Διηγήματα, Τόμος Δ
by Alexandros Moraitides · Greek · Gutenberg #37629 · 290,626 chars · public domain (US)
The Project Gutenberg eBook of Διηγήματα, Τόμος Δ
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.
Title: Διηγήματα, Τόμος Δ
Author: Alexandros Moraitides
Release date: October 4, 2011 [eBook #37629]
Most recently updated: May 8, 2012
Language: Greek
Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/37629
Credits: Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.
*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΔΙΗΓΉΜΑΤΑ, ΤΌΜΟΣ Δ ***
Produced by Sophia Canoni. Thanks to George Canonis for
his major work in proofreading.
Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic, otherwise the spelling of the book has not been
changed. Words in italics have been included in _. Footnotes have
been converted to endnotes.
Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _. Οι υποσημειώσεις
των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ Δ'
ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ
ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΜΩΡΑΪΤΙΔΟΥ
ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ
ΤΟΜΟΣ Δ'
Ο κυρ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ — ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ — ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ — ΣΕ ΜΙΑ
ΠΑΡΑΚΛΗΣΙ-ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ — ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ — ΣΥΝΤΡΟΦΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑΝ
ΕΚΔΟΣΙΣ ΤΙΜΗΤΙΚΗ ΕΠΙ ΤΗ ΠΕΝΤΗΚΟΝΤΑΕΤΗΡΙΔΙ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΣ
ΑΘΗΝΑΙ — ΕΚΔΟΤΗΣ ΙΩΑΝΝΗΣ Ν. ΣΙΔΕΡΗΣ — 1921
Από τον Εκδοτικόν Οίκον I. Ν. Σιδέρη, εις τον οποίον αληθώς η
Ελληνική φιλολογία οφείλει πολλά — αλλ' ακόμη περισσότερα ο κόσμος
ο επίλεκτος των αναγνωστών αφού εκεί ευρίσκει την καλλιτέραν
πνευματικήν τροφήν — εξεδόθη και ο τρίτος τόμος των Διηγημάτων του
Αλεξάνδρου Μωραϊτίδου, εις συνέχειαν της τιμητικής εκδόσεως των
έργων επ' ευκαιρία της Πεντηκονταετηρίδος του μεγάλου Έλληνος
Διηγηματογράφου.
Ο τόμος αυτός περιλαμβάνει τρία άλλα αριστοτεχνήματα. Όλη η
ελληνική ζωή, όλη η ελληνική ψυχή, όλη η ελληνική αντίληψις
παρελαύνουν εις τας μεστάς κλασικών εικόνων σελίδας με την
μοναδικήν απλότητα, η οποία χαρακτηρίζει και ακριβώς εξυψώνει το
έργον του Α. Μωραϊτίδη επάνω από τα άλλα δημιουργήματα του
ελληνικού καλάμου.
Υποδειγματική αληθινή η σύνθεσις των έργων αυτών ζωγραφίζει τόσον
πιστώς, τόσον παραστατικώς ό,τι απαιτείται διά την αφήγησιν μιας
ιστορίας βγαλμένης από την πραγματικήν ζωήν, ώστε ο αναγνώστης
γρήγορα προχωρεί έως το τέλος διά να το μάθη· αλλά και πάντοτε το
ξαναδιαβάζει δια να εντρυφήση περίοδον με περίοδον και φράσιν προς
φράσιν το καλλιτέχνημα.
(Εφημ. Α θ ή ν α ι επί εκδόσει τον Γ' τόμου των
Διηγημάτων του ημετέρου συγγραφέως).
ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΩΡΑΙΟΥΣ ΣΚΑΠΑΝΕΙΣ
ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
Ουαί τοις γράφουσι πονηρίαν· γράφοντες γαρ
πονηρίαν γράφουσιν. (Ησαΐας 10,1)
Ο ΚΥΡ-ΜΑΝΩΛΑΚΗΣ
(1891)
Ήτο περασμένη η ώρα. Το χωρίον εκοιμάτο βαθύν ύπνον παιδίου, το
οποίον ύστερον από τόσα τρεξίματα και παιγνίδια και γέλοια,
αποσταμένον, γέρνει εγγύς της εστίας του και αποκοιμάται. Τα
νυκτοπούλια της ανοίξεως, τα οποία εστέναζον υπό τας καμάρας του
κωδωνοστασίου, θαρρείς και συνεπλήρουν τον ανασασμόν της
κοιμωμένης λευκής πολίχνης. Και μόνον είς θόρυβος ηκούετο κατά
μακρά διαλείμματα. Ο κρεοπώλης, ο άγριος και εις την χαράν του, ο
οποίος σφάζων αμνούς μέχρι της δύσεως του ηλίου δεν απηύδησε να
φωνάζη: «Α και να πάμε ς' τον μπαρμπέρη!» κατά λάθος, φαίνεται,
αφού εξεπούλησεν, εισελθών εις το γειτονικόν καπηλείον _άναψε τα
καντήλια_ — Πάσχα ξημέρωνε, βλέπετε, — και γεμίζων μίαν παμπάλαιαν
κ' εσκωριασμένην πιστόλαν, από τον καιρόν του Καρατάσου, ήνοιγε
κρυφά-κρυφά την θύραν του καπηλείου και προεώρταζε την
Ανάστασιν, πυροβολών κρατερώς και επιμόνως. Και πάλιν αστραπιαίως
έκλειε την θύραν προς μεγάλην απορίαν του γέροντος δημαρχικού
κλητήρος, όστις από μακράν κάτω ακούων τον βαρύν πιστολισμόν
έσπευδε μέχρι του καπηλείου υπόπτως, πλην βλέπων την θύραν
κεκλεισμένην υπέστρεφε, κάμνων τον σταυρόν του και θαυμάζων το
γεγονός.
— Να μποδίσουμε, εμονολόγει με την έρρινον φωνήν του, τους
πιστολισμούς και τους πυροβολισμούς. Άιντε τώρα εμπόδισέ τους, κυρ
δήμαρχε! Ορίστε! Αυτά είνε γραμμένα να γίνουνται, έτσι _αντάμ-
παπαντάμ_, εξ αρχής και έκπαλαι. Ορίστε! Οι πυροβολισμοί πέφτουν
μονάχοι τους, κυρ-Δήμαρχε! Είνε ο αέρας της Αναστάσεως.
Συγχρόνως ο κρεοπώλης _με τ' αναμμένα τα καντήλια του_,
ημοιανοίξας πάλιν την θύραν του καπηλείου εκένωσεν εκ νέου την
εσκωριασμένην πιστόλαν του. Ο κλητήρ, κοντός, χονδρός, με ημίσειαν
ρίνα, απολέσας το λοιπόν μέρος αυτής έν τινι συμπλοκή, στραφείς
είδε την θύραν του καπηλειού κλειστήν πάλιν, έκαμε τον σταυρόν του
και εχάθη εις την καμπήν της οδού, φθεγγομένης παράπονα της ρινός
του κατά των ανεφαρμόστων αστυνομικών διατάξεων, ενώ ο βαρύς της
πιστόλας ήχος εκυλίετο ακόμη εις το ανοικτόν πέλαγος του λιμένος,
εποχούμενος επί της μελανής ομίχλης και κροτών ως βαρέλιον πλήρες
ήλων.
***
Αλλ' ενώ οι χωρικοί πάντες εκοιμώντο αναπαυόμενοι, όπως εγερθώσι
τα μεσάνυκτα και φαιδροί μεταβώσιν εις τον ναόν έκαστος με την
λευκήν λαμπάδα του, η κυρά Μανωλάκαινα ηγρύπνει. Δεν την
εκολλούσεν ύπνος. Εξαγάγουσα από μεγάλου δρυΐνου κιβωτίου τα χρυσά
προικιά της, τα οποία χρόνια είχε να φορέση το Πάσχα, την νύκτα,
προητοίμαζεν αυτά υπό το φως λυχναρίου, επιδιορθούσα μικράς τινας
βλάβας τυχόν, όπως στολισθείσα ως νύμφη μεταβή εις την Ανάστασιν
κ' επιδείξη τον χρυσόν πλούτον του ιματισμού της. Ο κυρ-Μανωλάκης
εκοιμάτο εις το παρακείμενον δωμάτιον. Ηκούετο ο ρογχασμός του ως
κρότος υπόκωφος συρομένης αλύσεως πλοίου μακράν εις τον λιμένα,
συνεχής και μονότονος.
Νέα ακόμη η κυρά-Μανωλάκαινα, μόλις τριάκοντα πέντε ετών, πρώτην
φοράν από του γάμου της — γενομένου προ πέντε ετών — ευρίσκετο εις
την ευτυχή περίστασιν να φορέση τα νυμφικά της και σταθή εις την
πρώτην γραμμήν της γυναικωνίτιδος. Τι να κάμη πίσω-πίσω 'ς το
γυναικείο να στέκεται, και να την τσαλαπατούν και να στάζουν κεριά
ς' το χρυσοκέντητο βελουδένιο μπαμπουκλί της, και να της κάψουν το
αραχνοΰφαντον αλέμι της με της λαμπάδαις που δεν ξέρουν μερικαίς
να της κρατήσουν, που ταις κρατούν σαν νάνε σαΐταις που 'φαίνουν,
ή καλαμιαίς που τινάζουν της εληαίς! Δεν πήγαινε και αυτή διόλου
την νύκτα το Πάσχα. Εφέτος όμως θα είχε τα πρωτεία ς' το
γυναικείον. Έδωσεν ο Θεός και ο άνδρας της, ο κυρ-Μανωλάκης,
έγεινε Πίτροπος και θα είχεν η κυρά-Πιτρόπισσα την πρώτην θέσιν,
μπροστά-μπροστά εις τα καφάσια. Και θάβλεπεν όλην την παράταξιν
της λαμπράς ακολουθίας και θα ήκουεν όλα τα _γράμματα_. Δεν τα
καλονοούσε, μα θα τα ήκουεν. Εν ω άλλοτε πίσω-πίσω από της
άλλαις δεν έβλεπε τίποτε, δεν ήκουε τίποτε. Προσκυνούσαν η
μπροσθιναίς, προσκυνούσαν και η 'πισιναίς. Έσκυφταν η μπροσθιναίς,
έσκυφταν και η 'πισιναίς. Η κυρά-Μανωλάκαινα εκ της ιεράς
λειτουργίας ήξευρε μόνον πότε _λιβανίζει_ ο παπάς και πότε
βγαγγελίζει. Το λιβάνισμα ησθάνετο εκ του ζωηρού κωδωνίσματος του
θυμιατηρίου, το βγαγγέλισμα ήκουεν εκ της γινομένης ησυχίας και
απολύτου σιωπής. _Τ' άια_, την μεγάλην είσοδον των τιμίων Δώρων —
ουδέποτε ηυτύχησε να ίδη από εκεί όπου ίστατο. Μόνον βλέπουσα να
κύπτουν αι έμπροσθέν της ιστάμεναι γυναίκες έκυπτε και αυτή
λέγουσα με τον νουν της: περνούν τα άια, μνήσθητί μου Κύριε!
Ενίοτε μάλιστα και ηπατάτο. Έκυπτον αι έμπροσθεν κατά λάθος,
έκυπτε και αυτή κατά λάθος, επιλέγουσα εις το τέλος της
λειτουργίας:
— Τώρα! καταλαβαίνουμε τάχα κ' εμείς Ακκλησιά!
Πολλάκις προσεπάθησε να εισχωρήση εμπρός, πλην ουδέποτε εύρισκε
θέσιν. Πάσαι ήσαν κατειλημμέναι. Άπαξ πρωί-πρωί μεταβάσα εις τον
ναόν εύρε πολλάς κενάς θέσεις εν τη πρώτη σειρά, κι' εγκαθιδρύθη
αγέρωχος, ώσπερ κατακτητής, επί του φαιού δρυφάκτου με την
απόφασιν να μη παραμερίση· — παιδιά δεν είχε να κλαίνε ς' το σπίτι
— Και αν της ομιλήση κανείς, ή ο επίτροπος, να κάμη πως δεν
ακούει. Αλλ' ύστερον ελθούσαι αι συνήθως ιστάμεναι εν τη πρώτη
γραμμή την απώθησαν διά των αγκώνων κατ' αρχάς, διά των λόγων
κατόπιν, και αυτή παρεμέρισε, δούσα τόπον τη οργή. Να φέρη σύυσι
και ταραχή; Μέσ' σ' νακκλησιά! Υπεχώρησε. Τοιαύτη συνήθεια
επεκράτει. Εις την πρώτην γραμμήν να ίστανται τα _σόια_, αι
καταγόμεναι από τζάκια, αι σύζυγοι των προεστώτων και συμβούλων
του χωρίου. Και αι θέσεις ήσαν κληρονομικαί. Μοναρχία κληρονομική
μέχρι της εκκλησίας εν τη νέα ελληνική κοινωνία! Η θυγάτηρ
ερχομένη εις γάμον και ιδρύουσα νέον οίκον, κατελάμβανεν εν τω ναώ
την θέσιν της μητρός, ήτις γραία πλέον εβαρύνετο ν' αναβαίνη εις
την γυναικωνίτιδα, ισταμένη εις τον νάρθηκα κάτω, ή ζαρόνουσα εις
κανέν στασίδιον κάτω-κάτω υπό την σκοτεινήν κόγχην.
Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα δεν ήτο μεν _ξεσόιαστη_, αλλά — να το
είπωμεν — δεν ήτο και από _σόι_. Ο πατέρας της ήτο ψαράς. Ο παπούς
της ήτο φούρναρης. Το βέβαιον είνε ότι ο γέρων εξελέχθη ποτέ
τρίτος δημαρχικός πάρεδρος δι' έλλειψιν άλλου υποψηφίου μόλις
λαβών το έν δέκατον των ψήφων, αλλά τούτο δεν ήρκεσεν όπως η
εγγονή του περάση εις τα μεγάλα σόια, — ήτις δεν είχε γεννηθή
ακόμα.
— Αγουρασμένον τον έχεις τον τόπον;
Παρετήρησέ ποτε είς τινα αγερώχως προσελθούσαν πλησίον της και
ζητούσαν να την απωθήση.
— Αγουρασμένον!
Απήντησεν εκείνη.
— Κιγώ πού θα σταθώ;
— Όπ' στηκέτανε η μάννα ς'!
Απεκρίθη εμπαικτικώς η εξ οικογενείας καταγομένη.
Και συγχρόνως άλλη παραπέρα ισταμένη — από σόι και αυτή —
προσέθηκεν:
— Όπ' άπλουνε τα δίχτυα ου πατέρας σ'!
Τωόντι η μητέρα της κυρά-Μανωλάκαινας δεν εστέκετο πουθενά εν τη
γυναικωνίτιδι.
Φορούσα μίαν φουστάναν μυρίζουσαν πάντοτε ψαρίλαις, πού ετόλμα να
παρουσιασθή εις την εκκλησίαν, και μάλιστα εν ημέρα μεγάλης
πανηγύρεως!
Ο πατήρ της πάλιν ο γέρων αλιεύς είχε μεν θέσιν, ίστατο, καθώς
είπεν εκείνη η εξ οικογενείας γυνή, εκεί όπου άπλωνε τα δίκτυά
του· αλλά τα δίκτυά του ήπλωνεν απ' έξω, επί του τοίχου του ναού,
καρφώσας ήλους κατά σειράν εγγύς της εισόδου, κ' εκεί τωόντι
ίστατο και ο γέρων κατά την λειτουργίαν, ουδέποτε εισερχόμενος
εντός του ναού· ως να ήτο και αυτός μόλυβδος ή φελλός,
προσκεκολλημένος επί των μεταξωτών δικτύων του. Και μόλις
ετελείωνε τα Ευαγγέλιον, ήναπτε το τσιμπουκάκι του, το οποίον
προητοίμαζε, ψαλλομένων των Αίνων, και μαζεύων τα δίκτυά του
έκαμνε τον κατήφορον.
***
Αλλ' η κυρά-Μανωλάκαινα, η κόρη του ψαρά, αν και δεν ανήκεν εις τα
σόια εκ καταγωγής, ανήκεν όμως εις αυτά ολόκληρος εκ καρδίας.
Φύσις φιλόκαλος, φύσις ευγενής, περιποιητική και θωπευτική έκαμνεν
εντύπωσιν εις τον φούρνον που πήγαινε να φουρνίση από μικρή ακόμα
διά τους καλούς τρόπους της, και την μέχρι κολακείας περιποιητικήν
γλώσσαν της, δίδουσα και εις την φωνήν της ακόμη ένα θωπευτικόν
αριστοκρατικόν τόνον φιλήματος και αγάπης. Ο ιματισμός της πάλιν
ήτο παροιμώδης εις όλον το χωρίον.
— Τι ώμορφα που ντύνεται! έλεγον.
— Σεμνή, καθαρά, καλλαίσθητος. Με τα κλωνιά της πολιτικής
μανδήλας της λυτά ποτέ δεν την είδον. Ακτένιστη ουδέ εις την αυλήν
της εθεάθη. Η μαύρη φουστάνα της στιλπνή-στιλπνή ήτο ατσάκιστη, ως
να ίστατο πάντοτε ορθία, όπερ εκίνει τον φθόνον.
— Ούλου αλόρθα βρίσκεται ου ανεμόστυλος!
Και δεν ευρίσκετο ορθία ως ο στύλος της ανέμης, αλλ' ήξευρε πώς να
καθήση και πώς να εγερθή. Ήτο περίφανη!
Αλλ' ο κόσμος έχει τας προλήψεις του. Αδιάφορον αν εκείνη η
πλουσία και από σόι δεν ξεύρη να ενδυθή και παρουσιάζεται εις την
αυλήν άνιπτος. Είνε από σόι!
Η μορφοντυμένη και μορφοκαμωμένη Γερακίτσα ήτο κόρη του ψαρά! Την
φυσικήν της καθαριότητα από μικρή εφανέρωνεν. Ενώ η μητέρα της εν
τη βία της πολλάκις εγέμιζε την ποδιά της ψάρια, διά να εκλέξη τα
καλλίτερα και τα στείλη εις τον λιμενάρχην, ίνα μη φέρη δυσκολίας
εις τον σύζυγόν της, η Γερακίτσα ουδέ τα ήγγιζεν, εάν δεν ήσαν εις
ορμαθούς διά βρύων της λίμνης. Και πάλιν ήπτετο μετά προσοχής του
βρύου διά των δύο δακτύλων της. Ώστε κατήντησεν η μητέρα της
περιπαίζουσα αυτήν να την αποκαλή _γαλαζοαίματην_.
Είτα ορφανή πατρός απομείνασα υπηρέτει ουχί επ' αμοιβή αλλ' ούτως,
εκ φυσικής κλίσεως και συμπαθείας του ομοίου προς το όμοιον, εις
τον γειτονικόν της πλούσιον οίκον αρχαίου πλοιάρχου, όστις,
αφεντάνθρωπος εις όλα, είχεν αριστοκρατικήν τάξιν εν τη οικογενεία
του. Εκεί η ωραία Γερακίτσα ανέπτυξεν όλα τα συμπαθητικά ένστικτα
της ευγενείας, συνηθίσασα να ενδύηται ευπρεπώς και κομψώς — με
γούστο — και να εκτελή όλας τας οικιακάς εργασίας, μετά λεπτότητος
και χιονώδους καθαρότητος, θαυμαστής τωόντι, ώστε ο γέρων
πλοίαρχος, — κολακεύων τας διαθέσεις της, έλεγε πολλάκις.
— Εσύ, Γερακίτσα ή να πάρης πλούσιον ή να μη 'πανδρευθής διόλου.
Τακούς;
Το πλέξιμόν της, το πλύσιμόν της, το ζύμωμά της, το μαγείρευμά
της, όλα ήσαν απαλά και λευκά ως τα απαλά χεράκια της.
Πολλοί νέοι εργατικοί, της τάξεώς της, την εζήτησαν εις γάμον,
αλλ' αύτη ηρνείτο, ονειρευομένη αρχοντείαν, ή αποφασισμένη ν'
ακολουθήση την συμβουλήν του πλοιάρχου.
— Παλλάβωσες!
Της έλεγεν η μητέρα της.
— Δεν κάνεις το σταυρό σου, επανελάμβανε συχνά, να πανδρευθής
τώρα που σε γυρεύουν; Ταχειά σα σουφρώσης, ποιος θα γυρίση να σε
κυττάξη;
Αλλ' η νεάνις είχε τον σκοπόν της. Απίθανον μεν και σκοτεινόν,
όνειρον σχεδόν, πλην είχε πάντοτε ένα σκοπόν, ένα όνειρον. Κάθε
άνθρωπος έχει το όνειρόν του. Άλλοι κατορθώνουν και το
πραγματοποιούσιν εις τον κόσμον αυτόν, άλλοι αποθνήσκουσι με το
όνειρόν των μαζή ως σάβανον της καρδίας των. Άγνωστον τίνες
αποθνήσκουν ευτυχέστεροι . . .
— Ο ένας σου μυρίζει, ο άλλος σου βρωμά! Την ήλεγχεν η μητέρα
της.
Έως ου ευτυχής σύμπτωσις διέψευσεν όλας τας οικτράς προρρήσεις της
γραίας, και η πτωχή Γερακίτσα, η κόρη του ψαρά, εγένετο κυρά-
Μανωλάκαινα.
Και ούτως η γραία απέθανεν ευχαριστημένη, αλλάξασα ιδέαν και
λέγουσα ότι τα κορίτσια δεν πρέπει να βιάζωνται. Όποιος βιάζεται,
μένει 'πίσω!
***
Και η κόρη της με τον κυρ-Μανωλάκη επήγεν εμπρός. Ο κυρ Μανωλάκης
διά των κτημάτων του και της οικονομίας του είχε σχηματίσει καλήν
περιουσίαν. Μέχρι του τεσσαρακοστού έτους της ηλικίας του είχε
σκοπόν να γείνη καλόγηρος, και συχνά επεσκέπτετο το ιερόν
Κοινόβιον, μίαν ώραν μακράν του χωρίου, ευχαριστούμενος εις τον
ησυχαστικόν βίον. Αλλ' αιφνιδίως όταν επάτησεν εις το πεντηκοστόν
έτος, μετέβαλε γνώμην και ενυμφεύθη. Του το είχεν είπει μία
τουρκογύφτισσα που πωλούσε κόσκινα:
— Εσύ καλό άνθρωπο είσαι, εσύ παράδες έχει, εσύ χτήματα, χρήματα
έχει, μα εσύ κάτι θα πάθη άμα πατήση τα πενήντα!
Η σύζυγός του ήτο ωραία, νέα, μ' ευγενείς τρόπους· η Γερακίτσα τα
είχεν όλα αυτά· πλην εφάνη μετά τον γάμον ότι ήτο και φιλόδοξος. Ο
κυρ Μανωλάκης ήθελεν ησυχίαν και ανάπαυσιν, αλλ' η κυρά-
Μανωλάκαινα τουναντίον ήθελεν ανησυχίαν και κίνησιν. Αυτή σαν
ήθελε να κάθεται κλεισμένη, έλεγε, δεν πανδρευότανε. Αυτή είχε
τόσα προτερήματα, τόσα καμώματα ευγενικά· περιπλέον είχε τόσα
στολίδια. Ήθελε λοιπόν να τα επιδείξη, προτερήματα και στολίδια.
Γι' αυτό πανδρεύονται οι άνθρωποι!
Ο κυρ Μανωλάκης ήτο ευκατάστατος, ήτο και από σόι, αλλ' ένεκα της
βραδύτητος του γάμου του, και ιδίως ένεκα της φιλαργυρίας του,
μόνος του είχεν αποσυρθή από την δράσιν των οικογενειών, ευτελώς
ενδυόμενος και ευτελώς διαιτώμενος — αφού είχε σκοπόν να γείνη
καλόγηρος — και εις το χωρίον δεν τον ανεγνώριζον πλέον ως έχοντα
δικαιώματα επί της δημογεροντίας, αφού μάλιστα όλας τας καλάς
ημέρας απουσίαζεν εις το Κοινόβιον.
Ως προς τούτο ευρέθη ηπατημένη η κυρά Μανωλάκαινα. Ενόμιζεν ότι
διά του γάμου της θα εισήρχετο πλέον με ούριον πνεύμα εις τα σόια,
αλλά έβλεπεν ότι, αν ο σύζυγός της δεν επείθετο ν' αναμιχθή εις
την πολιτικήν μέ τινας μικροδαπάνας, αδύνατον ν' αναγνωρισθή η
Γερακίτσα ως αριστοκράτισσα.
Αλλ' ο κυρ Μανωλάκης δεν τα ήκουεν αυτά.
— Τα πιθάρια μας γεμάτα, έλεγεν, αι αποθήκαι μας γεμάται, τα
βαρέλια μας γεμάτα. Τι άλλο θέλεις;
— Να γένης δήμαρχος!
Ετόλμησε να είπη η κυρά-Μανωλάκαινα. Ο κυρ-Μανωλάκης εφόρεσε την
καπίτσα μουρμουρίζων.
Φαίνεται ότι ανεμνήσθη την μάγισσαν, η οποία του είπεν ότι εις το
πεντηκοστόν έτος της ηλικίας του κάτι θα πάθη.
Έρις λοιπόν και ταραχή.
Συνέπεσε τα έτη εκείνα να γείνωσιν επανειλημμέναι εκλογαί.
Εσάστισεν ο κόσμος.
Κατ' αρχάς βουλευτικαί της μικράς περιφερείας, είτα μετ' ολίγον
βουλευτικαί της μεγάλης περιφερείας. Το αυτό έτος έγειναν και
δημοτικαί και ήσαν 39 υποψήφιοι δήμαρχοι, πάρεδροι και δημοτικοί
σύμβουλοι, είτα έγειναν εκλογαί των νομαρχιακών συμβούλων. Και
μετά οκτώ μήνας, καταργηθέντων των νομαρχιακών συμβουλίων,
διετάχθησαν επαρχιακών συμβούλων εκλογαί. Συνέπεσε να αποθάνη και
είς βουλευτής, και πάραυτα ιδού και μία βουλευτική εκλογή το αυτό
έτος.
Εγέμισε το χωρίον κάλπαις. Τα ατμόπλοια τας ξεφόρτωναν κασσέλαις-
κασσέλαις.
— Δεν βάζεις και συ, Μανωλάκη, μια κάλπη;
Επανελάμβανε μέρα-νύκτα η κυρά Μανωλάκαινα.
— Σα σ' ακούω, καϋμένη! Τι ζήλεψες από τους τενεκέδες;
— Όλος ο κόσμος ζηλεύει!
— Μα θέλουμε παράδες, γυναίκα.
— Έχουμε τα βαρέλια γεμάτα.
— Δεν φθάνουν!
— Τι λες, Μανωλάκη; Με πενήντα βαρέλαις θα μεθύσουμε όλο το
χωριό.
— Και ύστερα;
— θα βγης _πάλιδρους, σύβουλος_, ό,τ' θέλεις!
— Έχεις απ' αυτά;
Ηρώτησε πάλιν ο κυρ Μανωλάκης, προστρίψας γοργώς τον αντίχειρα επί
του λιχανού του. Και φορέσας πάλιν την καπίτσα του, εξήλθε
μουρμουρίζων.
— Καλά μου είπεν η Τουρκογύφτισσα!
Έκτοτε πολλάκις ο κυρ-Μανωλάκης υπό τας σκιεράς ελαίας του θερμά
έχυσε δάκρυα μετανοήσας διότι δεν έγεινε καλόγηρος. Αλλά πού
εγνώριζεν ο πτωχός ότι, φοβηθείς τους πολλούς πειρασμούς της
ερήμου, ήθελε πέσει εις τας χείρας ενός άλλου φοβερωτέρου και
συνθετωτέρου δαίμονος!
— Δεν φταις εσύ, έλεγε και η κυρά-Μανωλάκαινα μετ' αγανακτήσεως,
φταίω εγώ που πήρα γέρο!
Ούτως η φοβερά φιλοδοξία κατέφαγεν όλα τα άλλα θελκτικά
προτερήματα της έξυπνης Γερακίτσας, ως ένας καυστικός λίβας οπού
κατακαίει τα άνθη.
Και εμαράνθη εκείνη η ανθηρότης του προσώπου της.
Και όταν ήκουε τας ζητωκραυγάς μετά τας εκλογάς, και όταν έβλεπε
τους παρέδρους και τους συμβούλους, εστεφανωμένους ελαίας και
σύροντας τον χορόν εις την πλατείαν, εκλείετο εις τον οίκον της η
κυρά Μανωλάκαινα, κλαίουσα από την αγανάκτησίν της.
Λέγουν μάλιστα ότι νύκτα τινά τον έκλεισεν έξω τον κυρ-Μανωλάκην,
όστις επανελθών από τον ελαιώνα παράωρα, εφώναζε κρούων την θύραν:
— Κυρά Μανωλάκαινα!
***
Αλλ' ο άνθρωπος δεν θα είνε πάντοτε δυστυχής εις τον κόσμον
τούτον. Επιφυλάσσονται αυτώ και αγαθαί ημέραι.
Ο νέος δήμαρχος εσχάτως, άγνωστον πόθεν εμπνευσθείς, πλην βεβαίως
θέλων να περιποιηθή τον κυρ-Μανωλάκην, διότι προηλείφετο διά τας
βουλευτικάς εκλογάς και είχεν ανάγκην ψήφων, διώρισεν αυτόν
επίτροπον του ενοριακού ναού.
Ο δήμαρχος με την απροσδόκητον αυτήν ιδέαν του θαρρείς και τον
εξεσκέπασε τον κυρ-Μανωλάκην, όστις έστιλβεν από κεφαλής μέχρι
ποδών εξ ευχαριστήσεως.
Από κάτω από το τραχύ εκείνο καποτάκι ήτο και αυτός γεμάτος
φιλαρχίαν και φιλοδοξίαν. Ήθελε μόνον ανεξόδως ν' αποκτήση την
αρχήν. Το δε επιτροπιλήκι εξ όλων των αρχών είνε η μόνη αρχή, την
οποίαν διά να αποκτήση τις όχι μόνον δεν δίδει λεπτά, αλλά και
πέρνει, αφού την αποκτήση.
Εγελούσεν από κάτω από τον ψαρά μουστάκια του.
— Τι τάθελες αυτά, κυρ-δήμαρχε!
Εψιθύριζε κατ' αρχάς, αποφεύγων τάχα. Και όμως επεθύμει ο αγαθός
τιμήν, και μάλιστα ανέξοδον τιμήν. Ίσως εφρόνει ότι θα έπαυε πλέον
η απρεπής έρις μεταξύ αυτού και της συζύγου του, ην ηγάπα
υπερβαλλόντως. Ως και εγένετο,
— Να, τώρα έκαμες καλά! τω έλεγεν η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσι άρχισε
και ο καπετάν-Μιχαλιός, και σήμερα είνε δήμαρχος.
Την άλλην ημέραν εγκαθιδρύθη εν τω Παγκαρίω του ναού ως εν θρόνω,
με την φέσαν του την υψηλήν ως επάνω, και με την βράκα του την
βολτιασμένην και γυαλιστερήν ως από μουσελίνην.
Έβαλεν αμέσως τάξιν εις τον ναόν.
— Δεν μου λες πως ήσουν καμωμένος για Πίτροπος!
Τω έλεγεν ο κ. δήμαρχος.
— Εγώ πηγαίνω σύμφωνα με την εκκλησίαν, απήντα ο κυρ-Μανωλάκης
χαρούμενος. Δεν πρέπει να ζητή κανείς την αρχήν. Η αρχή πρέπει να
ζητή τον άνθρωπόν της. Ως υπάρχουν σιμωνιακοί εν τη εκκλησία,
ούτως υπάρχουν σιμωνιακοί και εν τη πολιτεία. Και εκείνοι και
ούτοι είνε αφωρισμένοι. Και ο τόπος που έχει σιμωνιακούς άρχοντας
είνε τόπος αφωρισμένος.
Λοιπόν αμέσως εις τάξιν τα πάντα. Τους παίδας, οίτινες συνείθιζον
να ίστανται προ του δεσποτικού καγχάζοντες και ατακτούντες, απώθησε
κάτω-κάτω, και επέβαλεν αυτοίς σιωπήν και φόβον. Επεστάτει ο ίδιος
εις την καθαριότητα του ναού, εις το χύσιμον των κηρίων, ίνα μη
γίνηται κατάχρησις και επεβλήθη εις τον εφημέριον και τους ψάλτας κ'
εν γένει ανέπτυξε προσόντα συνετής διοικήσεως και ένστικτα
αρχοντικής εξουσίας, τα οποία τόσα έτη ήσαν θαμμένα υπό το σκότος
της καπίτσας του. Τον εσυνείθισαν δε και οι άνθρωποι τόσον, ώστε
όταν δεν έβλεπον την υψηλήν φέσαν επί του θρόνου της, του μαρμαρίνου
παγκαρίου, ενόμιζον πως κάτι έλειπε.
Προ πάντων δε ετακτοποίησε τας σχέσεις του μετά της συζύγου του,
ήτις ραδινή και αναζήσασα τον εκαμάρωνεν από την καλλιτέραν θέσιν
της γυναικωνίτιδος, όπου εγκατέστη πλέον.
— Ορίστε, κυρά-Μανωλάκαινα! ορίστε κυρά-Μανωλάκαινα!
Της έκαμνον τόπον τα σόια.
Κ' εθαύμαζε και η ιδία διανοουμένη:
— Τι είνε ο κόσμος!
Και ο κυρ-Μανωλάκης με την φέσαν του την υψηλήν υπερηφάνως
περιέφερε τον δίσκον ασημένιον, απαστράπτοντα, απαγγέλλων μετά
στόμφου πανηγυρικού:
— Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!
Και αντήχει η φωνή του καθαρά και εύηχος ως απαραίτητος του ναού
ψαλμωδία:
— Το λάδι της εκκλησίας! Βοήθειά σας!
Και όταν άδειαζε τον δίσκον εντός του συρτού του εν τω παγκαρίω, ο
κρότος εκείνος των αναριθμήτων δεκαρών τον ηύφραινε μακαρίως, ως
ει επληρούτο κερμάτων το πουγγίον του.
Αι εισπράξεις ηύξησαν καταπληκτικώς. Έχουν δίκαιον όσοι λέγουν ότι
ο φιλάργυρος ως τίποτε άλλο δεν χρησιμεύει παρά ως επίτροπος
εκκλησίας. Εις την περιφοράν του δίσκου δεν του διέφευγε κανείς
των εκκλησιαζομένων. Είς δύο-τρεις φιλαργύρους, οίτινες, όταν
επλησίαζεν ο δίσκος, έκαμνον πως κοιμώνται, παρουσίαζε κατ'
επανάληψιν τον αργυρούν δίσκον φωνάζων δυνατώτερα:
— Το λάδι της εκκλησίας!
Έως ου τους ηνάγκαζεν εξ εντροπής να δώσουν τον οβολόν των.
Μόνον ο γέρω-Μασώνος, απόστρατός τις ναύτης, μόνον εκείνος του
εγλύτωνε πάντοτε.
Πονηρός γέρων αυτός, μόλις εννόει ότι επλησίαζεν η περιφορά του
δίσκου, προσεποιείτο ότι κατελαμβάνετο υπό βηχός και απήρχετο.
***
Δύο μόνον ελαττώματα του κυρ-Μανωλάκη ανεκάλυψαν οι
εκκλησιαζόμενοι. Και δύο μόνον παρεδέχετο και ο κ. δήμαρχος, και
τω έκαμνε συχνάς παρατηρήσεις προς διόρθωσιν. Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης
ήτο αμετάπειστος. — Ξεύρω 'γώ! έλεγε πάντοτε.
Πρώτον δεν ηνείχετο να βλέπη γυναίκας κάτω εις τον ναόν.
Και εις τούτο — πλην του δημάρχου ποιούντος εξαιρέσεις — ήσαν
σύμφωνοι οι εκκλησιαζόμενοι.
— Νά η θέσις σας! εκραύγαζεν ο κυρ-Μανωλάκης, νουθετών τας
γυναίκας, και δεικνύων διά του δακτύλου την γυναικωνίτιδα.
Στρεφόμενος δε προς τον κ. δήμαρχον προσέθετε·
— Εκείνοι που τα νομοθετήσανε αυτά, ξεύρανε καλλίτερα από μας.
Δεν είνε έτσι, κυρ-δήμαρχε;
Το βέβαιον είνε ότι εις το χωρίον ουδέποτε εισήχθη η καινοτομία
αύτη η απρεπής και ύποπτος, τας δε παρατηρήσεις του απέτεινεν ο
επίτροπος εις γραίας τινάς, αι οποίαι θέλεις, διότι εβαρύνοντο ν'
αναβώσιν εις την υψηλήν γυναικωνίτιδα, προσποιούμεναι και ότι
κρυόνουν, θέλεις διότι εζήλευον — και αυτό ήτο φαίνεται — να
ευρίσκωνται, γερόντισσαι αύται, εν μέσω των χρυσοστολίστων νεαρών
γυναικών, ετρύπωνον διά της οπισθίας μικράς θύρας του νάρθηκος και
κατελάμβαναν ικανά στασίδια υπό την σκοτεινήν κάτω κόγχην. Ετούτο
δε ο κυρ-Μανωλάκης δεν επεθύμει να γίνεται, εκλαμβάνων αυτό ως
κακήν αρχήν.
— Κοντά ς' της γρηαίς, κυρ-δήμαρχε, έλεγε, θα κολλήσουν και
μεσόκοπαις και ύστερα νίπτω τας χείρας!
Και εξηκολούθει τον άγριον πόλεμον κατά των γραιών.
— Όξω, όξω!
— Τι καν'ς ετσιδά, θα 'πω; άφσε να νησπασθώ τα 'κουνίσματα.
— Όξω, όξω! επανελάμβανεν ο κυρ-Μανωλάκης διπλών τας λέξεις του.
Έχ' απάν' κουνίσματα, έχει απάν' 'κουνίσματα! Να σας φέρω κι'
άλλα, κι' άλλα, όσα θέλετε, όσα θέλετε!
Και τας απεδίωκε.
Κ' εκείναι υπείκουσαι εις την βίαν έφευγον σιγά-σιγά με τα
ραβδάκια των, ρίπτουσαι βλοσσυρόν γεροντικόν βλέμμα επί του
επιτρόπου.
Το δεύτερον ελάττωμα του κυρ-Μανωλάκη ήτο ότι έσβυνε πολύ ταχέως
τα κηρία, θέλων να ωφελήση την εκκλησίαν. Μόλις οι χριστιανοί τα
ήναπτον, και μία χειρ στιβαρά ελλοχεύουσα όπισθεν του μανουαλίου,
τα ήρπαζε πάραυτα μετά γοργότητος ληστού, δύο παρειαί ωγκούντο ως
φούσκαι αγιοβασιλιάτικαι, έν μέγα στόμα, ως θηρίου στόμα εφύσα διά
δυνάμεως τετραπλών πνευμόνων, και τα κηρία τρέμοντα, εσβεσμένα,
αναλυμένα σχεδόν από τον φόβον των, ερρίπτοντο είς τι δοχείον βαθύ
εκ λευκοσιδήρου κείμενον εκεί, όπερ έπρεπεν ούτως ή άλλως να
πληρωθή πάσαν Κυριακήν, το παμφάγον!
Εγένετο ούτως ο κυρ-Μανωλάκης ο τρόμος των κηρίων. Διηγούνται —
ίσως είνε υπερβολικά — ότι εις την αγρυπνίαν του αγίου Νικολάου
πολλά κηρία έσβυσαν μόνα των, από τον φόβον των, μόλις ήκουσαν τα
ενεδρεύοντα πατήματα του φοβερού επιτρόπου!
Τούτο όμως έσχεν ολεθρίας συνεπείας εις τους υπολογισμούς του κυρ-
Μανωλάκη, διότι οι δεισιδαιμονέστεροι των χωρικών έπαυσαν να
ανάπτουν κηρία. Αι δε γραίαι δυσηρεστημέναι εναντίον του εύρον
αφορμήν μίαν ημέραν που έγεινε ταραχή διά τον τρόπον τούτον του
επιτρόπου και εκραύγασαν από της γυναικωνίτιδος:
— Φωτοσβέστη!
Αλλ' ο κυρ-Μανωλάκης ατάραχος, μειδιών πάντοτε υπό τον φαιόν του
μύστακα, εξηκολούθει τον κρυφόν κατά των κηρίων πόλεμον, εις τα
νύχια πατών, ίνα μη τρίζουν τα υποδήματά του· περιήρχετο δε κατά
την διάρκειαν της λειτουργίας τα διάφορα μανουάλια αρπάζων τα
κηρία μετ' αφάτου αγαλλιάσεως ως αόρατος του σκότους δαίμων.
Και δεν ηρκείτο εις τας κυριακάς μόνον και τας εορτάς. Μαθών ότι
κάθε παρασκευήν βράδυ που μνημονεύουν τους κεκοιμημένους, αι
πενθηφορούσαι γραίαι ήναπτον άφθονα κηρία — από ένα δι' εκάστην
ψυχήν τεθνεώτος — ενεφαναίζετο ως φάντασμα κρυφά-κρυφά, και
κατερήμαζε τα μανουάλια, κινών την βλάσφημον των γραιών γλώσσαν
εναντίον του.
Πρωίαν τινά όμως γέρων τις ναυτικός καλά του την κατάφερε!
