Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Το κεφάλαιον

by Karl Marx · Greek · Gutenberg #37098 · 368,582 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Το κεφάλαιον
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Το κεφάλαιον

Author: Karl Marx

Commentator: Vilfredo Pareto


        
Release date: August 15, 2011 [eBook #37098]
                Most recently updated: January 8, 2021

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/37098

Credits: Produced by Sophia Canoni


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΤΟ ΚΕΦΆΛΑΙΟΝ ***




Produced by Sophia Canoni









Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
italics are included in _, while bold words in &.  Footnotes have
been converted to endnotes.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
έχει. Λέξεις με πλάγιους χαρακτήρες περικλείονται σε _, ενώ με
έντονους σε &.  Οι υποσημειώσεις των σελίδων έχουν μεταφερθεί στο
τέλος του βιβλίου.





ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
(KARL MARX)



ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ



"ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„
ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1922



ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ



ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921


ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ
(KARL MARX)

ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

Π Ε Ρ I Λ Η Ψ Ι Σ

ΠΑΥΛΟΥ ΛΑΦΑΡΓΚ
ΜΕΤΑ ΠΡΟΛΟΓΟΥ
Β. ΠΑΡΕΤΟ


ΕΚΔΟΤΙΚΟΣ ΟΙΚΟΣ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΥΔΑΚΗΣ„ ΕΝ ΑΘΗΝΑΙΣ 1921

Τύποις Π. Λ. Πετράκου — Αθήναι



ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΡΟΛΟΥ Μ Α Ρ Ξ



Ο Κάρολος Μαρξ εγεννήθη εις Τρεβ την 2αν Μαΐου 1918, εξ
ισραηλιτικής οικογενείας. Ο πατήρ του ήτο σύμβουλος των
μεταλλείων. Αφού έκαμε λαμπράς σπουδάς του δικαίου εν Βόννη
επανήλθεν εις Τρεβ και ενυμφεύθη τω 1843 την Τζέννυ Βεσφάλεν, ης ο
αδελφός διετέλεσε μέλος του υπό τον Μαντόιφελ Πρωσσικού
Υπουργείου. Ο Μαρξ επεδόθη εις την σπουδήν της φιλοσοφίας και της
Πολιτικής Οικονομίας και ειδικώς των κοινωνικών ζητημάτων. Έλαβε
μέρος εις τας τάξεις της ριζοσπαστικής αντιπολιτεύσεως και εγένετο
συνεργάτης, είτα διευθυντής της παλαιάς «Εφημερίδος του Ρήνου».
Παυθείσης της εφημερίδος ταύτης ο Μαρξ κατέφυγεν εις Παρισίους,
όπου εδημοσίευσεν εν συνεργασία μετά του Αρνόλδου Ruge, τα «Γάλλο
— Γερμανικά Χρονικά» (Deutsch — Französische Jahrbücher) και
μετά του Ερρίκου Άινε την εφημερίδα «Εμπρός» (Vorwærts).
Εξωρίσθη εκ Γαλλίας κατά το 1844 και μετέβη τότε εις Βέλγιον.

Το 1841 έγραψε το βιβλίον «Αθλιότης της Φιλοσοφίας» απάντησιν εις
την «Φιλοσοφίαν της αθλιότητος» του Προυδόν. Κατά το αυτό έτος
συνέταξε μετά του Έγκελς το Μανιφέστον του Κομμουνιστικού Κόμματος
εις το οποίον εύρηνται αι δυο αρχαί, αίτινες έμελλον να εμπνέουν
το σοσιαλιστικόν κόμμα: 1ον ότι το συμφέρον των εργατών είνε
απέναντι των κεφαλαιοκρατών παντού το αυτό και ότι συνεπώς είνε
επικρατέστερον των εθνικών ζητημάτων και 2ον ότι οι εργάται επί
ουδενός άλλου, πλην εαυτών, πρέπει να βασίζωνται, ίνα
απελευθερωθώσι και ότι έχουσιν ανάγκην κατά πρώτον να αποκτήσωσι
πολιτικά δικαιώματα.

Εξορισθείς εκ Βελγίου την 2 Μαρτίου 1848 επανήλθεν εις Γερμανίαν
και εξέδωκεν εν Κολωνία, επί τινας μήνας, την «Νέαν Εφημερίδα του
Ρήνου», ην συνέτασσε τη συνεργασία των Έγκελς, Λασάλ, Βολφ και
Φράιλιγρατ και άλλων τινών συγγραφέων. Τω 1810 η εφημερίς αύτη
επαύθη και ο Καρλ Μαρξ καταδιωχθείς κατέφυγεν εις Λονδίνον, όπου
έμεινε μέχρι του θανάτου του.

Τω 1859 εδημοσίευσε την &Κριτικήν της Πολιτικής Οικονομίας& και
τέλος τω 1867 το σημαντικότερον έργον του το &Κεφάλαιον&.

Η κατά το 1866 ιδρυθείσα &Διεθνής& σκοπόν είχε να θέση εις
εφαρμογήν τας εν τω Μανιφέστω τεθείσας αρχάς. Ο Μαρξ ενέπνευσε το
καταστατικόν αυτής, όπερ εξεργασθέν εν Λονδίνω εψηφίσθη άνευ τινός
τροποποιήσεως εις το συνέδριον της Γενεύης. Προετίθετο να δώση
ενιαίαν κατεύθυνσιν εις την σοσιαλιστικήν κίνησιν των διαφόρων
χωρών, αφιεμένης, εννοείται, αρκετά μεγάλης αυτονομίας εις τας
διαφόρους εθνικάς ομάδας, ας περιελάμβανεν η Ένωσις αύτη. Η
επιρροή του υπήρξε μεγάλη εις την Διεθνή μέχρι του 1872, αλλ' η
εξουσία, ην ήσκει εκίνησε ζηλοτυπίαν. Εις το εν Χάγη (7βριος 1872)
συνέδριον έσχε σφοδράς επιθέσεις, σχίσματα προεκλήθησαν και η προς
αυτόν εκτίμησις, βαθύτατα πληγείσα, εμειώθη ταχέως. Οι οπαδοί του
έκαμαν ακόμη εν Συνέδριον, εν Γενεύη, τον 7βριον του 1873, αλλ' ήτο
το τελευταίον. Ο Μαρξ έζησεν έκτοτε μακράν της κινήσεως και
απέθανεν εις Λονδίνον την 15 Μαρτίου 1883.



ΒΙΛΦΡΕΔΟΥ ΠΑΡΕΤΟ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ε I Σ
ΤΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ

ΤΟΥ

ΚΑΡΛ ΜΑΡΞ



I

Η κριτική του βιβλίου του Κ. Μαρξ δεν είνε πλέον αναγκαία. Εύρηται
όχι μόνον εις ειδικάς μονογραφίας, αίτινες εδημοσιεύθησαν επ'
αυτού, αλλ' ακόμη και προ πάντων εις τας τροποποιήσεις τας
επενεχθείσας επί του περί θεωρίας της αξίας κεφαλαίου της
Πολιτικής Οικονομίας.

Αι ολίγαι σελίδες, ας διαθέτομεν εδώ δεν θα μας επιτρέψουν ν'
αναπτύξωμεν όλας τας παρατηρήσεις, ας προεκάλεσεν η θεωρία του Κ.
Μαρξ. Θα αρκεσθώμεν εις περίληψιν λίαν συνοπτικήν, ως τοιαύτα
είνε, εν συγκρίσει προς τον όγκον του έργου του συγγραφέως μας και
τα εις τας σελίδας ταύτας αναφερόμενα αποσπάσματα αυτού.

Η εξέτασις έργου τινός δύναται να γίνη κατά δύο μεθόδους. Η πρώτη,
ήτις είνε κυρίως πολεμική, ουδαμώς ενδιαφέρεται να χωρίση την
αλήθειαν από την πλάνην. Καταδικάζει εν τω συνόλω της μίαν
θεωρίαν, προσπαθούσα κυρίως να εμφανίση τα ελαττώματά της, άτινα
και υπερβάλλει και προσπαθεί να τα χρησιμοποιήση ως όπλα πολέμου
κατ' αυτής. Κατά την μέθοδον ταύτην, όσον περισσότερον πρότασίς
τις είνε προφανώς εσφαλμένη, τόσον περισσότερον ενδιατρίβει τις
εις αυτήν και επιμένη, ίνα γνωρίση το σφάλμα, παρερχόμενος απλώς
πάσαν άλλην πρότασιν περιέχουσαν δόσιν τινα αληθείας.

Τουναντίον, η δευτέρα μέθοδος, ήτις είναι αξία του ονόματος
επιστημονική, ουδένα άλλον σκοπόν έχει ή να διαχωρίση το αληθές
από το ψευδές. Παρατηρών τις σφάλμα τι εις την μελετωμένην θεωρίαν
δεν την απορρίπτει δια τούτο, άλλα εξετάζει, εάν, αποβαλλομένου ή
διορθουμένου του μέρους τούτου, δύναται να ευρεθή εις το άλλο
μέρος αλήθειά τις αξία προσοχής.

Είναι σχεδόν περιττόν να είπωμεν ότι θα ακολουθήσωμεν την
τελευταίαν μέθοδον. Ο Κ. Μαρξ, είναι αληθές, μετεχειρίσθη συχνά
την πρώτην ομιλών περί των θεωριών της φιλελευθέρας πολιτικής
οικονομίας, αλλ' είχεν άδικον και πρέπει τις να αποφύγη να τον
μιμηθή.

Θα προσπαθήσωμεν επίσης να ακολουθήσωμεν κατά το δυνατόν την
ομολογίαν του Κ. Μαρξ. Θα εξετάσωμεν μόνον εις τι πραγματικώς
αντιστοιχούσιν οι όροι, ους μεταχειρίζεται.

Εν τη σημερινή καταστάσει της Επιστήμης, το καθ' ημάς, θεωρούμεν
περιττήν κάθε συζήτησιν, ήτις σκοπόν έχει να γνωρίση τι εννοούμεν
με τας λέξεις: &αξία, κεφάλαιον& ή άλλας αναλόγους εκφράσεις.
Είναι τούτο ζήτημα φιλολογίας και όχι οικονομικής επιστήμης (1).

Αι θετικαί επιστήμαι καθορίζουν τας μεταξύ των πραγμάτων και ουχί
μεταξύ των λέξεων σχέσεις. Κάθε συγγραφεύς όθεν έχει το δικαίωμα
να ορίζη τα πράγματα ταύτα, όπως αυτός τα εννοή. Εννοείται ότι
τούτο δεν σημαίνει ότι δύναται να γίνη αυθαίρετος χρήσις του
δικαιώματος τούτου, διότι καλοί όροι δύνανται πολύ να βοηθήσουν
την πρόοδον της επιστήμης.

Όταν αύτη αρχίζει να σχηματίζηται, δύναται να είναι ωφέλιμον ο
συγγραφεύς να χρησιμοποιή λέξεις της κοινής ομιλίας, προσπαθών
μόνον να καθορίζη καλώς την έννοιαν αυτών. Ωφελείται ούτω εκ
σημαντικής τινος ιδιότητος της γλώσσης του να είναι δηλ. «ο
συντηρητής της κτηθείσης πείρας». Δυστυχώς η γλώσσα δεν διατηρεί
μόνον την κτηθείσαν πείραν, διατηρεί ακόμη και τας προλήψεις και
σοφίσματα και προ πάντων αποδίδει εις πολλάς λέξεις έννοιαν
συγκινήσεως, ήτις δύναται να μας πλανήση εις τους συλλογισμούς
της. Τέλος είναι σχεδόν αδύνατον να απαλλάξωμεν τελείως μίαν λέξιν
της κοινής ομιλίας από σειράν άλλων δευτερευουσών εννοιών, αίτινες
είναι η αιτία πολλών συγχύσεων και σοφισμάτων.

Έρχεται λοιπόν, εν τη αναπτύξει επιστήμης τινός, στιγμή καθ' ην
μάλλον να χάση έχει τις ή να ωφεληθή εκ της χρήσεως λέξεων της
κοινής ομιλίας. Η στιγμή αύτη, κατά την γνώμην μας, έχει ήδη προ
πολλού φθάση εις την Οικονομικήν Επιστήμην και θα ωφελείτο αύτη
πολύ, εάν εχρησιμοποίει μόνον ιδίους αυτής τεχνικούς όρους, καλώς
καθωρισμένους. Αλλ' αφού τούτο δεν συνέβη ακόμη θα αρκεσθώμεν
χρησιμοποιούντες τους σήμερον εν χρήσει όρους, προσπαθούντες μόνον
να τους ορίσωμεν καλώς, ίνα αποφύγωμεν κάθε σύγχυσιν εν τη σκέψει
μας.

II

Το βιβλίον του Κ. Μαρξ θα έπρεπε να ονομάζεται ο κεφαλαιούχος
μάλλον ή το Κεφάλαιον, τουλάχιστον εάν της λέξεως ταύτης γίνεται
χρήσις εν τη γενικώς παραδεδεγμένη εννοία οικονομικών αγαθών,
προωρισμένων να ευκολύνουν την παραγωγήν άλλων αγαθών (2).

Την έννοιαν ταύτην ο Κ. Μαρξ δίδει ενίοτε αλλ' ουχί πάντοτε εις
την λέξιν κεφάλαιον.

Ούτως, όταν λέγη: Τα πολυάριθμα κεφάλαια τα τοποθετημένα εις τον
αυτόν κλάδον παραγωγής και λειτουργούντα εν ταις χερσί πλήθους
κεφαλαιούχων, ανεξαρτήτων αλλήλων διαφέρουσι κατά το μάλλον ή
ήττον κατά την σύνθεσιν, αλλά ο μέσος όρος της ιδίας αυτών
συνθέσεως αποτελεί τον μέσον όρον συνθέσεως του εις τον κλάδον
τούτον της παραγωγής αφιερωθέντος συνολικού κεφαλαίου».

Είναι φανερόν ότι ο συγγραφεύς διακρίνει το κεφάλαιον, ως απλούν
αγαθόν από το κεφάλαιον το λειτουργούν εις χείρας των
κεφαλαιούχων. Αλλ' όταν ο Μαρξ λέγει: «η κυκλοφορία των
εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του κεφαλαίου» και αναπτύσσει την
πρότασιν ταύτην, είναι φανερόν ότι θέλει να κάμη λόγον περί του
κεφαλαίου, όπερ ο κεφαλαιούχος οικειποιείται, διότι το απλούν
κεφάλαιον υπάρχει βεβαίως άνευ τινός κυκλοφορίας εμπορευμάτων. Ο
Ροβινσών εν τη νήσω του είχεν οικονομικά αγαθά, άτινα
εχρησιμοποίει διά την παραγωγήν άλλων αγαθών, δηλ. είχε κεφάλαια,
αλλά δεν είχε καμμίαν κυκλοφορίαν ούτε εμπορευμάτων ούτε χρήματος.

Προς αποφυγήν συγχύσεως, διατηρούντες κατά το δυνατόν την
σημασιολογίαν του Μαρξ, θα ονομάζωμεν &απλούν κεφάλαιον& τα
σχετικά αγαθά τα προωρισμένα εις παραγωγήν άλλων αγαθών και
&οικειοποιημένον& (approprié) &κεφάλαιον&, το κεφάλαιον το
λειτουργούν εις χείρας των κεφαλαιούχων.

Το βιβλίον του Μαρξ στρέφεται προφανώς κατά της τελευταίας ταύτης
κατηγορίας κεφαλαίων, ήτοι εν άλλαις λέξεσιν εναντίον των
κεφαλαιούχων. Όσον αφορά το απλούν κεφάλαιον ο Μαρξ ουδαμώς
παραγνωρίζει την σημασίαν αυτού. Δέχεται ότι δέον τούτο όχι μόνον
να αναπαράγηται, αλλά να αυξάνηται ακόμη, διά να αναπτύξη «τας
παραγωγικάς δυνάμεις και τους υλικούς όρους, οίτινες δύνανται να
αποτελέσουν την βάσιν νέας και ανωτέρας κοινωνίας».

Ο εχθρός είνε ο κεφαλαιούχος: «Διότι η προγενεστέρα εργασία των
εργατών Α, Β, Γ κλπ. εν τω καπιταλιστικώ συστήματι παρουσιάζεται
ως το ενεργητικόν του μη εργάτου Χ κλπ . . . . Αστοί δε οικονομολόγοι
χύνουν ποταμούς δακρύων και εγκωμίων εις την παλαιοτέραν, νεκράν
δε σήμερον, εργασίαν, προς ην ο Mac Culloch, το σκωτικόν δαιμόνιον
πνεύμα, απονέμει ξεχωριστήν αμοιβήν, κοινώς καλουμένην τόκον,
κέρδη, εισόδημα κλπ. Ούτω η επί μάλλον και μάλλον ισχυρά συμβολή,
ην η νεκρά και προγενεστέρα εργασία προσφέρει εις την ζώσαν και
σημερινήν τοιαύτην, αποδίδεται υπό των σοφών τούτων ουχί εις τον
εργάτην, όστις έκαμε την εργασίαν (3), αλλ' εις τον
κεφαλαιούχον, όστις την ωκειοποιήθη. Κατ' αυτούς το όργανον της
εργασίας και ο χαρακτήρ αυτού ως κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) δεν
δύνανται να χωρισθώσι πλέον, ως ο εργάτης διά τον καλλιεργητήν της
Γεωργιανής χώρας δεν ειμπορεί να χωρισθή από τον χαρακτήρα του
δούλου».

Ο κεφαλαιούχος είναι άχρηστος. Το κεφάλαιον δύναται να αναπαραχθή
και αυξηθή άνευ αυτού. «Εφ' όσον παράγει τις και καταναλίσκει
περισσότερον, υποχρεούται να μετατρέψη περισσότερα προϊόντα εις
νέα μέσα παραγωγής (4). Αλλ' η πράξις αύτη δεν παρουσιάζεται ούτε
ως συσσώρευσις κεφαλαίου (οικειοποιουμένου) ούτε ως λειτουργία του
κεφαλαίου, εφ' όσον τα μέσα της παραγωγής του εργάτου και κατά
συνέπειαν το προϊόν του και τα μέσα της ζωής του δεν φέρουν εισέτι
τον τύπον του κοινοτικού αγαθού, όστις τα μετατρέπει εις κεφάλαιον
(οικειοποιούμενον)».

Τούτο ο Ριχάρδος Τζονς (Jones), διάδοχος του Μάλθου εις την έδραν
της Πολιτικής Οικονομίας, απέδειξε διά του παραδείγματος των
Ανατολικών Ινδιών . . . . , ότι εις τα εδάφη, ένθα η Αγγλική κατοχή
μετέβαλλεν ολιγώτερον το παλαιόν σύστημα, οι μεγάλοι λαμβάνουν υπό
τύπον φόρων και εγγείων προσόδων έν μέρος του καθαρού εισοδήματος
της γεωργίας, το οποίον διαιρούν εις τρία μέρη. Το πρώτον
καταναλίσκεται υπ' αυτών εις είδος, ενώ το δεύτερον μέρος
μετατρέπεται δι' ιδίαν των χρήσιν εις είδος πολυτελείας και
χρησιμοποιήσεως υπό εργατών μη γεωργών, τους οποίους αμείβουν διά
του τρίτου μέρους. Οι εργάται ούτοι είναι τεχνίται κάτοχοι των
εργαλείων της εργασίας των.

Η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή βαδίζουν άνευ
ουδεμιάς επεμβάσεως εκ μέρους του απεχθούς αυτού ιππότου, του
κεφαλαιούχου μετερχομένου το αγαθόν έργον της αποχής από την
εργασίαν.

Το παράδειγμα τούτο δεν αποδεικνύει πολλά (5), διότι δεν δυνάμεθα
να είπωμεν, ότι η απλή και προοδευτική παραγωγή και αναπαραγωγή
είναι εις τας Ινδίας τόσον ταχεία, όσον και εν Αγγλία, όπου
υπάρχει το κεφαλαιοκρατικόν σύστημα.

Είναι δυνατόν το σύστημα τούτο να μη έχη καμμίαν επιρροήν επί της
παραγωγής και αναπαραγωγής εν Αγγλία, αλλ' εφ' όσον τούτο δεν
αποδεικνύεται το παράδειγμα των Ινδιών θα είναι μάλλον κατά ή υπέρ
της θεωρίας, ήτις αρνείται εις το κεφαλαιοκρατικόν καθεστώς κάθε
ευμενή επίδρασιν. Κατά τον Μαρξ, το σύστημα τούτο είναι όχι μόνον
ανωφελές αλλά και επιζήμιον εις την συσσώρευσιν του κεφαλαίου
(απλού).

«Οι κεφαλαιούχοι, οι συνιδιοκτήται των, οι υποτελείς των και αι
κυβερνήσεις των (6) σπαταλούν κατ' έτος σημαντικόν ποσόν του
καθαρού ετησίου εισοδήματος. Η μερίς του πλούτου, ήτις
κεφαλαιοποιείται, ουδέποτε είναι όση ηδύνατο να είναι».

Είναι βέβαιον ότι, εάν ηδυνάμεθα να διατηρήσωμεν τας υπηρεσίας,
τας οποίας μας παρέχει ο κεφαλαιούχος και να εξαφανίσωμεν αυτόν,
απολαμβάνοντες του έργου και εξαφανίζοντες τον εργάτην αυτού τότε
το παν θα απέβαινεν εις όφελος της κοινωνίας. Αλλά είναι τούτο
δυνατόν; Εις μάτην προσεπάθησεν ο Μαρξ να γελοιοποιήση την
οικονομίαν (εξοικονόμησιν). Είνε εν τούτοις βέβαιον ότι αύτη έχει
μέρος ουχί ολίγον σημαντικόν εν τω σχηματισμώ νέων κεφαλαίων. Ας
αφήσωμεν κατά μέρος την οικονομίαν (εξοικονόμησιν) κεφαλαίου.
Είναι φανερόν ότι εάν το κεφάλαιον δεν του ανήκει, το κέρδος το
οποίον απολαύει δεν του ανήκει κατ' ίσον λόγον. Αρκεί να
αναλογισθώμεν το χρήμα το συσσωρευμένον εις τα ταμιευτήρια διά να
εννοήσωμεν ότι αι οικονομίαι του εργάτου αποδίδουν σημαντικόν
προϊόν (7). Τα βιβλιάρια ταμιευτηρίου της μαγειρίσσης, του
θυρωρού, του κηπουρού, του εργάτου, αντιπροσωπεύουν ποσά, τα οποία
είναι βεβαίως το προϊόν της οικονομίας των εργατών τούτων. Όλοι
αυτοί θ' αποταμιεύσουν τόσα, όταν δεν θα υπάρχη ιδιοκτησία του
κεφαλαίου, όταν το κεφάλαιον όλον θα είναι κοινόν; Τούτο είναι
εξεταστέον, άγνωστον δε, εάν η αποταμίευσις αύτη θα αποβή
σημαντικωτέρα.

Δεν αρκεί όμως να παραχθή το κεφάλαιον· πρέπει ακόμη και να
χρησιμοποιηθή. Ας οργανωθή η κοινωνία όπως θέλει, πάντως όμως θα
είναι ανάγκη ανθρώπινόν τι όν ν' αποφασίση εις ποίας ανάγκας εν
προτιμήσει άλλων πρέπει να χρησιμοποιηθή το υφιστάμενον κεφάλαιον.
Οι υπάλληλοι της κυβερνήσεως θ' αποφασίζουν καλύτερον των
κεφαλαιούχων περί αυτού; Κατά γενικόν εν τούτοις κανόνα έχει
παρατηρηθή ότι οι άνθρωποι φροντίζουν περισσότερον διά τα
συμφέροντά των παρά διά τα ξένα. Διά να γνωρίσωμεν εάν το
κεφάλαιον θα χρησιμοποιηθή επωφελέστερον εν τη κοινωνία εις την
βιομηχανίαν Α αντί της Β, υπάρχει αποτελεσματικώτερον μέσον από
του να θέσωμεν εις πλειοδοσίαν την χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου
τούτου και να το κατακυρώσωμεν υπέρ της βιομηχανίας εκείνης, ήτις
θα ηδύνατο να πληρώση τον μεγαλύτερον τόκον (8);

Το κεφάλαιον είναι φθαρτόν. Σπαταλάται ευκόλως. Είναι άρα γε
συντελεστικόν της ευημερίας της κοινωνίας και του ανθρωπίνου
γένους η μειοψηφία να φέρη τα βάρη των διά της αφροσύνης ή των
παθών της πλειοψηφίας προξενηθεισών απωλειών και δεν θα ήτο
καλύτερον έκαστος να φέρη τας συνεπείας των πράξεών του;

Οι κεφαλαιούχοι εις τας κοινωνίας μας επιζητούν να εξασφαλίσουν
διά του κράτους μεγαλύτερον τόκον εκείνου, τον οποίον θα
επετύγχανον ελευθέρως εν τη αγορά.

Μεταξύ του αστικού τούτου σοσιαλισμού και του λαϊκού τοιούτου
ουδόλως είναι αδύνατος συμβιβασμός και συνεννόησις,
πραγματοποιούμενος υπό των εξ επαγγέλματος πολιτικών. Ήδη μάλιστα
βαίνει συντελούμενος και η ημέρα δεν είναι μακράν, καθ' ην θα
ευρεθώμεν προ τεραστίας φθοράς πλούτου, η οποία θα είναι η
συνέπεια αυτού. Το λάθος εν τούτοις δεν θα βαρύνη το
κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, αλλά το Κράτος, τροποποιήσαν αυθαιρέτως
την διανομήν του πλούτου.

Πάντοτε μεταξύ της φιλελευθέρας σχολής και της σοσιαλιστικής
συνεζητήθη το ζήτημα, εάν ο κεφαλαιούχος είναι χρήσιμος ή
άχρηστος. Εκείνο το οποίον ιδιαιτέρως ανήκει εις τον Κ. Μαρξ είναι
η λύσις την οποίαν έδωσε και η οποία βασίζεται απολύτως επί της
περιφήμου θεωρίας της &υπεραξίας&.

III

Ο Κ. Μαρξ δανείζεται από την «αστικήν πολιτικήν οικονομίαν» τους
όρους &αξία χρήσεως& και &ανταλλακτική αξία&. Ο δανεισμός ούτος
δεν είναι πολύ επιτυχής, διότι η χρήσις των δύο τούτων όρων, των
οποίων συνήθως η σημασία δεν έχει καλώς καθορισθή, έδωκε λαβήν εις
μέγαν αριθμόν σοφιστειών.

Η &αξία χρήσεως& φαίνεται να είναι διά τον Κ. Μαρξ, όπως και διά
τους οικονομολόγους «η ιδιότης του ικανοποιείν επιθυμίαν ή
εξυπηρετείν σκοπόν» (9). Όθεν κατά βάθος έχομεν την &χρησιμότητα&
(10) των νέων οικονομικών θεωριών.

Ο Κ. Μαρξ υποπίπτει εις το σφάλμα, το οποίον διεπράττετο και
διαπράττεται από πλείστους οικονομολόγους, δεν εδίδετο η δέουσα
προσοχή εις το ότι η &αξία χρήσεως& δεν είναι ιδιότης εγγενής εις
κάθε εμπόρευμα, όπως είναι η χημική σύνθεσις, το ειδικόν βάρος
κ.τ.λ. Τουναντίον είναι απλή συμβατική σχέσις μεταξύ εμπορεύματος
και ανθρώπου ή μεταξύ ανθρώπων. Το σφάλμα τούτο καταφαίνεται
περισσότερον εις την &ανταλλακτικήν αξίαν&, και τούτο είναι μία
των κυριωτέρων αιτιών, ήτις, κατά την γνώμην μας, περιέχεται εις
την θεωρίαν της υπεραξίας.

Ο Cairnes δίδει τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας «η σχέσις, εν
τη οποία τα οικονομικά αγαθά ανταλλάσσονται τα μεν διά των δε επί
ελευθέρας αγοράς».

Ο ορισμός ούτος είναι ακριβέστερος των εν χρήσει προγενεστέρως, ως
επί παραδείγματι του ορισμού του Mill, εν τούτοις όμως περιέχει
κάτι το ακαθόριστον, όπερ πρέπει να αποβάλλωμεν.

Πράγματι δεν υφίσταται ενιαία σχέσις, κατά την οποίαν
ανταλλάσσονται τα οικονομικά αγαθά εις αγοράν τινα: συνήθως
υπάρχουσι τόσαι σχέσεις, όσαι ανταλλαγαί πραγματικώς
συνετελέσθησαν. Αι ανταλλαγαί αύται ή εάν θέλωμεν αι αγοραί και αι
πωλήσεις αύται, είναι τα μόνα γνωστά μας γεγονότα. Αυτά μόνον
δύνανται να στηρίξουν τον συλλογισμόν μας. Ημείς είμεθα ελεύθεροι
να τα συνδυάσωμεν, καθ' ον τρόπον μας ευχαριστεί καλύτερον διά να
έχωμεν τον μέσον όρον ή πάσαν άλλην αφαίρεσιν (abstraction), αλλ'
εάν όμως θέλωμεν να σκεφθώμεν μετ' ακριβείας, δέον τότε να
καθορίσωμεν σαφώς πώς διαμορφώνομεν τας αφηρημένας ταύτας
οντότητας με τα πραγματικά γεγονότα, τα οποία έχομεν προ ημών.

Διά να αποφύγωμεν πάσαν σύγχυσιν με τους όρους, τους οποίους
μεταχειρίζεται ο Κ. Μαρξ, θα δανεισθώμεν από τον &Jevons& την
ονομασίαν μέτρον ανταλλαγής (taux d'échange) διά να δείξωμεν την
σχέσιν, εν τη οποία αντηλλάγησαν πραγματικώς δύο εμπορεύματα &εν
πραγματική τινι ανταλλαγή&.

Μία πλήρης θεωρία της αξίας έδει να μας επιτρέπη να εξηγήσωμεν
πάντα τα διάφορα &μέτρα ανταλλαγής&. Είναι ανάγκη άρα γε να
προσθέσωμεν, ότι μία τοιαύτη θεωρία είναι αδύνατος εν τη σημερινή
καταστάσει της επιστήμης και ότι τούτο θα συμβαίνει πάντοτε; Δέον
όθεν να περιορισθώμεν πρώτον, όπως άλλως τε και εις τας φυσικάς
επιστήμας, εις την μελέτην του κυρίου μέρους του φαινομένου και
κατόπιν, εφ' όσον θα τελειοποιείται η επιστήμη, των άλλων μερών
των ήττον σημαντικών (11).

Οι ξένοι προς τας μαθηματικάς επιστήμας και ενίοτε δυστυχώς και οι
κάτοχοι αυτών φέρονται ακατασχέτως εις το να χρησιμοποιούν ένα
μέσον όρον διά να εύρουν το κύριον μέρος φαινομένου τινός.
Πολλάκις λέγουν ο &μέσος όρος& μη γνωρίζοντες ή μάλλον
λησμονούντες ότι υπάρχει απειρία μέσων όρων. Επί παραδείγματι ο
μέσος όρος της αριθμητικής, της γεωμετρίας, της αρμονικής κ.τ.λ.

Ο τρόπος ούτος του ενεργείν είναι αμφίβολος και οι μέσοι ούτοι
όροι δεν παριστάνουν το φαινόμενον, το οποίον θέλομεν να
εξακριβώσωμεν καλύτερον από όσον θα παρίστανε τούτο αριθμός
λαμβανόμενος τυχαίως μεταξύ των άκρων ορίων δεδομένης σειράς
αριθμών.

Ο όρος &ανταλλακτική αξία&, τον οποίον χρησιμοποιεί ο Κ. Μαρξ,
παριστά μίαν οντότητα, ην μόνη η ανάγνωσις του &Κεφαλαίου& δεν
παρουσιάζει εις την ακριβή σχέσιν της με τα μέτρα ανταλλαγής,
άτινα είναι τα μόνα πραγματικά γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν από
της απόψεως ταύτης. Φαίνεται εν τούτοις ότι ο Κ. Μαρξ εννοεί διά
της ανταλλακτικής αξίας ένα ανταλλακτικόν μέτρον, πέριξ του οποίου
δέον να στρέφωνται αι πραγματικαί ανταλλαγαί ας παρατηρούμεν εις
την αγοράν (12).

Και διά να καθορίση την ανταλλακτικήν ταύτην αξίαν είχεν ίσως εν
νω αντίληψιν ανάλογον εκείνης, ην εκθέτει ο Stuart Mill λέγων:
«όταν η προσφορά και η ζήτησις κανονίζουν ούτω τας διακυμάνσεις
της αξίας, υποκύπτουν και αύται εις ανωτέραν δύναμιν, η οποία
περιστρέφει την αξίαν πέριξ του κόστους της παραγωγής και η οποία
θα την εσταματούσεν εις το σημείον τούτο, εάν νέαι και συνεχείς
αιτίαι διαταράξεων δεν την ηνάγκαζον να παρεκκλίνη ακαταπαύστως».

Την εποχήν κατά την οποίαν ο Κ. Μαρξ ήρχιζε τας μελέτας του επί
του κεφαλαίου, η «αστική πολιτική οικονομία» παρεδέχετο γενικώς
ότι η ανταλλακτική αξία καθωρίζετο υπό του κόστους της παραγωγής.
Ο Κ. Μαρξ αποδέχεται ως έχει την άποψιν ταύτην, εις ην όμως
προσθέτει μίαν άλλην, δηλαδή ότι το κόστος τούτο της παραγωγής
κανονίζεται από της «απλής» εργασίας χρησιμοποιουμένης διά την
επίτευξιν του παραχθέντος εμπορεύματος.

Η σύγχρονος πολιτική οικονομία καθορίζει σαφώς τας λειτουργίας
ενός κεφαλαιούχου από τας του εργολάβου· ο Κ. Μαρξ δεν τας χωρίζει
συνήθως. Αλλά τούτο δεν σημαίνει, ότι εξευρέθη το εναντίον της
θεωρίας επιχείρημα· διότι επί τέλους η εργασία του εργολάβου
δύναται να υπολογισθή εις την αξίαν του προϊόντος, όπως η εργασία
παντός άλλου συνεργάτου της παραγωγής.

Εξαρτών το κόστος της παραγωγής εκ της εργασίας μόνον, ο Κ. Μαρξ
ακολουθεί απλώς την θεωρίαν του Ρικάρδο. Συγκρίνοντες όμως τους
δύο ταύτους συγγραφείς, βλέπομεν αμέσως ότι ο Ρικάρδο διά του όρου
«εργασία» εννοεί τόσον την παρούσαν, όσον και την προγενεστέραν
τοιαύτην, ήτις παρέχει την συνδρομήν της εις την παραγωγήν υπό
μορφήν κεφαλαίου, ενώ ο Κ. Μαρξ δεν έχει υπ' όψει του ειμή μόνον
την παρούσαν εργασίαν και ουχί την προγενεστέραν, την οποίαν
περιλαμβάνει εις τας συνήθεις συνθήκας της παραγωγής.

Αι νέαι οικονομικαί θεωρίαι καθορίζουν τουναντίον, ότι εκ της
ανταλλακτικής αξίας εξαρτάται το κόστος της παραγωγής, ήτοι ο
καταβαλλόμενος διά την προμήθειαν των εμπορευμάτων κόπος (13).

Θέλοντες να απομακρύνωμεν κατά το δυνατόν παν μη ουσιώδες
επιχείρημα εν τη κριτική, την οποίαν ενεργούμεν, θα αφήσωμεν
ενταύθα κατά μέρος πάσαν συζήτησιν επί του σημείου τούτου των
οικονομικών θεωριών. Δυνάμεθα να ακολουθήσωμεν την οδόν ταύτην
τοσούτον, ευκολώτερον, όσον εις το βάθος, αι δύο θεωρίαι συμφωνούν
διά ν' αναγνωρίσουν τέλος την ισότητα της ανταλλακτικής αξίας προς
το κόστος της παραγωγής, γεγονός σημαντικόν διά να δυνηθώμεν να
συζητήσωμεν την άποψιν του Κ. Μαρξ, συμφώνως τη οποία η
ανταλλακτική αξία δεν εξαρτάται ή εκ της «απλής» εργασίας της
περιεχομένης εις εμπόρευμά τι και μετρείται ακριβώς διά της
ποσότητος ταύτης της «απλής» εργασίας.

Ο Κ. Μαρξ παρατηρεί, ότι ένα εμπόρευμα δύναται ν' ανταλλαγή μετ'
άλλου εις διαφόρους αναλογίας. «Εν τούτοις η ανταλλακτική του αξία
παραμένει αναλλοίωτος, όπως δήποτε και αν εκφρασθή αύτη, εις Χ
σιγάρα, Ψ μέταξαν, Ω χρυσόν και ούτω καθ' εξής. Δέον όθεν αύτη να
έχη περιεχόμενον διάφορον των εκδηλώσεων τούτων.»  Το περιεχόμενον
τούτο κατά τον Κ. Μαρξ είναι η αναγκαία ποσότης της απλής εργασίας
διά την παραγωγήν του εμπορεύματος.

Αναμφιβόλως υπάρχει κάτι διακριτικόν εις τας διαφόρους εκφράσεις,
ας αναφέρει ο Κ. Μαρξ, αλλά τούτο δεν είναι «περιεχόμενον του
εμπορεύματος», είναι όμως, όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής,
η εκτίμησις, με την οποίαν οι ανταλλαγείς εκτιμούν την αξίαν
χρήσεως των ανταλλασσομένων εμπορευμάτων.

Ο Κ. Μαρξ αρνείται τούτο, διότι, κατ' αυτόν, είναι φανερόν ότι
κάμνομεν αφαίρεσιν της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων, όταν
ανταλλάσσωμεν ταύτα».

Όταν πρόκειται περί μέτρου ανταλλαγής το αντίθετον είναι φανερόν.
Έχετε ύδωρ όσον σας χρειάζεται διά τας πλέον επειγούσας ανάγκας
σας και σας προσφέρουν ένα βαρέλιον ύδατος εις αντάλλαγμα του
ωρολογίου σας, σεις αρνείσθε την γελοίαν ταύτην πρότασιν. Διατί;
διότι, υφ' ας συνθήκας ευρίσκεσθε, &η αξία χρήσεως& ενός βαρελίου
ύδατος, προστιθεμένη εις την ποσότητα του ύδατος, την οποίαν έχετε
ήδη είναι δι' υμάς πολύ μικροτέρα &της αξίας χρήσεως& του
ωρολογίου σας. Αλλ' εάν έχετε απόλυτον ανάγκην ύδατος διά να
κορέσετε την δίψαν σας, μετ' ευγνωμοσύνης θα αποδεχθήτε τοιαύτην
πρότασιν, διότι τότε &η αξία χρήσεως της προσφερομένης εις υμάς
ποσότητος ύδατος&, σας είναι πολύ μεγαλυτέρα &της αξίας χρήσεως&
του ωρολογίου σας.

Βλέπομεν όθεν, όταν πρόκειται μόνον περί μέτρου ανταλλαγής η
αντίληψις της εις το εμπόρευμα περιεχομένης εργασίας δεν
επεμβαίνει διά τον καθορισμόν των, είναι δε αδύνατον να θέσωμεν τα
γεγονότα ταύτα εν αρμονία με την θεωρίαν την οποίαν εξετάζομεν.

Ο Κ. Μαρξ όμως, θέτων την θεωρίαν ταύτην, έδει να έχη υπ' όψιν
του, ως άλλως τε παρετηρήσαμεν, άλλο τι ή το μέτρον ανταλλαγής
(taux d' echange).

Ιδού τι θα ήτο δυνατόν να ελέγομεν. Είναι αληθές ότι ο στερούμενος
ύδατος θα δώση μέγα ποσόν διά ν' αποκτήση, αλλά και τούτο θα
εχρησίμευεν ως δόλωμα διά να ελκύση πολλούς κομιστάς ύδατος· ο δε
συναγωνισμός των θα έχη ως αποτέλεσμα την πτώσιν &της
ανταλλακτικής αξίας& του ύδατος και την διακύμανσιν ταύτης πέριξ
μιας &κανονικής αξίας&. Την αξίαν ταύτην έχομεν υπ' όψει.

