Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Χαλιμά, Τόμος 3

by unknown · Greek · Gutenberg #36688 · 462,933 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Χαλιμά, Τόμος 3
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Χαλιμά, Τόμος 3


        
Release date: July 10, 2011 [eBook #36688]
                Most recently updated: March 19, 2012

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/36688

Credits: Produced by Sophia Canoni


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΧΑΛΙΜΆ, ΤΌΜΟΣ 3 ***




Produced by Sophia Canoni









Note: The tonic system has been changed from polytonic to
monotonic. The spelling of the book has not been changed
otherwise. Bold words are included in &. Footnotes have been placed at
the end of the book.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Η ορθογραφία του βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως
έχει. Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Οι
υποσημειώσεις των σελίδων έχουν τεθεί στο τέλος του βιβλίου.



Χ Α Λ I Μ Α


ΤΟΜΟΣ ΤΡΙΤΟΣ



ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΗΣΙΣ ΤΩΝ ΙΣΤΟΡΙΩΝ



&Εξακολούθησις της ιστορίας του βασιλέως Βεδρεδήν Λώλου, και του
βεζύρη του του Ταλμούχ, επονομαζομένου Μελαγχολικού.&



Αφού ο βεζύρης ο Ταλμούχ ετελείωσε την διήγησιν των συμβεβηκότων
του, ο βασιλεύς Βεδρεδήν Λώλος του είπεν· εγώ δεν θαυμάζω πλέον,
Ταλμούχ, που εσύ είσαι έτσι μελαγχολικός, επειδή και έχεις δικαίαν
αιτίαν· μα εις το να μου λες πως κανείς δεν είνε χωρίς θλίψιν,
έχεις άδικον μεγάλον και μάλιστα να στοχάζεσαι ότι ανάμεσα, εις
όλους τους ανθρώπους δεν θα ευρεθή ένας, που να είνε τελείως
ευχαριστημένος, εις αυτό σε βλέπω πως είσαι εις μέγα σφάλμα και
χωρίς να σου φέρω άλλους πολλούς εις παράδειγμα, που ζουν χωρίς
θλίψιν, είμαι βέβαιος ότι το βασιλόπουλον Σεήφ Μολτούχ, ο
αγαπημένος μου, να χαίρεται μίαν τελείαν ευτυχίαν. Εγώ δεν ηξεύρω
τίποτε, ω βασιλέα μου, απεκρίθη ο βεζύρης, μα με όλον τούτο που
αυτός φαίνεται πολλά ευτυχής, δεν ήθελα τολμήσει να σε βεβαιώσω,
ότι αυτός βεβαίως θα είνε έτσι. Θέλω να βεβαιωθώ, επάνω εις τούτο,
εφώναξεν ο βασιλεύς, διά να ιδώ την αλήθειαν, και να σε βγάλω
ψεύτην. Και εν τω άμα πού αυτά είπεν, έκραξεν ένα του Οφφικιάλον,
και τον επρόσταξεν, να υπάγη να του φέρη το βασιλόπουλον Σεήφ
Μολτούχ προς αυτόν.

Δεν απέρασε πολλή ώρα, και ο Μολτούχ ήλθεν έμπροσθεν εις τον
βασιλέα, ο οποίος του είπε· Βασιλόπουλο Μολτούχ, κάμε μου την
χάριν να μου ειπής, αν είσαι ευχαριστημένος εις την τύχην σου, ή
όχι. Αχ, βασιλέα μου, απεκρίθη ο Μολτούχ, το ύψος της βασιλείας
σου ημπορεί να καταλάβη αν είμαι ευχαριστημένος ή όχι. Εγώ όντας
υποκάτω εις το σκέπος σου, και γεμάτος από τες χάρες που πάντοτε
διαμοιράζεις εις του λόγου μου, δεν ημπορώ να είμαι αλλέως, παρά
πολλά ευχαριστημένος εις την τοιαύτην μου τύχην. Εις ετούτο είμαι
βέβαιος, απεκρίθη ο βασιλεύς· μα η επιθυμία μου είνε να μου ειπής,
αν κανένα πράγμα σου συγχίζει την ευτυχίαν διατί ο βεζύρης μου
λέγει, πως κανείς εις τον κόσμον δεν είνε, που να μην έχη κάποιαν
θλίψιν, που να συγχίζη την ανάπαυσίν του· διά τούτο, παρακαλώ σε
μίλησε με καθαρότητα και φανέρωσέ μου τα εσωτερικά σου πάθη.
Αυθέντη, λέγει τότε ο Σεήφ Μολτούχ, επειδή και το ύψος της
βασιλείας σου με προστάζει να ξεσκεπάσω τα έσω της καρδίας μου,
ιδού που της λέγω, ότι με όλες τες χάρες που λαμβάνω από την
βασιλείαν σου, και με όλον τον πλούτον, και τες απόλαυσες, που
έχω, γροικώ μίαν τόσην ανησυχίαν, που πολλά ανακατώνει την
ανάπαυσίν μου· έχω εις την καρδιά ένα σαράκι, που την τρυπά
ακαταπαύστως, και που δι' άκραν δυστυχίαν μου, μου κάνει το κακόν
μου χωρίς ιατρείαν· Ο βασιλεύς της Δαμασκού έμεινε πολλά
θαυμασμένος εις το να ακούση να μιλήση με τέτοιον τρόπον ο
αγαπημένος του, και εστοχάσθη μήπως και αυτουνού του αρπάχθη
καμμιά βασιλοπούλα ωσάν του βεζύρη του. Διηγήσου μου το λοιπόν
χωρίς άργητα, του λέγει, επειδή και η περιέργειά μου είναι μεγάλη
να ακούσω την ιστορίαν σου. Ο Μολτούχ υπήκουσε, και άρχισε να
διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.



&Ιστορία του Βασιλόπουλου Σεήφ Μολτούχ, και της Εικόνος της
Αλγεμάλ.&



Ηξεύρεις καλώτατα, που εγώ έλαβα την τιμή να φανερώσω της
βασιλείας σου, ότι είμαι υιός του απεθαμμένου Σουλτάνου της
Αιγύπτου, ονομαζομένου Μπεν Σεφοβάν, και αδελφός του Σουλτάνου που
εις την Αίγυπτον βασιλεύει την σήμερον· επειδή ωσάν μεγαλύτερός
μου έλαβε τον θρόνον του πατρός μου. Εγώ οπόταν ήμουν δέκα έξ
χρόνων ηύρα κατά τύχην μίαν ημέραν τον θησαυρό του πατρός μου
ανοικτόν και εμβαίνοντας μέσα άρχισα να στοχάζωμαι με επιμέλειαν
τα όσα πολύτιμα και εξαίρετα πράγματα εκεί ευρίσκοντο. Και ανάμεσα
εις τα άλλα βλέπω μίαν κασσελοπούλαν εγκοσμημένην με διάφορα
πετράδια απ' έξω, και είχε ένα κλειδί χρυσό. Εγώ διά περιέργειάν
μου το ανοίγω, και μέσα εις αυτό βλέπω ένα δακτυλίδι μιας εξαισίας
ωραιότητος, και ένα κουτάκι χρυσό, εις το οποίον ήτο κλεισμένη μια
εικόνα γυναικός. Την θεωρώ με στοχασμόν, και βλέπω που ήτο μια
ζωγραφιά πολλά τελεία και εξαίρετος, που η φύσις εστοχαζόμουν, δεν
ήθελε κάμει μίαν τέτοιαν ωραίαν γυναίκα, ωσάν εκείνην, που
έδειχνεν η εικόνα· οι οφθαλμοί μου δεν εξεκολλούσαν από εκείνην
την ζωγραφιά, τόσον που μου επροξένησεν έρωτα. Εστοχάσθην ότι
εκείνη θα ήτον εικόνα καμμιάς βασιλοπούλας που θα εζούσε, και
εβεβαιωνόμουν με τρόπον, που έγινα πλέον ερωτικός. Έκλεισα το
κουτί, και το έβαλα εις τον κόρφον μου, ομού και το δαχτυλίδι που
μου άρεσε, και τα επήρα και εβγήκα από τον θησαυρό.

Είχα ένα μυστικόν μου φίλον, ονόματι Σαέδ· αυτός ήτον υιός ενός
μεγάλου αυθέντου από την Αίγυπτον. Εγώ τον αγαπούσα επειδή και ήτο
συνομίληκός μου· του εδιηγήθηκα εκείνο που μου εσυνέβη· μου
εζήτησε την εικόνα και του την έδωσα. Αυτός ερευνώντας την, μήπως
και είχε κανένα γράμμα που να φανερώνη τίνος μορφή ήτον, ευρίσκει
που ολόγυρα εις το κουτί από μέσα ήτον γραμμένα ετούτα τα λόγια
εις χαρακτήρα Αραβικόν «Αλγεμάλ, θυγατέρα του βασιλέως Καχβάλ».
Ετούτη η είδησις με ευχαρίστησε μεγάλως, και έβαλα ευθύς τον Σαέδ
διά να εξετάση εις ποίον μέρος της γης θα ευρίσκεται αυτό το
βασίλειον Καχβάλ. Αυτός με όλες τες εξέτασες που έκαμε, κανείς δεν
ημπόρεσε να του ειπή· εις τρόπον που απεφάσισα να ταξειδεύσω και
να γυρίσω όλον τον κόσμον, αν έκανε χρεία και να μην γυρίσω εις
την Αίγυπτον, αν πρώτον δεν ήθελα εύρει την ωραίαν Αλγεμάλ· όθεν
ευθύς επερικάλεσα τον Σουλτάνον πατέρα μου διά να μου δώση θέλημα
να υπάγω εις το Μπαγδάτ, διά να ιδώ την αυλήν του Καλίφ, και τα
θαυμάσια της αυτής χώρας. Αυτός έκλινεν εις την ζήτησίν μου. Και
ούτως επήρα τον Σαέδ και δύο σκλάβους πιστούς μου, και εμίσευσα
από την Αίγυπτον.

Έβαλα ευθύς το δακτυλίδι το θαυμαστόν εις το χέρι μου· και δεν
έκανα άλλο εις το ταξείδι παρά να συνομιλώ με τον Σαέδ διά την
ευμορφιά της βασιλοπούλας, που επηγαίναμεν ζητώντας. Φθάνοντας δε
εις το Μπαγδάτι, επήγα ευθύς και ερώτησα τους εκεί σοφούς, διά να
μου ειπούν εις ποίον μέρος της γης θα ευρίσκετο το βασίλειον
Καχβάλ· μα κανείς δεν ημπόρεσε να ηξεύρη να μου το ειπή, έξω από
έναν που μου είπεν, ότι αν θέλω να μάθω το πού είνε, πρέπει να
υπάγω εις την Μπάσρα και εκεί είνε ένας γέρων πολλά σοφός, και
αυτός ημπορεί να μου φανερώση το που είνε. Εμίσευσα ευθύς από το
Μπαγδάτι, και ήλθα εις την Μπάσρα, επήγα ζητώντας διά αυτόν τον
γέροντα και ερωτώντας τον δι' αυτήν την υπόθεσιν, μου είπεν, ότι
ακουστά έχω πως αυτό το βασίλειον θα ευρίσκεται εις ένα νησί μέσα
εις τες Ινδίες τες βαθειές, μα δεν ημπορώ να σε βεβαιώσω, ανίσως
και είνε αλήθεια ή όχι. Ευχαρίστησα τον γέροντα, που μου έδωσε
κάποιαν είδησιν δι' αυτόν τον τόπον και ελπίζοντες διά να τον
εύρωμεν επήγαμεν εις το παραθαλάσσιον της αυτής χώρας Μπάσρας, και
εκεί ευρίσκοντες ένα καράβι πραγματευτάρικον που ήτον διά τες
Ινδίες, εμβήκαμεν μέσα εις αυτό, και μετά δύο ημέρες εμίσευσεν από
εκείνον τον λιμένα. Την πρώτην ημέραν ελάβαμεν ένα πολλά
ευτυχισμένον αέρα, και εκάμαμεν πολλήν στράταν· μα την δευτέραν
ημέραν ο αέρας άλλαξε, και έγινε τόσον σκληρός που επροξένησε μίαν
μεγαλωτάτην φουρτούνα, τόσον που οι ναύται έχασαν όλην τους την
ελπίδα, και άφησαν το τιμόνι, διά να υπάγη το καράβι εις την
διάκρισιν του αέρος, και εστάθη ένα θαύμα που δεν
εκαταποντισθήκαμεν. Τέλος πάντων προς το βράδυ εφθάσαμεν με αυτήν
την φουρτούνα εις ένα νησί πλησίον εις τες Μαλδίβες.

Αυτό το νησί μας εφάνη ότι ήτον έρημον· εστεκόμασθε διά να βάλωμεν
ποδάρι εις την γην, και να έμβωμεν εις τον λόγγον διά να κάμωμεν
ξύλα οπόταν ένας ναύτης, παλαιός από αυτά τα ταξείδια μας έδωσε
την είδησιν, ότι εις αυτό το νησί κατοικούν Άραβες ειδωλολάτραι
που ελάτρευαν έναν όφιν, του οποίου έδιναν να τρώγη όσους ξένους,
που η κακή τους τύχη τους ήθελε ρίξει εις τας χείρας τους. Ο
Καπετάνιος που εγνώριζε τον ναύτην άνθρωπον πιστόν, το επίστευσε,
και επρόσταξεν ότι κανείς να μην έβγη έξω, παρά να σταθούμεν εις
το καράβι εκείνην την νύκτα, και το ταχύ πριν να ξημερώση να
μισεύσωμεν από ένα τόπον τόσον κινδυνώδη. Αυτή η απόφασις ήτον η
πλέον καλύτερη, εάν την εβάνονταν εις έργον ευθύς και αν
εμισεύαμεν εκείνην την ίδιαν βραδυάν. Επειδή προς το μέσον της
νυκτός επλακωθήκαμεν αιφνιδίως από έναν μέγαν αριθμόν Μαύρων, οι
οποίοι εμβήκαν εις το καράβι μας, και φορτώνοντές μας σίδηρα μας
έφεραν εις τες κατοικίες τους.

Ερχομένης δε της ημέρας, αυτοί οι Μώροι μας έφεραν εις μίαν τένταν
μεγάλην, εις την οποίαν είχε την κατοικίαν του ο βασιλέας τους.
Αυτοί μας επαράστησαν έμπροσθεν του βασιλέως, ο οποίος είχε τον
θρόνον του καμωμένον από τσόφλια στρειδιών και αχιβαδιών, και
εφαίνονταν πως ήτον ωσάν μέσα εις ένα σπήλαιον. Αυτός ο βασιλεύς
ήτον ένας Αράπης πολλά άσχημος, μέγας ωσάν ένας γίγαντας, και
εφαίνετο καθολικά ωσάν ένα δαιμόνιον. Σιμά εις αυτόν εκάθητο η
θυγατέρα του, η βασιλοπούλα, η οποία ήτον έως χρόνων τριάκοντα,
και σχεδόν ήτον παρόμοια εις όλα ωσάν τον πατέρα της. Αυτός ο
βασιλεύς Μώρος έλαβε πολλήν χαράν εις την απόκτησίν μας· και αφού
έδωσε μεγάλα χαρίσματα εκείνων που μας έπιασαν, επρόσταξε τον
βεζύρην του διά να μας φυλακώση· και κάθε ημέραν να δίδη ένα από
ημάς εις φαγί του όφεως ειδώλου τους, που ελάτρευον. Ο βεζύρης τον
υπήκουσε, και μας επήρε και μας έφερεν εις μίαν τένταν, που
εχρησίμευε διά φυλακή, και έκαμε να μας δώσουν κεχρί, ρίζι, και
άλλα φαγητά διά να γενούμε παχύτεροι διά την θυσίαν.

Την ακόλουθον ημέραν έρχονται δύο Μώροι, και παίρνουν έναν από
τους συντρόφους μας και τον έφεραν του όφεως. Εξαναγύρισαν την
άλλην ημέραν και έκαμαν το ίδιον· και με τοιούτον τρόπον
ακολούθησε κάθε ημέραν έως που έφθειραν όλους, έξω από εμένα και
τον Σαέδ. Ημείς δεν αναμέναμεν άλλο, παρά την ιδίαν κατάστασιν των
συντρόφων μας· και ακαρτερούσαμεν την ερχομένην ημέραν με μεγάλα
παράπονα διά να πάρουν ένα από ημάς διά να μας αποτελειώσουν.
Έφθασαν το λοιπόν το ερχόμενον ταχύ οι συνειθισμένοι δύο Μώροι,
και μου κάνουν νεύμα διά να τους ακολουθήσω. Εγώ έμεινα ώσπερ
νεκρός εις τέτοιαν είδησιν, και γυρίζω προς τον Σαέδ διά να του
δώσω τον τελευταίον χαιρετισμόν. Ημείς εμείναμεν και οι δύο
άφωνοι· και δεν ημπορούσαμεν ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος, από το
παράπονόν μας να βγάλωμεν ένα λόγον από το στόμα μας, παρά από τα
σχήματα των οφθαλμών μας εφανερώναμεν τον πόνον του χωρισμού μας.

Οι Μώροι με έφεραν υποκάτω εις μίαν μεγάλην τένταν, εις την οποίαν
ελόγιαζα να γένω θυσία· μα μία Μώρα γυναίκα, που εφανερώθη
έμπροσθέν μου, εδιάλυσε αυτόν τον φόβον· μη φοβάσαι, ω νέε, μου
λέγει αυτή· εσύ δεν συναπαντάς την τύχην των συντρόφων σου· η
βασιλοπούλα Ουσνάρα, κυρία μου, σου φυλάττει μίαν καλυτέραν· εγώ
δεν σου μιλώ τίποτε, διατί αυτή η ίδια θέλει σου φανερώσει την
καλήν σου τύχην· εγώ είμαι η πιστή της σκλάβα, και έχω θέλημα, να
σε εμβάσω εις τον οντά της, εκεί που αυτή με μεγάλην ανυπομονησίαν
σε καρτερεί. Εις αυτά τα λόγια της σκλάβας οι δύο Μώροι, που με
εφύλαγαν με άφησαν, και αναμέρισαν, και η σκλάβα με παίρνει από το
χέρι, και με φέρει εκεί που η κυρία της μας εκαρτερούσεν, η οποία
εκάθονταν επάνω εις ένα σωρόν από τομάρια των αγρίων θηρίων, τα
οποία εχρησίμευαν διά θρόνον της. Αυτή η βασιλοπούλα είχε το
πρόσωπόν της πρασινόμαυρον, τα μάτια βαθουλωτά και μικρότατα, την
μύτην πλακωτήν και πλατειάν, το στόμα μέγα, τα χείλη χονδρά και
κρεμασμένα, και τα δόντια κίτρινα ωσάν το κεχριμπάρι, τα μαλιά της
ήταν κοντά, κατσαρά και μαύρα ωσάν το μελάνι, εις το κεφάλι της
είχε μίαν σκούφιαν από πανί κίτρινον, κεντημένην με κόκκινον
γνέμα, και εις την κορυφήν είχεν ένα σεργούτσι από πτερά διαφόρων
χρωμάτων· το φόρεμά της ήτον ένα τομάρι από τίγριν, και την
εσκέπαζεν από τις πλάτες έως τους πόδας.

Πλησίασε ω νέε, αυτή μου λέγει, έλα να καθήσης κοντά μου, έχω να
σου μιλήσω πράγματα που θέλει σε χαροποιήσουν, διά το άντεμα που
έκαμες εις τας χείρας του βασιλέως πατρός μου· Εγώ αφού και την
επροσκύνησα, επήγα και εκάθησα κοντά της. Τότε αυτή ακολουθώντας
την ομιλίαν της μου λέγει· Εσύ, στοχάζομαι πως έχεις μίαν μεγάλην
ανυπομονησίαν διά να μάθης εκείνο που έχω να σου μιλήσω, και σε
συμπαθώ· μα σαν μάθης, ελπίζω πως θα χαρής μεγάλως· ήξευρε λοιπόν
ότι αφόντις και σε είδα, έλαβα μεγάλην κλίσιν διά εσένα και
σπλάγχνος· και όχι μόνον αποφάσισα διά να σου φυλάξω την ζωήν,
αλλά επιθυμώ διά να σε κάμω και αγαπητικόν μου, και σε προτιμώ από
τους πρώτους αξιωματικούς της αυλής του πατρός μου, που είνε
συστημένοι διά τες νοστιμάδες μου.

Αυτή η φανέρωσις που αυτή μου έκαμε, μου επροξένησε μίαν
αντράλωσιν, που δεν ήξευρα τι να αποκριθώ, επειδή και αν
εκαταφονούσα την ζήτησίν της εφοβούμουν να μην την θυμώσω και με
θανατώση· όθεν έστεκα χωρίς να ηξεύρω τι να είπω. Βλέποντας αυτή
ότι εγώ δεν αποκρινόμουν, και μάλιστα που ευρισκόμουν σκοτισμένος,
μου είπεν· αγρικώ, ω νέε, ότι η μεγάλη μου ευμορφιά είνε εκείνη,
που σε κάνει να μείνης εκστατικός, χωρίς να ημπορής να προφέρης
λόγον και μάλιστα που να με βλέπης να καταδεχθώ διά να σε εκλέξω
διά αγαπητικόν μου· και χωρίς αμφιβολίαν καταλαμβάνω, ότι η σιωπή
σου προέρχεται από το άκρον της χαροποιήσεώς σου, διά το οποίον
έχω περισσοτέραν ευχαρίστησιν, παρά που να μου το ήθελες φανερώσει
με τους λόγους του στόματός σου. Και εις την τελείωσιν τούτων των
λόγων μου έδωσε το χέρι της να της το φιλήσω διά σημείον της
ευχαριστήσεως που μου εφύλαγεν.