Κολλήσας το κηρίον του προ του εικονοστασίου προσεποιήθη ότι
υπεχώρει, προσευχόμενος τάχα και βλέπων προς το μαρμάρινον
δάπεδον. Και όταν η χειρ του επιτρόπου ενεφανίσθη φοβερά και
αμείλικτος κατά του αναμμένου κηρίου, ο ναυτικός εγείρει την
βαρείαν ράβδον του και καταφέρει δεινόν κτύπημα κατά της άρπαγος
εκείνης χειρός, ώστε ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη ν' απολογηθή.
Και στας υπό τον μέγαν πολυέλαιον απήγγειλε λογύδριον υπέρ του
σβυσίματος των κηρίων, διότι, είπεν, ο ναός έχει ανάγκας. Θέλει
σουβάτισμα, θέλει ζουγράφισμα, θέλει τέμπλον, θέλει καμπαναριό.
Πώς θα γείνουν όλα αυτά;
Και έξυε μετά πόνου την δαρείσαν χείρα του.
Οι εκκλησιαζόμενοι εσίγησαν.
— Με το απόκερο! απήντησε τότε ο κυρ-Μανωλάκης, περατώσας το
λογύδριόν του.
Και όταν μετά θαυμασμού εθεώρουν οι χριστιανοί τον αχθοφόρον
εισερχόμενον εις τον ναόν — και τον εισήγεν ο επίτροπος πάντοτε
διαρκούσης της ακολουθίας — και φέροντα βαρύτατον σάκκον γεμάτον
διαφόρου μεγέθους κηρία, νεόχυτα, ευωδιάζοντα, ο κυρ-Μανωλάκης
έλεγε:
— Τα βλέπετε αυτά; είνε από τα απόκερα!
***
Αλλ' αν ο κυρ-Μανωλάκης είχε τόσους πειρασμούς να υπερνικήση,
πολλάκις αγανακτών και κακολογών τους παρεμβαίνοντας εις την
διοίκησίν του, χωρίς να ξεύρουν — ήτο οπαδός του συγκεντρωτικού
συστήματος — η κυρά Μανωλάκαινα έδρεπεν όλας τας δάφνας της
εξουσίας του συζύγου της. Ιδίως τας ηδονάς και τρυφερότητας αυτής
ησθάνθη την μεγάλην εβδομάδα. Ουδέποτε άλλοτε αφ' ότου ενυμφεύθη,
απέλαυσε την άφατον ευχαρίστησιν, την οποίαν κατά το έτος εκείνο,
το πρώτον της επιτροπείας του συζύγου της.
Των Βαΐων της έδωσεν ο εφημέριος μια βάια, πρασίνη-πρασίνη και
γεμάτη ψωμί, το αρτόχρουν άνθος της.
— Ούτε νύφη δεν επήρα τέτοια βάια!
Έλεγε προς τον σύζυγόν της την μεσημβρίαν, ότε έτρωγον τον
ξαρμυρισμένον ροφόν!
— Καλή χρονιά νάχης, Μανωλάκη! επανελάμβανε. Πέρυσι μούδωσαν
σαφί-κουμαριά!
Έπειτα ήκουσεν ωραία όλους τους νυμφίους και εμέτρησε τα 12
Ευαγγέλια, λαβούσα μεθ' εαυτής 12 κουκιά και τρώγουσα ανά έν μετά
την ανάγνωσιν εκάστου ευαγγελίου. Και απέλαυσε την θεαματικήν και
μεγαλοπρεπή του Επιταφίου ακολουθίαν, πρώτην φοράν εις την ζωήν
της ακούσασα το μελωδικόν «Η ζωή εν τάφω».
— Τι ώμορφα!
Εθαύμαζεν αποτεινομένη προς τας εγγύς της ισταμένας γυναίκας,
αίτινες ηρώτων αυτήν περί διαφόρων λεπτομερειών της ιεράς
ακολουθίας, νομίζουσαι ότι ως σύζυγος επιτρόπου θα ηδύνατο να
εξηγήση προς αυτάς τα τελούμενα. Ιδίως ευφράνθη η κυρά-
Μανωλάκαινα, όταν είδε τον γέροντα εφημέριον του ναού, φέροντα
χρυσόμαυρον πένθιμον φαιλόνιον, μυστηριωδώς απαστράπτον εν τω φωτί
των λαμπάδων, όστις κρατών εις χείρας αργυρούν δίσκον πεπληρωμένον
τρυφερών φύλλων ρόδων και ίων και βιολετών και δενδρολιβάνου,
προσήλθε παρά το ιερόν κουβούκλιον, εν μέσω των χορών κείμενον υπό
τον μέγαν πολυέλαιον με τα ωραία του φαναράκια αναμμένα εις τας
τέσσαρας γωνίας και με της λαμπαδίτσαις του κύκλω περί το ξεστόν
γείσωμα, και ψάλλων το _Έρραναν τον τάφον_, έρραινε διά των ανθέων
τον χρυσοκέντητον εν τω κουβουκλίω _Επιτάφιον θρήνον_, και είτα
τους παρισταμένους χριστιανούς εν αμυθήτω του πολιού προσώπου του
λάμψει, το οποίον εκάστοτε την νύκτα του Επιταφίου ελάμβανεν
αίγλην μυστικήν, ως να κατηυγάζετο υπό ουρανίων ακτίνων.
— Τι ώμορφα! επανελάμβανε συνεχώς η κυρά-Μανωλάκαινα. Έτσ' του
ψέλνουν πρώτα του _Μιτάφιου_ κ' ύστερα του ραίνουν! Τι ώμορφα!
***
Αλλ' αν ηυφράνθη αληθώς ανέκφραστον ευφροσύνην η κυρά-Μανωλάκαινα,
εντρυφήσασα εις την κατανυκτικήν λάμψιν του Επιταφίου, όμως την
νύκτα του Πάσχα ανέμενε με διπλούς πόθους. Θα έβλεπε διά πρώτην
φοράν καλώς την φαεινήν της Αναστάσεως παράταξιν. Από των
δρυφάκτων της γυναικωνίτιδος, όπου θα ίστατο εν τη καλλιτέρα θέσει
η σύζυγος του επιτρόπου, θα εθαύμαζεν ανέτως το θέαμα της
λαμπαδηφορίας, απερίγραπτον φωτοχυσίαν, μυστηριωδεστέραν
καθισταμένην υπό τον πυκνόν καπνόν του κηρού, όστις από των κάτω
θα υψούτο προς την γυναικωνίτιδα ως φωτολαμπής νεφέλη. Αλλά — δεν
ήτο γυνή; — ηγάλλετο ότι θα επεδείκνυε μετά τόσα έτη τα νυμφικά
της χρυσοκέντητα φορέματα, τα οποία άλλοτε, ως είδομεν, απέφευγε
να φέρη, φοβουμένη το τσαλαπάτημα και τ' αποστάζοντα κηρία. Διά
τούτο, ως είδομεν, ενώ όλον το χωρίον εκοιμάτο, αυτή με παλλομένην
καρδίαν, γεμάτην εξ υπερηφανείας και ματαίας επιδείξεως,
κατεγίνετο εις την προετοιμασίαν της χρυσής της ενδυμασίας.
Αίφνης ακούει τους κώδωνας του ναού ηχούντας.
— Αχ! κι' ακόμα δεν χαζιρεύθηκα! Ανεφώνησε κ' επετάχυνε την
αμφίεσίν της.
Ο κυρ-Μανωλάκης θαρρείς και ήτο συνδεδεμένος μετά του σχοινίου του
κώδωνος. Αφυπνίσθη πάραυτα· και χασμηθείς βροντερώς εκρότησε κατά
την συνήθειάν του τας χείρας του:
— Ξυπνάνε τα αίματα! έλεγε.
Και προετοιμασθείς και καλλωπισθείς πανηγυρικώς και λαβών την
λαμπάδα του απήλθεν εις τον ναόν εγκαιρότερον, ίνα επιστατή εν τω
παγκαρίω.
Ήτο η ώρα 11. Η Ανάστασις θα ετελείτο ακριβώς την δωδεκάτην.
— Μη βιάζεσαι, είπεν εις την σύζυγόν του απερχόμενος. Θα έλθω να
σε πάρω, όταν πλησιάση η ώρα ν' αναστήσουν.
Η κυρά-Μανωλάκαινα όμως, ανυπόμονος ως όλαι αι γυναίκες όταν
πρόκειται να επιδειχθώσιν, έσπευδεν έτι μάλλον, θαρρείς και της
είπεν ο κυρ-Μανωλάκης να βιάζεται.
Και ο κώδων ο εύλαλος γλυκύτατα αντήχει εν τη νυκτί, καταθέλγων με
τους συμπαθεις ήχους του όλον το χωρίον.
Και όσον ήκουε το ηδύ κελάδημά του η κυρά-Μανωλάκαινα, τόσον
έσπευδε να συμπληρώση τον ιματισμόν της, φοβουμένη μη δεν
προφθάση, μη κλείση ο νυμφών, και αυτή δεν εκοιμήθη ως αι πέντε
μωραί παρθένοι· απεναντίας ηγρύπνει με πλέον ανοικτά τα μάτια από
τας φρονίμους.
Ηγρύπνει περισσότερον και από εμέ, και εβιάζετο περισσότερον και
από εμέ, όταν παιδίον με απερίγραπτον ανυπομονησίαν ανέμενον την
νύκτα του Πάσχα. Τότε μόνον ήθελον να νυκτώνη ταχέως. Τας άλλας
ημέρας ήθελον να μη νυκτώνη ει δυνατόν, να μη τελειώσουν τα
ατελείωτα παιγνίδιά μου.
— Αχ, πότε θα νυκτώση, μάννα; Επανελάμβανον την εσπέραν του
Μεγάλου Σαββάτου, αποκρεμών ενωρίς-ενωρίς από του τοίχου την
λευκήν λαμπαδίτσα μου, την οποίαν μου είχεν αγοράσει ο καϋμένος ο
πατέρας μου από την Μεγάλην Πέμπτην — από δύο για κάθε παιδί, μίαν
κιτρίνην διά τον Επιτάφιον και μίαν άσπρην — άσπρην διά την
Ανάστασιν. — Την κιτρίνην την έκαυσα εις τον Επιτάφιον, η άσπρη
εκρέματο εις τον τοίχον μαζί με τας άλλας, και την έβλεπα εις τον
ύπνον μου τόσον ζωηρά, πότε πως μου την επήρεν η μεγάλη αδελφή μου
— ζηλεύσασα τάχα, διότι τα κορίτσια τα μεγάλα δεν πηγαίνουν εις
την Ανάστασιν την νύκτα, αν δεν αρραβωνισθώσι — πότε πως άναψε
μονάχη της, και εσηκονόμουν από το στρωματάκι μου να την σβύσω
τάχα· και τότε την έβλεπα εκεί εις τον τοίχον άσπρην-άσπρην την
λαμπαδίτσα μου, με ηρεμίαν και αταραξίαν αναμένουσαν να έλθη της
Αναστάσεως η ώρα.
Ενύκτωσε πλέον κι εγώ δεν ησύχαζον. Κατ' επανάληψιν μετέβαινον εις
την πλατείαν του ναού ανυπομονών. Πλην βλέπων την θύραν κλειστήν
και διά του θαμβού υελοπίνακος των θυρίδων φως κινούμενον και
περιπατούν εις το σκοτεινόν του ναού βάθος — ήτο η εκκλησιάρχισσα
ετοιμάζουσα τας κανδήλας — επέστρεφον εις την οικίαν μας
φοβισμένος. Και όταν πλέον απαυδήσας εστήριζον τα νώτα μου εις τον
τοίχον παρά την εστίαν, και ο ύπνος απατηλός ήρχιζε να βαρύνη τα
βλέφαρά μου ημίκλειστα, τότε ήκουα τον γλυκύν του κώδωνος ήχον —
μέσ' 'ς τα μεσάνυκτα — επετιόμουν επάνω πτερωτός, ελαφρός ως
πτηνόν. Εφόρουν τα καινούργια υποδήματά μου, υπερήφανος διά το
τρίξιμόν των, εξεκρεμούσα την λαμπαδίτσα μου, και έτρεχον πρώτος-
πρώτος εις την Ανάστασιν, ενώ ο κώδων εσήμαινεν ακόμη.
Αχ! πόσον γλυκύς μου εφαίνετο ο ήχος του τότε μέσ' 'ς τα
μεσάνυκτα! Σαν να μη ήτο ο συνήθης κώδων, ο σημαίνων τους πτωχούς
εσπερινούς και τα σαρακοστινά απόδειπνα, αλλ' έτερος, εκ
μυστηριώδους μετάλλου, εύηχος και καλλικέλαδος, χαρμοσύνως πρώτος
αυτός κηρύττων την Ανάστασιν εις την κοιμωμένην εν τη φθορά φύσιν.
Και η νύκτιος αύρα, παραλαμβάνουσα το γλυκύ κελάδημά του,
εσκόρπιζεν εις θάλασσαν και ξηράν ως τρυφερόν εγερτήριον αγγελικών
οργάνων . . . . .
***
— Να μη αργήσης, είπεν η κυρά-Μανωλάκαινα εις τον σύζυγόν της.
Όστις ευρέθη μετ' ολίγον εις το στιλπνόν παγκάριον ως πολυόμματος
Άργος, πανταχού βλέπων, και τα πάντα τακτοποιών.
Εν πρώτοις συλλαβών από του ωτίου παιδία τινά ξεσκούφωτα, άτινα
βαστάζοντα παμμεγίστους ήλους — τζαβέταις — υποκλαπέντας από του
ναυπηγείου, είχον παραταχθή κατά γραμμήν ως στρατιώται προ των
μαρμαρίνων βαθμίδων της Αγίας Πύλης και ήσαν έτοιμα, όταν ακούσωσι
το _Χριστός-Ανέστη_, να κροτήσωσι τα καψύλια των, θέτοντα αυτά επί
της λειανθείσης και στρογγυλευθείσης αιχμής του ήλου, ον θ' άφινον
να καταπέση καθέτως επί των πλακών. Οι τρακωτοί ήχοι των
εκπυρσοκροτούντων ούτω καψυλίων, ήσαν τόσον θορυβώδεις και τόσον
πυκνοί και συνεχείς, ώστε κατ' έτος εγίνετο άκοσμος χασμωδία εντός
του ναού. Τώρα όμως να της ξεχάσουν αυταίς της μπιρμπαντιαίς!
έλεγεν ο κυρ Μανωλάκης. Και συλλαμβάνων αυτά από του ωτίου ένα-ένα
τα απώθησεν έξω του ναού. Τα οποία παραταχθέντα τότε εν τη πλατεία
ενέπαιζον τον επίτροπον εν χορώ:
— Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!
Ακολούθως ιδών ότι δύο γραίαι είχον εισχωρήσει δολίως εις τον ναόν
αρπάσασαι δύο στασίδια κάτω-κάτω εις την σκοτίαν, έλαβεν αυτάς από
τας χείρας, με καλόν τρόπον, και εξήγαγεν εκ του νάρθηκος, οδηγών
εις την γυναικωνίτιδα:
— Απάνω γλήγορα μη σας τσαλαπατήσουν!
Και συγχρόνως επρόφθανε και εις τα μανουάλια, τα οποία έφρισσον
υπό τας ληστρικάς χείρας του, κ' εψιθύριζεν, ίνα δικαιολογήται:
— Οικονομία, παιδιά! Οικονομία! Σήμερα θα βγάλη και η εκκλησία το
κερί που καίει όλο τον χρόνο _τζάμπα_!
***
Ήδη ο ναός επληρώθη ολίγον κατ' ολίγον. Οι χωρικοί καθαρώς και
ευπρεπώς ενδεδυμένοι κατέλαβον οι γέροντες τα στασίδια, οι
νεώτεροι τα προ των χορών κενά, νηφάλιοι και σιωπηλοί, κρατούντες
πλαγιασμένας επί του στήθους των τας λαμπάδας μη αναφθείσας ακόμη.
Όπισθεν δε των δρυφάκτων υπό το ημίφως των κανδήλων της
γυναικωνίτιδος διέκρινε τις σκιεράς μορφάς, τας συναθροιζομένας
γυναίκας. Οι χοροί έψαλλον σιγά-σιγά με ταπεινήν φωνήν και
ταπεινότερον ύφος το _Κύματι θαλάσσης_, ίνα αργότερον, όταν θα
εμελώδουν βροντοφώνως το _Χριστός Ανέστη_, γίνη καταφανής η
αντίθεσις του πένθους και της χαράς.
Αλλ' ενώ ο κυρ-Μανωλάκης διενοείτο ότι ήτο καιρός πλέον να μεταβή
και παραλάβη την αναμένουσαν σύζυγόν του, ήτις βεβαίως θ'
ανυπομόνει λίαν, εισέρχεται ο δήμαρχος του χωρίου, μιξοπόλιος κ'
ευτραφής ανήρ, οδηγών τέσσαρας νεαράς κυρίας — τας δύο νεαρωτέρας
— την σύζυγον του υποτελώνου και την θυγατέρα της, και την σύζυγον
του λιμενάρχου και την θυγατέρα της. Οπίσω ηκολούθουν ο υποτελώνης
χονδροκαμωμένος και χωλός τον έτερον πόδα, εξηκοντούτης ανήρ, με
λευκόν πώγωνα ως να επένθει. Εις τους οφθαλμούς έφερε στρογγυλά
πράσινα ομματουάλια. Παραπίσω ήρχετο ο λιμενάρχης υψηλός — υψηλός,
ως λεύκα, κλείων την συνοδείαν, μεσόκοπος, με πολιτικήν ενδυμασίαν
— άγνωστον αν ήτο αξιωματικός — κρατών εις χείρας τον πλατύγυρον
πίλον, ολίγον προτεταμένον ως δίσκον.
Ο κυρ-Μανωλάκης παρέμεινε τότε εις την θέσιν του, ίνα περιποιηθή
πρώτον τους ξένους και τας κυρίας των — το κατά δύναμιν — και μετά
ταύτα θα μετέβαινε να παραλάβη την σύζυγόν του.
Αι τέσσαρες κυρίαι έφερον μακράς εσθήτας ανοικτοχρόους και πίλους
σκληρούς με πλατείς προ του μετώπου πετάσους, εστολισμένους με
άνθη ποικιλόχροα και πτηνά με ανοικτά ράμφη οίτινες ωμοίαζον ως να
ήσαν φωλεαί εξ αχύρου και χόρτου με τα πτηνά εντός. Διά το ψύχος
δε της νυκτός δήθεν έφερον κρεμάμενον μακρόν ποδήρες, περιλαίμιον
τάχα, εκ μελαψών πτερών στιλπνών συγκεκολλημένων εν ορμαθώ, όπερ
κατά τα βάδισμά των εξηνεμίζετο προ των ποδών ως χονδρόπλεκτον
σχοινίον καρμηλίτιδος μοναχής εκ των πολυωνύμων του δυτικού κλήρου
ταγμάτων, τα δε περί τον λαιμόν εκεί πτερά αεριζόμενα τότε και
ανακινούμενα ως τα πτίλα των ορνίθων έκαμνον και τας τέσσαρας να
φαίνωνται ως εσφαγμένοι πετεινοί.
Συν τη εισόδω των εν τω άμα εισώρμησεν εν τω ναώ παχυμύρου πνεύμα
βαρύοσμον και οχληρόν. Κατ' ευθείαν επροχώρησαν εις το Παγκάριον,
όπου ο κυρ-Μανωλάκης πάντοτε μειδιών υπό τους στακτερούς του
μύστακας, ανέμενεν αυτάς προβάλλων εμπρός-εμπρός τους δίσκους, και
αποχωρίζων την στιγμήν εκείνην αργυρά τινα νομίσματα, όπως μη
καλύπτωνται υπό των χαλκίνων κερμάτων, ιδίως όμως ίνα διά της
σιωπηλής αυτής παραστάσεώς του ευγλωττότερον εκφράση εις τας ξένας
κυρίας την επιθυμίαν του, να ρίψουν αργυρά κέρματα — τέτοια μέρα!
Επίσης την στιγμήν εκείνην ανεσκάλευε και τα μεγάλα κηρία, τα
δεκάλεπτα, μη τυχόν και δεν τα ίδωσιν.
Οι άνθρωποι εστράφησαν όλοι προς το παγκάριον. Ο δεξιός ψάλτης
καταπτοηθείς εκ της απροσδοκήτου εμφανίσεως των ξένων κυριών έχασε
τον στίχον και τον ρυθμόν, ο δε αριστερός θελήσας να υψώση
επιδεικτικώς την φωνήν του έκαμε μίαν αηδεστάτην παραφωνίαν,
κινήσασαν το μειδίαμα της νεωτέρας των κυριών.
Πρώτην φοράν οι άνθρωποι εμάνθανον ότι είχον οικογενείας ο
υποτελώνης και ο λιμενάρχης, οίτινες από πρωίας μέχρις εσπέρας
εχαρτόπαιζαν εν τω καφενείω ελλείψει εργασίας.
— Ίσως όμως και να ήλθαν απόψε με το βαπόρι, έλεγον.
Αι κυρίαι, και αι τέσσαρες κατά σειράν, λαβούσαι ανά έν κηρίον
ήλθον εις το εικονοστάσιον, άφησαν τα κηρία των χωρίς να τα
ανάψωσιν — εφόρουν χονδρά και μακρά γάντια — έκυψαν με τους
πλατείς προ του μετώπου των πετάσους ν' ασπασθώσι την
_Αποκαθήλωσιν_, αλλά δεν ημπόρεσαν ένεκα του ξηρού πίλου των, και
απεχώρησαν. Ουχ ήττον κατέλιπον επί της εικόνος και αι τέσσαρες
πυκνά μόρια του βαρυόσμου μύρου των, δι' ου είχον περιλουσθή,
φαίνεται, και επί ώραν μετά ταύτα οι άνθρωποι οι πλησιάζοντες ν'
ασπασθώσιν έκαμνον αηδείς μορφασμούς. Γέρων μάλιστα ποιμήν θελήσας
ν' ασπασθή, ο ειθισμένος αυτός εις του βουνού τας καλλιμύρους
αύρας, κατελήφθη υπό ζωηρού πταρνίσματος, ενοχληθείσης υπό του
βαρέος εκείνου μύρου της ρινός του ως εάν είχε λάβει ταμβάκον.
Ενώ πρότερον έπνεεν εν τω ναώ μία γλυκεία αρωματική πνοή μαλακή
και θωπεύουσα την όσφρησιν, πνοή ευάρεστος και ηδεία των εαρινών
ανθέων, τα οποία άφθονα εκόσμουν τας αγίας εικόνας, προσφορά
ευάρεστος και ευπρόσδεκτος των νεανίδων του χωρίου, αίτινες ή
άγαμοι ή πενθούσαι ή ασθενείς, κλεισμέναι εν τω οίκω των,
στέλλουσιν εις την Ανάστασιν του ευανθούς κήπου των τα περιπόθητα
δώρα.
Αι τέσσαρες κυρίαι μετά τούτο επανήλθον και εστάθησαν παρά το
Παγκάριον πάλιν, όπου ίσταντο και οι σύζυγοί των. Ο δήμαρχος ελθών
συνεννοείτο μετά του εφημερίου περί της τελετής.
Ο κυρ-Μανωλάκης νομίζων ότι ήθελον να ρίψωσιν εις τον δίσκον τι,
ήρχισε μελωδών ικετευτικώτατα:
— Το λάδι της εκκλησίας! Και εις έτη πολλά!
Εκείναι όμως ιδούσαι τέσσαρα στασίδια κενά όπισθεν του παγκαρίου
εισήλθον πάραυτα και τα κατέλαβον μειδιώσαι και αι τέσσαρες. Και
ανοίξασαι πάραυτα τέσσαρα εκ κοινού χρωματιστού πανίου ριπίδια
ήρχισαν ν' αερίζωνται, βλέπουσαι εδώ κ' εκεί ως εάν εισήλθον εις
θέατρον.
Ο κυρ-Μανωλάκης ιδών παρ' ελπίδα ότι αι ξέναι κυρίαι
ετοποθετήθησαν οριστικώς εκεί, κατελήφθη υπό της συνήθους νευρικής
ταραχής του. Και κατ' αρχάς μεν διά κωμικών νευμάτων μειδιώντων
και συνοφρυουμένων συνάμα, υπεδείκνυεν εις αυτάς την
γυναικωνίτιδα. Επειδή όμως αι κυρίαι απροσεκτούσαι εις τα νεύματά
του εξηκολούθουν να ομιλώσι μεταξύ των, ο κυρ-Μανωλάκης ηναγκάσθη
να παρατηρήση εις αυτάς καθαρά:
— Δεν είνε εδώ η θέσις σας!
Αι κυρίαι έκαμαν πώς δεν ήκουσαν, και εξηκολούθουν ν' αερίζωνται
με τα ριπίδιά των.
— Κυρίαι, εδώ είνε η θέσις διά τους άνδρας. Να πάτε επάνω,
παρακαλώ, να μη γίνη σκάνδαλον.
Και εδείκνυε την γυναικωνίτιδα.
Ταυτοχρόνως η διδασκάλισσα του χωρίου, νεάνις αγαθή πλην
υπερήφανος, ως πάσα διδασκάλισσα χωρίου, εκ του Αρσακείου
εξελθούσα, από της γυναικωνίτιδος όπου ήτο, ιδούσα τας ξένας
κυρίας και ότι ετοποθετήθησαν κάτω, έσπευσε και αυτή, καταλιπούσα
επάνω την μητέρα της. Και ελθούσα έστη πλησίον των ξένων κυριών
κομψώς χαιρετίσασα.
— Νά τα! Νά τα!
Είπε τότε μετ' αγανακτήσεως ο επίτροπος και προσέθηκε:
— Τώρα δεν μένει άλλο, παρά να καταιβούνε αι γυναίκες κάτω και ν'
αναιβούνε οι άνδρες απάνω.
Η μεγαλειτέρα των κυριών ιδούσα ότι ο κόσμος ήρχισε να προσέχη εις
το θορυβώδες επεισόδιον το προκληθέν υπό του επιτρόπου, και
θέλουσα να δείξη ίσως εις τον κόσμον ότι απλώς ωμίλουν εκεί μετά
του επιτρόπου, στραφείσα λέγει προς αυτόν χαριέντως.
— Ωραία είνε η εκκλησία σας, κύριε Επίτροπε.
— Πολύ ωραία είνε, κυρία μου, και έχει και γυναικείο διά τας
γυναίκας!
Η κυρία έκαμε μομφασμόν δυσαρεσκείας, μετά περιφρονήσεως βλέπουσα
τον επίτροπον.
Ήδη προσήλθεν εκεί και ο κ. Δήμαρχος.
— Κύριε Δήμαρχε, τι ζητεί αυτός ο κύριος εδώ;
Είπε μία των κυριών διά του ριπιδίου της δεικνύουσα τον κυρ-
Μανωλάκην.
— Ζητώ, κύριε δήμαρχε, να εφαρμόσω . . . τα έθιμα.
— Άφησε, κυρ-Μανωλάκη! είπεν ο δήμαρχος μετά της συνήθους
γλυκύτητος της γλώσσης του ως εάν ήλειφεν αυτήν διά μέλιτος. Δεν
πειράζει, είνε ξένοι.
— Τι θα πη δεν πειράζει! Ίσα-ίσα οι ξένοι πρέπει να σέβονται τα
έθιμα του τόπου καλλίτερον από τους εντοπίους.
Και στραφείς είπε πάλιν προς τας κυρίας:
— Κυρίαι, δεν είνε εδώ η θέσις σας. Μη κάμνετε κακήν αρχήν!
Ο δήμαρχος ιδών ότι ο επίτροπος ήτο αμετάπειστος, και φρονών ότι
θα εξετίθετο η υπόληψίς του απέναντι των ξένων, ωμίλησε μετά τινος
αυστηρότητος προς τον επίτροπον, όστις όμως εξηκολούθει να
επιμένη.
Τότε ο δήμαρχος αλλάξας γλώσσαν — είχε δύο· μίαν αλειμμένην μέλι,
και άλλην αλειμμένην φαρμάκι — λέγει προς τον επίτροπον μετά
πικρίας:
— Για να σου πω: Πήγαινε, κύτταξε τα κεριά σου!
— Και τα κεριά, και της γυναίκες, και όλην την εκκλησίαν. Έχω
χρέος να υπερασπίσω τα έθιμα.
Απήντησε πικρότερον ο επίτροπος.
— Φύγε απ' εδώ, αυθάδη!
Είπε τότε ο δήμαρχος και ταυτοχρόνως προσέθηκεν:
— Από σήμερον δεν είσαι πλέον επίτροπος, σε παύω.
— Κουτός είμαι να σταθώ να με παύσης;
Είπε τότε ο κυρ-Μανωλάκης πραότατος και γλυκύτατος, αφού πλέον
έληγεν η εξουσία του. Κ' εκβαλών πάραυτα από της ζώνης του δύο
μεγάλας κλείδας συνδεδεμένας διά γαϊτανίου διεπέρασεν αυτάς από
του λαιμού του δημάρχου ειπών:
— Πριν με παύσης, παραιτούμαι!
Και εξήλθε του ναού, εν ώ ήδη ο γηραιός εφημέριος μεγαλοπρεπώς
στας προ των αγίων πυλών, ολόχρυσον ημφιεσμένος στολήν πολύτιμον,
αρχαίαν, βυζαντινήν, και κρατών δύο λαμπάδας ανημμένας εις τας
χείρας του, έψαλλεν ευμόλπως με φωνήν κροτούσαν ηχηρώς:
— Δεύτε λάβετε φως εκ του ανεσπέρου φωτός!
Και είδες πάραυτα ο κόσμος να συναθροισθή περί τα Βημόθυρα
συνωθούμενος ν' ανάψη την λαμπάδα του, να λάβη το φως εκ του
ανεσπέρου φωτός· κ' έβλεπες χείρας τεταμένας γύρω εκεί, και λευκάς
λαμπάδας εις πολυσύνθετα και αδιέξοδα γεωμετρικά σχήματα,
ακτινωτώς εγγιζούσας τας ανημμένας του ιερέως λαμπάδας, η πολιά
μορφή του οποίου κατηγλαΐζετο φαεινώς ως μορφή αγγέλου κολυμβώντος
εν τω φωτί.
Οι ψάλται παρέλαβον είτα το μέλος του ιερέως, επαναλαμβάνοντες και
αυτοί την μελωδίαν:
— Δεύτε λάβετε φως, εκ του ανεσπέρου φωτός . . .
Έως ου όλος ο ναός έλαμψεν από των φώτων της Αναστάσεως λάμψιν
φαεινήν κ' επέραστον, αλησμόνητον λάμψιν, φωτί ανεσπέρω
περιλουσμένος. Το φως το ανέσπερον ανήλθε και εις την
γυναικωνίτιδα, και όπισθεν των ξυλίνων δρυφάκτων εθεώρεις πλέον
μαρμαρυγάς χρυσαυγείς, χρυσοτρέμοντα πράγματα, παιγνίδια φλογός
πάντερπνα, οφθαλμούς και αδάμαντας και φως χρυσού και λαμπάδων
λευκών, και λευκότητα παρειών και χειρών και ρόδα χειλέων, ως να
κατέβησαν εκεί όπισθεν των δρυφάκτων από των ουρανών άγγελοι
ποικιλόπτεροι.
Παιδία τινά εξαπατηθέντα και νομίσαντα ότι εψάλλετο το _Χριστός
Ανέστη_, έκαυσαν εν κρότω τα καψύλιά των· γέρων δε τις λαίμαργος
έθραυσε πάραυτα το κόκκινον αυγό, το οποίον έφερε πάντοτε την
νύκτα της Αναστάσεως μαζί του εν τη εκκλησία, και το ερρόφα, ενώ ο
κυρ-Μανωλάκης μετέβαινεν εις την οικίαν του παρητημένος πλέον και
έχων εις τον νουν του ίσως την πρόρρησιν της μαγίσσης.
Οι παίδες έξω εις την πλατείαν ιδόντες αυτόν εν τη σκοτία της
νυκτός ήρχισαν εν χορώ: Φώτο-σβέστη! Φώτο-σβέστη!
***
— Ακόμα 'λίγο ναρθώ μονάχη μου!
Είπεν η κυρά Μανωλάκαινα, όλη χρυσή και ωραία, αναμένουσα προ
τόσης ώρας τον σύζυγόν της, ίνα την οδηγήση εις τον ναόν.
Εφόρει πολύτιμον φουστάνι εξ ατλαζίου χρώματος ερυθρού — φωτιά
μοναχή — εις το κάτω μέρος του οποίου ήτο προσηρμοσμένος πλατύς —
τριών σπιθαμών — ποδόγυρος εκ χρυσής στόφας το χρυσοκέντητον
βελούδινον μπαμπουκλί της ήτο εζωσμένον διά χρυσής πλατείας ζώνης,
πορπουμένης διά χρυσών πορπών σχήματος παμμεγίστου αμυγδάλου με
γλυφάς και παραστάσεις ανθέων και φυτών. Περί την κεφαλήν της
αραχνοϋφής πέπλος, το περίφημον αλέμι, ελαφρώς ήγγιζε τας ροδινάς
της παρειάς και προστάτευον στιλπνά μέρη της μαύρης κόμης εγγύς
των ώτων, εύμορφα κτενιστούς βοστρυχίσκους, εδιπλούτο δι' απαλών
πτυχών υπό την σιαγόνα, και εστηρίζετο επί της ωμοπλάτης οπίσω διά
χρυσής καρφίδος, υπό την οποίαν ελαφρώς εθυσσανούντο τα κλωνία,
φέροντα κεντητούς σταυραετούς.
Επί της κορυφής υπό το αλέμιον έλαμπεν εν τω φωτί μεγάλη
χρυσοκέντητος γλάστρα με ολόκληρον τριανταφυλλέαν με τα φύλλα της
και με τα ρόδα της, κόσμημα του καλύμματος της κεφαλής, υπό το
οποίον αόρατος περιδένεται των γυναικών η κόμη. Την στιγμήν κατά
την οποίαν εισήλθεν ο κυρ-Μανωλάκης η σύζυγός του ετακτοποίει τας
τριγωνικώς ανεστραμμένας χειρίδας της — τα προμάνικα — ίνα
φαίνηται καλώς το υπένδυμά των, η χρυσή στόφα, και διώρθου τας
χρυσάς εμβάδας της, στερεώνουσα τους πόδας της καλώς εν αυταίς.
Αίφνης ιδούσα ότι ο σύζυγός της ήτο σύνοφρυς και κατηφής εξεπλάγη:
— Τι έπαθες καλέ!
Ηρώτησεν.
— Άφησέ με! απήντησεν ο κυρ-Μανωλάκης.
— Μήπως επιάσθηκες πάλιν για τα κεριά;
— Παρατήθηκα!
Η απάντησις αύτη επάγωσε την κυρά-Μανωλάκαινα, ήτις απέμεινεν ως
χρυσούν άγαλμα σιωπηλή και ακίνητος.
Ο κυρ Μανωλάκης το εφύσα και δεν εκρύονε, κατά το δη λεγόμενον.
Έφερε γύρω κατ' αρχάς εις την αίθουσαν του μη δυνάμενος ουδέ να
αναπνεύση από την οργήν, σκοτεινός, αμίλητος, ωσάν πρωθυπουργός
προ μικρού δώσας την παραίτησίν του, ουδέ απαντών εις τας
ερωτήσεις της ωραίας Γερακίτσας· έως ου τέλος ζαλισθείς εσωριάσθη
επί του καναπέ ψιθυρίζων:
— Αφού έκαμες κακήν αρχήν να βγάλης από το καφάσι της γυναίκες,
κυρ Δήμαρχε, θα έλθη η ημέρα οπού αυταί θα σε στριμώξουν, εσένα,
θέλοντα μη θέλοντα, μέσα εις το καφάσι. Να με θυμηθήτε! . . .
***
Από της ανοιχτής θύρας εισήρχετο η μεσονύκτιος κρύα δρόσος,
πληρούσα τον σκοτεινόν και κατηφή του κυρ-Μανωλάκη οίκον
χαρμοσύνου βοής, ήτις ηχηρά και κραταιά εν κρότοις πιστολισμών και
κροταλισμοίς καψυλίων εκόμιζε πανταχού, εις πόλεις και δάση και
κοιλάδας και πελάγη, εις γην και ουρανόν, το πανευφρόσυνον
_Χριστός Ανέστη_, ψαλλόμενον πανηγυρικώς εν τη μικρά του ναού
πλατεία. _Είχον αναστήσει_ πλέον.
ΒΑΡΥΧΕΙΜΩΝΙΑ
(1891)
Όταν εξημέρωσε, το χωρίον ευρέθη κουκουλωμένον από άσπρο-άσπρο
χιόνι. Και δεν ήτο ολίγον το λευκόν του χειμώνος προϊόν. Είχεν, αν
αγαπάτε, τριών σπιθαμών πάχος, αρκετόν ώστε να βυθίζωνται οι πόδες
των διαβατών μέχρι του γόνατος, και να διακοπή η συγκοινωνία των
γυναικών μετά των φούρνων και των κήπων, των μόνον οδοιπορικών
γραμμών, αίτινες εις τα χωρία διατελούσιν υπό την αποκλειστικήν
χρήσιν των γυναικών.
Οδοί και στενωποί και καταλύματα, όλα έγειναν έν λευκότατον και
καθαρώτατον στρώμα, μέσα από το οποίον ανέκυπταν οι οικίσκοι του
χωρίου, λευκοί και αυτοί ως κύκνοι εντός παγωμένης λίμνης.
Τα πτηνά εσάστισαν απωλέσαντα το προσφιλές των πράσινον χρώμα της
χλόης και με ημικλείστους τας πτέρυγας εσύροντο, εσύροντο, και
είτα εκοκκάλοναν, ημιβυθιζόμενα επί της αφράτης χιόνος, αν δεν
επρολάμβανον να πετάξωσιν επί της στενής αμμώδους παραλίας, ήτις —
μια λωρίδα μόνον — έμενεν ελευθέρα ως τεφρόχρουν πλαίσιον της
λευκής εικόνος.
Αι θύραι των χθαμαλών οικιών ήσαν ημίχωστοι εις την χιόνα, επί δε
των στεγών εσωρεύθησαν βαρείς όγκοι στρογγυλούμενοι εύμορφα προς
τα εμπρός και κλίνοντες προς τα γεισώματα, όμοιοι προς τα ρευστά
σώματα, σαν άσπρα σύννεφα, τα οποία έμελλον, λέγεις, να
καταρρεύσωσι, κι' επάγωσαν μετά την πρώτην κλίσιν των.
Το λευκόν θέαμα ήτο ιδίως γραφικόν εν τη μικρά της πόλεως αγορά,
όπου αι αναδενδράδες επί ξυλίνων δοκών σκιάζουσι το θέρος τας
εισόδους των καφενείων μέχρι του κρηπιδώματος της ακτής. Ήδη τα
άφυλλα κλήματα, τα προτείνοντα ατάκτως και περιπλέγδην τας γυμνάς
κληματίδας των, εφορτώθησαν ως με χιονώδεις χονδράς δαντέλλας, ως
με αφρωτούς βαμβακερούς κροσσούς άλλους ως φούνταις και άλλους ως
λοφιάς, ώστε εσχηματίσθησαν έκπαγλοι αποκρυσταλλώσεις, οποίαι
γίνονται εμβαπτιζομένων των φυτών εις τα λουτρά της Αιδηψού· τόσον
δε ηραιωμένη ήτο και αραχνοϋφής εκεί επάνω η χιών, ώστε ηδύνατο να
εκλάβη τις αυτήν ως άνθος και φύλλα των αναδενδράδων χειμερινά εξ
αλαβάστρου, άτινα μάτην θα προσεπάθει να φαντασθή η τέχνη. Μερικά
μάλιστα απεξηραμμένα τσαμπιά σταφυλών, χιονισθέντα ήδη και
κρεμάμενα μαρμάρινα υπό μαρμαρίνην χιονόλευκον στοάν, παριστών
ωραίας ρώγας χιονώδεις, αι οποίαι ίσως δεν θα εξηπάτων τα πτηνά,
ως συνέβη τούτο επί εζωγραφισμένων σταφυλών του αρχαίου ζωγράφου,
αλλά θα επεθύμει τις όμως να τας επιπίλιζε πρωί-πρωί μετά
ιδιαιτέρας ηδυπαθείας παγωτού.
Αλλά και μικρά τινα πλοιάρια, ηγκυροβολημένα εκεί εμπρός
συνεπλήρουν την χιονώδη εικόνα των φανταστικών δημιουργημάτων της
νυκτός εκείνης, ανυψούντα χιονισμένους ιστούς, με αλαβάστρινα
προσδεδεμένους σχοινία, ενώ αι κωπασταί αυτών μετεμορφώθησαν εις
έντεχνα ναυπηγικής στολίσματα, έργα μυστικά της απαλής του
χειμώνος κόρης. Όσα δε πάλιν ήσαν προσδεδεμένα εγγύς της
χιονισμένης αποβάθρας ενόμιζέ τις ότι εφόρτωνον χιόνι.
Ο άνεμος είχε κοπάσει· πλην ο ουρανός ήτο φαιός ακόμη και
κάτωχρος, ως όταν χιονίζη, όλος μίαν συνεχή νεφελώδη μάζαν
αποτελών, εν η δεν διεκρίνετο χαραυγή τις, ουδέ η θέσις του ηλίου,
όστις προ πολλού είχεν ανατείλει. Ενίοτε δε ενεφανίζοντο ακόμη
καμαρωταί-καμαρωταί, αραιαί τίνες νιφάδες, απαλαί, αβραί και
αστεροειδείς, πάλλευκα, λέγεις, αστεράκια εκ ζύμης, τα οποία
αύρατος χειρ εσκόρπιζεν ως χαιρετισμούς ραίνουσα το χωρίον μου,
την λευκήν νύμφην, από του αχανούς ύψους, του οποίου ο θόλος
εφαίνετο ότι πάρα πολύ είχε προσεγγίσει προς τα κάτω.