 —  Πώς θα ευρεθή το &κανονικόν αυτό μέτρον ανταλλαγής&; Εάν
υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος έχει καθημερινώς ανάγκην
ενός βαρελίου, ούτε περισσότερον ούτε ολιγώτερον, τότε οι κομισταί
του ύδατος θα εξακολουθήσουν τον συναγωνισμόν των μέχρι του
σημείου, ώστε ο πόνος τον οποίον τοις προξενεί η μεταφορά του
ύδατος, θα είναι ακριβώς ίσος με τον πόνον τον οποίον θα τοις
επροξένει η στέρησις του εμπορεύματος το οποίον λαμβάνουν εις
αντάλλαγμα της μεταφοράς ταύτης.

 —  Το φαινόμενον πράγματι δεν είναι και τόσον απλούν, διότι εφ'
όσον η αξία του ύδατος ελαττούται η κατανάλωσίς του αυξάνει. Εν
πάση όμως περιπτώσει το σημείον της ισορροπίας καθορίζεται εκ του
γεγονότος, ότι αφ' ενός μεν ο καταναλωτής, διά μίαν νέαν λίτραν
ύδατος προστιθεμένην εις την καθημερινήν κατανάλωσιν, θα είχεν
ευχαρίστησιν ίσην εκείνης, ην θα απήλαυεν εκ της καταναλώσεως του
εμπορεύματος, το οποίον έδει να έδιδε εις ανταλλαγήν της λίτρας
ταύτης του ύδατος, και ότι αφ' ετέρου, οι φορείς του ύδατος, διά
την μεταφοράν της νέας ταύτης λίτρας του ύδατος θα εδοκίμαζον
πόνον ίσον προς εκείνον, τον οποίον θα τοις επροξένει η στέρησις
του εμπορεύματος, το οποίον θα ελάμβανον ως αντάλλαγμα (14).

 — Ουσιώδες επίσης είναι να παρατηρήσωμεν ότι οι ανταλλαγείς δεν
οδηγούνται παρ' ενός μέσου όρου, αλλά κυρίως εκ της εκτιμήσεως της
&αξίας χρήσεως& και του τελευταίου μορίου του ανταλλασσομένου
εμπορεύματος. Εκ του γεγονότος τούτου γεννάται σειρά ολόκληρος
σημαντικωτάτων φαινομένων, των οποίων ειδική περίπτωσις είναι η
&έγγειος πρόσοδος& (rente) του Ρικάρδο. Άλλα τινά φαινόμενα
εμελετήθησαν υπό συγχρόνων οικονομολόγων, οι οποίοι αντικατέστησαν
τας λέξεις, &υπεραξίαν& (plus-value) και (moins-value) &υπό
αξίαν& με την λέξιν &πρόσοδον& (15).

Από μιας απόψεως, είναι αληθές ότι η &ανταλλακτική αξία& ενός
εμπορεύματος απορρέει εκ της αξίας του &χρήσεως&. Η ανταλλακτική
αξία δεν απορρέει κατ' ευθείαν, αλλ' είναι η συνέπεια της σχέσεως,
την οποίαν εγκαθιστά πας συμβαλλόμενος μεταξύ της &αξίας χρήσεως&
εκείνου που λαμβάνει και της &αξίας χρήσεως& εκείνου που δίδει.

Πράγματι δεν αγοράζομεν εμπορεύματα· αγοράζομεν &αξίας χρήσεως&: Ο
αγοράζων καφφέ δεν ενδιαφέρεται ποσώς εάν ο καφφές ούτος είναι
σπόρος ωρισμένης χημικής συνθέσεως. Εκείνο το οποίον αγοράζει
είναι η ευχαρίστησις, την οποίαν θα αισθανθή πίνων τον καφφέν του.
Και την ευχαρίστησιν ταύτην συγκρίνει με την ευχαρίστησιν, της
οποίας πρέπει να στερηθή δίδων εις αντάλλαγμα του καφφέ
οικονομικόν τι αγαθόν, το οποίον ηδύνατο ν' απολαύση.

Διά να ακολουθήσωμεν τον συγγραφέα δεν ελάβομεν υπ' όψει τας
τυχαίας διακυμάνσεις του ανταλλακτικού μέτρου, ως επίσης και τα
λίαν σημαντικά φαινόμενα της εγγείου προσόδου (16). Τούτο όμως δεν
αρκεί διά να στηρίξωμεν την θεωρίαν ότι η ανταλλακτική αξία
μετρείται υπό της εργασίας.

Πράγματι ας υποθέσωμεν ότι ο καταναλωτής του ύδατος είναι
υποδηματοποιός πληρώνων υποδήματα εις τους φορείς ύδατος, εκείνο
το οποίον μας αποκαλύπτει το γεγονός της ανταλλαγής είναι η
εκτίμησις της ισότητος, την οποίαν κάμνει ο υποδηματοποιός μεταξύ
του κόπου του δαπανωμένου διά την κατασκευήν ενός ζεύγους
υποδημάτων και του πόνου, τον οποίον δοκιμάζει στερούμενος ύδατος,
το οποίον θα είχεν ως αντάλλαγμα· και εκ μιας άλλης παρομοίας
εκτιμήσεως ισότητος, την οποίαν κάμνουν οι φορείς ύδατος μεταξύ
του κόπου, τον οποίον θα τοις έδιδεν η μεταφορά μιας νέας
ποσότητος ύδατος και του πόνου, τον οποίον θα εδοκίμαζον
στερούμενοι των υποδημάτων, τα οποία θα τοις επρομήθευεν η
μεταφορά της ποσότητος ταύτης του ύδατος.

Αλλ' αι δύο αύται κεχωρισμέναι ισότητες δεν παρουσιάζουν τρίτην
ισότητα μεταξύ του κόπου, τον οποίον προξενεί εις τον
υποδηματοποιόν η κατασκευή του ζεύγους των υποδημάτων και του
κόπου, τον οποίον προξενεί εις τους φορείς του ύδατος η μεταφορά
της ποσότητος του εις αντάλλαγμα των υποδημάτων χορηγηθησομένου
ύδατος. Αμφότεροι οι κόποι ούτοι είναι κυρίως υποκειμενικαί
αντιθέσεις, αίτινες εν ουδεμιά περιπτώσει δύνανται να συγκριθούν
μεταξύ των, όταν πρόκειται περί διαφόρων ατόμων.

Διά να πλησιάσωμεν εις την θεωρίαν του Κ. Μαρξ, ας παραδεχθώμεν,
ότι οι κόποι ούτοι είναι ανάλογοι προς την &απλήν& εργασίαν διά
την κατασκευήν των υποδημάτων ως και προς εκείνην της μεταφοράς
του ύδατος. Τούτο όμως δεν αρκεί. Δέον να υποθέσωμεν εξ άλλου ότι
ουδεμία περίπτωσις, ούτε έσωθεν ούτε έξωθεν εμποδίζει τους
υποδηματοποιούς και τους φορείς του ύδατος ν' αλλάξουν επάγγελμα
εις τρόπον ώστε να τοις είναι αδιάφορον, εάν θα προμηθευθούν το
εμπόρευμα αμέσως ή δι' ανταλλαγής.

Εν τοιαύτη περιπτώσει, πραγματικώς, ο κόπος, τον οποίον δοκιμάζει
ο υποδηματοποιός διά την κατασκευήν ενός ζεύγους υποδημάτων είναι
ίσος με εκείνον, τον οποίον θα εδοκίμαζε μεταφέρων το ύδωρ, το
οποίον θα ελάμβανεν εις αντάλλαγμα. Διά τον κομιστήν του ύδατος ο
κόπος είναι ο αυτός διά την μεταφοράν του ύδατος, το οποίον δίδει
εις αντάλλαγμα του ζεύγους των υποδημάτων με εκείνον, τον οποίον
θα εδοκίμαζε κατασκευάζων ο ίδιος το ζεύγος τούτο των υποδημάτων.

Ούτω, αφού αμφότεροι οι κόποι υπολογίζονται υπό της απλής
εργασίας, η οποία ενταύθα είναι σχετική, έπεται εκ τούτου ότι αι
ποσότητες της απλής εργασίας αι περιεχόμεναι εις τα υποδήματα και
το ύδωρ είναι ίσαι· έχομεν δηλαδή προ ημών το θεώρημα του Κ. Μαρξ
(17).

Δυστυχώς αι υποθέσεις, τας οποίας ηναγκάσθημεν να κάμωμεν διά να
καθορίσωμεν την θεωρίαν ταύτην της αφαιρούν πάσαν αξίαν εάν
θέλωμεν να τας χρησιμοποιήσωμεν διά να αποδείξωμεν ότι μόνη η
εργασία, αποκλειομένου του κεφαλαίου, καθορίζει και μετρά την
ανταλλακτικήν αξίαν. Πράγματι, μεταξύ των εξωτερικών
(extrinsèques) περιστάσεων, αι οποίαι εμποδίζουν τον κομιστήν του
ύδατος να γίνη υποδηματοποιός και τανάπαλιν, εμφανίζεται κυρίως η
διάφορος ποσότης του (&απλού&) κεφαλαίου του αναγκαιούντος διά τας
βιομηχανίας ταύτας.

Η εξέτασις της απόψεως της χρησιμευούσης ως βάσις εις ολόκληρον
την θεωρίαν του Κ. Μαρξ μας θέτει όθεν μεταξύ δύο σκοπέλων. Ή δεν
δυνάμεθα να συμβιβάσωμεν την άποψιν ταύτην με τα πραγματικά
γεγονότα, ή είμεθα υποχρεωμένοι να προστρέξωμεν εις υποθέσεις
τοιαύτας, ώστε να μη καταλήγωμεν εις τίποτε άλλο ειμή εις την
επανάληψίν των, όταν εκθέτωμεν την άποψιν ταύτην.

Πράγματι είναι φανερό ν, ότι εάν ορίσωμεν το κόστος της παραγωγής
— ίσον προς την ανταλλακτικήν αξίαν — κατά τρόπον αποκλείοντα την
εξέτασιν της σχέσεως προς το (απλούν) κεφάλαιον, ουδεμίαν
αισθανόμεθα ακολούθως δυσκολίαν όπως αποδείξωμεν ότι το κόστος της
παραγωγής και το προς αυτό ίσον, η ανταλλακτική αξία ουδαμώς
εξαρτώνται εκ της χρήσεως του κεφαλαίου.

Ο Κ. Μαρξ δεν δύναται να κατηγορηθή διά τον κυκλικόν του τούτον
συλλογισμόν· και δεν τον απέφυγε ειμή διότι επεφυλάχθη να δώση
επακριβώς τον ορισμόν της ανταλλακτικής αξίας χρησιμοποιήσας
αορίστους εκφράσεις ως παρ. χάριν «αι κανονικαί συνθήκαι της
παραγωγής», και άλλας παρομοίας.

Ωφέλιμον είναι να εξετάσωμεν εκ του πλησίον πώς εσχηματίσθη το
σόφισμα τούτο, όπερ ήγαγε εις το σφάλμα τον Κ. Μαρξ.

Εις το βάθος πλείστων συζητήσεων επί ζητημάτων πολιτικής
οικονομίας ευρίσκονται πάντοτε υπό μορφήν ολίγον διάφορον παρόμοια
σοφίσματα. Διά ν' ανακαλύψωμεν το σφάλμα πρέπει ν'
αντικαταστήσωμεν τας λέξεις διά των πραγμάτων, τα οποία συνήθως
αντιπροσωπεύουν αύται, διότι συνηθέστατα ένεκα του διφορουμένου
των ορισμών η &petitio principii& υπεισδύει εις τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ θέλει να αποδείξη ότι, το μέρος της ανταλλακτικής αξίας,
το οποίον λαμβάνει ο κεφαλαιούχος αφαιρείται εκ της εργασίας. Εάν
η ανταλλακτική αξία του προϊόντος ήτο μεγαλειτέρα του ποσού της
εργασίας (υπολογιζομένου τούτου με κατάλληλον μονάδα) της
περιεχομένης εις το εμπόρευμα δυνάμεθα να είπωμεν ότι ο
κεφαλαιούχος λαμβάνει το πλεόνασμα τούτου· αλλ' εάν η ανταλλακτική
αξία του προϊόντος είναι ακριβώς ίση προς το ποσόν της
περιεχομένης εις το εμπόρευμα εργασίας, είνε φανερόν ότι ο
κεφαλαιούχος αφαιρεί μερίδα της εργασίας ταύτης.

Εις την περιεχομένην εις το εμπόρευμα εργασίαν συμπεριλαμβάνεται
εξ άλλου η αναγκαία εργασία διά την επιδιόρθωσιν των κτιρίων, των
μηχανών κ.τ.λ. ως και γενικώς εκείνη διά την διατήρησιν του
κεφαλαίου. Εις την χρήσιν μόνον του κεφαλαίου τούτου, ανεξαρτήτως
της φθοράς του ο Κ. Μαρξ αρνείται ότι δύναται να παράγη
ανταλλακτικήν αξίαν.

Το πρόβλημα όθεν έχει ως εξής: το (απλούν) κεφάλαιον δύναται
ανεξαρτήτως της φθοράς του να παράγη ανταλλακτικήν αξίαν; ή με
άλλας λέξεις: Η χρήσις του κεφαλαίου τούτου αποτελεί ναι ή όχι
μέρος του κόστους της παραγωγής;

Κάθε οικονομικόν πρόβλημα εξαρτάται από ψυχολογικόν τι πρόβλημα,
διότι κατά βάθος πρόκειται, ν' ανακαλύψωμεν τους κανόνας κατά τους
οποίους ενεργούν οι άνθρωποι. Τα αίτια δε των ανθρωπίνων πράξεων
είναι γενικώς πολυάριθμα και ως εκ τούτου πάσα θεωρία παραδεχομένη
μόνον έν, και αποκλείουσα κάθε άλλο είναι ατελής. Είναι λοιπόν
επάναγκες πάντοτε να βεβαιώμεθα, εάν αι αιτίαι τας οποίας
παρημελήσαμεν δεν έχουν σημαντικήν επιρροήν επί των φαινομένων τα
οποία μελετώμεν. Ιδού όμως πώς υποπίπτωμεν συνήθως εις λάθος.

Εάν Α, Β, Γ . . . . . είναι αιτίαι παράγουσαι φαινόμενον τι, δεν
είναι δύσκολον να εύρωμεν περιπτώσεις κατά τας οποίας ενώ η Α.
αιτία παραμένει σταθερά, το φαινόμενον ποικίλλει, γεγονός
αποκλείον την Α. αιτίαν από του να είναι η μόνη αιτία της
παραγωγής του φαινομένου. Εις τούτο απαντώμεν είτε απορρίπτοντες
τας αιτίας Β. Γ . . . . . εις τας λεγομένας «κανονικάς» συνθήκας
των φαινομένων, ή αποδεχόμενοι τας αιτίας ταύτας ως
χαρακτηριστικάς περιστάσεις της Α. αιτίας. Είτα αποκλείσαντες a
priori τας Β και Γ . . . . . δεν δυσκολευόμεθα ν' αποδείξωμεν ότι
η Α. αιτία είναι η μόνη αιτία του φαινομένου.

Δεν ευρίσκεται μόνον η χρήσις του απλού κεφαλαίου εις σχέσιν με
την αξίαν, αλλ' επίσης πάσαι αι περιπτώσει εν αις αύτη παράγεται.
Ο Κ. Μαρξ αναγνωρίζει τούτο, αλλ' απαλλάσσεται της δυσκολίας
ταύτης με τας «κανονικάς» συνθήκας της παραγωγής. «Ο κοινωνικώς
αναγκαίος χρόνος εις την παραγωγήν των εμπορευμάτων είναι εκείνος,
τον οποίον απαιτεί πάσα εργασία εκτελουμένη με τον μέσον βαθμόν
της δεξιότητος και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αίτινες εν
σχέσει προς το δοθέν κοινωνικόν περιβάλλον είναι κανονικαί».

Αι &κανονικαί& όμως αύται συνθήκαι εξαρτώνται εκ της ποσότητος του
κεφαλαίου του υπάρχοντος εις την χώραν και της διανομής της
ποσότητος αυτής κεφαλαίου μεταξύ των διαφόρων βιομηχανιών.

«Εάν εις δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, κλωστική μηχανή είναι το
&κανονικόν& όργανον της νηματουργίας, δεν πρέπει να θέσωμεν εις
τας χείρας του νηματουργού ένα κλώστην». Βεβαίως, αλλά διά να
χρησιμοποιήσωμεν μίαν κλωστικήν μηχανήν πρέπει να την έχωμεν.

Η ραπτομηχανή είναι προφανώς εις την κοινωνίαν μας το «κανονικόν»
όργανον της ραπτικής· πόσαι όμως οικοδέσποιναι στερούνται μηχανών!
Ποίος είναι ο κανονικός αριθμός των εν τη κοινωνία μας ραπτικών
μηχανών; Είναι αδύνατον ν' απαντήσωμεν εις την ερώτησιν ταύτην
χωρίς να υπεισέλθη κατά το μάλλον ή ήττον κεκαλυμμένως η έννοια
του (απλού) κεφαλαίου.

Εάν η εξήγησις του σοφίσματος, την οποίαν εδώσαμεν είναι αληθής,
δυνάμεθα χρησιμοποιούντες τας ιδίας λέξεις να θεωρήσωμεν μίαν
οιανδήποτε των αιτιών Β, Γ . . . . ως κυρίαν απορρίπτοντες τας
άλλας μετά της Α αιτίας εις τας &κανονικάς& συνθήκας του
φαινομένου.

Τούτο θα επιχειρήσωμεν να επαληθεύσωμεν επί του παραδείγματος της
θεωρίας του Κ. Μαρξ. Είναι εύκολον να ίδωμεν ότι δυνάμεθα
αλλάσσοντες λέξεις τινάς της θεωρίας ταύτης, ν' αποδείξωμεν ότι η
ανταλλακτική αξία (18) εξαρτάται αποκλειστικώς εκ του (απλού
κεφαλαίου).

Διά τούτο θα παρατηρήσωμεν κατ' αρχάς ότι τα εμπορεύματα έχουν
ανάγκην διά την παραγωγήν των διαφόρων ποσοτήτων κεφαλαίου,
χρησιμοποιουμένου κατά διάφορον χρονικά διαστήματα. Διά να πίωμεν
ύδωρ, αρκεί να μεταβώμεν εις τον ρύακα. Διά να πίωμεν οίνον,
πρέπει να σκάψωμεν το έδαφος, να φυτεύσωμεν την άμπελον, να
εφοδιασθώμεν με πιεστήριον, βαρέλια, υπόγειον κ.λ.π. Διά να
συλλέξωμεν κορόμηλα, αρκεί να μεταβώμεν εις το δένδρον διά να
έχωμεν όμως δαμάσκηνα (reines claudte), δέον να εφοδιασθώμεν με
αρπάγην.

«Της αξίας χρήσεως των εμπορευμάτων τεθείσης κατά μέρος δεν
απομένει πλέον εις αυτά ή μία ιδιότης, ότι ταύτα είναι προϊόντα
του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ (19).

«Η ποσότης της αξίας ενός εμπορεύματος θα παρέμενε προφανώς
σταθερά εάν ο αναγκαίος εις την παραγωγήν του χρόνος ήτο σταθερός.
Αλλ' ο τελευταίος ούτος ποικίλλει εις κάθε τροποποίησιν της
παραγωγικής δυνάμεως του ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το οποίον και τούτο εξαρτάται
εκ διαφόρων περιπτώσεων, μεταξύ άλλων της μέσης ικανότητος των
εργατών . . . . . . των κανονικών συνδυασμών της παραγωγής,
κ.λ.π.».

Τούτου τεθέντος, δυνάμεθα να εξακολουθήσωμεν και να αποδείξωμεν
ότι η εργασία σφετερίζεται μέρος της υπεραξίας της δημιουργηθείσης
υπό του κεφαλαίου.

Μία ράπτρια ενοικιάζει ραπτικήν μηχανήν αντί 30 λεπτών την ημέραν.
Η εργασία 3 ωρών της μηχανής ταύτης παράγει: 1ο τα 30 λεπτά του
ενοικίου της μηχανής· 2ο το ποσόν των 70 λεπτών, του οποίου έχει
απαραιτήτως ανάγκην η εργάτρια διά να ζήση.

Αλλά «Η ΕΡΓΑΤΡΙΑ» επλήρωσε την ημερησίαν αξίαν της εργασίας της
ΜΗΧΑΝΗΣ· η χρήσις της λοιπόν κατά την ημέραν, και η εργασία μιας
ολοκλήρου ημέρας της ανήκει. Τώρα, ότι η συντήρησις της ΜΗΧΑΝΗΣ
ταύτης, δεν κοστίζει ειμή ΤΡΕΙΣ ΩΡΑΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΤΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ, αν
και η μηχανή ηδύνατο να εργασθή ολόκληρον την ημέραν . . . . .
τούτο είναι ιδιαιτέρας ευτυχής σύμπτωσις διά την ΕΡΓΑΤΡΙΑΝ ΑΥΤΗ
προείδε την περίπτωσιν και δι' αυτό γελά». Εργάζεται την μηχανήν
επί 6 ώρας και οικειοποιείται την αξίαν την δημιουργηθείσαν υπό
της μηχανής κατά την τρίωρον ταύτην εργασίαν.

Δυνάμεθα όθεν να συμπεράνωμεν ότι η υπό του Κ. Μαρξ διδομένη
απόδειξις της απόψεως ότι η ανταλλακτική αξία μετράται ακριβώς υπό
του ποσού της εργασίας της ενσωματωμένης εις το προϊόν περιέχει
επανάληψιν αρχών.

Η οικονομική παραγωγή μετατρέπει πράγματι αγαθά τινα εις άλλα, τα
οποία δέον να έχουν &αξίαν τινά χρήσεως& (μίαν χρησιμότητα)
μεγαλυτέραν εκείνης των οικονομικών αγαθών, εκ των οποίων ταύτα
προέρχονται, άλλως κανείς δεν ήθελε συνεχίση την ταύτην. Το
πλεόνασμα της ούτω παραχθείσης αξίας χρήσεως διανέμονται οι
διάφοροι παράγοντες της παραγωγής, δηλαδή οι εργάται και οι
ιδιοκτήται των οικονομικών αγαθών, οίτινες συνεργάζονται εις την
παραγωγήν. Αυτή η εργασία είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως και όλα
τα άλλα.

Το προϊόν γεννάται οικονομικώς εκ της ενώσεως της παρελθούσης
εργασίας (απλούν κεφάλαιον) και άλλων οικονομικών αγαθών μετά της
παρούσης εργασίας, όπως το ύδωρ παράγεται εκ της χημικής ενώσεως
του οξυγόνου και υδρογόνου. Δεν είναι δυνατόν ν' αποδώσωμεν το
οικονομικόν προϊόν εις την παρούσαν εργασίαν μη συμβαλούσης της
παρελθούσης ή τανάπαλιν, όπως δεν είναι δυνατόν ναποδώσωμεν την
παραγωγήν του ύδατος εις το οξυγόνον αφαιρούντες το υδρογόνον ή
και τανάπαλιν.

Τώρα είναι βέβαιον ότι εάν το κράτος οικειοποιηθή όλα τα κεφάλαια
θα δύναται να χορηγή ταύτα προς χρήσιν δωρεάν εις τους εργάτας
εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Το αυτό θα συμβή εάν το κράτος
υποδουλώσει όλους τους εργάτας, διότι τότε θα δύναται να χορηγήση
δωρεάν εις τους κεφαλαιούχους την χρήσιν της εργασίας των εργατών,
εξαιρέσει των εξόδων συντηρήσεως. Τούτο όμως δεν είναι το
απασχολούν ημάς ζήτημα, διότι ο Κ. Μαρξ καθορίζων τας απόψεις του
επί της ανταλλακτικής αξίας και υπεραξίας, έχει βεβαίως υπ' όψει
του τα σήμερον υπάρχοντα και όχι τα δυνάμενα να γίνουν υπό
διαφόρους συνθήκας της οικονομικής οργανώσεως της κοινωνίας.

Είναι αληθώς αξιοπαρατήρητος η δυσκολία την οποίαν δοκιμάζει όχι
μόνον ο Κ. Μαρξ, αλλά και πολλοί άλλοι ακόμη προσπαθούντες να
εννοήσουν τον ρόλον του κεφαλαίου εν τη παραγωγή. Μέρος της
δυσκολίας ταύτης οφείλεται εις αίτια αισθηματικά, αλλά το κύριον
μέρος πηγάζει εκ της ελλείψεως αυστηράς εφαρμογής των
χρησιμοποιουμένων όρων.

Εκείνο το οποίον επηύξησε την σύγχυσιν είναι ότι συγγραφείς τινές
επεφορτίσθησαν να αποδείξουν ότι το κεφάλαιον έχει δικαίωμα — ή
δεν έχει δικαίωμα εις αμοιβήν τινά.

Η πολιτική οικονομία δεν ενδιαφέρεται διά τούτο. Μελετά μόνον τας
συνθήκας υπό τας οποίας παράγεται και διανέμεται ο πλούτος και
καθορίζει πώς δύναται τις να επιτύχη το μάξιμουμ του ηδονισμού διά
το άτομον και το μάξιμουμ του ηδονισμού διά το είδος (20).

Ο συλλογισμός τον οποίον πολλοί αντιτάσσουν εις τας θεωρίας του Κ.
Μαρξ λέγοντες: «ο ιδιοκτήτης μιας οικίας δύναται να μη δεχθή εν
αυτή ουδένα, έχει το λοιπόν το δικαίωμα, εάν δεχθή ενοικιαστήν, να
ζητήση ενοίκιον», περιέχει μίαν επανάληψιν αρχών, διότι
αμφισβητείται ακριβώς το δικαίωμα του ιδιοκτήτου να διαθέτη την
οικίαν. Το πραγματικόν ζήτημα το οποίον πρέπει να λυθή είναι μόνον
εάν, εις την ώθησιν των ανθρώπων προς ανέγερσιν οικιών, το δόλωμα
του ενοικίου, το οποίον θα λάβη είναι ή όχι το μέσον το παράγον το
μάξιμουμ της ευτυχίας εν τη κοινωνία. Άλλοι συγγραφείς, ομιλούντες
επί της ανταλλακτικής αξίας φαίνονται να παραδέχονται ότι αύτη
είναι &ποσόν ενεργείας — , όπως είναι η ζώσα δύναμις εις την
μηχανικήν, μία δύναμις θερμότητος, ηλεκτρισμού κ.λ.π. — , ήτις
δύναται μεν να τροποποιηθή ουχί όμως και να δημιουργηθή ή
καταστραφή. Φαντάζονται τότε ότι εις το γεγονός ότι η χρήσις του
κεφαλαίου δύναται ν' αυξήση την αξίαν, υπάρχει είδος τι
δημιουργίας εκ του μηδενός, η οποία όμως δεν είναι δυνατόν να γίνη
αποδεκτή. Αλλ' η αξία δεν είναι παρά σχέσις, ούτε δε είναι
μυστήριον ότι η χρήσις του κεφαλαίου ή παντός άλλου τρόπου
παραγωγής των εμπορευμάτων δύναται ν' αλλάξη την σχέσιν ταύτην.

Μεταξύ των κυριωτέρων χαρακτήρων του κεφαλαίου ευρίσκομεν: ότι
τούτο έχει την ιδιότητα της αυξήσεως της παραγωγικότητος της
εργασίας (J. B. Say), ότι συνηθέστερον είναι ο καρπός της
οικονομίας (Senior), ότι η δράσις του αυξάνεται εν τω χρόνω (Böhm
— Bawerk). Έκαστον των χαρακτήρων τούτων εξέλεξαν κατά σειράν ως
την αποκλειστικήν αιτίαν Α, η όποια παρουσιάζει το κεφάλαιον ως
ένα των παραγόντων της παραγωγής και ημέλησαν τους άλλους
χαρακτήρας Β, Γ . . . . . κλπ. των οποίων όμως δεν ηδύναντο να
αρνηθώσι την επιρροήν είτε περιλαμβάνοντες αυτούς μεταξύ των δήθεν
«κανονικών» συνθηκών, είτε χρησιμοποιούντες αυτούς, ως απλά
χαρακτηριστικά του χαρακτήρος τον οποίον εξέλεξαν.

Εις την πραγματικότητα το κεφάλαιον είναι οικονομικόν αγαθόν, όπως
όλα τα άλλα. Είναι αληθές ότι ο άνθρωπος διά της χρήσεώς του
αποφεύγει ένα κόπον ή με άλλας λέξεις ικανοποιεί ανθρωπίνην
ανάγκην. Εξ άλλου όμως τούτο υφίσταται εν περιωρισμένη ποσότητι,
τουλάχιστον εις την κοινωνίαν μας. Κέκτηται όθεν ιδιότητες,
αίτινες μας εχρησίμευσαν διά τον καθορισμόν των οικονομικών
αγαθών, και οφείλομεν κατά συνέπειαν να το αναγνωρίσωμεν ως
τοιούτον.

Μία ύλη δύναται να λάβη διαφόρους οικονομικούς χαρακτήρας αναλόγως
των χρήσεων, εις ας προσαρμόζεται. Επί παραδείγματι, η όρυζα
δύναται να καταναλωθή απ' ευθείας υπό του κατόχου της — αυτός
επίσης δύναται να την χρησιμοποιήση διά την διατροφήν ορνιθίων, τα
οποία θα φάγη — δύναται αύτη να θρέψη εργάτας, οι οποίοι
καλλιεργούν ορυζώνα — δύναται να θρέψη εργάτας, οι οποίοι θα
κατασκευάσουν δίτροχον προς μεταφοράν της κατά την προσεχή
εσοδείαν κ.λ.π.

Η οικονομική επιστήμη πρέπει να διακρίνη πάντα τα γεγονότα ταύτα.
Ολίγον ενδιαφέρουν αι ονομασίαι. Εις την πρώτην περίπτωσιν,
δυνάμεθα να είπωμεν, ότι η όρυζα είναι οικονομικόν αγαθόν πρώτης
τάξεως, και ότι εις τας άλλας περιπτώσεις είναι οικονομικόν αγαθόν
δευτέρας τάξεως, τρίτης τάξεως κ.λ.π. Δυνάμεθα ακόμη να είπωμεν
ότι η όρυζα η χρησιμεύουσα διά την διατροφήν των καλλιεργούντων
τον ορυζώνα εργατών, και η διά την διατροφήν των εργατών
αμαξοποιών, είναι κεφάλαιον.

Ανάλογα των προηγουμένων γεγονότων θα είναι και εκείνα κατά τα
οποία, της ορύζης ανταλλασσομένης διά νομίσματος ο κάτοχος τούτου
θα έθετε τούτου κατόπιν εις χρήσιν: ή διά να αγοράση την τροφήν
του, ή διά να πληρώση την τροφήν των ορνιθίων του ή την των
εργατών του ορυζώνος, ή των εργατών αμαξοποιών.

Γενικώς όθεν όταν έν και το αυτό οικονομικόν αγαθόν — ή έν και το
αυτό ποσόν χρημάτων — χρησιμοποιείται κατά διαφόρους τρόπους,
εκάστη των δύο τούτων χρήσεων αντιπροσωπεύει διάφορον οικονομικήν
οντότητα, εκάστη δε τούτων έχει ιδίαν αξίαν χρήσεως, διά την
οποίαν προσφέρουν εις την αγοράν διαφόρους τιμάς, μέχρις ότου της
μιας χρήσεως εκτεινομένης της άλλης περιοριζομένης, φθάνομεν διά
του παιγνίου της προσφοράς και ζητήσεως εις την ισορροπίαν των
τιμών.

Αυτός ο Κ. Μαρξ μας δίδει παράδειγμα οικονομικών αγαθών
φαινομενικώς ίσων, πραγματικώς όμως βαθέως διαφόρων, όταν παρατηρή
ότι η ομαδική εργασία (travail collectif) αριθμού τινος εργατών
είναι κατά πολύ παραγωγικωτέρα της εργασίας των ιδίων εργατών
μεμονωμένων.

Μεταξύ των όρων, οίτινες διαφοροποιούν την χρήσιν των οικονομικών
αγαθών, είναι τις σημαντικώτατος, ο του χρόνου κατά τον οποίον
δυνάμεθα ν' απολαύσωμεν είτε απ' ευθείας το οικονομικόν αγαθόν,
είτε το προϊόν του. Ο κ. Böhm- Bawerk θαυμασίως ανέπτυξεν όλας
τας συνεπείας της υπό του χρόνου διαφοροποιήσεως ταύτης της
χρήσεως των οικονομικών αγαθών.

Ο Κ. Μαρξ ονομάζει υπεραξίαν τον τόκον, τον οποίον ο κεφαλαιούχος
λαμβάνει εις ενοίκιον του κεφαλαίου του. «Διαιρούντες το κατατεθέν
κεφάλαιον διά της ετησίως καταναλισκομένης υπεραξίας, έχομεν τον
αριθμόν των ετών, ή των περιόδων της παραγωγής, μετά την
παρέλευσιν των οποίων το πρώτον κεφάλαιον κατηναλώθη υπό του
κεφαλαιούχου και κατά συνέπειαν εξηφανίσθη».

«Ο κεφαλαιούχος φαντάζεται αναμφιβόλως ότι κατηνάλωσε την
υπεραξίαν και διετήρησε την αξίαν του κεφαλαίου, αλλ' η αντίληψις
αύτη δεν αλλάζει το γεγονός ότι μετά περίοδον τινά η αξία του
κεφαλαίου, το οποίον του ανήκει ισούται με το ποσόν της υπεραξίας,
την οποίαν απέκτησε &δωρεάν& (21) κατά την αυτήν περίοδον, και ότι
το ποσόν της καταναλωθείσης υπ' αυτού αξίας ισούται με το
κατατεθέν τοιούτον (22).

Εκ του παλαιού κεφαλαίου, το οποίον κατέθεσεν εκ των ιδίων του
χρημάτων, δεν υφίσταται πλέον ούτε έν μόριον της αξίας».

Ο συλλογισμός ούτος του Κ. Μαρξ προϋποθέτει, ότι ποσόν τι εξ
100,000 δραχμών επί παραδείγματι, πληρωνόμενον σήμερον είναι το
αυτό με δέκα ποσά εκ 10,000 δραχμών πληρωνομένων το πρώτον εντός
ενός έτους, το δεύτερον εντός δύο ετών και ούτω καθ' εξής.

Όθεν αι δύο αύται χρήσεις ενός και του αυτού οικονομικού αγαθού
δεν είναι όμοιαι και δεν θα είναι όμοιαι εις κοινωνίαν ένθα το
κεφάλαιον θα είναι κοινόν, εξαιρέσει πλέον, εάν το κεφάλαιον τούτο
υφίστατο εις άπειρον ποσότητα (23). Αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει δεν
θα επληρώναμεν επίσης τίποτε διά την χρήσιν του κεφαλαίου εν
κεφαλαιοκρατική κοινωνία.

Ονομάσωμεν Α την χρήσιν οικονομικού τινος αγαθού διατιθεμένου
σήμερον, και Β την χρήσιν του ιδίου αγαθού διατεθιμένου εις το
τέλος χρονικού τινος διαστήματος.

Εάν η αξία χρήσεως του Α ήτο δι' όλον τον κόσμον ακριβώς ίση προς
την του Β ουδέποτε θα παρετηρείτο ανταλλαγή του Α διά του Β.

Διά να λάβη χώραν η ανταλλαγή αύτη δέον όπως διά τον δανειζόμενον
η αξία χρήσεως του Α να είναι μεγαλυτέρα της του Β, και την
διαφοράν ταύτην των δύο τούτων αξιών χρήσεως αγοράζει πληρώνων τον
τόκον.

Η σύμβασις αύτη δεν διαφέρει καθόλου εκείνης, την οποίαν δύναται
να συνάψη παραγωγός σίτου μετά παραγωγού οίνου. Ο πρώτος παραγωγός
θα έδιδε: 1ο βάρος σίτου ίσου προς το βάρος του λαμβανομένου
οίνου· 2ο έν υπόλοιπον εις χρήμα.

Ποσόν χρημάτων διαθέσιμον σήμερον διαφέρει τόσον ενός ιδίου
διαθεσίμου ποσού εντός ετών τινων, όσον ο οίνος διαφέρει του
σίτου. Εν τη πρώτη περιπτώσει ο χρόνος (24) είναι εκείνος, ο
οποίος επιφέρει την διάκρισιν των δύο οικονομικών αγαθών, εν δε τη
δευτέρα σύνολόν τι των φυσικών και χημικών ιδιοτήτων.

Ως προείπομεν ήδη, εξετάζομεν ενταύθα μόνον τα γεγονότα ως ταύτα
πραγματικώς εκτυλίσσονται και ουχί ως δυνατόν να εξετυλίσσοντο υπό
διάφορον κοινωνικήν οργάνωσιν.

Εννοείται βεβαίως ότι μία κυβέρνησις δύναται να υποχρεώση τον
κάτοχον του οικονομικού αγαθού Α να το ανταλλάξη διά του Β χωρίς
να ωφεληθή τόκον· ως επίσης ηδύνατο να υποχρεώση τον παραγωγόν του
οίνου και ανταλλάξη ίσον βάρος οίνου διά του σίτου χωρίς ούτος να
λάβη υπόλοιπον εις χρήμα.

Αντιλέγουν συνήθως ότι αν το κεφάλαιον δεν ελάμβανε κανένα τόκον
ουδείς θα εκοπίαζε διά την παραγωγήν και διατήρησιν του κεφαλαίου
τούτου, ως επίσης ουδείς θα εκαλλιέργει πλέον την άμπελόν του εάν
πρόκειται να υποχρεωθή να ανταλλάξη το προϊόν του με ίσον βάρος
άλλου εμπορεύματος κατωτέρας αξίας. Αλλ' ο Κ. Μαρξ απαντά ότι το
κράτος δύναται ν' αφαιρή από το προϊόν της εργασίας των πωλητών
ό,τι αναγκαίον διά την εξασφάλισιν «της απλής και προοδευτικής
αναπαραγωγής του κεφαλαίου άνευ ουδεμιάς επεμβάσεως «του μαύρου
ιππότου» του επονομασμένου κεφαλαιούχου.» Δυνάμεθα όμως να είπωμεν
επίσης ότι το κράτος θ' αφαιρέση εκ της εργασίας των πολιτών ό,τι
αναγκαίον διά την καλλιέργειαν της αμπέλου, της οποίας η απλή και
προοδευτική αναπαραγωγή θα εξησφαλίζετο ούτως άνευ της επεμβάσεως
του μαύρου τούτου ιππότου του επονομαζομένου αμπελουργού.

Είναι ωφελιμώτερον διά την ευημερίαν της κοινωνίας να γίνηται η
αναπαραγωγή του κεφαλαίου — ή η καλλιέργια της αμπέλου — διά μέσου
αγγαρειών επιβαλομένων εις τους πολίτας ή ως αύτη γίνεται υπό το
καθεστώς του ελευθέρου συναγωνισμού; τούτο είναι ζήτημα
εξεταστέον, απολύτως όμως διακριτόν του άλλου του εάν η αξία των
εμπορευμάτων δεν εξαρτάται ειμή εκ της «απλής» εργασίας
χρησιμοποιουμένης διά την παραγωγήν των.

Αλλά ποία είναι «η απλή» αύτη εργασία, η οποία μετρά την
ανταλλακτικήν αξίαν (ή το κόστος, της παραγωγής);

Η εργασία, της οποίας η διάρκεια μετρά την αξίαν είναι κατά τον Κ.
Μαρξ» δαπάνη απλής δυνάμεως, την οποίαν πας κοινός άνθρωπος άνευ
ειδικής τινος αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του.