Ήτον αυτή τόσον βεβαία, ότι εγώ θα ετρώθηκα από τα κάλλη της που
δεν εκαταλάμβανε τον κακοφανισμόν και την αναγουλίασιν που τα
λόγια της μου επροξενούσαν. Και ωσάν της εφίλησα το χέρι, μου
λέγει ότι λογής και αν είνε η φαιδρότης της κλίσεώς μου, που διά
σε προσφέρω, δεν ημπορώ να κάμω αλλέως, παρά ετούτην την νύκτα θα
δώσω τελείωσιν της ευτυχίας σου, διά να σε στεφανωθώ· υπάγω το
λοιπόν διά να εύρω τον βασιλέα πατέρα μου διά να τον παρακαλέσω να
σου χαρίση την ζωήν, τόσον εσένα, ωσάν και του συντρόφου σου·
επειδή και η Μυρόφια η εμπιστευμένη μου σκλάβα, δείχνει και αυτή
πολλήν κλίσιν αγάπης προς αυτόν. Ως τόσον ύπαγε, ω αγαπημένε μου
νέε, εις την τένταν σου να ησυχάσης, και να φέρης και του
συντρόφου σου την χαροποιάν είδησιν, που μέλλει να πάρη την
αγαπημένην μου σκλάβαν εις γυναίκα· χαρήτε ανάμεσόν σας και
ευχαριστείτε την τύχην σας, που αντί να επιτύχετε την συμφοράν των
συντρόφων σας, επιτυχαίνετε την μεγαλυτέραν ευτυχίαν του κόσμου.

Τότε εγώ ευχαρίστησα την βασιλοπούλαν Ουσνάραν διά τες ευεργεσίες
της, με όλον που ήμουν αποφασισμένος καλύτερον να αποθάνω, παρά να
κλίνω εις την θέλησίν της· και ένας Μώρος, που απ' αυτήν εκράχθη,
με εσυντρόφευσεν εις την τένταν μου. Δεν ημπορώ να διηγηθώ, τι
λογής ήτον η χαροποίησις του Σαέδ, οπόταν με είδεν. Αχ, εγώ σε
ξαναβλέπω, ω ακριβόν μου βασιλόπουλο εφώναξεν αυτός, εγώ ήμουν
αποφασισμένος πως δεν ήθελα ιδεί πλέον το πρόσωπόν σου· επίστευα
ότι βάρβαροι σε είχαν ως τώρα θυσιάσει, και ότι ο φοβερός όφις σε
είχε καταλύση· είνε δυνατόν να μου ξαναπιστρέφης, και έρχεσαι να
μου σφουγγίσης τα δάκρυα, που διά την αγάπην σου έχυσα; Ναι, ω
Σαέδ, του είπα και σου ομολογώ, ότι εις το χέρι μου στέκει να ζήσω
και να αποθάνω. Αχ αυθέντη, αντίκοψε, ο Σαέδ με θερμότητα, ημπορώ
να πιστεύσω βεβαίως, ότι ημπορείς να γλυτώσης από τον θάνατον;
πόσην ευχαρίστησιν μου προξενεί ετούτη η είδησις που μου δίδεις.
Εγώ τίποτε δεν σου λέγω που να μην είνε αληθινόν, του απεκρίθηκα·
μα δεν ηξεύρεις με ποίαν τιμήν ημπορώ να φυλάξω την ζωήν μου, και
οπόταν θέλεις μάθει τα πάντα, δεν ηξεύρω αν θα χαρής τόσον· επειδή
και στοχάζομαι πως θέλεις με εύρει πλέον άξιον θλίψεως, καθώς και
αν ήθελα χάσει την ζωήν. Τότε του εδιηγήθηκα την γνώμην της
θυγατρός του βασιλέως των Μώρων, που μου εφανέρωσε με όλα τα
ακόλουθα.

Ομολογώ, μου λέγει ο Σαέδ, αφού και με αφηκράσθη, πως είνε μία
μεγάλη θλίψις να θεωρηθής ανάμεσα εις τες αγκάλες μιας παρομοίας
τερατώδους αγαπητικιάς· με δίκαιον τρόπον είνε η κλίσις σου τόσον
εναντία εις την θέλησιν αυτής, η γνώμη μου συμφωνεί με την εδικήν
σου, μα την ζωήν σου πρέπει να την προτιμήσης περισσότερον από
κάθε τι· στοχάσου πόσον θλιβερόν είνε να χαθής εις τέτοιαν ηλικίαν
που ευρίσκεσαι· κάμε μίαν απόφασιν εις του λόγου σου, ω αγαπημένον
μου βασιλόπουλο, και προτίμησε την ζωήν σου καλύτερον από τον
θάνατον. Ω Σαέδ, εφώναξα εις τούτα τα λόγια, τι συμβουλή είνε αυτή
που μου δίδεις; πιστεύεις εσύ ότι εγώ θα ημπορέσω να το δεχθώ
αυτό; ας ιδούμεν αν είσαι εσύ καλός να κάμης εκείνο που τους
άλλους παρακινείς, επειδή και σου δίδω την είδησιν, ότι και εσύ
παρομοίως είσαι εις την ιδίαν κατάστασιν· η σκλάβα, η αγαπημένη
της βασιλοπούλας, έχει την ίδιαν θέλησιν εις εσένα, καθώς η κυρά
της εις εμένα, και θέλει να σε στεφανωθή· αυτή δεν είνε ολιγώτερον
άσχημη από την κυράν της· αγροικιέσαι έτοιμος εις το να
ανταποκριθής εις τα χάδια, που μέλλει να σου κάμη ετούτην την
νύκτα, οπόταν κοιμηθήτε αντάμα;

Ο Σαέδ έμεινεν ακίνητος εις ταύτα τα λόγια. Δίκαιε ουρανέ,
εφώναξε, τι ακούω, η σκλάβα εκείνη, η ασχημοτάτη σκλάβα της
βασιλοπούλας, θέλει να ζήσω δι' αυτήν; αχ καλύτερον το έχω να με
θυσιάσουν ωσάν τους συντρόφους μου, παρά ότι εγώ να ανταποκριθώ
εις την θέλησίν της. Ομολογείς το λοιπόν εσύ, του αποκρίθηκα ότι
είσαι ευχαριστημένος να αποθάνης, παρά να ζήσης διά μίαν άσχημον
σκλάβαν. Διατί όμως με αναγκάζεις εμένα να συγκλίνω εις την
θέλησιν της βασιλοπούλας, και ότι εμπρός εις την ζωήν δεν πρέπει
να κυττάζη κανείς τίποτε, διατί δεν κάμνεις τώρα εσύ εκείνο που με
ερμηνεύεις; Σου δίδω κάθε δίκαιον, μου απεκρίθη αυτός, και γνωρίζω
πως έσφαλα εις τα όσα σου είπα· και το ευρίσκω εύλογον, ότι είνε
καλύτερον να χαθώμεν και οι δύο, παρά να κλίνωμεν εις την αγάπην
δύο υποκειμένων τόσον ασχημοτάτων. Αποφασισμένοι το λοιπόν και οι
δύο ν' αποθάνωμεν καλύτερον, παρά να ζήσωμεν με τέτοια υποκείμενα,
εκαρτερούσαμεν να έλθη η νύκτα με ανυπομονησίαν διά να τους
δώσωμεν να καταλάβουν το μέγα μίσος μας προς αυτές που έχομεν·
καλύτερον ποθούμεν να αποθάνωμεν, παρά να κλίνωμεν εις τας
θελήσεις τους· τόσον είμεθα απελπισμένοι.

Φθάνοντας λοιπόν η νύκτα, οι δύο Μώροι ήλθαν και μας επήραν, και
μας έφεραν εις την τέντα της βασιλοπούλας. Αυτή με την σκλάβαν της
μας εδέχθησαν με μεγάλην χαράν, αι οποίες εκάθονταν εξαπλωμένες
επάνω εις τομάρια βαλμένα κατά γης. Έλα να καθήσης σιμά μου, μου
λέγει η Ουσνάρα, και ο σύντροφός σου ας καθήση σιμά εις την
Μυρόφιαν, την σκλάβαν μου. Εμείς εκαθήσαμεν με τα πρόσωπα
κρεμασμένα, χωρίς να μιλήσωμε λόγον. Τι στέκεσθε έτσι σκυθρωποί,
μας λέγει η Ουσνάρα, και δεν στέκεσθε χαροποιοί, διά την μεγάλην
σας ευτυχία; ή έχετε εντροπήν να μιλήσετε; εγώ σας δίδω κάθε
άδειαν διά να μιλήσετε με ελευθερίαν, και να ξηγηθήτε την αγάπην
σας που προς ημάς φέρνετε. Ημείς τότε μην ημπορούντες να
υποφέρωμεν, με ολίγα λόγια, τες εδώσαμεν να καταλάβουν, πως χάνουν
τον καιρόν τους άκαιρα, αν ελπίζουν πως ημείς θα κλίνωμεν εις την
θέλησίν τους. Τα λόγια μας ευθύς επροξένησαν το αποτέλεσμά τους·
και βλέπομεν τες κυρές μας να αλλάξουν τες μορφές των εις μίαν
στιγμήν. Αυτές δεν μας εκύτταξαν πλέον, παρά με οφθαλμούς γεμάτους
από θυμόν· Αχ, τρισάθλιοι, εφώναξεν η θυγατέρα του βασιλέως, με
τέτοιον τρόπον ανταποκρίνεστε εις τες ευεργεσίες μου; δεν
ηξεύρετε πόσην ζημίαν ημπορώ να σας κάμω εις μίαν στιγμήν;
αχάριστε, μου λέγει εμένα, έχεις τόσην τόλμην να λάβης τόσον
ολίγον σέβας εις τα σημεία της αγάπης που σου εφανέρωσα; τι
ευρίσκεις εσύ εις εμένα, που να ημπορή να σου προξενήση
εναντίωσιν; έχω εγώ κανένα έγκλημα επάνωθέν μου, που να σε κάμη
να με μισήσης;

Εις το προσφώνημα τούτων των λόγων, αυτή σηκώνεται πολλά θυμωμένη,
και λέγει προς την σκλάβαν της· ας ξεδικηθούμεν εναντίον τούτων
των τρισαθλίων, που ετόλμησαν να καταφρονήσουν την θέλησίν μας και
την τιμήν που ετοιμάζομεν· αυτοί είναι από εκείνο που βλέπω,
ανάξιοι να ζήσουν απάνω εις την γην· ας αποθάνουν λοιπόν οι
αχάριστοι και ουτιδανοί· κράζε τους Μώρους διά να έλθουν να τους
υπάγουν εις τον όφιν, διά να γένουν βρώμα του· μα τι λέγω; αν
αυτοί δοθούν εις φαγί του όφεως, ο θάνατος τους θέλει φανή τίποτε
ότι ένας ογλήγωρος θάνατος είνε μία αγαλλίασις των δυστυχεστάτων·
ας ζήσουν και οι δύο διά να υποφέρουν μακρυνές τυραννίες, θέλω να
σταλούν διά να αλέθουν κεχρί· εις την οποίαν δούλευσιν πρέπει να
στέκωνται ημέραν και νύκτα χωρίς ανάπαυσιν και μία ζωή τόσον
κοπιαστική με θέλει ξεδικήσει καλύτερον, παρά ο θάνατός τους. Εις
ετούτα τα λόγια αυτή επρόσταξε τους δύο Μώρους διά να μας
υπάγουν εις τους χειρομύλους, με προσταγήν να μη μας δώσουν μίαν
ώραν ανάπαυσιν, αλλά να δουλεύωμεν ακαταπαύστως, το οποίον και
έγινεν. Εκατασταθήκαμεν το λοιπόν να γυρίζωμεν τους μύλους διά να
αλέθωμεν το κεχρί· και δεν έφθανεν αυτός ο κόπος που είχαμεν, μα
οι άνομοι Μώροι ωσάν μας έβλεπαν που επαίρναμεν ολίγην αναπνοήν,
μας εφόρτωναν τόσες ξυλιές που πολλές φορές εμέναμεν
λιποθυμημένοι. Ετούτη η ζωή ήτον πολλά σκληρή διά ημάς, επειδή δεν
είμεθα μαθημένοι διά παρομοίους κόπους.

Μίαν ημέραν εκείνοι οι άνομοι Μώροι μας άφησαν μίαν μεγαλωτάτην
ποσότητα από κεχρί, λέγοντάς μας. Ημείς υπάγομεν εις τον βωμόν του
όφεως και εις τον γυρισμόν μας θέλομεν να εύρωμεν αυτό το κεχρί
αλεσμένον, ειδεμή εσείς θέλετε το ηξεύρει. Απομνήσκοντας το λοιπόν
ημείς μοναχοί λέγω του Σαέδ· εις τούτο το αναμεταξύ που αυτοί
λείπουν ας κερδίσωμεν τον καιρόν που έχωμεν, και ας φύγωμεν το
συντομώτερον, διά να ημπορέσωμεν να φθάσωμεν το παραθαλάσσιον,
μήπως και εκεί εβρούμεν κανένα πλοίον, να γλυτώσωμεν από τούτον
τον κινδυνότοπον, και αν δεν επιτύχωμεν κανένα πλοίον, θέλομεν
ριχθή εις την θάλασσαν και πιστεύω πως θέλει μας είνε πλέον γλυκύ
να χαθούμεν εις τα κύματα, παρά να κάνωμεν αυτήν την σκληράν ζωήν.
Αυτή η γνώμη ήρεσε του Σαέδ, και ευθύς εμισεύσαμεν εις το
παραθαλάσσιον. Θεωρούμεν εκεί ότι ήτον ένα πλοιάριον ενός ψαρά
Μώρου, δεμένον εις ένα παλούκι· ημείς με ογληγωρότητα το λύομεν,
και εμβαίνοντας μέσα εξεμακρύναμεν πολλά απ' εκεί, κουπίζοντας με
δύο ξύλα· ευρεθήκαμεν εις πλατειάν θάλασσαν, και εχάσαμεν το νησί
από τα μάτια μας πριν έλθη η νύκτα. Ευχαριστήσαμεν τον Ουρανόν που
μας ελευθέρωσε, και ήτον τόση η χαρά μας, ωσάν να ήμασθε εις ένα
ασφαλή λιμένα, με όλον που ευρισκόμασθε εις την μέσην της θαλάσσης
χωρίς καμμιάς λογής φαγητόν και πιοτόν και το αδύνατον πλοιάριον
που μας έφερεν ήτον εις κάθε στιγμήν εις κίνδυνον διά να μας
αναποδογυρίση.

Αφού και επλεύσαμεν εκείνην όλην την νύκτα χωρίς να ηξεύρομεν που
πηγαίνομεν, τα ξημερώματα βλέπομεν ένα μικρόν νησί και εβγήκαμεν
εις την γην. Εμείναμεν όμως με θαυμασμόν εις το να θεωρήσωμεν
πολλά δένδρα φορτωμένα από ωραιοτάτους καρπούς, και πολύ
περισσότερον οπόταν τα εγευθήκαμεν· έπειτα ωσάν αναπαυθήκαμεν
ολίγον, εδέσαμεν το πλοίον μας εις ένα παλούκι και εκινήσαμεν διά
να περιπατήσωμεν το νησί. Εγώ δεν είδα ποτέ ένα τόπον έτσι
χαριέστατον· εκεί εβλέπαμε ρεύματα από νερά γλυκά, και κάθε λογής
οπωρικά, ομοίως και ωραιότατα λουλούδια.

Εκείνο που μας έκανε να θαυμάζωμεν περισσότερον ήτον ότι αυτό το
νησί δεν ήτον κατοικημένον και μας εφαίνετο πολλά παράξενον, ότι
ένας τέτοιος καρποφόρος τόπος θα ευρίσκετο χωρίς ανθρώπους. Και
εκεί που εστοχαζόμεθα τοιούτης λογής ο Σαέδ μου λέγει· Αυθέντη
μου, εγώ στοχάζομαι ότι μη όντας κατοικημένον ετούτο το νησί, είνε
ένα σημείον ότι δεν ημπορεί να σταθή κανείς εδώ· αυτό θέλει έχει
κανένα πράγμα που το κάνει ακατοίκητον. Αλλοίμονον εις εμέ· οπόταν
ο δυστυχής Σαέδ έτσι ωμιλούσε δεν επίστευα ότι λέγει τόσον καλά
την αλήθειαν. Ημείς το λοιπόν απεράσαμεν την ημέραν εις
χαροποίησιν, και εις περιδιάβασιν· και φθάνοντας η νύκτα
εκαθήσαμεν επάνω εις τα χόρτα που είχαν χίλιων λογιών λουλούδια
και εκεί αποφασίσαμεν να ξενυκτήσωμεν αποκοιμηθήκαμεν με ένα πολλά
γλυκύτατον ύπνον· μα οπόταν εξύπνησα έμεινα εκστατικός εις το να
ευρεθώ μονάχος· έκραξα πλέον παρά μίαν φοράν τον Σαέδ, και με το
να μη μου αποκρίνετο, εσηκώθηκα διά να τον γυρεύσω, και ύστερον
που επερπάτησα ζητώντάς τον αρκετήν ώραν, εξαναγύρισα εις τον
ίδιον τόπον που είμασθε κονευμένοι, στοχαζόμενος μήπως και ήθελεν
ήτον εκεί. Εγώ ματαίως τον εκαρτέρεσα εκεί όλην εκείνην την
ημέραν, και την ερχομένην νύκτα· τότε απελπιζόμενος διά να τον
ξαναϊδώ, έκαμα να αντηχολογήση το νησί από τα παράπονά μου και από
τα μεγάλα μου κλάματα. Αχ ακριβέ μου Σαέδ, εφώναζα κάθε στιγμήν,
πού είσαι τον καιρόν που σε είχα συντροφιά, και με εσυμβοηθούσες
να φέρω το βαρύ φορτίον της εναντίας μου τύχης, και να με
ελαφρώνης από τα βάσανα; με απαράτησες, διά ποίαν δυστυχίαν, ή
διά ποίαν μαγείαν μου αρπάχθης από το πλευρόν μου, ποία δύναμις
από εκείνην των Μώρων πλέον βάρβαρος μας απεχώρισεν; ήθελε μου
ήτον πλέον γλυκύ να ήθελα αποθάνει μαζί σου, παρά που να ζήσω
μοναχός, και χωρίς την συντροφιά σου.

Εγώ δεν ημπορούσα να παρηγορηθώ διά τον χαμόν του αγαπημένου μου
Σαέδ, και εκείνο που περισσότερον με εσύγχιζεν, ήτον που δεν
ημπορούσα να καταλάβω το τι του εσυνέβη. Εμβήκα το λοιπόν εις μίαν
μεγαλωτάτην απελπισίαν και αποφάσισα να χαθώ και εγώ εις εκείνο το
νησί. Εγώ υπάγω, έλεγα, να περιπατήσω όλον ετούτο το νησί ή να
εύρω τον Σαέδ ή να συναπαντήσω τον θάνατον. Επεριπάτησα το λοιπόν
εις ένα λόγγον, που είδα από μακρόθεν, και φθάνοντας εκεί εις την
μέσην του είδα ένα καστέλλι πολλά καλά φτιασμένον, και
περιτριγυρισμένον από πλατειά και βαθειά χαντάκια γεμάτα από
νερόν, του οποίου η γέφυρα η σηκωτή ήτον χαμηλωμένη. Εμβήκα εις
μίαν μεγάλην αυλήν εστρωμένη από μάρμαρον άσπρον, και επλησίασα
προς την πόρταν ενός ωραιοτάτου παλατίου· αυτή η πόρτα ήτον
καμωμένη από ξύλον της αλοής, σκαλιστή με διάφορα είδη ζώων και
πετεινών, και ένας χοντρότατος σιδερένιος σύρτης ήτον απερασμένος
εις αυτήν, και την εκρατούσε στερεώς κλεισμένην· τα κλειδιά της
ήτον κοντά κρεμασμένα εις αυτόν τον σύρτην. Εγώ τα επήρα και ευθύς
που τα έβαλα διά να ανοίξω, ο σύρτης ετσακίσθη εις κομμάτια, ώσπερ
να ήτον από γιαλί, και η πόρτα άνοιξε μοναχή της χωρίς να την
βιάσω· το οποίον μου επροξένησε ένα άκρον θαύμασμα. Εμβαίνοντας
μέσα εις την πόρταν ηύρα μίαν σκάλαν από μάρμαρον μαύρον, εις την
οποίαν ανεβαίνοντας εμβαίνω εις μίαν μεγάλην σάλαν στολισμένην με
πεύκια και μαξιλάρες ολόχρυσες· από εκεί απέρασα εις ένα χοντζερέ
πολλά ωραιότατον, και εις αυτόν βλέπω μίαν ωραιοτάτην κυρίαν
εξαπλωμένην επάνω εις ένα ολόχρυσον κρεβάτι ακουμπισμένον το
κεφάλι της εις ένα κεντημένον προσκέφαλον, ενδυμένην με πλούσια
φορέματα, και εις αυτήν δίπλα ευρίσκονταν μία ταύλα από μάρμαρον
δίασπρον. Έχοντας αυτή τα μάτια κλεισμένα, και στοχαζόμενος ότι θα
ήτον νεκρή, επλησίασα προς αυτήν, και εκατάλαβα ότι ανέπνεεν.

Εσταμάτησα καμπόσον διά να την στοχασθώ· αυτή μου εφάνη πολλά
νοστιμοτάτη και ωραία, και ήθελα της γένει αγαπητικός, αν δεν
ήμουν όλος αφιερωμένος διά την Αλγεμάλ· είχα μίαν άκραν επιθυμίαν
να μάθω διά ποίαν αιτίαν ευρίσκονταν εις ένα νησί έρημον, μία
κυρία νέα μοναχή εις το καστέλλι, που άλλος κανείς εκεί δεν
εφαίνετο· επιθυμούσα μεγάλως να εξυπνούσεν αυτή, μα ωσάν την είδα
που εκοιμώνταν εις ένα βαθύν ύπνον, δεν αποκότησα να συγχίσω την
ανάπαυσίν της. Εβγήκα από το καστέλλι με γνώμην να ξαναγυρίσω
ύστερον από καμμίαν ώραν· επεριπάτησα καμπόσον το νησί, και με
μεγάλον μου φόβον είδα πολλά ζώα μεγάλα ωσάν τίγρεις εις σχήμα
μυρμηγγίων, και εις τον παρουσιασμόν μου δεν ήθελαν να φύγουν·
εσυναπάντησα ακόμη και άλλα ζώα άγρια, τα οποία εφαίνονταν πως να
με εσέβονταν, με όλον που είχαν μίαν μορφήν πολλά θηριώδη, που
επροξενούσε φόβον και τρόμον. Αφού δε έφαγα μερικά πωρικά, και
επεριδιάβασα ολίγον, εξαναγύρισα εις το Καστέλλι, και εξαναηύρα
την νέαν που ακόμη εκοιμώνταν. Εγώ μην ημπορώντας πλέον να
υπομείνω εις την επιθυμίαν που είχα να της μιλήσω, έκαμα μέγαν
κτύπον διά να εξυπνήση, και εκαμώθηκα πως βήχω· μα εκείνη με όλα
ταύτα μην εξυπνώντας επλησίασα κοντά της και της έπιασα το χέρι
σφικτά εις τρόπον που καθένας ημπορούσε να εξυπνήνη, μα αυτή
καθόλου δεν ενοιώθονταν· ετούτο μου εφάνη ότι δεν ήτον φυσικόν· μα
κάποια μαγεία την εκρατούσε τοιαύτης λογής αποκοιμισμένην. Και
εκεί που εστοχαζόμουν μεν να την εξυπνήσω, βλέπω εκεί επάνω εις
μίαν πλάκα κάποια γράμματα σκαλισμένα. Εγώ εμβήκα εις υποψίαν,
μήπως και εις εκείνην την πλάκα στέκει κρυμμένη καμμία μαγεία, και
ηθέλησα διά να την ανασείσω από εκεί και, ευθύς που την εσήκωσα
εκείνη η νέα εξύπνησε με ένα μέγαν αναστεναγμόν.