Αι νιφάδες αι μετ' ελαφρών στροβιλισμών χαριέντως κατερχόμεναι,
και η παρατηρουμένη ανεπαίσθητος μελανή φρικίασις της θαλάσσης, η
ρυτιδούσα πενθίμως τον λιμένα, ήσαν το μόνον κινούμενον και ζων
σημείον επί της νεκράς ακινησίας του χιονισμένου χωρίου.
Ουδεμία άλλη κίνησις εσημειώθη την πρωίαν εκείνην, πλην του
κώδωνος της γειτονικής εκκλησίας όστις αργά και αυτός εκρούσθη,
κούφια-κούφια, ως να ήτο η εκκλησία μακράν εις το βουνόν, και των
κραυγών των ορνίθων, αίτινες λησμονήσασαι να παρατηρήσωσι καλά,
εξήλθον πρωί-πρωί των ορνιθώνων προς βοσκήν, και αίφνης ευρεθείσαι
επί του λευκού και απαλού εκείνου λειβαδίου εβυθίσθησαν με τας
πτέρυγας ανοικτάς, αι δείλαιαι, και εκραύγαζον θλιβερώς,
αισθανθείσαι τον παγετόν του θανάτου.
***
— Δε σ' τάλεγα, Κρατήρα;
Είπε προς την σύζυγόν του, εγερθείς την πρωίαν εκείνην ο μπάρμπα-
Σταύρος, εννοήσας δ' εκ της νεκρικής σιγής των έξω ότι είχε
χιονίσει.
— Για τ' μοίρα μ' πλειο! Τέτοια μέρα! — ήτο παραμονή των
Χριστουγέννων — απήντησε πενθίμως η Κρατήρα, χασμωμένη και
σουφρόνουσα περί τον κυρτούμενον προς τα εμπρός λαιμόν τους
ημιγύμνους ώμους της· κομβώσασα δε και περιζώσασα καλώς χονδρήν
λευκήν φανέλλαν — μόλις εγερθείσα — προσεπάθει ν' ανάψη το πυρ της
εστίας.
Ο μπάρμπα-Σταύρος ρίψας εις τους ώμους του — _αναπεταρίκι_ — μίαν
παλαιάν γούναν, και χουχουλίσας τας χείρας του, και θωπεύσας είτα
προς τα κάτω ως διά κτενίου τους μύστακάς του τους στακτερούς,
ένθεν και ένθεν, ήνοιξεν ανυπόμονος το παράθυρον προς την οδόν διά
να ίδη.
— Δεν έχ' π' θενά σήμερα! επανέλαβε.
— Νά τα! Νά τα! εψιθύριζε και η Κρατήρα σωρεύουσα πολλά
_φλέσσουρα_ εις την πυράν, ξηρά προσανάμματα.
— Ένα μπόι, Κρατήρα! επανέλαβεν ο μπάρμπα-Σταύρος, χαρμοσύνως
θεωρών το πάλλευκον χρώμα της χιόνος.
— Νά τα! Νά τα! είπε πάλιν η Κρατήρα, γυνή υψηλού αναστήματος,
μελάγχρους και χαρίεσσα, με ωραίους μαύρους μεγάλους οφθαλμούς και
καστανήν κόμην. Αν και είχεν υπερβή τα τεσσαράκοντα έτη, όμως
εφαίνετο ως εκ της ανθηράς υγείας της μόλις τριακοντούτις· διό
πολύ εκαμάρωνεν ο μπάρμπα-Σταύρος, όταν του έλεγαν οι φίλοι του
βλέποντες αυτόν πάντοτε φαιδρόν θωπεύοντα τον μύστακά του τον
στακτερόν.
— Βέβαια, μπάρμπα-Σταύρο, το στρίβεις. Το ξέρω κι' εγώ! Είχεν
ανάψει πλέον το πυρ η Κρατήρα· και ήδη κατεγίνετο να καθαρίση την
ευρύχωρον εστίαν εν τη γωνία της οικίας, σαρώνουσα με μικράν εκ
πτερών όρνιθος σκουπίτσαν την στάκτην και τα λοιπά λείψανα της
αποβραδυνής φωτιάς.
— Άιντε τώρα να ζυμώσης και να πας 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!
Παρετήρησε πάλιν με το ειρωνικόν του μειδίαμα ο μπάρμπα-Σταύρος
θωπεύων τον μύστακά του μετ' ενδομύχου ευχαριστήσεως. Κ' ενώ η
Κρατήρα θλιβερώς έβλεπε την χιόνα ελθούσα εις το παράθυρον
συμμαζευμένη εις την φανέλλαν της την καθαράν, ο μπάρμπα-Σταύρος
προσεπάθει να ενδυθή τα τραχέα της εργασίας του ενδύματα, συνεχώς
επαναλαμβάνων μετά φαιδρότητος.
— Άιντε τώρα 'ς τον φούρνο, Κρατήρα!
— Δεν είνε τίποτα, παρετήρησεν η Κρατήρα, τώρα σε 'λίγο θα λυώση.
— Ναι, καρτέρ' να λυώση! απήντησεν ο μπάρμπα-Σταύρος. Ούτε με μια
βδομάδα δεν θα λυώση.
Ο μπάρμπα-Σταύρος, κοντός και ευτραφής άνθρωπος πεντήκοντα και
πέντε ετών, φαιδρός και γελαστός κτηματίας, με πολλούς ελαιώνας,
έν μόνον είχεν ελάττωμα. Ήτο ο δυστυχής φιλάργυρος εις τα
παραμικρά. Χωρίς παιδιά — η Κρατήρα, ήτο στείρα η ταλαίπωρος, — με
τόσα κτήματα, αφειδώς δαπανών διά να τα καλλιεργή και να τα
αυξάνη, εστενοχωρείτο τας καλάς ημέρας να βλέπη την γυναίκα του
ζυμόνουσαν πολλά και μεγάλα ψωμία εξ αλεύρου της φάμπρικας, ενώ αι
αποθήκαι του μπάρμα-Σταύρου έγεμον σίτου εγχωρίου. Ιδίως όμως
εστενοχωρείτο το Πάσχα, και τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά,
ότε η ευλογημένη η Κρατήρα δεν έκαμνε νισάφι.
— Τι τα θέλ' ς, καϋμένη, τόσα πολλά; τα παιδιά έχεις;
Παρετήρει ο μπάρμα-Σταύρος βλέπων την Κρατήραν να επιστρέφη εκ του
φούρνου την παραμονήν φορτωμένην απάν-'πανωτού τα χριστόψωμα με το
_σάμι_ και το _μαυροκούκι_. Και έλεγεν υπό τους στακτερούς του
μύστακας:
— Θέλα φυτέψω ένα στρέμμα εληαίς με τα έξοδα αυτά τα χαμένα.
Δεν ετόλμα και φανερά να την επιπλήξη, διότι την ηγάπα την ωραίαν
Κρατήραν. Την συνεβούλευε μεν προηγουμένως, πλην αφού δεν ήκουε,
τι να κάμη;
— Να φέρω σύ-υσι και ταραχή; έλεγε κατ' ιδίαν.
Και πάλιν κολακεύων την αδυναμίαν του εψέλλιζε:
— Θα στρώση! Θα στρώση!
— Τώρα Μπάρμπα-Σταύρο, που εγήρασε σχεδόν;
Να τω είπη κανείς.
Αλλά και πάλιν καταπαύων την οργήν του επανελάμβανε.
— Πρέπει να τώχη ο άνθρωπος!
Η Κρατήρα όμως το έκαμνε και από επίδειξιν — νοικοκυρά αυτή με
τόσα περιβόλια — αλλά ηρέσκετο και εις την φλυαρίαν των φούρνων.
Διότι, ως γνωρίζετε, εις τα χωρία υπάρχουσι καφενεία διά τους
άνδρας, και φούρνοι διά τας γυναίκας. Διά τούτο πολλάκις η
Κρατήρα, αν και είχε ψωμίον, εύρισκεν αφορμήν να ζυμώση, για
φρέσκο τάχα — πότε πίττα, πότε τυρόπιττα, διά να μανθάνη εις τον
φούρνον τα νέα της γειτονίας της και του χωρίου.
Ενίοτε όμως ο μπάρμπα-Σταύρος εθύμωνεν. Όσον επιεικής και αν είνε
κανείς, πάντοτε είνε καμωμένος από νεύρα. Βλέπων τα ράφια γεμάτα
ψωμία, εις δε την τράπεζαν παρατιθεμένην κάτασπρην πίτταν,
ωργίζετο, πλην εις βάρος του, διότι έτρωγεν αρπαχτά την ζεστήν
πίτταν, — εζήλευε να τρώγη η Κρατήρα φρέσκο, και αυτός
ξηροκόμματα, ως τα έλεγε τότε τα ψωμία από την ζήλειαν του — και
έπιπτεν όλη εις το στομάχι του και παρεπονείτο την νύκτα.
Διά τούτο λοιπόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ιδών την χιόνα εχουχούλιζε
τας χείρας του όχι τόσον ένεκα του ψύχους, όσον ένεκα της χαράς
του, ότι η ανάγκη θα υπεχρέου την ευλογημένην Κρατήραν να κάμη
οικονομίαν. Ποίος θα της φέρη τ' απαιτούμενα με τοιούτον χειμώνα,
ποίος θα υπάγη εις τον φούρνον;
Τέλος ενεδύθη ο Μπάρμπα-Σταύρος, εφόρεσε το γεράνιο χειρίσιο βρακί
του, το χονδρόν αμπαδίτικο γελέκι του, καταβαίνον μέχρι του
υπογαστρίου με μαύρα στρογγυλά κομβία βαμβακερά, με μικραίς
γιαλιστεραίς και μεταξωταίς φουντίτσαις, βιομηχανίαν της
Χαλκιδικής, ενεδύθη καλά πλέον την παλαιάν και τριμμένην γούναν
του και εζήτει τώρα τα υψηλά ναυτικά υποδήματά του, διά να εξέλθη
μέχρι του καφενείου.
Την στιγμήν εκείνην ηκούσθησαν κούφια πατήματα επί της χιόνος,
έξω, και συγχρόνως φωνή παγωμένη.
— Άιντε, Μπάρμπα Σταύρο; Τι κάνεις; Πάνε η εληαίς!
— Ωχ! Ωχ! εκραύγασε τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος, ως να επόνεσεν αίφνης
η καρδία του. Δεν το είχε σκεφθή αυτό, από την χαράν του, ότι
ένεκα της χιόνος θα έκαμνεν οικονομίαν.
Ο φαιδρός πάντοτε γέρων αίφνης εμελαγχόλησε και συνωφρυώθη.
Θαρρείς και η ψυχρά θέα της χιόνος, ην με τόσην περιπάθειαν έβλεπε
προ μικρού, εζωντάνευσε μυστηριωδώς, και κρυσταλλωμένη τον
ερράπισε τον δυστυχή φιλάργυρον.
— Έρμαις εληαίς! εψιθύρισε. Τέλος πάντων ο άνθρωπος ποτέ δεν
απομένει ευχαριστημένος εις αυτόν τον παληόκοσμον! Κερδίζομεν από
την μια μεριά τα έξοδα του φούρνου, χάνομεν από την άλλη τα δέντρα
κ' έχουν μαξούλι ακόμη. Έρμαις εληαίς!
Και έχωσε μετά ταύτα τους δύο κοντούς και χονδρούς πόδας του μέσα
εις τα βαρέα και βαθέα ρωσσικά υποδήματα, σκληρά και άκαμπτα ως εξ
ελάσματος σιδήρου, αφού πρώτον η σύζυγός του εξετίναξε την επ'
αυτών επικαθημένην κόνιν, καταβιβάσασα αυτά από τινος δοκού της
αφατνώτου οροφής, αφ' ης εκρέμαντο όλον το έτος ως δύο γίγαντος
πόδες μαύροι, μέχρι του γόνατος κομμένοι.
— Για πού χαζιρεύεσαι; ηρώτησεν η Κρατήρα.
— Δεν τάκουσες; Πάνε η εληαίς! απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, και
εκτύπα εις το σανιδένιον πάτωμα της οικίας τους βαρείς πόδας του
εναλλάξ, όπως εφαρμόση αυτούς ακριβώς εντός των ρωσσικών
υποδημάτων και βαδίζη χωρίς να πονή.
— Κάμε γλήγορα Κρατήρα! είπε ταχέως _μπουρμπουλλίζων_ τας λέξεις
ο γέρων, ως άνθρωπος βιαζόμενος. Δόσε μου το τσίπουρο!
— Με τα σωστά σου, Σταύρο; Παρετήρησεν εκπεπληγμένη η Κρατήρα,
ήτις, προ της απροσδοκήτου αυτής ιδέας του συζύγου της να εξέλθη
εις τον ελαιώνα, εύρε πολλήν την χιόνα και άβατον, ην πρότερον
έκρινεν ολίγην, κολακεύουσα την αδυναμίαν της ως προς τους
φούρνους.
— Με τέτοιο χιόνι!, επανέλαβε πάλιν η Κρατήρα και προσήνεγκε εις
τον σύζυγόν της την μποτίλιαν με το τσίπουρο.
— Κάθε ένας με την ιδέαν του γυναίκα. Εσύ προτήτερα για τον
σκοπόν σου το εύρισκες ολίγο το χιόνι, εγώ τώρα για τον σκοπό μου
το βρίσκω πολύ. Πάνε, κακομοίρα, η εληαίς, πάνε!
Είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και ροφήσας μια, κατέβασεν ως την μέσην
την μποτιλίτσα, υπολογίζων ότι είχεν ανάγκην ικανού θερμογόνου.
— Δεν βλέπεις, πώς τρέχει ο κόσμος πρωί πρωί, μόνε θέλεις ν'
αφήσουμε τα χτήματά μας;
Παρετήρησεν ο Μπάρμπα Σταύρος.
Και αληθώς είδον και οι δύο από του παραθύρου να διέρχηται ο
κράξας απέξω πρότερον: «άιντε Μπάρμπα Σταύρο,» με υποδήματα
μεγάλα, με σουρτούκο μακρύ αμπαδένιο, με κασκέτο εκ δέρματος
προβατίνας μαύρης, ακατεργάστου, ως μαλαχτάρι, και με ένα μάλλινον
με πρασινοκόκκινα λωρία μανδήλι ως ζωνάριον περί τον λαιμόν,
κρατών εις την κόκκινην εκ του ψύχους χείρα του βαρύ και μακρύ
κοντάριον, και βυθιζόμενος εις την μαλακήν χιόνα βήμα προς βήμα,
ήτις έτριζε πενθίμως υπό τα βαρέα υποδήματά του κατακαθίζουσα.
Αυτός ήτο ο πρώτος όστις διήρχετο προ της οικίας του Μπάρμπα-
Σταύρου σχηματίζων επί της ηπλωμένης χιόνος μετά κόπου τα πρώτα
ίχνη του _ντορού_, άτινα κατόπιν του έχαινον βαθέα, ως χωθέντα και
απομείναντα εκεί κενά υποδήματος.
Άλλος κανείς δεν διήλθε, πλην ο γέρων κτηματίας εν τω φόβω του
παρίστα τον κράξαντα ως όλον τον κόσμον, φαντασθείς ότι όλοι οι
χωρικοί θα εξέλθουν με υποδήματα και με κοντάρια διά να
ξεχιονίσωσι τας αθλίας ελαίας.
Ο Μπάρμπα Σταύρος ακολούθως εφόρεσεν ένα κόκκινο μισοτριμμένο φέσι
χωρίς φούντα, το εστήριξε διά συνήθους μανδηλίου σφιγκτά πέριξ,
και εζήτησε το βαρύ κοντάριον.
Έως ότου δε η Κρατήρα κομίση τούτο από το κατώγειον, συγκοινωνούν
μετά της οικίας διά κλαβανής, αφανούς του πατώματος θύρας, ηκούσθη
άλλη φωνή έξω.
— Ακόμα, Μπάρμπα-Σταύρο! Πάνε η εληαίς, όλαις σπάσανε!
— Ωχ! ωχ! απήντησε πάλιν ο φιλάργυρος γέρων, ως να επόνεσεν η
καρδιά του πάλιν.
Και είδεν από το παράθυρον τον δεύτερον χωρικόν, όστις διήρχετο
χωνόμενος εις τα ίχνη του πρώτου — ευκολώτερον — με τσαρούχια
χονδρά ούτος και χονδραίς μάλλιναις κάλτσαις ποιμένος, με χονδρόν
εγχώριον παντελόνι ως πάνναν ελαιοτριβείου, και με μίαν βαρείαν
και ογκώδη ποιμενικήν κάπαν, κουκουλωμένος την κεφαλήν με την
κατσούλαν της, και φανερόνων μόνον αγκυλωτούς μύστακας μαύρους και
πώγωνα τραχύν αξύριστον, εν ώ αι σκληραί της κάπας του άκραι
παρέσυρον την χνοώδη της χιόνος επιφάνειαν.
Εν ώ δε ο Μπάρμπα-Σταύρος με όλας τας διαμαρτυρίας της συζύγου του
ητοιμάζετο να εξέλθη και αυτός εις τον ελαιώνα κρατών το βαρύ
κοντάριον, ηκούσθη εις την αυλήν οξύς γρυλλισμός, ως να
εμουρμούριζεν ιδιότροπος θυμώδης γέρων.
— Το γουρνόπουλο, Κρατήρα· είδες; εξεχάσαμε το γουρνόπουλο.
Και ανοίξας την θύραν πάραυτα είδεν υψηλόν εμπρός τοίχον εκ
χιόνος, κοκκωτής αυτής, ουχί βαμβακοειδούς, ως αποκρυσταλλωθείσης
εν τη στενή και ψυχρά αυλή.
Κοντός ως ήτο ο Μπάρμπα-Σταύρος έκαμνε να ίδη προς τα έξω, αλλά
πού να φθάση εκείνο της χιόνος το ύψος.
Και ηκούετο μετά πόνου ο γρυλλισμός του χοιριδίου, το οποίον
ανεστέναζε κάτω από τα ψυχρά εκείνα έγκατα της χιόνος.
— Το φκυάρι, Κρατήρα, γρήγορα το φκυάρι!
Και λαβών ο γέρων μικρόν κ' ελαφρόν πτύον σιδηρούν ήρχισε πάραυτα
να σκορπίζη την απαλήν και παρθενικήν χιόνα, εδώ κ' εκεί σωρεύων
αυτήν, και προσπαθών να διανοίξη πρόχειρον δίοδον προς την θύραν
της αυλής, και προς το μέρος όπου ηκούετο ο γρυλλισμός του
χοιριδίου.
— Το καϋμένο το γουρνόπουλο, έλεγεν ο Μπάρμπα-Σταύρος
καταγινόμενος εις αυτήν την εργασίαν. Σε ξεχάσαμε κατακαϋμένο!
Κ' εκεί είδε τότε υπό την χιόνα σκάφην ξυλίνην ορθίαν εστηριγμένην
επί του τοίχου, υπό την οποίαν ευκίνητον εγρύλλιζεν έν παχουλόν
χοιρίδιον τεσσάρων το πολύ οκάδων, όπερ φαίνεται την νύκτα
εννοήσαν το κακόν, εχώθη υπό την παρατυχούσαν εκεί σκάφην, το
ευφυές ζώον, και εσώθη από βεβαίου παγερού θανάτου. Βλέπον δε
εαυτό περιτριγυρισμένον από τον λευκόν και αδιάβατον εκείνον
τοίχον εγρύλλιζε κάμνον γνωστόν εις τον κύριόν του τον κίνδυνον.
— Φθηνά την γλύτωσες, κατακαϋμένο, έλεγεν ο γέρων θωπεύων το
παχουλόν χοιρίδιον και τους μύστακάς του συγχρόνως, εφ' ων
επήγνυτο κρυσταλλουμένη η αναπνοή του.
— Να ιδούμε όμως τι θα πάθης έπειτα, καϋμένο! Εξηκολούθει ο
Μπάρμπα-Σταύρος. Αν εγλύτωσες από το χιόνι, από εκείνο όμως που σε
περιμένει δεν θα γλυτώσης!
Και το εχάιδευε. Και έτρεχεν εκείνο αστραπηδόν και πάλιν ίστατο
και πάλιν ξανάτρεχε, εντός της οικίας γρυλλίζον με χαράν τώρα, εν
ώ δύο γάτοι, άρρενες μεγάλοι και γηραιοί με παχείς λαιμούς και
στιλπνόν κοκκινόλευκον τρίχωμα, το έβλεπον μελαγχολικώς μακρόθεν,
κάμνοντες τάχα πως εκοιμώντο, καθήμενοι επί των οπισθίων ποδών
παρά την θερμαίνουσαν εστίαν, ως δύο καπνοδοχεία παριστώντα
γάτους.
Τωόντι δε ήτο πολύ συμπαθητικόν το μικρόν γουρουνόπουλον. Απαλόν,
με καθαρόν ύπωχρον τρίχωμα, με το ρύγχος του προς τα κάτω και με
τους ακινήτως παρατηρούντας το δάπεδον πονηρούς οφθαλμούς του, και
με την μικράν ουρίτσαν του και εστριμμένην ως ξεφτισμένην φούνταν,
ήτο ως να το έβλεπε κανείς ψητόν επί του λάμποντος ταψίου, με
σταυρωμένα τα ποδαράκια του, κυρτωμένον την ράχιν, ροδισμένον,
ευωδιάζον τρυφερότητα και νοστιμάδα, το ορεκτικόν και παχουλόν
γαλαθηνόν χοιρίδιον. Ήτο δώρον του κολλήγα του ποιμένος, του
Κομποδήμου, όστις το ανέθρεψεν εις το βουνόν καθαρόν και αμόλυντον
με το γάλα της μητρός του, μιας ωραίας από σόι συός, τρεφομένης
μόνον με ξηράν κολοκύνθην και τυρόγαλα της ποίμνης, και με τον
καθαρόν του βουνού αέρα.
Και το είχε φέρει ο κολλήγας του προ μιας ημέρας, ο Κομποδήμος,
εμφανισθείς πρωί-πρωί φορτωμένος με ένα σακκάκι δεμένον επάνω καλά
περί τον λαιμόν.
— Γεια-χαρά σας! εφώνησεν ο Κομποδήμος με την έρρινον οξείαν
φωνήν του, ηχούσαν ως γκάιδας ήχον.
Και απέθεσε το σακκάκι με προσοχήν εις τα σανίδια του πατώματος.
— Καλώς τον κολλήγα! είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος, παρατηρών πονηρώς
το σακκίδιον, το οποίον ήρχισε να κινήται εδώ κ' εκεί, δεμένον ως
ήτο, εν ώ οι δύο γηραιοί και ευτραφείς κοκκινόλευκοι γάτοι,
οσφρανθέντες το εντός κεκλεισμένον ζωντανόν, περιειργάζσντο αυτό
κατσουλόνοντες τ' αυτιά των και κυρτούντες γραφικώς την ράχιν των
και συνάμα μιαουρίζοντες εξ ευχαριστήσεως, ως να εκομίσθη δι'
αυτούς το δώρον.
— Καμμιά ζημιά θ' άχουμε πάλι, γυναίκα, είπεν ο Μπάρμπα-Σταύρος
κρυφίως εις την σύζυγόν του.
Και είτα στραφείς προς τον κολλήγαν ηρώτησε.
— Τι έχ'ς εδώ μέσα, μωρέ κολλήγα; Καμμιά γάτα αγόρασες για το
μανδρί; Δεν έλεγες, καϋμένε, να σου δώση ένα από τα παιδάκια της η
Κρατήρα; Κύτταξέ τα θρεμμένα που είνε. Σαν καλογερικά!
Και έδειξε τους δύο γάτους, οίτινες καμαρόνοντες εκεί ένθεν και
ένθεν της εστίας, εκίνησαν αίφνης το μυστακοφόρον ρύγχος των ως να
ήθελον ν' αποδιώξωσι παρερχομένην μυίαν.
Συνήθιζεν ενίοτε να πειράζη την σύζυγόν του ο Μπάρμπα-Σταύρος, διά
την στείρωσίν της.
Ο ποιμήν εγέλασεν υπό τους μύστακάς του.
— Σας έφερα πεσκέσι, ένα γουρνόπουλο, κολλήγα, για τ' καλή
χρονιά. Χριστούγεννα αύριο ξημερόνουν, μαθές.
— Δεν σου τόπα; διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αποτεινόμενος κρυφίως
προς την Κρατήραν. Καμμιά ζημιά θ' άκαμε πάλι ο Κομποδήμος.
Τον είχε σπουδάσει καλά ο Μπάρμπα-Σταύρος τον κολλήγαν του τον
πονηρόν, όστις πάντοτε, οσάκις έκαμνε καμμίαν ζημίαν εις τον
ελαιώνα, επρόφθανεν αμέσως με τα δώρα, πότε με τσαντίλα μιζίθρα,
πότε με κατσικάκι, πότε με καμμιά κόττα του βουνού παχείαν.
Ηγάλλετο δε τότε ο παράδοξος φιλάργυρος γέρων, αναλογιζόμενος ότι
εσώζετο από την δαπάνην του φαγητού.
Καμμιά φορά μάλιστα δεν επρομηθεύετο κρέας, αναμένων τον κολλήγαν
του.
— Δεν μπορεί, έλεγε, θ' άκαμε καμμιά ζημιά αυταίς ταις ημέραις.
Δεν μπορεί!
Αλλά και ο πονηρός ποιμήν, ο Κομποδήμος, είχε σπουδάσει καλά τον
κολλήγαν του. Εννοήσας την αδυναμίαν του προς τα πεσκέσια, έσπευδε
πάντοτε πάσαν προξενουμένην ζημίαν εις τον ελαιώνα να
προαναγγέλλη, ουχί με κενάς τας χείρας, ότε οι οφθαλμοί του
Μπάρμπα-Σταύρου λαιμάργως προσατενίζοντες το δώρον, απερρόφων
πάσαν αυτού την προσοχήν κλείοντες ιδίως τα ώτα του, εις τα οποία
αβλαβώς αντήχει η αναγγελλομένη ζημία. Ανήγγελλε π. χ. ο
Κομποδήμος, ικετευτικώς μεταβάλλων την ποιμενικήν φωνήν του, ότι
τα πράμματα έφαγαν ένα θήλιασμα ελαίας. Αλλά το θήλιασμα τούτο το
φαγωμένον παρουσίαζεν ο πονηρός ποιμήν φορτωμένον με μίαν μεγάλην-
μεγάλην τσαντίλαν, επιφέρων:
— Ξέκοψε μια παληόιδα, κολλήγα, δεν την είδα.
Ο κολλήγας θα ήτο ανόητος τότε να καταμηνύση τον ποιμένα, όστις
είχε παληόιδες που του έφερναν τόσον μεγάλαις τσαντίλαις. Έπειτα
ευρίσκετο και ενώπιον διλήμματος, διότι αν δεν εδέχετο την
τσαντίλαν και επροτίμα την μήνυσιν, η τσαντίλα ζεστή-ζεστή,
αχνίζουσα, θα έπεφτε σαν στραβή μέσα εις ταις μεγάλαις χούφταις
του ειρηνοδίκου, και τότε ο Μπάρμπα-Σταύρος και την τσαντίλα θα
έχανε και την μήνυσίν του, θα απέμενε δε μόνον το άθλιον θήλιασμα
φαγωμένον, ελεεινόν και κατάξηρον, δυστύχημα ανεπανόρθωτον διά τον
γέροντα κτηματίαν· τα ήξευρεν αυτά ο Μπάρμπα-Σταύρος, διότι τα
είχε πάθει πολλάκις.
Αυτά και αυτά έκαμαν φιλάργυρον τον αγαθόν κτηματίαν. Ο
μικροφιλάργυρος δεν γεννάται τοιούτος· γίνεται εκ διαφόρων του
βίου περιστάσεων. Και ο Μπάρμπα-Σταύρος έγεινε τοιούτος, αφού
προηγουμένως είδε πολλάς τσαντίλας να πέσουν και να καταπλακώσουν
τας μηνύσεις του· διά τούτο τώρα επροτίμα να καταπλακώνουν τον
στόμαχόν του, ενόσω πάντοτε εις τα χωρία θα υπάρχουν παληόιδες
νοστιμευόμεναι τα τρυφερά θηλιάσματα και ειρηνοδίκαι αγαπώντες τα
γαλακτώδη της ποίμνης δώρα.
— Για τ' καλή χρονιά, κολλήγα, εξηκολούθησεν ο ποιμήν. Εμείς
πάντα σε καταπατούμε.
— Όχι εμένα, διέκοψεν ο Μπάρμπα-Σταύρος, τον ελαιώνα μου. Ας
είνε· δεν πειράζει. Αφήσανε τουλάχιστον της κουτσούραις τα γίδια;
Ήτο και αστείος ο γέρων.
— Ας είνε! εξηκολούθησεν. Όσο και αν φάνε τα πράμματα, θ'
απομείνουν πάντα η ρίζαις. Και θα ξαναβλαστήσουν.
Και εγέλασεν.
Ούτω λοιπόν απελευθερώσας το Χριστουγεννιάτικον δώρον του ο
Μπάρμπα Σταύρος καθωδήγησε την Κρατήραν πώς να το μαδήση, αφού το
δώση εις τον κρεοπώλην να το σφάξη, και είτα να το στείλη εις τον
φούρνον παραγεμιστόν, όπως γνωρίζει.
Και λέγων ταύτα εκρότει τα χείλη μετ' ορέξεως ο Μάρμπα-Σταύρος
νομίζων ότι έτρωγεν ήδη το παχύ γουρνόπουλο. Και είτα λαβών το
βαρύ ξύλινον κοντάριον απήλθεν εις τον ελαιώνα να ξεχιονίση, ως
είπε, τα δένδρα.
— Μας φθάνει αυτό, προσέθηκε, δεν θα ψωνίσω τίποτε άλλο.
Επειδή δε και άλλοι τινές είχον διέλθει έξωθεν μεταβαίνοντες εις
τα κτήματα, η Κρατήρα καθησύχασεν ειπούσα μόνον εις τον σύζυγόν
της, «αν δεν μπορή να βγη από τα χιόνια», να γυρίση. Το βέβαιον
όμως είνε ότι η Κρατήρα επεθύμει ν' απομακρυνθή την ημέραν αυτήν
από του οίκου ο σύζυγός της, ίνα ζυμώση με την ησυχίαν της, ως
έκαμνεν άλλοτε την Παραμονήν, ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος έλειπεν εις
τον ελαιώνα του. Διότι αφού έρριψεν από του παραθύρου τελευταίον
βλέμμα εις τον αγαθόν κτηματίαν, όστις καλά κουκουλωμένος με την
γούναν διεσκέλιζε της χιονώδους οδού τα ίχνη, ήρχισε να
παρασκευάζη τα διά την ζύμην χρήσιμα εν αφθονία.
***
Αγρίως μεγαλοπρεπές ην το θέαμα της χιονισμένης νήσου έξω. Το έτος
εκείνο εκτάκτως είχε πέσει πολλή χιών, όση ουδέποτε άλλοτε προ
πολλών χρόνων, κατακαλύψασα κάμπους και βουνά, και ισοπεδώσασα τας
βαθείας φάραγγας με τας κορυφάς των λόφων. Τα αλώνια, η πρώτη
μικρά πεδιάς μετά την κώμην, όλη ήτο κατάλευκος ως να ηπλώθη
παχύτατος βαμβακερός τάπης. Οι λόφοι κύκλω, τα βουνά ομοίως,
πάλλευκα και ακίνητα και μόνον εδώ κ' εκεί πενθίμως η λευκότης
διεκόπτετο υπό μαύρων σκιών, των υψηλών δένδρων, άτινα σειόμενα
υπό του ανέμου απέρριπτον από τους κλώνους των την χιόνα, κ'
εμαύριζαν μέσα εις την τόσην λευκότητα τα πράσινα φύλλα των, ως
κλαδιά μεγάλα, στολίσματα πένθιμα λευκής μανδήλας, υπό την
οποίαν εσίγησαν παγέντα τα ποικίλα κελαδήματα των πτηνών και ο
ηδύς ψίθυρος των πυκνών θάμνων. Η δε τριγωνική φαλακρά κορυφή της
Καραφιλτζανάκας ήτον όλη μία λευκή μάζα ως να κατέρρευσεν απ'
αυτής πηγή γάλακτος παγέντος μέχρι των υπωρειών.
Ούτε ίχνος οδού, ουδέ σημείον. Πλην ο Μπάρμπα-Σταύρος γνωρίζων την
οδόν καλώς, εβημάτιζεν επί της χιόνος προχωρών προς το κτήμα του
κατηφής και κλαίων σχεδόν, διότι έβλεπε πλέον ότι μεγάλη ζημία
εγένετο εις τον ελαιώνα.
Εκεί όπου έφθασεν, εθεώρει ήδη μακρόθεν τον ελαιόφυτον κάμπον όπου
ην και το κτήμα του. Θρήνος και οδυρμός!
Τα ταλαίπωρα δένδρα είχον καταθραυσθή. Τόση χιών, επειδή ήτο
νηνεμία καθ' όλην την νύκτα, είχε συσσωρευθή εις τους πυκνοφύλλους
κλώνους των, ώστε ούτοι λυγίσαντες προς τα κάτω κατεχώσθησαν κατά
πρώτον κ' εκαρφώθησαν στερεώς κάτω εις την παχείαν του εδάφους
χιόνα, είτα και άλλης χιόνος συσσωρευθείσης δεν αντέσχον κ'
εθραύσθησαν γηραιοί και ογκώδεις κλώνοι, ξεγκλισθέντες οικτρώς από
των κορμών.
Πλην έβλεπε τωόντι ο Μπάρμπα-Σταύρος ότι ήτο αδύνατον πλέον να
προχωρήση περαιτέρω μέχρι του κτήματός του. Η χιών ήτο βαθεία
αληθώς, πέντε σπιθαμών, και ήτο φόβος να βυθισθή τις και απολεσθή.
— Δεν είνε χιόνι αυτό! εψιθύριζεν. Οργή Θεού!
Δυο-τρεις φοραίς κατέπεσε και ετρόμαξε να εγερθή εκ νέου.
Όμως επροχώρει, διότι δύο άλλοι προ αυτού εβάδιζον και αυτοί μετά
καμάτου.
Τα πτηνά, φοβισμένα, κόσσυφοι και αγριοπεριστεραί και φάσσαι
παχείαι, βλέποντα τους μαυρίζοντας οδοιπόρους εν μέσω της
παλλεύκου πεδιάδος ετριγύριζον περί αυτούς ως περί κορμούς
αχιονίστων δένδρων, και έπιπτον ακίνητα προ αυτών, μισοπαγωμένα.
Μετ' ολίγον οι προηγηθέντες απέστρεψαν αδυνατήσαντες να
προχωρήσωσι, και παρεκίνουν και τον Μπάρμπα-Σταύρον να επιστρέψη.
Πλην αυτός δεν τους ήκουσε και επροχώρει ακόμη.
— Τουλάχιστον να ιδώ μονάχα! έλεγεν.
Ήδη μετά κόπου και αγωνίας πολυώρου, παρήλθεν η μεσημβρία ως
υπελόγιζεν ο γέρων, έφθασεν εις την είσοδον του ελαιοφύτου κάμπου,
εν μέσω του οποίου ην το κτήμα του.
Κ' ησθάνθη εκεί τρομακτικούς κρότους πρωτοφανείς και πρωτακούστους
ως να κατέπιπτον σωροί κοκκάλων ξηρών από κατωφερείας.
Και τωόντι εθραύοντο μετά πενθίμου πατάγου εν τη νεκρά εκείνη
ηρεμία οι καταπλακωμένοι των ελαιών κλώνοι, κ' εθραύετο η καρδία
του Μπάρμπα-Σταύρου και εκόπτοντο τα ήπατα αυτού κ' ελύγιζον τα
γόνατά του.
— Ερμαίς εληαίς! Εψέλλιζε πενθίμως.
Και όμως επροχώρει. Και τι ήθελε κάμει ο άφρων; αλλ' ο άνθρωπος
είνε πάντοτε ανόητος.
Εισελθών όμως ήδη εις την ελαιόφυτον πεδιάδα έχασε τον δρόμον
συγχύσας τας χιονοσκεπείς ρίζας των ελαιών, και έβαινεν αγνοών,
μετά προσοχής όμως πάντοτε βυθίζων τα βήματά του, αφού πρότερον
εδοκίμαζε το έδαφος διά του ξυλίνου κονταρίου.
Πλην αίφνης, ενώ ήθελε να εξαγάγη τον δεξιόν πόδα και προχωρήση
προς τα εμπρός, το κοντάριόν του το εμπηχθέν προηγουμένως εβυθίσθη
ολόκληρον μη ευρόν στερεόν έδαφος· μέγα τεμάχιον χιόνος τότε
απεκόπη αστραπιαίως και ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο άφαντος με τα
βαρέα ναυτικά του υποδήματα, με την παλαιάν του γούναν και το
μισοτριμμένον αυτού φέσιον.
Ο τρυγμός των θραυομένων κλώνων των ελαιών εξηκολούθει φοβερός και
άγριος ως κρότος μακρυνής βροντής.
Ο Κομποδήμος ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου, μη προφθάσας ν'
απέλθη την προηγουμένην νύκτα εις την ποίμνην του ζαλισθείς από τα
κεράσματα των φίλων του, — το αγαπούσε ολίγον το έρμο — την
επαύριον απεκλείσθη ολότελα ένεκα της χιόνος και μόλις απήλθεν ο
Μπάρμπα-Σταύρος, και ενεφανίσθη προ της Κρατήρας ο Κομποδήμος με
μίαν βαρείαν κάπαν και με την κελαειδούσαν ως γκάιδαν ρίνα του.
— Γεια-χαρά σας! εχαιρέτισεν ο ποιμήν.
Και εζήτησε πάραυτα πτύον να ξεχιονίση και σχηματίση ντορό.
— Ξεχνώ εγώ ποτέ τον κολλήγα μου!
Και συγχρόνως μαθών ότι ο κολλήγας του είχεν απέλθει εις τον
ελαιώνα, τον κατέκρινε διά την τόλμην του.
— Δεν ήτανε καλό αυτό, κουμπάρα!
Είπε προς την Κρατήραν.
— Πάνε κι' άλλοι, απήντησεν η Κρατήρα, παρηγορουμένη μόνη της και
καθησυχάζουσα τον φόβον της.
— Να ιδούμε πώς θα γυρίση πίσου!
Διέκοψεν ο ποιμήν.
— Ήτανε ανάγκη για τα δέντρα, να κινδυνέψη; εξηκολούθησεν απορών
ο Κομποδήμος. Εμείς έχουμε ζωντανά και δεν κάνουμε έτσι. Ξέρεις τι
χιόνι έπεσε; Πού μπορεις να ξεμυτίσης!
Και λαβών το πτύον, εξεχιόνισε καλά την αυλήν. Έκαμεν απέξω οδόν
βαθείαν εις την χιόνα ως χάνδακα, κατόπιν εξελθών εις τον εξώστην
εξετίναξε και απ' εκεί την σωρευμένην χιόνα μη πέση από το βάρος ο
πεπαλαιωμένος εξώστης, διά ξύλου μακρού εις σταυρόν
μετασχηματισθείσης της άκρας του, κατέρριψε την εστιβασμένην επί
της στέγης και εν γένει υπηρέτησε καλώς τον κολλήγαν του ο ποιμήν.
Ακολούθως η Κρατήρα έχουσα τον νουν της εις το ζύμωμα εξαπέστειλε
τον Κομποδήμον εις τον φούρνον να ίδη αν θα κολλήση.
— Ακούς λέει; απήντησεν επανελθών ο ποιμήν. Γένιτι τέτοια μέρα;
Ξεφούρνισε τη πρώτη φουρνιά, και χαζιρεύει άλλη τώρα. Κάμανε
ντουρό και είνε ο φούρνος γεμάτος γυναίκες.
— Νά τα! Νά τα! εμουρμούριζεν η Κρατήρα μετά ταύτα εμποδισθείσα
τόσον από της πρωίας,
Ουχ ήττον ως φιλόπονος και δεξιά γυνή όλα έφερεν εις πέρας· και
εζύμωσε, και ασβέστωσεν ολίγον την εστίαν και τα κάτω μέρη των
τοίχων, εξετίναξε και εκαθάρισε το πάτωμα, έστρωσε τα καλά κυλίμια
και ετοποθέτησε τας πανηγυρικάς προσκεφαλάδας, τα πλούσια προικιά
της, και τέλος τη βοήθεια του ποιμένος όστις το έσφαξε μαδήσασα
καλά-καλά το χοιρίδιον και παραγεμίσασα αυτό απέστειλεν εις τον
φούρνον λευκόν, ως να ήτο και αυτό εκ χιόνος, το παχουλόν. Και
παρεκάλεσε τον Κομποδήμον είτα να της σχίση ολίγα ξύλα, διά να έχη
μικρά και ευκολοβόλευτα διά τας εορτάς, ότι συνήθιζεν αργά να
κάθηται ο Μπάρμπα-Σταύρος παρά την εστίαν κρατσανίζων κιδώνια
ευώδη, ή τρώγων κάστανα και πίνων από το ωραίον κρασί του το
μοσχάτο.