Ο μέσος όρος της απλής εργασίας είναι αληθές ότι είναι διάφορος
κατά χώρας και εποχάς. Είναι όμως καθωρισμένος εν διδομένη
κοινωνία. — Θα έπρεπε να προστεθή: με δεδομένον κεφάλαιον. — «Η
σύνθετος εργασία είναι η απλή εργασία πολλαπλασιασμένη εις τρόπον
ώστε μία δοθείσα ποσότης συνθέτου εργασίας αντιστοιχεί προς
μεγαλυτέρα ποσότητα απλής εργασίας».

Τούτο είναι έν των σημείων εκείνων επί των οποίων σοβαρώς
προσεβλήθη η θεωρία του Κ. Μαρξ. Διερωτώμεθα πώς δυνάμεθα να
καθορίσωμεν τας σχέσεις ταύτας μεταξύ της απλής και συνθέτου
εργασίας. Είναι φανερόν ότι έδει να τας εξεύρωμεν ανεξαρτήτως της
αξίας των προϊόντων της εργασίας, διότι άλλως, εάν μετρήσωμεν την
εργασίαν διά της αξίας δεν θα δυνηθώμεν είτα να μετρήσωμεν την
αξίαν διά της εργασίας.

Φοβούμεθα εν τούτοις μήπως ο συγγραφεύς μας παρεσύρθη εις το
σόφισμα τούτο, διότι λέγει: «Πανταχού αι αξίαι των πλέον διαφόρων
εμπορευμάτων εκφράζονται αδιακρίτως εις χρήμα, δηλαδή εις μάζαν
τινά χρυσού ή αργύρου. Ως εκ τούτου τα διάφορα είδη της εργασίας,
τα αντιπροσωπευόμενα υπό των αξιών τούτων, ηλλαττώθησαν κατά τας
διαφόρους αντιλήψεις εις ωρισμένα ποσά ενός και του αυτού είδους
κοινής εργασίας, της εργασίας της παραγούσης τον χρυσόν και τον
άργυρον» (25).

Εάν παραδεχθώμεν όθεν ότι τα διάφορα είδη εργασίας τα περιεχόμενα
εις διάφορα εμπορεύματα δυνατόν να αναχθώσιν εις «απλήν» εργασίαν
αναλόγως των εμπορευμάτων τούτων, ουδεμία πλέον υπάρχει δυσκολία
διά να συμπεράνωμεν, ότι αι αξίαι αύται είναι ανάλογοι προς την
περιεχομένην εις τα εμπορεύματα «απλήν» εργασίαν.

Χωρίς πλέον να επιμείνωμεν επί της απόψεως ταύτης ας υποθέσωμεν
ότι η αναγωγή των διαφόρων ειδών εργασίας εις απλήν εργασίαν
δύναται να γίνη ανεξαρτήτως της αξίας, ας υποθέσωμεν ακόμη ότι
υφίσταται κοινωνία άνευ οικειοποιημένου κεφαλαίου, εν τη οποία η
κυκλοφορία:

&χρήμα — εμπόρευμα — χρήμα&, απαγορεύεται απολύτως, και ότι αι
αρχικαί συνθήκαι της κοινωνίας ταύτης είναι τοιαύται ώστε τα
εμπορεύματα ν' ανταλλάσσονται εις αυστηράς ίσας αναλογίας με
αναλογίας των διαφόρων ειδών της εργασίας των χρησιμοποιηθεισών
διά την παραγωγήν των. Ίδωμεν ποίας συνεπείας δυνάμεθα να έχωμεν
εκ των υποθέσεων τούτων, ακολουθούντες τας αρχάς του Κ. Μαρξ.

Προς τούτο δέον κατ' αρχάς να έχωμεν υπ' όψει άλλην τινά άποψιν
λίαν σημαντικήν του Κ. Μαρξ. Ούτος αναγνωρίζει «ότι εις αύξουσαν
μάζαν υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή σύγχρονος ελάττωσις της
αξίας του . . . οιαιδήποτε και αν είναι αι διακυμάνσεις της
παραγωγικής του δυνάμεως, η αυτή εργασία, λειτουργούσα εν τω αυτώ
χρόνω ορίζεται πάντοτε εν τη αυτή αξία. Παρέχει όμως εις ωρισμένον
διάστημα περισσοτέρας αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική του δύναμις
αυξάνει· ολιγωτέρας δ' εάν ελαττούται».

Εκ τούτου εξάγεται ότι εν τη κοινωνία, ην έχομεν υπ' όψει, ουδείς
παραγωγός θα έχη συμφέρον ν' αυξήση «την παραγωγικήν δύναμιν της
εργασίας του», αν και έχη τουναντίον μέγα συμφέρον, όπως η
παραγωγική δύναμις της εργασίας των άλλων παραγωγών αυξηθή.
Πράγματι ο ράπτης π.χ., δεν έχει κανέν συμφέρον ν' ανακαλύψη νέαν
μέθοδον επιτρέπουσαν αυτώ την ελάττωσιν εις το ήμισυ του αναγκαίου
χρόνου διά την κατασκευήν ενός ενδύματος. Με την μέθοδον ταύτην,
«δύο ενδύματα δεν έχουν περισσοτέραν αξίαν ενός ενδύματος
προηγουμένως κατασκευασθέντος.» Εις αντάλλαγμα των δύο τούτων
ενδυμάτων ο ράπτης δεν θα λάβη λοιπόν περισσότερα εμπορεύματα
από όσα ελάμβανε προηγουμένως δι' ενός· εξ ου ποίον το συμφέρον
του διά μίαν αύξησιν της εντατικότητος «της κοινωνικής αναγκαίας
εργασίας» διά την κατασκευήν ενδυμάτων; περί τούτου ο αγοραστής
μόνον δύναται να ενδιαφερθή: διότι της εντατικότητος ταύτης
αυξανομένης, θα έχη δύο ενδυμασίας αντί μιας εις αντάλλαγμα του
αυτού ποσού προϊόντων.

Διατί ένας εργοστασιάρχης θα εχρησιμοποίει μηχανήν μη αποτελούσαν
μέρος ακόμη «των κοινωνικών συνθηκών της παραγωγής», αφού η μηχανή
αύτη «αναφέρει &ποτέ& περισσοτέραν αξίαν από όσην χάνει κατά μέσον
όρον εκ της φθοράς της;»

Οι καταναλωταί είναι οι μόνοι ενδιαφερόμενοι όπως αι μηχαναί επί
μάλλον και μάλλον τελειοποιούμεναι αποτελέσουν μέρος «των
κοινωνικών συνθηκών» της παραγωγής του εργοστασιάρχου.

Διά να αποφύγωμεν την δυσκολίαν ταύτην δυνάμεθα ίσως ν'
αφαιρέσωμεν την λέξιν &ποτέ& από την προαναφερθείσαν πρότασιν του
Κ. Μαρξ και να παραδεχθώμεν ταύτην από της εννοίας ότι αι τιμαί
φθάνουν σταθερόν επίπεδον ισορροπίας, τότε μόνον η μηχανή δεν
αποφέρει περισσοτέραν αξίαν από όσην κατά μέσον όρον χάνει εκ της
φθοράς της. Αλλά των τιμών μη φθανουσών το μόνιμον τούτο επίπεδον
αμέσως μετά την εισαγωγήν μιας νέας μηχανής, θα διέλθη μικρόν τι
χρονικόν διάστημα, καθ' ό η μεταβιβασθείσα αξία θα είναι
μεγαλειτέρα της φθοράς της μηχανής, δηλαδή χρονικόν διάστημα, κατά
το οποίον το απλούν κεφάλαιον, το οποίον αντιπροσώπευε θα παρήγεν
αξίαν τινά, και τότε το πλεόνασμα τούτο της αξίας θα εχρησίμευεν
ως αμοιβή διά τον εργοστασιάρχην, ίνα ούτος αποφασίση την
χρησιμοποίησιν της μηχανής.

Δυστυχώς απαλλασσόμεθα ούτω μιας δυσκολίας διά να υποπέσωμεν εις
άλλην, διότι ανοίγομεν ούτω την θύραν εις τας αντιλήψεις περί
υπεραξιών, τας οποίας απεμακρύναμεν, διά να δυνηθώμεν να
παραδεχθώμεν την θεωρίαν του Κ. Μαρξ. Εάν το κεφάλαιον δύναται να
παραγάγη ανταλλακτικήν αξίαν, εφ' όσον αι τιμαί δεν έφθασαν το
σταθερόν σημείον της ισορροπίας δύναται πάντοτε να παραγάγη
τοιαύτας, διότι η σταθερά αύτη ισορροπία των τιμών είναι μία
καθαρά αφηρημένη έννοια (abstraction), ήτις δεν υφίσταται εις την
φύσιν (26).

Αι τιμαί αύται, «όπως εκφράζεται επιγραμματικώς ο Coleridge,
ζητούν συνεχώς το επίπεδόν των, έκφρασις ομοιάζουσα κατά πολύ με
ειρωνικόν ορισμόν θυέλλης (27), πρέπει λοιπόν να υποθέσωμεν ή ότι
τα φαινόμενα της υπεραξίας δεν υφίστανται ή είναι μηδαμινής
σημασίας εάν θελήσωμεν να προβώμεν εις κρίσεις υποθέτοντες
επαληθεύσασαν την θεωρίαν, ότι η ανταλλακτική αξία ενός
εμπορεύματος είναι ανάλογος με την ποσότητα της κοινωνικώς
αναγκαίας διά την παραγωγήν του εμπορεύματος τούτου εργασίας. Εξ
ού υποχρεούμεθα να παραδεχθώμεν ότι ο εργοστασιάρχης (όχι ο
κεφαλαιούχος) δεν θα έχη συμφέρον εις την εισαγωγήν εν τη
βιομηχανία του μεθόδου τινός, επιτρεπούσης την ελάττωσιν του
αναγκαίου τούτου χρόνου διά την κατασκευήν. Τότε οι καταναλωταί θα
είναι εκείνοι, οίτινες θα απευθυνθούν προς τα νομοθετικά σώματα
διά να εύρουν δίκαιον εναντίον της ρουτίνας των εργοστασιαρχών,
και διά να επιτύχουν (το απλούν) κεφάλαιον το αναγκαίον εις τας
βιομηχανίας.

Πρέπει να υποθέσωμεν — χωρίς να δυνηθώμεν να εξηγήσωμεν το
θαυμάσιον τούτο φαινόμενον — ότι αι πλειοψηφίαι των βουλών τούτων
θα είναι σωφρονέστεραι, αρμοδιώτεραι και κυρίως αμεροληπτότεραι
από εκείνας, που έχομεν υπ' όψει.

Αι νομοθετικαί αύται βουλαί της νέας κοινωνίας θα έχουν ν'
αποφασίσουν επί παραδείγματι, ποίαν ακριβώς ημέραν το ήδη εν
χρήσει σύστημα βυρσοδεψίας δεν θα πρέπη πλέον ν' αποτελή μέρος των
«κανονικών συνθηκών της παραγωγής», και ποίαν ακριβώς ημέραν θα
πρέπη να αντικατασταθή δι' ηλεκτρικής βυρσοδεψίας. Πρέπει επίσης
όπως μη μείνη η απόφασις αύτη εις την απλήν κατάστασιν της
θεωρητικής βεβαιώσεως, να ευρεθή το (απλούν) κεφάλαιον το
αναγκαίον διά το νέον τούτο σύστημα.

Ακόμη μικρότερον θ' απασχολήσουν αν όχι τας βουλάς τουλάχιστον
τους υπαλλήλους των. Π. χ., είς τινα ύψη τα δαμάσκηνα τα
καλλιεργούμενα εις δικτυωτόν είναι καλύτερα των καλλιεργουμένων
εις ανοικτόν αέρα. Αλλ' εάν ο τοίχος επί του οποίου θα στηριχθή το
δικτυωτόν δεν θα «αποφέρη εις τα δαμάσκηνα περισσοτέραν αξίαν όσης
κατά μέσον όρον χάνει εκ της φθοράς του» ποίον όφελος θα είχεν ο
κηπουρός διά να το κατασκευάση; Ο τοίχος αυτός είναι χρήσιμος
μόνον εις τους ανθρώπους, οι όποιοι θα φάγουν τα δαμάσκηνα.

Θα είναι πράγματι περίεργος κοινωνική κατάστασις εκείνη, εν τη
οποία έκαστος αντί να επιβλέπη το ίδιόν του έργον, θα επιβλέπη το
έργον του γείτονός του! Ό,τι γνωρίζομεν εκ της ανθρωπίνης φύσεως
μας λέγει ότι η κατάστασις αύτη δεν θα είναι λίαν ευνοϊκή εις την
πρόοδον της βιομηχανίας και εντός ολίγου θα αναγνωρισθή η ανάγκη
να ψηφισθή νόμος, ο οποίος να καθορίζη την δραστηριότητα των
παραγωγών. Και δυνάμει του νόμου τούτου, εάν π.χ. η έντιμος ένωσις
των ραπτών ανακαλύψη και εφαρμόση μέθοδον ελαττούσαν «τον
κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον» διά την κατασκευήν μιας ενδυμασίας θα
ημείβετο παρά της κυβερνήσεως. Αλλά τότε η ανταλλακτική αξία των
προϊόντων δεν θα είναι πλέον ανάλογος ακριβώς προς την ποσότητα
της εργασίας, την οποίαν ταύτα περιέχουν, διότι ο αγοραστής θα
οφείλει, επί πλέον της ποσότητος της εργασίας της περιεχομένης εις
την ενδυμασίαν να πληρώση την μερίδα του επί της αμοιβής της
ληφθείσης υπό των ραπτών. Ίνα μη τούτο λάβη χώραν θα έπρεπε κάθε
παραγωγός ν' ανακαλύψη και να εφαρμόση συγχρόνως μίαν μέθοδον διά
ν' αυξήση είς τινας καθιδρυομένας αναλογίας την αποδοτικότητα της
εργασίας του. Τότε αι αμοιβαί, τας οποίας θα πληρώση ως συμβαλών,
θα ηδύναντο να ανταμειφθούν δι' εκείνων, τας οποίας θα ελάμβανεν
ως παραγωγός.

Τούτο όμως δεν αρκεί. Είναι φόβος μήπως το (οικειοποιημένον)
κεφάλαιον επεμβαίνον μεταμορφωμένον, μολύνει την κοινωνίαν ταύτην.

Ας υποθέσωμεν την κοινωνίαν ταύτην εν Αυστραλία, αποτελουμένην εξ
ενός γεωργού και ενός χρυσοθήρου. Πλην τούτων υπάρχει και
κυβέρνησις· αύτη θα καθορίση την μερίδα, την οποίαν θα αφαιρή εκ
του προϊόντος της εργασίας των πωλητών διά την συντήρησιν και
αύξησιν του (απλού) κεφαλαίου της κοινότητος και θ' ασχολήται είτα
εις την διανομήν του κεφαλαίου τούτου μεταξύ των διαφόρων χρήσεων,
τας οποίας δύναται να κάμη.

Δεν θα εξετάσωμεν εάν η κυβέρνησις θα δυνηθή να εκτελέση την
διανομήν ταύτην καλύτερον από τους κεφαλαιούχους, οι οποίοι θα
επαγρυπνούν με την ελπίδα πλουτίσεως και με τον φόβον της απωλείας
των κεφαλαίων των. Πολύ πιθανόν θα παρουσιάζοντο δυσαρέσκειαι, εάν
η &καλή& διανομή της κυβερνήσεως θα επέφερεν ελάττωσιν της
παραγωγής. Η μικροτέρα μερίς των 100 φράγκων &κακώς διανεμηθέντων&
δύναται έστω να είναι μεγαλειτέρα της μερίδος των 10 φράγκων
&καλώς διανεμηθείσης&.

Αφήνομεν πάντα ταύτα. Τουλάχιστον όμως πρέπει να έχωμεν υπ' όψει
ότι το (απλούν) κεφάλαιον το υφιστάμενον εις την κοινότητα αυτήν
δεν είναι άπειρον.

Εάν δ' ήτο εις άπειρον ποσότητα, ολίγον θα ενδιέφερε εάν το
κεφάλαιον τούτο ήτο ή όχι οικειοποιημένον διότι, και εις αυτήν
ακόμη την κεφαλαιοκρατικήν κοινωνίαν, τίποτε δεν θα επληρώνετο διά
την ενοικίασίν του· έκαστος πολίτης δεν είναι λοιπόν δυνατόν να
επιτύχη παρά της κυβερνήσεως όσον κεφάλαιον θέλει διά την
βιομηχανίαν του. Εξ άλλου, η κυβέρνησις δεν θα θελήση να εμποδίση
τους πολίτας από μίαν οικονομίαν προς όφελος μερίδος τινός των
προϊόντων, που θα κατηνάλισκον. Ας υποθέσωμεν, ότι ο υφαντουργός
εξοικονόμησε κάτι. Παρετήρησε ότι οι λαγωοί καταβροχθίζουν την
εσοδείαν του γεωργού. Είναι αύτη μία περίπτωσις, η οποία, όπως η
δυσμενής εσοδεία περί ης ομιλεί ο Κ. Μαρξ, κάμνει ώστε «η αυτή
ποσότης της εργασίας (του γεωργού) να αντιπροσωπεύηται υπό
τεσσάρων μεδίμνων (σίτου) αντί ν' αντιπροσωπεύεται υπό οκτώ».

Αι καταστροφαί αι επενεχθείσαι υπό των λαγωών ηδύναντο ν'
αποφευχθούν, εάν περιεκλείετο ο αγρός υπό τοίχου, τον οποίον ο
υφαντουργός, χάρις εις τας οικονομίας του δύναται να κατασκευάση.

Δεν θα απευθυνθή βεβαίως ο υφαντουργός προς τον γεωργόν. Ο
τελευταίος ούτος δεν έχει τίποτε να κερδίση, να παραγάγη, διά την
ανταλλαγήν οκτώ μεδίμνων, οι οποίοι θα είχον την αυτήν αξίαν των
τεσσάρων, τους οποίους πρότερον παρήγαγε· ο υφαντουργός θα μεταβή
προς αναζήτησιν του χρυσοθήρα και ιδού ο διάλογος, ο οποίος θα
ελάμβανε μεταξύ των χώραν.

&Υφαντουργός&. Δεν θέλω πλέον να είμαι υφαντουργός. Αναχωρώ
παραλαμβάνων το όπλον μου, και θα καιροφυλακτώ ημέραν και νύκτα
πέριξ του αγρού διά να φονεύσω όλους τους λαγωούς, οι οποίοι
καταβροχθίζουν τον σίτον.

Σήμερον ανταλλάσσετε 10 γραμμάρια χρυσού αντί 100 χιλιογράμμων
σίτου. Η ποσότης της εργασίας σας, ήτις έχει «αποκρυσταλλωθή» εις
τα 10 ταύτα γραμμάρια χρυσού είναι ακριβώς ίση, λαμβανομένης υπ'
όψιν της ποιότητος, προς την ποσότητα της εργασίας του γεωργού της
περιεχομένης εντός 100 χιλιογράμμων σίτου.

Όταν θα φονεύσω τους λαγωούς, δεν θα υπάρχη πλέον εις τα 100
χιλιόγραμμα του σίτου ειμή το ήμισυ της ποσότητος της υπαρχούσης
νυν εργασίας του γεωργού, επί πλέον όμως θα υπάρχη εργασία. Η
ποσότης της πραγματικής, θα είναι μεγαλειτέρα του ημίσεος, το
οποίον θα λείψη από την εργασίαν του γεωργού, αλλά θα υπολογίσω
καλώς και φαντάζομαι ότι θα υπάρξη ακριβές αντιστάθμισμα. Θα
λάβητε λοιπόν διά τα 10 σας γραμμάρια χρυσού την αυτήν ποσότητα
σίτου εις ην θα περιέχηται η αυτή ποσότης της αποκρυσταλλωθείσης
εργασίας. Θα διαιρέσωμεν τα 10 γραμμάριά σας του χρυσού μεταξύ του
γεωργού και εμού και θα έχομεν έκαστος ανά πέντε. Έχετε καμμίαν
αντίρρησιν;

&Χρυσοθήρας&. Ολίγον ενδιαφέρομαι διά τον τρόπον, με τον οποίον
διανέμονται τον χρυσόν, τον οποίον δίδω εις αντάλλαγμα του σίτου.

&Υφαντουργός&. Ε! λοιπόν! θα σας ομολογήσω, ότι ουδέποτε εσκέφθην
να φυλάξω πέριξ του αγρού του γεωργού, έχω ένα μυστικόν προς
καταστροφήν των λαγωών και θα σας κάμνη να επωφεληθήτε του
πλεονεκτήματος, το οποίον παρουσιάζει. Με τα 10 γραμ. χρυσού δεν
θα έχετε 100 χιλιόγραμμα σίτου αλλά 150. Μόνον θα πρέπη να
διανείμητε ως εξής τα 10 γραμ. χρυσού: Θα δώσητε τα 7 1/2 εις τον
γεωργόν, διότι εις τα 150 χιλιόγραμμα θα υφίσταται ποσόν τι εκ της
αποκρυσταλλωθείσης εργασίας, ακριβώς ίσον με το ποσόν της εργασίας
σας, το οποίον ευρίσκεται εις τα 7 1/2 γραμ. χρυσού. Τα άλλα 2 1/2
θα δώσητε εις εμέ.

&Χρυσοθήρας&. Αυτό με διαφέρει μεγάλως και σας παρακαλώ πολύ να με
μυήσητε εις το μυστικόν σας διά να το χρησιμοποιήσω.

&Υφαντουργός&. Μίαν στιγμήν. Δεν θέλω να σας εξαπατήσω. Έχετε υπ'
όψει σας ότι διά τα 2 1/2 γραμ. χρυσού, τον οποίον θα μοι δώσητε,
δεν θα έχετε εις αντάλλαγμα ειμή πολύ μικράν ποσότητα
αποκρυσταλλωθείσης εργασίας. Ούτω διά τα 10 γραμμάρια χρυσού θα
έχετε 150 χιλιόγραμμα σίτου και αποκρυσταλλωθείσαν εργασίαν μόνον
διά 7 1/2 γραμμάρια.

&Χρυσοθήρας&. Και τι μ' ενδιαφέρει αυτό! Μήπως τρώγω
αποκρυσταλλωμένην εργασίαν; Γνωρίζω καλώς την γεύσιν του άρτου,
ουδεμίαν όμως έχω ιδέαν περί της αποκρυσταλλωμένης εργασίας.

&Υφαντουργός&. Δεν σας είπα ακόμη όλα. Δεν θα σας αποκρύψω ακόμη
ότι δεν έχω μυστικόν κανένα. Σκέπτομαι απλώς να περιτοιχίσω τον
τοίχον του γεωργού. Εάν θέλετε δύνασθε μόνος σας να το κάμετε.

&Χρυσοθήρας&. Αλήθεια! Και πότε θα εύρω ευκαιρίαν; Γνωρίζετε καλώς
ότι υποχρεούμαι να εργάζωμαι ένδεκα ώρας την ημέραν διά να κερδίσω
τα προς το ζην. Πώς θα δυνηθώ να προσθέσω εις τας τόσας ημέρας
εργασίας τον αναγκαίον αριθμόν των ωρών διά την κατασκευήν του
τοίχου; Δεν είναι αληθές το λεγόμενον ότι η εργασία μετράται υπό
του χρόνου της διαρκείας της. Μία ώρα εργασίας προστιθεμένη εις
μίαν ημέραν εργασίας τριών ωρών δεν είνε ουδόλως τόσον κοπιώδης
όσον η αυτή ώρα προστιθεμένη εις την ημέραν των ένδεκα ωρών (28).

Και ούτω ας μείνωμεν σας παρακαλώ εις την πρώτην πρότασιν μου.

Ιδού λοιπόν ο υφαντουργός μας γενόμενος κεφαλαιούχος χωρίς να
φαίνεται. Είναι αληθές ότι δεν χρησιμοποιεί την κυκλοφορίαν &χρήμα
— εμπόρευμα — χρήμα&.

Είναι αληθές ότι δεν οικειοποιείται ουδεμίαν υπεραξίαν παραχθείσαν
διά μιας υπερεργασίας του γεωργού, αλλά δεν εδίστασε να πωλήση την
χρησιμοποίησιν του κεφαλαίου του διά μίαν ετησίαν πρόσοδον.

Είναι, θα είπη τις, περιπτώσεις φανταστικαί, &Ροβινσονιάδες&, όπως
τας ονομάζει ο Κ. Μαρξ. Το πιστεύετε; Τι λοιπόν! Τουναντίον ταύτα
είναι γεγονότα πραγματικά, τα οποία σήμερον παρατηρούνται και τα
οποία θα καταστώσι συν τω χρόνω σημαντικώτερα, εφ' όσον η κοινωνία
μας θα καθίσταται επί μάλλον και μάλλον σοσιαλιστική.

Τι κάμνουν σήμερον οι κύριοι πολιτικολόγοι, όταν θέλουν να
αφιερωθούν εις σοσιαλιστικόν τινα ή άλλο πείραμα; Δανείζονται από
την κυβέρνησιν. Διά του μέσου των ταμιευτηρίων, συλλέγουν τους
οβολούς των εργατών διά της εκδόσεως μετοχών και αξιών ηγγυημένων
υπό του κράτους, σύρουν προς εαυτούς τα μεγάλα κεφάλαια.

Διά να ομιλήσωμεν ειλικρινώς ο ούτω συσσωρευμένος πλούτος
καταστρέφεται κατά μέγα μέρος υπ' αυτών, ας παραδεχθώμεν όμως ότι
τον χρησιμοποιούν φρονίμως· η ετησία πρόσοδος την οποίαν εν
τοιαύτη περιπτώσει πληρώνει το κράτος δεν είναι της αυτής φύσεως
με εκείνην, την οποίαν ο υφαντουργός θα ελάμβανε παρά του
χρυσοθήρα;

Το λαϊκοσοσιαλιστικόν κράτος θα έχη ανάγκην να δανεισθή τόσον και
περισσότερον από το αστικοσοσιαλιστικόν κράτος, εις το οποίον
έχομεν την ευτυχίαν να ζώμεν σήμερον. Εάν δεν θέλη να πληρώση
τίποτε διά την χρήσιν των ζητουμένων παρ' αυτού οικονομικών
αγαθών, οι υπήκοοι του δεν θα σπεύσουν να του τα χορηγήσουν. Εάν
πληρώση τι, ο κεφαλαιούχος γεννάται εκ νέου και εμφανίζεται πάλιν
εν τη νέα κοινωνία. Θα είναι μάλιστα πολύ καλύτερα εκεί από την
κοινωνίαν, εις την οποίαν μόνον ο ελεύθερος συναγωνισμός θα
καθώριζε την διαμονήν του πλούτου, διότι συνεννοούμενος μετά των
κυρίων πολιτικών — ανθρώπους, των οποίων η αρετή δεν είναι γενικώς
μεγάλη — θα δυνηθή διά μιας τεχνητής αιτήσεως κεφαλαίων να υψώση
το επιτόκιον και αφ' ετέρου δεν θα διατρέξη ουδένα κίνδυνον, εις
όσους υπόκεινται οι κεφαλαιούχοι υποχρεωμένοι να διακινδυνεύουν τα
κεφάλαιά των εις επιχειρήσεις κατά το μάλλον ή ήττον
τυχοδιωκτικάς, εις τας οποίας δύνανται να χάσουν τόκον και
κεφάλαιον (29).

Είναι πολύ δύσκολον να καταστραφή η ιδιοκτησία των οικονομικών
αγαθών τα οποία ονομάζομεν &κεφάλαια&, εάν δεν καταστρέψωμεν
συγχρόνως και τα άλλα οικονομικά αγαθά. Τούτο καλώς ηνόησαν
σοσιαλιστικαί τινες τάσεις.

Ο Πέτρος Κροπότκιν έχει δίκαιον λέγων «ότι εις την κοινωνίαν μας
υπάρχουν σχέσεις καθωρισμέναι, τας οποίας είναι υλικώς αδύνατον να
τροποποιήσωμεν, εάν τας θίξωμεν μερικώς μόνον». (Η κατάκτησις του
ψωμιού σελ. 57). Και είναι πολύ λογικός αρνούμενος να παραδεχθή
την τιθεμένην υπό των σοσιαλιστών διάκρισιν, οι οποίοι λέγουν:
«ζητούμεν την απαλλοτρίωσιν του εδάφους, του υπεδάφους, των
εργοστασίων. Πάντα ταύτα είναι μέσα παραγωγής και θα ήτο δίκαιον
να μετεβάλλοντο εις κοινήν ιδιοκτησίαν. Εκτός όμως τούτων υπάρχουν
και τα αντικείμενα της καταναλώσεως: η τροφή, το ένδυμα, η
κατοικία, τα οποία πρέπει να μείνουν ατομική ιδιοκτησία».

Λογικώς υπάρχει μία βασική διαφορά μεταξύ των θεωριών, αι οποίαι
επιζητούν την καταστροφήν ενός μόνον είδους ιδιοκτησίας — της του
κεφαλαίου — και των θεωριών, των επιζητουσών την καταστροφήν πάσης
φύσεως ιδιοκτησίας μηδ' αυτής της &μπουκιάς& του άρθρου
εξαιρουμένης.

Αι πρώται ευρίσκουν αναρίθμητα εμπόδια εκ της αυθαιρέτου
διακρίσεως, την οποίαν θέλουν να θέσουν μεταξύ των ιδιοκτησιών των
οποίων την εξαφάνισιν επιζητούν, και εκείνων των οποίων θέλουν την
διατήρησιν. Αι δεύτεραι αποφεύγουν τας δυσκολίας ταύτας
υπερπηδώσαι δυσκολίας ακόμη μεγαλυτέρας, αίτινες είναι η συνέπεια
της υποθέσεως ότι δυνατόν να παραμεληθή το άκρως ισχυρόν αίσθημα
το ωθούν τον άνθρωπον και αυτό το ζώον εις την οικειοποίησιν των
χρησίμων αυτώ αντικειμένων.

Σοσιαλιστικαί τίνες τάσεις απομακρύνουν έτι την αφετηρίαν των
δυσκολιών, τας οποίας δύνανται να συναντήσουν, παραδεχόμενοι ότι η
ανθρωπίνη φύσις δύναται να γίνη τελείως διάφορος της σήμερον
γνωστής (30). Εάν παραδεχθώμεν την υπό θέσιν ταύτην, η φαντασία
τότε ελευθέρως δύναται να δημιουργή κοινωνικά συστήματα. Δεν
δυνάμεθα εις τίποτε ν' αντιτείνωμεν, διότι θα είναι πάντοτε
δυνατόν να φαντασθώμεν είδος ανθρωπίνης φύσεως αποδεχομένης το
προτεινόμενον σύστημα. Η πολιτική οικονομία μελετά τας πράξεις του
ανθρώπου, όπως ούτος υφίσταται και όχι όπως μας αρέσει να τον
φανταζόμεθα.

Δυνάμεθα να παρατηρήσωμεν ότι ο συλλογισμός μας αναφορικώς προς
την παραγωγικότητα της εργασίας παρουσιάζει την αξίαν χρήσεως
αυξανομένην, αλλά δεν εξηγεί την αύξησιν, η οποία εν τούτοις
παρουσιάζεται εν τη κοινωνία μας εις το ποσόν των ανταλλακτικών
αξιών.

Και τούτο διότι παρεδέχθημεν μίαν υπόθεσιν του Κ. Μαρξ η οποία δεν
είναι εν αρμονία με τα γεγονότα. Όταν δι' ενός μέσου, το οποίον
δεν είναι ευκόλως διαθέσιμον παρ' όλων παρουσιάζεται
επαγγελματικόν μυστικόν, εφεύρεσις, η χρησιμοποίησις νέας
ποσότητος κεφαλαίου, ελλαττούμεν κατά το ήμισυ τον αναγκαίον
χρόνον διά να παραγάγωμεν ποσότητα τινά εμπορεύματος, τότε δεν
είναι αληθές ότι και η ανταλλακτική αξία (τιμή) του εμπορεύματος
τούτου ελλαττούται κατά το ήμισυ: Η νέα αύτη αξία θα είναι
μεγαλυτέρα του ημίσεως της αρχικής αξίας, και ούτω η ανταλλακτική
αξία του όλου της παραγωγής του εμπορεύματος τούτου θα είναι
μεγαλυτέρα από ότι ήτο προηγουμένως.

Πρέπει εισέτι να παρατηρήσωμεν ότι και όταν ακόμη θα επιτύχωμεν ν'
αποδείξωμεν ότι το μέρος της ανταλλακτικής αξίας το υπό του
κεφαλαιούχου λαμβανόμενον αφηρέθη εκ της εργασίας, δεν θα έχομεν
αποδείξει ότι η επέμβασις του κεφαλαιούχου προξενεί βλάβην εις
τους εργάτας.

Ο Κ. Μαρξ το πιστεύει. Αλλ' εκείνο το οποίον φαντάζεται εις τον
συλλογισμόν του, όπως και εις πολλούς άλλους και ιδίως εις τους
συλλογισμούς των ευπίστων της σχολής του προστατευτικού εμπορίου
παραδεχόμενος ότι υφίστανται τοιαύτα ακόμη μεταξύ των ανθρώπων των
μη εχόντων ως δικαιολογίαν την άγνοιαν των οικονομικών νόμων = είναι
ότι η λέξις &αξία& συγχέεται συνήθως με την λέξιν &πλούτος&. Είναι
ολίγον αστείον να είπωμεν εις οιονδήποτε ότι του αφαιρούμεν μέρος
ανταλλακτικών του αξιών και του αυξάνουμεν συγχρόνως την ευτυχίαν
του· και εν τούτοις τούτο είναι πιθανώτατον διότι η ευτυχία μας
εξαρτάται μόνον εκ των αξιών χρήσεως (οικονομικών χρησιμοτήτων)
των αγαθών, τα οποία χρησιμοποιούμεν, και ουχί εκ των
ανταλλακτικών αξιών.

Ούτω και όταν θα ηθέλαμεν αποδεχθή μετά του Κ. Μαρξ, ότι ο
κεφαλαιούχος οικειοποιείται μέρος της ανταλλακτικής αξίας της
δημιουργηθείσης υπό του εργάτου, δεν θα είχομεν αποδείξει εισέτι,
ότι ο κεφαλαιούχος είναι επιβλαβής, διότι πιθανόν ο εργάτης να
είχε ακόμη εις την διάθεσίν του σημαντικωτέραν αξίαν χρήσεως, από
εκείνην, την οποίαν θα έχη εις άλλο σύστημα κοινωνικής οργανώσεως.

Θα έπρεπε να συμπληρωθή η θεωρία του Κ. Μαρξ διά του
&ορειχαλκίνου& νόμου του Lassalle ίνα η απόδειξις συμπληρωθή. Εάν
πράγματι το καπιταλιστικόν σύστημα ηνάγκαζε τον εργάτην να έχη το
μίνιμουμ του απαραιτήτου διά να ζήση και αναπαραχθή, είναι φανερόν
ότι εν πάσει περιπτώσει δεν θα είχε τίποτε να λάβη ή το παν να
κερδίση επιχειρών την αλλαγήν του συστήματος.

Αλλ' η θεωρία αύτη του Lassalle διαψεύδεται καθ' εκάστην υπό των
γεγονότων (31), και δεν δυνάμεθα να την χρησιμοποιήσωμεν ως βάσιν
επιστημονικού συλλογισμού.

Η κριτική την οποίαν εκάμαμεν επί του έργου του Κ. Μαρξ είναι
καθαρώς αρνητική.

Είδομεν ότι δεν ήτο δυνατόν λογικώς να παραδεχθώμεν την απόδειξιν
της αντιλήψεως ότι η ανταλλακτική αξία των εμπορευμάτων μετράται
υπό του ποσού της απλής εργασίας της περιεχομένης εις αυτά. Και
εξετάσαμεν πώς εγγεννάτο το σόφισμα, το οποίο καθίστα εσφαλμένον
τον συλλογισμόν.

Ο Κ. Μαρξ παραγνωρίζει τον χαρακτήρα του κεφαλαίου, ότι είναι
οικονομικόν αγαθόν όπως όλα τα άλλα και είς των πολλών παραγόντων
της παραγωγής, της συνισταμένης απλώς εις τας τροποποιήσεις της
εργασίας, των υπηρεσιών των κεφαλαίων και άλλων οικονομικών
αγαθών, είς τινα οικονομικά αγαθά, τα οποία oνομάζομεν προϊόντα.

Μία συνέπεια της εις το κεφάλαιον αποδόσεως ιδιότητος οικονομικού
αγαθού είναι ότι έχει τους αυτούς λόγους να αποδεχθή ή να αρνηθή,
ότι τούτο έχει χρησιμότητα εν τη κοινωνία, ότι η χρήσις του
κεφαλαίου πρέπει να πληρώνηται, ή ότι η χρήσις παντός άλλου
οικονομικού αγαθού συμβάλλοντος εις την παραγωγήν πρέπει ν'
αμείβεται.

Εξητάσαμεν επ' αυτού τας δυσκολίας τας οποίας συναντώμεν θέλοντες
να καταστρέψωμεν την ιδιοκτησίαν επί του κεφαλαίου, ενώ
διατηρούμεν την ιδιοκτησίαν επί των άλλων οικονομικών αγαθών.

Τέλος, ίδωμεν ότι και εάν αποδεχθώμεν την βασικήν αρχήν του Κ.
Μαρξ, δεν δυνάμεθα να συμπεράνωμεν ότι η ύπαρξις του κεφαλαιούχου
είναι επιβλαβής εις την κοινωνίαν.

Πάντα όμως ταύτα δεν μας γνωρίζουν τας θεωρίας, αίτινες δέον ν'
αντικαταστήσουν τας του Κ. Μαρξ, ούτε τα μέσα διά να επιτύχωμεν το
μάξιμουμ της ευημερίας διά την κοινωνίαν.

Την απάντησιν εις τα ζητήματα ταύτα θα εύρωμεν εις την πολιτικήν
οικονομίαν, των ζητημάτων δε τούτων η λύσις θα είναι η συνέπεια
μιας πλήρους θεωρίας ανταλλαγής και παραγωγής.

Προ πολλού ήδη η πολιτική οικονομία απέδειξε ότι ο ελεύθερος
συναγωνισμός είναι ο αναγκαίος όρος, διά την επίτευξιν του
μάξιμουμ της ευημερίας του ατόμου και του είδους, και αι
τελευταίαι εργασίαι της επιστήμης απέδωσαν τόσην ακρίβειαν εις την
απόδειξιν του θεωρήματος τούτου, ώστε δυνάμεθα σήμερον δικαίως να
το θεωρώμεν ως το μάλλον ασφαλώς βέβαιον εις την κοινωνικήν
επιστήμην.

IV

Το βιβλίον του Κ. Μαρξ περιέχει επίσης αρκετά σημαντικόν
περιγραφικόν και ιστορικόν μέρος επί της αγγλικής βιομηχανίας. Η
λογική του μέρους τούτου φαίνεται πολύ ελαφρά. Σπανίως βλέπομεν
απόπειραν συλλογισμού αυστηρού διά την σύνδεσιν των γεγονότων, εκ
των οποίων ο Κ. Μαρξ εξάγει τας συνεπείας, φαίνεται δε ότι
επαφίεται την φροντίδα ταύτην εις απλήν συγκέντρωσιν ιδεών κατά το
πλείστον ανηκουσών εις το κεφάλαιον της συγκινήσεως.

