίνας την κεφαλήν
           

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/38414