Είχε παρέλθει το δειλινόν. Έξω ηκούετο θόρυβος και ταραχή εν τη
αγορά χιονοβολουμένων των ναυτικών διά την καλή χρονιά. Ο ήλιος
δεν εφαίνετο παντελώς, διά τούτο ταχύτερον ήρχισε να σκοτινιάζη
κάπως και εφαίνετο ότι έκλινεν η ημέρα προς την δύσιν. Ήτο όμως
ενωρίς ακόμη.
Ο ποιμήν απομείνας πλέον οριστικώς να εξυπηρετήση την κολλήγισσαν,
επέστρεφεν από του φούρνου κομίζων καίοντα ακόμη τα ωραία
χριστόψωμα με τα σισάμι και το μαυροκούκκι πιτουρισμένα, ότε
ακούει ότι δύο-τρεις άλλοι χωρικοί, οι βαδίζοντες, ως είδομεν, προ
του Μπάρμπα-Σταύρου, επιστρέψαντες διότι ήτο αδύνατον να
προχωρήσουν, διηγούντο ότι ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν τους ήκουσε και
επροχώρει μόνος του μέσα εις τα χιόνια, δύο και τρία μπόια βάθος.
Ως συνήθως εις τοιαύτας περιστάσεις, ότε το πολύ είνε πάντοτε
πολύ, μη υπολογιζόμενον ακριβώς, δύναται ν' ανάγεται εις αριθμόν
μεγαλείτερον ή μικρότερον, αναλόγως πάντοτε της φαντασίας του
διηγουμένου.
Ετούτο ανήγγειλεν ο ποιμήν εις την Κρατήραν, ήτις κατετρόμαξε
φαντασθείσα αμέσως κακόν τι· και εζήτησε να ίδη τους άλλους
συνοδοιπόρους, να τους ερωτήση, να ακούση από το στόμα των και
βεβαιωθή.
— Τρέξε, κολλήγα, είπε· τρέξε γρήγορα. Ο Θεός σε έστειλε σήμερα
εδώ. Τι να γένω!
Αλλ' έως ου τους εύρη ο κολλήγας, οι χωρικοί μετέβησαν εις τον
δήμαρχον και ανήγγειλαν φοβερώτερον το πράγμα, ότι δηλαδή είς
τούτων, κατά τινα στιγμήν εν τη επιστροφή του παρατηρήσας τυχαίως,
είδε μακρόθεν εν τω λευκώ οροπεδίω τον Μπάρμπα-Σταυρον να κλίνη ως
τρικλίζουσα αιξ και να γείνη άφαντος έπειτα μέσα εις τα χιόνια.
— Εμείς δεν μπορούσαμε να γυρίσουμε πίσω πλεια. Εδικαιολογήθησαν
οι χωρικοί.
Ο δήμαρχος πάραυτα διέταξε να τηρήσωσι τα πράγμα μυστικόν από την
σύζυγον του γέροντος κτηματίου, όστις απελάμβανε καλής υπολήψεως
διά την ευπορίαν του, και σύμβουλος εκλεχθείς πολλάκις· και είπε
ν' αποσταλώσιν άνθρωποι της αστυνομίας προς αναζήτησίν του.
Αλλά δυστυχώς δεν υπήρχον. Οι αγροφύλακες προσποιηθέντες ότι
απεκλείσθησαν έξω, εκοιμώντο όλην την ημέραν εις τας οικίας των, ο
δε μόνος κλητήρ ήτο απησχολημένος συνήθως εις την υπηρεσίαν της
κυρίας δημάρχου. Διά τούτο ο δήμαρχος ανέθηκε την εντολήν αυτήν
εις τον ποιμένα, τον κολλήγαν του Μπάρμπα-Σταύρου.
— Εσύ, εσύ ξέρεις καλλίτερα απ' αυταίς ταις δουλειαίς, γιατί
ξεχιονίζεις τα κατσίκια ς', είπεν ο κ. δήμαρχος απεκδυόμενος την
ευθύνην.
Διά τούτο ο Κομποδήμος συνεννοηθείς και μετά πέντε άλλων ναυτικών,
συμπαθών ανθρώπων, προθύμων πάντοτε εις τοιαύτας κρισίμους
περιστάσεις, απήλθε προς αναζήτησιν του Μπάρμπα-Σταύρου, αφού
προηγουμένως ανήγγειλε τούτο εις την Κρατήραν, απλώς ότι πηγαίνουν
να ίδουν, χωρίς να προσθέση την φοβεράν είδησιν της πτώσεως· αν
και ο ποιμήν γνωρίζων την δεξιότητα και αντοχήν του Μπάρμπα-
Σταύρου, επίστευεν ότι δεν θα έπαθε τίποτε, αν έπεσεν. Αλλά πάλιν
έλεγε:
— Ξέρ' κανένας, τι σκαρώνει ο Ζερζεβούλης;
Εν τούτοις η φουρνάρισσα μη βλέπουσα να έλθη κανείς να παραλάβη το
χοιρίδιον, το οποίον ψηθέν ευωδίαζεν όλον τον φούρνον διαχέον
γλυκύ άρωμα, ξηροψημένον και ξηροσκασμένον εδώ κ' εκεί, ώστε να
υπολευκάζη η τρυφερά του επιδερμίς, επιδεικνύουσα ορεκτικώς την
γαλακτώδη σάρκα, το παρέλαβε και το έφερε μόνη της εις την οικίαν
του Μπάρμπα-Σταύρου και διά να μη πάθη τι εις τον φούρνον, αλλά
κυρίως διά να μάθη θετικόν τι περί της διαδόσεως, η περίεργος.
— Αλήθεια πώς τον πλακώσανε τα χιόνια τον Μπάρμπα-Σταύρο;
Ηρώτησεν η φουρνάρισσα αποθέτουσα το ταψίον μετά του χοιριδίου επί
τινος τραπέζης εκεί, από την ευωδίαν του οποίου ηνωχλήθησαν
πρώτοι-πρώτοι οι δύο γηραιοί και παχείς γάτοι, οίτινες περιέσαινον
επαιτικώς περί τους πόδας της τραπέζης εν αρμονική δυωδία.
Προς το άκουσμα τούτο η Κρατήρα ανεκραύγασεν ως να την εδάγκασεν
όφις.
Και ανοίξασα το παράθυρον γοερώς εφώνει με λελυμένην την κόμην
αναταράξασα όλην την γειτονίαν: Πωπώ! Πωπώ! έως ου ήλθον δύο
αγαθαί γειτόνισσαι και καθησύχασαν αυτήν, παραμένουσαι διαρκώς
πλησίον της, μέχρις ου επανέλθουν οι μεταβάντες προς αναζήτησιν
του Μπάρμπα-Σταύρου.
Και ήτο θλιβερόν να βλέπης την ωραίαν γυναίκα ωχράν, λυσίκομον,
πνίγουσαν τους ολολυγμούς της και θεωρούσαν τα εύμορφα Χριστόψωμα
πενθίμως ως μνημοσύνου προσφοράς. Το ταψίον μετά του χοιριδίου ως
προκαλούν σκληροτέραν αντίθεσιν διά της ευωδίας του της ζωντανής
εν τη νεκρική σχεδόν ταύτη σκηνή, αι γυναίκες το ησφάλισαν εις το
εγγύς μικρόν δωμάτιον
***
Προσήγγιζεν η εσπέρα, ότε πέντε άνθρωποι με βαρέα ναυτικά
υποδήματα, κομβωμένοι καλώς εις τας γούνας των τας θερμάς του
Δουνάβεως, με χονδρά εκ δέρματος ακατεργάστου κασκέτα ως άρκτοι,
σκυφτοί-σκυφτοί διεσκέλιζον το χιονισμένον οροπέδιον του ελαιώνος
της νήσου, κρατούντες και οι πέντε τα πτύα εις τους ώμους των και
στηριζόμενοι διά χονδρής ράβδου. Το ψύχος ην δριμύ, καυστικόν —
πώς καίει και το ψύχος! — κοκκινίζον και παγόνον τα ώτα ιδίως, τα
οποία προσεπάθουν οι πέντε άνδρες να προφυλάξωσι, καταβιβάζοντες
τα πετσία του κασκέτου ένθεν και ένθεν.
Εμπρός προηγείτο, έκτος αυτός, εγχώριος ποιμήν κουκουλωμένος εντός
της βαρείας κάπας του ως κορμός δρυός ή πλατάνου ογκώδης. Ενόμιζέ
τις ότι ην κύριος πέντε άρκτων, τας οποίας ωδήγει εις την καλύβην
του, απολεσθείσαν εντός των χιόνων.
Μερικά όρνεα μεγάλα, όσα δεν κατεπλακώθησαν εντός των χασμάδων των
βράχων, καταφυγόντα υπό τινας κλάδους ελαιών ημιφαινομένους επάνω-
επάνω ως θάμνους του χιονώδους πεδίου, ακούοντα τα αιφνίδια
πατήματα των έξ οδοιπόρων, εξετρύπονον φοβισμένα, κατεπλήσσοντα
είτα περισσότερο σαστίζοντα προς την λευκήν θέαν, και πάλιν
ετρύπονον πτήσσοντα εις τους αυτούς των ελαιών κλώνους, απολέσαντα
τας φωλεάς των.
— Νά, από 'δω θα έκαμεν ο κολλήγας μου, είπεν ο ποιμήν προς τους
πέντε άλλους, δεικνύων μεγάλα ίχνη επί της χιόνος.
Ο ποιμήν ούτος ήτο ο Κομποδήμος, ο κολλήγας του Μπάρμπα-Σταύρου,
εις αναζήτησιν του οποίου μετέβαινε μετά των πέντε άλλων ναυτικών.
Και οι έξ ηκολούθουν τα ίχνη τα υποδειχθέντα, τα μόνα προς εκείνο
το μέρος όπου έκειτο ο ελαιών του Μπάρμπα-Σταύρου. Και ήρχιζε να
φωνάζη ο ποιμήν:
— Κολλήγα! Κολλήγα! Μωρέ Κολλήγα!
Και η φωνή του μη προσκόπτουσα εις τα δένδρα και εις τας φάραγγας
εκυλίετο βραγχνή και άχρους επί των χιόνων παγώνουσα και
σβεννυμένη πάραυτα, ως από τηλεφώνου φωνή. Οι οδοιπόροι ήρχισαν να
φοβώνται πλέον.
— Τι λες; Κομποδήμο; ηρώτησέ τις των ναυτικών.
— Τι να 'πω κ' εγώ! απήντησεν ο ποιμήν, τρέμων ενδομύχως.
Κ' επανέλαβεν:
— Ο βλοημένος ήρθε να ξεχιονίσ'! Αυλή τ' νάτανε, και πάλι δεν θα
μπορούσε, σαν δεν πάινε ο κολλήγας του.
— Δε μ' λες, Κομποδήμο, προσέθηκέ τις των ναυτικών αστεϊζόμενος,
λυόν' ο πεθαμένος 'ς το χιόν';
— Ξέρου κι' 'γώ; Δε δουκίμασα!
— Τι κάθεσθε και λέτε; παρετήρησεν έτερος των ναυτικών. Ο
Μπάρμπα-Σταύρος θάνε σαν ρουφός μες 'ς τον πάγο, φρέσκος-φρέσκος,
όπως διατηρούν φρέσκα 'ς την Αθήνα τα ψάρια.
— Ας μη λαχταράη το ψάρι, παρετήρησεν ο Κομποδήμος, και περίμενε
να 'ς το κάνη φρέσκο το χιόνι. Τι, θάλασσα είνε το χιόνι νάχη
φρέσκα ψάρια;
Αίφνης ο ποιμήν ο οδηγός εσταμάτησε κατηφής. Εάν έκυπτες και
παρετήρεις υπό την κατσούλαν της κάπας του, θα έβλεπες κάτωχρον το
πρόσωπον του Κομποδήμου το άγριον.
— Βρε, παιδιά, λέγει, κακά μαντάτα! Να, άλλα πατήματα δεν βλέπω.
Να, κ'ττάξ 'τε και σεις.
Τωόντι άλλα ίχνη επί της χιόνος δεν υπήρχον, εκτός ολίγων τινών
ακόμη, και παραπέρα ηπλούτο η χιών σιωπηλή, άθικτος.
— Να, εκεί είνε το κτήμα του, υπέδειξεν ο ποιμήν, και έδειξε τον
ελαιώνα του Μπάρμπα-Σταύρου. Μάλιστα, έκαμε και λάθος. Νά, έχασε
τον δρόμο· από 'κεί έπρεπε να κάμη. Χωρίς άλλο αυτά είνε τα
πατήματά τ', γνωρίζω εγώ τα ποδήματα του Κολλήγα.
Έλεγεν ο Κομποδήμος και εσχεδίαζεν εις το συγκεχυμένον εκείνο
χιονισμένον πεδίον.
— Για φωνάξ' τε μια, βρε παιδιά!
Και οι έξ τότε έβαλον κραυγήν φοβεράν.
— Μπάρμπα-Σταύρο!
Αλλ' η φωνή προσέπεσεν αθλίως επί των χιόνων απομείνασα παγωμένη,
νεκρά και άηχος!
Ουδείς απήντησε. Μόνον οι υπόκωφοι κρότοι των υπό την χιόνα
θραυομένων ελαιών ηκούοντο πάντοτε, γοερώς και επωδύνως
αντηχούντες εις τα ώτα των οδοιπόρων.
Έφθασαν εις το τελευταίον ίχνος του υποδήματος.
— Μα αναλήφθηκες, Μπάρμπα-Σταύρο; παρατηρεί τότε είς των
οδοιπόρων.
— Ξέρεις τι τρέχει; λέγει έτερος. Ο Μπάρμπα-Σταύρος θα είνε τώρα
'ς τη φωτιά του και 'ς την Κρατήρα του, και εμείς ψάχνουμε του
κάκου. Δεν βλέπετε; Νά, άλλο σημάδι δεν υπάρχει. Θα γύρισε πίσω.
Παιδί ήτανε να χαθή;
— Μα σου λέγει, έπεσε. Προσθέτει έτερος.
— Ε, καλά· πού έπεσε;
Αίφνης εκεί οπού εξήταζε τα πέριξ ο Κομποδήμος, κράζει:
— Σωπάτε! σωπάτε!
Όλοι εσιώπησαν σκυφτοί-σκυφτοί, με της γούναις των και με τα
πρόβεια κασκέτα των, και ηκροώντο, του ποιμένος κυρτωθέντος με την
κατσούλαν του μέχρι της χιόνος.
Ηκούετο ως τις στεναγμός βαθύς και ασθενής, μακρυνός-μακρυνός
ήχος.
— Ακούτε; ηρώτησεν ο ποιμήν.
Και τότε ως εκ κοινού συνθήματος κράζουν και οι έξ άνδρες.
— Μπάρμπα-Σταύρο!
Η βοή η νεκρά της φωνής των συνωδεύθη ήδη υπό τινος γογγυτού
μυστηριώδους:
— Ωχ!
— Μωρέ εδώ είνε ο κατακαϋμένος! Παρετήρησεν εν πεποιθήσει ο
ποιμήν.
Και συγχρόνως ιδών το ρήγμα της χιόνος το σχηματισθέν κατά την
πτώσιν του Μπάρμπα-Σταύρου, είπεν ως ενώπιον κινδύνου.
— Καρδιά, παιδιά, καρδιά, και τον ηύραμε!
— Νά, είπον και οι λοιποί. Εδώ εις το μέρος αυτό είνε χανδάκι.
Και εκ νέου εκραύγασαν πάλιν:
— Μπάρμπα-Σταύρο!
Και πάλιν εις το τέλος ήκουσαν ως ηχώ στυγεράν της φωνής των :
— Ωχ!
Πάραυτα τότε σιωπηλοί και υποτρέμοντες ως ενώπιον τραγικού
συμβάντος, ότε δεν γνωρίζει τις αν θα συναντήση ζωήν ή θάνατον,
ήρχισαν με τα πτύα και οι έξ να ξεχιονίζωσι το μέρος εκείνο μέχρι
του εδάφους. Μετά τινα εργασίαν συνήντησαν βράχον μέγαν, το έδαφος
της γης εκεί, υπό τον οποίον εξέχοντα, εσχηματίζετο σπηλαιώδης
κρύπτη, οπού παρακάτω εξηκολούθει η κατωφέρεια του εδάφους,
σχηματιζομένου εκεί μικρού χάσματος. Η χιών είχε συνενώσει όλα
αυτά εις μίαν επιφάνειαν· και ότε ο Μπάρμπα-Σταύρος εγένετο
άφαντος, είχε πατήσει επί της χιονώδους επιφανείας της συνενούσης
την άκραν του βράχου μετά της κατωφερείας, χωρίς να επακκουμβά
αύτη επί του στερεού εδάφους της γης· εξείχε δηλαδή από της άκρας
του βράχου η χιών κλίνουσα ως κλίνει εν ταις στέγαις των οικιών,
αστήρικτος. Εκεί λοιπόν επάτησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και κατήλθε
μετά της αποσπασθείσης χιόνος κάτω-κάτω, όπου εσχηματίζετο η
σπηλαιώδης οπή του βράχου.
Οι οδοιπόροι εκαθάρισαν πάραυτα καλώς το μέρος, εύρον την
κατωφέρειαν και κατήλθον εις την σπηλαιώδη οπήν, εν η εύρον τον
Μπάρμπα-Σταύρον, ημιπαγωμένον, βαρέως αναπνέοντα, με ημικλείστους
τους οφθαλμούς, κατακείμενον εκεί εις το χώμα της κρύπτης, ενώ το
ξύλινον κοντάριόν του τεθραυσμένον εις δύο παρέκειτο.
— Μπάρμπα-Σταύρο! Μπάρμπα-Σταύρο!
Ήρχισαν να φωνάζωσιν εν χαρά οι ναυτικοί, περικυκλώσαντες τον
γέροντα.
— Κολλήγα! Κολλήγα! έλεγε και ο ποιμήν καταχαρούμενος, αλλά μη
πεποιθώς ακόμη.
Ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς και ανεστέναξεν
επανειλημμένως.
Τότε είς των ναυτικών, γνωρίζων από τέτοια — πόσαις φοραίς εις την
Μαύρην θάλασσαν ξεπαγιάζουν οι ταλαίπωροι — είχε παραλάβει μεθ'
εαυτού φιαλίδιον ρωμίου και ήρχισε να προστρίβη τα μέλη του
γέροντος, ξεκομβώσας τα χονδρά φορέματά του και εξαγαγών τα
υποδήματά του.
— Ο Θεός σ' εφώτισε παιδί μ'!
Έλεγεν ο Κομποδήμος βλέπων το ευώδες ρώμι, το οποίον εμοσχοβόλησε
θερμότητα και ζωήν, μέσα εις την παγωμένην εκείνην σχισμάδα της
γης και εις την ρίνα του ποιμένος παγωμένην ομοίως.
Μετά μικρόν ο Μπάρμπα-Σταύρος ήνοιξε τους οφθαλμούς του, συνελθών
τελείως και κινηθέντων των μελών αυτού.
— Ακόμα λιγάκι και πάαινα!
Είπε μετά στεναγμού βαθέος ο γέρων.
Τότε πλέον καθησύχασεν ολοτελώς ο Κομποδήμος, εγέλασεν υπό την
σκοτεινήν κατσούλαν της κάπας του και είπε:
— Πού θα πάαινες, κολλήγα, που σε περιμένει το γουρνόπουλο; Να
ιδής του βλουημένου, τετράπαχου! Τώσφαξα, του μάδ' σα, του
παραγέμισι η κουμπάρα. Να ιδής!
Και εκρότει ο ποιμήν τα τραχέα χείλη του ως να εγεύετο ήδη το
τρυφερόν του γαλαθηνού χοιριδίου κρέας.
Μειδίαμα ελαφρόν διήλθεν από το κάτωχρον του Μπάρμπα-Σταύρου
πρόσωπον προς το άκουσμα τούτο. Πλην τα χείλη του ήσαν κλειστά
ακόμα.
— Τι κάνουμε, παιδιά; ηρώτησεν ο ποιμήν, υπόδρα βλέπων την
μποτιλίτσα μετά υπόλοιπον του ρωμίου, ως τέσσαρα δάκτυλα.
— Να πηγαίνουμε! Προσέθηκεν επιτακτικώς ο Κομποδήμος. Και πάραυτα
εσφύριξε το υπόλοιπον του ρωμίου, το οποίον τόσην ώραν είχε
πληρώσει ευωδίας την ρίνα του, έλαβε τον Μπάρμπα Σταύρον υπό την
μασχάλην του και υπό την κάπαν ως τράγον ξεπαγιασμένον, και
επανήρχετο εις το χωρίον, ακολουθούντων εν χαρά και των λοιπών
ναυτικών, είς των οποίων έλαβεν εις χείρας και τα βαρέα υποδήματα
του Μπάρμπα Σταύρου, άτινα εθεώρησαν βαρύ διά τον ποιμένα να
θέσωσι πάλιν εις τους πόδας του γέροντος.
***
Φεγγοβολεί η πυρά εις την καθαράν της Κρατήρας οικίαν. Ξύλα μεγάλα
αναδίδουσιν οφιοειδείς γλώσσας φλογός εν μέσω της παλλεύκου
εστίας, και θερμαίνεται και φέγγει όλος ο οίκος.
Κυλίμια χρωματιστά εύμορφα είναι στρωμένα κάτω εις τον χθαμαλόν
σοφάν, κατέναντι της εστίας, όπου ακκουμβισμένος επί μαλακού
προσκεφαλαίου πεπληρωμένου πτίλων αναπαύει τα θερμανθέντα πλέον
μέλη του ο Μπάρμπα Σταύρος, λευκόν φορών εσώβρακον, λευκόν σαν το
χιόνι, λευκασμένον την άνοιξιν 'ς τον Μέγαν Γιαλόν υπό της καθαράς
και σεμνής νοικοκυράς Κρατήρας, και λευκόν ωσαύτως σκούφον
μάλλινον εις την κεφαλήν κυρτούμενον και κλίνοντα όπισθεν και
απολήγοντα εις μαλλίνην λευκήν ωσαύτως φούνταν. Την γούναν του την
έχει ρίψει εις τους ώμους του — αναπεταρίκι — και φουμάρει μακρόν
τσιμπούκιον, ου ο χρυσοποίκιλτος λουλάς επακκουμβά επί του
γεισώματος της εστίας. Ανακινεί τα χείλη του ηδυπαθώς ο μπάρμπα-
Σταύρος πιπιλίζων την κεχριμπαρένιαν άκραν του τσιμπουκίου του,
βλέπει ευφροσύνως τον καπνόν αναθρώσκοντα κυκλοειδώς και
διαλυόμενον εις την οροφήν του οίκου, και ενίοτε θωπεύει μαλακά-
μαλακά τους στακτερούς του μύστακας.
Παρέκει κάθηται άνευ της κάπας του ο ποιμήν ο Κομποδήμος, έχων εις
το πλευρόν του φιάλην χιλιάρικην, πεπληρωμένην οίνου μαύρου
σπιτίσιου, και από καιρού εις καιρόν πληροί το ποτήριον εκεί
πλησίον κείμενον και αυτό, και πίνει με κατακόκκινον το πρόσωπον
και ημιδακρύοντας τους οφθαλμούς — εκ της χαράς τάχα ή εκ του
οίνου;
Και ακούει διηγούμενον τον μπάρμπα-Σταύρον το επεισόδιον της
πτώσεώς του το τραγικόν.
— Έπεσα μαζί με το χιόνι κάτω βαθειά. Τα έχασα. Πάει, είπα,
χάθηκα. Αλλά βλέπω εκεί μια σπηλιά· εχώθηκα μέσα έως να συνέλθω.
Αλλά τι με τούτο ; Έπρεπε να αναιβώ επάνω. Μα πώς να αναιβώ;
Τοίχος από δω και από εκεί υψηλός· κάστρο από χιόνι· αρχίζω τότε
με το κοντάρι να κάμω δρόμο. Αλλά πώς; Εληά ήτανε να την
ξεχιονίσω;
— Ας πάνε 'ς την οργή κι' αυταίς η εληαίς, κολλήγα. Κόντεψε να σε
χάσουμε. Ας πάνε ς' την οργή!
Διέκοψεν ο κολλήγας, κενών άλλο ποτήριον εις τον λάρυγγά του.
— Η εληαίς μονάχα κολλήγα, ή και τα θηλιάσματα μαζί;
Ηρώτησεν ο μπάρμπα-Σταύρος γελών και θωπεύων τούς μύστακάς του
τους στακτερούς.
— Όλο να με πειράζης, κολλήγα. Τα θηλιάσματα λυπάσαι; Εσύ νάσαι
καλά, κολλήγα, παρετήρησεν ο ποιμήν, ετοιμάζων άλλο ποτήριον.
— Και το γουρνόπουλο!
Προσέθηκεν ο μπάρμπα-Σταύρος.
— Ναι, τώρα είπες καλά.
Είπεν ο Κομποδήμος και εκένωσεν εις τον διψαλέον λάρυγγά του άλλο
ποτήριον και ηρώτησε:
— Να το φέρω ;
Και έσειε την κεφαλήν του, ασκεπής με την κόμην ακτένιστον
επαναλαμβάνων:
— Σου έγεινε ένα πράμα!
Το κάλυμμά του, είς επαναστατικός μαύρος κούκος από τον καιρόν τον
Θεσσαλικών, είχε πέσει κάτω χωρίς να το εννοήση.
— Ακόμα· νάρθη και η Κρατήρα· απήντησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος· και
εξηκολούθησε την διήγησίν του :
— Λοιπόν που λες, μπορούσα με το κοντάρι να κάμω δρόμο μέσα σε
τόσο χιόνι; Έδωσα, έδωσα, κολλήγα μου, ως που έσπασε το ξύλο. Τότε
απηλπισμένος άρχισα να φωνάζω· αλλά ποιος να με ακούση!
Κάτι άγρια πουλιά επέρασαν από 'πάνω μου, ένα κοπάδι, και τα είδα
με απελπισίαν. Μ' εφοβήθηκαν! Εκρύωνα. Εζάρωσα εις την σπηλιά και
είπα:
— Έρμαις εληαίς!
Και απόμεινα εκεί όπως με ηύρατε. Λίγο ακόμα, και θα τελείωνα με
της παληοεληαίς, Κολλήγα!
— Μη της ξαναλές πλεια, Κολλήγα. Ας πάνε στο καλό. Είσαι όμως και
λίγο αράθυμος.
Ο ποιμήν δεν ηθέλησε να τον αποκαλέση φιλάργυρον.
— Κίνησες να πας, προσέθηκε, με τόσα χιόνια!
— Λυπάται κανείς, υπέλαβεν ο γέρων.
— Λυπάται κανείς! μα εγώ δεν έχω ψυχή; Πέτρα έχω 'γώ;
Εκραύγασεν ολίγον ωργισμένος ο Κομποδήμος· και εκένωσεν άλλο
ποτήριον, σπογγίζων με την χείρα τους μύστακάς του κατόπιν, διότι
είχε πληρωθή φαίνεται ο στόμαχός του ο λαίμαργος και εχύνετο πλέον
και απέξω το ευφρόσυνον ποτόν, το οποίον έλαμπεν εν τω ποτηρίω
εκεί εις την φλόγα της πυράς ως απόσταγμα βυσσίνων.
— Να σ' πω όμως, κολλήγα. Είμαι και ασφαλισμένος, Μη κυττάζης. Το
χειμαδιό είναι καταμεσής 'ς της κουκουναριαίς, γερό σαν σπίτι.
Ας πέση όσο χιόνι θέλη· τα γίδια του κολλήγα σου θα χορεύουν τώρα
γύρω 'ς τη φωτιά, και ο γυιος μου θα παίζη το σουράβλι.
Και είτα επανέλαβε πάλιν.
— Να σ' πω. Να πάω να το φέρω;
Και ηγέρθη ημιτρικλίζων ο ποιμήν.
— Κάθησαι, κάθησαι, είπεν ο Μπάρμπα Σταύρος. Τώρα θα απολύση η
Εκκλησία.
Ούτως ο Κομποδήμος υπήκουσε πάλιν και επανήλθεν, αφού είχε μεταβή
εις το μικρόν εγγύς δωμάτιον λέγων:
— Ευωδιάζει το σκυλοφαωμένο!
***
Η Κρατήρα είχεν υπάγει εις την Εκκλησίαν. Ήσαν περασμένα τα
μεσάνυκτα. Οι κώδωνες του ναού και οι δύο είχον κρουσθή προ
πολλού, σκληρώς πως αντηχούντες επί της χιονισμένης κώμης. Ο
Μπάρμπα-Σταύρος εν κακή καταστάσει κομισθείς, ως είδομεν, αφού
έτυχε τόσων θερμών περιποιήσεων εκ μέρους της συζύγου του, ήτις
ανατσουτσουρωμένη, φρικιώσα είδε να τον φέρουν τον αγαπητόν της
άνδρα υπό μάλης ως σακκί — εφρόντισαν όμως να προείπωσι προς αυτήν
το συμβάν, ίνα μη καταπλαγή — εκάθητο εντελώς καλά πλέον εγγύς της
πυράς, θερμαινόμενος και διηγούμενος το πάθημά του, ως άνθρωπος
σωθείς από θάνατον, και ευφραινόμενος να διηγήται την σωτηρίαν
του, ως να ήθελε να βεβαιωθή διά της επαναλήψεως, ότι αληθώς
εσώθη. Όταν ήκουσε τους κώδωνας, επόθησε να παραστή εις την ωραίαν
ακολουθίαν των Χριστουγέννων, ν' ακούση τους ωραίους ψαλμούς και
να ευφρανθή μετά τόσην νηστείαν. Πλην εφοβήθη να εκτεθή εκ νέου
εις το υπερβολικόν ψύχος της νυκτός και εις τον παγετόν των πλακών
του ναού. Ουχ ήττον υπεχρέωσε την συζυγόν του να μεταβή αύτη,
διότι του εφαίνετο πολύ σκληρόν να λείψουν και οι δύο από την
πανήγυριν.
— Χρονιάρα μέρα! είπεν.
Ο δε αγαθός ποιμήν δεν ηδύνατο πλέον να παραμερίση. Αφ' ης στιγμής
εισήλθε φέρων υπό μάλης τον γέροντα, κεκμηκώς και ασθμαίνων, δεν
απεμακρύνθη, έως ου τον είδεν άσπρον-άσπρον, ως εξαχθέντα εκ της
χιόνος, να κάθηται εγγύς της εστίας καπνίζων το γλυκύ τσιμπούκιόν
του· και τότε λαβών την χιλιάρικην εξεκουράζετο ο καϋμένος
θερμαινόμενος και απ' έξω και από μέσα.
— Ξέρ' 'ς τίποτα κολλήγα; ηρώτα ενίοτε.
Κι' εκεί που ο γέρων διεσκέδαζε θεωρών τον καπνόν του τσιμπουκίου
του, έλεγεν ο ποιμήν:
— Όποιος δεν πάει ς' την εκκλησιά, δεν θα φάγη γουρνόπουλα.
Και μετ' ολίγον πάλιν έλεγε:
— Νά, μόνον η κουμπάρα θα φάη.
Τέλος του Μπάρμα-Σταύρου του ήλθε μικρός ύπνος. Αφού έπιε δύο τρία
τσιμπούκια, έρεγχε μακαρίως ο γέρων, ενώ η φλοξ εχαριεντίζετο
παίζουσα και αναλάμπουσα κεκινημένως επί του πραέος αυτού
προσώπου. Ότε κρότος οξύτατος ως να εκρούσθη ηχηρώς μέγα ταψίον,
τον αφύπνισεν έντρομον τον Μπάρμπα-Σταύρον διακόψας τρομακτικόν
αυτού όνειρον.
— Πιάστε με! εκραύγασεν ο Μπάρμπα-Σταύρος αναπηδήσας.
Και περιέβλεπεν εαυτόν παραδόξως, θεωρών τα κατάλευκα φορέματά του
και τινάσσων αυτά ως να εξεχιονίζετο.
— Χιόνι και να κάμνη τόσον κρότον!
Ωνειρεύετο.
— Τι είνε, κολλήγα; εκραύγασε και ο ποιμήν τότε, ημικοιμώμενος
από της ζάλης.
— Μωρέ τουφεκιαίς πέφτουν! παρετήρησεν.
Ο γέρων ήρχισε να γελά.
— Αναστήσανε πλεια! είπεν ο ποιμήν.
Κ' έτεινε την χείρα προς τον Μπάρμπα Σταύρον λέγων:
— Χριστός ανέστη, Κολλήγα! Να το φέρω το γουρνόπουλο;
Ο ταλαίπωρος εν τη μέθη του συνέχεε τα Χριστούγεννα με την
Ανάστασιν.
Την στιγμήν εκείνην εκρότησε και το κατσαμπίδι της θύρας· και
εισήλθεν η Κρατήρα, στολισμένη εορταστικώς και κρατούσα το
αντίδωρον ευλαβώς εν τη κλειστή δεξιά της.
Επανήρχετο από την εκκλησίαν.
Εκτύπησεν επί του πατώματος μετά προσοχής τους πόδας της εναλλάξ,
όπως καταπέσωσιν αι προσκεκολλημέναι επί των υποδημάτων της
χιόνες· ετίναξεν ωσαύτως και την άκραν γύρω-γύρω του φουστανίου
και προχωρήσασα προς την εστίαν.
— Καλή χρονιά! είπε, χαιρετίζουσα ευφροσύνως, διπλήν αισθανομένη
η ταλαίπωρος την χαράν της μεγάλης ημέρας.
Και έδωκεν εις τον σύζυγόν της το εν τη παλάμη φυλασσόμενον
αντίδωρον.
— Αμ' εγώ ξέχασα κ' ήπια τσιμπούκι, Κρατήρα!
Παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος μετά θλίψεως, ήτις εφαίνετο ζωηρά
εις το πρόσωπόν του.
— Τι να γείνη! επανέλαβεν. Ας είμεθα καλά του χρόνου!
— Φέρε το 'δώ, διέκοψεν αποτόμως ο Κομποδήμος χασμώμενος, εγώ
είμαι νηστικός!
— Ναι, παρετήρησε γελώσα η Κρατήρα, και ρίπτουσα λοξόν βλέμμα εις
την κενήν χιλιάρικην· σου έπεσε λίγο!
— Όσο γι' αυτό, — ηθέλησε να είπη κάτι τι ο ποιμήν υποτραυλίζων.
— Ας είνε, προσέθηκεν η Κρατήρα, και ετοποθέτησε το αντίδωρον υπό
τι ποτήριον ανάστροφα επί του αρχαίου της εστίας. Έκαμα εγώ
πολλούς σταυρούς για όλους σας. Καλή χρονιά σας! Εχάσατε όμως.
Ήτανε πολύ ώμορφα. Δεν ξέρω πού βρέθηκε με τέτοιο χειμώνα και ήρθε
ο Χρήστος πούνε γραμματικός του νεροδικείου εις την Αγία Άννα —
χωρίον της Ευβοίας — κι' έψαλε το «χερουβικό» και το «Μεγάλυνον
ψυχή μου» πολύ ώμορφα. Αμ' να ιδήτε πάλιν και μια ταραχή. Κρίμα
τον καϋμένο! Στο τέλος 'ς 'ν απόλυσι, θέλησε ο κακόμοιρος να πάη
πρώτος-πρώτος να πάρη αντίδωρο, και του πάτησε μια βρισιά ο
δήμαρχος, που τον έκαμε τον κακόμοιρο απ' άσπρου.
— Να σ' πω κουμπάρα. Κατάλαβες τίποτα; διέκοψεν αίφνης εγερθείς ο
ποιμήν.
— Τι; ηρώτησεν η Κρατήρα.
— Δεν κατάλαβες τίποτα ακόμα; Νά! Και ωσφραίνετο ηχηρώς ο
Κομποδήμος.
— Ωχ!
Τωόντι από της ανοικτής κλαβανής ανήρχετο από του κατωγείου ευώδης
οσμή ψητού· και μάλιστα ψητού χοιριδίου.
Ενόμιζέ τις ότι η ευσεβής Κρατήρα, επανελθούσα από την θείαν
λειτουργίαν των Χριστουγέννων, εκόμισε μεθ' εαυτής και το
χορταστικόν άρωμα της κρεωφαγίας μετά την τεσσαρακονθήμερον
νηστείαν.
— Εγώ το κατάλαβα, Κρατήρα, είπε τέλος ο Μπάρμπα-Σταύρος,
οσφρανθείς και αυτός της ευωδίας του τρυφερού κρέατος. Τον
κολλήγαν σας τον έπιασε λίγο.
— Χριστός και Παναγία! ανεκραύγασεν η Κρατήρα ακούσασα την
βαρείαν φράσιν.
— Το κρασί, καλέ! διώρθωσεν αμέσως ο Μπάρμπα-Σταύρος. Στρώσε
λοιπόν το τραπέζι, Κρατήρα.
Και προσατενίζων προς τον Κομποδήμον προσέθηκε:
— Τώρα πλεια, κολλήγα, θα ιδούμε και το πεσκέσι σου. Ήταν τυχερό
βλέπεις να το φάμε μαζί.
— Το βλέπεις και χωρίς να το ιδής, κολλήγα. Γέμισε όλο το σπίτι
μυρωδιά. Αχ! Να τρως και να λες νάχα και άλλο, κολλήγα· αξίζει
αυτό όχι ένα θήλιασμα, δέκα θηλιάσματα αξίζει.
Είπεν ο Κομποδήμος ετοιμαζόμενος.
Η Κρατήρα αφαιρέσασα τότε το τσόχινον μπαμπουκλί της και
περιβληθείσα μίαν λευκήν και χονδρήν φανέλλαν, καταβαίνουσαν μέχρι
της οσφύος, ήρχισε να παραθέτη την τράπεζαν εγγύς της πυράς επί
του σοφά.
Ανέπτυξε κατά πρώτον και έστρωσε μέγα τετράγωνον τραπεζομάνδηλον,
έργον των χειρών της, υφασμένον με κυανόλευκα λωρία στενά·
παρέθηκε κατά σειράν καθαρά λευκά πιάτα, μαχαίρια και πηρούνια και
ποτήρια, την αλατιέρα, ένα μέγαν λάζον ναυτικόν του Ποταμού διά
τον διαμελισμόν του χοιριδίου· και έφερεν έν από τα αφράτα ψωμία
της εορτής και φιάλην εκλεκτού οίνου μοσχάτου. Ο Μπάρμπα Σταύρος
ήρχισε να κόπτη φέταις μετά προσοχής, τοποθετηθείς εγγύς της
τραπέζης, προς ην κατέναντι επλησίασε και εκάθησεν ο Κομποδήμος με
ημικλείστους τους οφθαλμούς του, έχων ανάγκην ύπνου μάλλον ή
τροφής· η δε Κρατήρα απήλθεν εις το εγγύς μικρόν δωμάτιον, όπου
είχεν εξασφαλίσει αφ' εσπέρας το χοιρίδιον, μόλις το είχε φέρει η
φουρνάρισσα, ως είδομεν.
— Να σ' πω, κολλήγα, παρετήρησεν ο Μπάρμπα-Σταύρος. Είπα να το
κρατήσω για 'μπρός, αλλά πάλιν είπα: ο κολλήγας θα μας φέρη άλλο·
τι βγήκε!
— Ακούς εκεί! παρετήρησεν ο ποιμήν. Ο κολλήγας μου νάναι καλά και
τα θηλιάσματά του· και γουρνόπουλα όσα θέλεις.
Αλλ' ιδού αίφνης· επανέρχεται η Κρατήρα εντροπαλή, κατακόκκινη,
κομίζουσα κενόν το γανωμένον ταψίον.
— Χορατεύετε, θαπώ!
Παρετήρησεν αποθέτουσα το κενόν ταψίον επί της τραπέζης· και
προσέθηκεν:
— Εσείς το φάγατε και με γελάτε!
— Ο Μπάρμπα Σταύρος ανεπήδησεν επάνω κατάλευκος, κρατών εις
χείρας το τσιμπούκιόν του ως εάν επρόκειτο να δείρη τους γάτους
του όπου ήσαν λαίμαργοι πολύ και κακομαθημένοι.
— Καλή χρονιά σας! επανέλαβεν η Κρατήρα ειρωνικώς και λυπημένη.
Ο Κομποδήμος ιδών κενόν το παρατεθέν ταψίον με ολίγην παγωμένην
ακόμη σάλτσα, τώρα συνήλθεν από της μέθης, ξεζαλισθείς ολίγον.
— Το πήρε η οργή, κολλήγα, ανεφώνησεν. Θα μας το άρπαξαν οι
γάτοι· γιατί, όταν επήγα προτήτερα να το φέρω, δεν με άφησες; τους
είδα κ' εφύλατταν απόξω καραούλι, ο ένας από 'δω και ο άλλος από
'κεί από την πόρτα.
— Μήπως άφησες ανοικτή την πόρτα, κολλήγα;
— Δε θυμάμαι, να σ' πω!
Και ερωτών την Κρατήραν λέγει:
— Πού το ηύρες το ταψί, κουμπάρα;
— Κάτω ς' τα σανίδια πεταγμένο ανάποδα.
— Ωχ μωρέ τα σκυλόγατα! είπεν ο ποιμήν.