Τούτο άλλως τε είναι το σύνηθες σύστημα των σοσιαλιστικών σχολών.
Πρόκειται ν' αποδείξουν ότι γεγονότα αξιόμεμπτα είναι συνέπεια του
κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Αποδεικνύουν, πράγμα που δεν είναι το
ίδιον, ότι τα γεγονότα ταύτα συνυπάρχουν εις την κοινωνίαν μαζύ με
το καπιταλιστικόν σύστημα (32). Ο συλλογισμός θα ήτο καλός μόνον
δι' εκείνους, οι οποίοι διατείνονται, ότι τα πάντα είναι θαυμάσια
εις τον κόσμον τούτον και ότι το καπιταλιστικόν σύστημα έχει την
θαυματουργόν αρετήν να επιβάλη την δικαιοσύνην και τιμιότητα επί
της γης.

Βεβαίως υπήρχον πολλαί αστείαι προσωπικότητες έτοιμαι να εκφράσωσι
τον θαυμασμόν των διά την υφισταμένην κατάστασιν των πραγμάτων, να
ενθουσιασθούν διά τας αρετάς των και ν' ανακράζουν μετά του
Βιργιλίου.

Magnus ab integro sæclorum nascitur ordo. Jam redit er Virgo;
redeunt Saturnian regna; Jam nova progenus cœlo dimittitur alto.

Μετέβαινον να διδάξουν εις τους πτωχούς, την ταπείνωσιν, την
υποταγήν και το σέβας προς τους μεγάλους της γης, κατορθώσαν δ'
ακόμη και να συγκινηθούν διά την τύχην των μαύρων των εργαζομένων
υπό το μαστίγιον των φυτευτών της Βιργινίας. Σήμερον λιβανίζουν
τους πολιτευομένους και διαδίδουν σοφίσματα διά να δικαιολογήσουν
την σπατάλην του δημοσίου ταμείου. «Επενόησαν δ' ακόμη, λέγει ο
Παύλος Κουριέ, ατελή τινα υπηρεσίαν, ην και ο αυλικός θα ηρνείτο,
ή τουλάχιστον δεν θα εθεώρει τιμήν του να την ενεργήση».

Δεν είναι όμως μόνον οι βασιλείς, οίτινες έχουν αυλικούς, είχεν
ακόμη και ο Δήμος εποχής του Αριστοφάνους· σήμερον δ' ακόμη δεν
παρουσιάζεται έλλειψις τοιούτων. Αλλ' οι αυλικοί και οι συνένοχοι
των πολιτευομένων αποτελούν λεγεώνα και πάντες ομού καταβροχθίζουν
σοβαράν μερίδα πλούτου, τον οποίον παράγει η εργασία ηνωμένη με το
κεφάλαιον.

Ο κ. W. G. Summer απέδειξε (33) ότι χάρις εις την καταστροφήν
αυτήν του πλούτου συμβαίνει, ώστε οι πλούσιοι να γίνωνται,
πλουσιώτεροι και οι πτωχοί πτωχότεροι. Ιδέτε εις τας Ηνωμένας
Πολιτείας τας μεγάλας περιουσίας, αι οποίαι εδημιουργήθησαν διά
μέσου της προστασίας ή διά παντός άλλου είδους κλοπής
επιτευχθεισών χάρις εις την βοήθειαν της κυβερνήσεως· σημειώσατε
όμως ότι, εάν κεφαλαιούχοι τινές κατώρθωσαν να πλουτίσουν εις
βάρος άλλων κεφαλαιούχων ουδέν όμως των (οικειοποιημένων)
κεφαλαίων δεν εσχηματίσθη ούτως· τουναντίον η αλλοίωσις της
φυσικής διανομής του πλούτου υπήρξε αιτία μιας τεραστίας
καταστροφής δημιουργουμένων κεφαλαίων, παρεμποδίσασα επίσης την
αύξησιν των γενικών κεφαλαίων της χώρας κατά τόσον βαθμόν, όσον θα
επετυγχάνετο αύτη με την οικονομικήν ελευθερίαν.

Και ούτως ο μέγας κλέπτης προξενεί εις την κοινωνίαν καταστροφήν
μη υπολογιζομένην μόνον διά του ποσού του κλαπέντος πλούτου· διότι
το μεγαλύτερον κακόν το παρεμποδίζον την παραγωγήν σημαντικής
ποσότητος πλούτου είναι η έλλειψις ασφαλείας ήτις θα υπήρχε υπό
σύστημα οικονομικής ελευθερίας.

Διά παρομοίαν αιτίαν αι κοινότητες του Μεσαιώνος εύρον συμφέρον
των να πληρώσουν ισχυρά ποσά διά ν' απαλλαγούν της προστασίας των
κυρίων των. Και αν διά ν' απαλλαγούν σήμερον της προστασίας των
πολιτευομένων ήτο δυνατόν να ακολουθηθή η αυτή οδός, πάντες θα το
απεδέχοντο.

Πλείστοι καταχρώνται των θεωριών της πολιτικής οικονομίας και
ατιμάζουν την επιστήμην διά να δικαιολογήσουν τα κακουργήματα των
πολιτευομένων. Διά των σοφισμάτων των ενθυμίζουν τους καζουιστάς
ότι ο Πασχάλ έθεσε υπό το μαρτύριον εις τα Provemiales. Αι αυταί
μέθοδοι, οι αυτοί συλλογισμοί, η αυτή απουσία ηθικού αισθήματος
παρατηρούνται. Τας αρχάς της επιστήμης αναγνωρίζουν και αυτοί και
διαδηλούν δημοσίως την αλήθειάν των, εν τούτοις όμως διά σειράς
δολίων συλλογισμών εξάγουν συμπεράσματα άτινα αποκρούει ο κοινός
νους.

Πόσοι διακηρύσσουν εαυτούς συμπαθείς προς την ελευθέραν ανταλλαγήν
και καταλήγουν επιδοκιμάζοντες τα μέτρα του προστατευτικού
συστήματος. Πόσοι δήθεν οικονομολόγοι, αφού αξιωματικώς το κράτος
διεκήρυξεν ότι το κράτος δέον να επαγρυπνή επί της ακεραιότητος
των νομισμάτων, καταλήγουν, όπως δικαίως τους μέμφεται ο Κ. Μαρξ,
εις το να επιδοκιμάζουν τας κυβερνήσεις, αι οποίαι τα
κιβδηλοποιούν.

Παρετηρήθησαν εις την Ιταλίαν κυβερνήσεις εκδίδουσαι κίβδηλον
χαρτονόμισμα, το οποίον διένειμαν εις τας επιχειρήσεις τας
διατελούσας υπό την προστασίαν των. Παρετηρήθησαν κυβερνήσεις,
αίτινες αντί να επαγρυπνούν διά την εφαρμογήν του νόμου επίεζον
τραπέζας εκδόσεως τραπεζογραμματίων εις το να τον παραβαίνουν.
Κατέληξαν μέχρι του σημείου να κλείσουν τους οφθαλμούς των εις τα
σκάνδαλα της Τραπέζης της Ρώμης, διότι η τράπεζα τοις παρέσχε
υπηρεσίας και χρήμα διά τας εκλογάς.

Άνθρωποι αποκαλούντες εαυτούς οικονομολόγους προσεπάθησαν να
δικαιολογήσουν τας ενόχους ταύτας μηχανορραφίας υπαινισσόμενοι την
«κατεύθυνσιν της προθέσεως» ήτις, κατ' αυτούς ήτο αγνή τιμία.

Η πολιτική οικονομία δεν είναι υπεύθυνος διά τα σοφίσματα ταύτα·
υπενθυμίζοντες την θεωρίαν κατά την οποίαν ελεύθερος συναγωνισμόν
παράγει το μάξιμουμ της ευμερίας διά τον άνθρωπον και το είδος,
δεν ηθελήσαμεν ουδ' επί στιγμήν να δικαιολογήσωμεν τας
καταχρήσεις, αίτινες λαμβάνουν χώραν εν τη κοινωνία μας.

Τας καταχρήσεις ταύτας, τας οποίας οι ελεύθεροι οικονομολόγοι
πάντοτε απεδοκίμασαν, τας εγκαταλείπωμεν εξ ολοκλήρου εις την
μήνιν των σοσιαλιστικών σχολών. Ας παρατηρηθή όμως ότι σχεδόν όλαι
εδημιουργήθησαν ένεκα της επεμβάσεως του κράτους. Είναι δε τελείως
απίθανον ότι η επέκτασις των δικαιωμάτων του κράτους θα θεραπεύση
το κακόν. Ο αστικός σοσιαλισμός, ο οποίος κατέκλυσε την κοινωνίαν
μας ενεργεί με τας αυτάς αρχάς, με τας οποίας και ο λαϊκός ο
επιζητών την αντικατάστασιν του πρώτου. Αι καταχρήσεις του ενός
μας κάμουν να προΐδωμεν τας καταχρήσεις του άλλου.

Είναι δε τιμή και δόξα της πολιτικής οικονομίας το γεγονός ότι από
του Adam Smith μέχρι σήμερον, απεκάλυψεν αύτη εις τον κόσμον τα
δημιουργηθέντα κακά διά της αυθαιρέτου επεμβάσεως των κυβερνήσεων
διανεμουσών εις τους οπαδούς των τον παραχθέντα εις την χώραν
πλούτον· εις μάτην επεχείρησαν να υποβιβάσωσι την αξίαν των έργων
του Bartiat και να εισαγάγουν εν τη επιστήμη μεταφυσικάς
αντιλήψεις, εκ των οποίων αύτη είχεν απαλλαγή. Υπάρχει μεγαλυτέρα
γνώσις, το σατυρικόν έργον του Bartiat, «la Physiologique de la
Spoliation» παρά εις τους ογκώδεις τόμους των από καθέδρας
σοσιαλιστών.

Φυσικά ο Κ. Μαρξ απέχει πολύ από του να αναγνωρίση την ελαχίστην
αξίαν εις τας θεωρίας της οικονομικής επιστήμης. Διευθύνει τα
ισχυρότερα βέλη του εναντίον «της αστικής πολιτικής οικονομίας»,
και την καθιστά υπεύθυνον διά πάσαν ανοησίαν, γραφομένην υπό
παντός «αστού» συγγραφέως. Το μικρότερον ελάττωμα των
οικονομολόγων είναι ότι είναι «συκοφάνται», ότι συγγράφουν
«παιδαριώδεις θεωρίας».

Εξ άλλου θέτει κατά μέρος τους φυσιοκράτας, αλλά συγκεντρώνει όλας
τας άλλας οικονομικάς σχολάς, και ο αναγνώστης πρέπει να υπολογίζη
επί των ιδίων φώτων διά να δυνηθή να χωρίση τα σφάλματα, με τα
οποίαι επιβαρύνουν τους ελευθέρους οικονομολόγους από τα σφάλματα
των άλλων συγγραφέων ως του Thiers, οι οποίοι δεν θα έπρεπε να
υπολογισθούν μεταξύ των οπαδών του κατηραμένου laisser — faire.

Ο Κ. Μαρξ αναφέρει καί τινα Edmond Potter, ο οποίος κατά το 1863
ήθελε να εμποδίση την μετανάστευσιν των Άγγλων εργατών. Ο κύριος
ούτος έγραφε: «ενθαρρύνετε ή &επιτρέπετε& την μετανάστευσιν της
δυνάμεως της εργασίας και τι θα απογίνη ο κεφαλαιούχος; Ο Κ. Μαρξ
μέμφεται δικαίως τας λέξεις ταύτας, αλλά διατί δεν λαμβάνει υπ'
όψει ότι εις το σημείον αυτό τουλάχιστον οι &συκοφάνται& της
ελευθέρας πολιτικής οικονομίας, «οι ιδεολόγοι του κεφαλαίου» έχουν
την ευτυχίαν να συμφωνούν μετ' αυτού; Παν μέτρον τείνον εις την
παρεμπόδισιν του εργάτου του διαθέτειν ελευθέρως την εργασίαν του
και τον εαυτόν του κατηγορείται υπό της σχολής του laisser—faire·
Νυν δε ο κ. de Molinari επέμεινε πολύ επί της
πραγματοποιηθησομένης προόδου εν τη κοινωνία μας, ίνα ο εργάτης
δυνηθή ευκόλως να προσφέρη την εργασίαν του εν τη αγορά, εν τη
οποία αύτη αμείβεται καλύτερον (34).

Δεν πρέπει επίσης να λησμονήσωμεν ότι αι προθέσεις των εργοδοτών
περί παρεμποδίσεως της μεταναστεύσεως των εργατών ουδεμιάς έτυχον
υποστηρίξεως παρά της Αγγλικής κυβερνήσεως, ωθουμένης από τας
φιλελευθέρας αρχάς του Cobden και John Bright, ενώ τελευταίως εν
Ιταλία, μία κυβέρνησις προστατευτική εξέδιδε διά να φανή ευάρεστος
είς τινας γαιοκτήμονας φίλους της, αποφάσεις κανονιζούσας δήθεν
την μετανάστευσιν κυρίως όμως δυσχεραινούσας αυτήν.

Επί πολλών άλλων ακόμη σημείων οι φιλελεύθεροι οικονομολόγοι
συμφωνούν με τον Κ. Μαρξ· π. χ. κατηγορούν την εκμετάλλευσιν της
εργασίας των γυναικών και παιδίων από τα άτομα υπό την προστασίαν
των οποίων διατελούν. Η συμφωνία όμως σταματά όταν πρόκειται να
ευρεθή η αιτία των γεγονότων τούτων.

Διά τον Κ. Μαρξ η αιτία ευρίσκεται μόνον εις το κεφαλαιοκρατικόν
σύστημα· αλλ' εάν τούτο ήτο αληθές το αποτέλεσμα δεν θα
εξηφανίζετο μετά της αιτίας του; Ενώ όλως τουναντίον παρατηρούμεν,
διότι τας γυναίκας και τα παιδία τα κακομεταχειρίζονται
περισσότερον εις τας πρώτας κοινωνίας, ένθα δεν υφίστατο
κεφαλαιοκρατικόν σύστημα, και όπου αύται ευρίσκονται εις
πρωτόγονον κατάστασιν, ενώ εις την κοινωνίαν μας έτυχον αναπτύξεως
σημαντικής (35).

Βεβαίως αν δεν υπήρχον εργοστάσια ο πατήρ δεν θα ηδύνατο να
απέστελλεν εκεί τα τέκνα του.

Αλλά δεν υπάρχει άλλο μέσον διά να επωφεληθή αυτών; Η σωματεμπορία
υφίσταται ακόμη εν Ευρώπη.

Τελευταίως συνελήφθη εις Τεργέστην άτομόν τι αναχωρούν διά τας
Ινδίας με πολλάς νεαράς κορασίδας, τας οποίας θα παρέδιδεν εις
τους Radjahs. Ίσως και να ήσαν αφιερωμέναι εις τους μεγάλους
τούτους, περί ων ομιλεί ο Κ. Μαρξ και θα επληρώνοντο με το ένα εκ
των τριών μερών, του αφιερωμένου προϊόντος «διά την απλήν και
προοδευτικήν παραγωγήν του κεφαλαίου». Εις την Νεάπολιν πατέρες
πωλούν τα τέκνα των διά να επαιτούν εις τους δρόμους και να
παίζουν όργανα. Η τύχη των πτωχών τούτων μικρών αθλίων δεν είναι
ολιγώτερον σοβαρά εκείνης, την οποίαν περιγράφει ο Κ. Μαρξ,
σχετικώς με τα παιδία τα εργαζόμενα εις τα αγγλικά εργοστάσια.

Ίσως θα μας είπουν ότι η δυστυχία αναγκάζει τους πατέρας εις την
ακρότητα ταύτην. Τούτο είναι αληθές, αλλά τι έπεται εκ τούτου; Η
δυστυχία αύτη δεν είναι ο αποκλειστικός σκοπός του καπιταλιστικού
συστήματος, αφού υφίσταται εις κοινωνίας, εις τας οποίας το
σύστημα τούτο δεν υπάρχει. Εν πάση περιπτώσει είναι ανωφελές να
σταματώμεν επί των αποτελεσμάτων της δυστυχίας, διότι αν υφίσταται
σύστημα, διά του οποίου τούτο αποφεύγεται, ουδείς λογικός και
τίμιος θα αντετίθετο.

Διά να λύσωμεν έν τοιούτον πρόβλημα δεν αρκεί να σημειώσωμεν απλώς
τα κακά εξ ων πάσχει η κοινωνία μας. Πρώτον διότι πρέπει να
χωρίσωμεν τα παραγόμενα υπό του αστικού σοσιαλισμού, όστις χάρις
εις τους πολιτευομένους κατακλύζει επί μάλλον και μάλλον την
κοινωνικήν μας οργάνωσιν (36), από εκείνα τα οποία είνε συνέπεια
του ελευθέρου συναγωνισμού. Κατόπιν διότι θα πρέπη να αποδείξωμεν
ότι έν άλλο σύστημα θα περικλείη ολιγώτερα, και τούτο μέχρι
σήμερον δεν έγεινεν.

Η εν τούτω άποψις της πολιτικής οικονομίας θαυμασίως εξεφράσθη υπό
του κ. Demolinari, του οποίου δεν έχομεν παρά να μεταφέρωμεν τας
λέξεις.

«Η παραγωγή ηύξησεν, ο πλούτος επολλαπλασιάσθη, η αλληλεγγύη
επεξετάθη, ο πόλεμος έπαυσε να είναι αναγκαίος διά να περιφρουρήση
τον πολιτισμόν, αλλ' η ομαδική και η ατομική κυβέρνησις δεν
κατώρθωσεν εισέτι να συμμορφωθή προς τας νέας συνθήκας της ζωής,
τας οποίας η οικονομική πρόοδος εδημιούργησεν εις τας κοινωνίας
και τα άτομα. Η τήρησις των ομαδικών και ατομικών δικαιωμάτων και
καθηκόντων δεν επραγματοποίησεν ουδεμίαν σημαντικήν πρόοδον·
δυνάμεθα να υποστηρίξωμεν ακόμη όχι εάν επροώδευσεν είς τινα
σημεία, εις άλλα οπισθοδρόμησε.

Αντί να εφαρμόσουν ακριβέστερον τους θετικούς νόμους εις τα φυσικά
δικαιώματα των ατόμων τι κάμνουν αι κυβερνήσεις; Επεκτείνουν καθ'
εκάστην αυθαιρέτως διά των νόμων των μονοπωλίων και της
προστασίας, την ιδιοκτησίαν και ελευθερίαν των μεν εις βάρος της
ιδιοκτησίας και ελευθερίας των δε, προστατεύουν τα κέρδη των
βιομηχάνων και τας προσόδους των ιδιοκτητών, εναντίον των
ημερομισθίων των εργατών, μέχρις ότου οι εργάται κύριοι της
μηχανής υπαγορεύσουν νόμους, προστατεύσουν τα ημερομίσθιά των εις
βάρος των κερδών των βιομηχάνων και των προσόδων των ιδιοκτητών.
Εξαναγκάζουν όλας τας υπάρξεις εις μίαν μόνιμον αστάθειαν πότε
ανυψούσαι και πότε περιορίζουσαι τα εμπόδια, τα οποία έστησαν
εναντίον της ελευθερίας της εργασίας και της ανταλλαγής. Αντί να
συμφωνήσουν διά να εξασφαλίσουν την ειρήνην, όπως τούτο θα
κατορθούτο με μίνιμουμ δαπάνης, επιδεινώνουν συνεχώς το βάρος της
προετοιμασίας του πολέμου, αναμένουσαι την κατάλληλον στιγμήν διά
να τον εξαπολύσουν καταστρεπτικώτερον και αιματηρότερον παρά ποτέ.
Πανταχού αι κυβερνώσαι τάξεις έχουν υπ' όψιν των μόνον τα σημερινά
και εγωιστικά συμφέροντά των και χρησιμοποιούν την εξουσίαν των
διά την ικανοποίησίν των χωρίς να ενδιαφέρωνται να μάθουν εάν
ταύτα είναι σύμφωνα ή όχι προς το γενικόν και μόνιμον συμφέρον της
κοινωνίας».

Το συμφέρον τούτο η Πολιτική οικονομία λέγει ότι δεν δύναται άλλως
να επιτευχθή ειμή διά του ελευθέρου συναγωνισμού, ότι παν προ
αυτού τιθέμενον εμπόδιον είναι επιβλαβές, ότι προστασία
(προστατευτικόν σύστημα) σημαίνει &καταστροφή πλούτου&, και τέλος
ότι το πλείστον των κακών, των παρατηρουμένων εν τη κοινωνία μας,
προέρχεται, όπως λέγη ο κ. καθηγητής Todde, όχι από κατάχρησιν
ελευθερίας, αλλά τουναντίον από την έλλειψιν της αναγκαίας
ελευθερίας. Όλα τα γεγονότα, τα οποία γνωρίζομεν, μας οδηγούν εις
το συμπέρασμα τούτο, όπως και κάθε νέον παρατηρούμενον γεγονός το
επιβεβαιοί.

Από οιονδήποτε μέρος και εάν προέρχεται πάσα προσβολή εναντίον της
οικονομικής ελευθερίας είναι κακόν. Εάν η ελευθερία αύτη
παραβιάζεται είτε εν ονόματι του αστικού σοσιαλισμού είτε εν
ονόματι του λαϊκού τοιούτου το αποτέλεσμα είναι το ίδιον, δηλαδή
καταστροφή πλούτου, η οποία εις το τέλος επιβαρύνει το πτωχότερον
μέρος και κατά συνέπειαν τον πολυαριθμότερον πληθυσμόν, του οποίου
τας δυστυχίας επιδεινώνει.

                                                   Vilfredo Pareto




ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟΝ

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΚΑΙ ΧΡΗΜΑ



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ι.

ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ



I. Οι δύο συντελεσταί του εμπορεύματος: αξία χρήσεως και
ανταλλακτική αξία ή κυρίως αξία.

Το εμπόρευμα είναι αντικείμενον, όπερ αποκτώμενον διά της
ανθρωπίνης εργασίας, αντί να καταναλίσκεται υπό του παραγωγού του
ανταλλάσσεται και διά των ιδιοτήτων του ικανοποιεί πάσαν ανάγκην
του ανθρώπου αμέσως μεν ως μέσον συντηρήσεως, εμμέσως δε ως μέσον
παραγωγής.

Η χρησιμότης είναι λοιπόν η πρώτη, η απαραίτητος ιδιότης του
εμπορεύματος· η χρησιμότης, η εκδηλουμένη εν τη χρήσει ή εν τη
καταναλώσει, του δίδει την &αξίαν χρήσεως&.

Και ακριβώς διότι το εμπόρευμα κέκτηται αξίαν χρήσεως, αποκτά και
ανταλλακτικήν αξίαν. Προϊόν τελείως άχρηστον δεν είναι δυνατόν να
είναι ανταλλάξιμον. Εμπορεύματα φύσεως διαφόρου, ανταλλάσσονται
εις αναλογίας διαφόρους· δεν ανταλλάσσομεν μίαν λίτραν σιδήρου
αντί μιας λίρας χρυσής, ούτε λίτραν σίτου αντί λίτρας αδαμάντων
αλλ' ανταλλάσσομεν πολλούς στατήρας σιδήρου αντί μιας λίρας χρυσής
και πλείστα εκατόλιτρα σίτου αντί ενός αδάμαντος.

Ίνα δύο εμπορεύματα φύσεως και αναλογίας διαφόρου δύνανται ν'
αξίζουν εξ ίσου πρέπει και τα δύο να περιέχουν εν ίση ποσότητι
&κοινήν σύμμετρον ύλην&.

Τετράγωνον ισούται προς τρίγωνον, όταν αι γραμμαί του περιβάλουν
ίσην επιφάνειαν· η επιφάνεια είναι το κοινόν γνώρισμα όλων των
σχημάτων της επιπέδου γεωμετρίας.

Τι το κοινόν το ενυπάρχον εις όλα τα εμπορεύματα; Δεν δύναται να
είναι φυσική τις ιδιότης, αφού αι φυσικαί ιδιότητες είναι ακριβώς
εκείναι, διά των οποίων διαφέρουν τα εμπορεύματα.

Μήπως άραγε είναι η χρησιμότης, η ιδιότης εκείνη, η πράγματι κοινή
εις όλα τα εμπορεύματα;

Ούτε η χρησιμότης, αφού ανταλλάσσομεν αδάμαντα χρησιμότητος τόσον
περιωρισμένης έναντι εκατολίτρων σίτου, του χρησιμοτέρου
δημητριακού προς διατροφήν των ανθρώπων, και αφού δίδομεν διά μίαν
χρυσήν λίραν, στατήρας ολοκλήρους σιδήρου, του χρησιμοτέρου των
μετάλλων. Εις την Ομηρικήν εποχήν, ότε ο ορείχαλκος
εχρησιμοποιείτο διά την κατασκευήν των ξιφών και διαφόρων άλλων
οπλισμών, οι ήρωες της &Ιλιάδος& εθεώρουν τον σίδηρον ως πολύτιμον
μέταλλον. Εις την πρόοδον της εκπολιτισμένης παραγωγής οφείλεται,
ότι αντικείμενα πρώτης χρησιμότητος ανταλλάσσονται εν μεγαλυτέρα
αναλογία έναντι αντικειμένων μικροτέρας χρησιμότητος.

Παρ' εκτός της χρησιμότητος, τα εμπορεύματα έχουν και άλλην τινα
κοινήν ιδιότητα: Είναι όλα προϊόντα της εργασίας του ανθρώπου και
διά να δημιουργηθούν εχρειάσθη δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως.

Ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν παρεσχέθη η εργασία, είτε
δι' αναζήτησιν αδάμαντος, είτε διά μεταφοράν ύδατος ή ραφήν
ενδύματος, παριστά πάντοτε φθοράν τινα της ανθρωπίνης μηχανής.
Ούτως ολίγον ενδιαφέρει η μορφή υπό την οποίαν καταναλίσκεται η
θερμότης ενός τόννου άνθρακος είτε προς έλξιν βαγονιών, είτε προς
ύφανσιν βάμβακος, εκτύπωσιν εφημερίδος, παραγωγήν ηλεκτρισμού και
φωτός, είναι πάντοτε φθορά καυσίμου ύλης, δαπάνη θερμίδων και
τέλος δαπάνη κινήσεως. Όταν δ' ο δόκτωρ Meyer εύρε το μηχανικόν
ισοδύναμον της θερμότητος, οι φυσικοί ηδυνήθησαν να
παρακολουθήσουν, εις όλας της τας μεταμορφώσεις την ενιαίαν
δύναμιν, την κίνησιν. Η αξία είναι ο γόρδιος δεσμός της πολιτικής
οικονομίας, ως παρετήρει ο Ricardo.

Ο γνωρίζων το συστατικόν στοιχείον της αξίας κρατεί εις χείρας του
το νήμα της Αριάδνης, το οποίον θα τον οδηγήση εις τον δαίδαλον
της παραγωγής και ανταλλαγής των εμπορευμάτων. Η δύναμις — εργασία
του ανθρώπου, είναι η μόνη δύναμις η δημιουργούσα αξίας, και τα
εμπορεύματα θεωρούνται &αξίαι&, διότι περιέχουν ανθρωπίνην
εργασίαν.

Το εμπόρευμα πριν εισέλθει εις την ανταλλαγήν είναι &αξία&, ήτοι
αποταμιευτής ανθρωπίνης δυνάμεως και δεν ανταλλάσσεται παρά μόνον
διότι είναι αξία. Το ύδωρ ποταμού και ο αήρ της ατμοσφαίρας, αν
και απαραίτητα εις την ζωήν, δεν είναι αξίαι, ως μη περιέχοντα
ανθρωπίνην εργασίαν.

Εάν όμως χρησιμοποιούμεν ανθρωπίνην εργασίαν, πιέζοντες τον αέρα
και μεταφέροντες ύδωρ εις οικίαν ή την Σαχάραν, αμέσως τότε το
ύδωρ και ο αήρ αποβαίνουν αξίαι και ανταλλάσσονται.

Κατά ποίον τρόπον μετράται η αξία;

Τις ερωτών επί της τιμής δύο εμπορευμάτων της αυτής πρώτης ύλης
και της αυτής χρησιμότητος, επί παραδείγματος δύο καθισμάτων εκ
δρυός, ων το έν έχει τους πόδας στρεπτούς και το ερεισίνωτον
επεξεργασμένον, δεν ήκουε τον κατασκευαστήν ν' απαντά:

 — Το κάθισμα αυτό είναι ακριβώτερον διότι εχρειάσθη περισσοτέραν
εργασίαν ή εκείνο, του οποίου οι πόδες και το ερεισίνωτον είναι
απλά.

Η τόσον συνήθης αύτη φράσις, ως αλήθεια de la Palisse, είναι η
μόνη απάντησις εις την ανωτέρω τεθείσαν ερώτησιν. Διότι, λέγουν ο
Α. Σμιθ και ο Ricardo: «το προϊόν δύο ημερών ή δύο ωρών εργασίας
αξίζει το διπλάσιον εκείνου, όπερ συνήθως απαιτεί μία ημέρα ή μία
ώρα εργασίας»(37).

Αλλ' υπάρχει εργασία και εργασία, όπως υπάρχη θεωρία και θεωρία.
Θα ηδύνατό τις να φαντασθή ότι η αξία ενός εμπορεύματος
καθορίζεται υπό του ποσοστού της δαπανηθείσης κατά την παραγωγήν
του εργασίας, το εμπόρευμα θα είχεν αξίαν τόσω μεγαλυτέραν, όσον ο
άνθρωπος είναι οκνηρός και ανίκανος, διότι χρησιμοποιεί
περισσότερον χρόνον εν τη κατασκευή του.

Αλλ' η εργασία, η αποτελούσα την ουσίαν της αξίας των
εμπορευμάτων, είναι εργασία ίση και αδιαίρετος, δαπάνη της αυτής
δυνάμεως. Η δύναμις της εργασίας της κοινωνίας ολοκλήρου, η
εκδηλουμένη εν τω συνόλω των αξιών, δεν υπολογίζεται κατά
συνέπειαν ή ως ενιαία δύναμις αν και συγκειμένη εξ αναριθμήτων
ατομικών δυνάμεων. Εκάστη ατομική δύναμις εργασίας είναι ίση προς
πάσαν άλλην, εφ' όσον κέκτηται τουλάχιστον τον χαρακτήρα μιας
μέσης κοινωνικής δυνάμεως και λειτουργεί ως τοιαύτη, ήτοι
χρησιμοποιεί εν τη παραγωγή ενός εμπορεύματος κατά μέσον όρον τον
αναγκαίον χρόνον εργασίας ή τον κοινωνικώς αναγκαίον χρόνον
εργασίας.

Ο κοινωνικώς αναγκαίος χρόνος εν τη παραγωγή των εμπορευμάτων
είναι ο απαιτούμενος διά πάσαν εργασίαν εκτελουμένην διά του μέσου
βαθμού της επιτηδειότητας και εντατικότητος και υπό συνθήκας, αι
οποίαι εν σχέσει προς το δεδομένον κοινωνικόν περιβάλλον, είναι
κανονικαί.

Μετά την εις Αγγλίαν εισαγωγήν της δι' ατμού υφαντουργίας
εχρειάσθη ίσως κατά ήμισυ ολιγωτέρα εργασία ή άλλοτε διά την
μετατροπήν εις ύφασμα ποσότητος νήματος. Ο εργαζόμενος διά των
χειρών υφαντουργός είχε πάντοτε ανάγκην του αυτού χρόνου διά να
εκτελέση την μετατροπήν ταύτην. Έκτοτε όμως το προϊόν της ατομικής
εργατικής του ώρας δεν αντεπροσώπευε πλέον ή το ήμισυ μιας
κοινωνικής εργατικής ώρας και δεν απέδιδε πλέον παρά το ήμισυ της
πρώτης αξίας.

Το ποσοστόν λοιπόν μόνον της εργασίας ή ο χρόνος της εν δεδομένη
κοινωνία αναγκαίας προς παραγωγήν ενός είδους εργασίας είνε
εκείνος ο οποίος καθορίζει την ποσότητα της αξίας. Έκαστον κατ'
ιδίαν εμπόρευμα θεωρείται γενικώς ως μέσον υπόδειγμα του είδους
του. Τα εμπορεύματα εν οις περιέχονται ίσαι ποσότητες εργασίας ή
τα οποία δύνανται να παραχθούν εν τω αυτώ χρονικώ διαστήματι,
έχουν κατά συνέπειαν ίσην αξίαν. Η αξία εμπορεύματός τινος
ευρίσκεται ως προς την αξίαν παντός άλλου εμπορεύματος, εις την
αυτήν σχέσιν, εν η ο χρόνος της αναγκαίας διά την παραγωγήν του
ενός ευρίσκεται προς τον χρόνον της αναγκαίας εργασίας διά την
παραγωγήν του άλλου. Η ποσότης της αξίας εμπορεύματός τίνος θα
παρέμενε προφανώς σταθερά, εάν ο αναγκαίος διά την παραγωγήν του
χρόνος παρέμενεν ωσαύτως σταθερός. Αλλ' ο τελευταίος ούτος
ποικίλει εις κάθε μετατροπήν της παραγωγικής δυνάμεως της
εργασίας, ήτις πάλιν εξαρτάται εκ διαφόρων συνθηκών, ήτοι μεταξύ
των άλλων εκ της μέσης ικανότητος των εργατών, εκ της αναπτύξεως
της επιστήμης και του βαθμού της τεχνικής εφαρμογής της εκ των
κοινωνικών συνδυασμών της παραγωγής, της εκτάσεως και
αποτελεσματικότητος των μέσων της παραγωγής και των καθαρώς
φυσικών συνθηκών. Η αυτή ποσότης εργασίας αντιπροσωπεύεται, π. χ.
υπό οκτώ μεδίμνων σίτου, εάν η εποχή είναι ευνοϊκή και υπό
τεσσάρων μόνον μεδίμνων εν εναντία περιπτώσει. Η αυτή ποσότης
εργασίας αποδίδει περισσοτέραν ύλην μετάλλου εις τα πλούσια
μεταλλεία παρά εις τα πτωχότερα κ.λ.π. Οι αδάμαντες παρουσιάζονται
σπανίως εις τα ανώτερα στρώματα του γηίνου φλοιού. Ούτω χρειάζεται
κατά μέσον όρον διά την ανεύρεσίν των ικανός χρόνος, εις τρόπον
ώστε οι αδάμαντες παριστώσι πολλήν εργασίαν υπό μικρόν όγκον. Εις
πλουσιώτερα μεταλλεία η αυτή ποσότης εργασίας θα απέδιδε
μεγαλυτέραν ποσότητα αδαμάντων, των οποίων ούτω η αξία θα
ηλαττούτο. Εάν επετυγχάνομεν να μεταβάλλωμεν με ολίγην εργασίαν
τον άνθρακα εις αδάμαντα η αξία του τελευταίου τούτου θα κατέπιπτε
ίσως κάτω της αξίας των γαιανθράκων. Εν γένει, όσον μεγαλυτέρα
είναι η παραγωγική δύναμις της εργασίας, τόσον είναι βραχύτερος ο
αναγκαίος χρόνος διά την παραγωγήν είδους τινός και όσον μικροτέρα
είναι η μάζα της εν αυτώ αποκρυσταλλουμένης εργασίας, τόσον
μικρότερα είναι η αξία του. Αντιθέτως όσον μικροτέρα είνε η
παραγωγική δύναμις της εργασίας τόσον μεγαλείτερος είναι ο
αναγκαίος διά την παραγωγήν του είδους χρόνος και τόσον
μεγαλειτέρα η αξία του. Το ποσόν της αξίας ενός εμπορεύματος
ποικίλλει λοιπόν κατ' ίσον λόγον του ποσοστού και κατ' αντίστροφον
λόγον της παραγωγικής δυνάμεως της εργασίας, η οποία περιέχεται εν
αυτώ.

Γνωρίζομεν ήδη την ουσίαν της αξίας· είναι η εργασία. Γνωρίζομεν
το μέτρον της ποσότητός της· είναι η διάρκεια της εργασίας.

Πράγμα τι δύναται να αποτελή αξίαν χρήσεως χωρίς να είναι και
αξία, αρκεί να είναι χρήσιμον εις τον άνθρωπον χωρίς να προέρχεται
εκ της εργασίας του. Τοιαύτη αξία είναι ο αήρ, λειμώνες φυσικοί,
παρθένον έδαφος κλπ. Πράγμα τι δύναται να είναι χρήσιμον και
προϊόν της ανθρωπίνης εργασίας χωρίς να είναι εμπόρευμα. Πας
όστις, διά του προϊόντος του ικανοποιεί τας ιδίας του ανάγκας, δεν
δημιουργεί ή ατομικάς &αξίας χρήσεως&.

Διά να παραχθούν εμπορεύματα δέον, όχι μόνον να παραχθώσιν αξίαι
χρήσεως, αλλά αξίαι χρήσεως δι' άλλους, αξίαι χρήσεως κοινωνικαί.
Τέλος, ουδέν αντικείμενον δύναται να είναι αξία, εάν δεν είναι
χρήσιμον. Εάν είναι άχρηστον, η εργασία, την οποίαν περιέχει,
εδαπανήθη ανωφελώς και συνεπώς δεν δημιουργεί αξίαν.

***

Μία δυσκολία όμως παρουσιάζεται φύσεως τοιαύτης, ώστε να εμβάλη
πολλούς εις αμηχανίαν.

Είναι δυνατόν να συγκριθούν τα διάφορα είδη εργασίας μεταξύ των
διά να ευρεθή κοινόν αυτών μέτρον; Είναι δυνατόν να συγκριθή η
εργασία του αμαξοποιού και του γεωργού με την εργασίαν του
καλλιτέχνου κοσμηματοπώλου και του γεωμέτρου;

Η δυσκολία αύτη λύεται πρακτικώς καθ' εκάστην, αφού καθημερινώς
ανταλάσσεται διά μέσου του χρήματος σίτος ή χειράμαξαι έναντι
δακτυλίου ή γεωμετρικών σχεδίων. Και το γεγονός ότι δίδονται επί
παραδ. εκατόν μέδιμνοι σίτου έναντι ενός δακτυλίου ή ενός
γεωμετρικού σχεδίου αποδεικνύει, χωρίς να χρήζη ιδιαιτέρας
αποδείξεως ότι προσδιωρίσθη η ποσότης της εργασίας του γεωργού,
του αμαξοποιού και του γεωμέτρου η περιεχομένη εις τα διάφορα
ταύτα αντικείμενα.

Αλλ' ο άνθρωπος ανέπνευσε και εχώνευσε πριν να έχη θεωρητικάς
γνώσεις της χωνεύσεως και της αναπνοής: πρόκειται λοιπόν να
εξηγηθή θεωρητικώς το φαινόμενον της ανταλλαγής των εμπορευμάτων.

Ας υποθέσωμεν ότι το αυτό άτομον είναι ταυτοχρόνως γεωργός,
αμαξοποιός και γεωμέτρης· δύναται τότε να είπη: η χειράμαξα ή το
σχέδιον των καλλιεργησίμων γαιών της κοινότητος μού στοιχίζουν,
όσην εργασίαν και 100 μέδιμνοι σίτου· ολίγον ενδιαφέρει αυτόν υπό
ποίαν μορφήν εδαπάνησε την δραστηριότητά του. Τα τρία παραχθέντα
αντικείμενα αντιπροσωπεύουν την αυτήν ποσότητα εργασίας.