Αν εγώ ήμουν εκστατικός εις το να εύρω εις αυτό το καστέλλι μίαν
τόσον ωραίαν γυναίκα, αυτή δεν εστάθη ολιγώτερον θαυμασμένη εις το
να με ιδή. Αχ νέε, μου λέγει, πως ημπόρεσες ποτέ να υπερβής όλα τα
εναντία που έπρεπε να σε εμποδίσουν, διά να εισέβης εις τούτο το
καστέλλι, που είνε υπεράνω της ανθρωπίνης δυνάμεως; εγώ δεν
ηξεύρω αν ημπορώ να πιστεύσω ότι είσαι ένας προφήτης. Όχι, ω κυρία
μου, της είπα, εγώ είμαι ένας απλούς άνθρωπος, και ημπορώ να σε
βεβαιώσω πως ήλθα εδώ χωρίς κανένα εμπόδιον· η πόρτα του
Καστελλιού άνοιξεν ευθύς που της έγγιξα τα κλειδιά· ανέβηκα έως
εδώ χωρίς κανείς να μου εναντιωθή, άλλον κόπον δεν έκαμα, παρά διά
να σε εξυπνήσω.

Δεν ημπορώ να καταπεισθώ εις αυτό που μου λέγεις, απεκρίθη η
κυρία. Είμαι τόσον βεβαία, πως εσύ είσαι κάτι τι περισσότερον από
τους ανθρώπους, επειδή απλούς άνθρωπος είνε αδύνατον να κάμη αυτό
που έκαμες. Κυρία, της εξαναείπα, ημπορεί να είναι, ότι εγώ να
είμαι κάτι τι περισσότερον από τους απλούς ανθρώπους, επειδή και
είμαι υιός ενός βασιλέως, μα τέλος πάντων είμαι ένας άνθρωπος. Μα,
ειπέ μου, ακολούθησε να λέγη η κυρία, διά ποίαν αιτίαν επαράτησες
την αυλήν του πατρός σου; και πως ευρίσκεσαι εδώ εις τούτο το
νησί; τότε εγώ επλήρωσα την περιέργειάν της, και της ωμολόγησα με
όλην την καθαρότητα, πως είχα γίνη αγαπητικός της Αλγεμάλ,
θυγατρός του βασιλέως Καχαάλ, βλέποντάς την ζωγραφιάν της εις μίαν
εικόνα, την οποίαν ευθύς της την έδειξα, έχοντάς την κοντά μου,
ομού με το δακτυλίδι· έπειτα της εδιηγήθηκα και τα άλλα μου
συμβεβηκότα ως εκείνην την ώραν. Και αφού ετελείωσα την ιστορίαν
μου την παρεκάλεσα και εγώ διά να μου διηγηθή και αυτή την εδικήν
της. Αυτή άρχισε να την διηγηθή με τον ακόλουθον τρόπον.



&Ιστορία της βασιλοπούλας Μάλκας, θυγατρός του Σερενδίβ, βασιλέως
της Ινδίας.&



Εγώ είμαι μονογενής θυγατέρα του βασιλέως του Σερενδίβ, νησίου της
Ινδίας. Μίαν ημέραν που ευρισκόμουν με τες σκλάβες μου εις το
περιβόλι το βασιλικόν, μου ήλθε θέλησις διά να λουσθώ εις μίαν
λεκάνην από άσπρον μάρμαρον, που ευρίσκετο εις την μέσην του
περιβολιού, γεμάτην από καθαρόν νερόν· έκαμα ευθύς διά να με
γδύσουν, και εμβήκα εις την λεκάνην ομού με μίαν μου σκλάβαν, διά
να με λούση, και εν τω άμα εκεί που εμπήκαμεν, εσηκώθη ένας άνεμος
πολλά σφοδρός, ο οποίος έκαμεν ένα σύννεφον από κονιορτόν, εσηκώθη
εις τον αέρα επάνωθέν μας, και από το μέσον αυτού του συννέφου
βγαίνει αιφνιδίως ένα μεγαλώτατον πουλί, και πίπτει επάνωθέν μου,
και πιάνοντάς με με τα ονύχια του με εσήκωσεν από εκεί, και με
έφερεν εις ετούτο το καστέλλι· και οπόταν με απόθεσεν εδώ, ευθύς
εμεταβάλθη από πουλί που ήτον εις ένα νέον εξωτικόν. Βασιλοπούλα,
τότε μου λέγει αυτός· εγώ είμαι ένας από τους πλέον περιφήμους
εξωτικούς του κόσμου, και εις το αναμεταξύ που απερνούσα από το
νησί Σερεδίβ, σε είδα εις την λεκάνην, και ευθύς ετρώθηκα διά
εσένα. Ετούτη είνε μία βασιλοπούλα ωραιοτάτη, εγώ είπα, ήθελεν
είναι μέγα κακόν, αυτή να κάμη την ευτυχίαν ενός ανθρώπου θνητού,
ετούτη δικαίως αχρήζει να είναι ανταμωμένη με έναν εξωτικόν· κάνει
χρεία να την αρπάξω, και να την φέρω εις ένα νησί έρημον ώστε που,
ω βασιλοπούλα, απαλησμόνησε τον βασιλέα πατέρα σου, και μη
στοχάζεσαι άλλο, παρά να ανταμωθής εις την αγάπην μου, τίποτε δεν
θέλει σου λείψει εις ετούτο το καστέλλι, και εγώ θέλω έχει όλην
την επιμέλειαν, διά να σου προμηθεύσω το ό,τι σου ήθελε κάνει
χρεία.

Εις το αναμεταξύ που ο εξωτικός έτσι μου ωμιλούσεν, εγώ έστεκα
δοσμένη εις κλαύματα και εις παράπονα. Δυστυχισμένη Μάλκα, έλεγα.
Ετούτη είνε η τύχη που σου εφυλάγονταν; ο πατέρας μου το λοιπόν
δεν με ανάθρεψε με τόσην επιμέλειαν διά άλλο, παρά διά να έχη τον
πόνον του αρπαγμού τόσον δυστυχισμένου; Αλλοί εις εμέ; αυτός δεν
ηξεύρει το τι να έγινα, και φοβούμαι μην του προξενηθή θάνατος διά
τον χαμόν μου. Μη θλίβεσαι αγαπημένη μου, μου λέγει τότε ο
εξωτικός, ότι ο πατέρας σου δεν θέλει αποθάνει διά τον χαμόν σου·
και εκείνο που απαρθενεύει εις εσένα είναι ακριβή μου, να δοθής
εις την υπόθεσιν της αγάπης μου, διά να περάσωμεν μίαν γλυκυτάτην
ζωήν αμοιβαίως. Μην ελπίζης ποτέ, του απεκρίθηκα, εις αυτήν την
ματαίαν ελπίδα σου, να κλίνω εις την αγάπην σου, επειδή και θέλω
φυλάξει εις όλον τον καιρόν της ζωής μου ένα θανατηφόρον μίσος διά
την αρπαγήν μου. Εσύ θέλεις αλλάξει γνώμην, εξαναείπεν εκείνος,
και θέλεις συνηθίσει εις την θεωρίαν μου, και εις την
συναναστροφήν μου· ο καιρός θέλει προξενήσει ετούτο το αποτέλεσμα.
Αυτός δε θέλει κάμει αυτό το θαύμα, του απεκρίθηκα με
καταφρόνεσιν· μα θέλει αυξήσει εξ εναντίας πολύ περισσότερον το
μίσος που αγροικώ διά εσένα.

Ο εξωτικός αντί να του κακοφανή δι' ετούτα τα λόγια, εχαμογελούσε,
και βεβαιωμένος πως θέλω συνηθίσει εις την αγάπην του δεν έλειπε
που να πασχίση με κάθε τρόπον διά να μου κάμη μεγάλα χαρίσματα και
περιποιήσες. Μα βλέποντας που ήμουν στερεά εις την γνώμην μου, και
που δεν ημπορούσα να τον υποφέρω με όλες τες χάρες που μου
έδειχνεν, έχασε τέλος πάντων την υπομονήν, και απεφάσισε διά να
ξεδικηθή εις τες καταφρόνεσές μου. Αυτός πεισμωμένος έχυσεν
επάνωθέν μου ένα νερόν ενός ύπνου μαγικού, και με εξάπλωσεν εις
ετούτο το κρεββάτι, και υστερώτερα πλησιάζοντας προς εμέ εκείνην
την πλάκα που είνε γράμματα μαγικά, με έκαμε να σταθώ βυθισμένη
εις ένα βαθύτατον ύπνον, έως εις το τέλος του αιώνος. Έκαμε ακόμη
δύο μαγείας, η μία να είναι αφανές και αθεώρητον τούτο το
καστέλλι, και η άλλη που η πόρτα να μην ημπορή να ανοιχθή, και
ούτω με άφησεν υστερώτερα εις ετούτο το καστέλλι, και εξεμάκρυνεν
από εμένα. Αυτός κάποτε έρχεται και εξυπνώντάς με μέ ερωτά αν
αποφάσισα να κλίνω εις την αγάπην του, και βλέποντάς με εις την
ίδιαν γνώμην, με βυθίζει πάλιν εις τον ίδιον ύπνον που αυτός
εφεύρηκε διά παίδευσίν μου. Ως τόσον, ω αυθέντη μου, ακολούθησεν
αυτή η βασιλοπούλα, εσύ με εξύπνησες, άνοιξες την πόρτα του
καστελλιού, το οποίον εις εσένα δεν εστάθη αφανές· δεν έχω δίκαιον
να αμφιβάλλω, αν εσύ είσαι ένας άνθρωπος, και το περισσότερον που
με θαυμάζει είναι που είσαι ζωντανός· επειδή και είχα ακούσει από
το στόμα του εξωτικού, ότι τα ζώα τα θανατηφόρα ήθελαν κατασχίσει
όλους εκείνους, που ήθελαν πλησιάσει εις ετούτο το νησί· και διά
ταύτην την αιτίαν εκαταστήθη ακατοίκητον.

Εις αυτό το αναμεταξύ που η βασιλοπούλα Μάλκα έτσι ωμιλούσεν,
ακούμεν ένα μέγαν θόρυβον εις το καστέλλι· αυτή εσιώπησε διά να
γροικήση καλύτερα, και ευθύς ακούμεν φοβερώτατα ουρλίσματα και
παράπονα. Αλλοί εις ημάς, είπε τότε η Μάλχα, ημείς είμεθα χαμένοι·
ετούτος είνε ο εξωτικός, εγώ τον γνωρίζω από την φωνήν του, είναι
αμετάθετος ο χαμός σου· τίποτε δεν ημπορεί να σε διαφυλάξη από την
οργήν του· αχ βασιλόπουλον δυστυχισμένον, ποία κακή σου τύχη ήτον,
που σε έφερεν εις τούτο το καστέλλι; αν εγλύτωσες από την ωμότητα
των Μώρων, αλλοί εις εμέ εσύ δεν ημπορείς να φύγης από την
βαρβαρότητα του αρπακτού μου. Εγώ το λοιπόν επίστευσα βέβαιον τον
θάνατόν μου, και δεν ημπορούσα κατά αλήθειαν να καρτερώ άλλον
πλέον γλυκύτερον από αυτόν. Εμπήκεν ο εξωτικός με ένα πρόσωπον
θυμώδη, εκρατούσεν εις το χέρι του ένα λωστόν από τζελίκι, και
είχε το κορμί του πολλά γιγαντιαίον. Έμεινεν εις το να με ιδή· μα
αντίς να με κτυπήση με εκείνο το σίδερον εις το κεφάλι, ή να μου
μιλήση με θυμώδη φωνήν, επλησίασεν εις εμέ τρέμοντας, και έπεσεν
εις τους πόδας μου, και μου ωμίλησε με τούτον τον τρόπον· ω υιέ
του βασιλέως, εις εσένα στέκει να με προστάξης εις εκείνο που
περισσότερον σου αρέσει και θέλω είμαι έτοιμος διά να σε υπακούσω.
Η ομιλία αυτουνού με έκαμε να μείνω εκστατικός· εγώ δεν ημπορούσα
να καταλάβω διά ποίαν αιτίαν αυτός ο εξωτικός εδείχνονταν ταπεινός
έμπροσθέν μου και μου ωμιλούσεν ωσάν να ήτο σκλάβος μου. Μα ελύθη
ο θαυμασμός μου οπόταν αυτός ακολούθησε να μου ομιλεί, ούτω
λέγοντας· το δαχτυλίδι που εσύ φορείς εις το δάκτυλον είνε η
Πούλλα του Προφήτου Σολομώντος (1) και όποιος το φορεί δεν
ημπορεί να κινδυνεύση, ή να χαθή μέσα εις τες δυστυχίες· του λόγου
σου ημπορείς να πλεύσης εις την θάλασσαν με ένα απλούν πλοιάριον
χωρίς να σου κάμη κακόν η θάλασσα ή τα κύματα· τα ζώα τα πλέον
θηριώδη δεν ημπορούν να σε βλάψουν· έχεις μίαν μεγάλην εξουσίαν
εις τα εξωτικά και εις τα τελώνια· όλα τα μαγικά χαλούνται από
ετούτο το θαυμαστόν δακτυλίδιον.

Διά τούτο λοιπόν, είπα προς τον εξωτικόν, με το να έχω αυτό το
δακτυλίδι, δεν εκινδύνευσα εις την θάλασσαν και δεν με έγγιξαν και
τα θηρία που εσυναπάντησα; Ναι, ω αυθέντη μου, είπεν, αυτό σε
εφύλαξε και σε φυλάγει από κάθε εναντίον. Ειπές μου, του
εξαναείπα, αν ηξεύρης, τι έπαθεν ο σύντροφός μου; Ο σύντροφός σου
εφαγώθη εκείνην την νύκτα από τα ζώα που είνε εις σχήμα των
μυρμηγγιών, τον καιρόν που ευρίσκετο κοντά σου. Δεν ημπόρεσα να
γροικήσω την δυστυχίαν χωρίς μεγάλον μου πόνον και δάκρυα· εξέταξα
ακόμη το εξωτικόν, εις ποίον μέρος ευρίσκεται το Βασίλειον του
Καχβάλ, και αν η βασιλοπούλα Αλγεμάλ, θυγατέρα του, εζούσσεν
ακόμη. Αυθέντη μου, απεκρίθη αυτός, το βασίλειον αυτό ευρίσκεται
εις ετούτην την θάλασσαν, μα διά τον βασιλέα Καχαάλ και διά την
θυγατέρα του Αλγεμάλ μάθε πως την σήμερον δεν ευρίσκονται· μα
εκείνο που ημπορώ να ηξεύρω, αυτοί εζούσαν εις τον καιρόν του
Σολομώντος. Και πώς, του ξαναλέγω, η Αλγεμάλ δεν είνε το λοιπόν
ζωντανή; Όχι χωρίς αμφιβολίαν, μου απεκρίθη ο εξωτικός, αυτή ήτον
μία αγαπητική εκείνου του μεγάλου Προφήτου.

Έμεινα πολλά εντροπιασμένος ακούοντας πως αγαπούσα μίαν που είχεν
αιώνας αποθαμμένη. Ω τρελλός που είμαι, εφώναξα, διατί να μην
ερωτήσω τον Σουλτάνον, τον πατέρα μου, τίνος ήτον αυτή η εικόνα
που ηύρα εις τον θησαυρόν του· αυτός βέβαια ήθελε μου το
φανερώσει, και εγώ δεν ήθελα λάβει τόσα κίνδυνα διά αυτήν την
υπόθεσιν και δεν ήθελα χάσει και τον αγαπημένον μου Σαέδ. Εκείνο
που με παρηγορεί, ω ωραία βασιλοπούλα, ακολούθησα γυρίζοντας προς
την Μάλκαν, είναι εις το να ημπορέσω να σου είμαι εις ωφέλειαν·
ετούτο το χρέος το γνωρίζω από το δακτυλίδι μου, διά το οποίον
επιθυμώ οπόταν θέλεις διά να σε ξαναεπιστρέψω προς τον βασιλέα
πατέρα σου. Εις τον ίδιον καιρόν ωμίλησα και εις τον εξωτικόν με
τούτον τον τρόπον· επειδή και έχω την καλήν τύχην, του είπα, εις
το να είμαι κληρονόμος του Σολομώντος, έχω δύναμίν να προστάζω να
με φέρης εις ετούτην την στιγμήν με την βασιλοπούλαν την Μάλκαν
εις το βασίλειον Σερενδίβ. Ευθύς σε υπακούω, ω αυθέντη, απεκρίθη ο
εξωτικός, με όλον που μου κακοφαίνεται που με υστερείς από την
αγαπημένην μου Μάλκαν.

Και έτσι λέγοντας μας επήρεν υποκάτω εις τες αγκάλες του και τους
δύο, και εις την ίδιαν ώραν ευρεθήκαμεν εις το βασίλειον του
Σερενδίβ, και αφίνοντάς μας εκεί έφυγεν εν τω άμα φοβούμενος να μη
τον παιδεύσω διά την αρπαγήν που έκαμε της Μάλκας.

Ημείς ευθύς επήγαμεν και κατελύσαμεν εις ένα σπητάκι, και αφού
αναπαυθήκαμεν μερικές ώρες, απεφάσισα διά να υπάγω να δώσω εγώ την
είδησιν του βασιλέως διά τον ερχομόν της θυγατρός του. Ερχόμενος
το λοιπόν εις το παλάτι, το είδα που ήτον πολλά εξαίσιον· αυτό
ήτον κτισμένον επάνω εις εξακόσιες κολώνες μαρμάρινες, και ανέβηκα
από μίαν σκάλαν, που είχε τριακόσια σκαλίδια από ευμορφοτάτην
πέτραν. Απέρασα ανάμεσα από μίαν φύλαξιν, και ένας οφφικιάλος,
γνωρίζοντάς με διά ξένον, με ερώτησε τι γυρεύω· εγώ του είπα πως
έχω να ομιλήσω του βασιλέως διά μεγάλην υπόθεσιν. Τότε αυτός με
επήρε και με έφερεν εις τον βεζύρην, και ο βεζύρης με επαράστησεν
εις τον βασιλέα.

Εσύ, νέε, μου λέγει ο Σουλτάνος, από ποίον τόπον είσαι και ποία
υπόθεσις σε έφερεν εδώ; Βασιλέα μου, του απεκρίθηκα, η Αίγυπτος με
είδε να γεννηθώ· είναι τρεις χρόνοι, που ευρίσκομαι μακράν από τον
πατέρα μου, και έπεσα εις διαφόρων λογιών δυστυχίες, και η τύχη
μου με έφερεν εδώ διά να σου δώσω μίαν είδησιν διά την θυγατέρα
σου, που την έχασες. Και ποίαν είδησιν, εφώναξεν αυτός, ημπορείς
να μου δώσης δι' αυτήν; μήπως θέλεις μου φανερώσης τον θάνατόν της;
εσύ χωρίς αμφιβολίαν εστάθης μάρτυρας του δυστυχισμένου τέλους
της, που τώρα είναι τρεις χρόνοι· αλλοί εις εμέ που την
εστερήθηκα, χωρίς να ηξεύρω τι έγινε, με όλες τες μεγάλες εξέτασες
που έκαμα. Όχι, όχι, του αποκρίθηκα, αυτή ακόμη ζη, και εις τούτην
την ημέραν θέλεις την ιδεί. Και πού την εσυναπάντησες, εξαναείπεν
ο βασιλεύς; εις ποίον τόπον έστεκε κρυμμένη; ειπέ μου, σε
παρακαλώ, και μην αργής εις το να μου το φανερώσης.

Τότε του εδιηγήθηκα όλα μου τα συμβεβηκότα, και μάλιστα εξάπλωσα
την διήγησίν μου επάνω διά τον εξωτικόν, που είχεν αρπάξει την
θυγατέρα του και τα λοιπά. Και ωσάν ετελείωσα όλην την ιστορίαν,
ευθύς εσηκώθη ο βασιλεύς και με αγκάλιασε. Βασιλόπουλο Σεήφ, μου
λέγει με τα δάκρυα εις τα μάτια, ω, πόσον σου είμαι υπόχρεως διά
τα όσα μου εδιηγήθης· αγαπώ πολλά τρυφερά την θυγατέρα μου· εγώ
δεν ήλπιζα να την ξαναϊδώ· με τι τρόπον ημπορώ ποτέ να σε
ανταμείψω; αχ, ακριβέ μου Σεήφ, μη με κάνης πλέον να καρτερώ διά
να την ιδώ· φέρε μου την το συντομώτερον, διατί είμαι φλογισμένος
από μίαν μεγάλην επιθυμίαν εις το να την ξαναϊδούν τα μάτια μου.
Εγώ τότε του εζήτησα θέλημα και εμίσευσα, και υπήγα εις το κονάκι,
και την εσήκωσα και την έφερα μέσα εις ένα κοτζί, που ο πατέρας
της επιταυτού το έστειλε.