— Κρίμα ς' το γουρνόπουλο! εφώνησεν ο Μπάρμπα Σταύρος τεθλιμμένος
και κρατών το τσιμπούκιον επροχώρησεν ολίγα βήματα ως να μη
επίστευεν, αν και έβλεπε το ταψίον το κενόν, και ήθελε να ίδη την
θέσιν όπου έκειτο.
Και προχωρών κατήλθε διά της κλαβανής εις το κατώγειον οπόθεν
ανήρχετο η ευωδία.
Η Κρατήρα απέμεινε μ' εσταυρωμένας τας χείρας, ο δε Κομποδήμος
βλέπων το ταψίον εψιθύρισε:
— Δεν τώπερνα εγώ προτήτερα!
Μετ' ολίγον ηκούσθησαν κτύποι πυκνοί από του κατωγείου ως να
εκρούετο ραβδίον επί του δαπέδου και συγχρόνως φωναί:
— Νά! Νά! Νά!
Ο Κομποδήμος κατήλθε τότε παραπατών εις το κατώγειον. Κατόπιν
ηκολούθησε και η Κρατήρα.
Οι κτύποι και αι φωναί επανελήφθησαν.
— Νά! Νά! Νά!
Και μετά μικρόν επανήλθεν ο Μπάρμπα Σταύρος ωχρός από της οργής,
κρατών εις χείρας τεθραυσμένον το τσιμπούκιον και ψελλίζων:
— Κρίμα ς' το γουρουνόπουλο!
Κατόπιν του ανέβη ο Κομποδήμος έχων εις χείρας του την κεφαλήν του
χοιριδίου με ροδισμένον εδώ κ' εκεί το τρυφερόν δέρμα και λέγων:
— Μπρε τα παληόγατα!
Η Κρατήρα ωχρά πλέον και αυτή, δεν εγνώριζεν εις ποίον να ρίψη το
πταίσιμον.
***
Τωόντι όταν ηκούσθη ο κρότος εκείνος ο οξύς ον ο Κομποδήμος
εξέλαβεν ως τουφεκιάν ο δε Μπάρμπα-Σταύρος ως κρότον πιπτούσης
χιόνος, εάν εξήρχετο κανείς θα συνήντα τους δύο γάτους, οι οποίοι
αφ' εσπέρας παραφυλάσσοντες ως φρουροί ακοίμητοι προ της θύρας του
δωματίου, εν ώ είχεν εναποτεθή το χοιρίδιον, ευρόντες ανοικτήν την
θύραν, αφεθείσαν ούτως υπό του Κομποδήμου, εισήλθον κρυφά-κρυφά
και παρέλαβον το ξεροψημένον χοιρίδιον ως δύο καλοί λωποδύται,
κρατούντες αυτό εύμορφα ο μεν από τους προσθίους πόδας ο δε από
τους οπισθίους, και κατήλθον από της κλαβανής εις το κατώγειον, εν
ώ όπισθέν των αντήχει οξέως το καταρριφθέν ταψίον. Εκεί κάτω τους
εύρεν ο Μπάρμπα-Σταύρος και τους δύο λαιμάργως καταπίνοντας δι'
αγρίων βρυγών τας τρυφεράς του ωραίου χοιριδίου σάρκας, ων η
ευωδία επλήρου τον οίκον όλον, ως είδομεν. Είχον αποτελειώσει
πλέον το γεύμα των καταπιόντες και τα τρυφερά οστάρια, και μόνον
την κεφαλήν ως μεζέν αφήσαντες τελευταίαν, ότε ο Μπάρμπα Σταύρος
πλήρης οργής θέλων να τους κτυπήση έθραυσεν επί του ξηρού εδάφους
του κατωγείου το ωραίον τσιμπούκιόν του, διότι οι γάτοι μόλις
είδον αυτόν επήδησαν ταχείς ως πτερωτοί εις το ανοικτόν υπέρθυρον
της θύρας του κατωγείου, εκύτταξαν μια τον γέροντα αγρίως
κινούντες τους μύστακάς των, και εγένοντο άφαντοι, καταλιπόντες
μόνον την κεφαλήν, ψητόν λείψανον του βασιλικού γεύματός των.
— Τις έπταιε!
Διελογίζετο ο Μπάρμπα-Σταύρος, ου η όρεξις, αναμένοντος τόσας ώρας
την πλουσίαν και ορεκτικήν τράπεζαν μετά τόσα παθήματα και τόσην
νηστείαν, είχε καταντήσει εις οργήν και λύπην.
— Ο Κομποδήμος έπταιε μόνος, ή και η ευλαβής Κρατήρα; Ή μήπως
έπταιε περισσότερον όλων ο Μπάρμπα-Σταύρος, αλλ' εντρέπετο και να
το σκεφθή τώρα;
Το αληθές είνε ότι τας αμαρτίαις όλων φορτώνεται ο πταίων
τελευταίος.
Ούτος δε ήτο ο ποιμήν όστις είχεν αφήσει ανοικτήν την θύραν του
μικρού δωματίου.
Αλλά τι δικαίωμα είχον να οργισθώσι πλέον κατά του ταλαιπώρου
ποιμένος, όστις τόσα υπέστη αυτήν την νύκτα και την προηγουμένην
ημέραν, όστις τον έσωσε σχεδόν τον Μπάρμπα-Σταύρον, διότι αυτός
είχε κοπιάσει προς τούτο, και όστις τέλος πάντων ως
Χριστουγεννιάτικον δώρον είχε προσφέρει το γαλακτώδες χοιρίδιον.
Διά τούτο ο Μπάρμπα-Σταύρος πληρώσας το ποτήριον του ποιμένος
οίνου εκλεκτού, πληρώσας και άλλο ιδικόν του, ίνα διά του ηδέος
ποτού ωθήση προς τον παμφάγον στόμαχον την εκχειλίζουσαν οργήν
του, εκραύγασε μετά ψυχρότητος μεν γελών, πλην γελών όμως:
— Καλή χρονιά, κολλήγα, εσύ νάσαι καλά και τα θηλιάσματα, και
γουρνόπουλα όσα θέλεις έχουμε.
Και θεωρών την σύζυγόν του προσέθηκεν ο γέρων:
— Κι' άλλη φορά, κυρά Κρατήρα, τα παιδιά σου να τ' αναθρέψης
καλλίτερα.
— Ναι! τώρα είπες καλά, εκραύγασε και ο ποιμήν. Και κρατών την
ευωδιάζουσαν κεφαλήν του χοιριδίου εστρώθη οκλάδην παρά την
τράπεζαν γελών και λέγων:
— Εσείς δεν θα τρώτε τώρα από το γατοφαγωμένο. Και ήρχισε να
τρώγη, εν ώ οι δυο σύζυγοι μη έχοντες άλλο τι έφαγον άρτον και
τυρίον απλούν, διότι εν τη φιλαργυρία του ο Μπάρμπα-Σταύρος δεν
είχε προμηθευθή ολίγον κρέας διά να κάμουν σούπαν. Και λησμονήσας
την χαράν της σωτηρίας του από την φιλαργυρίαν του προσεπάθει άνευ
ορέξεως να ωθήση προς τον λάρυγγά του το ψυχρόν τυρίον,
επαναλαμβάνων ενίοτε μετά στεναγμών ως επιτάφιον εγκώμιον,
αισθανόμενος εγγύς του το άρρητον άρωμα του χοιριδίου:
— Κρίμα 'ς το γουρνόπουλο!
ΧΡΙΣΤΟΣ ΒΟΣΚΡΕΣ
(1900)
Από πόσον καιρόν, δεν ενθυμείτο, το αληθές όμως είναι ότι από τότε
οπού εγνώρισε τον Καπετάνιον, ο κυρ-Μιχάλης ο Μαυριδερός, ο
οινοπώλης, είχε ν' ακούση το «Χριστός ανέστη» εις την ενορίαν του
την νύκτα της Αναστάσεως, και ν' ανάψη την λαμπάδα του από το
άγιον φως του Παπά-Χρήστου, του κωφού, όταν θα εξήρχετο
κατενώπιον της αγίας Πύλης, βαστάζων δέσμην λαμπάδων, αναμμένων
από την κανδήλαν της αγίας Τραπέζης, και ψάλλων με την βροντώδη
φωνήν του: «Δεύτε λάβετε φως!»
Διά τούτο η κυρά-Μιχάλαινα, η γυναίκα του, μία γυναίκα κοντή και
χονδρή, ως τα κοντόχονδρα βαρέλια του οινοπωλείου, ήτο
καταχαρουμένη όλην την ημέραν του μεγάλου Σαββάτου. Το έτος εκείνο
θα επήγαινε και αυτή, σαν νοικοκυρά, μαζί με τον κυρ-Μιχάλην, τον
άνδρα της, εις την ενορίαν της, σαν αγαπημένον ανδρόγυνον, εις τον
ναόν του αγίου Δημητρίου, εις του Ψυρή, με καλά της φορέματα, με
μίαν μεγάλην άσπρην λαμπάδα, καμαρώνουσα τον άνδρα της τον κυρ-
Μιχάλην, πενηντάρην και πλέον, πρόσωπον πολιόν, στενόν και μακρόν,
μ' ένα μαύρο καρυδοειδές, εξοχήν σαρκός, εν μέσω του μετώπου, εν
είδει στέμματος.
Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης, δεν επήγαινε και η κυρά-Μιχάλαινα εις
την ενορίαν της. Πώς να υπάγη μόνη, οπού ήτο γνωστή εις την
γειτονιάν, οπού είχε φιλίαν με τον Παπά-Χρήστον, γιατί του
έστελνε κάθε Σαββατοκύριακο πρόσφορα και νάμα, οπού ήθελε να
ίσταται εξαιρετικώς, μόνη αύτη εκ των γυναικών, δεξιά, παρά την
θαυματουργόν εικόνα των αγίων μαρτύρων Τιμοθέου και Μαύρας, και να
δίδη συχνά, κατά την διάρκειαν της θείας λειτουργίας κηρία εις τον
παπά-Χρήστον, να τα ανάπτη εις την αγίαν Προσκομιδήν.
Δεν επήγαινεν ο κυρ-Μιχάλης την Ανάστασιν εις την ενορίαν των, δεν
επήγαινε και η κυρά-Μιχάλαινα· αλλ' ηναγκάζετο, την ιεράν και
φωτοφόρον Νύκτα, να μεταβαίνη μακράν, πολύ μακράν, αγνώριστος, εις
τον άγιον Αθανάσιον, εις την Πέτραν.
Διά τούτο το έτος εκείνο ήτο καταχαρούμενη. Έβαψε τα κόκκινα αυγά
την μεγάλην Πέμπτην, εκατόν τριάκοντα περίπου, εζύμωσε δε το μέγα
Σάββατον τας αυγοκουλούρας και δύο μεγάλα πρόσφορα, αναγγείλασα
εις τον Παπά-Χρήστον νάχη τον νουν του, να προσκομίση από τα
δικά της πρόσφορα.
— Δεν είνε η δουλειά, παιδί μου, οπού εμποδίζει τον κυρ-Μιχάλη να
πάγη στην Ανάστασιν, έλεγεν η κυρά-Μιχάλαινα προς μίαν
κοσμοκαλογραίαν φίλην της, τακτικά επισκεπτομένην το βαθύ του
οινοπωλείου των υπόγειον, ίνα λαμβάνη ελέη, πινάκιον φάβας, την
οποίαν έβραζε δεξιώτατα η κυρά-Μιχάλαινα κ' επώλει καθ' όλην την
αγίαν τεσσαρακοστήν, και βαύκαλιν ρητινίτου, για να στυλόνη ολίγον
την καρδίαν της, η κακομοίρα η κοσμοκαλογραία, οπού εβάστα ενάτην
καθεκάστην, και τρία τρίμερα, και έκαμνεν αναρίθμηταις μετάνοιαις
όλην την αγίαν Τεσσαρακοστήν. Και επήγε την ώραν εκείνην να πάρη
ολίγον φρέσκο κρασί, να το έχη διά το πασχαλινόν της πρόγευμα,
οπού ήτο . . πολύ στομαχικόν και ευωδίαζε πεύκον, καθώς έλεγε, και
ήτο πολύ στυλωτικόν, δι' αυτήν οπού είχε τόσον αδυνατισμένο
στομάχι.
— Είπα κ' εγώ, τέκνον μου, απήντησεν η κοσμοκαλογραία. Γιατί
τότες, μαθές, σαν αποκόβεται από τη δουλειά, είνε, μαθές, μεγάλη
αμαρτία. Οι κανόνες λένε, τέκνον μου, από την Μεγάλην Πέμπτην να
παύουν οι Χριστιανοί από την εργασίαν και να συντρέχουν εις τας
εκκλησίας.
— Πού τ' ακούνε αυτά τώρα, παιδί μου! Εδώ τους βγάζει αστυνομία,
παιδί μου, από της ταβέρναις με την μπαγιονέτα. Πού ακούσθηκε με
την μπαγιονέτα να πηγαίνουν οι Χριστιανοί στην εκκλησίαν, στον
Παράδεισον! . . .
Η κυρά-Μιχάλαινα πολυλογού γυναίκα, επήρε δρόμο, και η
κοσμοκαλογραία, αποκαμωμένη από το τελευταίον τρίμερον, έλαβε την
βαύκαλιν του ρητινίτου, και ηθέλησε να απέλθη, ευχηθείσα εις την
ελεούσαν οικοκυράν «καλήν Ανάστασιν». Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα την
εσταμάτησε.
— Δεν είνε, που λες, παιδί μου, η δουλειά οπού τον εμποδίζει τον
κυρ-Μιχάλην να πηγαίνη εις την Ανάστασιν, γιατί, καθώς σου είπα, η
αστυνομία, άμα νυχτώση το μέγα Σάββατον, μας κλείνει. Είνε άλλο το
εμπόδιο. Είνε ο Καπετάνιος, οπού λες . . .
— Ποιος καπετάνιος; ηρώτησεν η κοσμοκαλογραία.
— Θα σου πω κατόπιν, τα Λαμπρόγιορτα. Μα τώρα εφέτος, δεν είνε
στην Αθήνα. Τον στείλανε της προάλλαις αποσπασματάρχη για της
εκλογαίς και δεν γύρισε ακόμα. Μα να σου πω, παιδί μου, αγυρισιά
του να γένη! . . .
— Πω! Πω! τέκνον μου! τέτοια μέρα! Ημέρα που ο ληστής σχωρέθηκε!
. . . Πω! πω! τέκνον μου . . .
— Του σήκωσε τα μυαλά, παιδί μου, του άναψε το κεφάλι και δεν
κυττάζει την δουλειά του!
Η κοσμοκαλογραία, τρικλίζουσα από την νηστείαν, βιαζομένη δε να
ετοιμασθή, ως καλογραία οπού ήτο, διά την Ανάστασιν, δεν είχε
καρδίαν ν' αρχίση μακράν ίσως εξομολόγησιν· ευχαριστήθη από την
αναβολήν και απήλθεν επιλέγουσα και αυτή με προθυμίαν:
— Τα Λαμπρόγιορτα τα λέμε, τα Λαμπρόγιορτα.
***
Εβράδυασε πλέον. Άνωθεν από τινος ανοικτού φεγγίτου κατήρχετο εις
το βαθύ εκείνο υπόγειον η λάμψις φανού τινος, ως ακτινοβολία
άστρου χρυσού εκ των αιθέρων, και συνάμα βοή συγκεχυμένη και
αλαλαγμός, θόρυβος κόσμου, πλημμυρούντος εκείνην την ώραν την
εγγύς κεντρικήν της πόλεως αγοράν, ον διέκοπτον κατά διαλείμματα
οξύταται ως βουνού άγριαι φωναί ποιμένων:
— Αρνιακά για πούλημα!
— Αρνιά για σφάξιμο!
Ενίοτε δε ηκούοντο και πυκνά-πυκνά βελάσματα αμνών, εισκομιθέντων
των ποιμνίων καθ' εκατοντάδας εις την προ του Βαρβακείου πλατείαν.
Η κυρά-Μιχάλαινα, αποπλύνασα τα δοχεία, εντός των οποίων έβραζε
καθ' όλην την αγίαν τεσσαρακοστήν την φάβαν, ετοποθέτησεν αυτά
καθαρά εις την θέσιν των, κ' εβοήθει τον κυρ-Μιχάλην εις την
καθαριότητα του καταστήματος όλου. Έπειτα — η νυξ είχε προχωρήσει
— ενδυθείσα — εκεί εντός κατώκει το ειρηνικόν ανδρόγυνον επί δύο
ακρινών, σκοτεινών και υγρών δωματίων — εκάθησεν επί τινος
σκαμνίου, πλησίον ενός κοντού και χονδρού βαρελίου.
Ο κυρ-Μιχάλης, αφού αφήρεσε πλέον από τας προθήκας του κάτω τα
νηστίσιμα κ' έθεσε μέσα εις λευκάς πιατέλας κόκκινα αυγά και τυρί,
και άλλα όψα πασχαλινά, όλο κι' έφερνε γύρω ακόμη κάτι τι
τακτοποιών, κάτι τι διορθόνων, αλλά σύννους και μελαγχολικός ωσάν
να διελογίζετο απόντα φίλον του, ταξειδεύοντα συγγενή του. Μία
λάμπα αναμμένη εν μέσω, από του θόλου, εφώτιζε το βαθύτατον εκείνο
υπόγειον με λάμψεις θαμβάς, κιτρινωπάς λάμψεις, λάμψεις νεκρικής
κρύπτης.
Θολόστεγον το μαγαζί του κυρ-Μιχάλη. Με αψίδας, με καμάρας
Βυζαντινάς, με κολώνας Βυζαντινάς, με κεφαλοκόλωνα Βυζαντινών
ναών. Αυτό τούτο λείψανον Βυζαντινής Μονής. Ίσως το δοχείον
Κοινοβίου αρχαίου, ίσως το μαγειρείον του, ίσως η τράπεζά του. Με
διαδρόμους πλακοστρώτους με μελαψάς πλάκας. Με τοίχους
καπνισμένους. Μεσαιωνικόν κτίριον. Μετόχιον της Πεντέλης, το
μαγαζί του κυρ-Μιχάλη, κατέναντι του αγίου Δημητρίου εις του Ψυρή,
ενοικιάζετο πολυετώς από τον καλοπληρωτήν και ειρηνικόν κυρ-
Μιχάλην.
Και ήτο διά την δουλειάν του μάννα, κατά την κοινήν φράσιν. Αιωνία
υγρασία εβασίλευεν εκεί κάτω εις τας αραχνιασμένας εκείνας στοάς,
υπό τας οποίας ήτο η στίβα των οινοβαρελίων ψυχρά, παγωμένη.
Τελευταίον το εμυρίσθησαν και άλλοι οινοπώλαι· και κατά την
τελευταίαν δημοπρασίαν παρ' ολίγον να το αφαιρέσουν από τον κυρ-
Μιχάλην, αυξήσαντες το ενοίκιον κατά ικανάς εκατοντάδας δραχμών.
Αλλ' ο Καπετάνιος ιδών συλλογισμένον τον φίλον του οινοπώλην
ηρώτησε την αιτίαν, και του είπεν αμέσως:
— Μη φοβάσαι, κυρ-Μιχάλη. Ο Καπετάνιος είνε εδώ! . . .
Και επλήρωσε το επισπρόσθετον ενοίκιον.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
— Ο καϋμένος ο Καπετάνιος! Καλή του ώρα! Ανεστέναξε ο κυρ-Μιχάλης
αποπερατώσας πλέον πάσαν εργασίαν. Σε ποιο κλαρί τάχα να
πασχάση! . . .
Επλησίαζεν η ώρα της Αναστάσεως.
Ακόμη ολίγον και θα εσήμαινον οι κώδωνες των ναών. Ήδη κατήρχοντο
από του φεγγίτου κάτω κρότοι βηματισμών ανθρώπων μεταβαινόντων από
τας ενορίας βιαστικά εις την Μητρόπολιν, συνοδευόμενοι μ'
εκρηκτικούς κρότους πυροτεχνημάτων και φωνάς ηχηράς παιδιών,
προληπτικώς ημιψαλλόντων το Χριστός Ανέστη, ενώ ο Καλόγηρος, ο
νεωκόρος του Αγίου Δημητρίου, συνεζήτει θορυβωδώς μετά τινων
γραιών περί της ώρας, οπού ανασταίνουν οι Αρμένιοι, κ' έφθανον εις
το υπόγειον οι ασυνάρτητοι βραχνοί λόγοι του.
— Ας πάνε 'ς την ευχή του Χριστού! . . .
Αυτήν την ώραν εκλείοντο πάντοτε αι δύο των εις το βαθύ εκείνο και
σκοτεινόν υπόγειον, ο κυρ-Μιχάλης και ο Καπετάνιος . . .
— ανελογίζετο τα παρελθόντα λυπημένος ολίγον ο κυρ Μιχάλης,
ενδυόμενος πλέον να μεταβή εις την εκκλησίαν της ενορίας του
ύστερον από τόσα χρόνια. Εκεί εκάθηντο, εκεί εις εκείνο το
ορθογώνιον μάρμαρον, οπού ήτο εκεί εν μέσω εν σχήματι επιταφίου
πλακός, με γραφάς δυσδιακρίτους Βυζαντινών χαρακτήρων, με
αναγλύπτους σταυρούς και λαμπάδας, όπερ ως τράπεζαν ιδιαιτέραν διά
τους στενούς του φίλους, μετεχειρίζετο ο κυρ-Μιχάλης . . . ολίγαις
εληαίς ή άλλο τι ορεκτικόν νηστίσιμον, και δύο ποτήρια κρασί ήσαν
επί της πρωτοτύπου και μυστηριώδους αυτής τραπέζης. Ο Καπετάνιος
από το ένα μέρος πολιός, ξηρός, οστεώδης, με φαγωμένον τον ήμισυν
μύστακα από τριχοφάγον, είποτε ονειρευόμενος πολέμους και μάχας,
και αναμένων πάντοτε γενικήν των λαών σύρραξιν. Βλέπων δε άλλοτε
μεν προς τους σκοτεινούς θόλους επάνω, οπόθεν, από ένα φεγγίτην
μόνον κατήρχετο ολίγον φως ηλίου την ημέραν και ολιγώτερον φως
αστέρων την νύκτα, διηγείτο εν ευγλωττία ακατασχέτω, με
ενθουσιώδεις πολλάκις αναπάλσεις της φωνής του, με κραδασμούς του
λάρυγγος θεωριών εν οπτασίαις, με οξυλάλους τιναγμούς της σπάθης
του, τώρα εν τη ρύμη των λόγων του δακρύων, και τώρα αίφνης
μειδιών, εν μυστική ψυχής ευφροσύνη, διηγείτο μυστηριώδη και
παράδοξα με ένα ενθουσιασμόν προφητικόν.
Ο κυρ-Μιχάλης πάλιν κατέναντί του με το πλατύ και μακρόν πρόσωπόν
του, ασκεπής, ανασκουμπωμένος, ως μάγειρος οπού ήτο, με την ποδιάν
του ακόμη, ήκουεν αφηρημένος, ακίνητος, δέσμιος, θαρρείς,
μαγνητισμένος, θαρρείς, ακολουθών άπνους Έκτωρ το αιθέριον άρμα
του Καπετάνιου. Αι λαμπάδες και των δύο έκειντο εκεί, κάτασπροι,
επί της επιταφίου εκείνης πλακός, ενώ τα ποτήρια συνεχώς
επληρούντο. Ο Καπετάνιος όσον παρήρχετο η νυξ και επλησίαζεν η ώρα
της Αναστάσεως τόσον και εζαλίζετο από τα ποτήρια του ρητινίτου
και από τον αφάνταστον ενθουσιασμόν του, ότε, αφού πλέον είχε
κλείση την θύραν του οιναπωλείου του ο κυρ-Μιχάλης, και ήτο
απόλυτος ησυχία εις τα βάθη εκείνα κάτω του υπογείου,
οιστρηλατούμενος πλέον ο μυστηριώδης εκείνος πολέμαρχος και μέγας
ονειροπόλος, συνελάμβανεν ακράτητος τον άκακον εκείνον συνομιλητήν
του, και ωδήγει αυτόν επτοημένον εις ένα επικόν πόλεμον, του
οποίου η τελευταία μάχη θα εδίδετο μέσα εις τας πλατείας της
Πόλεως τόσον αιματηρά και τόσον καταστρεπτική, ώστε να πλεύση το
μοσχάρι εις το αίμα, της οποίας το τέλος θα εκήρυττεν η ανάστασις
του κοιμωμένου βασιλέως. Και όταν πλέον εγλυκολάλουν επάνω εις τον
κόσμον οι κώδωνες των ναών, και από τον φεγγίτην έλαμπον φαεινά τα
φώτα της Αναστάσεως, εις μάτην προσεπάθει τότε να εγερθή ο κυρ-
Μιχάλης, ν' ακούση και αυτός το Χριστός Ανέστη εις τον γειτονικόν
του ναόν, ν' ανάψη και αυτός την λαμπάδα του. Εις τας οινοδαρείς
θεωρίας του τότε, υπελάμβανε τον Καπετάνιον ως τον παμφάγον Άδην,
και εαυτόν ως ένα δέσμιον προαιώνιον νεκρόν, ον μόνον αυτόν, δεν
ανέστησε, κρίμασιν οις οίδεν ο Κύριος, μετά των τόσων άλλων
αναστάντων τότε.
— Μα δεν ακούσατε της καμπάναις; ηρώτα η κυρά-Μιχάλαινα
επιστρέφουσα από τον Άγιον Αθανάσιον, από την Πέτραν, με την
λαμπάδα της Αναστάσεως αναμμένη, και καταβαίνουσα εις το υπόγειον,
αφού πρώτον, εσημείωνε διά του καπνού του κηρίου της τρεις
σταυρούς επί του τοιχώματος της θύρας του υπογείου. Μα δεν
ακούσατε της τρακατρούκαις!
— Πώς είπαταν, κυρά-Μιχάλαινα; Ηρώτα τότε ο Καπετάνιος, ου το
πολιόν και ξηρόν πρόσωπον λαμπρώς κατηυγάζετο από την θείαν
ανταύγειαν του φωτός της Αναστάσεως.
Και προσφέρων κόκκινον αυγόν πάραυτα εις την κυρά-Μιχάλαιναν, από
τα παρακείμενα εκεί, την προσεκάλει να τσιγκρίσουν, αναφωνών
ρωσσιστί:
— Χριστός βοσκρές!
Τότε και ο κυρ-Μιχάλης, εχαιρέτιζε και αυτός δι' εφθαρμένων
λατινικών.
— Ντόμινους μπαμπίσκους! (1)
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Αυτά ανεμιμνήσκετο τώρα ο κυρ-Μιχάλης. καθ' ην ώραν ενεδύετο.
Αλλ' η κυρά-Μιχάλαινα διελογίζετο άλλα. Έβλεπεν ότι, αφότου
εγνωρίσθη ο σύζυγός της με τον Καπετάνιον, ήρχισε να παραμελή την
εργασίαν του. Αληθώς ο κυρ-Μιχάλης, φίλεργος και δραστήριος
άνθρωπος πρότερον, εξ εκείνων, οπού ξεύρουν την δουλειάν των,
αφότου, γοητευθείς από τας διηγήσεις του Καπετάνιου, ήρχισε να
ονειροπολή την Επτάλοφον με τους ναούς της και τα αγιάσματα,
παρημέλει το έργον του, ονειρευόμενος ότι ταχέως θα ήνοιγεν ένα
μαγαζάκι απ' έξω από την Αγίαν Σοφίαν. Αντί δε να φροντίζη περί
των αναγκών του έργου του, άφινε την κυρά-Μιχάλαινα να διευθύνη,
αυτός δε, εν απουσία του Καπετάνιου, λαμβάνων το χρυσοδεμένον
απόκρυφον βιβλίον του, ενετρύφα μόνος του, αναγινώσκων. Το βιβλίον
τούτο επωνομάζετο «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων» και περιείχε
παραδοξότατα κεφάλαια. Τεμάχια εκ της Αποκαλύψεως, τας θεωρίας του
αγίου Μεθοδίου, τους χρησμούς Λέοντος του σοφού, άλλους χρησμούς
Στεφάνου του Αλεξανδρέως και την περίφημον οπτασίαν του
Αγαθαγγέλου, όλα ταύτα περιστρεφόμενα περί την κοινώς διαδεδομένην
παράδοσιν περί του Αγίου Βασιλέως, του κοιμωμένου εις τα υπόγεια
της Αγίας Σοφίας, όλα αυτά γραμμένα εις δυσκαταλήπτους και
αινιγματώδεις στίχους.
Η κυρά-Μιχάλαινα πολλάκις απεφάσισε να διαλύση αποτόμως τας
σχέσεις εκείνας του συζύγου της με τον Καπετάνιον, αλλά καθώς ήτο
αναβλητικού χαρακτήρος, έδιδε τόπον τη οργή. Άλλως και ωφελείτο,
διότι ο Καπετάνιος πολλάκις επλήρωνε το ενοίκιον του αρχαίου
εκείνου υπογείου, οσάκις έβλεπε στενοχωρημένον τον κυρ-Μιχάλην.
Εφοβείτο όμως ότι κακόν γήρας θα επερνούσεν, αν εξηκολούθει τας
αναβολάς της. Πλην δεν είχεν εισέτι ανακαλύψει το μέσον, διά του
οποίου θα απεμάκρυνε τον Καπετάνιον, χωρίς να κινδυνεύση να χάση
την τόσον καλήν προστασίαν του. Υπόνοιαν είχε συλλάβει ότι ο
Καπετάνιος, άνθρωπος ιδιόρρυθυμος, ησθάνετο μεγάλην ψυχικήν
ανακούφισιν να διανυκτερεύη εν τω Βυζαντινώ υπογείω των, ιδίως την
νύκτα του Μεγάλου Σαββάτου. Από τινας ασυναρτήτους ομιλίας του
υπέκλεψεν η κυρά-Μιχάλαινα μίαν πειστικήν υποψία και διελογίζετο
ότι, αν επωλείτο το σεσαθρωμένον εκείνο οικοδόμημα, ίνα κρημνισθή
και ανακτισθή με την νέαν αρχιτεκτονικήν, ίσως ο κυρ-Μιχάλης να
επανεύρισκεν αλλαχού την πρώτην του φιλεργίαν, και ίσως μέσα εις
τα χαλάσματα εκείνα να εθάπτοντο και οι χρησμοί του Καπετάνιου,
και να ησύχαζε κ' εκείνος από τας τόσον διεγερτικάς του φαντασίας.
***
Τέλος ήρχισαν να σημαίνωσιν οι κώδωνες των ναών, κατά διαταγήν της
ιεράς Μητροπόλεως εκείνο το έτος όλοι ομού εν ηδυμόλπω αρμονία
διαλαλούντες τα εκφαντορικόν της Αναστάσεως κήρυγμα εις την
ορθοδοξούσαν των Αθηνών πόλιν, όπερ εγένετο αιτία, το πάλαι, να
σαρκασθή εν αυτή ο μέγας των Εθνών Απόστολος. Και πού να ήξευραν
οι ευγενείς και εύμουσοι εκείνοι αστοί ότι η πόλις των, η λευκή
από των ειδωλικών μαρμάρων, η τόσον ευσεβούσα τοις ξοάνοις, ώστε
και αγνώστω θεώ βωμόν να συντηρή, έμελλε διά του κηρύγματος
εκείνου του ενθεαστικού ν' ανακτισθή, διά των αιμάτων των τέκνων
της, λευκή πάλιν και όλη πεντελησία, αλλ' ουχί πλέον ανά ένα βωμόν
έχουσα δι' έκαστον εκ των ψευδών εκείνων θεών, αλλά πολλούς
ωραίους ναούς δόξαν του Ενός και Μόνου εν Τριάδι Θεού . . .
Η καρδία του κυρ-Μιχάλη επληρώθη κατανύξεως. Πρώτην φοράν ευρέθη
νήφων κατά την φωτολαμπή της Αναστάσεως νύκτα. Και ως ήτο
μελαγχολικός από την απουσίαν του αγαπημένου του Καπετάνιου
έδειξεν ένα πρόσωπον πολύ ιεροπρεπές, όπερ καθίστατο ακόμη
μεγαλειωδέστερον με το σάρκωμα εκείνο το βασιλικόν εν μέσω του
μετώπου του.
Η κυρά-Μιχάλαινα, λαβούσα την λαμπάδα της, ήρχισε ν' αναβαίνη με
χαράν απερίγραπτον την κλίμακα, ο δε κυρ-Μιχάλης παρηκολούθει
σιωπηλός, κρατών και αυτός την λευκήν λαμπάδα του και λέγων να
σπεύσουν να προλάβουν το «Δεύτε λάβετε φως».
Αλλά μόλις είχον φθάσει επάνω εις την είσοδον, και είχον ανοίξει
την θύραν, και ιδού εμφανίζεται ως σκιά εκεί, σαν να παρεμόνευε να
κατέλθη εις το υπόγειον, άνθρωπός τις υψηλός, ξηρός, οστεώδης,
πολιός, με τον ήμισυν μύστακα φαγωμένον από τριχοφάγον, όστις
σπεύδων, ασθμαίνων, καταβαίνει αμέσως την κλίμακα συμπαρασύρων
κάτω και τον κυρ-Μιχάλην και ανακραυγάζων:
— Χριστός βοσκρές!
Ήτο ο Καπετάνιος. Η κυρά-Μιχάλαινα, εξαφνισθείσα ως από ισχυρόν
ράπισμα απέμεινε βωβή· και αισθανομένη ότι μάτην θ' ανέμενε πλέον
τον άνδρα της, μη θέλουσα δε τοιαύτην ημέραν, μόνη αυτή απ'
ευθείας, να διαταράξη την ειρήνην, απήλθε σπεύδουσα εις τον
γειτονικόν των ναόν, να προφθάση μη αναστήσουν, αφήσασα εις τον
Λυτρωτήν να επιφέρη την λύτρωσίν της από το αναμενόμενον δυστυχές
γήρας.
***
Ο Καπετάνιος, εκ της Ανατολικής Ελλάδος καταγόμενος, ανήκων εις
στρατιωτικήν του τόπου οικογένειαν, ορφανός γονέων απομείνας,
κατέφυγεν εις τον στρατόν. Υπαξιωματικός δε ήδη ων, ευρέθη οπαδός
των Ναπαίων, του εν Ελλάδι τότε ρωσσικού κόμματος, ανδρωθείς με τα
ωραία όνειρα της Μεγάλης Ιδέας. Πάσαν συμπλοκήν του μετά ληστών,
ευφάνταστος ων, εμεγαλοποίει εις μεγάλην αιματηράν μάχην· και δι'
ενέργειαν εκλογών αποστελλόμενος εισήρχετο εις τας επαρχίας εν
θριάμβω ως εν καταλήψει εχθρικής χώρας, με το ωραίον παράστημά
του, με τον δασύν του πώγωνα, τον μαύρον μύστακα, και τους μαύρους
του οφθαλμούς. Ούτε ο Βουλγαροκτόνος δεν εκαμάρωνε τόσον επί του
ίππου του, όσον ο Καπετάνιος πορευόμενος διά μέσου των φαράγγων
της Δυτικής Ελλάδος, με την ηλιοκαή όψιν του, την αρρενωπήν. Πάσαν
δ' υπόνοιαν ερεθισμού μεταξύ των Μεγάλων Δυνάμεων, κυκλοφορούσαν
εις την Ωραίαν Ελλάδα, το κέντρον των Ελλήνων τότε, υπελάμβανεν ως
πόλεμον υπέρ της πατρίδος του πάντοτε, διά την οποίαν, τω εφαίνετο
αι Δυνάμεις ηγρύπνουν διαρκώς, σχεδιάζουσαι τον τρόπον του
μεγαλείου της. Εις το απλούν αυτού δωμάτιον, παρά το Μοναστηράκι,
δύο αντικείμενα επέσυρον την προσοχήν του εισερχομένου. Ο
περίφημος χάρτης του από Φερών δημοτικού ψάλτου, και χρυσόδετον
βιβλιάριον, η «Συλλογή διαφόρων προρρήσεων». Με τον χάρτην εκείνον
ωνειρεύετο εξαπλουμένην πάλιν την φυλήν του, εις δε το βιβλιάριον,
οδηγηθείς παρά τινος μοναχού, ανεγίνωσκε χρησμούς και οπτασίας.
Ακούσας δέ ποτε παρά τινος ενθουσιώδους Ναπαίου ότι υφίσταται και
δρα, προ πολλού εθνικός τις Σύλλογος η _Ανάστασις_ καλούμενος, του
οποίου τα μέλη στενώς συνδεόμενα ως άλλη τις Φιλική Εταιρεία,
οφείλουν να πιστεύουν ότι την νύκτα της Αναστάσεως θα εγερθή ο
Άγιος Βασιλεύς οπού κοιμάται τώρα εις τα υπόγεια της Αγίας Σοφίας,
και ότι όπου και αν ευρίσκωνται οφείλουσι να αγρυπνώσι την νύκτα
της Αναστάσεως πάντοτε, επιλέγοντες προς αλλήλους το σύνθημα
_Χριστός Βοσκρές_, ήτοι Χριστός ανέστη· έως ίδωσι τον Άγιον
Βασιλέα εγειρόμενον και αναβαίνοντα ενδόξως επί τον πατρικόν
θρόνον του Γένους. Αυτά μόνον περί του Συλλόγου γνωρίζων, εσκέφθη
ότι τούτο είναι ένα ισχυρότατον έρεισμα της Μεγάλης Ιδέας· και
ήρχισε μετ' ολίγον να κατηχή οπαδούς ο ονειροπόλος εκείνος
Καπετάνιος. Είχε δε αρκετά προοδεύσει, θερμώς υπό των Ναπαίων
ενισχυόμενος.
Ότε δε τέλος εξερράγη ο Κριμαϊκός πόλεμος, ο Καπετάνιος,
ανθυπολοχαγός ων, ποθών να γνωρίση εκ του σύνεγγυς «το ξανθόν
γένος», όπερ έμελλε κατά τους χρησμούς να βασιλεύση επί της
Επταλόφου, εστράτευσεν εις Ρωσσίαν και αιμάτωσε τότε την ειρηνικήν
σπάθην του. Τότε, κατά την επάνοδόν του, ηθέλησε να προσκυνήση και
την Αγίαν Σοφίαν, εν η από χρόνων συνεκέντρου όλους τους πόθους
του. Ήτο πρωία. Η ονειρώδης Επτάλοφος ήτο σκεπασμένη υπό τον
αερώδη πέπλον της ακόμη, υφ' ον, ως διά νεφελωμάτων αραιών,
απέστιλβον χρυσαί ακωκαί μιναρέδων και χρυσοσκεπείς θόλοι παλατιών
και σκηνωμάτων, εν μέσω κήπων και κυπαρίσσων.
Χωρίς να σταματήση αλλαχού, κατηυθύνθη αμέσως εις το περίκλυτον
του Ανθεμίου μεγαλούργημα. Τα πλατέα και σύνδενδρα αυτού προαύλια
ήσαν έρημα. Δερβίσαι τινές μόνον, με τας κωνοειδείς κιδάρεις των,
και χόντζαι με τα λευκά μανδήλια, ενίπτοντο εις τας δροσεράς εκεί
κρήνας, ενώ άλλοι εισήρχοντο εις τον δουλεύοντα ναόν διά την
πρωινήν των προσευχήν. Επλήρωσε την ωρισμένην είσοδον, εφόρεσεν
εμβάδας και εισήλθεν ο Καπετάνιος, συντετριμμένος την καρδίαν, με
ψυχήν οδυνωμένην. Ότε, διελθών τους δύο χρυσούς προναούς, ευρέθη
υπό τον πανύψηλον θόλον, εσταμάτησεν η αναπνοή του. Εξόχου
μεγαλειότητος ευρυχωρία εν μαλακώ φωτί ηπλούτο περί αυτόν σιωπηλή,
ήρεμος, νεκρά. Γύρω-γύρω αι μακραί διπλαί στοαί, καλλικίονες,
εκοιμώντο, τυλιγμέναι εις τα χρυσά αυτών μουσειοπλαστήματα. Εις
τας γωνίας του κεντρικού θόλου έτρεμον άνω, τω εφάνη, πτερυγίζοντα
τα χρυσά των Εξαπτερύγων πτερά, και υψηλά επάνω, εις ύψος
αιθέριον, τα αυθάδη του Κορανίου γράμματα εκάλυπτον την μακρόθυμον
του Παντοκράτορος μορφήν. Όπισθεν ενός πορφυρού κίονος,
κρυφοκυττάξας γύρω, αφού συνήλθεν από της πρώτης εκπλήξεως, έκαμε
τον σταυρόν του, δειλόν και έμφοβον σταυρόν, είτα ελθών έστη
σκυθρωπός, εκεί οπού άλλοτε ήτο η αγία Τράπεζα. Εκεί δε, καθηλώσας
τα βλέμματά του επί του εδάφους, δεξιά, έβλεπεν, ως να προσεπάθει
να εξιχνιάση τι κεκρυμμένον, ενώ όπισθέν του, κάτω, επί άμβωνος, ο
χόντζας έψαλλε την ασιατικήν προσευχήν του. Τότε είς γηραιός
χόντζας παραμονεύων, ελθών ηρέμα εκ των όπισθεν, έθλιψε
φιλανθρώπως τον ώμον του Καπετάνιου, εκφωνήσας:
— Γιουνάν; (Έλλην;)
Εξεπλάγη ο Καπετάνιος, αλλά δεν εφοβήθη. Ο δε γλυκύς εκείνος γέρων
χωρίς ν' αναμένη, αρχίζει ελληνιστί μετά πραείας της φωνής:
— Εδιάβασες τα χαρτιά μας — παιδί μου. Το κατάλαβα. Βλέπεις εδώ;
Και επέδειξεν εις τον Καπετάνιον σημεία τινα επί των πλακών κάτω,
εκεί οπού ακριβώς παρετήρει μετ' επιμονής εκείνος. Εδώ ανοίγει
κλαβανή, εξηκολούθησεν ο γηραιός χόντζας· και καταβιβάζων ακόμη
την φωνήν του προσέθηκε: Και καταιβαίνομεν κάτω εις τα
υπόγεια . . .