Ουδόλως είναι φανταστική η υπόθεσις ατόμου συγχρόνως εξασκούντος
τα επαγγέλματα του γεωργού, του αμαξοποιού και του γεωμέτρου. Εις
τα υφιστάμενα ακόμη κολεκτιβιστικά χωρία της Ρωσσίας, η κατανομή
των προς καλλιέργειαν γαιών γίνεται υπό των ιδίων χωρικών και οι
εξ επαγγέλματος γεωμέτραι μένουν έκπληκτοι διά τον ακριβή τρόπον
με τον οποίον καταμετρούνται και κατανέμονται εξ ίσου αι γαίαι.
Σήμερον ακόμη παρατηρείται συνήθως εν Γαλλία ο συνδυασμός της
εργασίας της καλλιεργείας μετά της βιομηχανικής εργασίας. Η
μηχανική βιομηχανία ελλατώνουσα τας τεχνικάς δυσκολίας των
επαγγελμάτων, επιτρέπει εις τον εργάτην της μεγάλης βιομηχανίας να
διατρέξη αλληλοδιαδόχως, σειράν διαφόρων επαγγελμάτων. Δύναται
όθεν να δαπανά τις ποικιλοτρόπως την εργατικήν του δύναμιν και να
συγκρίνη ούτω τα εμπορεύματα, τα οποία παράγει. Αι πρόοδοι αύται
της βιομηχανικής μηχανικής, επιτρέπουν εις δεδομένην ποσότητα
εργασίας να προσφερθή, αναλόγως προς την ποικίλλουσαν φοράν της
ζητήσεως της εργασίας, υπό μίαν ή άλλην μορφήν εργασίας.
Οιαιδήποτε δε και αν είναι αι προξενούμεναι εκ των μεταβολών
τούτων της μορφής της εργασίας δυσκολίαι, εν τούτοις αύται
εκτελούνται.

Τέλος πάσα παραγωγική δράσις, εξαιρουμένου του χρησίμου χαρακτήρος
της, είναι δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως. Η καλλιέργεια, η αμαξοποιία
και η γεωμετρική, παρά την μεταξύ των διαφοράν είναι και αι τρεις
παραγωγική δαπάνη δυνάμεως εγκεφάλων, μυών, νεύρων, χειρών του
ανθρώπου, και υπό την έννοιαν ταύτην ισοτίμου ανθρωπίνης εργασίας.
Η εργατική δύναμις του ανθρώπου, ης η κίνησις αλλάσσει μορφήν εις
τας διαφόρους παραγωγικάς δράσεις δέον ασφαλώς ν' αναπτυχθή, κατά
το μάλλον και ήττον, διά να δυνηθή να δαπανηθή υπό την μίαν ή
άλλην μορφήν. Αλλ' η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει απλώς
την εργασίαν του ανθρώπου, τουτέστι δαπάνην εν γένει της
ανθρωπίνης δυνάμεως.

Όθεν, όπως εν τη αστική πολιτική κοινωνία, είς στρατηγός, είς
τραπεζίτης παίζει μεγάλον ρόλον, ενώ ο αγαθός και αφελής άνθρωπος
παρουσιάζει θλιβεράν εικόνα, ούτω συμβαίνει και με την εργασίαν
του ανθρώπου. Είναι δαπάνη απλής δυνάμεως, ην πας άνευ ειδικής
αναπτύξεως κέκτηται εν τω οργανισμώ του. Η μέση απλή εργασία
αλλάσσει, είναι αληθές, χαρακτήρα εις διαφόρους χώρας και αναλόγως
των εποχών, αλλ' εν ωρισμένη κοινωνία είναι πάντοτε καθωρισμένη. Η
σύνθετος εργασία δεν είναι παρά η απλή εργασία υψωμένη εις μίαν
δύναμιν ή μάλλον δεν είναι παρά απλή πολλαπλασιασμένη εργασία εις
τρόπον, ώστε μία ωρισμένη ποσότης εργασίας συνθέτου αντιστοιχεί
προς μίαν ποσότητα μεγαλυτέραν απλής εργασίας. Η πείρα αποδεικνύει
ότι η αναγωγή αύτη γίνεται συνεχώς.

Και όταν ακόμη έν εμπόρευμα είναι προϊόν της πλέον συνθέτου
εργασίας, η αξία του το ανάγει έν τινι αναλογία, εις προϊόν απλής
εργασίας, ης συνεπώς αντιπροσωπεύει ωρισμένην ποσότητα. Αι
διάφοροι αναλογίαι κατά τας οποίας διάφορα είδη εργασίας δύνανται
ν' αναχθούν εις απλήν εργασίαν, ως εις μονάδα μετρήσεώς των
υπάρχουν εις την κοινωνίαν εν αγνοία των παραγωγών και τοις
παρουσιάζονται ως συνθήκαι κατά παράδοσιν.

Το επακολούθημα τούτων είναι ότι εν τη αναλύσει της αξίας εκάστη
ποικιλία εργασίας δέον να θεωρήται ως δύναμις απλής εργασίας (38).

Εάν όθεν εις την αγοράν 100 μέδιμνοι σίτου ισούνται με μίαν
χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα σχέδιον γεωμέτρου, τούτο σημαίνει
ότι εις 1 μέδιμνον σίτου υπάρχει εκατοντάκις ολιγωτέρα εργασία από
μίαν χειράμαξαν, ένα δακτύλιον ή ένα γεωμετρικόν σχέδιον.

Εάν, όσον αφορά την αξίαν χρήσεως, η περιεχομένη εις το εμπόρευμα
εργασία δεν αξίζει ή ποιοτικώς, εν σχέσει προς το μέγεθος της
αξίας, αυτή δεν υπολογίζεται ή ποσοτικώς. Εκεί πρόκειται να
μάθωμεν πώς γίνεται η εργασία και τι παράγει. Εδώ πόσον χρόνον
διαρκεί αύτη. Αφού το μέγεθος της αξίας ενός εμπορεύματος δεν
αντιπροσωπεύει ή το ποσοστόν της εν αυτώ περιεχομένης εργασίας,
έπεται όθεν εκ τούτου ότι όλα τα εμπορεύματα, έν τινι αναλογία,
πρέπει να είναι αξίαι ίσαι.

Η παραγωγική δύναμις όλων των εργασιών, των απαιτουμένων διά την
παραγωγήν ενός οιουδήποτε εμπορεύματος κατασκευής ενδύματος λ. χ.
παραμένει σταθερά; Η ποσότης της αξίας των ενδυμάτων αυξάνει
αναλόγως του αριθμού τούτων. Εάν μία ενδυμασία αντιπροσωπεύει &Χ&
ημέρας εργασίας, δύο ενδυμασίαι αντιπροσωπεύουν 2 &Χ& κ.ο.κ. Ας
υποθέσωμεν όμως ότι η διάρκεια της αναγκαίας διά την κατασκευήν
μιας ενδυμασίας εργασίας διπλασιάζεται ή ελαττούται κατά το ήμισυ.
Εις την πρώτην περίπτωσιν έν ένδυμα έχει τόσην αξίαν όσην είχον
προηγουμένως δύο. Εις την δευτέραν περίπτωσιν 2 ενδύματα δεν έχουν
περισσοτέραν αξίαν εκείνης, ην είχε προηγουμένως έν μόνον ένδυμα,
καίτοι και εις τας δύο περιπτώσεις η ενδυμασία αποδίδει και
έπειτα, όπως και πριν τας αυτάς υπηρεσίας· και η χρήσιμος εργασία,
εξ ης προέρχεται, είναι πάντοτε της αυτής δυνάμεως. Αλλά το
ποσοστόν της δαπανηθείσης εν τη παραγωγή της εργασία δεν έμεινε το
αυτό.

Μία σημαντικωτέρα ποσότης αξιών χρήσεως αποτελεί προφανώς
μεγαλύτερον &υλικόν πλούτον&. Με δύο ενδυμασίας ενδύονται δύο
άνθρωποι, με μίαν ενδυμασίαν όμως ενδύεται είς μόνον κ.ο.κ. Εν
τούτοις εις αύξοντα όγκον υλικού πλούτου δύναται ν' αντιστοιχή μία
ταυτόχρονος ελάττωσις της αξίας του.

Η αντιφατική αύτη κίνησις προέρχεται εκ του διπλού χαρακτήρος της
εργασίας. Η εν δεδομένω χρόνω αποτελεσματικότης μιας χρησίμου
εργασίας εξαρτάται εκ της παραγωγικής της δυνάμεως. Η χρήσιμος
εργασία αποβαίνει λοιπόν μία πηγή κατά το μάλλον ή ήττον άφθονος
εις προϊόντα κατ' ευθείαν αναλόγως προς την αύξησιν ή την
ελάττωσιν της παραγωγικής της δυνάμεως. Τουναντίον μία ποικιλία
της τελευταίας ταύτης δυνάμεως δεν θίγει ποτέ αμέσως την εν τη
αξία αντιπροσωπευομένην εργασίαν.

Αφού η παραγωγική δύναμις ανήκει εις την συγκεκριμένην και
χρήσιμον εργασίαν, ουδεμίαν πλέον σχέσιν δύναται να έχη με την
εργασίαν ευθύς ως τη αφαιρεθή η χρήσιμός της μορφή οιαιδήποτε και
αν είναι αι ποικιλίαι της παραγωγικής δυνάμεώς της, η αυτή εργασία
δρώσα κατά το αυτό χρονικόν διάστημα παριστά πάντοτε την αυτήν
αξίαν. Αλλ' η εργασία παράγει εν καθωρισμένω χρόνω περισσοτέρας
αξίας χρήσεως, εάν η παραγωγική δύναμίς τις αυξάνει, ολιγωτέρας
εάν ελαττούται. Πάσα αλλαγή εν τη παραγωγική δυνάμει, ήτις αυξάνει
την γονιμότητα της εργασίας και συνεπώς το ποσόν των υπ' αυτής
παρεχομένων αξιών χρήσεως, ελαττώνει την αξίαν του ούτω πως
αυξηθέντος ποσού, εάν βραχύνη τον ολικόν χρόνον της αναγκαίας, διά
την παραγωγήν της εργασίας. Και αντιστρόφως.

Εκ των προηγουμένων εξάγεται ότι πάσα εργασία είναι αφ' ενός μεν
δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως εν τη φυσιολογική εννοία, ως τοιαύτη δ'
ίση ανθρωπίνη εργασία δημιουργεί την αξίαν των εμπορευμάτων, αφ'
ετέρου δε δαπάνη ανθρωπίνης δυνάμεως υπό τοιαύτην ή τοιαύτην
μορφήν, καθοριζομένην υπό ιδιαιτέρου σκοπού και ως τοιαύτη
συγκεκριμένη και χρήσιμος εργασία παράγει αξίας χρήσεως ή
χρησιμότητας. Όπως το εμπόρευμα προ παντός άλλου, πρέπει να είναι
μία χρησιμότης, διά να είναι αξία, ούτω και η εργασία πρέπει να
είναι προ παντός άλλου χρήσιμος διά να θεωρηθή δαπάνη ανθρωπίνης
δυνάμεως, ανθρωπίνης εργασίας εν τη αφηρημένη έννοια της λέξεως.

Οι χημικοί διά να εισδύσουν εις το μυστήριον της εσωτερικής
συνθέσεως των σωμάτων, εχρειάσθη να δεχθούν την των ατόμων θεωρίαν
των Ελλήνων φιλοσόφων, πράγμα, το οποίον έκαμε τον Liebig να είπη
ότι, η ατομική χημεία ήτο η χημεία των ανυπάρκτων σωμάτων. Ο
οικονομολόγος διά να εννοήση την ανταλλαγήν εμπορευμάτων διαφόρου
ποιότητος και ποσότητας, δέον επίσης να προστρέξη εις έννοιαν
αφηρημένην &της απλής εργασίας& (39). Ούτω, η ουσία και το μέγεθος
της αξίας είναι καθωρισμέναι· απομένει τώρα να αναλύσωμεν την
μορφήν της αξίας, ήτις θα μας δώση την λύσιν του προβλήματος του
νομίσματος.

II. Μορφή της αξίας.

Η αξία ενός εμπορεύματος εκδηλούται εν τη ανταλλαγή. Πράγματι, εις
Ινδικήν κοινότητα, ένθα δεν υπάρχουν ανταλλαγαί, τα παραγόμενα υπό
των μελών της αντικείμενα είναι αξίαι χρήσεως, αφού δεν
εδημιουργήθησαν ή διά να καταναλωθούν. Είναι επίσης αξίαι, αφού
περιέχουν ανθρωπίνην εργασίαν: αλλ' η αξία αύτη ευρίσκεται εν
λανθανούση καταστάσει και εμφανίζεται, όταν τα αντικείμενα ταύτα
ανταλλάσσονται έναντι άλλων εμπορευμάτων των άλλων κοινοτήτων.

Εις τας πλέον ανεπτυγμένας κοινωνίας το χρυσούν και αργυρούν
νόμισμα, είναι η μορφή την οποίαν ενδύεται, η αξία όλων των
εμπορευμάτων. Ο Κ. Μαρξ είναι ο πρώτος οικονομολόγος, όστις έδωκε
την εξήγησιν της γενέσεως της μορφής του νομίσματος, όστις εξήγησε
την εκδήλωσιν της αξίας την περιεχομένην εις την σχέσιν αξίας των
εμπορευμάτων, από της απλουστέρας και ολιγώτερον φανερής
εμφανίσεώς της μέχρι της μορφής την οποίαν λαμβάνει διά του
νομίσματος και διά της οποίας καθίσταται αντιληπτή εις πάντας.

***

Τα εμπορεύματα δεν έχουν εν γένει άλλας σχέσεις μεταξύ των παρά
την σχέσιν αξίας ή ανταλλαγής, της οποίας η απλουστέρα μορφή
είναι:

   χ εμπόρευμα Α αξίζει ψ εμπόρευμα Β
   ή χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β
   20 μέτρα υφάσματος αξίζουν μίαν ενδυμασίαν
   ή 20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασίαν

Το ύφασμα εκφράζει την αξίαν του εν τη ενδυμασία και αύτη
χρησιμεύει ως ύλη διά την έκφρασιν ταύτην. Του πρώτου εμπορεύματος
η αξία παρίσταται ως &σχετική αξία&, του δευτέρου λειτουργεί ως
&ισοδύναμον&. Είμεθα υποχρεωμένοι ν' αντιστρέψωμεν την εξίσωσιν
διά να εκφράσωμεν σχετικώς την αξίαν της ενδυμασίας και τότε το
ύφασμα καθίσταται το ισοδύναμόν των. Το αυτό εμπόρευμα δεν δύναται
όθεν να ενδυθή ταυτοχρόνως τας δύο ταύτας μορφάς εν τη ιδία
εκφράσει της αξίας.

Ένα εμπόρευμα δεν δύναται να εκφράση την αξίαν του ή εις άλλο
εμπόρευμα, ήτοι σχετικώς· διότι εάν είπωμεν 20 μέτρα υφάσματος
αξίζουν 20 μέτρα υφάσματος, εκφράζομεν μόνον ότι τα 20 μέτρα του
υφάσματος δεν είναι τίποτε άλλο παρά 20 μέτρα υφάσματος, δηλαδή
είναι ποσόν τι αξίας χρήσεως.

Αλλ' αφ' ης στιγμής έν εμπόρευμα τίθεται ως ισοδύναμον, τούτο
σημαίνει ότι αν και διαφόρου είδους ετέρου αντιθέτου του, δύναται
να το αντικαταστήση ως αξία και ν' ανταλλαγή αντ' εκείνου.
Πιστοποιεί ότι περιέχει τόσην αξίαν, όσην αποκρυσταλλωθείσαν
ανθρωπίνην εργασίαν.

Ούτω η εξίσωσις:

   20 μέτρα υφάσματος = 1 ενδυμασία

υποθέτει ότι τα δύο εμπορεύματα στοιχίζουν τόσην εργασίαν το έν
όσον και το άλλο ή παράγονται κατά το αυτό χρονικόν διάστημα· αλλ'
ο χρόνος ούτος ποικίλλει δι' έκαστου τούτων με κάθε μεταβολήν της
παραγωγικής μορφής, ήτις το δημιουργεί.

Εξετάσωμεν ήδη την επιρροήν των μεταβολών τούτων επί της σχετικής
εκφράσεως του μεγέθους της αξίας.

I. Ότι η αξία του υφάσματος αλλάσσει, ενώ η αξία της ενδυμασίας
παραμένει σταθερά (40). Εάν ο διά την παραγωγήν της αναγκαίος
χρόνος εργασίας, συνεπεία υποθέσωμεν μικροτέρας αποδόσεως του
εδάφους του παράγοντος το λίνον διπλασιάζεται, τότε η αξία του
διπλασιάζεται. Αντί 20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία θα έχωμεν:
20 μέτρα υφάσματος = 2 ενδυμασίαι, διότι 1 ένδυμα περιέχει ήδη
κατά το ήμισυ ολιγωτέραν εργασίαν. Εάν ο αναγκαίος χρόνος εργασίας
εις την παραγωγήν του υφάσματος, αντιθέτως ελαττούται κατά το
ήμισυ, συνεπεία τελειοποιήσεως του επαγγέλματος του υφαντουργού,
τότε η αξία του ελαττούται κατά την αυτήν αναλογίαν. Και τότε 20
&μέτρα υφάσματος& = 1/2 &ενδυμασία. Η σχετική αξία& του
εμπορεύματος Α, ήτοι η αξία του εκφραζομένη εις το εμπόρευμα Β
αυξάνει ή ελαττούται συνεπώς κατ' ευθύν λόγον προς την αξίαν του
εμπορεύματος Α, εάν η αξία του εμπορεύματος Β παραμένει σταθερά.

II. Ότι η αξία του υφάσματος παραμένει σταθερά, ενώ η αξία του
ενδύματος ποικίλλει. Εάν ο αναγκαίος εις την κατασκευήν του
ενδύματος χρόνος διπλασιασθή λόγω δυσμενούς, υποθέσωμεν, παραγωγής
μαλλιού, τότε αντί &20 μέτρων υφάσματος = 1 ενδυμασία& έχομεν 20
μέτρα υφάσματος = 1/2 ενδυμασία. Εάν η αξία του ενδύματος
τουναντίον ελαττωθή κατά το ήμισυ, τότε 20 μ. υφάσματος = 2
ενδυμασίαι. Εάν η αξία του εμπορεύματος Α παραμένει σταθερά,
βλέπομεν ότι η σχετική του αξία εκφραζομένη εν τω εμπορεύματι Β
αυξάνει ή ελαττούται κατ' αντίστροφον λόγον της αλλαγής της αξίας
Β.

III. Αι αναγκαίαι ποσότητες εργασίας διά την παραγωγήν του
υφάσματος και του ενδύματος αλλάσσουν ταυτοχρόνως, εν τη αύτη
εννοία και τη αυτή αναλογία; Εις την περίπτωσιν ταύτην, &20 μ.
υφάσματος = 1 ενδυμασία& ως και πρότερον, οιαδήποτε και αν είναι
αι μεταβολαί της αξίας. Ανακαλύπτωμεν τας μεταβολάς ταύτας
συγκρίνοντες με τρίτον εμπόρευμα, του οποίου η αξία παραμένει η
αυτή. Εάν αι αξίαι όλων των εμπορευμάτων ηύξανον ή ηλαττούντο
ταυτοχρόνως και εις την αυτήν αναλογίαν, αι σχετικαί των αξίαι
ουδεμίαν θα υφίσταντο μεταβολήν. Η πραγματική μεταβολή της αξίας
θ' ανεγνωρίζετο εκ του ότι κατά τον αυτόν χρόνον εργασίας θα
παρήγε γενικώς ποσότητα εμπορευμάτων κατά το μάλλον και ήττον
μεγαλειτέραν ή πριν.

IV. Ο αναγκαίος χρόνος εργασίας διά την παραγωγήν του τε υφάσματος
και ενδυμασίας ως και των αξιών των, δύναται ταυτοχρόνως ν'
αλλάσση κατά τον αυτόν τρόπον, αλλ' εις διάφορον βαθμόν, ή κατ'
αντίθετον τρόπον κλπ. Η επιρροή παντός δυνατού συνδυασμού του
είδους τούτου επί της σχετικής αξίας ενός εμπορεύματος,
υπολογίζεται ευκόλως διά της χρησιμοποιήσεως των περιπτώσεων I, II
και III.

Αι πραγματικαί μεταβολαί εις το μέγεθος της αξίας, δεν εκδηλούνται
ποσώς ούτε σαφώς ούτε πλήρως εν τη σχετική των εκφράσει. Η σχετική
ενός εμπορεύματος αξία δύναται ν' αλλάσση της αξίας του
παραμενούσης σταθεράς και τανάπαλιν και τέλος μεταβολαί εν τη
ποσότητι της αξίας και εν τη σχετική του εκφράσει δύνανται να
είναι ταυτόχρονοι χωρίς να είναι ακριβώς αντίστοιχοι.

***

Έν εμπόρευμα μη δυνάμενον ν' αναχθή εις εαυτό ως ισοδύναμον, ούτε
να εκδηλώση την αξίαν του διά της μορφής, δηλαδή της αξίας του
χρήσεως, δέον κατ' ανάγκην να λάβη, ως ισοδύναμον, άλλο εμπόρευμα,
του οποίου η αξία χρήσεως του χρησιμεύει ως μορφή αξίας. Ούτω
λοιπόν οιονδήποτε σώμα, τεμάχιον ζαχάρεως π. χ. έν λίτρον οξυγόνου
κλπ. διά να εκφράση το βάρος του δέον να λάβει, ως ισοδύναμον,
άλλο τι σώμα, τεμάχια μετάλλου, των οποίων το βάρος είναι γνωστόν.
Τα τεμάχια του μετάλλου δεν δίδουν βάρος εις την ζάχαριν και το
αέριον, σημειούν μόνον το βάρος αυτών. Ωσαύτως η ενδυμασία ή παν
άλλο εμπόρευμα, 10 γραμ. χρυσού, επί παραδειγμ. χρησιμεύοντα ως
ισοδύναμα δεν δίδουν αξίαν εις το ένδυμα, αλλ' εκφράζουν την αξίαν
του.

Αφ' ού δεν πρόκειται ειμή περί απλής εκδηλώσεως ενός εμπορεύματος,
οιονδήποτε εμπόρευμα δύναται να παίξη τον ρόλον τούτον.

Διά τούτο και ο Όμηρος εκφράζει την αξίαν ενός πράγματος εις
σειράν διαφόρων πραγμάτων (41). Αι εκφράσεις της αξίας ενός
εμπορεύματος δύνανται όθεν να ποικίλλουν, τόσον όσον αι σχέσεις
του μετ' άλλων εμπορευμάτων.

Αναχωρούντες εκ του απλού τύπου:

   χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β
   20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία.

Φθάνομεν εις τον αναπτυχθέντα τύπον:

χ εμπόρευμα Α = ψ εμπόρευμα Β = φ εμπόρευμα = υ εμπόρευμα Δ κ.λ.π.

20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία = 10 λίτραι τεΐου = 40 λίτραι καφφέ
= 10 γραμ. χρυσού = 1 στατήρ σιδήρου κ.λ.π.

Η αξία ενός εμπορεύματος, π. χ., αντιπροσωπεύεται ήδη εις άλλα
αναρίθμητα ισοδύναμα. Κατοπτρίζεται εις παν άλλο εμπόρευμα ως εις
καθρέπτην. Ιδού διατί ομιλούν περί της εις ένδυμα αξίας του
υφάσματος, όταν εκφράζουν την αξίαν του εις ενδύματα, την αξίαν
του εις σίτον ή εις άργυρον. Εκάστη παρομοία έκφρασις μας δίδει να
εννοήσωμεν ότι είναι αυτή η ιδία του αξία, ήτις εκδηλούται εις τας
διαφόρους ταύτας αξίας χρήσεως.

Πάσα άλλη εργασία, οποιαδήποτε και εάν είναι η φυσική μορφή της,
σπορά, εξόρυξις σιδήρου, χρυσού κ.λ.π. είναι ίση προς την
περιεχομένην εν τη αξία του υφάσματος εργασίαν, ήτις εμφανίζει
ούτω τον χαρακτήρα ανθρωπίνης εργασίας.

Η ολική μορφή της σχετικής αξίας, θέτει εμπόρευμά τι εις
κοινωνικήν σχέσιν μεθ' όλων.

Συγχρόνως η ατελείωτος σειρά των εκφράσεών της, αποδεικνύει ότι η
αξία των εμπορευμάτων δύναται να ενδυθή αδιαφόρως ξεχωριστήν
μορφήν αξίας χρήσεως.

Εν τω πρώτω τύπω: &20 μ. υφάσματος =1 ενδυμασία&, δυνατόν να φανή
ότι κατά τύχην τα δύο ταύτα εμπορεύματα είναι ανταλλάξιμα, εν τη
καθορισθείσα ταύτη αναλογία. Εν τω δευτέρω τύπω, τουναντίον,
διακρίνομεν αμέσως, εκείνο το οποίον κρύπτει η φαινομενικότης
αύτη. Η αξία του υφάσματος παραμένει η αυτή, είτε εκφράζεται εις
ενδύματα, καφφέ, σίδηρον, μέσω των αναριθμήτων εμπορευμάτων των
ανηκόντων εις τους πλέον διαφόρους ανταλλάκτας. Είναι προφανές,
ότι δεν είναι η ανταλλαγή η κανονίζουσα την ποσότητα της αξίας
ενός εμπορεύματος, αλλά τουναντίον, η ποσότης της αξίας του
εμπορεύματος, η οποία κανονίζει τας σχέσεις της της ανταλλαγής.

Ο αναπτυχθείς τύπος της αξίας δύναται να γραφή ως ακολούθως, χωρίς
να μεταβληθή ο χαρακτήρ

   20 μ. υφάσματος =  1 ενδυμασία
   20 μ. υφάσματος = 10 λίτραι τεΐου
   20 μ. υφάσματος = 40 λίτραι καφφέ
   20 μ. υφάσματος = 10 γραμ. χρυσού

Ή ακόμη ως εξής:

   1 ενδυμασία     =   ]
   10 λίτραι τεΐου =   ]
   40 λίτραι καφφέ =   ]20 μ. υφάσματος
   10 γραμ. χρυσού =   ]
   κλπ. κλπ. κλπ.  =   ]

Τα εμπορεύματα εκφράζουν νυν τας αξίας των: 1ον κατά τρόπον
απλούν, διότι τας εκφράζουν εις έν μόνον είδος εμπορεύματος· 2ον
συνολικώς, διότι τας εκφράζουν εις το αυτό είδος εμπορεύματος.

Ο τύπος αξία είναι απλούς και κοινός και συνεπώς γενικός.

Ελάβομεν ως παράδειγμα 20 μ. υφάσματος = 1 ενδυμασία. Θα ηδυνάμεθα
επίσης να ελαμβάνομεν ως παράδειγμα 40 λίτρας καφφέ = 10 γραμ.
χρυσού ή 10 λίτρας τεΐου = 16 στατήρ. σιδήρου κ.λ.π. Υπό τον τύπον
τούτον διάφορα εμπορεύματα εκφράζουν την σχετικήν των αξίαν εις
διάφορα άλλα εμπορεύματα· όπερ σημαίνει ότι τα εμπορεύματα
ανταλλάσσονται απ' ευθείας μεταξύ των. Βεβαίως ο τύπος ούτος της
ανταλλαγής παρουσιάζεται εν τη πράξει εις τας αρχεγόνους εποχάς,
οπόταν τα προϊόντα της εργασίας δεν μεταβάλλονται εις εμπορεύματα
παρά τυχαίως δι' ανταλλαγών τυχαίων και μεμονωμένων.

Αλλά τον αρχέγονον τούτον τρόπον της ανταλλαγής αντικατέστησεν
άλλος τις: κατά τον τρόπον τούτον τα εμπορεύματα εκλέγουν διά να
εκφράσουν την αξίαν των, άλλο ειδικόν εμπόρευμα, το οποίον δύναται
να είναι αδιαφόρως, ζώα, δούλοι, γυναίκες, χρυσός, σίδηρος κλπ. Ο
τρόπος ούτος παρουσιάζεται εις την πραγματικότητα, ευθύς ως προϊόν
τι εργασίας, το κτήνος π. χ. ανταλλάσσεται αντί άλλων
εμπορευμάτων, όχι πλέον τυχαίως, αλλά κατά συνήθειαν. Το κτήνος
γίνεται τότε το &κοινόν ισοδύναμον& των άλλων εμπορευμάτων.

Ευθύς ως εμπόρευμά τι κατορθώσει να επιβληθή ως γενικόν
ισοδύναμον, είναι δύσκολον να το μετατοπίση τις εκ του ρόλου
τούτου και να εγκαταστήση εκ νέου την απ' ευθείας ανταλλαγήν των
λοιπών εμπορευμάτων, όπως ενόμιζαν ότι θα κατώρθουν ο Proudhon και
οι άλλοι ουτοπισταί της αυτής μικράς αξίας. Ο κόσμος των
εμπορευμάτων δεν κατορθώνει να εγκαταστήση κοινόν τι ισοδύναμον,
ειμή διότι όλα τα εμπορεύματα εξαιρέσει ενός αποκλείονται του
τύπου, του ισοδυνάμου ή του τύπου υπό τον οποίον είναι απ' ευθείας
και αμέσως ανταλλάξιμα.

Το εμπόρευμα, το οποίον παίζει τον ρόλον του γενικού ισοδυνάμου
δεν δύναται να χρησιμεύση δι' εαυτό ως ισοδύναμον.

Ας υποθέσωμεν ότι το μέτρον υφάσματος είναι το κοινόν ισοδύναμον,
θα είχομεν επί παραδ. 20 μ. υφάσματος = 20 μ. ύφασμ., ταυτολογία
ουδέν εκφράζουσα, ούτε αξίαν, ούτε ποσότητα αξίας. Το εμπόρευμα
τούτο δεν κέκτηται όθεν κοινόν ισοδύναμον, όπως τα άλλα
εμπορεύματα, δέον δε να εκλέξη αυθαιρέτως έν εμπόρευμα διά να
εκφράση την αξίαν του. Έν εμπόρευμα δεν αποβαίνει γενικόν
ισοδύναμον, ει μη διότι πάντα τ' άλλα εμπορεύματα το διέκριναν και
το ανύψωσαν εκ της θέσεώς του διά να παίζη τον ρόλον τούτον. Αφ'
ης στιγμής ο αποκλειστικός ούτος χαρακτήρ έρχεται να προσκολληθή
εις ειδικόν είδος εμπορεύματος η φυσική του μορφή εξομοιούται
ολίγου κατ' ολίγον με την μορφήν του ισοδυνάμου, ήτις του απεδόθη,
αποκτά κοινωνικήν αυθεντίαν, γίνεται εμπόρευμα — χρήμα ή
λειτουργεί ως χρήμα. Η ιδιαιτέρα ειδική λειτουργία του και κατά
συνέπειαν το κοινωνικόν μονοπώλιόν του, είναι να παίζη τον ρόλον
του γενικού ισοδυνάμου μεταξύ των εμπορευμάτων.

Εάν, εν τη μορφή του κοινού ισοδυνάμου, αντικαταστήσωμεν το
εμπόρευμα ύφασμα διά του εμπορεύματος χρυσού, επιτυγχάνομεν κατ'
εξοχήν την &μορφήν νόμισμα ή χρήμα.&

   20 μ. υφάσμ.     =]
   1 ενδυμασία      =]
   10 λίτραι τεΐου  =]
   10 λίτραι καφφέ  =] 10 γραμ. χρυσού.
   1 στατήρ σιδήρου =]
   κ.λ.π. κ.λ.π.

Ο τύπος ουδόλως ήλλαξεν, ειμή μόνον αντί του υφάσματος ο χρυσός
τώρα κέκτηται την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου. Η πρόοδος
έγκειται απλούστατα εις το ότι η μορφή της αμέσου και γενικής
ανταλλακτικότητος η μορφή του γενικού ισοδυνάμου, ενεσωματώθη
οριστικώς εν τη φυσική και ειδική μορφή του χρυσού.

Ο χρυσός παίζει τον ρόλον του νομίσματος, έναντι των λοιπών
εμπορευμάτων, διότι έπαιζε προηγουμένως, απέναντι τούτων τον ρόλον
του εμπορεύματος. Όπως όλα εκείνα, ελειτούργει επίσης ως
ισοδύναμον, είτε τυχαίως εις τας μεμονωμένας ανταλλαγάς είτε εις
ιδιαίτερον ισοδύναμον παρά τα άλλα ισοδύναμα. Ολίγον κατ' ολίγον
ελειτούργησεν εις όρια κατά το μάλλον ή ήττον ευρέα ως γενικόν
ισοδύναμον. Ευθύς ως κατέκτησε το μονοπώλιον του ρόλου τούτου εν
τη εκφράσει της αξίας των εμπορευμάτων, απέβη εμπόρευμα — χρήμα.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ II.

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΑΝΤΑΛΛΑΓΩΝ



Όλα τα εμπορεύματα δεν είναι αξίαι χρήσεως διά τους κατέχοντας
αυτά, και είναι αξίαι χρήσεως διά τους μη κατέχοντας αυτά. Ωσαύτως
πρέπει να περάσουν από χειρός εις χείρα καθ' όλην την γραμμήν.
Αλλ' η αλλαγή αύτη από χειρός εις χείρα αποτελεί την ανταλλαγήν
των, και η ανταλλαγή των καθιδρύει τας σχέσεις των ως αξιών και τα
μορφώνει εις αξίας. Πρέπει λοιπόν τα εμπορεύματα να παρουσιάζονται
ως αξίαι πριν δυνηθούν να γίνουν αξίαι χρήσεως. Αλλ' αφ' ετέρου
πρέπει η αξία των χρήσεως να έχη εξακριβωθή πριν ή εμφανισθούν ως
καθ' εαυτό αξίαι, διότι η ανθρωπίνη εργασία η δαπανηθείσα εν τη
παραγωγή των δεν υπολογίζεται ή εφ' όσον δαπανάται υπό χρήσιμον
εις άλλους μορφήν. Μόνη όθεν η ανταλλαγή των δύναται ν' αποδείξη,
εάν η εργασία αύτη είναι χρήσιμος εις άλλους, δηλ. εάν το προϊόν
της δύναται να ικανοποιήση ανάγκας άλλων.

Δι' έκαστον κάτοχον εμπορευμάτων, παν ξένον εμπόρευμα είναι
ιδιαίτερον ισοδύναμον του ιδικού του. Το εμπόρευμά του είναι,
συνεπώς το γενικόν ισοδύναμον πάντων των άλλων. Αλλ' επειδή όλοι
οι ανταλλάκται ευρίσκονται εις την αυτήν θέσιν ουδέν εμπόρευμα
είναι γενικόν ισοδύναμον και η σχετική αξία των εμπορευμάτων,
ουδεμίαν γενικήν μορφήν κέκτηται, υπό την οποίαν να δύνανται ταύτα
να συγκρίνονται ως ποσότητες αξίας. Εν μια λέξει ταύτα δεν
παίζουν, τα μεν έναντι των δε τον ρόλον των εμπορευμάτων, αλλά τον
ρόλον απλών προϊόντων ή αξιών χρήσεως.

Οι ανταλλάκται δεν δύνανται να συγκρίνουν τα είδη των εις αξίας
και συνεπώς ως εμπορεύματα ειμή συγκρίνοντες ταύτα προς άλλο
οιοδήποτε εμπόρευμα τιθέμενον έναντι αυτών, ως γενικόν ισοδύναμον,
ό,τι ακριβώς απεδείχθη ήδη διά της προηγουμένης αναλύσεως. Αλλά το
γενικόν τούτο ισοδύναμον, δεν δύναται να είναι ή το αποτέλεσμα
μιας κοινωνικής δράσεως. Έν ιδιαίτερον εμπόρευμα τίθεται λοιπόν
διά κοινής πράξεως κατά μέρος των άλλων εμπορευμάτων και
χρησιμεύει διά να εμφανίζη τας αμοιβαίας των αξίας. Η φυσική μορφή
του εμπορεύματος τούτου αποβαίνει ούτω η ισοδύναμος μορφή, η
κοινωνικώς ανεγνωρισμένη. Ο ρόλος του γενικού ισοδυνάμου είναι εις
το εξής η ειδική κοινωνική λειτουργία του αποχωρισθέντος
εμπορεύματος και καθίσταται χρήμα.

Κατ' αρχάς, όταν η ανταλλαγή των εμπορευμάτων ελάμβανε χώραν εκτός
των κοινοτήτων, την ιδιότητα του γενικού ισοδυνάμου απέκτα, οτέ
μεν εμπόρευμά τι οτέ δε άλλο τι κατά τας περιστάσεις. Αλλ' ευθύς
ως εγκατέστη η ανταλλαγή εις το εσωτερικόν των κοινοτήτων, την
ιδιότητα γενικού ισοδυνάμου προσέλαβεν αποκλειστικώς ιδιαίτερον
είδος εμπορεύματος, το οποίον απεκρυσταλλώθη εις μορφήν χρήματος.
Κατ' αρχάς η τύχη αποφασίζει ποίον είδος εμπορεύματος καθορίζεται
προς τούτο.

Δυνάμεθα εν τούτοις να είπωμεν ότι τούτο εξαρτάται γενικώς εκ δύο
καθοριστικών συνθηκών. Η μορφή χρήμα αποδίδεται ή εις είδη
εισαγωγής τα πλέον σημαντικά, τα οποία πρώτα εμφανίζουν
πραγματικώς την ανταλλακτικήν αξίαν των εντοπίων προϊόντων ή εις
αντικείμενα ή μάλλον εις χρήσιμον αντικείμενον, το οποίον τοις
αποτελεί το κύριον στοιχείον του απαλλοτριωτού εντοπίου πλούτου,
ως τα κτήνη επί παραδείγματι.

Οι νομάδες λαοί πρώτοι αναπτύσσουν την μορφήν χρήμα, διότι όλη των
η περιουσία και όλος των ο πλούτος ευρίσκεται υπό κινητήν μορφήν
και κατά συνέπειαν αμέσως απολλοτριωτήν. Επί πλέον το είδος της
ζωής τούς θέτει συνεχώς εις επαφήν μετά ξένων κοινωνιών και τους
αναγκάζει εις ανταλλαγήν των προϊόντων των.

Οι άνθρωποι πολλάκις εχρησιμοποίησαν αυτόν τούτον τον άνθρωπον εν
τω προσώπω του δούλου, ως την πρώτην ύλην του χρήματός των·
ουδέποτε συνέβη τούτο διά το έδαφός των. Μία τοιαύτη έννοια δεν
ηδύνατο να γεννηθή ή εντός κοινωνίας αστικής ανεπτυγμένης ήδη,
χρονολογείται δε από το τελευταίον τρίτον του δεκάτου εβδόμου
αιώνος και η πραγματοποίησίς της δεν επεχειρήθη εις μεγάλην
κλίμακα, υπό ολοκλήρου έθνους παρά ένα αιώνα αργότερον εν Γαλλία
κατά την επανάστασιν του 1789.

Κατόπιν η ανταλλαγή θραύει τα δεσμά της, τα καθαρώς τυπικά, και
συνεπώς η αξία των εμπορευμάτων αντιπροσωπεύει επί πλέον και πλέον
γενικώς την ανθρωπίνην εργασίαν, η μορφή χρήμα μεταπίπτει εις
εμπορεύματα, τα οποία η φύσις καθιστή ικανά να εκπληρώσουν την
κοινωνικήν λειτουργίαν του γενικού ισοδυνάμου, δηλ. εις τα
πολύτιμα μέταλλα.

Αν και ο χρυσός και ο άργυρος δεν είναι εκ φύσεως νόμισμα, εν
τούτοις το νόμισμα είναι εκ φύσεως άργυρος και χρυσός, ως το
αποδεικνύει και η προσαρμογή των φυσικών ιδιοτήτων των μετάλλων
τούτων προς τας λειτουργίας του νομίσματος. Αλλά μέχρι τούδε δεν
γνωρίζομεν παρά μίαν λειτουργίαν του νομίσματος, την υπηρεσίαν του
να χρησιμεύη ως τρόπος εκδηλώσεως των εμπορευμάτων, ή ως ύλη, εν
τη οποία η ποσότης των αξιών των εμπορευμάτων εκφράζεται
κοινωνικώς. Όθεν, μία μόνον ύλη υπάρχει, δυναμένη να είναι μορφή
ικανή διά να εκδηλώση την αξίαν ή να χρησιμεύση ως συγκεκριμένη
εικών της αφηρημένης ανθρωπίνης εργασίας και συνεπώς ίσης εκείνης,
της οποίας όλα τα αντίτυπα κέκτηνται την αυτήν ομοιόμορφον
ιδιότητα. Αφ' ετέρου, καθώς αι αξίαι δεν αλλάσσουν ή κατά
ποσότητα, το εμπόρευμα — νόμισμα δέον να είναι επιδεκτικόν των
καθαρώς ποσοτικών διαφορών.