Δεν ημπορώ να περιγράψω την μεγαλωτάτην αγαλλίασιν και ευφροσύνην,
που αμοιβαίως έδειξαν οπόταν ανταμώθηκαν ο βασιλεύς με την
θυγατέρα του. Και, αφού διηγήθηκε και αυτή τα συμβεβηκότα της, και
τον ελευθερωμόν της διά μέσου μου, ο βασιλεύς μου έκαμε μεγάλες
ευχαρίστησες διά το φέρσιμόν μου το γενναίον με αυτήν· μου διώρισε
να σταθώ εις το παλάτι του μαζί με αυτόν· έπειτα επρόσταξε διά να
γένουν μεγάλες δεήσεις εις όλα τα μετζίτια εις ευχαρίστησιν του
Ουρανού διά το εύρεμα της θυγατρός του. Και ύστερον όλος ο λαός
έκαμε μεγάλες χαρές μίαν ακέραιαν εβδομάδα δι' αυτήν την υπόθεσιν.
Ο βασιλεύς ευρισκόμενος πολλά ευχαριστημένος από εμένα, τόσον που
με έλαβεν εις μίαν μεγαλωτάτην υπόληψιν και αγάπην, που μίαν
ημέραν μου λέγει· ω υιέ μου, είνε καιρός διά να σου φανερώσω την
γνώμην που αποφάσισα· εσύ μου εξαναεπέστρεψες την θυγατέρα μου,
και έκαμες να χαροποιήσης ένα πατέρα πολλά θλιμμένον· όθεν επιθυμώ
να σου κάμω την αντάμειψιν δίδοντάς σου την αυτήν θυγατέρα μου εις
γυναίκα, και να σε κηρύξω και κληρονόμον της κορώνας μου.

Εγώ ευχαρίστησα τον βασιλέα διά τες χάρις του, που μου επρόσφερνε,
και τον επερικάλεσα να μη το λάβη προς βάρος, αν δεν του δέχομαι
την τιμήν, που ήθελε να μου κάμη φανερώνοντάς τα δικαιολογήματα
που με εμποδούσαν, δηλαδή πως ήτον η καρδία μου όλη προσηλωμένη
εις την εικόνα της Αλγεμάλ, και δεν ημπορούσα με κανένα τρόπον να
λάβω αγάπην δι' άλλην, και η θυγατέρα του έχοντας κάθε λογής
χάριν, της είνε αναγκαία μία τύχη πλέον ευτυχισμένη. Και πώς το
λοιπόν απεκρίθη ο βασιλεύς ημπορώ να ανταμείψω αρκετώς την
γενναιότητά σου διά την ευχαρίστησιν που μου έδωσες; Η δεξίωσις
της βασιλείας που έδειξες, και η ευχαρίστησίς μου που ελευθέρωσα
την θυγατέρα σου από τα χέρια του εξωτικού που την είχεν αρπάξει,
είνε διά εμένα μία μεγαλωτάτη αντάμειψις· εκείνο όλον που επιθυμώ
από την βασιλείαν σου, είνε να μου ετοιμάσης ένα καράβι με το
οποίον να ημπορέσω να υπάγω εις την Μπάσραν. Ο βασιλεύς με λύπην
έκαμε καθώς επιθυμούσα, και αρμάτωσεν ένα καλό καράβι, γεμίζοντάς
το από τα αναγκαία της τροφής και δίδοντάς μου μεγάλα χαρίσματα,
και ανθρώπους διά να μου είνε εις συντροφίαν και λαμβάνοντας το
θέλημα από τον βασιλέα και από την βασιλοπούλαν Μάλκαν, οι οποίοι
με μεγάλην τους θλίψιν με άφησαν, εμίσευσα. Υποφέραμεν εις το
ταξείδι μεγαλωτάτους κινδύνους, και αν δεν είχα το δακτυλίδι του
Σολομώντος, αναμφιβόλως ηθέλαμεν πνιγεί.. Και ύστερα από ένα
μακρυνόν πλεύσιμον, εκατευωδόθήκαμεν εις την Μπάσραν· και εκεί
ανταμωνόμενος με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες έφθασα εις την
Αίγυπτον.

Εγώ ηύρα πολλήν μεταλλαγήν εις την αυλήν· ο πατέρας μου πλέον δεν
εζούσε, και ο αδελφός μου εκυρίευε τον θρόνον του. Αυτός ο νέος
Σουλτάνος με εδέχθη με πολλήν αγάπην, και ήτον πολλά
ευχαριστημένος που με εξαναείδε· και μου είπε πως ολίγες ημέρες
ύστερα από τον μισευμόν μου, ο πατέρας μου ευρισκόμενος εις τον
θησαυρόν του, άνοιξε κατά τύχην την κασσελοπούλαν εκεί που είχε
κλεισμένον το δακτυλίδι του Σολομώντος και την εικόνα της Αλγεμίλ,
και μην βλέποντάς τα εκεί υπώπτευσεν, ότι εγώ την έκλεψα, και από
την θλίψιν του απέθανε. Τότε εγώ ωμολόγησα τα πάντα του αδελφού
μου, και του επαράδωσα και το δακτυλίδι, ομολογώντας το σφάλμα
μου. Εφαίνονταν πολλά λυπημένος διά τες δυστυχίες μου, και με
εσυμπαθούσε· και αγροίκησα ότι το σπλάχνος που αυτός μου έδειχνε
μου ελάφρωνε τους πόνους· μα όλη η λύπη και οι τρόποι που έδειχνε
διά τα συμβεβηκότα μου δεν ήτον άλλο παρά πλαστά και γεμάτα
πονηρίαν. Επειδή και την ίδιαν νύκτα που έφθασα εκεί, έκαμε και με
έκλεισεν εις έναν πύργον, εις τον οποίον έστειλε την άλλην
βραδειάν έναν οφφικιάλον με διαταγήν διά να μου πάρη το κεφάλι. Μα
εκείνος ο καλός οφφικιάλος έλαβε σπλάγχνος προς εμένα, και μου
εφανέρωσε την βουλήν του αδελφού μου, πως έχοντας φόβον διά να μη
του πάρω τον θρόνον με καμίαν αποστασίαν, τον επρόσταξε διά να με
θανατώση· και αυτός ο οφφικιάλος αντί να κάμη το σκληρόν θέλημα
του αδελφού μου, μου έδωσε τόπον διά να φύγω. Εγώ αφού και
ευχαρίστησα με μεγάλον μου θαυμασμόν την γενναιότητα του
οφφικιάλου, εδόθηκα εις φυγήν, και επαραδόθηκα εις την πρόνοιαν
του Ουρανού. Και βγαίνοντας από τα σύνορα του αδελφού μου, έλαβα
την καλήν τύχην διά να φθάσω εις τα εδικά σου, ω βασιλέα μου, και
να εύρω ένα ασφαλές καταφύγιον εις την αυλήν σου.



&Ακολούθησις της ιστορίας του βασιλέως Βερδεδίν Λώλου και του
Βεζύρη του&



Το βασιλόπουλον Σεήφ Μολτούκ, τελειώνοντας την διήγησιν των
συμβεβηκότων του, είπεν εις τον βασιλέα της Δαμασκού. Ετούτο
είναι, ω αυθέντη, εκείνο που επεθύμησες διά να μάθης από εμένα·
στοχάσου κατά το παρόν αν εγώ χαίρωμαι μίαν τελείαν ευτυχίαν· είμαι
διά παντός θλιμμένος, που δεν απόλαυσα εκείνο που επεθύμησα, ήγουν
που δεν ηύρα την Αλγεμάλ· που η αγάπη την οποίαν επρόσφερα προς
αυτήν δεν απολείπει που να με συγχίζη και να με κάνη να μην έχω
ποτέ ανάπαυσιν και με όλον που στοχάζομαι πως είναι μία τρελλαμάδα
η φαντασία μου εις το να φέρνω μίαν τόσην αγάπην εις μίαν γυναίκα,
που εις τον κόσμον πλέον δεν είναι, μα με όλον τούτο αυτή
βασιλεύει πάντα εις την καρδίαν μου και με κάνει αναίσθητον εις
κάθε ηδονήν. Ο Βεδρεδίν δεν ημπορούσε να καταλάβη μίαν αγάπην τόσον
παράξενην, το να αγαπά τινάς μίαν αποθαμμένην χωρίς να έχη ελπίδα
διά να την ιδή. Τότε ο μελαγχολικός βεζύρης λέγει προς τον βασιλέα
Βεδρεδίν, η βασιλεία σου ημπορείς να διακρίνης από την ιστορίαν
του Σεήφ Μολτούκ, πως όλοι οι άνθρωποι έχουν τες θλίψεις τους, και
δεν εγεννήθηκαν διά να είναι ευτυχισμένοι επάνω εις την γην. Εγώ
δεν ημπορώ να καταπεισθώ να πιστεύσω αυτό που μου λέγεις, απεκρίθη
ο βασιλεύς· έχω καλλιτέραν γνώσιν επάνω εις την ανθρωπίνην φύσιν,
και είμαι βέβαιος ότι είναι άνθρωποι, που η ανάπαυσίς των δεν είνε
από θλίψιν συγχισμένη.

Θέλοντας ο βασιλεύς Βεδρεδίν να κάμη να ιδή ο βεζύρης του, πως
είναι άνθρωποι ευχαριστημένοι πολλά εις την τύχην τους, λέγει του
αγαπημένου του Σεήφ· σύρε να περιπατήσης την χώραν απέρνα από τους
τεχνίτες και πραγματευτάδες, και φέρε μου εδώ εκείνον, που να σου
φανή πλέον χαρούμενος. Ο Σεήφ Μολτούχ υπήκουσε· και ύστερον από
μερικές ώρες εγύρισεν εις τον βασιλέα και του είπε· Βασιλέα μου,
απέρασα από διαφόρους τόπους, και είδα πολλούς τεχνίτας που
έστεκαν πολλά χαρούμενοι εις την τύχην τους, και ανάμεσα εις
αυτούς επαρατήρησα έναν νέον υφαντήν, ονόματι Μαλέχ, ο οποίος
εγελούσε ακαταπαύστως με τους γειτόνους του· εσταμάτησα διά να
μιλήσω· φίλε, του λέγω· εσύ μου φαίνεσαι πολλά χαροποιός. Τέτοιον
είναι το ιδίωμά μου, μου απεκρίθη, και δεν ηξεύρω τι είναι η
μελαγχολία· εξέταξα τους γειτόνους του αν είναι αλήθεια ότι αυτός
είναι τέτοιου χαροποιού χαρακτήρος, και όλοι με εβεβαίωσαν ότι από
το πρωί έως το βράδυ δεν παύει που να γελά, και να μετωρίζεται με
τον έναν και με τον άλλον. Τότε εγώ του είπα να με ακολουθήση, και
τον έφερα εδώ εις το παλάτι, και ευρίσκεται εδώ απέξω, και, αν
ορίζης, θέλω τον κάμει να έλθη έμπροσθέν σου. Κάμε να έμβη, λέγει
ο βασιλεύς, κάνει χρεία διά να του εξετάξω την ζωήν.

Ο Σεήφ Μολτούχ ευθύς εβγήκε και έκραζε τον νέον· ο οποίος
εμβαίνοντας εις τον βασιλέα, έπεσε με το πρόσωπον κατά γης και τον
επροσκύνησεν. Ο βασιλεύς τότε του είπε· σήκω, ω Μαλέχ· και με όλην
την ελευθερίαν ομολόγησέ μου ανίσως και εσύ είσαι αληθώς τόσον
ευχαριστημένος, καθώς η θεωρία σου το δείχνει· επειδή και ακούω
ότι δεν κάνεις άλλο παρά να γελάς και να μετωρίζεσαι καθημερινώς·
και νομίζουν όλοι, ότι είσαι πολλά ευχαριστημένος εις εκείνο που
ευρίσκεσαι, χωρίς ποτέ να λάβης θλίψιν, είναι αλήθεια λοιπόν αυτό,
ή όχι; μίλησε με ελευθερίαν χωρίς κανένα φόβον, και χωρίς να
κρατήσης τίποτε κρυφόν επειδή και έχω περιέργειαν να μάθω την
αλήθειαν. Υψηλότατε βασιλεύ, απεκρίθη ο υφαντής σηκωνόμενος ορθός,
σε παρακαλώ, έτσι ο ουρανός να χαρίση της βασιλείας σου μίαν ζωήν
πολλά μακρυνήν και χωρίς θλίψιν, να απαρατήσης ένα σκλάβον σου από
το να τον βιάσης να δώση ευχαρίστησιν της περιέργου επιθυμίας σου·
ημπορώ μοναχά να ειπώ, ότι είναι μία ψευδής παρρησία εις του λόγου
μου· ότι με όλα τα γέλοια, και τα μέτωρα που κάνω, είμαι ο πλέον
δυστυχής των ανθρώπων. Ευχαριστήσου, ω βασιλέα μου, εις ετούτην
την ομολογίαν που κάνω, και μη με βιάζης να θεατρίσω τες δυστυχίες
μου, επειδή απεφάσισα να ταις κρατήσω μυστικές. Μαλέχ, λέγει ο
βασιλεύς, εσύ μου κινείς περισσότερον την περιέργειαν, και σε
προστάζω να την ευχαριστήσης. Ο Μαλέχ δεν ετόλμησε πλέον να
εναντιωθή εις ετούτα τα λόγια, και άρχισε την ιστορίαν της ζωής
του με τον ακόλουθον τρόπον.



&Ιστορία του Μαλέχ και της βασιλοπούλας Σχυρίνας&



Εγώ είμαι μονογενής υιός ενός πλουσίου πραγματευτού από το Σουράτ,
ολίγον ύστερα από τον θάνατον του πατρός μου έφθειρα το
περισσότερον της περιουσίας μου που μου άφησε με τους φίλους μου.
Και μίαν ημέραν έτυχεν ένας ξένος εις την τράπεζάν μου που ήμουν
με τους συνηθισμένους μου φίλους, και εκεί που ετρώγαμεν, έπεσεν η
ομιλία μας επάνω εις τα ταξείδια· ένας έλεγε πως είνε μία
αγαλλίασις να ταξειδεύη· άλλος πως είνε τόσα κίνδυνα· και καθένας
έλεγε την γνώμην του. Και μερικοί που είχαν ταξειδεύσει μας
εδιηγούντο τα όσα θαυμαστά πράγματα είδαν εις άλλους τόπους. Εγώ
ακούοντας αυτούς που εδιηγούνταν πράγματα περίεργα, μου έρχονταν
επιθυμία διά να ταξειδεύσω· μα οι κίνδυνοι που οι ταξειδιαρέοι
συναπαντούν μου αντίκοπταν την βουλήν. Και εκεί που αυτοί
ωμιλούσαν επάνω εις αυτήν την υπόθεσιν εγώ είπα γελώντας· αν
ημπορούσα να υπάγω από την μίαν άκραν της γης έως την άλλην χωρίς
κινδύνους, ήθελα μισεύσει μετά πάσης χαράς τούτην την ώραν. Εις
τοιούτης λογής λόγια εγέλασεν όλη η συντροφία· μα ο ξένος που ήτον
εκεί μου είπεν· αυθέντη Μαλέχ, αν επιθυμάς να περιδιαβάσης τον
κόσμον χωρίς κίνδυνον, εγώ θέλω σου δείξει, οπόταν θέλης, ένα
τρόπον, που να υπάγης από βασίλειον εις βασίλειον, χωρίς να
συναπαντήσης κανένα εναντίον. Ελόγιασα ότι αυτός θα εμετωρίζετο.
Μα τελειώνοντας το τραπέζι με κράζει εις ένα μέρος και μου λέγει,
ότι το ερχόμενον ταχυνόν θέλει ξαναγυρίσει εις το σπήτι μου, και
θέλει με κάμει να ιδώ κάποιον πράγμα ξεχωριστόν και περίεργον.

Το ταχύ δε ξημερώνοντας ερχόμενος διά να με ξαναεύρη μου είπε·
θέλω να σταθώ εις τον λόγον μου διά το ότι εχθές σου έταξα· μα δεν
θέλεις ιδεί το έργον, παρά ύστερον από μερικές ημέρες· επειδή και
εκείνο που έχω να σου δείξω είνε ένα έργον, που δεν δύναται να
τελειώση ετούτην την ημέραν. Στείλε ένα σκλάβον σου να εύρη έναν
επιτήδειον σεντουκάν, και να έλθουν με αυτόν φορτωμένοι σανίδες
ψιλές. Το οποίον ευθύς έγινεν. Φθάνοντας ο σεντουκάς και ο
σκλάβος, ο ξένος επρόσταξε τον σεντουκάν διά να φτειάση μίαν
κασσέλαν έξη ποδάρια μακρυάν, και τέσσαρα πλατείαν· ο τεχνίτης εις
ολίγην ώραν την ετελείωσε· και ο ξένος από το μέρος του δεν
έστεκεν αργός, αλλ' εκατασκεύασε πολλά μηχανικά πράγματα, διά να
βάλλη εις την κασσέλαν· δηλαδή τροχούς, σφαίρες και άλλα παρόμοια,
Και ωσάν απέρασεν εκείνη η ημέρα, απέστειλε τον σεντουκάν και ο
ξένος έμεινε μοναχός, και επαιδεύθη όλην την άλλην ημέρα, διά να
βάλλη εις τάξιν τες μηχανικές, σφαίρες και τροχούς, διά να κάμη
τέλειον το έργον του.

Την τρίτην ημέραν τέλος πάντων, όντας τελειωμένη η κασσέλα, την
εσκεπάσαμεν με ένα πεύκι της Περσίας, και εκάμαμεν και την έφεραν
εις ένα κάμπον και αποθέτοντάς την εκεί επρόσταξα τους ανθρώπους
διά να γυρίσουν εις το σπήτι τους. Και μένοντες ημείς μοναχοί
εκεί, ο ξένος εμβαίνει εις την κασσέλαν και κλείεται μέσα· και εις
τον ίδιον καιρόν η κασσέλα εσηκώθη από την γην εις τον αέρα με
μίαν μεγαλώτατην ογληγορότητα, που εις μίαν στιγμήν υστερώτερα
εξαναγύρισε και εκατέβη εις τα ποδάρια μου. Δεν ημπορώ να ειπώ εις
ποίον βαθμόν έμεινα εκστατικός διά ένα παρόμοιον θέαμα. Βλέπεις
εσύ, μου λέγει ο ξένος, εβγαίνοντας έξω από την κασσέλαν, μίαν
καλήν τέχνην διά να ταξειδεύσης, χωρίς να φοβηθής από κανένα
εναντίον, και κίνδυνον κλεπτών και άλλων; ετούτο είνε το μέσον
που ήθελα να σε ερμηνεύσω, διά να ταξειδεύσης χωρίς κίνδυνον· εγώ
σου κάνω ένα δώρον ετούτην την κασσέλαν, και θέλεις την
μεταχειρισθή οπόταν επιθυμήσης να ιδής κανένα τόπον.

Εγώ ευχαρίστησα τον ξένον διά ένα τέτοιον θαυμαστόν δώρον, και του
έδωσα μίαν σακκούλαν γεμάτην φλωριά· έπειτα τον ερώτησα να μου
δείξη με τι τρόπον έχω να κινήσω τες μηχανές τόσον διά να σηκωθώ
εις τον αέρα, ωσάν και να κατεβώ. Αυτός διά να μου δείξη καλύτερα,
έκαμε και εμβήκαμεν και οι δύο μέσα εις την κασσέλαν και μου
έδειξεν τι τρόπον έχω να το μεταχειρισθώ εις το να σηκωθώ εις τον
αέρα, το να τρέξω ογλήγορα ή αργά, και εις το να κατεβώ, και εις
ό,τι άλλο έκανε χρεία. Και αφού εκάμαμεν διάφορες δοκιμές, επήγα
με αυτήν πετώντας εις το σπήτι μου, και εκατέβηκα εις το περιβόλι
μου. Και ευθύς έκαμα να κλείσω αυτήν την μηχανικήν κασσέλαν εις
ένα μου μαγαζί, και την εφύλαγα ωσάν ένα θησαυρόν. Ακολούθησα
λοιπόν να χαίρωμαι με τους φίλους μου έως που αποτελείωσα όλην μου
την περιουσίαν. Έπειτα άρχισα να παίρνω δηνάρια δανεικά· εις
τρόπον που χωρίς να απεικάσω ευρέθηκα φορτωμένος από χρέη άπειρα·
έχασα το καλόν μου όνομα εις το Σουράτ· κανείς πλέον δεν με
επίστευε· και οι χρεοφειλέται μου ανυπόμονοι με έσφιγγαν διά να
τους πληρώσω, εις καιρόν που τίποτε δεν είχα. Βλέποντάς με εις
κατάστασιν που δεν ημπορούσα πλέον να υποφέρω, και φοβούμενος να
μην αποθάνω εις καμμίαν φυλακήν από τα χρέη, επρόστρεξα εις την
κασσέλαν μου.

Μίαν νύκτα εβγάζοντάς την από το μαγαζί εκλείσθηκα μέσα,
παίρνοντας μερικήν ζωοτροφίαν και μερικά δηνάρια που μου
ευρίσκοντο· έγγιξα τον τροχόν που έκανε να σηκωθή η μηχανική
κασσέλα, και ύστερα εγγίζοντας άλλον ένα τροχόν, εξεμάκρυνα από το
Σουράτ και από τους χρεοφελέτας μου, χωρίς να τους φοβηθώ πλέον·
έκαμα να πηγαίνη η κασσέλα όλην την νύκτα με μίαν ταχύτητα που μου
εφαίνονταν να απερνούσε την οξύτητα των ανέμων. Και προς τα
ξημερώματα εθεώρησα από ένα παράθυρον της κασσέλας να ιδώ εις τι
τόπον ευρίσκομαι, και δεν είδα άλλο παρά βουνά, κρημνούς, και μίαν
φοβεράν έρημον· εις κάθε μέρος που έρριξα τους οφθαλμούς μου, δεν
ημπόρεσα να ξανοίξω καμμιάς λογής κατοικίαν· ακολούθησα να τρέχω
εις τον αέρα όλην εκείνην την ημέραν και την ακόλουθον νύκτα. Και
την άλλην ημέραν ευρέθηκα επάνω εις ένα λόγγον πολλά πυκνόν· και
πλησίον αυτουνού μία ωραιοτάτη πόλις, κειμένη εις ένα πλατύτατον
κάμπον.