Ο Καπετάνιος ανεσκίρτησε· διότι έβλεπεν αίφνης ότι ήσαν αληθή όσα
ανεγίγνωσκεν εις τους χρησμούς του. Ο δε γέρων, επιστρεφόμενος,
ίνα βεβαιωθή ότι δεν τον κατασκοπεύει τις, εξηκολούθησεν ηρέμα:
— Κάτω είνε άλλη εκκλησία. Με εικόνας, και πολυελαίους, με
λαμπάδας και ιερείς, με ψάλτας και βοηθούς . . .
Η καρδία του Καπετάνιου επάλλετο βιαίως.
— Εγίνετο λειτουργία την ημέραν της Αλώσεως, εξηκολούθησεν ο
γέρων, η οποία εσταμάτησεν ατελείωτος εις το «Στώμεν καλώς, στώμεν
μετά φόβου . . .»
Εις την φοβεράν περιέργειαν του Καπετάνιου προσετίθετο ήδη άλλη
φοβερωτέρα, ποίος να είνε αυτός ο γέρων χόντζας, ο γνωρίζων την
γλώσσαν του, ο γνωρίζων την θρησκείαν του.
— Ο παπάς ολόχρυσος, μαρμαρωμένος, εξηκολούθησεν ο γέρων, μετά
της αυτής προφυλάξεως. Ο διάκος ολόχρυσος, μαρμαρωμένος. Δεξιά ο
πρωτοψάλτης μαρμαρωμένος εις το στασίδι του, αριστερά ο
λαμπαδάριος μαρμαρωμένος εις το στασίδι του. Εις τον βασιλικόν
θρόνον επί κλίνης ο άγιος Βασιλεύς κοιμάται ύπνον ήρεμον και
γλυκύν, και θα σηκωθή την ημέραν εκείνην . . .
Ο Καπετάνιος τότε, χωρίς να σκεφθή πού ευρίσκετο, αναφωνεί
έντρομος πάραυτα:
— Χριστός βοσκρές!
Ο γέρων μουσουλμάνος τότε έμεινεν άφωνος εκ της εκπλήξεως.
Έως τώρα διηγήθη όσα γενικώς αφηγούντο και οι οθωμανοί εις τους
ημετέρους, κολακεύοντες τας παραδόσεις των, αλλ' ήδη ακούσας την
αναφώνησιν αυτού, εχάρη υπερβαλλόντως· συνελθών έθλιψε την χείρα
του Καπετάνιου και κατεφίλησε συνάμα αυτόν ως αδελφόν του και
επανέλαβε και αυτός ηρέμα: Χριστός βοσκρές!
Το «Χριστός βοσκρές», ως είπομεν, ήτο σημείον μυστικόν των
μεμυημένων εις τας περί του αγίου Βασιλέως παραδόσεις και
πιστευόντων εις την ανάστασίν του. Εννόησαν αμέσως και οι δύο ότι
ήσαν μέλη της αυτής εταιρείας της Αναστάσεως. Τότε ο γέρων διηγήθη
πλέον εις τον Καπετάνιον αφόβως ότι είνε χριστιανός εις το κρυφόν,
υπηρετών εν τω ναώ, έως ου αξιωθή να ίδη τον άγιον Βασιλέα, διότι
η κρύπτη η άγουσα κάτω εις τον υπόγειον ναόν μόνον την νύκτα του
Μεγάλου Σαββάτου ανοίγει· και μακάριος, όστις ευρεθή την στιγμήν
εκείνην παρών και κατέλθη. Και προσεγγίζων ήρχισε να ψιθυρίζη εις
το ους του Καπετάνιου:
_Ο νεκρός ήδη και θέα λελυμένος
Οίδασι πολλοί καν μηδείς τούτον βλέπη.
Μηνόκρανον, μείλιχον, πραΰν, υψίνουν . . ._
Και μετ' ολίγον με πλέον χαμηλήν φωνήν προσθέτει:
_Εις τα δεξιά τα μέρη
άνδρα εύρητε γενναίον,
ισχυρόν και ρωμαλέον . . . _
Εις τον Καπετάνιον ουδεμία πλέον απέμεινεν αμφιβολία ότι ο γέρων
εκείνος, ο μουσουλμάνος εξωτερικώς, ήτο ομόφυλος και ομόθρησκος,
και επί πλέον εκ των μεμυημένων, οίτινες αναμένουσι την εξέγερσιν
του αγίου Βασιλέως. Ούτως εσχετίσθη ευκόλως μετ' αυτού κ' επόθει
πλέον να μετέλθη και αυτός την αυτήν εξαπάτην, όπως νύκτα τινά της
Αναστάσεως γείνη θεατής του κοιμωμένου Βασιλέως και αξιωθή να
φιλήση την χείρα του την ζώσα νεκράν, όπως ηξιώθη ποτέ ν' απολαύση
την θείαν ταύτην οπτασίαν ο Πατριάρχης Χρύσανθος και οι δύο
Σιναΐται Πατέρες . . .
— Το μπακαλόπουλο, διηγείτο προς αυτόν ο γέρων την επομένην
νύκτα, φιλοξενών πλέον τον Καπετάνιον εν τω κελλίω του, εν τοις
προαυλίοις της αγίας Σοφίας, το μπακαλόπουλο, εμβήκεν από την πίσω
πόρτα του αγίου Βήματος, η οποία ανοίγει μόνον το Μέγα Σάββατον το
βράδυ και έπειτα μένει κλειστή όλον τον χρόνον. Εμβήκε να δώση το
λάδι για ν' ανάψουν τα κανδήλια του υπογείου ναού, και επειδή
άργησεν ολίγον, έκλεισεν η πόρτα κ' εκλείσθη μέσα όλον τον χρόνον,
κ' εβγήκε τότε, όταν πάλιν το Μέγα Σάββατον ξανάνοιξεν η κρυφή
πόρτα. Αλλά το πρόλαβεν ένας φανατικός Ιμάμης, εκεί που διηγείτο
τα όσα είδε κάτω, θαυμαστά και εξαίσια, και τώκοψεν εις δύο με το
γιαταγάνι του, χαϊμαλί . . .
Αλλ' επάνω εις τας διηγήσεις των αυτάς, τας εξαισίας, χωροφύλακες
συνέλαβον και τους δύο προδοθέντας υπό κατασκόπων, οίτινες
παρεφύλαττον αυτούς, υποψιασθέντες από τα εν τω ναώ κινήματά των·
και ο μεν γέρων δεν εφάνη πλέον πουθενά, ο δε καπετάνιος
εξορισθείς εις Αφρικήν εκινδύνευσε τον έσχατον κίνδυνον και ως διά
θαύματος διαφυγών, επανήλθε μετά δεκαπενταετίαν εις Αθήνας ξηρός
και οστεώδης και πολιός, άνευ πώγωνος, με τον ήμισυν μύστακα
φαγωμένον από τριχοφάγον.
Αλλά κατά την μακράν αυτήν απουσίαν του, τα πνεύματα διεστράφησαν
εν τη πόλει. Οι Ναπαίοι εξέλιπον, και μετ' αυτών τα ωραία εκείνα
όνειρα περί Επταλόφου. Η δε Μεγάλη Ιδέα, ήτις εμέθυε την
παρελθούσαν γενεάν ιεράν και ένθεον μέθην, είχε προ πολλού
αποθάνη, είχε ταφή και είχε λησμονηθή, ως λησμονείται πας νεκρός.
Εις τα μεγάλα κέντρα ουδείς ανεγνώριζε πλέον τον σαρακοφαγωμένον
Καπετάνιον, ο δε λόγος του, ο τόσον ένθους άλλοτε, περιεφρονείτο
και ενεπαίζετο από την νέαν γενεάν. Τότε περίλυπος, απηλπισμένος,
φεύγων τους πολυθορύβους κύκλους, στερρώς δε εμμένων εις τα
ονειροπολήματά του εκείνα τα οποία όσον από τους άλλους
επεριφρονούτο τόσον εις αυτόν εγίνοντο ιερώτερα, επεριπάτει μίαν
ημέραν εις τας σκολιάς οδούς του Ψυρή, αναζητώντας μοναστικόν
δωμάτιον, όπως αφανής θρηνή εκεί τα νεκρωθέντα όνειρά του. Η
κυβέρνησις τον είχεν επαναφέρει εις τας τάξεις του στρατού με τον
βαθμόν του υπολοχαγού. Τότε, παρά τον άγιον Δημήτριον, μίαν
εσπέραν, ανεκάλυψε βαθύ θολωτόν υπόγειον, ως τεθαμμένην εκκλησίαν.
Εις την θύραν του κλάδος ελαίας και μία ερυθρά σημαία εμαρτύρουν
ότι κάτω υπήρχεν οινοπωλείον. Κατήλθε με χαράν εις το βάθος
εκείνο, διότι τω εφαίνετο ότι ο κόσμος τον απώθει. Έμεινεν
εκστατικός πάραυτα. Υπό τας υγράς εκείνας καμάρας και τας
πολυδαιδάλους στοάς τω εφάνη ότι έβλεπεν αναπαράστασιν των
φημιζομένων υπογείων της Αγίας Σοφίας, ως τω παρέστησαν ταύτα εν
τη Πόλει άλλοτε. Ιδίως τράπεζα εκείνη, η από επιταφίου πλακός, με
τα βυζαντινά γράμματα και τας βυζαντινάς γλυφάς, τω εφάνη ως η
υμνουμένη κλίνη του καθεύδοντος αγίου Βασιλέως, ή ώσπερ η κλίνη η
Σολομώντειος, η «κυκλουμένη από δυνατών εξήκοντα».
Ο κυρ-Μιχάλης, περιποιητικός πάντοτε, τον κατεγοήτευσε με τας
περιποιήσεις του και τον κατέθελξε βασιλικώς με το σάρκινον εκείνο
στέμμα του. Την νύκτα εκείνην με το αμυδρόν φως, τω εφάνη ως τις
παρακοιμώμενος εις τους βυζαντινούς εκείνους θόλους. Εκεί πλέον
διήρχετο τας ώρας του ο Καπετάνιος, αγρυπνών ιδίως όλην την νύκτα
της Αναστάσεως, αναγινώσκων την συλλογήν των Προρρήσεων κ'
ερμηνεύων εις τον απλοϊκόν κυρ-Μιχάλην τα θαυμαστά, τα οποία θ'
αξιωθώσι να ίδωσι μίαν ημέραν οι πιστεύοντες εις τον Άγιον
Βασιλέα. Και ούτω σχετισθείς με τον αφελή κυρ-Μιχάλην εμύησεν
αυτόν εις την ωραίαν παράδοσιν, όστις έγεινεν ένας εκ των
στενωτέρων φίλων του, πεισθείς ότι αφεύκτως εις την επαλήθευσιν
των χρησμών θα μετώκει εις την Βασιλεύουσαν. Και εφαντάζετο πολύ
ταχείαν την επαλήθευσιν. Τόσον ο γόης εκείνος και μάγος Καπετάνιος
τον είχε σαγηνεύσει, ώστε να παραμελή και την εργασίαν του, όπερ
εγίνετο λύπης αφορμή εις την κυρά-Μιχάλαιναν.
***
Μετ' ολίγον, από τον φεγγίτην επάνω, έλαμψαν τα φώτα της
Αναστάσεως. Η τελευταία λέξις του αναγνωσθέντος εις το προαύλιον
του αγίου Δημητρίου Ευαγγελίου «Χαίρετε» έφθασε κάτω, συνοδευμένη
με τους γλυκείς των κωδώνων ήχους, με τους οξείς των
πυροτεχνημάτων κρότους, και με τας αναφωνήσεις τας διθυραμβικάς
του «Χριστός Ανέστη».
— Χριστός βοσκρές! ανεκραύγασε τότε ο Καπετάνιος εν εκστάσει· και
ανάψας την λαμπάδα του έβλεπεν ως εν προσευχή προς τους μαύρους
επάνω θόλους.
— Χριστός βοσκρές! Επανέλαβε και ο κυρ-Μιχάλης· και ήναψε και
αυτός την λαμπάδα του, ευλαβής προσήλυτος του Καπετάνιου, αναμένων
πιστώς μίαν τοιαύτην νύκτα την αφύπνισιν του Αγίου Βασιλέως.
Κατόπιν ήλθε και η κυρά-Μιχάλαινα, κατηφής πρώτην φοράν, με την
λαμπάδα της εσβεσμένην και ανεόρταστος, χωρίς να σημειώση επί του
ανωφλίου της θύρας, διά του καπνού της καιούσης λαμπάδος, τους
τρεις σταυρούς. Και πάραυτα, χωρίς περιστροφάς, εκχύνει το άλγος
της ψυχής της:
— Η Πεντέλη το πούλησε το Μετόχι. Το αγόρασεν ένας λούσιος
αλεξανδρινός να το χαλάση και να κτίση μεγάλην οικοδομήν, και μας
βγάζουν από το υπόγειον . . .
Η κυρά-Μιχάλαινα επεθύμει αληθώς να σωθή από την παρουσίαν του
Καπετάνιου, αλλ' όχι με αυτόν τον τρόπον, απομένουσα φερέοικος.
Δι' αυτό εθλίβη κατάκαρδα. Εσώζετο ίσως ο άνδρας της από τον
Καπετάνιον — εσκέπτετο — αλλ' έχανε την σειράν του. Και ήτο
αμφίβολον, αν ηδύνατο να επανεύρη αλλαχού σειράν, εις αυτήν την
ηλικίαν.
Αλλ' όσον και αν εθλίβη η κυρά-Μιχάλαινα, όσον και αν επόνεσεν ο
κυρ-Μιχάλης, ο Καπετάνιος εθλίβη ακόμη περισσότερον· και ηυχήθη
τότε να απέθνησκεν, αν έμελλε διά παντός ν' απολέση την μόνην
παραμυθίαν του εκείνην.
Είνε αληθές φαίνεται, ότι αι επιθυμίαι των ανθρώπων ουδέποτε
δύνανται να πραγματοποιηθώσιν άνευ λύπης επακολουθούσης.
Αληθώς οι Βυζαντινοί εκείνοι υπόγειοι θόλοι μετ' ολίγους μήνας δεν
υπήρχον εν τη πόλει, ήτις ολονέν μετεμορφούτο, επιμόνως
απεχθανομένη παν βυζαντινόν . . . Εις δε την θέσιν των, ανηγέρθη
παμμεγέθης οικοδομή, επί των προπυλαίων της οποίας εσώζετο μέχρι
τινός πλαξ επιταφία, από σαρκοφάγου, φέρουσα γεγλυμμένα επάνω
βυζαντινά γράμματα και γλυφάς θρησκευτικάς. Η πλαξ εκείνη ήτο η
μαρμαρίνη τράπεζα επί της οποίας άλλοτε ο εξαφανισθείς έκτοτε
Καπετάνιος έσπευδε τα δάκρυά του μαζί με τον αφρώδη του κυρ-Μιχάλη
ρητινίτην, προσφωνών τον εν τη ψυχή του κοιμώμενον Άγιον Βασιλέα
διά του συνθηματικού χαιρετισμού:
— Χριστός βοσκρές!
Ενώ ο κυρ-Μιχάλης από μίαν μικράν παραζάλην συσκοτισμένος
αντεχαιρέτιζεν ως συνήθως με τα παραμορφωμένα λατινικά του:
— Δόμινους Μπαμπίσκους!
***
Ουδείς έγεινεν έκτοτε λόγος ούτε περί του Καπετάνιου αν έζη ή όχι,
ούτε περί του κυρ-Μιχάλη, του μόνου εναπομείναντος πιστού, από
τους τόσους, εις τα ωραία εκείνα όνειρα του Συλλόγου της
Αναστάσεως, αν εύρε σειράν ή όχι μετά την κατεδάφισιν του θολωτού
εκείνου υπογείου του, καθώς η κυρά-Μιχάλαινα εφοβείτο ότι θα
συμβή. Εχάθησαν τα ίχνη και των δύο, ως χάνονται τα επί της
θαλάσσης ίχνη του ταξειδεύοντος πλοίου. Αληθές είνε ότι τους
πρώτους μετά την κατεδάφισιν μήνας του βυζαντινού εκείνου κτιρίου,
εφαίνετο εις άκρον συγκεκινημένος ο ταλαίπωρος Καπετάνιος, ως ένας
σαστισμένος μάλλον· δεν τον εχωρούσε κανένας τόπος· τας πρώτας
ημέρας τον έβλεπαν όλοι υψηλόν, οστεώδη, με τον σαρακωμένον
μύστακα να κάθηται εις την _Ωραίαν Ελλάδα_ εις το μεγαλείτερον
κέντρον της πόλεως, τω καιρώ εκείνω, εις την γωνίαν την αριστεράν
επί της διασταυρώσεως των οδών _Ερμού_ και _Αιόλου_, εν μέσω
στενωτάτου κύκλου μελών τίνων της εταιρείας της _Αναστάσεως_, ήτις
υφίστατο ακόμη, αλλά ψυχορραγούσα πλέον, περιγράφων εις αυτούς
πότε την μυστηριώδη εκείνην επίσκεψίν του εις την Αγίαν Σοφίαν,
και πότε τας θλίψεις και την πείναν του εις την εξορίαν του εν
Αφρική, εύελπις όμως πάντοτε περί της επαληθεύσεως των χρησμών
μίαν ημέραν. Εκεί μόνον ησθάνετο πλέον κάποιαν αναψυχήν, και
επραΰνετο το σκυθρωπόν του πρόσωπον. Ότε συνήγοντο γύρω του εκεί
και τον ηκροώντο εν περιέργω συνωστισμώ, ως συνωστίζονται οι
άεργοι όρθιοι περί τους χαρτοπαίζοντας εν τοις καφενείοις,
νεοφερμένοι από τας επαρχίας, και μάλιστα γηραιοί τινες
φουστανελλοφόροι, της επαναστάσεως σεβαστά λείψανα, φέροντες
καταφανείς τας ουλάς των από του εθνικού πολέμου πληγών των, ή τας
εκτομάς από του μαρτυρίου των εκ μέρους του τούρκου, ενώ ο
Καπετάνιος βλέπων προς τους μεγάλους χρυσούς καθρέπτας του
εθνικού, να είπωμεν, εκείνου καφενείου, ωμιλούσεν, ερρητόρευε· και
εκεί οπού ωμιλούσεν ηλλοιούτο αίφνης, αλλοίωσιν φανταστικήν
πάσχων. Έλαμπον οι οφθαλμοί του, ως άλλοτε κάτω εις το βυζαντινόν
εκείνο υπόγειον του Ψυρή, εκινούντο με μορφασμούς ποικίλους και
παραστατικούς τα χείλη του· αι χείρες του ανεπαισθήτως εφέροντο
προς το ήσυχον σπαθίον του, όπερ εβροντούσε τότε ειρηνικώς και
πραέως, ως βροντούν του αρχιερέως τα ιερά άμφια, όταν αυτά
περιβάλλεται. Και τότε κυττάζων γύρω τους ακροατάς του οπού με
αγαλλίασιν τον έβλεπον, τους έλεγε:
— Δεν είναι δυνατόν, παιδιά μου, να διαψευσθώσιν οι χρησμοί. Αυτό
να το ξεύρετε!
Αλλά τούτο δεν διήρκεσε πολύ. Το εθνικόν εκείνο καταφύγιόν του, η
_Ωραία Ελλάς_, μετ' ολίγα έτη, ήλλαξε κ' εκείνο όψιν.
Κατεδαφίσθη, καθώς και το θολωτόν του άλλοτε υπόγειον. Εκείνα τα
έτη καταφθάσαντες από την Πόλιν οι λεγόμενοι _Χαυγιαροχανίται_
Χρηματισταί, με της τσέπαις των γεμάταις λίραις και τα χέρια των
χαρτιά, μετέβαλλον αυτό εις πρόχειρον Χρηματιστήριον. Περί τα δύο
υαλιστερά του σφαιριστήρια ιστάμενοι όρθιοι, οι νεοφερμένοι
εκείνοι της Πόλεως, και τείνοντες τας χείρας απειλητικάς προς
αλλήλους, ωπλισμένας όμως όχι με φονικά όπλα αλλά με αβλαβή
χαρτία, και μετοχάς τραπεζών και εταιρειών αρτισυστάτων, ηλάλαζον
φωνασκούντες απειλητικώς αριθμούς, εν οχλοβοή και ταραχή
ωργισμένων ανθρώπων, ετοίμων να έλθουν εις χείρας, οπού ο
Καπετάνιος δεν ημπορούσε πλέον ούτε να καθίση εκεί, όχι να
ομιλήση. Ότε δε μίαν ημέραν είδε πολλούς και από τα παλαιά μέλη
της Εταιρείας της _Αναστάσεως_, οι οποίοι μεταμορφωθέντες εις
μεσίτας επωλούσαν εκεί και ηγόραζαν, διδαχθέντες από τους
νεήλυδας, χαρτία, τότε πλέον δεν ηδυνήθη να κρύψη τον πόνον του
εδάκρυσεν οδυνηρώς εμβριμώμενος, ανεστέναξε βαθειά και έγεινεν
άφαντος. Ούτε εφάνη πλέον πουθενά εντός της πόλεως. Διϊσχυρίζοντο
όμως τινές ότι τον έβλεπον συχνά διατρίβοντα ή περιδιαβάζοντα εις
τους όπισθεν της Ακροπόλεως λόφους πότε μόνος πότε με τον κυρ-
Μιχάλην, όστις χηρευμένος πλέον και ασφαλής από κάθε εξέλεγξιν,
δεν τον εγκατέλιπε ποτέ, αισθανόμενος πάντοτε άρρητον ηδονήν να
ακούη την εξήγησιν των χρησμών περί του Αγίου Βασιλέως, και να
εντρυφά εις τα σύνορα μιας απεράντου Ελλάδος, να σχεδιάζη δε το
καφενεδάκι οπού πολύ γρήγορα, καθώς επέμενε, θα άνοιγεν απέξω από
την Αγίαν Σοφίαν. Έως ου μίαν χιονώδη πρωίαν οι Αθηναίοι
ανεγίνωσκον εις την θορυβοποιόν τότε _Εφημερίδα_ μίαν θλιβεράν
όντως είδησιν, εις τα ψιλά εκείνα συνθέματα της οπού εγράφοντο με
ιδιαιτέραν πάντοτε χάριν και ευφυίαν, ότι επάνω εις τον λόφον του
Μνημείου του Φιλοπάππου, μέσα εις μίαν σπηλαιώδη σχιμάδα, ευρέθη
το πτώμα πτωχικού γηραλέου ανθρώπου με σαρακωμένον τον μύστακα,
σκεπασμένον με ένα στρατιωτικόν μανδύαν, το οποίον εκράτει σφιγκτά
εις τας αγκάλας του δύο χρυσοδεμένα βιβλία, τον χάρτην του Φεραίου
και την συλλογήν των Χρησμών και Προρρήσεων περί του αγίου
Βασιλέως. Εν μέσω αυτών ήτο στερρώς εσφηνωμένη ιδιόχειρος του
αποθανόντος διά μολυβδίδος σημείωσις λέγουσα.
— Ηγρύπνησα, εσκέφθην, και είπα: Τάδε λέγει Κύριος:
Παιδί μου κυρ-Μιχάλη! Ημπορεί να κάμουν τας Αθήνας _Χρηματιστήριον
της Ανατολής_, καθώς μου είπες ότι ελέχθη χθες εις την Βουλήν,
αλλ' οι Χρησμοί δεν είνε δυνατόν να διαψευσθούν. Δεν είναι
δυνατόν. Αυτό να το βγάλουν από τον νουν τους. Αν ζήσης εις την
μεγάλην εκείνην διά τον Ελληνισμόν ημέραν, θα θυμηθής βέβαια να
μου ανάψης. . . . Όποιος ζήση! . . .
Η σημείωσις διεκόπτετο ενταύθα αποτόμως, προσέθετεν αινιγματωδώς η
_Εφημερίς_· αι τελευταίαι λέξεις ήσαν δυσδιάκριτοι εκ της
κακογραφίας. Και φαίνεται ότι ο θάνατος επήλθεν αιφνίδιος. Δίπλα
εκεί παρέκειτο κηρίον εσβεσμένον και μολυβδίς. Το πτώμα αυτό
ανεγνωρίσθη αμέσως ότι ήτο του Καπετάνιου, του ονειροπόλου εκείνου
της Μεγάλης Ιδέας μυσταγωγού, όστις ευρέθη εκεί από ένα
αστυφύλακα, ξεπαγιασμένος, την παγεράν εκείνην πρωίαν, μέσα εις
την χιονισμένην σχισμάδα του αρχαίου Μνημείου (2).
ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΡΑΚΛΗΣΗ
(1902)
Πρώτα-πρώτα οι γρυπαράδες είχον αντιληφθή τον κίνδυνον. Αργά, πολύ
αργά σχολάσαντες από την επίπονον εργασίαν των, είχαν καθήσει
πλέον, κάτω εις την άμμον, παρά το κύμα, μεσάνυχτα σχεδόν, να
δειπνήσουν, υπό το φως φαναρίου το οποίον απεκρέμασαν από τινος
κονταρίου κάπου εκεί, δίπλα εις την αλιάδα των, η οποία πλυθείσα
πλέον ήτο διπλαρωμένη εκεί, ένας ολογάλαζος γρύπος κατακαίνουργος.
Επάνω εις δύο καπνισμένας πέτρας τοποθετημένη η βαθεία χύτρα,
εκόχλαζεν ακόμη υπό την επιτήρησιν ενός νεαρού τρατάρη όστις
βιαίως υπεδαύλιζε την πυράν της οποίας αι φλόγες επέψαυον σχεδόν
το πρόσωπόν του. Το χωρίον εκοιμάτο πλέον. Ότε ένα αιφνίδιον
θαλασσάκι ανερρίπισεν όλον τον λιμένα, οπού ήσαν αραγμένα διάφορα
μικροκάικα από τα εκτελούντα την ακτοπλοΐαν των Σποράδων. Σαν να
εσύριξεν όφις ή δράκων.
Οι γρυπαράδες όλοι με τάσπρα μανδήλια έχοντες δεμένον τον κούκον
των, τσεσμελήδες φιλόπονοι και αγαθοί, παρακαθήσαντες γύρω άρχισαν
ήδη να τρώγουν όλοι από το αυτό βαθύ πινάκιον, την κρεμοειδή
ψαρόσουπαν, την οποίαν μόνον αυτοί ξεύρουν να παρασκευάζουν από
λογιών-λογιών ψάρια, πετρόψαρα· τρώγοντες δε συνωμιλούσαν ηρέμα, ή
αστειεύοντο αναφέροντες επεισόδια του αλιευτικού αυτών βίου
γελαστά και σπαρταρίζοντα, καθώς σπαρταρίζουν τα ποικίλα είδη των
ιχθύων μέσα εις τον βαθύν σάκκον του δικτύου λαμπυρίζοντα
επαργύρους λάμψεις.
— Αύριο να τραβήξουμε, παιδιά, για τον Τσουγκριά. Έχουμε καιρό να
πάμε. Και είναι καιρός της ζαργάνας. Σεπτέμβριος μήνας, και πέφτει
εκεί ψάθα.
Δεν ετελείωσε την ομιλίαν του ο καπετάν Γιάννης, μ' ένα μεταξωτό
μανδήλι εις τον σκούφον του γύρω, και παραιτήσας το κουτάλι έξαφνα
λέγει·
— Δεν μ' αρέσει, παιδιά, ο καιρός απόψε. Και έρριψε βλέμμα
περίφροντι προς την ωραίαν τράταν του. Αλλ' έως ου καλοκκυτάξουν
όλοι την θάλασσαν, ήρχισεν ένα δυνατό αεράκι να σφυρίζη από μέρος
του σιρόκου με όλα τα προμηνύματα μιας τρικυμίας, τα οποία ως
αναφρικιάσεις έφθαναν έως εις την ακτήν Σαγανάκια μαύρα και
ύποπτα.
— Την τράτα με όλα τα παιδιά!
Διατάσσει τότε ο καπετάν Γιάννης· και αμέσως ευρέθη από το δείπνον
προς την θάλασσαν. Τα παιδιά τον ακολουθούν και αρχίζουν εν τω άμα
εργασίαν επίπονον ν' ασφαλίσουν την γαλάζιαν των τράταν η οποία
ανακινουμένη από των βιαίως επερχομένων κυμάτων, ήρχισε να κτυπά
επί της μαρμαρίνης προκυμαίας, με κοντάρια και κωπιά
απομακρύνοντες αυτήν από την σκάλαν.
Όλα τα μικροκάικα συγχρόνως, τα οποία ήσαν αραγμένα, ήρχισαν να
χορεύουν ατάκτως, το έν μετά το άλλο σαλευόμενα επί των κυμάτων,
χορόν παράδοξον και θαλασσινόν, θαρρείς και κάποιος αόρατος
παιγνιδιάτορας τα εξηρέθισεν εις συρτόν παράδοξον. Εις μίαν
στιγμήν ο άνεμος στραφείς έστρωσεν εις τον σιρόκον.
Ο λιμήν της κώμης, εστραμμένος προς νότον, είναι ασφαλής και
διπλούς, έν δε μέρος μόνον αυτού ανοικτόν εις τον σιρόκον,
εκάστοτε από τον άνεμον τούτον υποφέρει, ιδίως τους φθινοπωρινούς
μήνας ότε συχνά υπόκειται εις τας παραφόρους πνοάς του. Ετούτο δε
γνωρίζοντες οι γρυπαράδες έσπευσαν να εξασφαλίσουν την τράταν,
φοβούμενοι μη ευρεθώσιν εκτεθειμένοι κατόπιν, όταν θα ήτο αδύνατον
να προλάβουν τον κίνδυνον, όστις εκρήγνυται αμέσως και αποτόμως ως
από μήνιν Θεού.
Αλλ' ήτο αποφασισμένον ως φαίνεται να κινδυνεύσουν αυτήν την
νύκτα. Διότι μετ' ολίγον εξερράγη αληθώς η τρικυμία ακατάσχετος,
με βίαν και αγριότητα μαινομένων θηρίων, λύκων και τίγρεων, τα
οποία ωρύοντο ως επί του σταδίου πηγαινοερχόμενα περί την
κονίστραν με λύσσαν βοράς. Ο σιρόκος είχεν εμφανισθή τωόντι με
όλην του την μανίαν. Τα κύματα, εξεγειρόμενα αλλεπάλληλα,
επήρχοντο το έν μετά το άλλο κατά του μικρού λιμένος, τον όποιον
πάραυτα εκ του πυθμένος συνετάραξαν, να τον αναποδογυρίσουν,
θαρρείς, ως αναποδογυρίζει τηγανητής τας τηγανιζομένας μαρίδας.
— Βοήθεια! ήρχισαν να κραυγάζουν τότε οι αλιείς, μη προφθάσαντες
ν' ασφαλίσουν την τράταν των.
— Βοήθεια! αντήχει η κραυγή των πενθίμως εις όλην την κοιμωμένην
κώμην επάνω, ως λυγμός θρηνούντων.
Η βία του σιρόκου ήτο ακατάσχετος, τα κύματα, υπερπηδήσαντα μετ'
ολίγον τα κρηπιδώματα της προκυμαίας, επλημμύρησαν την αγοράν,
περιλούσαντα τα προαύλια των μαγαζείων και τους ωραίους
ευκαλύπτους της παρά την αποβάθραν μικράς πλατείας. Τα δε πλοιάρια
παρασυρθέντα ήρχισαν να συγκρούωνται επί των μαρμάρων της
προκυμαίας.
— Βοήθεια! εξηκολούθουν να φωνάζουν οι γρυπαράδες, των οποίων η
τράτα η ολογάλαζη είχε διπλαρώσει επί της αποβάθρας, κινδυνεύουσα
να θραυσθή.
Τότε και οι κάτοικοι εξεγερθέντες έσπευσαν με τα φαναράκια προς
τον λιμένα, ασκεπείς και ημίγυμνοι, με της γούναις εις της πλάταις
των.
Νύκτα-μεσάνυκτα και σκοτάδι πίσσα!
Ο ουρανός ούτε εφαίνετο. Κύματα και σύννεφα έγιναν όλα έν. Και
μόνον ο άγριος μυκηθμός του ανέμου ηκούετο συνεχής και αδιάπτωτος
ως βοή εξατμιζομένων μηχανών, περιτυλίσσων αγρίως τας θρηνώδης
κραυγάς των νησιωτών, οίτινες υπερανθρώπους προσπαθείας
καταβάλλοντες ηγωνίζοντο να περισώσωσι τα πλοιάριά των
θαλασσώσαντες μέχρι της οσφύος. Τότε συγχρόνως μέσα εις την
γενναίαν αυτήν των στοιχείων αναταραχήν, ήρχισε να κτυπά και η
καμπανίτσα της Παναγίας της Λημνιάς, ψηλά εις τον βράχον, πίσω εις
της Πλάκαις, επαυξάνουσα τον κίνδυνον:
— Νταν! Νταν! Νταν!
Αι άγριαι του σιρόκου ριπαί, ως μυκηθμοί ταύρου ηχούσαι,
αναλαμβάνουσαι τους ασθενείς της καμπανίτσας ήχους ως γόους
μεμονωμένους, διέσπειραν αυτούς ανά το χωρίον, το οποίον ήτο πλέον
ανάστατον· και ήκουες ανοίγματα θυρών και ήκουες βηματισμούς
εσπευσμένους, και ήκουες κλαυθμούς νηπίων, ως να εισέβαλον αίφνης
συμμορίαι πειρατών προς σύλησιν και απαγωγήν.
Ο λιμήν ήτο πλήρης ανθρώπων, άλλων εν τη θαλάσση πεσόντων και
άλλων θεωρούντων από της προκυμαίας, ή διδόντων παραγγέλματα
σωτηρίας.
Ο καπετάν Μήτρος, απόμαχος πλέον πλοίαρχος, πιασμένος τους πόδας,
ακουμβισμένος ύπτιος επί του παραθύρου του κοντά εις την λυχνίαν,
με το σιγάρο στο στόμα διαρκώς διέτασσε :
— Σία! . . . Άλλα! . . . αβάρα! . . .
Εν ώ τα φαναράκια των σπευδόντων εις τον λιμένα αναιβοκατέβαινον.
Ούτως αι κραυγαί των νησιωτών των εν τω λιμένι, οι ολολυγμοί των
γυναικών, αίτινες έκλαιον επάνω εις τον βράχον, οι θρήνοι των
παιδίων, όλα απετέλουν συμφυρμόν επώδυνον μέσα εις την βαθείαν του
μεσονυκτίου σκοτίαν, τον οποίον καθίστα πικρότερον ό ήχος της
καμπανίτσας της Παναγίας της Λημνιάς, σημαινούσης ακόμη την
παράκλησιν.
— Νταν! Νταν! Νταν!
Η Βγένα η καπετάνισσα ήτο οπού εσήμαινε με τόσην λαχτάρα την
καμπανίτσα της Παναγίας της Λημνιάς, του καπετάν Βγενιού η
σύζυγος, μια υψηλή και εύσωμος ανδρογυναίκα.
Το σχοινάκι της καμπανίτσας ήτο υψηλά, συρμένον προς . . . τα
ένδον του ναΐσκου, από μίαν οπήν επάνω-επάνω της πύλης, διά να μη
τα φθάνουν τα παιδιά το βράδυ, και σημαίνουν ασκόπως εις τα
παιχνίδια των, ανησυχούντα τον ιερέα.
— Αυτού να το μαζεύης, Παϊσία! έλεγε προς την νεωκόρον ο ιερεύς,
ο παπα-Λάμπρος, κ' εγώ με το ραβδί μου το φθάνω.
Πράγματι εις τον εσπερινόν και τον όρθρον ο Παπα-Λάμπρος ένας
κοντός και γηραλέος εφημέριος, αναβαίνων εις μίαν μεγάλην πέτραν,
χρησιμεύουσαν εκεί ως σκαμνίον, το ετραβούσε με την στραβολεκίτσα
του μετά κόπου πάντοτε, κινδυνεύων να εξαρθρωθή, και εσήμαινεν
ήχους διακεκομμένους και κλαυθμηρούς.
— Νταν! Νταν! Νταν! Νταν!
Και η Βγένα η καπετάνισσα, υψηλή ως ήτο, το κατεβίβασεν ευκόλως με
την χειρ της, και ήρχισε να σημαίνη εντρόμως και παλμικώς, σύμφωνα
με τους τρομώδεις παλμούς της ταραχθείσης εκ του φόβου καρδίας
της.
Και συνάμα εψιθύριζε παραπονουμένη:
— Του είπα του βλοημένου. Κάτσε καπετάν Βγενιέ. Δεν μ' αρέσει ο
καιρός. Θα ποδίσης και θα υποφέρης. Κάτσε. Ο βλοημένος δεν μ'
άκουσε. Και ο καιρός έδειχνε από το μεσημέρι, πως ήτανε
σκανδαλισμένος. Είδα εγώ τα θεμέλια· ήταν βουρκωμένα γύρω-γύρω.
Και η καμπανίτσα εσήμαινε!
— Νταν! Νταν! Νταν!
Συνήχθησαν μετ' ολίγον αρκεταί γυναίκες του χωρίου έντρομοι, με
τας μανδήλας λυτάς, τυλιγμέναι 'ς τα σάλια, — πρωτοβρόχια
Σεπτεμβρίου και ήτο υγρασία μεγάλη και ψύχρα εις την υγράν
πολίχνην — βαστάζουσαι μπουκαλάκια με λάδι, βαστάζουσαι θυμιάματα
και λαμπάδας. Η γρηά Μυρώδαινα είχε πέντε υιούς, όλους
μπαρκαρισμένους. Έσπευσε με πέντε κεράκια να τ' ανάψη 'ς την
Παναγία την Λημνιά. Η χήρα η Μισιργούδα είχε μια βρατσέρα
κληρονομιά του μακαρίτη οπού είχε το πρωί αποπλεύσει διά την Κύμην
και έσπευσε έντρομος, με λαδάκι:
— Παναγία 'ς το Πέλαγο! Παναγία 'ς το Πέλαγο!
Εφάνη μετ' ολίγον ο γέρων ιερεύς, ο Παπα-Λάμπρος ερχόμενος, κοντός
και πολιός, με τ' ασπροκίτρινα ως από λινάρι γένεια, κινδυνεύων ν'
αναρπαγή ως αερόστατον υπό του ανέμου όστις είχεν ανασηκώσει τα
ράσσα του προς την κεφαλήν του:
— Έλα, παπά μου! εφώνησεν αμέσως η Βγένα η καπετάνισσα αφήσασα το
σχοινίον με δύναμιν προς τα κάτω ώστε ήχησε πάλιν μονάχη της η
καμπανίτσα: Νταν! Νταν!
Η Βγένα, του καπετάν Βγενιού η σύζυγος, ήτο γνωστή διά την
ευλάβειάν της εις όλον το χωρίον.
Το μεγάλο ασημένιο στεφάνι της Παναγίας της Λημνιάς αυτή το είχεν
αφιερώσει. Μίαν ολομέταξον ποδιάν άσπρην από βροχόν με λωράκια
γαλάζια, διά το αναλόγιον της Παναγίας, αυτή την είχεν υφάνει. Ήτο
η Παναγία η Λημνιά, η προστάτις της Βγένας και του χωρίου όλου.
Εις κάθε κίνδυνον θαλάσσης, εις πάσαν τρικυμίαν αι νησιώτισσαι
έτρεχαν να διαβάσουν παράκλησιν· και εισηκούοντο πολλάκις αι
δεήσεις των, και έκαμπτον το θείον τα δάκρυά των. Στην επάνω
γειτονιάν κτισμένη η εκκλησία σύρριζα εις τον βράχον του Σχοινά
και κατέναντι του σιρόκου ήτο ως προπύργιον απόρθητον, θαρρείς,
του ατιθάσσου ανέμου, του οποίου πολλάκις είχε διακόψει την βίαν
και την ορμήν, όριον ηγιασμένον γαλήνης και σωτηρίας, ουχί μόνον
διά τους εις τον λιμενίσκον εκείνον εισπλέοντας και ορμούντας,
αλλά και διά τους μακράν εις τα πελάγη τα μεγάλα κινδυνεύοντας εις
ώρας τρικυμιών ενώπιον των οποίων προσκαλουμένη παρίστατο η
Παναγία η Λημνιά, άλλοτε ως φανός καθοδηγών εν μέσω των υφάλων,
και άλλοτε ως ναύκληρος διατάσσων τα δέοντα, και άλλοτε ως
κυβερνήτης πηδαλιούχος με την ακτινοβολούσαν ουράνιον αίγλην της
περί την κεφαλήν, με το μεγάλον της πρόσωπον και τα μεγάλα της
μάτια. Διά τούτο ήτο γεμάτη αφιερώματα η Παναγία η Λημνιά!