Δέον να είναι διαιρετόν κατά βούλησιν και να δύναται να
ανασυντίθεται εις το σύνολον όλων του των μερών. Έκαστος γνωρίζει
ότι ο χρυσός και ο άργυρος κέκτηνται φυσικώς όλας τας ιδιότητας
ταύτας. Η αξία χρήσεως του εμπορεύματος — χρήματος καθίσταται
διπλασία. Εκτός της ιδιαιτέρας αξίας του χρήσεως, ως εμπορεύματος
— χρήματος, ο χρυσός επί παραδείγματι χρησιμεύει ως πρώτη ύλη διά
τα είδη πολυτελείας, διά να πληρώνη οδόντας κατεστραμμένους κλπ.,
κέκτηται τυπικήν αξίαν χρήσεως, η οποία αρχήν έχει την ειδικήν της
κοινωνικήν λειτουργίαν.

Επειδή όλα τα εμπορεύματα δεν είναι παρά ισοδύναμα, ιδιαίτερα του
χρήματος, όπερ πάλιν είναι το γενικόν ισοδύναμον, έπεται ότι το
χρήμα παίζει απέναντι των εμπορευμάτων τον ρόλον του παγκοσμίου
εμπορεύματος, ταύτα δε εμφανίζονται απέναντί του ως ιδιαίτερα
εμπορεύματα.

Είδομεν ότι ο τύπος χρήμα ή νόμισμα δεν είναι παρά η αντανάκλασις
των σχέσεων της αξίας παντός είδους εμπορευμάτων εις έν είδος
εμπορεύματος. Το ότι αυτό το χρήμα είναι εμπόρευμα τούτο δεν
δύναται να είναι ανακάλυψις παρά δι' εκείνον μόνον, ο οποίος
λαμβάνει ως σημείον αναχωρήσεως την συμπληρωμένην μορφήν του, διά
να φθάση κατόπιν εις την ανάλυσίν του.

Η κίνησις των ανταλλαγών δίδει εις το εμπόρευμα, το οποίον
μετατρέπει εις χρήμα, όχι την αξίαν του, αλλά την ειδικήν μορφήν
της αξίας του. Συγχέοντες δύο τόσον διάφορα πράγματα, έφθασαν να
θεωρούν τον άργυρον και τον χρυσόν ως καθαρώς υποθετικάς αξίας. Το
γεγονός, ότι το χρήμα είς τινας υπηρεσίας του, δύναται να
αντικατασταθή δι' άλλων απλών εκφράσεών του, εδημιούργησε την
πλάνην, ότι το χρήμα είναι απλή έκφρασις.

Εξ άλλου, είναι αληθές, η πλάνη αύτη έκαμεν αισθητόν εκ των
προτέρων ότι υπό την εμφάνισιν εξωτερικού τινος αντικειμένου, το
νόμισμα αποκρύπτει εν τη πραγματικότητι κοινωνικήν τινα σχέσιν.
Υπό την έννοιαν ταύτην παν εμπόρευμα θα ήτο έκφρασις, διότι δεν
είναι αξία ή ως υλικόν περίβλημα της δαπανηθείσης διά την
παραγωγήν του ανθρωπίνης εργασίας.

Παρετηρήσαμεν ήδη ότι η ισοδύναμος μορφή εμπορεύματος δεν αφήνει
τίποτε να γνωσθή επί του μεγέθους της ποσότητος της αξίας του. Εάν
γνωρίζωμεν ότι ο χρυσός είναι νόμισμα, ήτοι ανταλλακτός με όλα τα
εμπορεύματα, δεν γνωρίζομεν όμως πόσον στοιχίζουν επί παραδείγματι
10 γραμ. χρυσού. Ως κάθε εμπόρευμα το χρήμα δεν δύναται να εκφράση
την ιδίαν του ποσότητα αξίας ειμή εν σχέσει με άλλα εμπορεύματα. Η
κυρίως αξία του καθορίζεται υπό του αναγκαίου χρόνου εργασίας διά
την παραγωγήν του και εκφράζεται εις το &ποσοστόν& (quantum)
παντός άλλου εμπορεύματος, απαιτήσαντος εργασίαν της αυτής
διαρκείας.

Ο καθορισμός ούτος της ποσότητος της σχετικής του αξίας λαμβάνει
χώραν εις αυτήν ταύτην την πηγήν της παραγωγής του εν τη πρώτη του
ανταλλαγή. Ευθύς ως εισέλθη εν τη κυκλοφορία ως νόμισμα η αξία του
είναι καθορισμένη. Ήδη κατά τα τελευταία έτη του 17ου αιώνος
παρετηρήθη ότι το νόμισμα είνε εμπόρευμα· η ανάλυσις δεν
ευρίσκεται εν τούτοις ή εις τα πρώτα της βήματα. Η δυσκολία δεν
συνίσταται εις το να εννοήσωμεν ότι το νόμισμα είναι εμπόρευμα,
αλλά να γνωρίσωμεν πώς και διατί εμπόρευμά τι γίνεται νόμισμα.

Εμπόρευμά τι δεν φαίνεται ποτέ ότι γίνεται χρήμα, διότι τα άλλα
εμπορεύματα εκφράζουν αμοιβαίως εν αυτώ τας αξίας των. Όλως
τουναντίον αι τελευταίαι αύται φαίνονται να εκφράζουν δι' αυτού
τας αξίας των διότι είναι χρήμα. Η κίνησις, η χρησιμεύσασα ως
ενδιάμεσον, εξαφανίζεται εν τω ιδίω της αποτελέσματι χωρίς να
αφήνη ουδέν ίχνος. Τα εμπορεύματα ευρίσκουν χωρίς να φαίνεται ότι
συνέβαλον εις τίποτε, την ιδίαν των αξίαν αντιπροσωπευομένην και
καθωρισμένην, εν τω σώματι εμπορεύματός τινος υφισταμένου παρά και
εκτός τούτων. Τα απλά ταύτα πράγματα, άργυρος και χρυσός, ως ταύτα
εξέρχονται των κόλπων της γης παρουσιάζονται αμέσως ως άμεσος
ενσάρκωσις πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Εκείθεν η μαγεία του
χρήματος.



ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ III.

ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ



I. Μέτρον των αξιών.

Η πρώτη υπηρεσία του χρυσού (42) είναι να χορηγή εις το σύνολον
των εμπορευμάτων την ύλην, εν τη οποία ταύτα εκφράζουν τας αξίας
των ως ποσά της αυτής ονομασίας, της αυτής ποιότητος, και δυνάμενα
να συγκριθώσι από της απόψεως  της ποσότητος. Λειτουργεί όθεν ως
παγκόσμιον μέτρον των αξιών και χάρις εις την υπηρεσίαν ταύτην, ο
χρυσός το ισοδύναμον — εμπόρευμα αποβαίνει νόμισμα. Δεν είναι το
νόμισμα εκείνο, το οποίον καθιστά τα εμπορεύματα σύμμετρα:
τουναντίον. Ακριβώς διότι τα εμπορεύματα ως αξίαι είναι
υλοποιειθείσα εργασία και κατά συνέπειαν σύμμετρα μεταξύ των,
δύνανται να μετρήσουν όλα συγχρόνως τας αξίας των διά τινος
ειδικού εμπορεύματος και να μεταβάλουν αυτό εις νόμισμα, ήτοι να
καταστήσουν τούτο κοινόν μέτρον. Αλλά το μέτρον των αξιών διά του
νομίσματος είναι η μορφή, την οποίαν δέον κατ' ανάγκην ν' ενδυθή
το εν αυταίς μέτρον δηλ. ο χρόνος της εργασίας.

Η έκφρασις της αξίας ενός εμπορεύματος εις χρόνον: Χ εμπόρευμα Α =
Ψ εμπόρευμα — νόμισμα, είναι η εις νόμισμα μορφή του, δηλ. η τιμή
του.

Η τιμή ή η μορφή — νόμισμα των εμπορευμάτων ως η μορφή αξία εν
γένει διακεκριμένη των σωμάτων της ή του φυσικού των σχήματος
είναι φανταστικαί. Η αξία του σιδήρου, του υφάσματος, του σίτου
κ.λ.π. παραμένει εις αυτά ταύτα τα πράγματα αν και αοράτως.
Αντιπροσωπεύονται διά της ισότητός των προς τον χρυσόν, διά
σχέσεως προς το μέταλλον τούτο, όπερ ευρίσκεται επί κεφαλής ούτως
ειπείν των εμπορευμάτων. Ο ανταλλάκτης υποχρεούται όθεν είτε να το
ονομάζη με την γλώσσαν των αυτήν, είτε να τοις αναρτήση επιγραφάς
διά ν' αναγγείλη την τιμήν των εις τον εξωτερικόν κόσμον.

Της εκφράσεως της αξίας των εμπορευμάτων εις χρυσόν ούσης
απλούστατα ιδέας, δεν χρειάζεται διά την πράξιν ταύτην ή ιδέα
υπάρχουσα μόνον εν τη φαντασία.

Δεν υπάρχει παντοπώλης αγνοών ότι πολύ απέχει από του να κερδίση
χρυσόν διά των εμπορευμάτων του, όταν δίδη εις την αξίαν των την
μορφήν τιμήν, ή εν φαντασία την μορφήν χρυσόν και ότι δεν έχει
ανάγκην πραγματικού κόκκου χρυσού διά να εκτιμήση εις χρυσόν
εκατομμύρια αξιών εμπορευμάτων. Εν τη λειτουργία του ως μέτρου
αξιών το χρήμα χρησιμοποιείται ως ιδεώδες νόμισμα. Η περίπτωσις
αύτη έδωσε λαβήν εις τας πλέον τρελλάς θεωρίας. Αλλ' αν και το
χρήμα ως μέτρον αξίας δεν λειτουργεί ειμή ιδεολογικώς, και ο
χρυσός ο προς τον σκοπόν τούτον χρησιμοποιούμενος, δεν είναι κατά
συνέπειαν ή φαντασιώδης χρυσός, η τιμή των εμπορευμάτων όμως δεν
εξαρτάται ολιγώτερον απολύτως από την ύλην του νομίσματος. Η αξία,
ήτοι το ποσοστόν της ανθρωπίνης εργασίας, το περιεχόμενον π. χ.
εις τόννον σιδήρου, εκφράζεται φαντασταστικώς υπό του ποσοστού του
εμπορεύματος νομίσματος στοιχίζοντος ακριβώς ίσην εργασίαν.

Αφ' ης στιγμής τα εμπορεύματα διά να εκφράσουν την αξίαν των δέον
ν' αναφερθούν εις ποσότητα χρυσού καθορισθείσαν ως μέτρον
συγκρίσεως, εις μετρικήν μονάδα, η ποσότης αύτη του χρυσού, ίνα
έχη κοινωνικήν αναγνώρισιν ρυθμίζεται υπό του νόμου. Η σταθερά
αύτη ποσότης καθίσταται το υπόδειγμα των τιμών.

Αι τιμαί ή τα ποσοστά του χρυσού, εν αις μεταβάλλονται ιδεολογικώς
τα εμπορεύματα, εκφράζονται νυν υπό των νομισματικών ονομάτων του
μετάλλου: ούτω αντί να είπωμεν 1 σάκκος σίτου αξίζει 10 γραμ.
χρυσού, λέγωμεν ότι αξίζει 20 φράγκα.

Η τιμή, το νομισματικόν όνομα της πραγματοποιηθείσης εν τω
εμπορεύματι εργασίας, δεικνύει ότι είναι ανταλλακτή, διά του
νομίσματος και ότι δέον ν' ανταλλαγή. Εξ άλλου ο χρυσός δεν
λειτουργεί ως ιδεώδες μέτρον της αξίας παρά διότι ευρίσκεται ήδη
εις την αγοράν ως εμπόρευμα νόμισμα.

II. Μέσον κυκλοφορίας.

α'. Η μεταμόρφωσις των εμπορευμάτων.

Η ανταλλαγή κάμνει τα εμπορεύματα να διέρχωνται από χειρών, εις
τας οποίας είναι όχι — αξίαι χρήσεως εις χείρας, εις τας οποίας
ταύτα χρησιμεύουν ως αξίαι χρήσεως. Το προϊόν μιας χρησίμου
εργασίας αντικαθιστά το προϊόν μιας άλλης χρησίμου εργασίας. Τούτο
είναι η κοινωνική κυκλοφορία των αγαθών. Αφού το εμπόρευμα φθάσει
εις το σημείον, εις το οποίον χρησιμοποιείται, ως αξία χρήσεως,
μεταπίπτει από της σφαίρας των ανταλλαγών εις την σφαίραν της
καταναλώσεως. Αλλ' η υλική αύτη κυκλοφορία πραγματοποιείται διά
σειράς μεταβολής της μορφής, διά μιας μεταμορφώσεως του
εμπορεύματος, την οποίαν θα μελετήσωμεν αμέσως.

Ας μεταφερθώμεν προς στιγμήν επί του θεάτρου της δράσεως της
αγοράς, ένθα ο χρυσός κατέχει τον ένα πόλον και όλα τα άλλα
εμπορεύματα τον άλλον πόλον. Τι βλέπομεν;

Οιοσδήποτε ανταλλάκτης, ένας υφαντουργός π. χ., μετατρέπει το
εμπόρευμά του, 20 μ. υφάσματος εις τιμήν ωρισμένην 40 φρ. λ. χ. Το
ανταλλάσσει αντί 40 φρ., κατόπιν δε ανταλλάσσει τα δυο ταύτα
λουδοβίκια αντί μιας ενδυμασίας, της οποίας έχει ανάγκην διά
προσωπικήν του χρήσιν. Δεν πραγματοποιείται λοιπόν ανταλλαγή, εάν
δεν λάβουν χώραν δύο αντίθετοι μεταμορφώσεις συμπληρούμεναι
αμοιβαίως — μεταβολή του εμπορεύματος εις χρήμα και μεταβολή
τούτου εκ νέου εις εμπόρευμα — . Αι δύο αύται μεταμορφώσεις του
εμπορεύματος παρουσιάζουν ταυτοχρόνως από απόψεως του ιδιοκτήτου
των δύο πράξεις — πώλησιν, ανταλλαγήν του εμπορεύματος με χρήμα —
αγοράν, ανταλλαγήν του χρήματος με εμπόρευμα — και το σύνολον των
δύο τούτων πράξεων είναι: &Πωλείν διά το αγοράζειν&.

Το συμπέρασμα διά τον υφαντουργόν εκ της υποθέσεως ταύτης είναι
ότι ούτος έχει τώρα ένδυμα και όχι ύφασμα, αντί του εμπορεύματός
του, άλλο ίσης αξίας, αλλά διαφόρου χρησιμότητος· η ανταλλαγή του
εμπορεύματος επιβάλλει όθεν μεταλλαγάς του τύπου.

   ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ — ΧΡΗΜΑ — ΕΜΠΟΡΕΥΜΑ
   Ε  — Χ —  Ε

Λαμβανομένης από της καθαράς υλιστικής απόψεώς της η κίνησις
καταλήγει εις Ε — Ε, ανταλλαγή εμπορεύματος δι' εμπορεύματος,
μετρατροπή των υλών της κοινωνικής εργασίας. Τοιούτον είναι το
αποτέλεσμα, δι' ού εξαφανίζεται το φαινόμενον.

Έχομεν νυν να εξετάσωμεν ιδιαιτέρως εκάστην των διαδοχικών
μεταμορφώσεων, από τας οποίας θα διέλθη το εμπόρευμα.

&Ε — Χ πρώτη μεταμόρφωσις του εμπορεύματος ή πώλησις.&

Η αξία του εμπορεύματος εξέρχεται εκ του ιδίου της σώματος διά να
εισέλθη εις το σώμα του χρυσού. Τούτο είναι το επικίνδυνον πήδημά
της. Εάν αποτύχη δεν θα πάθη τίποτε, ο κάτοχός της όμως θα στερηθή
ταύτης. Πολλαπλασιάζουσα τας ανάγκας της η κοινωνική διαίρεσις της
εργασίας περιώρισε διά μιας την παραγωγικήν της ικανότητα και
τούτο ακριβώς, διότι το προϊόν της τής χρησιμεύει ως ανταλλακτική
αξία ή ως γενικόν ισοδύναμον. Πάντως όμως τον τύπον τούτον αποκτά
μετατρεπόμενον εις χρήμα, το δε χρήμα ευρίσκεται εις άλλου
θυλάκιον. Διά να εξέλθη εκείθεν, πρέπει το εμπόρευμα προ παντός
άλλου να είναι αξία χρήσεως διά τον αγοραστήν, η εν αυτώ
δαπανηθείσα εργασία να είναι τοιαύτη υπό μορφήν κοινωνικώς
χρήσιμον ή να αποτελή κλάδον της κοινωνικής διαιρέσεως της
εργασίας. Η διαίρεσις όμως της εργασίας δημιουργεί οργανισμόν
παραγωγής αυθόρμητον, του οποίου τα νήματα υφάνθησαν και
υφαίνονται ακόμη εν αγνοία των παραγωγών ανταλλακτών.

Έν προϊόν ικανοποιεί σήμερον κοινωνικήν ανάγκην· αύριον θ'
αντικατασταθή ίσως, μερικώς ή εξ ολοκλήρου, υπό αντιπάλου
προϊόντος. Ακόμη και δι' εργασίαν, ως εκείνη του υφαντουργού μας,
μέρος επίσημον της κοινωνικής διαιρέσεως της εργασίας, η αξία
χρήσεως των 20 μέτρων του υφάσματος δεν είναι ακριβώς ηγγυημένη.
Εάν η ανάγκη του υφάσματος εις την κοινωνίαν, η δε ανάγκη αύτη
έχει το μέτρον της, ως παν άλλο πράγμα, έχει ήδη ικανοποιηθή υπό
αντιπάλων υφαντουργών, το προϊόν του φίλου μας αποβαίνει πλεόνασμα
και συνεπώς άχρηστον. Ας υποθέσωμεν εν τούτοις ότι η χρήσιμος αξία
του προϊόντος του έχει εκτιμηθή και ότι το χρήμα έχει προσελκυσθή
υπό του εμπορεύματος. Πόσον χρήμα; Ιδού πλέον το ζήτημα. Είναι
αληθές ότι η απάντησις ευρίσκεται εκ των προτέρων εις την τιμήν
του εμπορεύματος, εκθέτουσα ταύτην διά του μεγέθους της αξίας. Δεν
λαμβάνομεν υπ' όψει την αδύνατον πλευράν του πωλητού, τα κατά το
μάλλον ή ήττον σκόπιμα λάθη υπολογισμού, τα οποία άνευ οίκτου
διορθούνται εις την αγοράν.

Ας υποθέσωμεν ότι εδαπανήθη διά το προϊόν του ο ωρισμένος
κοινωνικός χρόνος. Η τιμή του εμπορεύματος δεν είναι λοιπόν παρά
το νομισματικόν όνομα του ποσοστού της εργασίας, την οποίαν
απαιτεί κατά μέσον όρον παν είδος της αυτής φύσεως. Αλλ' εν αγνοία
και άνευ της αδείας του υφαντουργού μας, αι παλαιαί μέθοδοι της
υφαντουργίας ανεστατώθησαν. Ο χθες αναγκαίος κοινωνικός χρόνος της
εργασίας, διά την παραγωγήν ενός μέτρου υφάσματος δεν υφίσταται
πλέον, όπως σπεύδει να του το αποδείξη ο πλούσιος διά του
τιμολογίου των συναγωνιστών του. Κατά δυστυχίαν του, υπάρχουν
πολλοί υφαντουργοί εις τον κόσμον.

Ας υποθέσωμεν τέλος ότι έκαστον τεμάχιον υφάσματος, ευρισκόμενον
εις την αγοράν δεν εκόστισεν ή τον αναγκαίον χρόνον εργασίας· το
ολικόν εν τούτοις ποσόν των τεμαχίων τούτων δύναται ν'
αντιπροσωπεύη εργασίαν δαπανηθείσαν ασκόπως.

Εάν ο στόμαχος της αγοράς δεν δύναται ν' απορροφήση όλον το ύφασμα
εις την κανονικήν τιμήν των 2 φρ. κατά μέτρον, τούτο αποδεικνύει
ότι πολύ μεγάλη μερίς κοινωνικής εργασίας εδαπανήθη υπό την μορφήν
της υφαντουργίας. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, ως εάν έκαστος
υφαντουργός, ιδιαιτέρως εχρησιμοποίει διά το ατομικόν του αγαθόν
πλέον της κοινωνικής αναγκαίας εργασίας. Ενταύθα δυνάμεθα να
είπωμεν κατά την Γερμανικήν παροιμίαν «μαζύ πιασμένοι, μαζύ
κρεμασμένοι». Όλον το ύφασμα εις την αγοράν αποτελεί έν εμπόρευμα,
του οποίου έκαστον τεμάχιον δεν είναι ή μέρος ποσοστόν.

Ωσαύτως οι ανταλλάκται μας ανακαλύπτουν ότι η αυτή διαίρεσις της
εργασίας, η οποία δημιουργεί τούτους ανεξαρτήτους ιδιωτικούς
παραγωγούς, καθιστά την πορείαν της κοινωνικής παραγωγής και τας
σχέσεις τας οποίας δημιουργεί, τελείως ανεξαρτήτους των θελήσεών
των, εις τρόπον ώστε, η ανεξαρτησία των προσώπων των μεν και των
δε, ευρίσκει το κατ' ανάγκην συμπλήρωμά του, έναντι εις σύστημα
αμοιβαίας εξαρτήσεως, επιβληθείσας υπό των πραγμάτων.

Η διαίρεσις της εργασίας μεταβάλλει το προϊόν της εργασίας εις
εμπόρευμα και ως εκ τούτου επιβάλλει την μετατροπήν του εις τμήμα.
Καθιστά δε συγχρόνως την επιτυχίαν της τοιαύτης μετουσιώσεως
(transsubstantiation) τυχαίαν. Δυνάμεθα εν τούτοις να
παρατηρήσωμεν το φαινόμενον, εν τη ολότητί του, οφείλομεν δε τότε
να υποθέσωμεν ότι η πορεία του είναι κανονική. Εξ άλλου εάν το
εμπόρευμα δεν είναι απολύτως άχρηστον, η αλλαγή της μορφής του
γίνεται πάντοτε, οιαδήποτε και αν είναι η τιμή της πωλήσεώς του.
Ας επιστρέψωμεν όμως εις την ανταλλαγήν. — Εκείνο που είναι
φανερόν είναι ότι εμπόρευμα και χρυσός, 20 μ. υφάσματος και 2
λουδοβίκια, αλλάσσουν χείρα ή θέσιν. Το εμπόρευμα πραγματοποιεί
την τιμήν του, ήτοι αγοράζει χρυσόν διότι &πώλησις είναι αγορά&
λέγει ο Quesnay ή &πωλείν είναι αγοράζειν&. Όθεν Ε — Χ είναι
συγχρόνως Χ — Ε.

Έως εδώ δεν εγνωρίζομεν μεταξύ των ανθρώπων, άλλην οικονομικήν
σχέσιν, ειμή την σχέσιν των ανταλλακτών, σχέσιν εν τη οποία, ούτοι
οικειοποιούνται το προϊόν ξένης εργασίας χορηγούντες το ιδικόν
των.

Εάν όθεν είς των ανταλλακτών παρουσιασθή εις τον άλλον ως κάτοχος
χρήματος, τότε έν εκ των δύο συμβαίνει: ή το προϊόν της εργασίας
του κέκτηται φυσικώς την μορφήν νόμισμα, δηλαδή το προϊόν του
είναι χρυσός, άργυρος κλπ., εν μια λέξει, ύλη του νομίσματος, ή το
εμπόρευμα ήλλαξεν ήδη μορφήν, επωλήθη και ως εκ τούτου απεγυμνώθη
της πρώτης του μορφής. Διά να λειτουργήση ως νόμισμα ο χρυσός,
οφείλει φυσικώς να παρουσιασθή εις την αγοράν εις οιονδήποτε
σημείον. Εισέρχεται εν τη αγορά εις αυτήν την πηγήν της παραγωγής
του, δηλ. εκεί ένθα ανταλλάσσεται ως προϊόν άμεσον της εργασίας
έναντι άλλου προϊόντος της αυτής αξίας.

Αλλ' από της στιγμής εκείνης αντιπροσωπεύει πάντοτε μίαν
&πραγματοποιηθείσαν τιμήν εμπορεύματος&: ανεξαρτήτως της
ανταλλαγής του χρυσού έναντι εμπορεύματος εν τη πηγή του της
παραγωγής, ο χρυσός ευρίσκει εις τας χείρας εκάστου ανταλλάκτου —
παραγωγού, το προϊόν της πωλησεως ή της πρώτης μεταμορφώσεως του
εμπορεύματός του, Ε — Χ. Ο χρυσός κατέστη χρήμα ιδεώδες ή μέτρον
αξιών, διότι τα εμπορεύματα εξέφραζον τας αξίας των εν αυτώ και
ούτω εδημιούργουν την φανταστικήν μορφήν των — αξίαν αντίθετον των
φυσικών των μορφών των χρησίμων προϊόντων· η κίνησις αύτη
μετατρέπει πάσας εις χρυσόν και μεταβάλλει ως εκ τούτου εις χρυσόν
την μεταμορφωθείσαν μορφήν των, όχι πλέον φανταστικώς, αλλά
πραγματικώς. Το τελευταίον ίχνος των συνήθων μορφών και των
συγκεκριμένων εργασιών των, εξ ων έλκουν την καταγωγήν,
εξαφανισθέν ούτως, δεν καταλείπει πλέον ή ακαθόριστον και
ομοιόχρωμον δείγμα της αυτής κοινωνικής εργασίας. Βλέποντες έν
νόμισμα δεν δυνάμεθα να είπωμεν τι είδος μετετράπη εν αυτώ. Το
νόμισμα δύναται όθεν να είναι βόρβορος ενώ ο βόρβορος δεν είναι
νόμισμα.

Ας υποθέσωμεν τώρα, ότι τα δύο χρυσά νομίσματα, διά των οποίων ο
υφαντουργός μας εξεποίησε το εμπόρευμά του, προέρχονται εκ της
μεταμορφώσεως ενός σάκκου σίτου.

Η πώλησις του υφάσματος Ε — Χ, είναι συγχρόνως η αγορά του, Χ — Ε.
Ενώ το ύφασμα είναι πωλημένον, το εμπόρευμα τούτο αρχίζει κίνησιν
περατουμένην διά του αντιθέτου του, &της αγοράς της ενδυμασίας&.
Ενώ το ύφασμα είναι ηγορασμένον, περατώνει κίνησιν, αρχίσασαν διά
του αντιθέτου του, της πωλήσεως του σίτου, Ε — Χ (ύφασμα — χρήμα).
Η πρώτη αύτη φάσις Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι
συγχρόνως Χ — Ε (χρήμα — ύφασμα), η τελευταία φάσις μιας άλλης
κινήσεως Ε — Χ — Ε (σίτος — χρήμα — ύφασμα).

&Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος&, η διάβασίς του από της
μορφής εμπορεύματος εις την μορφήν χρήμα, είναι πάντοτε &δευτέρα
μεταμόρφωσις&, όλως αντίθετος &ενός άλλου εμπορεύματος&, της
επιστροφής του εκ της μορφής χρήματος εις την μορφήν εμπόρευμα.

&Χ — Ε δευτέρα και τελική μεταμόρφωσις. Αγορά.&

Το χρήμα είναι το εμπόρευμα, το οποίον έχει ως χαρακτηριστικόν την
απόλυτον εκποίησιν, διότι είναι το προϊόν της παγκοσμίου
εκποιήσεως όλων των άλλων εμπορευμάτων. Αναγιγνώσκει όλας τας
τιμάς αντιστρόφως και καθρεπτίζεται ούτω, εις τα σώματα όλων των
προϊόντων, ως εις την ύλην, η οποία του παραδίδεται, διά να αποβή
το ίδιον αξία χρήσεως. Συγχρόνως αι τιμαί ομοιάζουν ούτως ειπείν,
τα ερωτικά βλέμματα τα εκτοξευόμενα προς αυτάς υπό των
εμπορευμάτων, ορίζουν το όριον της μετατρεπτικής των ιδιότητος,
ήτοι την ιδίαν των ποσότητα. Του εμπορεύματος εξαφανιζομένου εις
την πράξιν της εις χρήμα μετατροπής του, το χρήμα το οποίον
διαθέτει ιδιώτης τις δεν επιτρέπει να εξακριβώσωμεν, ούτε πώς
έπεσεν εις χείρας του, ούτε τι πράγμα μετεβλήθη εν αυτώ. Αδύνατον
να εννοηθή (non olet) πόθεν έλκει την καταγωγήν του, ενώ αφ' ενός
αντιπροσωπεύει πωληθέντα εμπορεύματα, αφ' ετέρου αντιπροσωπεύει
εμπορεύματα προς αγοράν.

Χ — Ε, η αγορά, είναι ταυτοχρόνως πώλησις, Ε — Χ, η τελευταία
μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, η πρώτη ενός άλλου. Διά τον
υφαντουργόν μας το στάδιον του εμπορεύματός του τελειώνει εις το
ένδυμα, εν τω οποίω μετέβαλε τα δύο του λουδοβίκια. Αλλ' ο πωλητής
της ενδυμασίας δαπανά το ποσόν τούτο εις οινόπνευμα Χ — Ε, η
τελευταία φάσις του Ε — Χ — Ε (ύφασμα — χρήμα — ένδυμα) είναι
συγχρόνως Ε — Χ η πρώτη φάσις του Ε — Χ — Ε (ένδυμα — χρήμα —
οινόπνευμα).

Η κοινωνική διαίρεσις της εργασίας περιορίζει έκαστον ανταλλάκτην
— παραγωγόν εις την κατασκευήν ενός ιδιαιτέρου είδους το οποίον
συνήθως πωλεί χονδρικώς. Εξ άλλου αι διάφοροι ανάγκαι του, αι
συνεχώς αναγεννώμεναι, τον υποχρεούν να χρησιμοποιήση το ούτω
επιτευχθέν χρήμα εις αγοράς κατά το μάλλον ή ήττον πολυαρίθμους.

Μία πώλησις αποβαίνει το σημείον της αναχωρήσεως διά τας διαφόρους
αγοράς. Η τελική μεταμόρφωσις εμπορεύματός τινος αποτελεί ούτω
ποσόν πρώτων μεταμορφώσεων άλλων εμπορευμάτων.

Πώλησις και αγορά είναι πράξις &ταυτόσημοι&. ως αμοιβαία σχέσις
&δύο προσώπων αντιθέτων τάσεων&, του κατόχου του εμπορεύματος και
του κατόχου του χρήματος. Αποτελούν δύο πράξεις &αντιθέτων
τάσεων&, ως πράξεις του &αυτού προσώπου&. Η ομοιότης της πωλήσεως
και της αγοράς έχει ως συνέπειαν ότι το εμπόρευμα καθίσταται
&άχρηστον&, εάν άπαξ ριφθέν εις την αλχημικήν χοάνην της
κυκλοφορίας δεν εξέρχεται ως &χρήμα&. Εάν τις δεν αγοράση, ο άλλος
δεν δύναται να πωλήση. Η ταυτότης αύτη προϋποθέτει επί πλέον, ότι
η επιτυχία της συναλλαγής αποτελεί σταθμόν, ένα διάμεσον εν τη ζωή
του εμπορεύματος, διάμεσον δυνάμενον να διαρκέση κατά το μάλλον ή
ήττον επί μακρόν. Η πρώτη μεταμόρφωσις ενός εμπορεύματος, ούσα
συγχρόνως πώλησις και αγορά, χωρίζεται ως εκ τούτου εκ της
συμπληρωματικής μεταμορφώσεώς της. Ο αγοραστής έχει το εμπόρευμα,
ο πωλητής το χρήμα, δηλαδή εμπόρευμα προικισμένον με μορφήν
καθιστώσαν αυτό πάντοτε ευπρόσδεκτον εις την αγοράν, εις
οιανδήποτε στιγμήν ήθελεν αναφανή εκεί. Ουδείς δύναται να πωλήση
χωρίς άλλος να αγοράση, αλλ' ουδείς έχει ανάγκην ν' αγοράση
αμέσως, διότι επώλησεν.

Η κυκλοφορία αποτινάσσει τους φραγμούς, διά των οποίων ο χρόνος,
το διάστημα και αι σχέσεις ατόμου προς άτομον, περιορίζουν την
ανταλλαγήν των προϊόντων. Αλλά πώς; Εις το διά της ανταλλαγής
εμπόριον ουδείς δύναται να εκποιήση το προϊόν του, χωρίς άλλο
πρόσωπον να εκποιή ταυτοχρόνως το ιδικόν του. Την άμεσον ταυτότητα
των δύο τούτων πράξεων, η κυκλοφορία την διαιρεί εισάγουσα την
αντίθεσιν της πωλήσεως και της αγοράς. Αφού επώλησα δεν είμαι
υποχρεωμένος ν' αγοράσω ούτε εις το αυτό μέρος, ούτε τον αυτόν
χρόνον, ούτε εις το αυτό πρόσωπον, εις το οποίον επώλησα. Είναι
αληθές ότι η αγορά είναι το καταναγκαστικόν συμπλήρωμα της
πωλήσεως, δεν είναι όμως ολιγώτερον αληθές, ότι η μονάς των είναι
μονάς των αντιθέτων. Εάν ο χωρισμός των δύο τούτων συμπληρωματικών
φάσεων της μεταμορφώσεως των εμπορευμάτων παρατείνεται, εάν ο
χωρισμός μεταξύ της πωλήσεως και της αγοράς οξύνεται, ο στενός
σύνδεσμός των εκδηλούται διά μιας κρίσεως.

β'. Κυκλοφορία του νομίσματος.

Ευθύς ως ο πωλητής συμπληρώση την πώλησιν διά της αγοράς, το χρήμα
εκφεύγει επίσης των χειρών του.

Η αποτυπωθείσα εις το χρήμα κίνησις διά της κυκλοφορίας των
εμπορευμάτων δεν είναι λοιπόν κυκλική. Το απομακρύνει των χειρών
του κατόχου του, χωρίς ποτέ να του το επαναφέρη. Είναι αληθές ότι,
εάν ο υφαντουργός αφού επώλησεν 20 μ. υφάσματος και ηγόρασε
κατόπιν ένδυμα, πωλεί εκ νέου ύφασμα, το χρήμα θα του επανέλθη.
Αλλά δεν θα προκύψη εκ της κυκλοφορίας των 20 μ. υφάσματος.

Η επιστροφή του απαιτεί την &ανανέωσιν& ή την επανάληψιν της αυτής
κυκλοφοριακής κινήσεως, διά νέου εμπορεύματος και τελειώνει διά
του αυτού ως και πρότερον αποτελέσματος. Η κίνησις, την οποίαν η
κυκλοφορία των εμπορευμάτων αποτυπώνει εις το χρήμα, απομακρύνει
όθεν τούτο συνεχώς από το σημείον της αναχωρήσεως διά να το κάνη
ν' αλλάσση συνεχώς χείρας. Τούτο ακριβώς ωνόμασαν κυκλοφορίαν του
νομίσματος (Currency).

Η κυκλοφορία του νομίσματος είναι η συνεχής και μονότονος
επανάληψις της αυτής κινήσεως. Το εμπόρευμα ευρίσκεται πάντοτε εις
τον πωλητήν, το χρήμα πάντοτε εις τον αγοραστήν &ως μέσον αγοράς&.
Υπό τον τίτλον τούτον η υπηρεσία του είνε η πραγματοποίησις της
τιμής των εμπορευμάτων. Πραγματοποιούν τας τιμάς των, αλλάσσει την
θέσιν τούτων από του πωλητού εις τον αγοραστήν, ενώ και τούτο
διέρχεται από του τελευταίου εις τον πρώτον διά να επαναλάβη την
αυτήν κίνησιν με άλλο εμπόρευμα.

Το νόμισμα φαίνεται ότι θέτει εις κυκλοφορίαν εμπορεύματα αφ'
εαυτών ακίνητα και μεταβιβάζει ταύτα από της χειρός εν τη οποία
είναι όχι — αξίαι χρήσεως, εις την χείραν ένθα είναι αξίαι χρήσεως
με διεύθυνσιν πάντοτε αντίθετον της ιδικής του. Απομακρύνει
διαρκώς τα εμπορεύματα της σφαίρας της κυκλοφορίας εγκαθιδρυόμενον
συνεχώς εις την θέσιν των και εγκαταλείπον την ιδικήν του. Καίτοι
η κίνησις του νομίσματος δεν είναι ή η έκφρασις της κυκλοφορίας
των εμπορευμάτων, τουναντίον η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι
εκείνη, η οποία φαίνεται ότι δεν απορρέει παρά εκ της κινήσεως του
νομίσματος.

Αφ' ετέρου το νόμισμα λειτουργεί ως μέσον κυκλοφορίας, διότι είναι
πραγματοποιηθείσα μορφή αξίας των εμπορευμάτων. Η κίνησίς του
πραγματικώς δεν είναι παρά η ιδία του αλλαγή της μορφής, ήτις κατά
συνέπειαν πρέπει ν' αντανακλάται και ν' αποβαίνη ψηλαφητή εν τη
κυκλοφορία του νομίσματος. Ό,τι άλλως τε και συμβαίνει. Το ύφασμα
π. χ. αλλάσσει κατ' αρχάς την μορφήν του εμπόρευμα εις μορφήν
χρήμα. Η τελευταία μορφή της πρώτης μεταμορφώσεώς του (Ε — Χ), η
μορφή του χρήμα, είναι η πρώτη μορφή της τελευταίας μεταμορφώσεώς
του, της μετατροπής του εκ νέου εις σύνηθες εμπόρευμα, εις ένδυμα
(Χ — Ε). Αλλ' εκάστη των μεταβολών τούτων της μορφής
πραγματοποιείται δι' ανταλλαγής μεταξύ εμπορεύματος και νομίσματος
ή διά της αμοιβαίας μεταθέσεώς του. Τα αυτά νομίσματα αλλάσσουν
εις την πρώτην πράξιν θέσιν με το ύφασμα, εις δε την δευτέραν με
το ένδυμα. Μεταβάλλουν θέσιν δις. Η πρώτη μεταμόρφωσις του
υφάσματος εισάγει ταύτα εις το θυλάκιον του υφαντουργού, η δε
δευτέρα μεταμόρφωσις τα εξάγει, αι δύο αντίθετοι αλλαγαί μορφής,
την οποίαν το αυτό εμπόρευμα υφίσταται, αντανακλώνται όθεν επί της
διπλής αλλαγής της θέσεως εις αντίθετον διεύθυνσιν των ιδίων
νομισμάτων. Εν τη συνεχεί επαναλήψει των ιδίων νομισμάτων δεν
αντανακλάται πλέον μόνον η σειρά των μεταμορφώσεων, αλλ' επίσης
και η συναρμογή παρομοίων μεταμορφώσεων των μεν εντός των δε.

Έκαστον εμπόρευμα εις την πρώτην του αλλαγήν μορφής, εις το πρώτον
του βήμα εν τη κυκλοφορία, εξαφανίζεται διά να αντικαθίσταται
συνεχώς παρ' άλλου. Το χρήμα τουναντίον, ως μέσον ανταλλαγής,
κατοικεί πάντοτε την σφαίραν της κυκλοφορίας και περιπατεί εκεί
αδιακόπως. Πρόκειται νυν να γνωρίσωμεν, ποία είναι η ποσότης του
νομίσματος, την οποίαν η σφαίρα αύτη δύναται να απορροφήση.