Εσταμάτησα διά να στοχασθώ όχι μόνον την χώραν, μα ακόμη ένα
μεγαλοπρεπέστατον παλάτι, που ήτον κτισμένον εις την άκρην εκείνου
του κάμπου· επιθυμούσα μεγάλως να μάθω πού ήμουν, και στοχαζόμουν
με τι τρόπον να πληρώσω την περιέργειάν μου, οπόταν είδα εις ένα
χωράφι ένα χωριάτην που εδούλευεν· ακατέβηκα εις τον λόγγον, και
αφίνοντας εκεί την κασσέλαν, επήγα προς τον χωριάτην και τον
ερώτησα πώς ωνομάζετο εκείνη η χώρα. Αυτή η χώρα, αγαπημένε μου
νέε, μου απεκρίθη ο χωριάτης, ονομάζεται Γάζνα· ο δίκαιος και
άξιος βασιλεύς Βαχμάν κρατεί εκεί τον θρόνον του. Και ποίος
κατοικεί του είπα εις εκείνο το παλάτι, που φαίνεται εις την άκρην
του κάμπου; Ο βασιλεύς το έχτισεν, απεκρίθη αυτός, διά να κρατήση
κλεισμένην εκεί την βασιλοπούλαν Σχυρίναν θυγατέρα του, εις της
οποίας την γέννησιν οι Αστρολόγοι της έκαμαν το προγνωστικόν ότι
μέλλει να απατηθή από έναν άνθρωπον, και να χάση την τιμήν της. Ο
Βαχμάν διά να κάμη μάταιον αυτό το προγνωστικόν, έκαμε να κτισθή
αυτό το παλάτι, το οποίον είνε από μάρμαρον, και να το
περιτριγυρίση από βαθύτατα χαντάκια με νερά· η πόρτα είνε από
τζελίκι της Κίνας· και έξω που ο βασιλεύς κρατεί τα κλειδιά,
στέκει εκεί ένας αριθμός από στρατιώτας νύκτα και ημέρα διά να
εμποδίσουν το έμβασμα κάθε ανθρώπου. Ο βασιλεύς υπάγει μίαν φοράν
την εβδομάδα διά να επισκεφθή την βασιλοπούλαν, έπειτα γυρίζει εις
την Γάζναν. Και η Σχυρίνα δεν έχει διά συντροφιάν άλλο παρά μίαν
κυβερνήτριάν της και ολίγες σκλάβες.

Εγώ ευχαριστώντας τον χωριάτην, που μου έδωσε να καταλάβω αυτές
τες υπόθεσες, εκίνησα και επήγα εις την χώραν διά να την ιδώ. Και
φθάνοντας εκεί εσυναπάντησα τον βασιλέα με πολλήν παράταξιν, και
με ανθρώπους ενδυμένους λαμπρά, που επήγαινε διά να εύρη την
θυγατέρα του εις το παλάτι. Και αφού εγύρισα όλην την χώραν, και
είδα τα πλέον περίεργα που εκεί ήτον, εγύρισα και επήγα εις την
αγαπημένην μου κασσέλαν. Και φθάνοντας εκεί έφαγα από εκείνο το
φαγί που εις αυτήν μου είχεν απομείνει· και ερχομένης της νυκτός
απεφάσισα να ξενυχτήσω εις εκείνον τον λόγγον, με ελπίδα να
κοιμηθώ αναπαυμένος. Μα δεν εστάθη τρόπος που να κλείσω μάτι,
στοχαζόμενος ακαταπαύστως εκείνο που εδιηγήθη ο χωριάτης διά την
βασιλοπούλαν· επειδή και αυτή η βασιλοπούλα της Γάζνας, έλεγα με
τον εαυτόν μου, μέλλει να έχη τέτοιον ριζικόν, είνε μία αστοχασία
του Βαχμάν πατρός της να την φυλάγη τοιούτης λογής, διατί εκείνα
που είνε γραμμένα εις τον ουρανόν, είνε αδύνατον τινάς να τα
αποφύγη. Και στεκόμενος με αυτούς τους στοχασμούς εφανταζόμουν εις
τον νουν μου πως αυτή η Σχυρίνα, που ήτον κλεισμένη έτσι θα ήτον η
πλέον ωραιοτάτη κόρη του κόσμου, και ούτω μου ήλθεν η επιθυμία διά
να δοκιμάσω την τύχην μου με το μέσον της μηχανής μου. Κάνει
χρεία, είπα, να φερθώ εις το παλάτι της Σχυρίνας, και να πασχίσω
να έμβω εις την κατοικίαν της, διά να δοκιμάσω να ιδώ μήπως και
ήθελα είμαι εγώ εκείνος ο ευτυχισμένος άνθρωπος που οι Αστρολόγοι
προείπαν πως θέλει την απατήσει.

Η νεότης μου φυσικά με έκανε τολμηρόν και αγροικώντας που δεν μου
έλειπε καρδιά, διά να βάλω εις πράξιν μίαν τόσον αυθάδη απόφασιν,
εσηκώθηκα ευθύς εις τον αέρα, και εφέρθηκα με την κασσέλαν μου
επάνω εις το σκέπος του παλατίου της βασιλοπούλας σιμά εις ένα
τόπον, που είδα κομμάτι φως. Εβγήκα λοιπόν από την κασσέλαν μου
και γάλι γάλι εκατέβηκα από ένα παράθυρον, και από εκεί ήλθα εις
τον χοντζερέ, που η βασιλοπούλα ευρίσκετο· η οποία εκοιμώνταν εις
ένα ολόχρυσο κρεβάτι, και τριγύρου εις το κρεβάτι της έστεκαν
τέσσαρες λαμπάδες αναμμένες. Αυτή μου εφάνη μιας ασυγκρίτου
ωραιότητος, και την ηύρα πολλά ωραιοτέραν από εκείνο που
εφανταζόμουν· επλησίασα προς αυτήν διά να την θεωρήσω καλά, μα δεν
ημπόρεσα χωρίς ηδονήν να ιδώ τόσες νοστιμάδες που είχε· της έπιασα
το χέρι σιγαληνά και της το εφίλησα. Αυτή εις τον ίδιον καιρόν
εξύπνησε· και βλέποντας έναν άνθρωπον πλησίον της, εδόθη εις ένα
μέγα φώναγμα με το οποίον υποχρέωσε την κυβερνήτριάν της, που
εκοιμούνταν πλησίον εις τον χοντζερέ της, να τρέξη με ταχύτητα εις
βοήθειάν της. Μαλτούλα, της λέγει η βασιλοπούλα, τρέξε να με
βοηθήσης· ιδέ τούτον τον άνθρωπον πώς εμβήκεν εδώ, ή μήπως τον
έμβασες εσύ; Ποια; εγώ, απεκρίθη η Μαλτούλα, έμβασα αυτόν εδώ; Εσύ
μου κάνεις άδικον να μου ομιλήσης τοιαύτης λογής· διά ποίαν αιτίαν
να εμβάσω εγώ αυτόν; Και με ποίον τρόπον που οι φύλακες
ακαταπαύστως φυλάγουν τες πόρτες, και που μόνον ο βασιλεύς κρατεί
τα κλειδιά; Εγώ δεν είμαι ολιγώτερον εκστατική από εσένα εις το να
εδώ ετούτον τον αυθάδη νέον εδώ· δεν ημπορώ να καταλάβω με ποίον
τρόπον ημπόρεσε και υπερέβη τόσες δυσκολίες που είνε εις το να
έμβη τινάς εδώ.

Εις αυτό το αναμεταξύ που η κυβερνήτρια τοιαύτης λογής ωμιλούσεν,
εγώ εστοχαζόμουν τι απόκρισιν να δώσω. Και τέλος πάντων μου ήλθεν
εις τον νουν, να τους δώσω να καταλάβουν πως ήμουν ο προφήτης
Μωάμεθ. Ω ωραιοτάτη μου βασιλοπούλα, λέγω της Σχυρίνας, παύσε τον
θαυμασμόν σου και εκείνον της Μαλτούλας, αν με βλέπετε να φανερωθώ
εδώ· εγώ δεν είμαι ένας από εκείνους τους αγαπητικούς, οι οποίοι
ασώτως εξοδεύουν χρυσίον, και μεταχειρίζονται κάθε λογής μηχανήν
διά να φθάσουν να πληρώσουν την επιθυμίαν τους· εγώ δεν έχω
τέτοιαν επιΘυμίαν διά να προξενήσω φόβον εις την σωφροσύνην σου
και εις την τιμήν σου· μακράν από εμένα κάθε πονηρός στοχασμός·
εγώ είμαι ο προφήτης Μωάμεθ, δεν ημπόρεσα χωρίς να λάβω
ευσπλαγχνίαν να σε ιδώ καταδικασμένην εις το να απεράσης τες
ημέρες της νεότητός σου εις μίαν φυλακήν, και ήλθα επιταυτού διά
να σε βεβαιώσω να σταθής άφοβη από το προγνωστικόν που σου έκαμαν
οι αστρολόγοι, διά το οποίον έβαλαν εις τόσον φόβον τον Βαχμάν
πατέρα σου· βάλε το λοιπόν το πνεύμα σου εις ειρήνην διά το
γραπτόν σου, το οποίον θέλει μεταστραφή εις δόξαν σου και εις
ευτυχίαν σου, επειδή και θέλεις είσαι γυναίκα του Μωάμεθ. Ευθύς
που η είδησις της υπανδρείας σου θέλει κηρυχθή εις τον κόσμον,
όλοι οι βασιλείς θέλουν φοβηθή τον πενθερόν του Προφήτου, και όλες
οι βασίλισσες θέλουν ζηλεύσει την μεγάλην σου ευτυχίαν.

Η Σχυρίνα και η Μαλτούλα εκύτταζον η μία την άλλην ωσάν πως διά να
συμβουλευθούν τι έπρεπε να στοχασθούν διά αυτά τα λόγια. Το
ομολογώ πως ημπορούσα με δίκαιον τρόπον να φοβηθώ, ότι εκείνο που
είπα να μην ήθελεν εύρη πολλήν πίστιν εις το πνεύμα τους· μα οι
γυναίκες της καλής επιθυμίας εκυριεύθησαν από τον θαυμασμόν. Η
Μαλτούλα και η κυρά της έδωκαν πίστιν εις τον μύθον μου· αυτές με
επίστευσαν διά Μωάμεθ, και εγώ απόλαυσα το ποθούμενον από τον
πιστευμόν τους· και απέρασα το καλύτερον μέρος της νυκτός με την
βασιλοπούλαν της Γάζνας. Εμίσευσα από αυτήν πριν ξημερώση, με
τάξιμον, ότι να ξαναγυρίσω την ακόλουθον νύκτα· επήγα ευθύς και
εμβήκα εις την μηχανικήν κασσέλαν μου, και εσηκώθηκα πολλά εις τα
ύψη διά να μην ήθελαν με ιδούν οι φύλακες. Εκατέβηκα εις τον
λόγγον, εκεί άφησα την κασσέλαν μου, και επήγα εις την χώραν, εις
την οποίαν αγόρασα ζωοτροφίαν διά οκτώ ημέρες και πλούσια
φορέματα· ομοίως και ένα φακιόλι από πανί της Ινδίας και με
λουλούδια χρυσά, και ένα χρυσόν ζωνάρι· και περιπλέον αγόρασα
ακόμη διάφορα μυρωδικά αρώματα και καλεμίσκια και όλα τα δηνάρια
που μου ευρίσκονταν τα εξώδευσα εις τέτοια πράγματα χωρίς να
στοχασθώ το ερχόμενον, και μου εφαίνονταν πως τίποτε δεν έπρεπε να
μου λείψη ύστερον από ένα τέτοιον νόστιμον συμβεβηκός.

Γυρίζοντας από την χώραν έμεινα εις τον λόγγον όλον το επίλοιπον
της ημέρας, απερνώντάς το εις το να καλλωπισθώ και να στολισθώ
καπνιζόμενος από τα μυρωδικά αρώματα. Και φθάνοντας η νύκτα εμβήκα
εις την κασσέλαν μου εύμορφα στολισμένος, και εφέρθηκα πάλιν επάνω
εις το σκέπος του παλατίου· εγώ εμβήκα εις τον χοντζερέ της
βασιλοπούλας ωσάν και την άλλην νύκτα. Αυτή η βασιλοπούλα μου
έδωσε να καταλάβω πως με μεγάλην ανυπομονησίαν με εκαρτερούσεν· ω
μεγάλε προφήτα, αυτή μου είπεν, άρχιζα να φοβούμαι μήπως είχες
λησμονήσει την νύμφην σου διά την άργητά σου. Αχ, ακριβή
βασιλοπούλα μου, της απεκρίθηκα, ημπορούσες εσύ να στοχασθής ένα
τέτοιον πράγμα; και εις καιρόν που σου έδωσα τον λόγον μου δεν
έπρεπε να αμφιβάλλεις πως θα σε αγαπήσω εις τον αιώνα. Μα, ειπέ
μου, εκείνη μου είπε· διατί έχεις την μορφήν σου έτσι νέαν;
επίστευα πως ο προφήτης ήτον ένας σεβάσμιος γέρων. Δεν γελιέσαι,
της είπα, βέβαια η μορφή μου γηραλαία είνε και έτσι πρέπει να με
στοχάζωνται, και αν ερχόμουν καθώς είμαι, εσύ με ήθελες ιδεί με τα
γένεια άσπρα και μακρά, και με το κεφάλι φαλακρόν· μα το έκρινα
εύλογον ότι θέλεις αγαπήσει καλύτερον αν είμαι με μορφήν νέαν,
παρά γηραλέαν· και διά τούτο ήλθα εις ετούτην την μορφήν καθώς με
βλέπεις. Η βασιλοπούλα δεν έλειψε που να δώση πίστιν και εις
ετούτο το ψεύμα, και ούτω με την ευγλωττίαν μου της εσήκωσα κάθε
υποψίαν, και εχαρήκαμε καθώς εποθούσα και εκείνην την νύκτα.

Εβγήκα πάλιν από το παλάτι εις το τέλος της νυκτός διά τον φόβον
να μην ξεσκεπασθώ, ότι εγώ είμαι ένας ψευδοπροφήτης. Εξαναγύρισα
πάλιν την ερχομένην νύκτα. Και με τόσην επεδεξιότητα εφερνόμουν
πάντα, που η Σχυρίνα και η Μαλτούλα δεν έβαλαν καμμιάς λογής
αμφιβολίαν πως ήθελαν είναι γελασμένες· και ούτως επίστευσαν όλον
εκείνο που τους έδιδα να καταλάβουν.

Εις διάστημα το λοιπόν ολίγων ημερών ο βασιλεύς ο πατέρας της
συντροφιασμένος από τους οφφικιάλους του, εφέρθη εις το παλάτι της
βασιλοπούλας· Και ανοίγοντας τες πόρτες του παλατίου με τα
κλειδιά, που ο ίδιος εβαστούσεν, εμβήκε μόνος του, και ανέβη εκεί
που η Σχυρίνα ήτον. Αυτή βλέποντάς τον έμεινεν αντραλωμένη και
ανακατωμένη από εντροπήν. Ο βασιλεύς την απείκασε που κάτι είχε,
και ηθέλησε να μάθη την αιτίαν. Η περιέργειά του αβγάτισε την
αντράλωσιν της Σχυρίνας η οποία τέλος πάντων γνωρίζοντας πως ήτον
υπόχρεη να τον ευχαριστήση του εδιηγήθη εκείνο που ακολούθησεν.

Η υψηλότης σου, ω βασιλέα μου, ημπορεί να στοχασθή ποίας λογής
εστάθη η έκστασις του βασιλέως της Γάζνας, οπόταν άκουσε πως αυτός
ήτον χωρίς να ηξεύρη πενθερός του Μωάμεθ. Αχ, τι ανόμημα εφώναξεν,
είνε τούτο! αχ, θυγάτηρ μου, πόσον είσαι άνομη; ω ουρανέ, τώρα
καταλαμβάνω πως είναι μάταιον το να γυρεύη τινάς να αποφύγη από τα
εναντία που του φυλάγονται· το προγνωστικόν της Σχυρίνας είναι
τελειωμένον, και καθώς βλέπω ένας επίβουλος την επλάνεσε και την
απάτησε. Και έτσι λέγοντας εβγήκε με πολλήν σύγχυσιν από τον
χοντζερέ της Σχυρίνας, και επήγε ζητώντας εις όλον το παλάτι διά
να με εύρη· μα εστάθηκαν μάταιες η εξέτασες που έκαμε, Και όλος
θαυμασμένος έλεγεν· αλλά πώς εκείνος ο αυθάθης ημπόρεσε να έμπη
εις τούτο το καστέλλι; ετούτο είναι εκείνο που δεν ημπορώ να
καταλάβω.

Τότε έκραξε τον βεζύρην του, και τους αφεντάδες που είχαν έλθη
μαζί του, οι οποίοι έτρεξαν ευθύς εις το πρόσταγμά του. Και
βλέποντάς τον συγχισμένον, τον ερώτησεν ο βεζύρης το τι του
εσυνέβη. Ο βασιλεύς εδιηγήθη τα όσα ήκουσεν από την θυγατέρα του
και τους ερώτησε τι καταλαμβάνουν διά εκείνο το συμβεβηκός. Ο
βεζύρης ωμίλησε πρώτος και είπεν, ότι ετούτη η αμφίβολος υπανδρεία
ημπορούσε να είνε αληθινή, αγκαλά και φαίνεται μυθώδης, επειδή και
ο προφήτης ημπορεί να κάμη ό,τι θέλει· οι άλλοι αφεντάδες διά να
ευχαριστήσουν τον βεζύρην, του εβεβαίωναν την γνώμην. Μα ένας του
τζοχαντάρης, όντας εναντίας γνώμης είπε με τούτον τον τρόπον· μένω
πολλά θαυμασμένος εις το να βλέπω ανθρώπους στοχαστικούς και
φρονίμους να πιστεύουν εις μίαν διήγησιν έτσι μυθώδη, και να
πιστεύουν ότι ο μέγας προφήτης μας θα καταδεχθή να έλθη να γυρέψη
γυναίκα επάνω εις την γην, εις καιρόν που αυτός εις τους ουρανούς
είνε περιτριγυρισμένος από τα πλέον ωραιότατα κορίτσια του
παραδείσου, που δεν διαβαίνουν τους δεκαπέντε χρόνους, και που
πάντα εις αυτήν την ηλικίαν στέκονται. Και αν ο βασιλεύς θέλει να
δώση πίστιν, αντί να εναντιωθή, εις μίαν διήγησιν τόσον γελοιώδη,
σφάλλει πολύ· μα πρέπει να εξετάξη με φρονιμάδα μεγάλην αυτήν την
υπόθεσιν, και είμαι βέβαιος, ότι θέλει έλθει πολλά ογλήγορα εις
γνώσιν του αυθάδους, ο οποίος υποκάτω εις ένα ιερόν όνομα έλαβε
την τόλμην να απατήση την βασιλοπούλαν.

Με όλον που ο Βαχμάν ήτο ευκολόπιστος, και μάλιστα που ο βεζύρης
του και οι άλλοι αφεντάδες τον εβεβαίωναν, ότι δεν ήτον δύσκολον η
υπανδρεία του Μωάμεθ με την θυγατέρα του, άρχισε να αμφιβάλλη, και
απεφάσισε διά να βγάλη εις το φως την αλήθειαν. Ηθέλησε λοιπόν να
ακολουθήση με φρονιμάδα και να πασχίση να ομιλήση μόνος του χωρίς
να είνε άλλος τινάς με τον νομιζόμενον προφήτην. Και με τούτον τον
τρόπον απέστειλε τον βεζύρην του και τους λοιπούς εις Γάζναν,
δίδοντάς τους θέλημα να γυρίσουν την ερχομένην ημέραν. Τότε αυτός
μένοντας μόνος με την θυγατέρα του, άρχισε να την ξαναεξετάξη περί
αυτής της υποθέσεως έως που να έλθη η νύκτα· την ηρώτησεν ακόμη
ανίσως και έφαγεν ο προφήτης μαζί της, και αυτή του απεκρίθη πως
δεν εστάθη τρόπος να φάγη ούτε να πίη, με όλον που πολλά τον
επαρακάλεσε· της έκαμε και άλλα διάφορα ζητήματα, και εις όλα
ήκουε με πολλήν προσοχήν τες αποκρίσεις της. Φθάνοντας ως τόσον η
νύκτα ο Βαχμάν επήγε και εκάθησεν εις ένα σκαμνί, και έκαμε να του
βάλλουν δύο κηρία αναμμένα έμπροσθέν του επάνω εις μίαν ταύλαν·
έβγαλε το σπαθί του από το θηκάρι, διά να το έχη έτοιμο να το
μεταχειρισθή, αν του ήθελε κάμει χρεία, και να το βάψη εις το αίμα
μου διά την ατιμίαν πού έκαμα της τιμής του· και εις κάθε στιγμήν
με ανάμενε με ανυπομοσίαν διά να με ιδή να υπάγω.

Εκείνην την νύκτα κατά τύχην ηθέλησε να είνε ο καιρός πολλά
ανακατωμένος, και μια μεγάλη άστραψις εθάμπωσε τους οφθαλμούς του
βασιλέως, και τον έκαμε να πιστεύση πως ήτον ένα σημείον του
ερχομού μου. Και πλησιάζοντας εις το παράθυρον, από το οποίον η
Σχυρίνα του είχεν ειπεί πως εγώ έμβαινα, είδεν εις τον αέρα πολλάς
φλόγας από τον καιρόν που ήτον· και όλα αυτά τα φαινόμενα τα
έπαιρνε διά προμηνύματα του ερχομού μου, και με βεβαίαν γνώμην
εστοχάσθη, ότι εκείνες οι λάμψες και φλόγες δεν ήτον άλλο, παρά
πως οι πόρτες του ουρανού ανοίγονταν διά να έβγη ο προφήτης και να
κατέβη εις την γην·

Εις την κατάστασιν που ευρίσκονταν του βασιλέως το πνεύμα,
ημπορούσα χωρίς φόβον να φανερωθώ έμπροσθέν του. Και αντίς να τον
εύρω θυμωμένον οπόταν του εφανερώθηκα εις το παράθυρον, έμεινα
εκστατικός βλέποντάς τον από τον φόβον του να μου προσφέρη σέβας
και τιμήν· αυτός άφησε και έπεσε το σπαθί από το χέρι του· και
πέφτοντας εις τους πόδας μου, τους εφιλούσε λέγοντας· ω μεγαλώτατε
προφήτα, ποίος είμαι εγώ, και τι αγαθόν έκαμα που εκαταδέχθης να
μου κάμης την τιμήν να σου είμαι πενθερός σου; Από ετούτα τα λόγια
εκατάλαβα εκείνο που ακολούθησεν αναμέσον του βασιλέως και της
θυγατρός του· και εγνώρισα ότι ο καλός Βαχμάν δεν ήτον πλέον
δύσκολον να γελασθή από την θυγατέρα του· έλαβα χαράν εις το να
τον γνωρίσω τέτοιον και μάλιστα που δεν μου έτυχε να κάμω με
κανέναν γεμάτον από πνεύμα, που να κάμη τον προφήτην να χάση τα
κατάστιχά του υποκάτω εις τες εξέταξές του· και ενδυναμούμενος από
την αδυναμίαν του βασιλέως τον εσήκωσα και του είπα. Ω βασιλεύ,
εσύ είσαι από όλους τους βασιλείς τους Μουσουλμάνους ο πλέον
τηρητής των προσταγμάτων μου και της θρησκείας μου και διά την
καλήν σου πίστην ήλθα να σου το ανταμείψω· εσύ καλά ηξεύρεις από
τους αστρολόγους πως στέκει γραμμένον επάνω εις τες πλάκες του
γραπτού, ότι η θυγατέρα σου ήθελεν είναι απατημένη από έναν
άνθρωπον· εγώ επαρακάλεσα τον ύψιστον διά να την ελευθερώση από
τούτο το άτιμον αποτέλεσμα, το οποίον διά τες παρακάλεσές μου μού
το εχάρισεν· όμως με την συμφωνίαν ότι η Σχυρίνα θα ήθελεν είναι
μία από τες γυναίκες μου εις το οποίον εγώ έκλινα διά να σου κάμω
την ανταμοιβήν διά τες καλές προσκύνησες που καθημερινώς κάνεις.