Παιδάκια, χεράκια, ματάκια, όλα ασημένια, εκρέμοντο εκεί εκ
σχοινίου μεταξωτού οριζοντίως επάνω εις την εικόνα προσδίδοντα
αίγλην και λάμψιν θαυμαστήν. Αλλά προ πάντων ασημένια καραβάκια
και βαρκίτσαις ήσαν εκεί εν μέσω των αναθημάτων. Το κόττερο του
καπετάν Ανδρέα που εγλύτωσε σε μια σοροκάδα, σαν αυτή τώρα· γολέτα
του καπετάν Μαΐστρου φορτωμένη κάρβουνα ολίγον έλειψε, να καή όταν
έπιασαν φωτιά τα καρβουνάδικα στην Πόλι· η βάρκα του μπάρμπα
Γιαννιού, οπού ανετράπη έξω από το λιμάνι από ένα σαγανάκι και δεν
έπαθε τίποτε· όλα ήσαν εκεί εις την Παναγίαν την Λημνιάν
αναθήματα. Ακόμα και ο γυιος του καπετάν Λούσου οπού έπεσε στην
θάλασσαν και επρόφθασε να πη μόνον: «Παναγία μου Λημνιά μου» και
αυτός ανέκειτο εκεί ασημένιος με ολόχρυσον το πρόσωπον σαν άγιος.
Ήτο αρχαία εικών και μεγάλη η Παναγία η Λημνιά με το μεγάλο
πρόσωπο και τα μεγάλα μάτια, την οποίαν είχον φέρει εις την νήσον
ως εφέστιον αυτών λατρείαν εκ της μεγάλης Λήμνου αποικήσαντες ποτέ
λήμνιοι εις την μικράν νήσον. Τρία μεγάλα πιθάρια είχαν χωμένα οι
επίτροποι ως τον λαιμόν εις το υπόγειον διά το προσφερόμενον λάδι
της Παναγίας της Λημνιάς, της οποίας η κανδήλα ήτον ακοίμητος. Από
μόνον δε το απόκηρον ενός έτους συνετηρείτο κατά το πλείστον ο
ναός.
— Δόσε μου την Παναγίαν την Λημνιάν, Παϊσία μου! έλεγεν ο γέρων
εφημέριος ο Παπά-Λάμπρος και δεν θέλω τίποτε άλλο.
Αλλά μεταξύ όλων των αναθημάτων διέπρεπεν έν αργυρούν έκτυπον
ευμέγεθες και τορευτόν και επίχρυσον, παριστάνον ένα πλοίαρχον εις
τρεις διαφόρους στάσεις. Ασκεπής εδώ, με την κόμην φρίσσουσαν εν
τω κινδύνω ίστατο όρθιος επί της πρύμνης του πλοιαρίου του, μιας
βρατσέρας δώδεκα πήχεων, με το μακρουλόν ως αυγόν κεφάλι του,
κρατών το πηδάλιον και αναβλέπων προς τα ιστία. Παρέκει, πεσμένος
ο ασημένιος καπετάνιος εις το πέλαγος, εκολυμβούσε να σωθή μόλις
ανατείνων την μακρουλήν κεφαλήν του από μέσα από τα κύματα ως
κολοκύνθιον χρυσούν. Εις το άλλο ανάθημα το ανθρώπινον αποτύπωμα
παρίστα κυβερνήτην σκεπτικόν, με την μακρουλήν κεφαλήν του
πάντοτε, σκυθρωπόν ιστάμενον ενώπιον του τεταραγμένου πελάγους,
εμπρός εις την πρώραν, ωσάν φιγούραν ξυλίνην από κάτω από τα
φλόκια. Ήτο ο καπετάν Βγενιός, με την μακρουλήν ως αυγόν κεφαλήν
αυτού, οπού τρεις φοραίς, εκινδύνευσε και τρεις φοραίς διεσώθη διά
της θαυμασίας επισκιάσεως της Παναγίας της Λημνιάς. Αυτά δε και τα
τρία εκτυπώματα, τα αργυρά και επίχρυσα, τα οποία τόσον πλουσίως
εστόλιζαν την θαυματουργόν εικόνα, η Βγένα η καπετάνισσα τα
παρήγγειλεν εις τον άριστον χρυσοχόον του χωρίου, τον Αποστόλην
τον Χρυσοφόν, με τ' όνομα, όστις, κατ' απαίτησιν δεισιδαίμονα της
Κυρά Βγένας, νύκτα μεσάνυκτα τα ειργάσθη, εις τρεις νύκτας
συνεχείς, τόσας ώρας καθ' εκάστην δουλεύων αυτά όσον έφθανε να
καώσι τα σαράντα κεράκια, όσα ήναπτεν εν τω οίκω της η Βγένα, η
καπετάνισσα, γύρω-γύρω 'ς τον κοιτώνα της, εμπρός 'ς τα
εικονίσματα δεομένη εν συνοδεία μυστηριώδει του χρυσοχόου του
γείτονος, του οποίου το μικρόν σφυρίον ηκούετο κρουόμενον επί του
αργύρου, ως να εκράτει το ίσον εις τας δεήσεις της προσευχομένης
γυναικός.
Εφόρεσεν αμέσως το επιτραχήλι του ο ιερεύς και εμπρός εις την
Παναγίαν την Λημνιάν ήρχισε να διαβάζη την Παράκλησιν, από μέσα
από το Αγιασματάριόν του, ένα παμπάλαιον βιβλίον πεποικιλμένον από
τα κηροστάγματα, με την φωνήν τρομώδη και κλαυθμηράν, την οποίαν
κλαυθμηροτέραν καθίστα ολονέν η κλαίουσα έξω τρικυμία και αι
αδιάκοποι κραυγαί των νησιωτών, οίτινες έδραμον κάτω εις τον
λιμένα να σώσουν τα κινδυνεύοντα πλοιάριά των, από τα οποία
εγέμισεν ο λιμενίσκος, παρασυρθέντων ήδη από τα κύματα και των
φελουκίων, τα οποία ήσαν συρμένα έξω εις την άμμον.
— Υπεραγία Θεοτόκε, σώσον ημάς! απήγγελλεν ο ιερεύς εις την αρχήν
εκάστου τροπαρίου της Παρακλήσεως.
— Παναΐτσα μου Λημνιά μου! επανελάμβανεν η Βγένα η καπετάνισσα,
κύπτουσα μέχρι του μαρμαρίνου του ναΐσκου εδάφους, εν μέσω των
άλλων γυναικών προεξάρχουσα, αίτινες την εμιμούντο εις όλα, εις
τας αναφωνήσεις, εις τας γονυκλισίας, εις την συγκίνησιν, ενώ τα
παραθυρόφυλλα εσείοντο υπό των αγρίων του ανέμου ριπών να
καταπέσουν μαζί με τους ρεζέδες, η δε στέγη ανεταράσσετο ν'
αναρπαγή εις τον αιθέρα υψηλά μαζί με τας κεράμους της, αι οποίαι
συνεκρούοντο μετακινούμεναι, ως να ειργάζοντο μαΐστορες ξανασυρταί
επάνω, και αναρπαζόμεναι ενίοτε κατέπιπτον εις την εγγύς μικράν
πλατείαν ή εθραύοντο με κρότους μεμονωμένους και τρομακτικούς, με
απήχημα θλιβερόν θραυομένων αγγείων επί κηδεία νεκρού.
Από έν δελόφρακτον κατέναντι παράθυρον όπισθεν του δεξιού χορού,
εφαίνετο το πέλαγος μαύρον και απειλητικόν, ο δε παπα-Λάμπρος
στρέφων συχνά-συχνά εκεί τα όμματα, εκύτταζε με τα γυιλιά του τα
μεγάλα και σείων την κεφαλήν του εν απελπισία εξηκολούθει την
Παράκλησιν.
«Των παθών μου τον τάραχον η τον Κυβερνήτην τεκούσα Κύριον και τον
κλύδωνα κατεύνασον . . . . .»
— Παναΐτσα μου Λημνιά μου! Επήδεν η Βγένα, προεξάρχουσα πάντοτε
των δεομένων γυναικών, ανάψασα ήδη μίαν μεγάλην λαμπάδα, της
οποίας το μέγα φως κινούμενον σπασμωδικώς υπό του ανέμου,
ωρυομένου διαρκώς διά των χασμάδων των παραθύρων, προσέδιδε μίαν
μυστηριώδη και υπερφυσικήν κίνησιν εις την Αγίαν Εικόνα, ήτις
ενόμιζες ότι εσαλεύετο υπό των κυμάτων άλλοτε υψουμένη επί της
κορυφής αυτών, και άλλοτε βυθιζομένη εις το σκοτεινόν κοίλωμά των.
Ήρχοντο στιγμαί πολλάκις μεγαλοπρεπείς εν τη μανία του υγρού
στοιχείου, οπού καθώς διά του υελοφράκτου παραθύρου διεκρίνοντο τα
φουσκωμένα εκείνα κύματα, με όλον τον αναιβοκαταιβαίνοντα σάλον
του πελάγους, εφαίνετο ότι ολόκληρος ο ναΐσκος της Παναγίας της
Λημνιάς εκεί επάνω εις την άκραν του βράχου οπού ήτο — παρασυρθείς
υπό των κυμάτων, ως πλοίον απολέσαν τας αγκύρας του, εσαλεύετο επ'
αυτών, βαίνον ταχέως προς τον καταποντισμόν. Και όταν εις τας
στιγμάς εκείνας τας μεγαλοπρεπείς εσήμαινεν η καμπανίτσα του υπό
του ανέμου κινουμένη, θαρρείς κ' εκρούετο ο κώδων μπάρκου
κλυδωνιζομένου, αναγγέλλων τον κίνδυνον.
Ήδη αληθινοί θρήνοι έφθανον εκ του λιμένος επάνω εις τον βράχον
του ναΐσκου. Η βοή του σιρόκου η ακατάβλητος εκόμιζε τώρα μέσα εις
τον ναΐσκον λυγμούς και θρήνους, εκόμιζε και των ναυαγίων τα
τριξίματα, τα οποία ριπτόμενα κατά του μαρμαρίνου κρηπιδώματος του
λιμένος εκρότουν θραυόμενα.
Η τρικυμία επεκταθείσα είχεν εισορμήσει πλέον μέσα εις την πόλιν
εν πλημμύρα φοβερά. Αι γυναίκες των πρώτων επί της παραλίας
οικίσκων εκάλουν βοήθειαν, να προφθάσουν τα ύδατα, τα οποία
ήρχισαν να εισρέουν εις τα κατώγια με κίνδυνον κατακλυσμού.
Κλαύματα παιδίων, τα οποία έντρομα επετάχθησαν έξω γυμνά και
φοβισμένα, επικλήσεις μητέρων, κραυγαί ανθρώπων από τα μαγαζεία,
οπού τα ύδατα της θαλάσσης εισρεύσαντα ήρχισαν να παρασύρουν τα
βαρέλια του οίνου και των σαρδελών ως φελούκια, αι φωναί των
γρυπαράδων, οίτινες επάλαιον ακόμη άπρακτοι να σώσουν την τράταν
ημιλυθείσαν εις τα ζυγώματα, ο πονετικός θρήνος του μπάρμπα
Γιαννιού, του οποίου εθραύσθη διαλυθείσα ολοτελώς η βαρκίτσα του η
ψαράδικη κ' έκλαιε! αχ! μωρέ παιδιά! όλα αυτά τα φοβερά απηχήματα
έφθανον εις τον ναόν μέσα οπού ο γηραιός ιερεύς ασκεπής πλέον, με
τα άσπρα σαν λιναρίσια μαλλιά του και τα άσπρα σαν λιναρίσια
γένεια του, εξηκολούθει τα τροπάρια της παρακλήσεως με τόνον
επιτακτικόν ανθρώπου ευρισκομένου κάτω εις τον λιμένα, εν τω
κέντρω των καταστροφών.
«Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου Θεοτόκε . .»
Και ανεγίγνωσκε τώρα το Ευαγγέλιον, ότε μία άλλη φωνή κινδύνου ως
θρήνος μακρυνός πνιγομένου εξήγειρε την Βγέναν την καπετάνισσαν,
κύπτουσαν εκεί υπό το αγιασματάριον του ιερέως και βαστάζουσαν επί
της κεφαλής της το επιτραχήλιόν του.
— Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο!
Εγερθείσα εν τω άμα εστάθη προς στιγμήν ακίνητος με τα μεγάλα
μάτια της η Βγένα, η καπετάνισσα, υψηλή και εύσωμος γυνή, ατενώς
προβλέπουσα τα μεγάλα της Παναγίας της Λημνιάς μάτια, τα οποία
ήσαν τα μόνα ακίνητα τόσην ώραν εκεί οπού όλα εκινούντο φρίσσοντα
υπό τας τρομώδεις του ανέμου πνοάς. Εστάθη ακίνητος με τα ακίνητα
μάτια της, σαν να ωμίλει με τ' ακίνητα της εικόνος μάτια.
— Αρρόδο, καπετάν Βγενιέ! αρρόδο όσο μπορείς! . .
Επετάχθη τότε όλη βλέπουσα προς το παράθυρον όθεν εφαίνετο το
πέλαγος. Εσκέφθη να φύγη αμέσως αλλά πώς ναφήση την παράκλησιν,
αμαρτία της εφαίνετο, εν ώ ο παπα-Λάμπρος επροχώρει προς το τέλος
ψάλλων τώρα τα Μεγαλυνάρια και θυμιάζων γύρω τον ναόν και τας
γυναίκας.
— Γρήγορα, παπά μου, κάμε γρήγορα, θα σώσω!
Και έκαμνεν σταυρούς και μετάνοιαις, έβλεπε και από το παράθυρον
δύο σκοτεινόμαυρα πράγματα οπού αναιβοκατέβαινον προ της εισόδου
του λιμένος, θέλοντα να εισπλέσουν και παρασυρόμενα πότε υψούμενα
ως δύο ιστία ανοικτά πλην έτοιμα να καταβιβασθώσι, και πότε
αφανιζόμενα. Ο όγκος ο πέτρινος του Μπουρτζίου διεγράφετο φοβερός
εκεί πλησίον των. Και όπισθεν — πάλιν άλλος όγκος πέτρινος, ο
μώλος του Σχοινά, εσχημάτιζε την είσοδον του ενός λιμένος ως
σιαγών ορθάνοικτος να τρακανίση παν το οποίον έμελλε να εμφανισθή
εκεί, βορά τρισαθλία.
Αυτήν την φοράν η κραυγή ουδόλως διέφερε του θρήνου· τόσον έτρεμεν
η κραυγάζουσα φωνή!
— . . . . «Δέξαι παρακλήσεις αναξίων σων οικετών . . .» έψαλλεν
ο ιερεύς.
— Παναγία μου! ανεφώνησεν η Βγένα η καπετάνισσα, ήτις είχε
στυλωθή παρά την θυρίδα και ήκουε καθαρά πλέον.
— Ο καπετάν Βγενιός, παπά μου, η βρατσέρα μας επάνω εις τον μώλον
του Σχοινά! Να, τα πανάκια της! Να, το φαναράκι της αναμμένο!
Παναγιά μου Λημνιά μου!
Και ετέντωσε καλώς τα μάτια της η δεομένη, προσπαθούσα κάτι άλλο
ακόμη να διακρίνη. Αι άλλαι γυναίκες την εκύκλωσαν, και ιδούσαι το
πέλαγος εφώνησαν και εκείναι αλαλάξασαι.
— Παναγία μου! Λημνιά μου!
— Βάρδα από τον Μώλο, καπετάν Βγενιέ!
Ηκούσθη πάλιν η θρηνώδης εκείνη κραυγή του καπετάν Μήτρου οπού από
το παράθυρόν του, παλαιός αυτός καπετάνιος, διέτασσεν.
«— Πάντων προστατεύεις αγαθή . . . . .
Έψαλλε θρηνητικώτατα τώρα ο εφημέριος, κάμνων ακόμη και τας
συνήθεις εις το τέλος της παρακλήσεως γονυκλισίας. Αι γυναίκες τον
εμιμήθησαν.
— Παναΐτσα μου! Λημνιά μου! Εδέετο η Βγένα η καπετάνισσα και
εκραύγαζεν: — Η βρατσέρα μου! αυτή είναι . . . . Αυτή είναι.
Και ατενίζουσα ολονέν προς τον λιμένα, εις μίαν αίφνης αναλάμψασαν
αστραπήν ανεφώνησεν:
— Ο καπετάν Βγενιός! Πίσω στην πρύμη, ξεσκούφωτος, με το μακρουλό
κεφάλι του, μούσκεμα. Γεμάτη νερό η κουβέρτα . . . . .
— . . . . Και λύτρωσον ημάς από πάσης ανάγκης και
θλίψεως . . .»
Εξηκολούθει ο ιερεύς.
— Αχ! πάει! θα πέση 'ς τον Μώλο! Δεν θα καβαντσάρη!
— Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ. Μη φοβάσαι! Μη φοβάσαι, καπετάν
Βγενιέ!
Ηκούσθη πάλιν από του λιμένος φωνή· η φωνή του καπετάν Μήτρου.
— Κύττα, παπά μου! Κύττα και συ! διέκοψε κατά τας τελευταίας
αιτήσεις η δεομένη την παράκλησιν, και σπεύδουσα να εξέλθη και
πάλιν επιστρέφουσα.
— Δεν βλέπω, παιδί μου! υπέλαβεν ο γέρων.
— Νά! εκεί δα εκείνα τα δυο πανάκια. Αχ! . . . Θα πέση επάνω 'ςτο
Μπούρτσι! Νά, ο καπετάν Βγενιός! πιστίλι, μούσκεμα! Δεν του το
είπα του βλουημένου!; . . .
Και σταυροκοπουμένη και γονυπετούσα εδέετο.
— Παναγία μου!
Την στιγμήν εκείνην ελαφρά και ηπίως, ως κρουσθείς άργυρος,
έτριξεν η Παναγία η Λημνιά με όλα τα ασημικά της χαρίσματα.
Μίαν λάμψιν εφάνη ότι άφησαν τα μεγάλα τα μάτια της τα αμυγδαλωτά,
λάμψιν συγχυσθείσαν με την επαναληφθείσαν αστραπήν, και η βρατσέρα
η κινδυνεύουσα εχάθη με τα δύο πανάκια της πίσω από τον πέτρινον
όγκον του Μπουρτζίου.
Εκεί δε οπού τόσην ώραν αναιβοκατέβαιναν τα δύο διάβροχα ιστία,
μόνον τα μεγάλα και φουσκωμένα κύματα εσάλευαν πλέον, ωθούμενα
προς τα έξω και συγκλονίζοντα την Βγέναν την καπετάνισσαν ως
οικτρόν ναυάγιον να την ρίψουσι, θαρρείς, προς τους βράχους.
— Θα τρέξω κάτω, παπά μου! Είπεν έκφρων η Βγένα η καπετάνισσα.
Και αληθώς έκαμε κίνησιν βιαίαν τώρα να σπεύση εις τον λιμένα,
αλλ' από την ευλάβειάν της ανεκόπη πάλιν να τελειώση η παράκλησις,
ήτις πράγματι ετελείωνε πλέον, ότε και η κυρά Βγένα σαν αστραπή
έγεινεν άφαντος.
— Κουράγιο, καπετάν Βγενιέ! ενεθάρρυνε πάλιν ο καπετάν Μήτρος.
***
Και ιδού όπισθεν του Μπουρτζίου, εις τον δεύτερον λιμένα, όστις
δεν προσεβάλλετο υπό του σιρόκου, προέβαινεν ανασουσουρωμένη ως
όρνις μετά την αλεκτορομαχίαν η βρατσέρα του καπετάν Βγενιού,
ήτις προβάσα ακόμη ολίγον εις μέρος υπήνεμον, ηγκυροβόλησε με τας
δύο αγκυρίτσας της.
Ο κρότος της αγκυροβολήσεως έφθασεν επάνω γλυκύς και ιλαρός ως
μολπή ευφρόσυνος της σωτηρίας.
Τότε και ο γέρων ιερεύς έλεγε το «Δι' ευχών» ενώπιον της εικόνος
της Παναγίας της Λημνιάς, ήτις, ακίνητος πάντοτε, με τα μεγάλα
μάτια της, φορτωμένη τ' ασημικά της εκυριάρχει, Δέσποινα
απροσμάχητος, εν μέσω του ωρυομένου εκείνου σάλου του υγρού
στοιχείου, όπερ εξηκολούθει ολονέν να μυκάται και να απειλή,
ανακινούν τον λιμένα και την καμπανίτσαν της Εκκλησίας της, ήτις
εγλυκοκελάδει ακόμη κατά διαλείμματα άλλας παρακλήσεις άλλων
γυναικών!
— Νταν! Νταν! Νταν!
ΨΥΧΟΣΑΒΒΑΤΟΝ
(1907)
Είχε διαβάσει εις το Ευαγγέλιον, αλλά και πολλαίς φοραίς του
εξηγούσεν ο μακαρίτης ο Γέροντας, ο πνευματικός της νήσου, με τα
μεγάλα μάτια και την χονδρήν φωνήν, πως η ψυχή είνε πλέον
πολύτιμον πράγμα από το σώμα, και, αν την χάση κανείς, με τίποτε
πλέον, ουδέ με τον κόσμον όλον, δεν ημπορεί να την εξαγοράση . . .
Το επίστευεν αυτό, και περισσότερον ακόμα επίστευε την φωνήν του
Γέροντα, οπού χονδρά-χονδρά αντηχούσεν έως μέσα εις την καρδίαν
του πάντοτε:
— «Ή τι δώσει άνθρωπος αντάλλαγμα της ψυχής αυτού; . . .»
Διά τούτο ο Γεωργάκης της Λιμπέρταινας δεν ελυπήθη τόσον, όταν
έμαθε τον θάνατον της μητέρας του, όσον τώρα, οπού εξημέρωνε το
ψυχοσάββατον, το πρώτον ψυχοσάββατον, μετά τον θάνατόν της. Η
σκούνα, με την οποίαν εμπαρκάρισεν ως ναύκληρος, ήτο αραγμένη εις
μίαν έρημον ακτήν, παρά την είσοδον του Ελλησπόντου, από
παρακαιρόν. Είχον φορτώσει τούβλα από τη Μασσαλίαν, προωρισμένα
διά τον σιδηρόδρομον της Ανατολής, τα οποία έπρεπε να παραδώσουν
εις Νικομήδειαν, και εξ αιτίας ισχυρών βορείων ανέμων
εχασομερούσαν τώρα τόσαις ημέραις έξω από το Σιτλί-Μπαχάρ.
Από το πρωί ακόμα, την Παρασκευήν, σαν εκύτταξε την Σύνοψιν, επάνω
εις την πρωινήν του προσευχήν, τον κατέλαβε μία βαθυτάτη
μελαγχολία, όταν είδε πώς εξημέρωνε ψυχοσάββατον εις την ερημίαν
εκείνην, τόσον, οπού ελησμόνησε να δώση εργασίαν εις το πλήρωμα.
Και σαν να του κακοφάνη ολίγον του πλοιάρχου, όστις ήτο
αγανακτισμένος και από τον καιρόν. Αλλά καλόβολος φυσικά, ως ήτο,
ο καπετάν Γιάννης και ανοιχτόκαρδος, δεν τον ήλεγξε πολύ πικρά τον
νεαρόν ναύκληρον, γιατί τον εγνώριζε «περήφανον στη δουλειά του»
πάντοτε. Αλλ' όταν, εξελθών από το καμάρι πίσω αφού έπιε τον καφέ
του, είδε τους ναύτας να ξετινάζουν τα ράντσα των, τας κρεμαστάς
των κλίνας, είπε προς τον λοστρόμον του, όστις ακκουμβισμένος
επάνω εις την κωπαστήν παρηκολούθει τα κυλιόμενα πέραν αγρίως
λευκά κύματα του Αιγαίου:
— Θυμήθηκες πάλι την μάννα σου! . .
Τούτο ήρκεσεν εις τον αγαθόν ναύκληρον να συνέλθη, να εννοήση το
σφάλμα του και να προχωρήση προς την πρώραν.
— Οι ζωντανοί με τους ζωντανούς, εψιθύρισεν ο καπετάν Γιάννης
τότε, ανάπτων το τσιγάρον του, και οι πεθαμένοι με τους
πεθαμένους . . .
— Καμμιά φορά όμως έχουν την ανάγκην μας και οι πεθαμένοι,
υπέλαβεν ο νεαρός ναύκληρος με κάποιαν συστολήν.
Μετ' ολίγον επί κεφαλής του πληρώματος ο Γιωργάκης, ο ναύκληρος,
ειργάζετο εις την συρραφήν μιας παλαιάς εσχισμένης μπούμας του
πλοίου, την οποίαν είχον απλώσει επί του καταστρώματος. Συχνά δε
ίστατο, με την σακκορράφαν την χονδρήν εις χείρας, βλέπων προς
τους ιστούς επάνω περίφροντις μάλλον ή αφηρημένος.
— Θα της βράσουν τάχα κανένα πιατάκι κόλλυβα; διελογίζετο. Ποιος
να φροντίση! Εκεί οπού στην αράδα θα λάμπουν στολισμένα τα κόλλυβα
όλων των πεθαμένων του χωριού, εις την ενορίαν μας, αποκάτω από
την εικόνα του Χριστού, κάθε ένα με το κεράκι του, κάθε ένα με
τους χρωματιστούς του φιόγκους, θα είναι μαζί και το δικό της το
πιατάκι, ευμορφοστολισμένο, με σταφίδες, με κουφέτα, με γαρύφαλα,
με βαρακωμέναις μαντζουράναις και αρμπαρόρριζαις; Και δίπλα θα
είναι και το καλό το σαμδανάκι μας, με μια λαμπαδίτσα κίτρινη, με
μαύραις κορδέλλαις; Ποιος να σου τα κάμη αυτά, πτωχή μου μαννούλα!
Θα σου ζυμώσουν τουλάχιστον καμμιά λειτουργιά; θα σε μνημονεύση
κανένας παπάς;
Και προσεπάθει να κρύψη τα μάτια του, οπού άρχισαν να βουρκώνουν.
— Α! παιδιά! Ως το μεσημέρι να την ξενετάρωμε! απέτεινε τότε
παρακέλευσιν προς τους ναύτας, οπού γύρω γύρω συνέρραπτον το
παλαιόν εκείνο ιστίον, ο καθένας με την σακκορράφαν του και με το
πέτσινο γάντι του.
Και πάλιν ίστατο σιωπηλός, βαστάζων ακίνητον την σακκορράφαν του
και βλέπων προς τους ιστούς:
— Τι να σου κάμη και η καϋμένη η 'ξαδέλφη μου, η μόνη συγγένισσά
μου! Τι να σου κάμη η φτωχή και αυτή! διελογίζετο τότε ο Γιωργάκης
της Λιμπέριαινας, συνεχίζων τας σκέψεις του, τι να σου κάμη η
ξενοδουλεύτρα! Αδειάζει κι' αυτή, οπού και εις τον ύπνο της ακόμα
πλέκει την κάλτσα της κινούσα τα χέρια της! . . .
Και ανεστέναξε βαθέως:
— Να ήμουν ταχυά κι' εγώ στην Παναγία την Λημνιά, τη ενορία μας,
ταχυά το ψυχοσάββατο! Τι κόλλυβα σωρό, οπού θα πάνε για όλους τους
πεθαμένους! . . .
Και μετ' ολίγον:
— Να ήμαστε το ελάχιστο σε κανένα λιμάνι απόψε, σε καμμιά σκάλα,
νάβγω να πάω στην εκκλησιά ταχυά το ψυχοσάββατο! . . . Να σου
ανάψω ένα κεράκι το ελάχιστο! . . .
Και του ήλθε τότε εις την ανάμνησιν το τελευταίον γράμμα της
εξαδέλφης του, οπού του έγραφε για τον θάνατον της μητέρας του,
στην Μαρσίλια· εκεί οπού φόρτωναν τα τούβλα· το είχε μέσα εις το
κόρφο του, σαν φυλακτό, το γράμμα εκείνο, και το είχε μάθει απόξω
νεράκι;
— Όταν θάφευγες, του έγραφεν η Λουξανιώ, η εξαδέλφη του, ήταν
χαρούμενη· θυμάσαι με πόσαις ευχαίς και με πόσαις χαραίς σε
κατευώδωσε. Σαν να μη ήθελε να πονέσης εις τον υστερνόν σου
εκείνον μισεμόν. Σαν νάξευρεν ότι για τελευταία φορά σε έβλεπε,
και ήθελε με χαρά να σ' αποχαιρετίση, για νάχης για πάντα ως ευχή
της, την χαρά. Την είδες! την θυμάσαι! Ελαβε δύναμιν, σαν από
άνωθεν. Εσηκώθη επάνω, οπού είχε μήνες να σηκωθή από το στρώμα,
και σου έσφιξε το χέρι και σ' εφίλησε:
— Στο καλό, παιδί μου! την ευχή μου, παιδί μου! Δεξιά και
αριστερά η ευτυχίαις να σου έρχωνται, παιδί μου! . . .
Εσταμάτησεν εδώ τας αναμνήσεις του ο Γιωργάκης βουρκωμένος, και
έσκυψε μέσα εις τον κόλπον του, προσποιηθείς ότι κάτι εμβήκε μέσα
εις το μάτι του, διά να μη εννοήσουν οι ναύται.
Έπειτα πάλιν εξηκολούθησε την αποστήθισιν της επιστολής:
— Σαν κατέβηκες την σκάλα, να την έβλεπες! Πού ευρέθηκεν εκείνη η
δύναμι! Θυμήθηκε τα νειάτα της. Επανεκάθησε στο παραθύρι για να σε
καμαρώση:
— Αρί, από πού θα ξαγναντίση το παιδάκι μου;! . . Από το παραθύρι
της σαλίτσας εφαίνετο μια γωνίτσα του λιμανιού. Εκύτταζε και
έλεγε, εις τα χαμένα, έτσι.
— Στο καλό, παιδί μου! στο καλό! Δεξιά και αριστερά! . . .
Αλλά προς το βράδυ ο καιρός εχάλασε. Χειμώνας, βλέπεις.
Επήρεν ένας κρύος μαΐστρος! Χιονιά δυνατή! Εγονάτισε τότε μπροστά
εις την Παναγίτσα μας, την Τριχειρούσα, κ' έκλαιεν:
— Αρί, Λουξανιώ, πώς τάφησα το παιδάκι μου και μούφυγε! Πώς
τώκαμα αυτοδά, αρί. Δεν το κρατούσες, αρί να μη φύγη το παιδάκι
μου; Δεν το κρατούσα, μαθές! . .
Κ' έκαμε μετάνοιαις εις την Παναγίτσα μας, κ' έκλαιε κλάματα κ'
εφώναξε δυνατά:
— Δεν μ' έπαιρνες κι' εμένα μαζί . . .
Αλλ' επί τέλους επροδόθη ο ναύκληρος. Είδαν οι ναύται γύρω-γύρω τα
βουρκωμένα τα μάτια του και ένας γεροντονιός, κοντός και
καμπουράκος, με την κομμένη μύτη, οπού του την επήρε το διάκι σε
μια φορτούνα, ο Καπότας, λέγει συνηθισμένος να παρεμβαίνη παντού:
— Αλήθεια, κυρ Γιωργάκη, σχωρέθηκε η γρηά!
— Τώρα! απήντησε καταπίνων δύο λυγμούς ο Γιωργάκης της
Λιμπέριαινας και περνών νέον σπάγγον εις την σακκορράφαν του, δέκα
μέραις ύστερα οπού φύγαμε για την Μαρσίλια. Δεν σας τώπα;
— Θεός σχωρέστηνε! επανέλαβεν ο Καπότας με την έρρινον πάντοτε
φωνήν του· καλή γρηούλα!
Και προσέθηκε:
— Και τι οργή Θεού, κυρ Γιωργάκη! Να μη είμαστε σε καμμιά σκάλα
να της πας αύριο ένα πιατάκι κόλλυβα, που ξημερώνει, κατάλαβες,
ψυχοσάββατο! . . . ένα κεράκι να της ανάψης, κατάλαβες . . .
Η υπενθύμισις αύτη ήτο έλαιον εις την πυράν. Εξήναψεν ο πόνος του
πάλιν. Δεν εβάσταξε πλέον. Επέρασε την σακκορράφαν του εις μίαν
πτυχήν του ιστίου και εγερθείς μετέβη εις το μαγειρείον ν' ανάψη
ένα τσιγάρο, ως είπεν.
Ο μάγειρος, ένας νέος τσεσμελής, ένας ηλιοκαμένος και
θαλασσοψημένος πρώην τρατάρης, μ' ένα άσπρο τουλουπάνι περί τον
ναυτικόν του κούκου, χωμένος μέσα εις το ξύλινον οίκημα του
μαγειρείου, εσυγύριζε τη φασολάδα για το «τσούρμο» και συγχρόνως
εκαθάριζε σιτάρι διά τον καφέ, έτσι από καλωσύνη του και όχι από
φιλάργυρον ιδιοτέλειαν, γιατί βλάπτει ο καθαρός καφές — έλεγεν εις
τους ναύτας — στα νεύρα.
Το σιτάρι ήτο όντως εύμορφον, μεγαλόκοκκον και χρυσόξανθον, σιτάρι
της Αίνου, κ' εκίνησεν αμέσως την προσοχήν του ναυκλήρου, όστις
εκόλλησε, θαρρείς, επάνω λαίμαργον το βλέμμα του. Ολίγον κατ'
ολίγον ήρχισε τα πραΰνεται τότε η ανήσυχος μορφή του. Η ψυχή του
εγαληνίασε, και εις τους οφθαλμούς του τους θαμβούς έλαμψαν αίφνης
αστραπαί παραμυθίας . . .
***
Και ήτο αληθινά αξιαγάπητος η κυρά Λιμπέριαινα, μία γυναίκα
φιλάσθενος, κοντή και ξηραγγιανή, μία γερόντισσα, να είπωμεν,
πλέον, οπού επέρασε την ζωήν της πολύ σεμνά και πολύ ταπεινά,
χωρίς να ενοχλήση εις το παραμικρόν ποτέ τον άλλον. Ύστερα από ένα
ταχυθάνατον γάμον της ουδέ εφαίνετο ποτέ έξω, κλεισμένη εις τον
οικίσκον της μέσα, αυτή με την μακράν της χηρείαν, εν προσευχαίς
και νηστείαις διάγουσα, ως άλλη Άννα Φανουήλ, και μόνον εις την
γειτονικήν της Εκκλησίαν της Παναγίας της Λημνιάς επήγαινε σκυφτή-
σκυφτή πρωί και βράδυ, παρακολουθούσα τους εσπερινούς και τους
όρθρους, ως κανδηλανάπτρια. μ' ένα σάλι μαύρο σκεπασμένη. Αν είχε
καμμίαν χαράν, η χαρά της ήτο μόνον το μοσχαναθρεμμένο παιδί της,
ο Γιωργάκης της, τον οποίον επτά μηνών βρέφος της τον άφησεν ο
μακαρίτης ο πατέρας του, ο καπετάν Λιμπέριος, ένας φιλήσυχος
μικροκαπετάνιος, οπού απέθανε την ίδια νύκτα με το κότερό του, ένα
εύμορφο και γλήγορο κότερο, οπού το πονούσε και από την γυναίκα
του περισσότερον.
— Βοηθάτε με, για το Θεό, παιδιά! βοηθάτε με, εφώναζε την νύκτα
εκείνην, οπού είχε σηκωθή μία αγρία παλαβονοτιά, αναστατώσασα όλον
τον λιμένα της μικράς νήσου, ο οποίος είνε εκτεθειμένος εις την
μανίαν της.
Ο καπετάν Λιμπέριος επάνω εις τον ύπνον του, εξαφνισθείς από τας
αγρίας πνοάς του χειμερινού νότου εκείνου, κατέβη αμέσως εις τον
λιμένα και εις ένα βράχον επάνω θαλασσωμένος, ξεσκούφωτος, και με
τα άσπρο του εσώβρακον, σαν ο βρυκόλακας του λιμανιού, προσεπάθει
να διασώση το ωραίον πλοιάριον, το οποίον παρασυρθέν είχε
διπλαρώσει επάνω εις την βραχώδη ακτήν του λιμένος.
— Βοηθάτε με! έκλαιεν ολολύζων ο καπετάν Λιμπέριος μισοπνιγμένος
μέσα εις τα αφρισμένα κύματα, και προσπαθών να πιάση από το
μπαστούνι το κότερον, σαν παιδί από το χέρι, ο πτωχός, να το
τραβήξη έξω . . .
Αλλ' ένα τελευταίον κτύπημα του λεπτοκαμωμένου πλοίου επί των
υφάλων εκεί διέλυσεν αυτό πάραυτα εις ξύλα και σχοινία, ότε και ο
καπετάν Λιμπέριος έξαφνα, σαν να εγλίστρησεν, ευρέθη φαρδύς-πλατύς
μέσα εις τα άγρια κύματα, συγκυλιόμενος και αυτός μετά των άλλων
ναυαγίων, μέσα εις τους γοερούς γογγυτούς των αφρών και του
ανέμου.
Η πένθιμος είδησις την εύρε την κυρά Λιμπέριαιναν προσευχομένην,
γονατιστήν, εμπρός εις την Τριχειρούσαν της, ενώ το παιδίον, το
νήπιον, εκλαυθμύριζεν άυπνον μέσα εις την κούνιαν του παραδέρνον.
Αλλ' είχε πλάτος καρδιάς η αξία όντως γυναίκα αυτή και διήλθε
νικηφόρος την θλιβεράν χηρείαν της, αφιερωμένη εις την ανατροφήν
του τέκνου της, το οποίον ήδη, έφηβος είκοσιπενταετής, ήτο ο
καλύτερος ναύτης της νήσου και ο συμπαθής ναύκληρος της σκούνας
του καπετάν Γιάννη, απέξω από το Σιτλί-Μπαχάρ . . .
Εις το τελευταίον ταξείδι έμενε τρεις μήνας, σχεδόν όλον το
φθινόπωρον, μαζί με την μητέρα του, η οποία υποφέρουσα από ένα
επίπονον μαρασμόν είχε καταπέσει τελείως.
Ο χειμών πολύ πρώιμα εκραγείς και με ασυνήθη βίαν το έτος εκείνο,
είχεν αποκλείσει ολοτελώς την μικράν νήσον με τας συνεχείς θυέλλας
του και τας τρικυμίας του, ολίγας ημέρας μετά τον εις την νήσον
καταπλούν της σκούνας, ήτις φορτωμένη σίδηρα παλαιά κατέβαινεν από
την Πόλιν, κατευθυνομένη εις Μασσαλίαν.
— Καλύτερα, μαννούλα μου, οπού όλο βρέχει και χιονίζει, και
κάθομαι κοντά σου, εις την παραστιά . . .
— Την ευχίτσα μου νάχης, παιδί μου. Δεξιά και αριστερά! . . .
επανελάμβανεν η γερόντισα αντί πάσης άλλης ομιλίας.
Κι' εσιώπα κατόπιν σιγήν μακράν και νεκρικήν, γυρμένη από το ένα
πλευρόν εις το προσκέφαλόν της, παρά την εστίαν, και βλέπουσα
ατενώς προς έν σημείον της οροφής, ως εν θεωρία μυστική των
ησυχαστών της αρχαίας Λιβύης.
Και ο Γιωργάκης, ο εύσωμος ναύτης, με τους κυανούς του οφθαλμούς,
εν οις κατηυγάζετο, θαρρείς, το γλυκύ του Αιγαίου χρώμα, με ένα
πρόσωπον στρογγύλον και πράον, στιλπνόν και άμωμον, ως η αθωότης,
με μίαν χάριν άπλαστον και διαυγή, ως το νάμα του Ταξιάρχου μας,
τρεις μήνας σχεδόν δεν απεμακρύνετο από το πενιχρόν κλινίδιον της
μητρός του, ήτις γυρμένη, ως ήτο πάντοτε, του εφαίνετο σαν
ζωγραφιά της Αγίας Φωτεινής της Σμύρνης, απαστράπτουσα αγάπην και
στοργήν.
Πρωί πρωί της άναπτε την φωτιάν και της έψηνε τον καφέ της, που
της είχε φέρει από το ταξείδι, εωσού να ξημερώση καλά και έλθη η
εξαδέλφη του, η Λουξανιώ, μία πτωχή και ηλικιωμένη ξενοδουλεύτρα,
οπού η δουλειαίς δεν την άφησαν να πανδρευθή, για να της σκουπίση,
να της ξετινάξη το μενδεράκι της, και να της μαγειρεύση έπειτα
κανένα φαγάκι, έχουσα δίπλα της και τη δουλειά της, το ράψιμό της,
καμμιά φορά και τα λανάρια της.
— Δεν μου λες τίποτα, μητέρα! έλεγε καμμιά φορά ο Γιωργάκης,
θέλων να διακόπτη την θλιβεράν εκείνην της μητρός του σιωπήν, οπού
τόσον τον έθλιβε. Δεν μ' ερωτάς τίποτα!
— Τι να σ' πω, παιδί μου; να σε ζαλίζω! επανελάμβανε πάντοτε η
γραία, χωρίς ν' αποσπάση από την μαυρισμένην οροφήν τους οφθαλμούς
της, πλανωμένους, θαρρείς, εκεί επάνω εις καμμίαν εικόνα της
φαντασίας της, κρεμασμένην εις κάποιαν μυστηριώδη της οροφής
γωνίαν.