Εις μίαν χώραν γίνονται ταυτοχρόνως και παρά των μεν και παρά των
δε πωλήσεις κατά το μάλλον ή ήττον πολυάριθμοι ή μεταμορφώσεις
τμηματικαί διαφόρων εμπορευμάτων. Η αξία των εμπορευμάτων τούτων
εκφράζεται διά της τιμής των, δηλαδή εις ποσόν φανταστικόν χρυσού.

Η ποσότης νομίσματος, την οποίαν απαιτεί η κυκλοφορία όλων των
παρόντων εμπορευμάτων εις την αγοράν, είναι λοιπόν καθωρισμένη υπό
του ολικού ποσού των τιμών των. Το νόμισμα δεν κάμνει τίποτε άλλο
παρά ν' αντιπροσωπεύη πραγματικώς το ποσόν εκείνο του χρυσού, του
ιδεολογικώς ήδη εκφρασθέντος εις το ποσόν της τιμής των
εμπορευμάτων. Η ισότης των δύο τούτων ισοτήτων εννοείται όθεν αφ'
εαυτής. Γνωρίζομεν εν τούτοις ότι, εάν αι αξίαι των εμπορευμάτων
παραμένουν σταθεροί, αι τιμαί των ποικίλλουν με την αξίαν του
χρυσού (της ύλης — νομίσματος), ανερχόμενοι αναλογικώς εις την
πτώσιν του και κατερχόμενοι αναλογικώς εις την ύψωσίν του.
Τοιαύται μεταβολαί εις το ποσόν των πραγματοποιηθησομένων τιμών
συνεπιφέρουν κατ' ανάγκην μεταβολάς αναλόγους εις την ποσότητα του
τρέχοντος νομίσματος. Αι μεταβολαί αύται προέρχονται τελικώς εξ
αυτού του νομίσματος, εννοείται όμως, όχι διότι λειτουργεί ως
όργανον της κυκλοφορίας, αλλά διότι λειτουργεί ως μέτρον των
αξιών. Εις παρομοίας περιστάσεις, υπάρχουν πρώτον μεταβολαί εις
την αξίαν του νομίσματος, έπειτα η τιμή των εμπορευμάτων ποικίλλει
κατ' αντίστροφον λόγον της αξίας του νομίσματος· και τέλος η μάζα
του τρέχοντος νομίσματος ποικίλλει κατ' ευθύν λόγον με την τιμήν
των εμπορευμάτων.

Ίδωμεν ότι η κυκλοφορία έχει θύραν, διά της οποίας ο χρυσός (ή
κάθε άλλη ύλη — νόμισμα) εισέρχεται ως εμπόρευμα. Πριν λειτουργήση
ως μέτρον αξιών, η κυρίως αξία του είναι καθωρισμένη. Μετεβλήθη
νυν ή ηλαττώθη η τιμή του, θα παρατηρήσωμεν τούτο κατά πρώτον εις
την πηγήν της παραγωγής του πολυτίμου μετάλλου, εκεί ένθα
ανταλλάσσεται έναντι άλλων εμπορευμάτων. Αι τιμαί των θ'
ανέρχονται, ενώ πολλά άλλα εμπορεύματα θα εξακολουθούν να
εκτιμώνται εν τη παρελθούση και φανταστική πλέον αξία του μετάλλου
— νομίσματος. Η κατάστασις αύτη των πραγμάτων δύναται να διαρκέση
κατά το μάλλον ή ήττον επί μακρόν αναλόγως του βαθμού της
αναπτύξεως της παγκοσμίου αγοράς. Εν τούτοις, ολίγον κατ' ολίγον,
εμπόρευμά τι δέον να επηρεάζη άλλο τι εν τη προς αυτό σχέσει του,
ως αξία.

Αι τιμαί χρυσαί ή αργυραί των εμπορευμάτων τίθενται βαθμιαίως εν
ισορροπία μετά των συγκριτικών αξιών, μέχρις ότου αι αξίαι όλων
των εμπορευμάτων εκτιμηθούν τέλος κατά την αξίαν του μετάλλου —
νομίσματος.

Όλη αυτή η κίνησις συνοδεύεται με συνεχή αύξησιν του πολυτίμου
μετάλλου, του αντικαταστήσαντος τα δι' αυτού ανταλλαχθέντα
εμπορεύματα, εφ' όσον λοιπόν το διορθωθέν τιμολόγιον των
εμπορευμάτων γενικοποιείται και κατά συνέπειαν υπάρχει γενική
ύψωσις των τιμών, το πλεόνασμα του μετάλλου, το οποίον απαιτεί η
πραγματοποίησίς των, ευρίσκεται ήδη διαθέσιμον εν τη αγορά. Ατελής
παρατήρησις των γεγονότων, των επακολουθησάντων την ανακάλυψιν των
νέων μεταλλείων χρυσού και αργύρου, ωδήγησε κατά τον 17ον και
κυρίως κατά τον 18ον αιώνα εις το εσφαλμένον συμπέρασμα, ότι αι
τιμαί των εμπορευμάτων ηυξήθησαν, επειδή μεγάλη ποσότης χρυσού και
αργύρου ελειτούργει ως όργανον κυκλοφορίας. Εις τας ακολούθους
παρατηρήσεις η αξία του χρυσού υποτίθεται ως &δεδομένη&, όπως
πράγματι είναι, κατά την στιγμήν του καθορισμού των τιμών.

Τούτου δοθέντος, η μάζα του κυκλοφορούντος χρυσού θα καθορισθή,
όθεν διά της ολικής τιμής των υπό πραγματοποίησιν εμπορευμάτων.
Εάν η τιμή εκάστου είδους εμπορεύματος είναι γνωστή, το ολικόν
ποσόν των τιμών θα εξαρτηθή προφανώς εκ της μάζης των εν
κυκλοφορία εμπορευμάτων. Δύναταί τις να εννοήση άνευ μεγάλου
κόπου, ότι εάν 1 σάκκος σίτου στοιχίζει 2 λουδοβίκια, 100 σάκκοι
θα στοιχίσουν 200 λουδοβίκια κ.ο.κ. και ότι με την μάζαν του σίτου
πρέπει ν' αυξηθή η ποσότης του χρυσού, ο οποίος με την πώλησιν
αλλάσσει θέσιν μετ' αυτού.

Δοθείσης της μάζης των εμπορευμάτων, αι διακυμάνσεις των τιμών των
δύνανται ν' αντιδράσουν επί της μάζης του κυκλοφορούντος
νομίσματος. Η μάζα δύναται ν' ανέλθη ή να κατέλθη, εάν το ολικόν
ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών αυξάνει ή ελλαττούται. Προς
τούτο δεν είναι ανάγκη, όπως αι τιμαί όλων των εμπορευμάτων
ανέρχονται ή κατέρχονται ταυτοχρόνως. Η ύψωσις ή πτώσις αριθμού
τινός κυρίων ειδών αρκεί διά να επιδράση επί του ολικού ποσού των
προς πραγματοποίησιν τιμών. Διότι η μεταβολή της τιμής των
εμπορευμάτων αντανακλά πραγματικάς μεταβολάς αξιών ή προέρχεται εξ
απλών διακυμάνσεων της αγοράς, διά τούτο το αποτέλεσμα το παραχθέν
επί της ποσότητος του κυκλοφορούντος νομίσματος παραμένει το αυτό.

Έστω αριθμός τις πωλήσεων ταυτοχρόνων, άνευ αμοιβαίου συνδέσμου
και ως εκ τούτου εκπληρουμένων των μεν διά των δε ή εκ τμηματικών
μεταμορφώσεων, π. χ. εξ ενός σάκκου σίτου 20 μ. υφάσματος, 1
ένδυμα, 4 βαρέλια οινοπνεύματος. Εάν κάθε είδος στοιχίζει 2
λουδοβίκια, το ποσόν των τιμών των είναι 8 λουδοβίκια και διά να
τα πραγματοποιήσωμεν πρέπει να ρίψωμεν εις την κυκλοφορίαν 8
λουδοβίκια. Τουναντίον, εάν τα αυτά εμπορεύματα αποτελούν την
σειράν των γνωστών μεταμορφώσεων, 1 σάκκος σίτου — 2 λουδοβίκια —
20 μ. υφάσματος — 2 λουδοβίκια — 1 ενδυμασία — 2 λουδοβίκια — 4
βαρέλια ρακής — 2 λουδοβίκια, τότε τα 2 λουδοβίκια κυκλοφορούν εν
τη υποδειχθείση τάξει, τα διάφορα δε ταύτα εμπορεύματα,
πραγματοποιούντα διαδοχικώς τας τιμάς των, σταματούν τέλος εις τας
χείρας του κατασκευαστού της ρακής. Πραγματοποιούν ούτω 4 γύρους.

Η τετράκις επαναληφθείσα μετάθεσις των δύο λουδοβικίων, απορρέει
εκ των πλήρων μεταμορφώσεων συνδεομένων μεταξύ των, του σίτου, του
υφάσματος, του ενδύματος, περατουμένων δε διά της πρώτης
μεταμορφώσεως της ρακής. Αι αντίθετοι και συμπληρωματικαί κινήσεις
των μεν διά των δε, εκ των οποίων σχηματίζεται η σειρά αύτη,
λαμβάνουν χώραν, διαδοχικώς και ουχί ταυτοχρόνως. Και διά να
πραγματοποιηθούν χρειάζονται κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον. Η
ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος μετράται λοιπόν διά του
αριθμού των γύρων των ιδίων νομισμάτων εν δεδομένω χρόνω. Ας
υποθέσωμεν η κυκλοφορία των 4 εμπορευμάτων διαρκεί μίαν ημέραν. Το
ποσόν των προς πραγματοποίησιν τιμών είναι 8 λουδοβίκια, ο αριθμός
των γύρων εκάστου είδους κατά την ημέραν είναι 4, η μάζα του
κυκλοφορούντος νομίσματος 2 λουδοβίκια θα έχομεν λοιπόν:

&Ποσόν τιμών εμπορευμάτων& διαιρούμενον διά του αριθμού των γύρων
των ειδών της αυτής ονομασίας, εν δεδομένω χρόνω,=ποσόν νομίσματος
λειτουργούντος ως όργανον κυκλοφορίας.

Ο νόμος αυτός είναι γενικός. Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων εις
μίαν χώραν εν δεδομένω χρόνω περιέχει πολλάς απομεμονωμένας
πωλήσεις (ή αγοράς), δηλαδή τμηματικάς και ταυτοχρόνους
μεταμορφώσεις, εν αις το νόμισμα αλλάσσει άπαξ θέσιν ή εκτελεί ένα
μόνον γύρον, αφ' ετέρου υπάρχουν σειραί μεταμορφώσεων κατά το
μάλλον ή ήττον διακλαδούμεναι, πραγματοποιούμεναι πλησίον αλλήλων
ή συνδεόμεναι αι μεν διά των δε. Εκεί τα αυτά νομίσματα εκτελούν
κατά το μάλλον ή ήττον γύρους πολυαρίθμους. Τα κατ' ιδίαν μέρη, εκ
των οποίων σύγκειται το ολικόν ποσόν του εν κυκλοφορία νομίσματος,
λειτουργούν όθεν εις βαθμούς ενεργείας διαφόρους, το ολικόν όμως
των τεμαχίων εκάστης διαιρέσεως, πραγματοποιεί κατά την δοθείσαν
περίοδον, ποσόν τι τιμών και αποκαθίσταται ούτω μέση ταχύτης της
κυκλοφορίας του νομίσματος

Η μάζα του χρήματος, η οποία π. χ. ρίπτεται εν δεδομένη στιγμή εις
την κυκλοφορίαν, είναι φυσικώς καθορισμένη υπό της ολικής τιμής
των εμπορευμάτων των πωληθέντων πλησίον αλλήλων. Αλλ' εις το ρεύμα
τούτο της κυκλοφορίας έκαστον νόμισμα καθίσταται, ούτως ειπείν,
υπεύθυνον διά το πλησίον του. Εάν το ένα αυξάνει την ταχύτητα της
πορείας του, τ' άλλο την ελαττώνει ή μάλλον απορρίπτεται τελείως
της σφαίρας της κυκλοφορίας, γνωστού όντος ότι αύτη δεν δύναται ν'
απορροφήση παρά μάζαν χρυσού, ήτις πολλαπλασιαζομένη επί τον μέσον
αριθμόν των στροφών της, ισούται προς το ποσόν, των υπό
πραγματοποίησιν τιμών. Εάν αι στροφαί του νομίσματος αυξάνουν, η
μάζα του ελαττούται· εάν οι στροφαί του ελαττούνται η μάζα του
αυξάνει. Γνωστής ούσης της μέσης ταχύτητος του νομίσματος, η μάζα,
η οποία δύναται να χρησιμεύση ως όργανον της κυκλοφορίας, είναι
επίσης καθωρισμένη. Όθεν αρκέση, επί παραδείγματι, να ριφθή εις
την κυκλοφορίαν αριθμός τις τραπεζιτικών χαρτονομισμάτων ενός
λουδοβικίου διά να εξαχθούν ίσα λουδοβίκια εις χρυσόν, ανταλλαγή
γνωστοτάτη εις όλας τας τραπέζας.

Ούτω, καθώς η πορεία του νομίσματος εν γένει λαμβάνει την ώθησιν
και διεύθυνσίν του εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, ούτω η
ταχύτης της κινήσεώς του, δεν αντανακλά ή την ταχύτητα των
μεταβολών των μορφής, την εξακολουθητικήν είσοδον σειρών
μεταμορφώσεων, των μεν εντός των δε, την αιφνιδίαν εξαφάνισιν των
εμπορευμάτων εκ της κυκλοφορίας και την ωσαύτως αιφνιδίαν
αντικατάστασίν των υπό νέων εμπορευμάτων. Εν τη επιταχυντική
πορεία του νομίσματος αναφαίνεται, ούτως, η ρευστή μονάς των
αντιθέτων και συμπληρωματικών φάσεων, ως μετατροπή της μορφής
χρήσεως των εμπορευμάτων, εν τη μορφή των αξία και εκ νέου
μετατροπή από της μορφής αξίας εις την μορφήν των χρήσιν ή η μονάς
της πωλήσεως και της αγοράς ως δύο πράξεις αλληλοδιαδόχως
εκτελούμεναι υπό των ιδίων ανταλλακτών. Αντιθέτως, η επιβράδυνσις
της πορείας του νομίσματος παρουσιάζει &τον χωρισμόν& των
φαινομένων και &την τάσιν των προς απομόνωσιν εις αντίθεσιν του
ενός εκ τον άλλου&, την διακοπήν των μεταλλαγών της μορφής και
κατά συνέπειαν των μετατροπών των αντικειμένων. Η κυκλοφορία
φυσικώς δεν μαρτυρεί πόθεν διέρχεται η διακοπή αύτη, δεικνύει
μόνον το φαινόμενον.

Όσον αφορά τον κοινόν άνθρωπον, ο οποίος εφ' όσον η κυκλοφορία του
νομίσματος επιβραδύνεται, βλέπει το χρήμα να αναφαίνεται και να
εξαφανίζεται ολιγώτερον συχνά, εφ' όλων των σημείων της
περιφερείας της κυκλοφορίας, παρασύρεται εις την αναζήτησιν της
εξηγήσεως του φαινομένου εν τη ανεπαρκεί ποσότητι του
κυκλοφορούντος μετάλλου.

Το ολικόν ποσοστόν του χρήματος του λειτουργούντος ως όργανον της
κυκλοφορίας εν δοθείση περιόδω είναι όθεν καθωρισμένον, αφ' ενός
υπό του &ποσού των τιμών&, όλων των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων,
αφ' ετέρου δε υπό της σχετικής ταχύτητος των μεταμορφώσεών των.
Αλλ' η ολική τιμή των εμπορευμάτων, εξαρτάται εκ &της μάζης& και
εκ των τιμών εκάστου είδους εμπορεύματος. Οι τρεις ούτοι
παράγοντες: &κίνησις των τιμών, μάζα κυκλοφορούντων εμπορευμάτων&
και τέλος &ταχύτης της κυκλοφορίας του νομίσματος&, δύνανται να
εναλλαγώσιν εν διαφόρω αναλογία και κατά διάφορον κατεύθυνσιν. Το
ποσόν των &προς πραγματοποίησιν τιμών& και κατά συνέπειαν η μάζα
των απαιτουμένων μέσων κυκλοφορίας δύναται να υποστή ωσαύτως
συνδυασμούς πολυαρίθμους εκ των οποίως δεν θ' αναφέρωμεν ενταύθα ή
τους σημαντικωτέρους εν τη ιστορία των τιμών.

&Των τιμών παραμενουσών των αυτών&, η μάζα των μέσων της
κυκλοφορίας δύναται να αυξήση, είτε διότι η μάζα των
κυκλοφορούντων εμπορευμάτων αυξάνει, είτε διότι η ταχύτης της
κυκλοφορίας του νομίσματος ελαττούται ή διότι αι δύο αύται αιτίαι
ενεργούν ομού. Αντιθέτως, η μάζα των μέσων της κυκλοφορίας δύναται
να ελαττωθή εάν η μάζα των εμπορευμάτων ελαττούται ή εάν το
νόμισμα επιταχύνη την κυκλοφορίαν του.

&Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν ύψωσιν&, η μάζα
των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να παραμένη η αυτή, εάν η μάζα
των κυκλοφορούντων εμπορευμάτων ελαττούται εν τη αύτη αναλογία εν
τη οποία η τιμή των ανέρχεται, ή εάν η ταχύτης της κυκλοφορίας του
νομίσματος αυξάνει τόσον ταχέως όσον η ύψωσις των τιμών, ενώ η
μάζα των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων παραμένει η αυτή. Η μάζα των
μέσων της κυκλοφορίας δύναται να κατέρχεται, είτε διότι η μάζα των
εμπορευμάτων κατέρχεται, είτε διότι η ταχύτης της πορείας του
χρήματος αυξάνει ταχύτερον των τιμών των.

&Των τιμών των εμπορευμάτων υφισταμένων γενικήν πτώσιν&, η μάζα
των μέσων της κυκλοφορίας δύναται να μείνη η αυτή, εάν η μάζα των
εμπορευμάτων αυξάνει εν τη αυτή αναλογία εν η αι τιμαί των
πίπτουν, ή εάν η ταχύτης της πορείας του χρήματος ελαττούται εν τη
αυτή αναλογία εν τη οποία και αι τιμαί των. Δύναται να αυξήση εάν
η μάζα των εμπορευμάτων αυξάνει ταχύτερον, ή εάν η ταχύτης της
κυκλοφορίας ελαττούται τόσον ταχύτερον, όσον αι τιμαί των πίπτουν.

Αι διακυμάνσεις των διαφόρων παραγόντων δύνανται αμοιβαίως να
αντισταθμισθούν, κατά τοιούτον τρόπον, ώστε παρά τας αιωνίας
διακυμάνσεις των, το ολικόν ποσόν των τιμών προς πραγματοποίησιν,
να παραμένη σταθερόν και ωσαύτως κατά συνέπειαν η μάζα του
τρέχοντος νομίσματος. Πράγματι εάν παρατηρήσωμεν τας περιόδους
διαρκείας τινός ευρίσκομεν τας παρεκκλίσεις εκ της μέσης
επιφανείας μικροτέρας από ότι τας ανεμένομεν εκ πρώτης όψεως,
εκτός ισχυρών, εννοείται, περιοδικών διαταράξεων προερχομένων
σχεδόν πάντοτε εκ βιομηχανικών και εμπορικών κρίσεων, εξαιρετικώς
δε εκ διακυμάνσεως εν αυτή τη αξία των πολυτίμων μετάλλων.

Ο νόμος αυτός διά του οποίου η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας
καθορίζεται διά του ποσού των τιμών των κυκλοφορούντων
εμπορευμάτων και διά της μέσης ταχύτητος της πορείας του
νομίσματος, καταλήγει εις το εξής: Δεδομένου του ποσού της αξίας
των εμπορευμάτων και της μέσης ταχύτητος των μεταμορφώσεών των, η
ποσότης του εν κυκλοφορία πολυτίμου μετάλλου εξαρτάται εκ της
ιδίας του αξίας.

Η υπόθεσις κατά την οποίαν αι τιμαί των εμπορευμάτων είναι
τουναντίον καθορισμέναι υπό της μάζης της μέσης κυκλοφορίας και η
μάζα αύτη διά της αφθονίας των πολυτίμων μετάλλων εις μίαν χώραν,
βασίζεται αρχικώς επί της αφελούς υποθέσεως ότι τα εμπορεύματα και
το χρήμα εισέρχονται εν τη κυκλοφορία το μεν άνευ τιμής, το δε
άνευ αξίας και ότι ποσοστόν μέρος της μάζης των εμπορευμάτος
ανταλλάσσεται κατόπιν εκεί αντί της αυτής μερίδος εκ του σωρού του
περιέχοντος το μέταλλον τούτο.

γ. Το νόμισμα ή τα είδη. — Το σημείον της αξίας.

Το νόμισμα έλκει την καταγωγήν του εκ της λειτουργίας, την οποίαν
η νομισματική μονάς εκπληροί ως όργανον της κυκλοφορίας. Τα βάρη
του χρυσού, επί παραδείγματι, εκφρασμένα κατά τον επίσημον τύπον
εις τας τιμάς ή τα νομισματικά ονόματα των εμπορευμάτων, πρέπει να
τα αντιμετωπίσουν εις την αγοράν ως είδη χρυσού της αυτής
ονομασίας ή ως νόμισμα. Όπως η εγκατάστασις του τύπου των τιμών,
ούτω και η νομισματοποίησις είναι έργον το οποίον ανήκει εις το
κράτος. Αι διάφοροι εθνικαί ενδυμασίαι, τας οποίας ο χρυσός και ο
άργυρος ενδύεται ως νόμισμα, των οποίων όμως απαλλάσσονται εις την
παγκόσμιον αγοράν, σημειούν καλώς τον χωρισμόν μεταξύ των εθνικών
ή εσωτερικών σφαιρών και της γενικής σφαίρας της κυκλοφορίας των
εμπορευμάτων.

&Ο εις νόμισμα χρυσός και ο εις ράβδους τοιούτος&, δεν διαφέρουν
ευθύς αμέσως ή εξ όψεως. Και ο χρυσός δύναται πάντοτε να
περιέρχεται από της μιας εις την άλλην των μορφών τούτων.

Εν τούτοις εξερχομένη του νομίσματος η νομισματική μονάς
ευρίσκεται ήδη εν τη οδώ της δοκιμασίας. Τα χρυσά ή αργυρά
νομίσματα φθείρονται εις την πορείαν των, τα μεν περισσότερον, τα
δε ολιγώτερον. Δι' έκαστον βήμα το οποίον, έν λουδοβίκιον επί
παραδείγματι, επιχειρή εν τη πορεία του, χάνει κάτι εκ του βάρους
του, διατηρούν συγχρόνως την ονομασίαν του. Ο τίτλος και η ύλη, η
μεταλλική ουσία και το νομισματικόν όνομα αρχίζουν ούτω ν'
αποχωρίζωνται. Είδη της αυτής ονομασίας καθίστανται αξίαι άνισοι,
ως μη όντα του ιδίου βάρους. Το βάρος του χρυσού, του
υποδεικνυομένου υπό του τύπου των τιμών δεν ευρίσκεται πλέον εν τω
κυκλοφορούντι χρυσώ, όστις παύει ακριβώς διότι δεν είναι
πραγματικώς ίσος με τα εμπορεύματα των οποίων δέον να
πραγματοποιήση τας τιμάς.

Η ιστορία των νομισμάτων κατά τον μεσαίωνα και τους συγχρόνους
καιρούς μέχρι του 18ου αιώνος, δεν είναι παρά η ιστορία της
συγχύσεως ταύτης. Η φυσική τάσις της κυκλοφορίας να μετατρέπη τα
χρυσά αντικείμενα εις ομοίωμα χρυσού, ή το νόμισμα εις σύμβολον
του επισήμου μεταλλικού βάρους του, αναγνωρίζεται υπό των
τελευταίων νόμων περί του βαθμού της απωλείας του μετάλλου, ήτις
θέτει τα είδη εκτός της κυκλοφορίας, ή τα απονομισματίζει.

Η κυκλοφορία του νομίσματος, επιχειρούσα διάσπασιν μεταξύ του
πραγματικού περιεχομένου και του νομισματικού περιεχομένου, μεταξύ
της μεταλλικής υπάρξεως και της λειτουργικής των ειδών τοιαύτης,
επιφέρει ήδη, υπό μορφήν βραδείαν, την πιθανότητα της
αντικαταστάσεώς των εν τη υπηρεσία των ως νομίσματος διά χαλκών
νομισμάτων κτλ. Αι τεχνικαί δυσκολίαι της νομισματοκοπίας
μικροτάτων μερών του βάρους του χρυσού ή του αργύρου και το
γεγονός, ότι μέταλλα κατώτερα χρησιμεύουν ως μέτρον αξίας και
κυκλοφορούν ως νόμισμα μέχρις ου το πολύτιμον μέταλλον τα
εκθρονίση, εξηγούν ιστορικώς τον ρόλον των, ως συμβολικού
νομίσματος. Αντικαθιστούν τον νομισματοποιημένον χρυσόν εις τας
σφαίρας της κυκλοφορίας, ένθα η κυκλοφορία του νομίσματος είναι
τουλάχιστον ταχυτέρα, δηλαδή ένθα αι πωλήσεις και αγοραί
ανανεούνται διαρκώς επί της μικροτέρας κλίμακος. Διά να
εμποδίσωμεν τους δορυφόρους τούτους να εγκαθιδρυθούν εις την θέσιν
του χρυσού, αι αναλογίαι εις τας οποίας δέον να ώσιν αποδεκτοί εν
τη πληρωμή καθορίζονται παρά των νόμων. Οι διάφοροι κύκλοι τους
οποίους διατρέχουν τα διάφορα είδη του νομίσματος φυσικώς
διασταυρούνται. Το συμπληρωτικόν νόμισμα, επί παραδείγματι,
εμφανίζεται διά να πληρώση κλάσματα των ειδών χρυσού. Ο χρυσός
εισέρχεται συνεχώς εν τη κυκλοφορία, αλλά και συνεχώς εκδιώκεται
υπό του συμπληρωτικού νομίσματος, ανταλλασσόμενον αντ' αυτού.

Η μεταλλική ουσία των κερμάτων αργύρου ή χαλκού καθορίζεται
αυθαιρέτως παρά του νόμου: Εν τη κυκλοφορεία των φθείρονται ακόμη
περισσότερον, των νομισμάτων χρυσού. Όθεν η λειτουργία των
καθίσταται εκ των πραγμάτων τελείως ανεξάρτητος του βάρους των,
δηλ. κάθε αξίας. Παρά ταύτα όμως, και είναι τούτο το κύριον
σημείον, εξακολουθούν να λειτουργούν ως αντικαταστάται των ειδών
χρυσού. Η νομισματική λειτουργία του χρυσού απεσπασμένη τελείως
της μεταλλικής της αξίας είναι όθεν φαινόμενον παραχθέν υπό των
προστριβών αυτής ταύτης της κυκλοφορίας της. Δύναται όθεν ν'
αντικατασταθή εις την λειτουργίαν ταύτην υπό αντικειμένων σχετικώς
άνευ ουδεμιάς αξίας, οία τα χαρτονομίσματα. Εάν εις τα μεταλλικά
κέρματα ο καθαρώς συμβολικός χαρακτήρ συγκαλύπτεται μέχρι ενός
σημείου, εκδηλούται άνευ αμφιβολίας εις το χαρτονόμισμα. Ως
είδομεν μόνον το πρώτον βήμα είναι δύσκολον.

Πρόκειται ενταύθα &περί χαρτονομίσματος του κράτους μετ'
αναγκαστικής κυκλοφορίας&. Τούτο γεννάται αυτομάτως εκ της
μεταλλικής κυκλοφορίας. Το &πιστωτικόν νόμισμα& τουναντίον
προϋποθέτει σύνολον συνθηκών, αίτινες από απόψεως απλής
κυκλοφορίας των εμπορευμάτων μάς είναι ακόμη άγνωστοι. Ας
παρατηρήσωμεν εν τω μεταξύ ότι εάν το κυρίως χαρτονόμισμα
προέρχεται εκ της λειτουργίας του χρήματος &ως μέσου κυκλοφορίας,
το πιστωτικόν νόμισμα&, έχει την φυσικήν του ρίζαν εις την
λειτουργίαν του χρήματος ως &μέσου πληρωμής&.

Το κράτος ρίπτει εις κυκλοφορίαν χαρτονομίσματα, επί των οποίων
αναγράφονται ονομασίαι του νομίσματος, ως π. χ. 1 λουδοβίκιον 5
λουδ. κ. λ. π.

Εφ' όσον τα γραμμάτια ταύτα κυκλοφορούσιν αντί βάρους χρυσού της
αυτής ονομασίας, η κίνησίς των αντικατοπτρίζει μόνον τους νόμους
της κυκλοφορίας του πραγματικού νομίσματος. Ειδικός νόμος της
κυκλοφορίας του χαρτονομίσματος δύναται να προκύψη εκ του ρόλου
του τούτου, ως αντιπροσώπου του χρυσού ή του αργύρου. Είναι δε ο
νόμος ούτος απλούς και συνίσταταται, εις το ότι η έκδοσις του
χαρτονομίσματος δέον να είναι ανάλογος με την ποσότητα του χρυσού
(ή του αργύρου), του οποίου είναι το σύμβολον, και ο οποίος ώφειλε
πραγματικώς να κυκλοφορή. Η ποσότης του χρυσού, την οποίαν δύναται
ν' απορροφήση η κυκλοφορία κυμαίνεται συνηθέστερον άνωθεν ή
κάτωθεν ενός μέσου όρου. Εν τούτοις ουδέποτε πίπτει κάτωθεν &ενός
μίνιμουμ& το οποίον εις εκάστην χώραν η πείρα μάς καθιστά γνωστόν.
Ότι όμως η &μίνιμουμ& αύτη μάζα ανανεώνει αδιακόπως τα ακέραια
μέρη της, δηλαδή έχει ένα &σύρε κ' έλα& των κατ' ιδίαν ειδών, των
εισερχομένων και εξερχομένων εις αυτήν, τούτο δεν αλλάσσει φυσικά
τίποτε, ούτε τας αναλογίας της ούτε την συνεχή κίνησίν της εις την
σφαίραν της κυκλοφορίας.

Ουδέν εμποδίζει όθεν την αντικατάστασίν της διά συμβόλων
χαρτονομίσματος. Εάν τουναντίον αι διώρυγες της κυκλοφορίας
πληρούνται χαρτονομίσματος μέχρι του ορίου της απορροφητικής
ιδιότητός των διά το πολύτιμον μέταλλον, τότε η παραμικροτέρα
διακύμανσις εις την τιμήν των εμπορευμάτων δυνατόν να τας κάμη να
υπερεκχειλίσουν. Έκτοτε παν μέτρον μάταιον. Μη λαμβανομένης υπ'
όψει μιας γενικής μειώσεως των πιστωτικών αξιών, ας υποθέσωμεν ότι
το χαρτονόμισμα υπερβαίνει την κανονικήν του αναλογίαν. Κατόπιν ως
και πρότερον δεν θα αντιπροσωπεύη εν τη κυκλοφορία των
εμπορευμάτων ή το ποσοστόν του χρυσού του απαιτουμένου παρ' αυτού
κατά τους υπάρχοντας νόμους του και το οποίον κατά συνέπειαν είναι
το μόνον αντιπροσωπευτόν.

Εάν επί παραδείγματι, η ολική μάζα του χαρτονομίσματος είναι
διπλασία απ' ότι έδει να ήτο, έν γραμμάτιον εκατόν φράγκων
αντιπροσωπεύον 50 γραμ. χρυσού δεν θ' αντιπροσωπεύη πλέον παρά 25
μόνον. Το αποτέλεσμα είναι το αυτό, εάν ο χρυσός, εν τη λειτουργία
του ως νομίσματος, ευρεθή αλλοιωμένος.

Το χαρτονόμισμα είναι μορφή χρυσού ή σημείον νομίσματος. Η
υφισταμένη σχέσις μεταξύ τούτου και των εμπορευμάτων συνίσταται
απλούστατα εις τούτο: ότι αι αυταί ποσότητες χρυσού, αι
ιδιεολογικώς εκφραζόμενοι εν τη τιμή των αντιπροσωπεύονται παρ'
αυτού συμβολικώς. Όθεν το χαρτονόμισμα δεν είναι σημείον αξίας
ειμή, εφ' όσον αντιπροσωπεύει ποσότητας χρυσού αίτινες ως πάσαι αι
άλλαι ποσότητες εμπορευμάτων, είναι ωσαύτως ποσότητες αξίας.

Ο αποκλειστικός χαρακτήρ της λειτουργίας ταύτης, δεν
πραγματοποείται, είναι αληθές, διά τα χρυσά ή αργυρά νομίσματα
κεχωρισμένως λαμβανόμενα αν και εκδηλούνται εις το γεγονός ότι
εφθαρμένα κέρματα εξακολουθούν μόλα ταύτα να κυκλοφορούν. Έκαστον
νόμισμα χρυσού δεν είναι απλώς όργανον κυκλοφορίας ειμή εφ' όσον
κυκλοφορεί. Δεν συμβαίνει όμως το αυτό και διά την μίνιμουμ μάζαν
χρυσού δυναμένην ν' αντικατασταθή παρά του χαρτονομίσματος. Η μάζα
αύτη ανήκει πάντοτε εις την σφαίραν της κυκλοφορίας. Λειτουργεί
αδιακόπως ως όργανόν της και υφίσταται αποκλειστικώς ως στήριγμα
της λειτουργίας ταύτης. Η κυκλοφορία της αντιπροσωπεύει ούτω την
συνεχή αλλοίωσιν των αντιθέτων κινήσεων της μεταμορφώσεως Ε — Χ —
Ε, ένθα η όψις αξία των εμπορευμάτων, δεν τας αντιμετωπίζει ή διά
να εξαφανισθή αμέσως, ένθα η αντικατάστασις ενός εμπορεύματος δι'
άλλου κάμνει το χρήμα να ολισθαίνη αδιακόπως από χειρός εις χείρα.
Η λειτουργική της ύπαρξις απορροφά, ούτως είπειν, την υλικήν της
ύπαρξιν. Φευγαλέα αντανάκλασις των τιμών των εμπορευμάτων
λειτουργεί ως σήμα εαυτής και δύναται κατά συνέπειαν ν'
αντικατασταθή με άλλο σήμα. Πρέπει μόνον το σήμα του νομίσματος να
είναι, όπως εκείνη κοινωνικώς ανεγνωρισμένον, καθίσταται δε
τοιούτον διά της αναγκαστικής κυκλοφορίας. Η αναγκαστική αύτη
δράσις του κράτους δεν δύναται να εξασκηθή ή εν τη εθνική περιοχή
της κυκλοφορίας, εκεί δε μόνον δύναται ωσαύτως να περιορισθή η
λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα εκπληροί ως νομισματική μονάς.

III. Το νόμισμα ή το χρήμα.

Μέχρις εδώ εξητάσαμεν το πολύτιμον μέταλλον υπό την διπλήν του
άποψιν, ως μέτρον αξιών και ως όργανον κυκλοφορίας. Ως νόμισμα
ιδεατόν εκπληροί την πρώτην λειτουργίαν, εν δε τη δευτέρα δύναται
ν' αντιπροσωπευθή υπό συμβόλων. Υπάρχουν όμως λειτουργίαι εις ας
δέον να παρουσιάζηται εν τω μεταλλικώ του σώματι ως πραγματικόν
ισοδύναμον των εμπορευμάτων ή ως εμπόρευμα — νόμισμα.

Υπάρχει άλλη τις λειτουργία εισέτι, την οποίαν δύναται να
εκπληρώση είτε προσωπικώς είτε δι' αναπληρωτών, αλλ' εις την
οποίαν παρουσιάζεται πάντοτε έναντι των εν χρήσει εμπορευμάτων ως
η μόνη φυσική ενσάρκωσις της αξίας των. Εις όλας τας περιπτώσεις
ταύτας λέγομεν ότι λειτουργεί ως κυρίως νόμισμα ή κυρίως χρήμα εν
αντιθέσει προς τας λειτουργίας του, ως μέτρου αξιών και
νομίσματος.

α') Θησαυρισμός.

Η κυκλοφοριακή κίνησις των δύο αντιθέτων μεταμορφώσεων των
εμπορευμάτων ή συνεχής αλλοίωσις της πωλήσεως και της αγοράς
εκδηλούται υπό της ακαταπονήτου κυκλοφορίας του νομίσματος ή εν τη
λειτουργία του ως &perpetum mobile&, ως αιωνίου κινητήρος της
κυκλοφορίας. Ακινητεί ή μεταβάλλεται, όπως λέγει ο Boisguillebert,
&από κινητόν εις ακίνητον&, από νομισματική μονάς εις &νόμισμα ή
χρήμα&, ευθύς ως η σειρά των μεταμορφώσεων διακόπτεται, ευθύς ως η
πώλησις δεν ακολουθείται αμέσως υπό της αγοράς.

Ευθύς ως αναπτύσσεται η κυκλοφορία των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η
ανάγκη και η επιθυμία να στερεοποιηθή και διατηρηθή το προϊόν της
πρώτης μεταμορφώσεως, το εμπόρευμα το μετατραπέν εις &χρυσαλίδα&
χρυσού ή αργύρου. Έκτοτε πωλούν εμπορεύματα όχι μόνον διά ν'
αγοράσουν άλλα, αλλά ωσαύτως διά ν' αντικαταστήσουν την μορφήν
εμπορεύματα εις μορφήν χρήμα. Το νόμισμα σκοπίμως σταματηθέν εν τη
κυκλοφορία του απολιθούται, ούτως ειπείν, αποβαίνων θησαυρός, ο δε
πωλητής μεταβάλλεται εις θησαυριστήν.

Κυρίως εν τη νηπιότητι της κυκλοφορίας ανταλλάσουν μόνον το
πλεόνασμα αξιών χρήσεως με εμπόρευμα νόμισμα. Ο χρυσός και ο
άργυρος αποβαίνουν, ούτω αφ' εαυτών η κοινωνική έκφρασις του
πλεονάσματος και του πλούτου. Η αφελής αύτη μορφή του θησαυρισμού
διαιωνίζεται παρά τοις λαοίς, των οποίων ο εκ παραδόσεως τρόπος
παραγωγής ικανοποιεί απ' ευθείας στενόν κύκλον στασίμων αναγκών.

Υπάρχει ολίγη κυκλοφορία και θησαυροί πολλοί, ό,τι ακριβώς
συμβαίνει παρά τοις Ασιανοίς, ιδίως όμως παρά της Ινδοίς.