Ο Βαχμάν όντας αδύνατος εις το πνεύμα, επίστευσεν όλον εκείνο που
του είπα χωρίς καμμίαν αμφιβολίαν· και όλος γεμάτος από επιθυμίαν
διά να στερεώση μίαν εδικοσύνην με τον προφήτην, έπεσεν εκ
δευτέρου εις τους πόδας μου εις σημείον της μεγάλης του
ευχαριστήσεως. Εγώ τον εξανασήκωσα και τον αγκάλιασα βεβαιώνοντάς
τον ότι πάντα θα είμαι εις βοήθειάν του. Έπειτα από ετούτα, αυτός
στοχαζόμενος ότι ήτον χρέος ευγενείας να με αφήση μόνον με την
θυγατέρα του, ανεχώρησεν εις άλλον χοντζερέ, και εγώ επεριδιάβασα
όλην την νύκτα με την Σχυρίναν, και πριν ξημερώση εμίσευσα, και
ήλθα με την κασσέλαν εις τον συνηθισμένον λόγγον.

Την ερχομένην ταχυνήν, ο βεζύρης και οι άλλοι αφεντάδες εφέρθηκαν
εις το παλάτι της βασιλοπούλας· αυτοί ερώτησαν τον βασιλέα αν
έμεινε βεβαιωμένος διά τα όσα ήθελε να μάθη. Ναι, τους είπεν ο
βασιλεύς, έκαμα εκείνο που κάνει χρεία· είδα τον ίδιον μέγαν
προφήτην, και με αυτόν εσυνωμίλησα· αυτός είναι νυμφίος της
θυγατρός μου· και δεν είναι αλήθεια μεγαλυτέρα από τούτην. Εις
τέτοιαν διήγησιν ο βεζύρης και οι λοιποί εγύρισαν προς εκείνον που
εναντιώνονταν επάνω εις αυτό και τον ωνείδισαν διά την απιστίαν
του. Αυτός όντας σταθερός εις την γνώμην του, έπασχε με κάθε
τρόπον να βεβαιώση τον βασιλέα πως είνε αδύνατον ο προφήτης να
υπανδρευθή με την θυγατέρα του, και πως αυτό είναι ένα μέγα ψεύμα.
Ολίγον έλειψεν ο βασιλεύς να οργισθή εναντίον εκείνου του απίστου,
ο οποίος διά την απιστίαν του έγινε το παίγνιον όλης της αυλής.

Ένα νέον συμβεβηκός που εις την ιδίαν ημέραν εσυνέβη ετελείωσε να
στερεώση τον βασιλέα και τους λοιπούς εις την γνώμην τους. Εις το
γύρισμα που έκανεν εις την χώραν ο βασιλεύς με τους ακολούθους
του, τους έπιασεν ένας καιρός πολλά σφοδρός εις τον κάμπον, τόσον
που έμεναν εις κάθε ολίγον τυφλωμένοι από τες αναλαμπές και
φοβερές βροντές που εγίνονταν, και εφαίνονταν ότι θα ήτον το τέλος
του κόσμου. Εσυνέβη εξ απροσεξίας, και το άλογον εκείνου του
τζοχαντάρη που εναντιώνονταν, να ξαφνισθή από μίαν βροντήν, και
τον έρριξε κατά γης και ετσάκισεν ένα του ποδάρι· ετούτο το
συμβεβηκός ενομίσθη ως μία παίδευσις ουράνιος διά την απιστίαν
του. Ω κακότυχε, εφώναξεν ο βασιλεύς βλέποντάς τον πεσμένον από το
άλογον, ετούτος είναι ο καρπός του δισταγμού σου και της απιστίας
σου, εσύ δεν ηθέλησες να δώσης πίστιν, και ο προφήτης δικαίως σε
επαίδευσε· και ύστερον κάνοντας να τον σηκώσουν, τον επήγαν εις το
σπήτι του σακατεμένον. Εγώ εκείνην την ημέραν επήγα διά να
σεργιανίσω εις την χώραν, ήκουσα αυτήν την είδησιν, ομοίως και το
συμβεβηκός του τζοχαντάρη, που έπεσεν από το άλογον. Δεν ημπορώ να
διηγηθώ έως ποίον βαθμόν εκείνος ο λαός ήτον ευκολόπιστος και
δεισιδαίμων· έκαναν τόσες χαρές, που ακούονταν παντού να φωνάζουν.
Ας είνε ζωή εις τον Βαχμάν, Πενθερόν του Προφήτου.

Έφθασε και εκείνη η νύκτα, κατά την συνήθειαν εφέρθηκα εις την
βασιλοπούλαν. Ωραία Σχυρίνα, της είπα εμβαίνοντας εις τον χοντζερέ
της, εσύ δεν ηξεύρεις, εκείνο που εσυνέβη σήμερον εις τον κάμπον·
ένας τζοχαντάρης ο οποίος εδίσταζεν ότι εσύ είσαι γυναίκα του
Μωάμεθ, έλαβε την παίδευσιν της απιστίας του. Έκαμα να σηκωθή μία
φουρτούνα, η οποία έβαλεν εις φόβον το άλογόν του, τόσον που τον
έρριξε και ετσάκισε το ποδάρι του, και όλον ετούτο το έκαμα εις
παράδειγμα των άλλων, που ήθελαν διστάσει εις την υπανδρείαν μου.
Εκείνη με επίστευσεν εις όσα της είπα, κατά την συνήθειαν και
ύστερον από αυτό εχαρήκαμεν με την Σχυρίναν το επίλοιπον της
νυκτός, και εις την συνειθισμένην ώραν ανεχώρησα.

Ως τόσον εις το αναμεταξύ αυτού του καιρού, έφαγα όλην μου την
ζωοτροφίαν που είχα, και καθώς δεν είχα κανένα δηνάρι, έτσι ο
προφήτης δεν ήξευρε πως να προμηθευθή από ζωοτροφίαν. Και εκεί που
εστοχαζόμουν, μου έρχεται ένας στοχασμός. Βασίλισσά μου, της λέγω
μίαν βραδιάν που ευρισκόμουν με αυτήν, ημείς ελησμονήσαμεν να
φυλάξωμεν μίαν τάξιν εις την υπανδρείαν μας· εσύ δεν μου έδωσες
κανένα πράγμα διά προίκα, και αυτό το πράγμα μου κακοφαίνεται,
επειδή και εβγαίνομεν έξω από τα όρια των νόμων. Ας είνε, ω ακριβέ
μου νυμφίε, μου απεκρίθη, θέλω ομιλήσει αύριον του πατρός μου, και
χωρίς αμφιβολίαν θέλει στείλει εδώ όλα τα πλούτη του. Όχι όχι της
αποκρίθηκα δεν είναι αναγκαίον να του ομιλήσης· ολίγον με
συμφέρουν οι θησαυροί του με το να μου είνε άχρηστοι· μου φθάνει
ότι με το χέρι σου να μου δώσης κανένα διαμαντικόν, αυτό θέλει
είνε η μοναχή προίκα που σου ζητώ. Η Σχυρίνα ήθελε δώσει όλα τα
διαμαντικά της διά να κάμη πλέον μεγάλην την προίκα της· μα
ευχαριστήθηκα να πάρω μόνον δύο χονδρά διαμάντια, τα οποία τα
επούλησα την ερχομένην ημέραν εις ένα ντζοβαϊριτσή, και με αυτό το
μέσον εβάλθηκα εις στάσιν διά να ακολουθήσω να φανερώνω την μορφήν
του Μωάμεθ.

Έτρεχε σχεδόν ένας μήνας, που απερνούσα διά προφήτης, και
ετραβούσα μίαν ζωήν πολλά ευτυχισμένην οπόταν έφθασεν ένας
Αμπασατόρος από όνομα ενός βασιλέως σημαντικού, γυρεύοντας του
Βαχμάν την θυγατέρα του εις γυναίκα του, του οποίου ο Βαχμάν
απεκρίθη λέγοντας, πως του κακοφαίνεται που δεν ημπορούσε να τον
υπακούση, με το να την υπάνδρευσε με τον Μωάμεθ. Ο Αμπασατόρος
εστοχάσθη από αυτήν απόκρισιν ότι ο βασιλεύς της Γάζνας θα
ετρελλάθη· και πεισμωμένος εμίσευσε, και ήλθεν εις τον βασιλέα
του, και επρόσφερε την απόκρισιν του Βαχμάν. Αυτός ο βασιλεύς
εθυμώθη κατά πολλά εναντίον του Βαχμάν και ευθύς επρόσταξε διά να
υπάγη καταπάνω του, και ούτως έκαμε μίαν μεγάλην αρμάδα, και με
αυτήν εμβήκεν εις το βασίλειον της Γάζνας. Αυτός ο βασιλεύς,
ονομαζόμενος Κασέμ, ήτον πολλά δυνατώτερος από τον Βαχμάν ο οποίος
από το μέρος του ετοιμάσθη όπως και αν ημπόρεσε διά να εναντιωθή
εις τον εχθρόν του. Ο Κασέμ του εχάλασε πολύ στράτευμα του Βαχμάν·
τόσον που με πολλήν ογλήγορότητα έφθασεν οποκάτω εις τα τείχη της
Γάζνας. Ως τόσον ο βασιλεύς της Γάζνας καταδαμασμένος από την
ανδρείαν των στρατιωτών του Κασέμ, άρχισε να χάνη τας ελπίδας του,
και να εμβαίνη εις μέγαν φόβον και ευθύς επρόσταξε να συναχθή
συμβούλιον διά να ιδή, τι έχει να κάμη· εις το οποίον ο
τζοχαντάρης, που ετσάκισε το ποδάρι του ωμίλησε με τον ακόλουθον
τρόπον.

Εγώ μένω εκστατικός που ο βασιλεύς δείχνει τόσον φόβον διά τούτον
τον εχθρόν, εις καιρόν που δεν έπρεπε να φοβηθή όχι μόνον τον
Κασέμ, μα ούτε όλους τους βασιλείς, που θα ήθελαν ενωθή όλοι ομού
εναντίον του, με το να έχη γαμβρόν τον Μωάμεθ· το ύψος της
βασιλείας σου δεν ημπορεί να κάμη άλλο, παρά να προστρέξη εις τον
προφήτην ωσάν γαμβρός σου που είνε, και αυτός με ταχύτητα θέλει
συγχίσει τους εχθρούς σου· πρέπει να είναι υπόχρεως διά να σε
βοηθήση, επειδή και από αιτίαν της υπανδρείας του σου εσήκωσε τον
πόλεμον ο Κασέμ.

Με όλον που ετούτη η ομιλία του τζοχαντάρη ήτον περιγελαστική, δεν
έλειψε που να προξενήση πολύ θάρρος εις τον Βαχμάν. Εσύ έχεις
δίκαιον, λέγει του τζοχαντάρη· εγώ πρέπει να προστρέξω εις τον
προφήτην· υπάγω να τον παρακαλέσω διά να εμέ βοηθήση να χαλάσω τον
εχθρόν μου και ελπίζω ότι η παρακάλεσίς μου να μη γένη άκαιρη.
Έτσι λέγοντας εφέρθη εις το παλάτι της Σχυρίνας με πολλήν
ογληγορότητα, και της είπεν ότι θα ενωθούν διά να παρακαλέσουν τον
προφήτην διά να τον βοηθήση εις αυτήν την ανάγκην. Η Σχυρίνα του
έταξε πως δεν θέλει είνε δύσκολον διά να τον υπακούση, και να του
κάμη την θέλησιν ο μέγας προφήτης· και ούτω με εκαρτερούσαν με
μεγάλην ανυπομονησίαν διά να πηγαίνω εκεί διά να με παρακαλέσουν.
Φθάνοντας λοιπόν η νύκτα επήγα κατά την συνήθειαν εις την
Σχυρίναν. Τότε ο πατέρας της και αυτή ευθύς που με είδαν,
επρόσπεσαν εις τους πόδας μου, ζητούντες μου βοήθειαν. Εγώ έμεινα
αντραλωμένος διά την ζήτησιν που μου έκαμαν, μα με όλον τούτο δεν
έχασα το πνεύμα μου· έκαμα διά να σηκωθούν, και τους εβεβαίωσα πως
δεν θέλω λείψει διά να τους κάμω την ζήτησιν. Ερχομένη η
συνηθισμένη ώρα εμίσευσα, τάζοντάς της Σχυρίνας ότι θα βάλω εις
έργον το τάξιμόν μου.

Την ακόλουθον ημέραν κατά πρώτον επήγα με την κασσέλαν μου εις ένα
υψηλόν τόπον, και εθεώρησα καταλεπτώς την κατάστασιν του
στρατεύματος του Κασέμ, ομοίως και την τένταν που αυτός ήτον
οικονευμένος· και ωσάν είδα όλα αυτά καλώς, επήγα εις έναν τόπον
πετρώδη, και έμασα πολλότατες πέτρες μικρές και μεγάλες, και
εγέμισα όσον ημπόρεσα την κασσέλαν μου· έπειτα εφέρθηκα εκείνην
την ίδια νύκτα εις την τένταν του βασιλέως, τον καιρόν πού οι
φύλακες εκοιμώνταν, και κατεβαίνοντας εκεί εβγήκα κρυφίως από την
κασσέλαν μου χωρίς να είμαι από κανένα θεωρημένος, και βλέποντας
που ο Κασέμ εκοιμώνταν, τραβώ μιαν πέτραν και τον κτυπώ με μεγάλην
δύναμιν εις το κεφάλι, και τον ελάβωσα μεγάλως. Ο Κασέμ από την
λαβωματιάν εφώναξε μεγάλως, και ευθύς εξύπνισε τους φύλακας και
τους οφφικιάλους του οι οποίοι έτρεξαν εις βοήθειάν του και
βλέποντές τον γεμάτον από αίματα και μισαποθαμμένον άρχισαν να
φωνάζουν και να οδύρωνται.

Ο φόβος έγινε κοινός εις όλον το στράτευμα, και τρέχοντας η φωνή
πως ο βασιλεύς ελαβώθη χωρίς να δυνηθή να καταλάβη πόθεν ήλθεν
αυτό εβάλθησαν όλοι εις μεγάλην σύγχισιν. Και εις αυτό το
αναμεταξύ που αυτοί ούτως ήτον συγχισμένοι, εγώ σηκωνόμενος εις
τον αέρα απόλυσα μίαν χάλαζαν από πέτρες που είχα, επάνω εις την
τένταν την βασιλικήν και ολοτρόγυρα που τους έκαμα όλους να
τρομάξουν και πολλοί στρατιώται έμειναν λαβωμένοι, και άλλοι
σκοτωμένοι· όθεν εδόθη φωνή πως βρέχει πέτρες επάνω εις την τένταν
του βασιλέως, και αυτή η είδησις εκοινολογήθη εις όλον το
στράτευμα, τόσον που εμβαίνοντας εις μέγαν φόβον εδόθηκαν εις
φυγή, λέγοντες πως ο προφήτης ήτον θυμωμένος εναντίον του Κασέμ.
Και με τούτον τον τρόπον έφυγεν όλον το στράτευμα κακώς έχοντας,
και άφησαν όλην τους την ζωοτροφίαν, και τα αναγκαία του πολέμου
εις τον κάμπον της Γάζνας.

Ο βασιλεύς Βαχμάν έμεινε προς τα ξημερώματα κατά πολλά εκστατικός,
οπόταν ήκουσε πως ο εχθρός έφυγε κακώς έχοντας· και ευθύς
εβγαίνοντας από την Γάζναν με το στράτευμά του, έκαμε μεγάλον
φθαρμόν εις τους φεύγοντας εχθρούς· έπειτα εγύρισεν εκεί που ήτον
το στράτευμά του και όλοι εγύρισαν με διάφορα κούρση
καταφωρτωμένοι εις την Γάζναν. Ύστερον από αυτό έγιναν μεγάλες
χαρές εις τον λαόν και όλοι έτρεξαν εις τα μετζίτια εις
ευχαρίστησιν του Μωάμεθ, που εκαταχάλασε τους εχθρούς, και τους
απεδίωξεν από το βασίλειόν του, και την ιδίαν νύκτα επήγεν ο
Βασιλεύς χωρίς να είναι συντροφιασμένος από κανένα εις το παλάτι
της βασιλοπούλας. Θυγατέρα μου, της είπεν, ιδού που ήλθα διά να
ανταποδώσω ευχαρίστησες του μεγάλου προφήτου, που είμαι χρεώστης
διά την φθοράν, καθώς το έμαθες, των εχθρών μου· διά το οποίον
είμαι τόσον κατανυκτικός, που αποθαίνω από την ανυπομονησίαν εις
το να του φιλήσω τα ποδάρια, και να του κάμω την πρέπουσαν
ευχαρίστησιν.

Έλαβεν αυτός πολλά ογλήγορα την ευχαρίστησιν που επιθυμούσεν·
εμβήκα κατά την συνήθειαν εις τον χοντζερέ της Σχυρίνας, εις τον
οποίον εστοχαζόμουν πως θέλω τον εύρει. Αυτός ευθύς έπεσεν εις
τους πόδας μου, και φιλώντας τους μου έκανε μεγάλες ευχαρίστησες·
εγώ τον εσήκωσα και του εφίλησα το μέτωπον· έπειτα του είπα·
ημπορούσες ποτέ να στοχασθής ότι εγώ να μη σε συντρέξω με την
βοήθειάν μου εις την ανάγκην, εις την οποίαν διά την αγάπην μου
ήσουν; επαίδευσα τον αυθάδη Κασέμ, ο οποίος εστοχάζονταν να
κυριεύση το βασίλειόν σου, και να αρπάξη την Σχυρίναν διά να την
βάλη εις τον αριθμόν από τες σκλάβες του. Μη φοβάσαι το λοιπόν
πλέον εις το ερχόμενον, ότι καμμία δύναμις ανθρωπίνη θα τολμήση να
σηκώση εναντίον σου πόλεμον· και αν κανείς, ήθελε λάβει την τόλμην
διά να έλθη να σε ενοχλήση, θέλω κάμει να πέση επάνω εις το
στράτευμά του μία βροχή από φωτιάν, που να τους κάμη όλους
στάκτην.

Αφού τον εξαναβεβαίωσα πως θέλω τον έχει πάντα εις το σκέπος μου,
και ωμιλήσαμεν και καμπόσον διά την φθοράν του στρατεύματος του
Κασέμ, ετραβήχθη διά να μας αφήση εις ελευθερίαν με την Σχυρίναν·
η οποία και αυτή δεν έλειψε που να δείξη μεγάλες ευχαρίστησες· και
μου το εβεβαίωσε με χίλια χάιδια που με έκαμεν· και ούτως έστεκα
όλως αφιερωμένος εις αγαλλίασιν με αυτήν. Μα οπόταν εκατάλαβα που
ήτον σιμά να ξημερώση ετραβήχθηκα εις τον συνηθισμένον μου τόπον.
Ήτον όλοι της Γάζνας τόσον στερεά βεβαιωμένοι, πως εγώ ήμουν ο
Μωάμεθ, αφού σχεδόν ολίγον έλειψε να το πιστεύσω και εγώ πως ήμουν
αυτός ο ίδιος ο προφήτης διά τα όσα εκατώρθωνα. Δύο ημέρας
υστερώτερα από αυτό το κάμωμα ο βασιλεύς της Γάζνας επρόσταξε να
γίνουν μεγάλες χαρές εις όλην την χώραν, όχι μόνον διά τον
χαλασμόν των εχθρών του, αλλά και διά να εορτασθούν με μεγάλην
παράταξιν οι γάμοι της βασιλοπούλας Σχυρίνας με τον Μωάμεθ.
Εστοχάσθηκα ότι θα έκανε χρεία να δοξάσω με κάποιον μέγα σημείον
μίαν εορτήν που εγίνονταν εις τιμήν μου. Και δι' αυτήν την αιτίαν,
επήγα εις την Γάζναν, και αγόρασα μπαρούτι, θειάφι, νίτρον,
καμφορά, κα άλλα αναγκαία και εστάθηκα όλην την ημέραν εις τον
λόγγον, και έκαμα μίαν μηχανικήν φωτιάν πολλά εξαίρετην. Και
ερχομένη η νύκτα τον καιρόν που όλος ο λαός εις τες στράτες
εχαίρουνταν, εφέρθηκα επάνω εις την χώραν και σηκωνόμενος πολλά
εις τα ύψη, άναψα την μηχανικήν φωτιάν, και έκαμα να φανούν εις
τον αέρα διάφορες φλόγες, ήλιος, σελήνη, αστέρες φωτεινοί, και
άλλα παρόμοια, που τους έκαμαν να μείνουν εκστατικοί· και αφού
αποτελείωσα τες φωτιές μου ετραβήχθηκα εις τον συνειθισμένον μου
τόπον όλος χαρά. Ερχομένη δε η ημέρα επήγα εις την χώραν διά να
λάβω την χαράν εις το να ακούσω το τι ωμιλούσεν ο λαός εις εκείνο
που έκαμα· δεν έμεινα εις εκείνο που ήλπιζα γελασμένος· ο λαός
έκαμνε διάφορες παράξενες διηγήσεις εις το κατόρθωμά μου· ένας
έλεγεν ότι ο Μωάμεθ ήτον εκείνος, που διά να δώση να καταλάβουν
πως είχεν ευχαρίστησιν εις τες χαρές που δι' αυτόν εγένοντο, έκανε
να φανούν φωτιές ουράνιες. Άλλος εβεβαίωνε πως είχεν ιδή, ανάμεσα
εις εκείνα τα νέα μετέωρα τον προφήτην με γένεια άσπρα και μορφήν
σεβασμίαν, και άλλα διάφορα.