— Καμμιά φορά όμως συνήρχετο. Η λήθη, η οποία την είχε σαβανώσει,
ζωντανήν, διελύετο σιγά-σιγά, σαν να ξεδιπλώνετο κάτι από πάνω
της, και τότε το ωχρόν χρώμα του προσώπου της ερρόδιζεν εύμορφα,
ως όταν θέλη να βασιλεύση ο ήλιος. Μειδίαμα τότε εζωγραφίζετο εις
τα σιωπηλά της χείλη, μειδίαμα ελαφρόν και γλυκύ, ως είναι γλυκύ
το ηλιοβασίλευμα· οι οφθαλμοί της οι νεκροί εκείνοι και ακίνητοι,
ως εξ υάλου ψεύτικοι, ανεζούσαν αίφνης κ' ελαμπύριζον κ' έπαιζον.
Και τότε ενθυμείτο ότι υπάρχει, και ενθυμείτο ότι ζη. Ενθυμείτο
ότι υπήρξε ποτε ομιλητική και διαχυτική, και ενθυμείτο τα αστεία
της τότε και τα ωραία της τα δίστιχα· και υπανεγειρομένη από το
ερημικόν κλινίδιόν της, εσπρώχνετο σιγά-σιγά προς την εστίαν, ως
διά να συνδαυλίση την φωτιάν.
Τότε, ως απαντώσα εις παλαιάς του Γιωργάκη ερωτήσεις, χθεσινάς και
προχθεσινάς, έλεγε, μ' ένα πένθιμον όμως πάντοτε μειδίαμα,
μειδίαμα φεύγοντος, αποχαιρετισμόν, θαρρείς, θλιβερόν προς την
ζωήν και τον κόσμον:
_Γαϊτάνι πλέκω
και δεν αδειάζω.
Σαν τ' αποπλέξω,
σε κουβεντιάζω._
— Ανέζη τότε εν ταις ολίγαις στιγμαίς εκείναις της χαράς και της
διαχύσεως εις τον στυγνόν εκείνον θάλαμον όλος ο κόσμος ο
παρελθών, ένας πολύ ωραίος κόσμος, ως είναι ωραία η ζωή· ένας
κόσμος εύχαρις και φαιδρός, οπού ακόμη δεν τον είχε σβήσει με την
κρύαν σκιάν του το θλιβερόν γήρας.
Και την έβλεπε τότε — εθάρρει — ο Γιωργάκης την μητέρα του νέαν
ακόμη, φιλόπονον και ακούραστον, οπού ποτέ της δεν έλεγε, πως θα
γηράση, αναιβοκαταιβαίνουσαν της σκάλαις, εις τα πρώτα της μακράς
χηρείας της χρόνια, μαγειρεύουσαν, γελώσαν, προσπαίζουσαν. Την
εφαντάζετο τότε την σεμνήν γραίαν κατά τας ευτυχείς εκείνας
στιγμάς οπού του έλεγε τα τρυφερά δίστιχα, από τα οποία είχεν εις
την μνήμην της ολόκληρον θησαυρόν, αλλά τον οποίον τώρα είχε θάψει
τόσον βαθειά η πένθιμος νόσος. Την εφαντάζετο ανασκουμπωμένην και
ολόχαρον, κατασκευάζουσαν εκείναις της ωραίαις λαχανόπητταις, οπού
ήσαν γεμάταις με χαράν παρά με καυκαλίθραις.
— Τι έγιναν εκείνα τα χρόνια, μαννούλα μου!
— Τι έγιναν εκείνα μαθές, παιδάκι μου! . . . Και τότε ίστατο και
την έβλεπε και αυτός σιωπηλός και ακίνητος. Την εκύτταζεν, ως εν
απορία προς το αιώνιον πρόβλημα της ζωής, το οποίον ιδού ανωρθούτο
ενώπιόν του μαύρον, ως φάντασμα, ως ο σκελετός εκείνος με το
δρέπανον . . .
— Διατί να γηράσκωμεν! και διατί να αποθνήσκωμεν!
— Όμως ευσεβής, ως ήτο, κ' ευλαβής χριστιανός, κατώρθωνεν ευκόλως
να πραΰνη την ψυχήν του, παρηγορών εαυτόν και την μητέρα του με
την μόνην αληθινήν παρηγορίαν:
— Έννοια σου, μητέρα. Στην άλλη ζωή να είσαι καλά. Εκεί να
περάσουμε καλά, εις την αιώνιον Βασιλείαν. Να ιδής εκεί χαραίς
αληθιναίς, αθάναταις χαραίς.
***
— Μετά το γεύμα ο καιρός έδειξε σημεία βελτιώσεως καταφανή· η
Ανατολή ήρχισε να καθαρίζη από τα μαύρα εκείνα νέφη, τα οποία είχε
τόσον πυκνά σωρεύσει επί του Αιγαίου ο μαΐστρος τόσας ημέρας
πνέων. Η Θράκη εξ άλλου φαεινώς ελαμπύριζεν εις το χαμήλωμα εκείνο
του ηλίου, τα δε άγρια του Ελλησπόντου κύματα κατέπιπτον ολονέν,
εωσού το πέλαγος το Αιγαίον, ήρχισεν όλον γοητευτικώς να γαλανίζη·
και από το βάθος του ορίζοντος, κάτω πολύ, και οπίσω από την
Τένεδον, σημεία ελαφρά νοτίου ανέμου εσχηματίζοντο.
— Βίρα, παιδιά, διέταξε μετ' ενθουσιασμού ο καπετάν-Γιάννης, ιδών
τα καλά του καιρού προμηνύματα.
Πάραυτα οι ναύται ευρέθησαν εις τας θέσεις των.
— Να ξεμουδιάσουμε λιγάκι, παιδιά! προσέθηκεν αμέσως.
— Αλέστα! εφώναξε με την κομμένην μύτην του ο κοντός ο Καπότας,
πεθαίνων για το τιμόνι, «να κάμνη τον καπετάνιο».
Έκαμαν ένας-ένας οι ναύται τον σταυρόν τους· και ιδού η μπόμπα της
σκούνας, με το βραχνόν και συχνοπιασμένον κύλισμά της, άρχισε να
σύρη την άγκυραν, αφίνουσα ένα ασυνήθη σιδηρούν αντίλαλον εις την
έρημον ακτήν με τον σκληρόν εκείνον ανασασμόν της.
Ως πτηνά συγχρόνως, ανάλογοι ναύται εθεάθησαν επάνω εις τους
εξαρτισμούς του πλοίου, το οποίον ιδού άνοιξεν ένα-ένα τα πανιά
του, και ταλαντευθέν επιχαρίτως δεξιά και αριστερά εξεκίνησεν
ελαφρά, ως πάπια ξεκολλήσασα πλέον από το έλος, αφού εξετίναξε με
χαράν τα δυο κοντά πτεράκια της.
Άφρισεν αμέσως εμπρός εις της μάσκαις της το θαλασσάκι, απ' εδώ
και απ' εκεί, και μία ελικοειδής κίνησις συγχρόνως εσημειώθη επί
της επιφανείας της θαλάσσης.
Ο Καπότας, κοντός και κυφός, με την κομμένην μύτην, εκάθισεν
αμέσως εις το τιμόνι, έχων τα μάτια του διαρκώς εις την κατέναντί
του πυξίδα και σοβαρευόμενος με κωμικήν ακινησίαν. Ο καπετάν-
Γιάννης καταχαρούμενος εφουμάριζεν εις την πρύμνην διασκευάζων με
μίαν παράταξιν δελφίνων, υπερηφάνως εξελισσομένην προ του
Ελλησπόντου, ο δε Γιωργάκης, αφηρημένος πάντοτε, ακκουμβών επάνω
εις την κωπαστήν, έβλεπε με λαιμαργίαν ευλαβή ένα ερημοκκλησάκι,
το οποίον κατάχρυσον εις το ηλιοβασίλευμα εστόλιζε την κορυφήν
εκεί ενός λοφίσκου.
— Φύσα, χρυσέ μου, φύσα! ηκούσθη ο καπετάν Γιάννης, αποτεινόμενος
προς το ούριον αεράκι.
Η σκούνα εμβαίνει ήδη εις τον Ελλήσποντον ως νύμφη εις την
παστάδα. Αι πνοαί του μπάτη προσκόπτουσαι επί των ιστών της και
των σχοινίων και των λοιπών του εξαρτισμού πλεγμάτων, αποτελούσιν
ηδυπαθή αρμονίαν καλλιφώνου μουεζίνη, ψάλλοντος επί του μιναρέ το
γλυκύτατον κ ι ν τ ί, του δειλινού την παθητικήν προσευχήν.
Ιδού το Σιτλί-Μπαχάρ, το αληθινόν θαλάσσιον κλειδίον, επί της
Θράκης, αποτόμως και ξηρώς κοπτομένης εις ακτάς τιτανώδεις. Ιδού
από το άλλο μέρος και το Κουμ Καλέ επί της Ασίας, ήτις με τας
μαλακάς και αβράς όχθας της, τας τόσον απαλώς πρασινοβαλούσας ήδη
υπό την πρώιμον χλόην, θαρρείς κ' εκτείνεται ερωτικώς να
χαιρετίση, ν' ασπασθή και εναγκαλισθή μίαν φοράν ακόμη την
αγαπημένην αδελφήν της, την Ευρώπην, από την οποίαν την εξεχώρισαν
αποτόμως εις την διάβασιν της, την κοπτεράν, η Δημιουργία.
Την νύκτα εξηκολούθησεν ο ευνοϊκός άνεμος ισχυρότερος ακόμη. Και
ουδέ παρέστη ανάγκη του ρυμουλκού, το οποίον καταγάλαζον μ' ένα
πύρινον ζωνάρι είχε διπλαρώσει εις την σκούναν.
Υπό τους αισίους αυτούς του πλου όρους ο καπετάν Γιάννης
ευχαρίστως παρεχώρησε την ζητηθείσαν άδειαν εις τον λοστρόμον του,
όστις ήθελησεν ενωρίτερον να καταβή εις το ράντζο του, ως είπε
δικαιολογούμενος, να ησυχάση.
— Άιντε, και λιγώτερο να θυμάσαι τη μάννα σου! Όσο μπορείς
λιγώτερο!
***
Την αυγήν, επάνω εις το γλυκοχάραμα, όταν πλέον ο βαρδιάνος της
πρώρας ήρχισε να ξεχωρίζη τους μιναρέδες της Καλλιπόλεως, το
πλήρωμα κατά πρόσκλησιν του ναυκλήρου, του Γιωργάκη της
Λιμπέριαινας, παρέστη εις μίαν τρυφερωτάτην σκηνήν, η οποία αξίζει
τωόντι τον κόπον μιας περιγραφής.
Κάτω εις την πρώραν, εις την αίθουσαν των ναυτών, εκεί προ των
εικονισμάτων του πληρώματος, οπού έκαιεν η ακοίμητος του
πληρώματος της σκούνας κανδήλα, επάνω εις ένα τραπεζάκι εύμορφα
ευτρεπισμένον, ένα πιάτο με κόλλυβα είχε τοποθετηθή με πολλήν
στοργήν παρεσκευασμένον. Ήσαν κόλλυβα με χάριν και τρυφερότητα
πολλήν στολισμένα. Είχον επιπασθή με στρώμα σακχάρεως, επί της
οποίας ετέθησαν σταυροειδώς σταφίδες· κλωναράκια δύο ξηρού
βασιλικού και μαντζουράνας συνεπλήρουν την όλην ευπρέπειαν με
πολλήν σεμνότητα.
Ένα κηρίον εμπηγμένον εις το μέσον ήτο αναμμένον. Ο Γιωργάκης της
Λιμπέριαινας, με φωτιά τα μάτια του από την αγρυπνίαν και από τον
μυστικόν της νυκτός θρήνον, ξεσκούφωτος κι' έχων έτοιμον θυμιατόν
πήλινον, από εκείνα τα πρασινοκίτρινα του Τσανακαλέ, έκαμεν αμέσως
τον σταυρόν του και ήρχισε να θυμιάζη τους ναύτας γύρω-γύρω
αναγινώσκων συγχρόνως το Τρισάγιον και ψάλλων: «Μετά πνευμάτων
δικαίων . . . . .». Οι ναύται καταπτοηθέντες αίφνης από της πρώτης
εκείνης επιβολής, μεθ' ης παρέστη ενώπιον των οφθαλμών των, την
εωθινήν εκείνην ώραν, η απροσδόκητος αυτή σκηνή του πένθους,
έστησαν εν ευλαβεία κατανυκτική γύρω-γύρω, ως εις Εκκλησίαν.
Απεκαλύφθησαν και ήρχισαν να κάμνουν τον σταυρόν των. Μερικοί και
εδάκρυον παρακολουθούντες την πένθιμον εκείνην ψαλμωδίαν. Όταν δ'
ο ναύκληρος ήρχισε να ψάλλη τελευταίον: «Μετά των Αγίων
ανάπαυσον . . . ;» σιγά-σιγά με κλαίουσαν φωνήν, συχνά διακοπτομένην
από τους λυγμούς της ψυχής του, οι ναύται δεν ημπόρεσαν να κρατηθούν
από την συγκίνησιν και ανεκραύγασαν πάντες εν χορώ:
— Θεός σχωρέστηνε! Θεός σχωρέστηνε! . . . Και την εμακάρισαν
έπειτα με την καρδίαν των, αληθώς, τρώγοντες τα τόσον κατανυκτικώς
αοράτως ευλογηθέντα κόλλυβα, τα οποία εις την ερημίαν εκείνην,
καταμεσής εις το πέλαγος, είχε παρασκευάσει η ευλαβής προς την
ψυχήν της μητρός του στοργή του συμπαθούς ναυκλήρου.
Ο καπετάν Γιάννης παρασταθείς και αυτός περί το τέλος της ιεράς
εκείνης σκηνής, της οποίας είχεν οσφρανθή το ευώδες θυμίαμα
διασκορπισθέν από της πρώρας εις όλον το πλοίον, δεν ηδυνήθη να
κρύψη ένα δάκρυ και αυτός, μ' όλας τας φαιδράς και θυμήρεις έξεις
των τρόπων του, και είπε λαμβάνων και αυτός από τα κόλλυβα:
— Οι πεθαμένοι πολλαίς φοραίς έχουν ανάγκην των ζωντανών. Είναι
αλήθεια!
Ενώ συγχρόνως πίσω από την πρύμνην, όπου καμαρώνων ως
γυφτοσκέπαρνον διηύθυνε τα πηδάλιον ξενυκτισμένος, κοντός και
κυφός, ως ήτο, ο Καπότας, δεξιώτατος όντως πηδαλιούχος, νομίζων
ότι εις αυτόν ωφείλετο ο δρόμος της ελαφράς σκούνας, εφώναξε
δυνατά, με την έρρινον πάντοτε φωνή του:
— Κι' εμένα λίγα κόλλυβα, να σχωρέσω!
***
Ύστερον, εκεί που έτρωγον, το μεσημέρι, διηγείτο ο μάγειρος, ο
τσεσμελής εκείνος νεανίσκος, με το άσπρο μανδήλι περί τον ναυτικόν
του κούκον, ότι την ώραν οπού έψαλλεν ο Γιωργάκης «Μετά των Άγιων
ανάπαυσον» και συνέψαλλον και οι λοιποί, ότε όλοι οι ναύται
εκλαίομεν από την συγκίνησιν — έλεγεν ο τσεσμελής — τότε, την
στιγμήν εκείνην, είδεν επάνω προς τον φεγγίτην της πρώρας, από
μέσα από τα τζάμια του σπιράγιου «σαν ένα κάτασπρο πράγμα, σαν
'ποκάμισο, σαν σάβανο» οπού ελαφρά-ελαφρά εξεδιπλώνετο κι
εξανεμίζετο και κάτι λάμψεις έλαμψαν τότε, σαν της αυγής τα πρώτα
ξανοίγματα. Και είδεν εκεί ο τσεσμελής την μακαρίτισσαν, την ίδιαν
την κυρά-Λιμπέριαινα, αδύνατην και ξηραγγινήν ως ήτο, αλλά
χαρούμενην και καλοκαρδισμένην, και άκουσε μίαν γλυκυτάτην φωνήν,
σαν σβύνουσαν μουσικήν, σαν ουράνιον ψαλμωδίαν, εις τα ύψη επάνω:
— Δεξιά και αριστερά, παιδί μου!
Σημ. Το παρόν διήγημα ανεδημοσιεύθη πολλάκις, και εις το
αναγνωστικόν βιβλίον Ι. Πολέμη.
ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ
(1898)
Μου εφάνη πως δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος. Ήμουν όλην
την ημέραν κατηφής και λυπημένος. — Ακούς εκεί; Με τον ήλιον να
σημάνουν αι εκκλησίαι; ημέρα πλέον;
Κατά το έθος, εκοιμήθην ενωρίς, την παραμονήν, και περί την
δευτέραν ώραν, μετά τα μεσάνυκτα, εγερθείς, ανέμενα ν' ακούσω τον
κώδωνα του γειτονικού μου ναού των Ταξιαρχών εις τους Αέρηδες —
ένα γλυκύτατον, αργυρόηχον κώδωνα. Ενεδύθην, ητοιμάσθην, και
ανέμενα. Και ήμουν όλος χαρά, αναλογιζόμενος την ιεράν, την θείαν,
την ανεκλάλητον απόλαυσιν: «Όρθρου βαθέος. Οι πολυέλαιοι
κατάφωτοι. — Το φως αναδίδει ιδιαιτέραν λάμψιν καιόμενον την
νύκτα. Ο ναός απαστράπτων. Οι πιστοί συνηγμένοι πανηγυρικώς
— Χριστός Γεννάται! — Οι ψάλται υπό ιδιαιτέρου ενθουσιασμού
κατεχόμενοι. — Δεύτε ίδωμεν πιστοί. — Ο αχώρητος παντί — ήχοι καθ'
εκάστην αδόμενοι εν ταις μοναίς, και σπανιώτατα ακουόμενοι εν τω
κόσμω. — Παν σπάνιον επιθυμητόν. — Και να συρίζη ίσως ο βορράς. —
Και να είνε σκοτία έξω. Και να πίπτη χιών. — Δόξα εν υψίστοις θεώ.
— Ανατολή Ανατολών. — Επί γης ειρήνη. — Οποία ουράνιος απόλαυσις!
Και όμως η ώρα παρήρχετο χωρίς ν' ακούσω τον κώδωνα του γειτονικού
μου ναού, ένα γλυκύλαλον, ένα αργυρόηχον κώδωνα. Είδον από του
παραθύρου. Το άστρον της ανατολής, έκλαμπρον, μέγα, ο αστέρας,
έφεγγε, καταυγάζων τον ουρανόν. Εχάραζε πλέον — μου εφάνη. —
Εγεννήθη ο Χριστός. Ηκροαζόμην. Ούτε κώδων, ούτε ήχος. Η πόλις
εκοιμάτο ως να μη εξημέρωνε χαράς ημέρα. Είχε χιονίσει προ δύο
ημερών και ήδη προμηνύεται ημέρα ευήλιος. Αίθρία εν ουρανώ. Πώς
λάμπει ο αστέρας, το άστρον της ανατολής! Προς στιγμήν μου εφάνη
ότι είδον και τους τρεις μάγους, τρεις εφίππους Χαλδαίους με τα
βασιλικά στέμματα, με τα σκήπτρα και τα δώρα, ελαύνοντας δρόμω εξ
Ανατολών. Από την Ακρόπολιν τάχα. Είποντο του αστέρος. Ήσαν τρία
μεγάλα νέφη, άτινα κατεδίωκεν ο απηλιώτης.
Είχον ακόμη ελπίδας. Ανεμέτρουν ακόμη τα επίλοιπα της χαράς. Μετά
την θείαν λειτουργίαν θα είνε νύκτα ακόμα, έλεγα. Τότε θα χαράζη.
Οι φούρνοι θα είνε ανοικτοί, θα έχουν έτοιμον την λιπαράν και
γλυκείαν μπογάτσαν. Θα έχουν λουκουμάδες. Πρόγευμα εωθινόν εν τω
οίκω. Ανάπαυσις κατόπιν ψυχική και σωματική. Οποία τρυφή!
Απαυδήσας τέλος εκ της μακράς ελπίδος, — πόσον κουράζει η ελπίς! —
εβυθίσθην εντός της θερμής κλίνης μου ανάπλεως οργής. Η σελήνη ήτο
εις το τέλος της και εξαπατά, τον χειμώνα. Μου ήλθεν ύπνος. Πρέπει
να εκοιμήθην αρκετά. Διότι είδον και όνειρα· Όνειρα τερπνά και
όνειρα φοβερά. Όνειρα ευώδη και όνειρα βρωμερά. Είδον την όρθριον
ακολουθίαν υπέρλαμπρον, πανευφρόσυνον. Και είδον πάλιν τους ναούς
κλειστούς, σκοτεινούς. Είδον ιερείς λαμπροφορεμένους ως αγγέλους,
και είδον ιερείς μαύρους ως κόρακας.
Και τότε μόλις ηκούσθη ο κώδων του γειτονικού μου ναού, εκεί επάνω
εις τους Αέρηδες, με φωνήν όμως βραχνήν, ως σπασμένην. Εσήμαινεν
ώραν πολλήν πένθιμα και άνοστα· και μου εφαίνετο ως να έλεγε:
— Τώρα πλεια Χριστούγεννα! Τώρα πλεια Χριστούγεννα!
Το άστρον της Ανατολής έσβυσε πλέον. Οι μάγοι με τα δώρα — τα τρία
σύννεφα — εγύρισαν οπίσω σαν να έχασαν τον δρόμον.
Είχεν εξημερώσει.
Διαταγή του νέου Μητροπολίτου είχε καταργηθή η νυκτερινή ακολουθία
των Χριστουγέννων διά παντός.
Ήλθαν και μου είπαν.
— Όχι μέσα εις τα σκότη! Με τον ήλιο! Αι κατακόμβαι δεν υπάρχουν
πλέον! . .
Απεφάσισεν ο νέος Μητροπολίτης, Θεός σχωρέσ' τονε — ένας ωχρός
δεσπότης ως νεκρός, μ' εσβεσμένην όψιν ως όψιν νεκρού, και με
πλέον εσβεσμένην φωνήν, ως φωνήν νεκρού. Βεβαίως και με νεκράν την
καρδίαν.
Ο κώδων εσήμαινεν ακόμη τρέμων ως σπασμένος.
— Τώρα πλεια Χριστούγεννα! τώρα πλεια Χριστούγεννα!
Η ημέρα έλαμπε πλέον επί των παραθύρων μου.
— Πάνε λοιπόν και τα Χριστούγεννα! Τάφαγαν και αυτά! Να ιδούμε τι
άλλο έμεινε να φάγουν οι φαγάδες!
Δι' εμέ η μεγάλη πανήγυρις έχανε πλέον το γόητρόν της. Έχανε το
μεγαλείον της μετεβάλλετο εις συνήθη κυριακής λειτουργίαν. Το
υψηλόν εκείνο της Ε'. ωδής, το εκ του μεγαλοφωνοτάτου Ησαΐου· «Εκ
νυκτός ορθρίζοντες δοξολογούμεν σε» το έπαιρνε από 'μπρός η ημέρα
κ' έχανεν ούτως όλην του όρθρου την μυστικήν ευωδίαν.
— Και εις την Πόλιν, οπού είνε Τουρκιά, νύκτα — όρθρου βαθέος —
σημαίνουν αι εκκλησίαι! είπον με πικρόν παράπονον, το οποίον
εκτύπησεν εις τον ψυχρόν τοίχον του δωματίου μου ως σάπιο λεμόνι.
***
Και ήμην όλην την ημέραν εκείνην κατηφής και λυπημένος.
Μ' εφάνη πώς δεν έκαμα Χριστούγεννα εκείνο το έτος.
Ότε περί την εσπέραν έρχεται ο αχώριστος φίλος μου, ο Αλεξανδρής
(3) και μου λέγει.
— Τον καταφέραμε! Απόψε ο κυρ Στρατής μας έχει το γουρνόπουλο.
Ο φίλος μου εξασκεί πάντοτε ιδιάζουσαν επιρροήν επ' εμού.
Όσον μεγάλην θλίψιν και αν έχω, μόλις τον ίδω, πραΰνομαι. Είνε
συντροφιά καλή τέλος πάντων, και η συντροφιά η καλή ιλαρύνει το
πνεύμα, εν ώ η μοναξιά το εξαγριόνει. Έπειτα ήλθε κομίζων είδησιν
καλήν. Δείπνον Χριστουγεννιάτικον. Αφού εχάσαμεν την
Χριστουγεννιάτικην νυκτερινήν Ακολουθίαν τουλάχιστον ας κερδήσωμεν
ένα καλόν Χριστουγεννιάτικον δείπνον.
Έπειτα ο φίλος μου συνείθιζε μετά το φαγητόν να ψάλλη πάσαν την
τυχούσαν ακολουθίαν, παρηγορούμενος, διότι ως διανυκτερεύων
δημοσιογράφος δεν είχε καιρόν διά την Εκκλησίαν — αυτή η
δημοσιογραφία κοντεύει να κάμη όλους τους εργάτας της αθέους. —
Εγνώριζεν ευτυχώς από στήθους όλας τας πανηγυρικάς του ενιαυτού
ακολουθίας. Και έτσι, έλεγα, θα ψάλωμεν τα ωραία των Χριστουγέννων
άσματα. Έπειτα ο κυρ Στρατής ήτο αξιόλογος άνθρωπος και
αξιολογώτερος φίλος, θα δυσηρεστείτο, αν ηρνούμην. Το είχε τάξει.
Και ημείς εδώσαμε τον λόγον μας. Εγνωρίσθημεν εις την Εκκλησίαν.
Και όσοι γνωρίζονται εν τη εκκλησία και διά της εκκλησίας είνε οι
καλλίτεροι φίλοι. Ούτω λοιπόν με αυτά και με εκείνα επραΰνθην.
— Θα είνε και άλλοι; ηρώτησα.
Εφοβούμην μη κληθώσι και άλλοι· και τότε ο φίλος μου θα ηρνείτο να
ψάλη.
— Όχι· μοι απήντησεν. Ο κυρ Στρατής, εγώ και συ. Και μετ' ολίγον
επανέλαβεν:
— Όχι. Εξέχασα. Θα είνε και αι δύο γειτόνισσαίς του, αι δύο . . .
πώς της λένε; πες ταις ντε . . . αι δύο . . . χιλιάρικαις!
Συνείθιζεν ο φίλος μου τοιαύτα αστεία, εις τα οποία πολύ
επετύγχανε με το λεπτόν εκείνο σαρκαστικόν του πνεύμα, πατρικήν
του κληρονομίαν.
— Τώμαθες; μου λέγει κατόπιν. Η πρώτη λειτουργία ετελείωσεν εις
τας 8 1/2, η δευτέρα εις τας 10 1/2 . . Νομίζω, κάπου, κάμανε και
τρίτην. Μη χειρότερα! Ήκουσα ότι εις τον άγιον Γεώργιον, θαρρώ,
ήθελαν και τετάρτην. Γιατί μερικοί, λέει, ήσαν χθες — παραμονή —
'ς το θέατρο, και άργησαν, λέει, ξεύρω 'γώ. Και προσέθηκε γελών:
— Και του χρόνου, Δεσπότη μου!
— Δεν βλέπουν τους συμπολίτας μας τους Δυτικούς; είπον εγώ. Εις
παροικίαν είνε και όμως φυλάττουν την διάταξιν της Εκκλησίας και
το έθιμον της πατρίδος των. Αυτοί οι Γάλλοι _Weihnachten_
αποκαλούσι την εορτήν ταύτην. Να το ξεύραμε να πάμε προχθές εις
την φράγκικην!
— Όχι, καϋμένε, να πηγαίναμεν εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα
ελαιοτριβεία.
— Πώς; είπον έκθαμβος.
— Ναι. Εις τον άγιον Δανιήλ. Ο παπα-Στουπής, φίλε μου, μόλις του
πάνε την διαταγήν του Μητροπολίτου «Τι έκαμε λέει;» εφώναξε με την
άγρια, βραχνιασμένην φωνάραν του από τον ταραμά, ένας καλός
εφημέριος εις τον άγιον Δανιήλ, έξω εις τα ελαιοτριβεία, και
άρχισε από τα μεσάνυχτα, σαν εις το Μέγα Πάσχα να σημαίνη· την
έσπασε την καμπάνα, φίλε μου. «Τι έκαμε λέει;» επανελάμβανε και
εκτύπα, κρεμασμένος εις την καμπάνα, με θυμόν. Σήμερον τάμαθα. Και
εώρτασαν λαμπρά τα Χριστούγεννα εκεί έξω σαν καλοί χριστιανοί.
— Να μη το μάθωμεν! είπον μετά λύπης.
— Δεν είμεθα άξιοι, φαίνεται. Είπε και ο φίλος μου εν θλίψει. Και
εξηκολούθησεν:
— Εώρτασαν ωραία. Έξω-έξω, εις την άκρη της πόλεως. Είνε μια
ήσυχη γειτονιά, σαν χωριαδάκι. Και η Εκκλησία μικρούτσικη. Ο κυρ
Χριστόφιλος, πού το μυρίσθη; Λες και είνε γάτος εις μερικά
πράγματα. Τους έβαλε ανάγνωσιν από τον «θησαυρόν» του Δαμασκηνού,
οπού υπάρχει περίληψις λαμπρά, εις απλήν γλώσσαν, από τον
περίφημον λόγον του Γρηγορίου του Θεολόγου «Χριστός γεννάται
δοξάσατε!» Και ευχαριστήθησαν όλοι, ιδίως «οι ταλιαγρήται», οι
εργάται των ελαιοτριβείων. Τους έψαλε και τον πολυέλαιον κατόπιν
καλογερικά, φίλε μου. Και εις το τέλος οι ταλιαγρήται είχον
τηγανίταις με το καλλίτερο λάδι, και τσίπουρο ντόπιο, και μη
ρωτάς. Μόνον ένα λάθος έκαμε, κουρασθείς πλέον. Εις το «Χριστός
γεννάται» κατά το έθος, έπρεπε να κινήση σταυροειδώς τον
πολυέλαιον, εις ένδειξιν χαράς, αλλ' ελησμόνησαν να τον ανάψουν
εγκαίρως, ο δε κυρ-Χριστόφιλος, νομίζων ότι είνε αναμμένος, τον
εκίνησε σβυσμένον. Δεν πειράζει όμως. Παν ό,τι γίνεται με καλήν
καρδιά, είνε καλόν.
Και είπον πάλιν μετά θλίψεως.
— Να μη το μάθουμε και ημείς!
— Ε! το βράδυ, θα ψάλωμεν όλον τον «Κανόνα», με παρηγόρησεν ο
φίλος μου. Θα έλθω να σε πάρω.
***
Ο κυρ-Στρατής, ένας κοντός και χονδρός ανθρωπάκος, με μίαν κεφαλήν
φαλακράν και στρογγύλην ως κολοκύνθην, και με πρόσωπον
κατακόκκινον ως κόκκινην κολοκύνθην, με δύο μάτια μεγάλα ως
κάστανα, ήτο ιεροψάλτης του νεκροταφείου, αρχαίος φίλος μας.
Ουδείς εγνώριζε να ψάλη τόσον κανονικά και τόσον κατανυκτικά το
«Μετά των αγίων ανάπαυσον.» Ουδείς όσον αυτός, συνεκίνει τους
χριστιανούς, όταν έψαλλε το «θρηνώ και οδύρομαι». Έκλαιεν όλος,
από κεφαλής μέχρι ποδών. Πρώτον άρχιζε να κλαίη η φωνή του, με ένα
τρόμον ιδιαίτερον, σαν φυσικόν· φωνή στερεά και ακλόνητος άλλως.
Κατόπιν εγέμιζαν δάκρυα τα δύο μεγάλα ως κάστανα μάτια του. Έπειτα
εβρέχοντο υαλίζουσαι, ως δροσισμένα μήλα, αι δύο κατακόκκιναι
παρειαί του, και τέλος ήρχιζε να συγκινήται το μακρύ-μακρύ παλτό
του, τρέμον, ως αεριζόμενον υπό ελαφρού πνεύματος, με μίαν λαδιάν,
μεγάλην-μεγάλην δεξιά, και μίαν άλλην ομοίαν αριστερά, οπού
κατεστάλλαζον, θαρρείς, τα δάκρυά του. Και τότε οι τελούντες το
μνημόσυνον χριστιανοί μετά πολλής χαράς έδιδον δύο ρεγκίναις εις
τον «πονετικόν ψάλτην» — αυτά τα νομίσματα ήσαν τότε — διά τον
κόπον του».
— Ο καϋμένος!
Δηλαδή ήτο να κλαίη άνθρωπος, όταν έψαλλεν ο κυρ Στρατής.
Τόσον, οπού ο παπα-Γιάννης, ο εφημέριος του νεκροταφείου, ένας με
πράσινα γυαλιά, το είχε βαθύ παράπονον:
— Να μη μπορώ κ' εγώ να τα καταφέρω έτσι!
Ένας ευλογιοκομμένος και αυστηρός εφημέριος, με το πρόσωπον
φοβερόν. Όστις, ένεκα ουλής τινος περί τα δεξιά του χείλους,
εφαίνετο ως γελών πάντοτε.
Μόλις ήρχιζε να ειπή «Μετά πνευμάτων δικαίων» και η ουλή του
χείλους του ήρχιζε τα γέλοια, ακράτητος.
Ήτο να γελά άνθρωπος όταν έψαλλεν ο παππά-Γιάννης.
Τι είνε και τα σωματικά ελαττώματα. Γελοιογραφούν και την μάλλον
συμπαθή ψυχήν.
— Κύττα τον, κύττα τον πώς γελά! έλεγον οι τελούντες τα
μνημόσυνον· και του έκοπτον το ήμισυ της αμοιβής.
***
— Έχω ένα χοιρίδιον ως τρεις οκάδες.
Είπεν ο κυρ Στρατής εις τον φίλον μου· και έγλυφε τα δάκτυλά του,
ως να το έτρωγεν ήδη — ήτο κοιλιόδουλος, ο μακάριος. — Να μου
εύρης και _εκείνον τον άλλον_, — ούτω με απεκάλει προς τον φίλον
μου· τον δε φίλον μου πάλιν προς εμέ απεκάλει _εκείνος ο άλλος_
ώστε και εις τους δύο έδωσε το αυτό όνομα· ίσως διά να δείξη ότι
αμφοτέρους επίσης ηγάπα.
Και έγεινεν άφαντος ο κυρ Στρατής, καταγινόμενος όλην την ημέραν
εις την παρασκευήν του Χριστουγεννιάτικου δείπνου.
Το έπλυνε μόνος του — ήτο άγαμος ο δυστυχής — το εσπόγγισε καλά,
το έθεσεν εν τω μέσω καλώς γανωμένου ταψίου. Εσταύρωσε τα
ποδαράκια του, και το εποίκιλε με παντοία καρυκεύματα της
οψοποιίας, το λευκόν, το παχουλόν, το τρυφερόν, ως εκ γάλακτος,
χοιρίδιον.
— Εσύ μονάχα, κυρ Στρατή, ξεύρεις να γιορτάζης τα Χριστούγεννα.
Του είπεν ο φούρναρης.
Και ο κυρ Στρατής εκαμάρωνεν, ως γαμβρός, έχων δίπλα την ωραίαν
νύμφην.
Μετά τούτο επανήλθεν εις τον οίκον του· και ψήσας τα τρυφερά
εντόσθια του ζώου, εκουτσόπινεν, αναμένων την εσπέραν.
Παν ό,τι άλλο εχρειάζετο, είχε προμηθευθή εν αφθονία.
***
Ήμην τόσον λυπημένος, είπον, ώστε δεν είχον διόλου όρεξιν δι'
επισκέψεις, πολύ περισσότερον διά γεύμα. Τα έθιμα ριζώνουν,
βλέπετε, μέσα εις την καρδίαν των ανθρώπων. Και όταν καταργώντας
νεύρον ευαίσθητον ξερριζώνεται βιαίως από μέσα από την καρδίαν,
ήτις πονεί και οδυνάται, μεταδίδουσα τον πόνον εις όλον το σώμα. Ο
άνθρωπος, όστις δεν έχει το νεύρον τούτο, δεν ανήκει εις έθνος.
Είνε αλλότριος αυτού. Ανήκει εις όλα τα έθνη, και εις ουδέν.
Νομίζει πώς είνε εις τον κόσμον όλον και δεν είνε πουθενά. Είνε
εις τον αέρα όμως. Αεροβατεί. Είνε πολίτης της «Νεφελοκοκκυγίας»
του Αριστοφάνους. Εάν οι τοιούτοι άνθρωποι είνε άχρηστοι διά παν
έθνος, είνε πολύ περισσότερον διά το Ελληνικόν. Είνε βλαβεροί. Το
Ελληνικόν Έθνος βλέπομεν ότι φευ ολονέν εκλείπει και χάνεται,
διότι εκλείπουσι και χάνονται οι έχοντες το πονετικόν νεύρον εν τη
καρδία των πολίται, πληθύνονται δε οι άλλοι, οι περιφρονούντες τα
πάντα, οι λέγοντες: τι είνε τούτο και τι είνε εκείνο, και τι θα πη
νύκτα, και τι θα πη ημέρα· και άλλα, τα οποία συνοψίζονται εις το
κατάψυχρον, ως μπάλα χιόνος, «δεν βαρυέσαι!» . .
Ενύκτωσε πλέον και ο φίλος μου ήλθε να με παραλάβη.
Εξήλθομεν. Υγρά η ατμόσφαιρα. Προ δύο ημερών είχε χιονίσει και ήδη
η πόλις εκόλλησεν εν βορβόρω, ως αγριόπαππια. Αι οδοί πλήρεις
λάσπης. Τα πεζοδρόμια ρυπαρά, ως πλάκες ελαιοτριβείου,
γλιτσασμέναι. Ένας φανοκόρος, ανάπτων την ώραν εκείνην τους
φανούς, κατέπεσεν εν τη σπουδή και έθραυσε τον κάλαμον τον
φωτοφόρον. Τα παντοπωλεία ήσαν κλειστά και τα άλλα μαγαζεία.
Ολίγος κόσμος εφαίνετο έξω. Μόλις ήρχιζαν την ώραν εκείνην, κρυφά
-κρυφά, ν' ανοίγουν μερικά υπόγεια, τα οποία εν Αθήναις είνε
επτάψυχα, σαν την επτάψυχη γυναίκα, που πότε πεθαίνει και πότε
ανασταίνεται.
Δύο-τρεις παράγκαι μανάβιδων ημιάνοιξαν μίαν σανίδα, διά να
ψωνίσουν οι αμελείς τα σαλατικά των και τας οπώρας των· και έλαμπε
κλεισμένη μέσα η διακόσμησίς των η εντελής, ως νύμφη κρυμμένη.
Οπώραι βαρακωμέναι, όρνιθες παχείαι με ταινιοστόλιστα ράμφη,
ορμαθοί μπεκατσών, μέσα εις εικόνας και σημαίας και μύρτα και
δάφνας, ξηροί καρποί, πορτοκάλια, αχλάδια της Κυνουρίας, δροσερά
σαλατικά, όλα ευωδιάζοντα πανήγυριν και χαράν!
Ένας παχύς, καταστρόγγυλος παντοπώλης, ήνοιξε παρακάτω, προς
στιγμήν, το παντοπωλείον του, έμβασε μέσα μίαν παρέαν φίλων, ων
είς εκράτει εις χείρας κυδώνιον, και πάλιν έκλεισε.
Παρακάτω ένας γέρων, βαστάζων μίαν χιλιάρικην, εκτύπα την θύραν
οινοπωλείου να τω ανοίξουν, και τους οδόντας του κρυόνων, με ένα
κοντά του Ρετσίνα σακκάκι.
Παρέκει άλλη παρέα διεσκέδαζεν, εξαγριώνουσα προς λυσσώδη πάλην
δύο χασάπικους κύνας, περί ους συνεκεντρώθησαν και παίδες —
λούστροι — και απέφραττον την διάβασιν, ενώ δύο αστυφύλακες, με τα
κράνη των, άνοιγαν έν καφενείον διά να χαρτοπαίξουν.
Σημαίαι τινές βρεγμέναι αερίζοντο βαρείαι εδώ κ' εκεί· και ένας
λοταρτζής εφώναζεν ακόμη κατάμονος εις μίαν γωνίαν: πέντε δίνετε,
πέντε παίρνετε, δέκα δίνετε, δέκα παίρνετε. Ενώ το αληθές είνε ότι
οι άνθρωποι έδιδον και ο λοταρτζής έπαιρνε.
Και δεν γνωρίζω, πώς ένας λουκουματζής κατώρθωσε, παραβαίνων την
αστυνομικήν διάταξιν, να φωνάζη έως την ώραν εκείνην: ζεστοί-
ζεστοί, χωρίς ανασασμόν, παγωμένος εκεί εις την θύραν του
μαγαζείου του, εντός του οποίου εχόρευον οι τέσσαρες άνεμοι, ως να
είχε παγίδα να συλλάβη κανένα νεοσύλλεκτον μεταβαίνοντα εις τον
στρατώνα του.
Εις τα βάθη υπογείου τινός της οδού Καλαμιώτου, οπού τα κρεοπωλε
Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/37629