Ευθύς ως η εμπορική παραγωγή λάβει ανάπτυξίν τινα, έκαστος
παραγωγός δέον να προμηθευθή χρήμα. Τούτο είναι «κοινωνική
εγγύησις» το nervus rerum, το νεύρον των πραγμάτων. Πράγματι, αι
ανάγκαι του παραγωγού ανανεούνται αδιακόπως, και αδιακόπως του
επιβάλουν την αγοράν ξένων εμπορευμάτων, ενώ η παραγωγή και η
πώλησις των ιδικών του, απαιτούν κατά το μάλλον ή ήττον χρόνον
εξαρτάται δε εκ χιλίων συμπτώσεων. Διά να αγοράσωμεν χωρίς να
πωλήσωμεν, πρέπει πρώτον ν' έχωμεν πωλήσει χωρίς να έχωμεν
αγοράσει. Φαίνεται αντίφασις ότι η πράξις αύτη, δύναται γενικώς να
πραγματοποιηθή. Εν τούτοις τα πολύτιμα μέταλλα ανταλλάσσονται εις
την πηγήν των της παραγωγής αντί άλλων εμπορευμάτων. Ενταύθα, η
πώλησις λαμβάνει χώραν (παρά του κατόχου των εμπορευμάτων) άνευ
αγοράς (εκ μέρους του κατόχου του χρυσού και του αργύρου). Και
μεταγενέστεραι πωλήσεις μη συμπληρωθείσαι παρ' αγορών επομένων,
ουδέν άλλο πράττουν ή διανέμουν τα πολύτιμα μέταλλα μεταξύ όλων
των ανταλλακτών. Σχηματίζεται ούτω εφ' όλων των σημείων των
σχετιζομένων με εμπορικάς εργασίας, εφεδρείαι χρυσού και αργύρου
εις τας πλέον διαφόρους αναλογίας. Η πιθανότης να κρατηθή και
διατηρηθή το εμπόρευμα ως ανταλλακτική αξία ή ανταλλακτική αξία ως
εμπόρευμα διεγείρει το πάθος του χρυσού. Εφ' όσον εκτείνεται η
κυκλοφορία Κεφάλαιον και χρήμα των εμπορευμάτων, η δύναμις του
νομίσματος αυξάνει ως απόλυτος και πάντοτε διαθέσιμος μορφή του
κοινωνικού πλούτου.

«Ο χρυσός είναι πράγμα θαυμάσιον! ο κατέχων τούτον είναι κύριος
πάσης επιθυμίας του. Διά του χρυσού δύναταί τις ακόμη ν' ανοίξη
εις τας ψυχάς τας θύρας του παραδείσου» (Κολόμβος. Επιστολή εκ της
Ζαμαϊκής 1503).

Της όψεως του νομίσματος ουδόλως προδιδούσης οποίον τι μετετράπη,
το παν, εμπόρευμα ή άλλο τι, μεταβάλλεται εις νόμισμα. Η
κυκλοφορία αποβαίνει ο μέγας κοινωνικός άμβυξ εις τον οποίον
χύνεται το παν ίνα εξέλθη μεταμορφωμένον εις αποκρυσταλλωμένον
νόμισμα. Τίποτε δεν ανθίσταται εις την αλχημείαν αυτήν, ούτε αυτά
τα κόκκαλλα των αγίων, πολύ ολιγώτερον ακόμη τα πλέον λεπτά
ημιάγια αντικείμενα, &res sacro santae extra commercium hominum&.
Όπως πάσα ποσοτική των εμπορευμάτων διαφορά εξαφανίζεται εις το
χρήμα, ούτω και αυτό ριζικός ισοπεδωτής, εξαφανίζει όλας τας
διακρίσεις. Αλλά το χρήμα είναι και αυτό εμπόρευμα, αντικείμενον
δυνάμενον να πέση εις οιουδήποτε χείρα, Η κοινωνική δύναμις
αποβαίνει ούτω δύναμις ιδιωτική των ατόμων. Ούτω η αρχαία
κοινωνία, το καταγγέλλει ως ανατρεπτικόν πράκτορα ως τον
δραστικώτερον διαλυτήν της οικονομικής οργανώσεώς της και των
λαϊκών ηθών.

Η σύγχρονος κοινωνία χαιρετά εις τον χρυσόν, τον άγιόν της graal,
την έκλαμπρον ενσάρκωσιν αυτής της αρχής της ζωής της.

Το εμπόρευμα ως αξία χρήσεως ικανοποιεί ιδιαιτέραν ανάγκην και
αποτελεί ιδιαίτερον στοιχείον του υλικού πλούτου. Αλλ' &η αξία&
του εμπορεύματος μετρά τον βαθμόν της ελκτικής δυνάμεώς της, εφ'
όλων των στοιχείων του πλούτου τούτου και κατά συνέπειαν &τον
κοινωνικόν πλούτον& του κατέχοντος ταύτην. Ο ανταλλάκτης κατά το
μάλλον ή ήττον βάρβαρος αυτός ακόμη, ο χωρικός της δυτικής
Ευρώπης, ουδόλως γνωρίζει να χωρίζη την αξίαν της μορφής της. Δι'
αυτόν αύξησις του αποθέματός του εις χρυσόν και εις άργυρον
σημαίνει αύξησιν αξίας.

Ασφαλώς η αξία του πολυτίμου μετάλλου αλλάσσει, κατόπιν των
επενεχθεισών μεταβολών, είτε εν τη ιδία του αξία, είτε εν τη αξία
των εμπορευμάτων. Αλλά τούτο δεν εμποδίζει αφ' ενός μεν, όπως 200
γραμ. χρυσού περιέχουν κατόπιν ως και πρότερον περισσοτέραν αξίαν
από 100 και 300 περισσοτέραν αξίαν από 200 κλπ., ούτε αφετέρου
όπως η μεταλλική μορφή του νομίσματος παραμένει η γενική
ισοδύναμος μορφή όλων των εμπορευμάτων, η κοινωνική ενσάρκωσις
πάσης ανθρωπίνης εργασίας. Ο έχων κλίσιν προς το θησαυρίζειν, δεν
έχει εκ φύσεως ούτε κανόνα ούτε μέτρον. Το χρήμα θεωρούμενον από
απόψεως ποιότητος ή μορφής, η παγκόσμιος αντιπροσώπευσις του
υλικού πλούτου, δεν έχει όρια, διότι είναι αμέσως μεταβλητόν εις
παν είδος εμπορεύματος, αλλ' έκαστον ποσόν πραγματικού χρήματος
έχει το ποσοτικόν του όριον και κατά συνέπειαν δεν έχει ειμή
περιωρισμένην αγοραστικήν δύναμιν. Η αντίθεσις αύτη μεταξύ της
πάντοτε καθωρισμένης ποσότητος και της απροσδιορίστου ποιότητος
της δυνάμεως του χρήματος, οδηγεί αδιακόπως τον θησαυριστήν εις
την εργασίαν του Σισύφου. Ομοιάζει ως προς κατακτητήν, του οποίου
πάσα νέα κατάκτησις δεν οδηγεί ή εις νέα σύνορα.

Διά να κρατήσωμεν και διατηρήσωμεν το πολύτιμον μέταλλον ως
νόμισμα και κατά συνέπειαν ως στοιχείον θησαυρισμού, πρέπει να το
παρεμποδίσωμεν από του να κυκλοφορή ή ν' αποβαίνη &από μέσον
αγοράς& μέσον απολαύσεως. Ο θησαυριστής θυσιάζει ούτω εις το
είδωλον τούτο όλας τας επιθυμίας της σαρκός του, ουδείς
περισσότερον αυτού λαμβάνει υπό σοβαράν έποψιν το ευαγγέλιον της
εγκρατείας. Αφ' ετέρου δεν δύναται ν' αφαιρέση εις νόμισμα από την
κυκλοφορίαν ή ό,τι του δίδουν εις εμπορεύματα.

Όσον περισσότερον παράγει τόσον περισσότερον δύναται να πωλή.
Βιομηχανία, οικονομία, φιλαργυρία, αύται είναι αι κύριαί του
αρεταί. Αγοράζειν πολλά, πωλείν ολίγα, τούτο είναι το άπαν της
πολιτικής του οικονομίας.

Ο θησαυρός δεν έχει μόνον χονδροειδή μορφήν, έχει επίσης
αισθητικήν μορφήν. Είναι η συσσώρευσις έργων χρυσοχοΐας
αναπτυσσομένης με την αύξησιν του κοινωνικού πλούτου. «Ας ήμεθα
πλούσιοι ή ας φαινόμεθα πλούσιοι» (Diderot ). Ούτω σχηματίζεται,
αφ' ενός αγορά πλέον εκτεταμένη διά τα πολύτιμα μέταλλα, αφ'
ετέρου βραδεία πηγή προμηθείας, εν τη οποία αντλούμεν κατά τας
περιόδους της κοινωνικής κρίσεως.

Εις την οικονομίαν της μεταλλικής κυκλοφορίας, οι θησαυροί
εκπληρούν διαφόρους υπηρεσίας. Η πρώτη έλκει την καταγωγήν της εκ
των συνθηκών των προεξαρχουσών εις την πορείαν του νομίσματος.
Είδομεν πώς το κυκλοφορούν ποσόν του νομίσματος αυξάνει ή
ελαττούται με τας σταθεράς διακυμάνσεις, τας οποίας δοκιμάζει η
κυκλοφορία των εμπορευμάτων από απόψεως εκτάσεως, τιμών και
ταχύτητος. Όθεν το ποσόν τούτο δέον να είναι ικανής αυξήσεως και
ελαττώσεως.

Μέρος του νομίσματος πότε δέον να εξέρχεται εκ της κυκλοφορίας,
πότε να επιστρέφη. Ίνα η μάζα του τρέχοντος χρήματος αντιστοιχή
εις τον βαθμόν, καθ' ον η σφαίρα της κυκλοφορίας ευρίσκεται
πεπληρωμένη, δέον όπως η πραγματικώς κυκλοφορούσα ποσότης του
χρυσού ή του αργύρου, αποτελεί μέρος του υπάρχοντος εις την χώραν
πολυτίμου μετάλλου. Ο όρος ούτος εκπληρούται διά της μορφής
θησαυρού του χρήματος. Αι αποθήκαι των θησαυρών χρησιμεύουν
συγχρόνως και ως διώρυγες εκροής και αρδεύσεως, εις τρόπον ώστε αι
διώρυγες κυκλοφορίας να μην εκχειλίζουν ποτέ.

β') Μέσον πληρωμής.

Εις την μέχρι τούδε εξετασθείσαν άμεσον μορφήν της κυκλοφορίας των
εμπορευμάτων, η αυτή αξία παρουσιάζεται πάντοτε διττή, εμπόρευμα
εις τον ένα πόλον, νόμισμα εις τον άλλον. Οι παραγωγοί ανταλλάκται
ευρίσκονται, ως αντιπρόσωποι αντιμετώπων ισοδυνάμων. Εφ' όσον εν
τούτοις αναπτύσσεται η κυκλοφορία, αναπτύσσονται ωσαύτως
περιπτώσεις τείνουσαι, εις τον χωρισμόν της εκποιήσεως του
εμπορεύματος από της πραγματοποιήσεως της τιμής του δι' ενός
χρονικού διαστήματος. Ούτω π. χ. Είδος τι εμπορεύματος απαιτεί
περισσότερον χρόνον διά την παραγωγήν του, ενώ έτερον είδος
απαιτεί ολιγώτερον χρόνον. Αι εποχαί της παραγωγής δεν είναι αι
αυταί διά τα διάφορα εμπορεύματα. Εάν εμπόρευμα παράγηται εις
αυτόν τον τόπον της αγοράς του, έν άλλο δέον να ταξειδεύση διά να
μεταβή εις απομεμακρυσμένην αγοράν. Είναι όθεν δυνατόν ο είς των
ανταλλακτών να είναι έτοιμος προς πώλησιν, ενώ ο άλλος δεν είναι
έτοιμος προς αγοράν. Όταν αι αυταί συναλλαγαί ανανεούνται μεταξύ
των αυτών προσώπων, οι όροι της αγοράς και της πωλήσεως των
εμπορευμάτων, θα κανονίζονται ολίγον κατ' ολίγον, συμφώνως προς
τους όρους της παραγωγής των. Αφ' ετέρου πάλιν η χρήσις ειδών
τινών εμπορευμάτων, οικίας π. χ. εκποιείται υπό προθεσμίαν και
μόνον μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης ο αγοραστής
επιτυγχάνει πραγματικώς την συμφωνηθείσαν αξίαν χρήσεως. Αγοράζει
όθεν πριν πληρώση. Ο είς των ανταλλακτών πωλεί παρόν εμπόρευμα, ο
άλλος αγοράζει ως αντιπρόσωπος του μέλλοντος ν' αφιχθή χρήματος. Ο
πωλητής αποβαίνει πιστωτής, ο αγοραστής αποβαίνει οφειλέτης. Όπως
η μεταμόρφωσις του εμπορεύματος λαμβάνει ενταύθα νέαν όψιν ούτω
και το χρήμα αποκτά νέαν λειτουργίαν. Αποβαίνει μέσον πληρωμής· οι
χαρακτήρες του πιστωτού και του οφειλέτου προέρχονται ενταύθα εκ
της απλής κυκλοφορίας. Η αλλαγή της μορφής της εναποθέτει εις τε
τον πωλητήν και αγοραστήν την νέαν των μορφήν. Κατ' αρχάς, οι νέοι
ούτοι ρόλοι είναι διαβατικοί ως και οι παλαιοί, παιζόμενοι κατά
σειράν υπό των ιδίων ηθοποιών, δεν έχουν όμως όψιν τόσον αγαθήν, η
δε αντίθεσίς των αποβαίνει πλέον επιδεκτική αποκρυσταλλώσεως. Οι
αυτοί χαρακτήρες δύνανται να παρουσιασθούν ανεξαρτήτως της
κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Εις την αρχαιότητα, η κίνησις της
πάλης των τάξεων, έχει κυρίως την μορφήν πάλης συνεχώς
ανανεουμένης μεταξύ πιστωτών και οφειλετών, ήτις εν Ρώμη καταλήγει
εις την ήτταν και καταστροφήν, του οφειλέτου πληβείου,
αντικατασταθέντος υπό του δούλου. Εις τον Μεσαίωνα η πάλη
καταλήγει εις την καταστροφήν του φεουδάρχου οφειλέτου. Εκείνος
χάνει την πολιτικήν δύναμιν ευθύς ως καταρρέει η οικονομική βάσις,
ήτις ήτο το στήριγμά της. Εν τούτοις η νομισματική αύτη σχέσις
πιστωτού προς οφειλέτην και εις τας δύο αυτάς εποχάς κατοπτρίζει
εαυτήν επί της επιφανείας βαθυτέρων ανταγωνισμών.

Ας επανέλθωμεν εις την κυκλοφορίαν των εμπορευμάτων. Η σύγχρονος
εμφάνισις των ισοδυνάμων εμπορεύματος και χρήματος εις τους δύο
πόλους της πωλήσεως έπαυσε. Τώρα το χρήμα λειτουργεί κατά πρώτον
λόγον ως μέτρον αξίας εν τω καθορισμώ της τιμής του πωλουμένου
εμπορεύματος. Η τιμή αύτη ορισθείσα διά συμφωνητικού εκδηλοί την
υποχρέωσιν του αγοραστού ήτοι το ποσόν του χρήματος, διά το οποίον
είναι υπόχρεος εις ωρισμένην προθεσμίαν.

Είτα λειτουργεί ως φανταστικόν μέσον αγοράς. Αν και υφίσταται
μόνον εις την υπόσχεσιν του αγοραστού, όμως ενεργεί ούτω την
μετατόπισιν του εμπορεύματος. Μόνον μετά την λήξιν της προθεσμίας
εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν ως μέσον πληρωμής, ήτοι μεταβαίνει
από της χειρός του αγοραστού, εις την του πωλητού. Το μέσον της
κυκλοφορίας μετετράπη εις θησαυρόν, διότι η κίνησις της
κυκλοφορίας εσταμάτησεν εις το πρώτον ήμισυ. Το μέσον της πληρωμής
εισέρχεται εις την κυκλοφορίαν, τότε μόνον, όταν έχει ήδη εξέλθει
το εμπόρευμα. Ο πωλητής μετέβαλε το εμπόρευμα εις χρήμα διά να
ικανοποιήση τας ανάγκας του, ο θησαυριστής, διά να το διατηρήση
εις την μορφήν του γενικού ισοδυνάμου, — τέλος ο αγοραστής —
οφειλέτης διά να δυνηθή να πληρώνη. Εάν δεν πληρώση λαμβάνει χώραν
καταναγκαστική πώλησις. Η μετατροπή του εμπορεύματος εις την
μορφήν — αξίαν, εις νόμισμα, αποβαίνει αύτη κοινωνική ανάγκη
επιβαλλομένη εις τον παραγωγόν ανταλλάκτην ανεξαρτήτως των αναγκών
του και των προσωπικών του ιδιοτροπιών.

Ας υποθέσωμεν ότι ο χωρικός αγοράζει από τον υφαντουργόν 20 μ.
υφάσματος εις την τιμήν των 2 λουδοβικίων, τα οποία είναι επίσης η
τιμή ενός τετάρτου στατήρος σίτου, και τα οποία πληρώνει μετά ένα
μήνα. Ο χωρικός μεταβάλλει τον σίτον εις ύφασμα πριν τον
μετατρέψει εις χρήμα. Πραγματοποιεί όθεν, την τελευταίαν
μεταμόρφωσιν του εμπορεύματός του, προ της πρώτης. Είτα πωλεί
σίτον 2 λουδ., τα οποία δίδει εις τον υφαντουργόν κατά την
ορισθείσαν προθεσμίαν.

Το πραγματικόν νόμισμα δεν του χρησιμεύει πλέον ενταύθα ως μέσον
υποκαταστάσεως του υφάσματος διά του σίτου. Δι' αυτόν το νόμισμα
είναι τουναντίον η τελευταία λέξις της συναλλαγής, καθ' ό απόλυτος
μορφή της αξίας, ην έχει να χορηγήση, καθ' ό παγκόσμιον νόμισμα.
Όσον διά τον υφαντουργόν, το εμπόρευμά του εκυκλοφόρησε και
επραγματοποίησε την τιμήν του, αλλά μόνον διά μέσου ενός τίτλου
απορρέοντος εκ του πολιτικού δικαίου. Εισήλθεν εις την κατανάλωσιν
άλλου εμπορεύματος πριν μετατραπή εις νόμισμα. Η πρώτη
μεταμόρφωσις του υφάσματος παραμένει όθεν μετέωρος
πραγματοποιουμένη εις την λήξιν της προθεσμίας του χρέους του
χωρικού.

Αι λήξασαι υποχρεώσεις εις καθορισθείσαν περίοδον αντιπροσωπεύουν
την ολικήν μορφήν των πωληθέντων εμπορευμάτων. Η ποσότης του
απαιτηθέντος νομίσματος διά την πραγματοποίησιν του ποσού τούτου,
εξαρτάται πρώτον εκ της ταχύτητος της πορείας των μέσων πληρωμής.
Δύο περιστατικά την κανονίζουν: 1ον Η σύνδεσις των σχέσεων
πιστωτού προς οφειλέτην, όπως όταν Α π. χ., ο οποίος λαμβάνει
χρήμα από τον οφειλέτην του Β τον πιστωτήν του Γ κ. λ. κ. 2ον Το
χρονικόν διάστημα, το οποίον χωρίζει τας διαφόρους προθεσμίας,
κατά τας οποίας ενεργούνται αι πληρωμαί. Η σειρά των αλλεπαλλήλων
πληρωμών ή των πρώτων συμπληρωματικών μεταμορφώσεων, διακρίνεται
τελείως εκ της διασταυρώσεως των σειρών μεταμορφώσεων, τας οποίας
ανελύσαμεν προηγουμένως.

Η σχέσις μεταξύ πωλητών και αγοραστών δεν εκδηλούται μόνον εις την
κίνησιν των μέσων της κυκλοφορίας, αλλά γεννάται εν αυτή τη πορεία
του νομίσματος. Η κίνησις του μέσου πληρωμής εκφράζει τουναντίον
σύνολον, προϋπαρχουσών κοινωνικών σχέσεων.

Το ταυτόχρονον και συνεχές των πωλήσεων (ή αγορών), το οποίον
κάμνει, ώστε η ποσότης των μέσων της κυκλοφορίας να μη δύναται
πλέον να ικανοποιηθή υπό της ταχύτητος της πορείας του, αποτελεί
νέον μοχλόν εν τη οικονομία μέσων πληρωμής. Με την συγκέντρωσιν
των πληρωμών εις μίαν θέσιν αναπτύσσονται αυθορμήτως οργανώσεις
και μέθοδοι, διά να αντισταθμίσουν έν τινι μέτρω αμοιβαίως. Ούτω
π. χ. κατά τον Μεσαίωνα συνέβαινον εις Λυώνα, με τα virements. Αι
πιστώσεις του Α εις τον Β, του Β εις τον Γ, του Γ εις τον Α και
ούτω καθ' εξής δεν έχουν ανάγκην ή να συγκριθούν διά να ακυρωθούν
αμοιβαίως, έν τινι μέτρω, αι θετικαί και αρνητικαί ποσότητες, και
δεν απομένει πλέον ούτω, παρά να γίνη το ισοζύγιον του
λογαριασμού. Όσον μεγαλυτέρα είναι η συγκέντρωσις των πληρωμών
τόσον είναι σχετικώς μικρότερον το ισοζύγιόν των και ως εκ τούτου
η μάζα των εν κυκλοφορία μέσων πληρωμής. Η λειτουργία του
νομίσματος ως μέσου πληρωμής συνεπιφέρει αντίθεσιν άνευ μέσης
προθεσμίας. Εφ' όσον αι πληρωμαί ισολογίζονται, το νόμισμα
λειτουργεί μόνον ιδεολογικώς ως λογιστικόν νόμισμα και μέτρον
αξιών ευθύς ως αι πληρωμαί πρόκειται να ενεργηθούν πραγματικώς, το
νόμισμα παρουσιάζεται ως απλούν μέσον κυκλοφορίας, ως μεταβατική
μορφή, χρησιμεύουσα ως μέσον εις την μετάθεσιν των προϊόντων χωρίς
όμως να επεμβαίνη και ως ατομική ενσάρκωσις της κοινωνικής
εργασίας, ως μόνη πραγματοποίησις της ανταλλακτικής αξίας, ως
απόλυτον εμπόρευμα. Η αντίθεσις αύτη εκρήγνυται την στιγμήν των
εμπορικών και βιομηχανικών κρίσεων, στιγμήν εις την οποίαν εδόθη η
ονομασία της νομισματικής κρίσεως.

Αύτη δημιουργείται εκεί ένθα αναπτύσσονται η άλυσσος των πληρωμών
και τεχνικόν σύστημα προωρισμένον εις την αμοιβαίαν ικανοποίησίν
των. Ο μηχανισμός ούτος διαταράσσεται παρ' οιασδήποτε αιτίας,
ευθύς ως το χρήμα δι' αποτόμου στροφής και αμεταβιβάστως παύει να
λειτουργή πλέον υπό την καθαρώς ιδεώδη μορφήν του ως λογιστικού
χρήματος. Το νόμισμα ζητείται τότε ως χρήμα, τοις μετρητοίς και
δεν δύναται πλέον ν' αντικατασταθή υπό «βεβήλων» εμπορευμάτων. Η
χρησιμοποίησις του εμπορεύματος δεν λαμβάνεται υπ' όψει και η αξία
του εξαφανίζεται, ενώπιον εκείνου, το οποίον δεν είναι ή η μορφή
του. Την προηγουμένην ακόμη ημέραν ο αστός διά της πολυτελούς
επαρκείας, την οποίαν του χορηγεί η ευμάρια, εδήλου ότι το χρήμα
είναι φενάκη ματαία, μόνον το εμπόρευμα είναι χρήμα, εκραύγαζε.
Μόνον το χρήμα είναι εμπόρευμα! είναι σήμερον η φωνή, ήτις αντηχεί
κατά την παγκόσμιον αγοράν. Όπως η διψασμένη έλαφος κραυγάζει προ
της πηγής δροσερού ύδατος, ούτω η ψυχή του αποκαλεί μεγαλοφώνως το
χρήμα, τον μοναδικόν πλούτον. Η αντίθεσις η υφισταμένη μεταξύ του
εμπορεύματος και της μορφής του αξίας, ωθείται κατά την διάρκειαν
της κρίσεως μέχρι του απροχωρήτου. Το ιδιαίτερον γένος του
νομίσματος δεν χρησιμεύει εις τίποτε. Η νομισματική ένδεια
παραμένει η αυτή, είτε πρόκειται περί πληρωμών εις χρυσόν ή εις
πιστωτικόν νόμισμα ή εις τραπεζογραμμάτια, επί παραδείγματι.

Εάν εξετάσωμεν τώρα το ολικόν ποσόν του νομίσματος του
κυκλοφορούντος εν δεδομένω χρονικώ διαστήματι, ευρίσκομεν ότι
γνωστής ούσης της ταχύτητος των μέσων κυκλοφορίας και των μέσων
πληρωμής, το νόμισμα ισούται προς το ποσόν των τιμών των υπό
πραγματοποίησιν εμπορευμάτων επί πλέον του ποσού των πληρωμών,
αίτινες έληξαν, μείον του ποσού των κυμαινομένων πληρωμών, τέλος
μείον της διπλής ή συχνής χρήσεως των ιδίων νομισμάτων, διά την
διπλήν λειτουργίαν ως μέσου κυκλοφορίας και μέσου πληρωμής. Επί
παραδείγματι ο χωρικός επώλησε τον σίτον του αντί 2 λουδοβ. τα
οποία ενεργούν ως μέσον κυκλοφορίας. Κατά την λήξιν της προθεσμίας
τα δίδει εις τον υφαντουργόν. Τώρα λειτουργούν ως μέσον πληρωμής.
Ο υφαντουργός αγοράζει δι' αυτών ένδυμα, εν τη αγορά δε ταύτη
λειτουργούν εκ νέου, ως μέσον κυκλοφορίας κ. ο. κ.

Δοθείσης της ταχύτητος της πορείας του νομίσματος, της οικονομίας
των πληρωμών και των τιμών των εμπορευμάτων, βλέπομεν ότι η μάζα
των εν κυκλοφορία εμπορευμάτων δεν αντιστοιχεί πλέον προς την
μάζαν του τρέχοντος νομίσματος εις περίοδόν τινα, μίαν ημέραν π.
χ. Κυκλοφορεί νόμισμα αντιπροσωπεύον εμπορεύματα προ πολλού
αποσυρθέντα εκ της κυκλοφορίας. Κυκλοφορούν εμπορεύματα, των
οποίων το εις νόμισμα ισοδύναμον δεν θα παρουσιασθή ή πολύ
αργότερον. Αφ' ετέρου, τα συναφθέντα δάνεια και τα λήξαντα τοιαύτα
είναι καθ' εκάστην μεγέθη τελείως ασύμμετρα.

Το πιστωτικόν νόμισμα έχει την άμεσον πηγήν του εν τη λειτουργία
του χρήματος, ως μέσου πληρωμής. Πιστοποιητικά βεβαιούντα δάνεια
συναφθέντα διά πωληθέντα εμπορεύματα κυκλοφορούν, το ίδιον με την
σειράν των, διά να μεταβιβάσωσιν εις άλλους τας πιστώσεις. Εφ'
όσον εκτείνεται το σύστημα της πιστώσεως, επί τοσούτον
αναπτύσσεται η λειτουργία, την οποίαν το νόμισμα πληροί ως μέσον
πληρωμής. Ως τοιούτον, ενδύεται, ιδιαιτέρας μορφάς υπάρξεως, εν
αις εισέρχεται εις την σφαίραν των μεγάλων εμπορικών συναλλαγών,
ενώ τα χρυσά και αργυρά νομίσματα απωθούνται εις την σφαίραν του
λιανικού Εμπορίου. Όσον αναπτύσσεται και εκτείνεται η εμπορική
παραγωγή, τόσον περιορίζεται εις την σφαίραν της κυκλοφορίας των
προϊόντων η λειτουργία του νομίσματος ως μέσου πληρωμής. Το
νόμισμα καθίσται το γενικόν εμπόρευμα των συμφωνητικών.

Αι πρόσοδοι, οι φόροι κ. λ. π. πληρωνόμενοι έως τότε εις είδος,
πληρώνονται σήμερον εις χρήμα. Γεγονός, το οποίον αποδεικνύει
μεταξύ άλλων πόσον η αλλαγή αύτη εξαρτάται εκ των γενικών συνθηκών
της παραγωγής είναι ότι η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δις απέτυχεν
αποπειραθείσα την άρσιν των χρηματικών φόρων. Η τεραστία δυστυχία
των αγροτικών πληθυσμών εν Γαλλία επί Λουδοβίκου του 14ου
περιγραφείσα με τόσον επιτυχίαν υπό του Boisguillebert και του
στρατάρχου Vauban κτλ, δεν προήρχετο μόνον εκ της αυξήσεως των
φόρων, αλλά και εκ της υποκαταστάσεως της φυσικής των μορφής διά
της νομισματικής των τοιαύτης. Εις την Ασίαν η έγγειος πρόσοδος
αποτελεί τα κύριον στοιχείον των φόρων και πληρώνεται εις είδος. Η
μορφή αύτη της προσόδου η βασιζομένη επί στασίμων σχέσεων
παραγωγής, διατηρεί τον παλαιόν τρόπον της παραγωγής. Τούτο είναι
ένα από τα μυστικά της διατηρήσεως της Τουρκικής Αυτοκρατορίας.
Όπως το ελεύθερον εμπόριον εισαχθέν εκ της Ευρώπης εις την
Ιαπωνίαν φέρει εις την χώραν την μετατροπήν της προσόδου — είδος
εις πρόσοδον — χρήμα, ούτω και η πρόγονος γεωργία της υπεβλήθη εις
οικονομικάς συνθήκας λίαν στενάς διά να δυνηθή να ανθέξη εις μίαν
τοιαύτην επανάστασιν. Εις εκάστην χώραν ορίζονται γενικαί τινές
προθεσμίαι, κατά τας οποίας ενεργούνται εις μεγάλην κλίμακα αι
πληρωμαί. Εάν τινές των προθεσμιών τούτων είναι καθαρώς
συμβατικαί, βασίζονται γενικώς επί των περιοδικών και
κυκλοφοριακών κινήσεων της παραγωγής συνδεομένων με τας περιοδικάς
μεταβολάς των εποχών κ.λ.π. Αι γενικαί αύται προθεσμίαι κανονίζουν
επίσης την εποχήν των πληρωμών, αι οποίαι δεν απορρέουν απ'
ευθείας εκ της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, όπως αι της προσόδου,
της ενοικιάσεως, των φόρων κ.λ.π. Η ποσότης του νομίσματος, την
οποίαν απαιτούν κατά τινας ημέρας του έτους, αι πληρωμαί αύται, αι
διασκορπισμέναι εφ' όλης της περιφερείας χώρας τινός προξενεί
περιοδικάς διαταράξεις, αλλά παντάπασιν ανωφελείς. Εκ του νόμου
περί της ταχύτητος των μέσων πληρωμής, εξάγεται ότι, δι' όλας τας
περιοδικάς πληρωμάς, οιαδήποτε και αν είναι η πηγή των, η αναγκαία
μάζα των μέσων παραγωγής είναι κατ' αντίστροφον λόγον του μήκους
των περιόδων.

Η λειτουργία την οποίαν το χρήμα εκπληροί, ως μέσον πληρωμής
αναγκαιοί την συσσώρευσιν των απαιτουμένων ποσών διά τας ημέρας
της λήξεως, υπό μορφήν πλουτισμού. Η πρόσοδος της αστικής
κοινωνίας, αποβάλλουσα τον θησαυρισμόν, ως μορφήν πλουτισμού,
αναπτύσσει τούτον υπό την μορφήν της εφεδρείας των μέσων πληρωμής.

γ) Το παγκόσμιον νόμισμα.

Κατά την έξοδόν του εκ της εσωτερικής σφαίρας της κυκλοφορίας το
χρήμα αποβάλλει τας τοπικάς μορφάς, τας οποίας είχεν ενδυθή,
νομισματική μορφή, συμπληρωματικόν νόμισμα, τόπος τιμών, σημείον
αξίας, διά να επιστρέψη εις την αρχικήν του μορφήν, την μορφήν του
εις ράβδους ή μάζαν. Εις το εμπόριον μεταξύ εθνών,
πραγματοποιείται παγκοσμίως η αξία των εμπορευμάτων. Εκεί επίσης η
μορφή των αξία παρουσιάζεται υπό την μορφήν παγκοσμίου νομίσματος
— &νόμισμα του κόσμου&, όπως το ονομάζει ο James Stewart. Νόμισμα
της μεγάλης εμπορικής δημοκρατίας, όπως έλεγε μετ' αυτόν ο Α.
Smith. Εις την παγκόσμιον αγοράν και μόνον εκεί λειτουργεί το
νόμισμα εν όλη τη ισχύι του όρου, ως το εμπόρευμα του οποίου η
φυσική μορφή είναι συγχρόνως και γενικώς η κοινωνική ενσάρκωσις
της ανθρωπίνης εργασίας.

Εν τη εθνική περιοχή της κυκλοφορίας, έν μόνον εμπόρευμα δύναται
να χρησιμεύση ως μέτρον αξίας και κατά συνέπειαν ως μέτρον
νομίσματος. Επί της παγκοσμίου αγοράς βασιλεύει διπλούν μέτρον
αξίας, ο χρυσός και ο άργυρος.

Το παγκόσμιον νόμισμα εκπληροί τας τρεις λειτουργίας του μέσου
πληρωμής, του μέσου αγοράς, και γενικώς της κοινωνικής ύλης του
πλούτου. Όταν πρόκειται να κανονισθούν οι διεθνείς λογαριασμοί
κυριαρχεί η πρώτη λειτουργία εξ ου και η ονομασία του (Mercantile)
συστήματος. Ο χρυσός και ο άργυρος χρησιμοποιούνται κυρίως ως
μέσον αγοράς οσάκις η συνήθης ισορροπία, εν τη ανταλλαγή των ειδών
μεταξύ διαφόρων εθνών διαταράσσεται. Τέλος λειτουργούν ως απόλυτος
μορφή του πλούτου, όταν δεν πρόκειται πλέον, ούτε περί αγοράς,
ούτε περί πληρωμής, αλλά περί μεταφοράς πλούτου υπό μορφήν
εμπορεύματος, από μιας εις άλλην χώραν, μεταφοράς εμποδιζομένης
είτε συνεπεία ενδεχομένων της αγοράς, είτε λόγω του σκοπού, τον
οποίον θέλουν να επιτύχουν.

Εκάστη χώρα έχει ανάγκην ενός αποθεματικού ποσού, τόσον διά το
εξωτερικόν εμπόριόν της, όσον και διά την εσωτερικήν της
κυκλοφορίαν. Αι λειτουργίαι των αποθεμάτων τούτων, συνδέονται
όθεν, μερικώς μεν προς την λειτουργίαν του νομίσματος ως μέσου
κυκλοφορίας και πληρωμής διά το εσωτερικόν, μερικώς δε προς την
λειτουργίαν του ως παγκοσμίου νομίσματος. Εν τη τελευταία ταύτη
λειτουργία, το υλικόν νόμισμα, ήτοι ο χρυσός και ο άργυρος είναι
πάντοτε απαιτητόν. Διά τούτο ο James Stewart, διά να διακρίνη τον
χρυσόν και τον άργυρον από τους καθαρώς τοπικούς αντικαταστάτας
των, τους δίδει το όνομα money of the world.

Ο ποταμός με τα αργυρά και χρυσά κύματα, κέκτηται διπλούν ρεύμα·
αφ' ενός εκτείνεται από της πηγής του, εφ' ολοκλήρου της
παγκοσμίου αγοράς, ένθα αι διάφοροι εθνικαί περιοχαί τον
μετατρέπουν εις αναλογίας διαφόρους, διά να εισέλθη εις τας
διώρυγας της εσωτερικής κυκλοφορίας των, αντικαθιστά τα φθαρέντα
νομίσματά των, χορηγή την ύλην των ειδών πολυτελείας, και τέλος
στερεοποιείται υπό μορφήν θησαυρού. Η πρώτη αύτη διεύθυνσίς του
εντυπούται αυτώ υπό της χώρας ένθα τα εμπορεύματα ανταλλάσσονται
απ' ευθείας από τας πηγάς της παραγωγής των διά του χρυσού και
αργύρου. Συγχρόνως τα πολύτιμα μέταλλα κυκλοφορούν πανταχού άνευ
τέλους ή διακοπής, μεταξύ των σφαιρών κυκλοφορίας των διαφόρων
χωρών, η δε κίνησις αύτη ακολουθεί τας ακαταπαύστους διακυμάνσεις
του συναλλάγματος.

Αι χώραι, εις τας οποίας η παραγωγή ανήλθεν εις μέγαν βαθμόν
αναπτύξεως περιορίζουν εις το μίνιμουμ τους συσσωρευθέντας
θησαυρούς εις τα χρηματωκιβώτια των τραπεζών. Εκτός εξαιρέσεων
τινών η υπερεκχείλισις των αποθεμάτων τούτων, πολύ άνωθεν της
μέσης επιφανείας των, είναι σημείον στασιμότητος εν τη κυκλοφορία
των εμπορευμάτων ή σημείον διακοπής εν τη πορεία των μεταμορφώσεών
των.




ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΝ

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΣ ΕΙΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ




ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ IV.

Ο ΓΕΝΙΚΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ



Η κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι η αφετηρία του Κεφαλαίου.
Αναφαίνεται εκεί, ένθα η εμπορική παραγωγή και το εμπόριον έφθασαν
ήδη βαθμόν τινά αναπτύξεως. Η σύγχρονος ιστορία του κεφαλαίου
χρονολογείται από της δημιουργίας του εμπορίου και της αγοράς των
δύο κόσμων κατά τον δέκατον έκτον αιώνα.

Όταν μελετώμεν ιστορικώς το κεφάλαιον εν τη καταγωγή του, βλέπομεν
τούτο πανταχού να ορθούται έναντι της ιδιοκτησίας της γης, υπό
μορφήν χρήματος, είτε ως νομισματική περιουσία, είτε ως κεφάλαιον
εμπορικόν, είτε ως τοκοφόρον τοιούτον. Σήμερον, όπως και άλλοτε,
έκαστον νέον κεφάλαιον, ανέρχεται εις την σκηνήν, δηλαδή εις την
αγοράν, αγοράν των προϊόντων, αγοράν της εργασίας, αγοράν του
νομίσματος, υπό μορφήν χρήματος, χρήματος, όπερ διά των ιδιαιτέρων
μεθόδων, δέον να τροποποιηθή εις κεφάλαιον.

Το χρήμα εν τη ιδιότητί του ως χρήμα, και το χρήμα εν τη ιδιότητί
του ως κεφάλαιον, δεν διακρίνονται ευθύς αμέσως, ή εκ των διαφόρων
μορφών της κυκλοφορίας.

Η άμεσος μορφή της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι Ε — Χ — Ε,
μετατροπή του εμπορεύματος εις χρήμα και εκ νέου μετατροπή τούτου
εις εμπόρευμα, &πωλείν διά το αγοράζειν&.

Αλλά παρά την μορφήν ταύτην ευρίσκομεν άλλην τινα, όλως διάφορον,
την μορφήν

   Χ — Ε — Χ
   Χρήμα — Εμπόρευμα — Χρήμα,

μετατροπήν του χρήματος εις εμπόρευμα και εκ νέου μετατροπήν τούτο
εις χρήμα, &αγοράζειν διά το πωλείν&. Παν χρήμα το οποίον εν τη
κινήσει του διαγράφει τον τελευταίον τούτον κύκλον, μετατρέπεται
εις κεφάλαιον, καθίσταται κεφάλαιον, και είναι ήδη ως εκ της
κατευθύνσεώς του κεφάλαιον.

Ας παρατηρήσωμεν εγγύτερον την κυκλοφορίαν Χ — Ε — Χ, όπως η απλή
κυκλοφορία ούτω και αύτη διατρέχει δύο αντιθέτους φάσεις. Εν τη
πρώτη φάσει Χ — Ε, αγορά, το χρήμα μετατρέπεται εις εμπόρευμα. Εν
τη δευτέρα Ε — Χ, πωλήσει το εμπόρευμα μετατρέπεται εις χρήμα. Το
σύνολον των δύο τούτων φάσεων εκφράζεται διά της κινήσεως της
ανταλλασσούσης το νόμισμ

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/37098