Όλες αυτές οι διήγησες και ομιλίες πολλήν περιδιάβασιν μου έδωσαν·
μα αλλοίμονον εις εμέ, τον καιρόν που εγώ ήμουν εις αυτήν την
χαράν, η κασσέλα μου, η ακριβή μου κασσέλα, όργανον των θαυμαστών
μου κατορθωμάτων εκαίονταν εις τον λόγγον· κατά πως φαίνεται
καμμία σκανζιλήθρα που δεν απείκασα από τες φωτιές που έκανα, θα
έμεινε μέσα και την έφθειρεν, οπόταν ήμουν ξέμακρα από αυτήν· ώστε
που εις τον γυρισμόν μου την ηύρα όλην καμμένην. Ένας πατέρας, ο
οποίος εμβαίνοντας εις τον οίκον του βλέπει τον μονογενή του υιόν
σκοτωμένον από χίλιες λαβωματιές θανατηφόρες, και πνιγμένον εις το
ίδιον του αίμα, δεν ημπορούσε να είνε θλιμμένος περισσότερον από
έναν πόνον ωσάν τον εδικόν μου· ο λόγγος αντηχολογούσεν από τον
βρυγμόν μου, και από τα παράπονά μου, έσχισα τα φορέματά μου,
εκατάκοψα τες σάρκες μου, και δεν ηξεύρω πως εσυμπάθησα την ζωήν
μου εις την απελπισίαν που μου ήλθε, διά την υστέρησιν της
μηχανικής μου κασσέλας. Ως τόσον το κακόν ήτον χωρίς ιατρείαν, και
έπρεπεν εγώ να κάμω άλλην απόφασιν· και ετούτη ήτον να υπάγω αλλού
εις συναπάντησιν νέας τύχης. Με τούτον τον τρόπον ο προφήτης
Μωάμεθ, αφίνοντάς τον Βαχμάν και την Σχυρίναν εις μεγάλην θλίψιν,
εξεμάκρυνεν από την χώραν της Γάζνας.

Τρεις ημέρες υστερώτερα, εσυναπάντησα ένα καραβάνι από
πραγματευτάδες που επήγαιναν εις την Αίγυπτον, και ανταμωνόμενος
με αυτούς ήλθα εκεί· εις την οποίαν ευρέθηκα στενεμμένος διά να
μάθω τον υφαντήν διά να ημπορέσω να ζήσω. Εκεί έμεινα διά καμπόσον
καιρόν, έπειτα ήλθα εις την Δαμασκόν και εδώ ακόμη ακολούθησα την
τέχνην μου εις το να υφαίνω· φαίνομαι πως είμαι πολλά
ευχαριστημένος της στάσεώς μου, μα ετούτη είνε μία θεωρία ψεύτικη,
δεν ημπορώ να βγάλω από τον νουν μου την ενθύμησιν της ευτυχίας
μου, εις την οποίαν ευρισκόμουν· η Σχυρίνα είναι πάντα παρούσα εις
τους οφθαλμούς μου, και με όλον που πάσχω διά να κάμω να μου
εξαλειφθή αυτός ο στοχασμός, δεν είναι βολετόν ποτέ να την
απολησμονήσω, και αυτό με κάνει δυστυχέστατον. Ετούτη είναι η
ιστορία μου, ω βασιλέα, που με εβίασες διά να σου διηγηθώ· ηξεύρω
καλώτατα που δεν ευρίσκεται εύλογον το γέλασμα, που του βασιλέως
της Γάζνας έκαμα, και της βασιλοπούλας Σχυρίνας· και διά την
ιερόσυλόν μου τόλμην που έλαβα η υψηλότης σου θέλει με συμπαθήσει·
επειδή και η βασιλεία σου εστάθης η αιτία, και με εβίασες διά να
φανερώσω με κάθε καθαρότητα το ανόμημα που έκαμα.



&Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου και του Βεζύρη του.&



Ο βασιλεύς Βεδρεδίν απέλυσε τον Μαλέχ, αφού ήκουσε την ιστορίαν
του· έπειτα είπε προς τον βεζύρην του και προς τον αγαπημένον του
Σεήφ· τα συμβεβηκότα αυτουνού του υφαντή, δεν είναι ολιγώτερον από
των εδικών σας παράξενα· μα αγκαλά και αυτός δεν είναι από εσάς
πλέον ευτυχισμένος, μη στοχάζεσθε με όλον τούτο να με κάμετε να
κλίνω πως να μην ευρίσκεται κανείς που να χαίρεται μετά τελείαν
ευτυχίαν· θέλω να εξετάξω τους αξιωματικούς μου, τους οφφικιάλους
μου, και όλους του παλατίου. Σύρε, ω βεζύρη, και κάμε να έλθη ένας
κατόπιν από τον άλλον έμπροσθέν μου.

Ο βεζύρης υπήκουσε, και ευθύς έφερε τους αξιωματικούς, τους
οποίους εξετάζοντας τους ηύρε που να κλαίωνται, ποίος από το ένα
και ποίος από το άλλο· και μην ευρίσκοντας κανένα χωρίς θλίψιν
τους απέλυσε. Την άλλην ημέραν έκαμε να έλθουν οι οφφικιάλοι, και
εξετάζοντας και αυτουνούς τους ηύρε παρομοίους με τους άλλους· και
ανάμεσα εις τόσους, δεν εστάθη κανείς να ευρεθή να ειπή πως είναι
ελεύθερος από πίκραν. Βλέπω, έλεγε, πως από αυτουνούς δεν ευρέθη
κανείς κατά την γνώμην μου· θέλω να δοκιμάσω και όλους τους
λοιπούς του παλατίου μου, μικρούς τε και μεγάλους· έλαβεν αυτήν
την υπομονήν εις το να εξετάση ένα προς ένα, και του έδωκαν και
αυτοί την απόκρισιν που του έδωκαν και οι πρώτοι, πως κανείς δεν
ήτον χωρίς βάσανον· ποίος εκλαίονταν από την γυναίκα του, ποίος
από τα παιδιά του, ποίος πως ήτον φτωχός, ποίος πλούσιος και δεν
είχε την υγείαν του, και όλοι είχαν τον πόνον τους.

Ο βασιλεύς με όλον τούτο δεν έχασε την ελπίδα να μην εύρη κανέναν
άνθρωπον χωρίς θλίψιν. Μου φθάνει να εύρω ένα μόνον, έλεγε του
βεζύρη, και δεν θέλω άλλον επειδή και εσύ στέκεις στερεός πως να
μην είνε τινάς. Ναι, ω βασιλεύ, απεκρίθη ο βεζύρης σου το
ξαναβεβαιώνω· και είναι ανωφελείς οι ζήτησες της βασιλείας σου.
Εγώ δεν είμαι με όλον τούτο καταπεισμένος, απεκρίθη ο βασιλεύς και
μου έρχεται εις τον νουν ένα μέσον με το οποίον θέλω εύρη εκείνο
που επιθυμώ. Επρόσταξεν εις τον ίδιον καιρόν ότι να κηρυχθή εις
όλην την χώραν, πως όποιος είναι ευχαριστημένος εις την κατάστασίν
του, εις διορίαν τριών ημερών να υπάγη προς τον βασιλέα, διά να
τον κάμη ότι δώρον θελήση. Και τελειώνοντας η διορία δεν εστάθη
κανείς που να παρουσιασθή έμπροσθέν του· ώστε που εφαίνονταν όλοι
πως απερνούσαν συμφώνως με τον βεζύρην. Βλέποντας ο βασιλεύς πως
κανείς άνθρωπος δεν επαρουσιάζονταν έμπροσθέν του, έμεινε πολλά
θαυμασμένος. Δεν ημπορώ να καταλάβω, εφώναξεν αυτός, ότι εις όλην
την Δαμασκόν τοιαύτης λογής μεγάλην, να μην ευρεθή ένας
ευχαριστημένος. Βασιλέα μου, του απεκρίθη ο βεζύρης, αν εσύ ήθελες
εξετάξει όλον τον κόσμον, θέλουν σου ειπεί όλοι πως κανείς δεν
είνε χωρίς θλίψιν. Ετούτο είνε εκείνο που δεν ημπορώ να υποφέρω,
εξαναείπεν ο βασιλεύς ότι λογής θαυμασμόν μου έδωκεν η αιτία της
δοκιμής που έκαμα, θέλω με απόφασιν να περιπατήσω τον κόσμον και
να ιδώ ποίος από τους δύο μας γελοιέται εις την γνώμην του, και
δεν θέλω γυρίσει έως που να μην εύρω το ολιγώτερον ένα μόνον. Αχ
αυθέντη, του λέγει ο βεζύρης, διατί θέλεις να ακολουθής αυτήν την
επιθυμίαν; βεβαιώσου πως δεν θέλεις συναπαντήσει κανένα που να
είναι τελείως ευχαριστημένος της τύχης του.

Ο βεζύρης Ταλμούχ εποθούσε με πολλήν θερμότητα, ότι ο αυθέντης του
θα ήθελεν απαρατήσει αυτήν την επιχείρησιν. Μα ο βασιλεύς δεν
άλλαξε γνώμην, και αφού άφησε την κυβέρνησιν του βασιλείου του εις
έναν άλλον βεζύρην, εμίσευσε με τον βεζύρην Ταλμούχ και τον Σεήφ
Μολτούκ και με ολίγους σκλάβους· επεριπάτησαν αυτοί προς το μέρος
του Μπαγδατιού, εις το οποίον έφθασαν, και επήγαν και εκόνεψαν εις
ένα χάνι· και εκεί έδωκαν να καταλάβουν πως ήτον και οι τρείς
ντζοβαϊρτζήδες πραγματευτάδες από την Αίγυπτον, που εταξείδευαν
από βασίλειον εις βασίλειον. Αυτοί έφερναν μαζί τους πολλά
ντζοβαϊρικά από κάθε λογής είδη, διά να δειχθούν καλύτερον πως
ήτον τέτοιοι. Και μίαν ημέραν που εσεργιάνιζαν εις το Μπαγδάτι
είδαν ένα διδαχτήν που εδίδαχνε με μίαν μεγάλην φωνήν εις την
αγοράν, και που ήτον πολύς λαός διά να τον ακούσουν. Αυτός έλεγε
προς αυτούς με τούτον τον τρόπον. Ω ακριβοί αδελφοί μου· «όσον
αναίσθητοι είσθε εις το να κοπιάζετε τόσον διά να αποκτήσετε
πλούτη που οπόταν ο Άγγελος έλθη διά να σας σηκώση από τούτην την
ζωήν, δεν θέλετε δυνηθή με αυτόν τον πλούτον να αποφύγητε τον
θάνατον, και μέλλετε να τον αφήστε οπίσω σας και στανικώς σας· με
όλον τούτο ηξεύρω που ομολογάτε, πως η κυρίευσις του πλούτου σας,
σας κάνει να μην έχετε ποτέ ανάπαυσιν· εσείς ακαταπαύστως φοβείσθε
να μη σας τον αρπάξουν οι λησταί· η επιμέλεια που παίρνετε διά να
τον φυλάξετε, δεν σας αφίνει να τραβήξετε μίαν ζωήν ευτυχισμένην·
εγώ όντας γυμνός από πλούτη, υστερημένος από τες ανάπαυσές σας,
χαίρομαι εις την πτωχείαν μου με πολλήν ευχαρίστησιν.»

Εις ετούτα τα λόγια ο βασιλεύς Βεδρεδίν, λέγει του βεζύρη του·
Ταλμούχ, εσύ ήκουσες ωσάν και εμένα τα λόγια του διδαχτή, διά το
οποίον ιδού δεν έχω πλέον χρέος να ταξειδεύσω, ηύρα εκείνο που
εζητούσα· ετούτος ο διδαχτής είνε ένας άνθρωπος ευτυχέστατος.
Βασιλέα μου, του απεκρίθη ο βεζύρης, κάνει χρεία να πασχίσης διά
να συνομιλήσης με τούτον τον διδαχτήν, και να τον υποχρεώσης αν
ημπορέσης διά να σου ξεσκεπάση τα έσωθέν του, διά να ιδής αν είνε
αληθινά εκείνα που λέγει. Έτσι θέλω ακολουθήσει, είπεν ο βασιλεύς·
μα υστερώτερα πρέπει να μείνη ο νικημένος. Ναι, ω βασιλεύ, είπεν ο
βεζύρης, το ευχαριστούμαι όταν ήθελεν είνε έτσι· και τότε θέλω
ομολογήσει πως έζησα εις την πλάνην τόσον καιρόν. Απεφάσισαν αυτοί
ως τόσον διά να ομιλήσουν με τον διδαχτήν, ο οποίος αφού ετελείωσε
να ομιλή  εσυμμάζωξεν από τον λαόν αρκετήν ελεημοσύνην, και
ετραβήχθη εις ένα σπητάκι εις το οποίον εκατοικούσεν.

Ο βασιλεύς και ο βεζύρης βλέποντας πού εκατοικούσεν, ευθύς επήγαν
διά να τον εύρουν. Ο διδαχτής τους εδέχθηκε με μεγάλον σέβας· και
έπειτα τους ηρώτησεν, αν είχαν τίποτε διά να τον προστάξουν. Τότε
ο Βεδρεδίν εβγάζει μίαν σακκούλαν με φλωριά και την βάνει εις το
χέρι του διδαχτή λέγοντάς του. Εγώ σου κάνω τούτο το δώρον με
συμφωνίαν όμως ότι να μου φανερώσης τα έσωθεν της καρδίας σου.
Ημείς είμασθεν τρεις ντζοβαϊρτζήδες σύντροφοι· ένας από ημάς θέλει
με γνώμην βεβαίαν, ότι εις τον κόσμον δεν ημπορεί να είναι
άνθρωπος τελείως ευτυχισμένος και να μην έχη θλίψιν· εγώ είμαι
εναντίας γνώμης· και δεν είνε καιρός που σε ήκουσα να ειπής, ότι
περνάς μίαν τελείαν ευτυχίαν· ειπέ μας την αλήθειαν, σε παρακαλώ,
αν είνε έτσι, ότι πολλά μας είνε αναγκαίον να μάθωμεν, και θέλεις
μας κάμει μίαν μεγαλωτάτην χάριν. Ο διδαχτής επήρε την σακκούλαν
ευχαριστώντας τον Βαδρεδίν, και του είπεν. Αυθέντες, επειδή και
επιθυμάτε να μάθετε την αλήθειαν, ιδού που είμαι έτοιμος διά να
σας ειπώ την κάθε αλήθειαν· να ηξεύρετε πως ούτε εγώ είμαι
ευχαριστημένος και αναπαυμένος· και αν με ακούσετε να επαινέσω την
ευτυχίαν μου εις τον λαόν, μη στοχάζεσθε διά τούτο ότι ευρίσκομαι
ευχαριστημένος εις την κατάστασίν μου. Αν ωμίλησα εναντίον του
πλούτου, σας βεβαιώνω, ότι άλλος δεν ήτο ο στοχασμός μου, παρά να
παρακινήσω εις την ελεημοσύνην εκείνους που με άκουσαν· ημείς οι
διδαχτάδες τραβούμεν μίαν ζωήν πολλά δυστυχισμένην, διά να
ημπορέσωμεν να εύρωμεν μίαν τελείαν ανάπαυσιν και ευτυχίαν, την
οποίαν όλοι οι άνθρωποι ματαίως την ελπίζουν. Εγώ είμαι βέβαιος
παρομοίως με τους συντρόφους σου, πως κανείς δεν ευρίσκεται
ευχαριστημένος, και δεν είνε χωρίς θλίψιν. Κανέν πράγμα δεν
ημπορεί να ευχαριστήση τελείως την ανθρωπίνην καρδίαν. Ευθύς που ο
άνθρωπος απολαμβάνει την πλήρωσιν της επιθυμίας, που έχει
στοχασθή, αγροικά να του γεννηθή μία επιθυμία, η οποία να συγχίζη
την ανάπαυσίν του, και να τον κάνη πάλιν να μην είνε ποτέ
ευχαριστημένος.

Ο βεζύρης έλαβε μεγάλην ηδονήν εις το να ακούση τον διδαχτήν να
ομιλήση καθώς επιθυμούσε, και εκαρτερούσεν ότι ο βασιλεύς θα κλίνη
εις την γνώμην του· και κατά αλήθειαν άρχισε να κλίνη και να
βεβαιώνεται πως ήτον έτσι, και πως έως εκείνην την ώραν
ευρίσκονταν εις απάτην. Και αφού έφυγαν από τον διδαχτήν, είπε του
βεζύρη και του Σεήφ· ας υπάγωμεν να απεράσωμεν το επίλοιπον της
ημέρας εις ένα μεγάλον καφενέ, και εκάθησαν εις μέρος που ήτον δύο
ευγενείς άνδρες, που εσυνωμιλούσαν κατά τύχην διά τες δυστυχίες,
που είνε υποκειμένη η ανθρωπίνη φύσις· και άλλος δεν χαίρεται την
σήμερον μίαν ζωήν ευχαριστημένην, παρά ο βασιλεύς του Αστραχάν,
που βεβαίως καμμία πικρότης δεν του συγχίζει την γλυκύτητα των
ευτυχισμένων ημερών του· και κοντολογής, πως εκείνος ήτον ένας
άνθρωπος πολλά ευτυχής· και με δίκαιον τρόπον τον ωνόμαζαν κατ'
εξοχήν, ο βασιλεύς χωρίς θλίψιν.

Ετούτη η συνομιλία επροξένησε το αποτέλεσμά της επάνω εις το
πνεύμα του βασιλέως. Κάνει χρεία, αυτός λέγει προς τον βεζύρην,
εβγαίνοντας από τον καφενέ, ότι αύριον να μισεύσωμεν διά το
Αστραχάν. θέλω να ιδώ αυτόν τον βασιλέα χωρίς θλίψιν. Εγώ δεν
επιθυμώ ολιγώτερον από την βασιλείαν σου, απεκρίθη ο βεζύρης, και
είμαι έτοιμος να σε ακολουθήσω. Την επαύριον σηκωνόμενοι
ανταμώθηκαν με ένα καραβάνι από πραγματευτάδες, και επήγαν εις το
Αστραχάν, εκεί που εβασίλευεν ο Ορμώζ, επονομαζόμενος ο βασιλεύς
χωρίς θλίψιν. Φθάνοντας δε εκεί επήγαν και κατέλυσαν εις ένα χάνι,
και ακολουθούσαν να δείχνωνται πως ήτον ντζοβαϊρτζήδες. Αυτοί
έμειναν έκθαμβοι εις το να ιδούν τον λαόν όλον δομένον εις μεγάλες
χαρές και εις όλα τα μέρη της χώρας να γίνωνται χοροί, παιγνίδια
και άλλα χαροποιά πράγματα. Ο βασιλεύς ερώτησε τον χαντζή διά
ποίαν αιτίαν εγίνοντο τόσες χαρές εις αυτήν την χώραν. Ο χαντζής
του εδιηγήθη πως τέτοιες χαρές δεν γίνονται ούτε διά καμμίαν
νίκην, που έκαμαν εναντίον των εχθρών του, ούτε διά κανένα άλλο
ευτυχισμένον συμβεβηκός· κάθε ημέραν ο λαός εορτάζει κάποιαν νέαν
χαράν· και τούτο συμφώνως διά να αρέσουν εις την κλίσιν του
βασιλέως, ο οποίος έτσι αγαπά κατά πολλά, με το να είνε του πλέον
καλλιτέρου χαρακτήρος, που εις τον κόσμον ευρίσκεται· όθεν του
εδόθη δι' αυτήν την αιτίαν το επίθετον του βασιλέας χωρίς θλίψιν.
Ακούοντας από τον Χαντζήν ο Βεδρεδίν αυτήν την διήγησιν, λέγει
προς τον βεζύρην του. Από τον ευγενικόν χαρακτήρα που ο Χαντζής
μου εφανέρωσε διά τον βασιλέα του Αστραχάν, εγώ είμαι βέβαιος πως
του λόγου σου είσαι πληροφορημένος πως αυτός βεβαίως είνε χωρίς
θλίψιν. Μη γένοιτο, απεκρίθη ο βεζύρης· επειδή και είμαι βέβαιος,
πως και αυτός θα είνε ωσάν τον διδαχτήν· και αν έχης τον τρόπον να
βεβαιωθής από τον ίδιον βασιλέα θέλεις ιδεί πως και αυτός δεν είνε
χωρίς καμμίαν θλίψιν, που να τον συγχίζη. Ας είνε, του απεκρίθη ο
Βεδρεδήν· εγώ θέλω πασχίσει να εύρω τον τρόπον διά να συνομιλήσω
με αυτόν και αν είνε και αυτός καθώς μου λέγεις, σου τάσσω να μην
υπάγω παρεμπρός εξετάζοντας, αλλά ευθύς να γυρίσω εις το βασίλειόν
μου, και θέλω ομολογήσει τότε, πως κανείς άνθρωπος δεν είνε χωρίς
θλίψιν. Είμαι ευχαριστημένος, απεκρίθη ο βεζύρης. Ας πασχίσωμεν το
λοιπόν να εύρωμεν το μέσον διά να ομιλήσωμεν με τον ίδιον Ορμώζ,
και ας τον ιδούμεν από σιμά, και ας εξετάσωμεν με επιμέλειαν τα
έσωθεν της καρδίας του, διά να έβγωμεν από την περιέργειάν μας.

Την ερχομένην ημέραν εστοχάσθηκαν να υπάγουν εις τον βασιλέα ωσάν
ντζοβαϊρτζήδες, και με τούτον τον τρόπον επήραν και οι τρεις από
μίαν κασσελοπούλαν, και τες εγέμισαν από τα διαμάντια που είχαν,
και ερχόμενοι εις το παλάτι, εζήτησαν διά να ομιλήσουν με τον
βασιλέα. Εδόθη είδησις εις τον βασιλέα, ότι τρεις ντζοβαϊρτζήδες
που επήγαιναν από βασίλειον εις βασίλειον, επιθυμούσαν να
ομιλήσουν με αυτόν. Ο Ορμώζ επρόσταξε να έλθουν προς αυτόν.
Ερχόμενοι δε προς αυτόν, άνοιξαν τες κασσελοπούλες των, και του
έδειξαν διάφορα διαμάντια, τάχα πως τα είχαν διά πούλημα· αυτός τα
εστοχάσθη με πολλήν ακρίβειαν και με θαυμασμόν, διά την ποιότητά
τους, και επάνω εις όλα αυγάτισεν ο θαυμασμός του εις το να ιδή
ένα καρβούνι πολλά θαυμάσιον, μέγα ωσάν ένα αυγό περιστεριού το
οποίον παίρνοντάς το εις το χέρι, δεν εχόρταινε που να το κυττάζη
και να του επαινή την ευμορφάδα. Τότε ο Βεδρεδήν βλέποντάς τον που
του άρεσεν αυτό το καρβούνι, είπεν· Ημείς μένομεν θαυμασμένοι εις
το να βλέπωμεν πως έχομεν πράγμα που να αρέση της βασιλείας σου·
διά το οποίον ταπεινώς την παρακαλούμεν να το δεχθής, διά ένα
δώρον, συμπαθώντάς μας την ελευθερίαν, που παίρνομεν διά να της το
προσφέρωμεν.

Ο Ορμώζ το εδέχθη με ευχαρίστησιν, και είπε προς αυτούς, ότι
ήθελεν όσον καιρόν έμελλε να σταθούν εις το Αστραχάν, να υπάγουν
να μένουν εις το παλάτι του. Αυτοί την ιδίαν ημέραν, επήγαν εκεί
και κατέλυσαν· εις τους οποίους εδόθηκεν ένας ωραιότατος χοντζερές
στολισμένος όλος από μεταξωτά, ομοίως και οφφικιάλοι του βασιλέως
διά να τους υπηρετήσουν. Εκείνος ο μονάρχης στοχαζόμενος αυτούς
ωσάν τρία υποκείμενα, που επεριδιάβαζαν τον κόσμον, και ήρχονταν
από βασίλειον εις βασίλειον, έβαλε την επιμέλειαν διά να τους κάμη
κάθε λογής περιποίησιν, και τιμές όσον να ήτον βολετόν διά να τους
υποχρεώση να κηρύττουν εις τα άλλα βασίλεια την ακρίβειαν της
μεγαλειότητός του. Κάθε ημέραν τους έκανε νέα χαρίσματα· τώρα τους
εξεφάντωνεν εις το κυνήγι, και τώρα εις κανένα περίεργον θέαμα·
και ποτέ δεν τους άφινε χωρίς να τους δώση καμμίαν νέαν
ξεφάντωσιν. Και με όλες αυτές τες περιποιήσεις που ο Ορμώζ τους
έκανεν, αυτοί δεν ευρίσκονταν αναπαυμένοι ανίσως και δεν ήθελαν
μάθει καταλεπτώς από τον ίδιον, αν ήτο και εσωτερικώς
ευχαριστημένος, καθώς εξωτερικώς έδειχνε, και μη ευρίσκοντας άλλον
τρόπον διά να μάθουν από τον ίδιον, έκριναν εύλογον ότι ο Βιδρεδίν
θα του ήθελε φανερωθή, ποίος ήτο και με αυτόν τον τρόπον θέλουν
ημπορέσει να επιτύχουν πού να τους φανερώση την καρδιά του, ειδέ
με άλλον τρόπον δεν ήτο βολετόν να καταλάβουν την αλήθειαν· και
ούτως απεφάσισαν διά να κάμουν.

Αυτοί μίαν ημέραν εζήτησαν θέλημα να ομιλήσουν με αυτόν ξεχωριστά,
το οποίον και τους εδόθη. Ο Βεδρεδίν εστάθη ο πρώτος που του
ωμίλησε, και με τούτον τον τρόπον είπε του Ορμώζ. Ημείς, ω Βασιλέα
είμεθα εδώ φερμένοι επιταυτού από μίαν περιέργειαν διά να μάθωμεν
κάποιόν τι που μας είναι επιθυμητόν και κάνει χρεία να σας
ομιλήσωμεν με όλην την καθαρότητα. Ήξευρε το λοιπόν, ότι ημείς δεν
είμεθα ντζοβαϊρτζήδες, καθώς εδώσαμεν να μας καταλάβουν· εγώ είμαι
βασιλεύς καθώς και του λόγου σου, και βασιλεύω επάνω εις τον λαόν
της Δαμασκού, και τούτοι οι δύο άνθρωποι, που εσείς νομίζετε διά
συντρόφους μου, ο ένας είνε ο μυστικός μου και ο άλλος ο βεζύρης
μου. Ο Ορμώζ έμεινεν εκστατικός εις μίαν τοιούτης λογής θάρρεψιν,
και εθαύμασε πολλά περισσότερον οπόταν ο Βεδρεδίν του εδιηγήθη την
αιτίαν διά την οποίαν εμίσευσαν από την Δαμασκόν. Ο Ορμώζ εκαμώθη
πως εγέλασεν εις αυτήν την διήγησιν· έπειτα αποκρίνεται και λέγει.
Μα πώς, ω κύριε, ο βεζύρης σου είνε τόσον ισχυρογνώμων, ότι να μην
είναι κανείς χωρίς θλίψιν; Ναι, του απεκρίθη ο βασιλεύς της
Δαμασκού· και αυτό είναι εκείνο, που δεν ημπορώ να καταλάβω μα την
αλήθειαν· εγώ δεν ημπόρεσα να εύρω εις το βασίλειόν μου έναν
άνθρωπον χωρίς να μην έχη θλίψιν· εχάλεψα εις άλλους τόπους να
εύρω κανέναν μα ματαίως έκαμα τους κόπους· είδα εις το Μπαγδάτι
ανθρώπους που φαίνονταν ευχαριστημένοι εις την κατάστασίν τους,
και με όλον τούτο δεν ήτον έτσι· αποσταμένος το λοιπόν από μίαν
ματαίαν ζήτησιν απεφάσισα να γυρίσωμεν εις την Δαμασκόν· μα οπόταν
ήκουσα διά να ομιλούν διά την βασιλείαν σου, πως είσαι ο βασιλεύς
χωρίς φροντίδα και χωρίς θλίψιν, ηθέλησα παρακινημένος από τέτοιαν
περιέργειαν να σε ιδώ, και παρετήρησα, ότι κατά αλήθειαν από τες
χαροποίησες που καθημερινώς δείχνεις, φανερώνεις ότι είσαι αληθώς
ευχαριστημένος, και χωρίς θλίψιν· σε ορκίζω το λοιπόν, ω αυθέντη,
να μου φανερώσης αν είναι αληθείς, ή ψευδείς οι θεωρίες που
κάνεις, και αν και χαίρεσαι εσύ μιαν τελείαν ευτυχίαν, και αν
θλίψις καμμία δεν συγχίζει την ανάπαυσίν σου.

Ο Ορμώζ δεν ημπόρεσε να μείνη χωρίς να ξαναγελάση εις ετούτες τες
εξέτασες. Είνε δυνατόν, ω κύριε, λέγει αυτός του βασιλέως της
Δαμασκού, ότι αληθώς επαράτησες το βασίλειόν σου, και τρέχεις τον
κόσμον διά να συναντήσης ένα τελείως ευχαριστημένον; Τίποτε δεν
είνε πλέον αληθινόν από τούτο, απεκρίθη ο Βεδρεδίν και σε παρακαλώ
να μου φανερώσης την αλήθειαν και το έσωθεν της καρδίας σου.
Επειδή και μου ζητάτε τούτο με τόσην παρακάλεσιν, εξαναείπεν ο
Ορμώζ, και καθώς πολύ σε συμφέρει διά να το μάθης, ιδού που σου
λέγω, πως ο βεζύρης σου έχει όλον το δίκαιον, και είμαι και εγώ με
την γνώμην του. Όσον δι' εμέ είμαι μακρυά πολύ του να είμαι
άνθρωπος καθώς με στοχάζεσαι· το επίθετον του βασιλέως χωρίς
θλίψιν που δίδεται, είνε ψευδές, με το να είμαι ο πλέον δυστυχής
βασιλεύς του κόσμου· η χαρά που φανερώνεται εις το πρόσωπόν μου
είνε όλη πλαστή· πλαστές οι ηδονές που με κάνουν να μη στοχάζωμαι
ένα τόσο βάσανον, που ακαταπαύστως με θλίβει. Ο βασιλεύς της
Δαμασκού εξέστη εις το να ακούση τον βασιλέα του Αστραχάν να
ομιλήση με αυτόν τον τρόπον· και ανάφτοντάς του την περιέργειαν
εις το να μάθη το αίτιον της ανησυχίας του, έκαμε τόσον, που ο
Ορμώζ του έταξε διά να του το φανερώση οπόταν εύρη καιρόν
αρμόδιον. Ο Βεδρεδίν, ο βεζύρης και ο Σεήφ Μολτούχ ύστερον από το
τάξιμον που ο Ορμώζ τους έκαμεν, ανέμεναν και οι τρεις με
ανυπομονησίαν την πλήρωσιν του ταξίματός του, το οποίον αυτός το
έκαμε με τον ακόλουθον τρόπον.

Μίαν νύκτα, τον καιρόν που εις το παλάτι του ήτον ησυχία έστειλε
δύο ευνούχους, διά να τους φέρη προς αυτόν. Ο Ορμώζ ωσάν τους είδε
είπεν· ιδού τέλος πάντων που είμαι έτοιμος διά να πληρώσω το
τάξιμόν μου· εσείς θέλετε διακρίνει αν εγώ με δίκαιον τρόπον σας
είπα πως είμαι ο πλέον δυστυχής βασιλέας του κόσμου. Έτσι λέγοντας
επήρε από το χέρι τον βασιλέα Βεδρεδίν, και τους άλλους, και τους
έκαμε να περάσουν από δύο οντάδες, και τους έφερεν έως την πόρταν
του τρίτου, εις την οποίαν τους είπε να σταθούν με επιμέλειαν και
να θεωρήσουν. Ο Βεδρεδίν έρριξε τους οφθαλμούς του εις εκείνον τον
οντά, και είδεν επάνω εις ένα θρονί μίαν ωραίαν κυρίαν, της οποίας
η ωραιότης τον έκαμε να μείνη· η ασπράδα της υπερέβαινε το χιόνι·
οι οφθαλμοί της ήτον παρόμοιοι ωσάν δύο ήλιοι· είχεν αυτή το
πρόσωπον γελούμενον, και εφαίνονταν να δίδη ακρόασιν εις κάποιες
ομιλίες, που μία γραία σκλάβα της έκανε.

Στοχασθήτε αυτήν την βασίλισσαν, η οποία στέκει καθήμενη εις
εκείνο το θρονί, ακολούθησεν ο Ορμώζ· είδετε σεις πράγμα πλέον
ωραίον; δεν φαίνεται ότι η φύσις έλαβε την ευχαρίστησιν να δώση
εις τον κόσμον ένα υποκείμενον τόσον ευγενικόν; αυτή είνε εκείνη
η ποθεινοτάτη βασίλισσα, που μου προξενεί το βάσανον· αυτή είνε
εκείνη που με κάνει δυστυχή. Μήπως και αυτή δεν σε αγαπά, ω
αυθέντη; είπεν ο Βεδρεδίν. Όχι, όχι απεκρίθη ο Ορμώζ· δι' αυτό
δεν παραπονούμαι· αν εγώ την λατρεύω, είμαι με όλον τούτο
ανταποκριμένος. Μα πώς το λοιπόν, ξαναείπεν ο Βεδρεδίν, ημπορεί
αυτή να σε κάνη δυστυχή; Τώρα, τώρα θέλετε τα ιδεί, απεκρίθη ο
βασιλέας του Αστραχάν· αναμείνατε και οι τρεις εις την πόρταν, και
θεωρήσατε με προσοχήν εκείνο που θέλει συμβή.

Τελειώνοντας που να ομιλή έτσι, εισήλθεν εις τον οντά, και
επήγαινε προς την βασίλισσαν, και κατά το μέτρον που επλησίαζε
προς αυτήν, ω θέαμα ανήκουστον, έτσι αυτή έχανε την όψιν της, τα
μάγουλά της που ήταν κόκκινα ωσάν το τριαντάφυλλον, ευθύς
εμεταβάλθηχαν εις αχνότητα πεθαμμένου· τα χείλη της έγιναν μελαψά·
αφανίσθη το χαρούμενόν της πρόσωπον και τα εύμορφά της τα μάτια
εκλείσθηκαν, ωσάν αποθαμμένης. Φθάνοντας τέλος πάντων ο Ορμώζ
πλησίον της εκάθισεν εις ένα θρονί κοντά της· και ρίχνοντας τους
οφθαλμούς του επάνωθέν της γεμάτους από αγάπην και πόνον, της
είπε· Βασίλισσα μου αγαπητή και παμπόθητη, άνοιξε, σε παρακαλώ,
τους οφθαλμούς σου, και θεώρησε τον κακότυχόν σου νυμφίον, ότι η
κατάστασις, εις την οποίαν ευρίσκεσαι, μου διαπερνά την καρδίαν. Η
βασίλισσα τότε δεν του αποκρίνονταν, ούτε του έδωσε κανένα σημείον
πως τον είχεν ακούσει, και τέλος πάντων εφαίνονταν πως ήταν
αποθαμμένη. Ο Ορμώζ δεν ημπορούσε πλέον να υποφέρη περισσότερον
εκείνο το αξιοδάκρυτον θέαμα· εσηκώθη από το θρονί διά να γυρίση
προς τον Βεδρεδίν και καθώς εξεμάκρυνεν από την γυναίκα του, αυτή
εξανάρχονταν εις την πρώτην της όψιν και ευμορφάδα· η θεωρία της
εξανάλαβε την λαμπρότητα που είχε, και εις ένα λόγον είδαν που
ναξαναγεννηθούν όλες της οι νοστιμάδες, το οποίον επροξένησεν εις
τους θεωρούντας τον θαυμασμόν, που ευκόλως ημπορεί να στοχασθή
κανένας.

Ο βασιλεύς της Δαμασκού, ο μυστικός του, και ο βεζύρης του,
εκρατούσαν τους οφθαλμούς τους στερεούς επάνω εις τον Ορμώζ, και
δεν ημπορούσαν να συνέλθουν από την έκστασίν των. Ίδετε την
ταλαιπωρίαν μου, τους λέγει τότε ο Ορμώζ· ημπορείτε να ειπήτε κατά
το παρόν, αν εγώ είμαι ο άνθρωπος εκείνος ο ευτυχής, τον οποίον
πηγαίνετε χαλεύοντας; Όχι, απεκρίθη ο Βεδριδίν, ημείς είμασθε κατά
πολλά βεβαιωμένοι, ότι εσύ είσαι ένας βασιλέας δυστυχέστατος· το
απίστευτον θέαμα, εις το οποίον είμασθε μάρτυρες, μας το κάνει
πολλά καλά να το γνωρίσωμεν. Μα ήθελα να ηξεύρω διατί όταν
πλησιάζης προς αυτήν της έρχεται λιποθυμία, και χάνει την όψιν
της, και οπόταν από αυτήν ξεμακραίνεις, ξαναλαμβάνει την μορφήν
της και τα πνεύματά της; αν ημπορήτε, σας παρακαλώ, ευχαριστήσετε
την περιέργειάν μου.

Εγώ δεν θαυμάζω καθόλου διά την ζήτησίν σου, απεκρίθη ο Ορμώζ,
επειδή και το εκαρτερούσα· έχετε βέβαια όλην την αιτίαν να
θαυμάσητε εις ό,τι είδετε· μα διά να σας κάμω να μάθετε εκείνο που
επιθυμάτε, διά να το ηξεύρετε, κάνει χρεία να σας διηγηθώ μίαν
μακρυνήν ιστορίαν και αν υποφέρετε μετά χαράς, θέλω σας διηγηθή. Ο
Βεδρεδίν και οι δύο συνακόλουθοί του τον εβεβαίωσαν πως
μεγαλυτέραν χάριν από αυτήν δεν ήθελε τους κάμει. Και ούτως ο
Ορμώζ άρχισε να κάνη την διήγησιν με τον ακόλουθον τρόπον.



&Ιστορία του Βασιλέως Ορμώζ επονομαζομένου βασιλέως χωρίς θλίψιν,
και της βασιλοπούλας Ρέτζιας.&



Είναι από τους δώδεκα χρόνους της ηλικίας μου που εβουλήθηκα να
περιδιαβάσω τον κόσμον· εζήτησα από τον πατέρα μου τον βασιλέα την
ελευθερίαν δι' αυτήν την βουλήν, και μετά χαράς μου την έδωσεν·
εδιώρισε μερικούς οφφικιάλους διά να τους έχω εις την συντροφιάν
μου και άνοιξε τους θησαυρούς του, και μου έδωσεν αναρίθμητα
αργύρια, διά να κάνω τιμήν εις τον εαυτόν μου οπόταν φθάνω εις
καμμίαν αυλήν βασιλικήν. Εμίσευσα λοιπόν από το Αστραχάν με τους
ανθρώπους που μου εδιώρισεν ο πατέρας μου· ανάμεσα εις αυτούς που
με εδούλευε διά λαλάς· ο οποίος κατά πολλά με αγαπούσε, και
ωνομάζετο Χασάν. Ήτον αυτός ένας άνθρωπος πολλά φρόνιμος και
πεπαιδευμένος εις τα πάντα, και το περισσότερον που μου άρεσεν εις
αυτόν ήτον που ότι εποθούσα, και ότι ήθελα, δεν μου εναντιώνονταν,
αλλά έκανε κάθε τρόπον που να ευχαριστήση την κλίσιν μου· και με
τούτον τον τρόπον που με εφέρνονταν με εμένα, απόκτησα το θάρρος
μου, και κάθε μου απόκρυφον εις αυτόν το εξεμυστηρευόμην.

Αφού εμισεύσαμεν από το Αστραχάν, εδιαβήκαμεν από διαφόρους τόπους
και βασίλεια· και όπου και αν απερνούσα, έκανα με τα δώρα μου και
τα μεγαλοπρεπή μου έξοδα να δειχθώ ποίος ήμουν. Και μίαν ημέραν
ευρισκόμενος εις το Σουράτ, λέγω του λαλά μου· Χασάν, είμαι
βαρεμένος εις το να ταξειδεύω με μορφήν βασιλοπούλου· οι τιμές που
παντού μου κάνουν, αρχινούν να μου είνε ανυπόφερτες· δεν
απολαμβάνω εκείνην την ηδονήν, που εις τα ταξείδια οι περιηγηταί
χαίρονται οπόταν ταξειδεύουν αγνώριστοι· αφήνω πολλά πράγματα που
δεν τα βλέπω· το μεγαλείον μου δεν με καλεί να πηγαίνω να τα
βλέπω· και δεν ημπορώ να πληρώσω κατά πως θέλω την επιθυμίαν μου.
Επιθυμούσα να ήμουν ωσάν ένας απλούς άνθρωπος, διά να ημπορώ να
ιδώ κάθε ταπεινόν πράγμα χωρίς να έχω αντίρρησιν, το οποίον θέλει
μου είνε και διά περισσοτέραν μου πράξιν. Ο Χασάν επαίνεσε την
γνώμην μου, και δεν έχασε καιρόν που να πληρώση την επιθυμίαν μου.
Και εκείνην την ημέραν έστειλαμεν όλους τους άλλους που μας
εσυντρόφευαν οπίσω εις τον πατέρα μου, και εμείναμεν ημείς μόνον
οι δύο και παίρνοντας πολλά διαμαντικά μαζί μας, εμισεύσαμεν απ'
εκεί, και ύστερα από μίαν μακρυνήν στράταν εφθάσαμεν εις την πόλιν
της Καρίσμου, εις την οποίαν εβασίλευεν ο Κηλήτζ Αρσλάν.

Την δευτέραν ημέραν αφού εφθάσαμεν εκεί, εβγήκαμεν διά να
σεργιανίσωμεν την χώραν την οποίαν εύραμεν πολλά ωραιοτάτην.
Εσταθήκαμεν ξεχωριστά διά να στοχασθούμεν ένα παλάτι, που μας
εφάνηκε να ήτον μία φτιάσις πολλά εξαίρετη, και ήτον ξεχωριστόν
από τα άλλα τα σπήτια, κείμενον εις την άκρην της πολιτείας,
περιτειχισμένον με χαμηλά τείχη, και ολοτρόγυρα του τείχους ήτον
πολλότατοι πύργοι πολλά υψηλοί και στενοί. Μας ήλθεν επιθυμία διά
να υπάγωμεν εις αυτό το παλάτι να το ιδούμεν· και πλησιάζοντες εις
αυτό ακούομεν να εβγαίνουν διάφορες φωνές από εκείνους τους
πύργους, εις τους οποίους ήτον μέσα άνθρωποι κλεισμένοι και
ωμιλούσαν με φωνές πολλά δυνατές· άλλοι μεν ετραγουδούσαν, άλλοι
εγελούσαν, και άλλοι έκλαιαν. Και από αυτά τα σημεία
εστοχασθήκαμεν ότι ήτον ο τόπος όπου είχαν τους τρελλούς
κλεισμένους· και πηγαινάμενοι παρεμπρός εβεβαιωθήκαμεν πως ήτον
έτσι, με το να ηκούσαμεν που να επαραμιλούσαν και να έλεγαν λόγια
χωρίς στόχασιν, και ολονών οι τρελλές κουβέντες που έκαναν ήτον
περί αγάπης, ώστε που εκρίναμεν ότι η τρελλαμάρα τους θα είχε
προξενηθή από αγάπην και διά τούτο τους εβάλαμεν εις εκείνους τους
πύργους.

Και εκεί που με τον λαλά μου εκάμαμεν αυτούς τους στοχασμούς διά
τους τρελλούς, ανταμώνομεν έναν από τους φύλακας εκείνου του
τόπου, και τον ερωτήσαμεν διά να μας ειπή, διατί εκείνοι οι
τρελλοί μιλούν όλο δι' αγάπην; Μη θαυμάζετε, εκείνος μας απεκρίθη,
ότι αυτοί οι τρελλοί μιλούν περί αγάπης, επειδή και από αυτήν
προέρχεται το κακόν τους· εσείς από ότι καταλαμβάνω είσθε ξένοι,
και βεβαίως δεν είχετε πλέον σταθή εις το μέρος της Καρίσμου, με
το να μην ηξεύρετε που αυτοί ετρελλάθηκαν με το να είδαν την
Ρετζίαν θυγατέρα του Σουλτάνου μας· μα επειδή και δεν έχετε
είδησιν δι' αυτήν την υπόθεσιν, θέλω να σας ευχαριστήσω να σας την
διηγηθώ.

Αν ηξεύρετε, ότι αυτή η βασιλοπούλα, ηκολούθησεν αυτός παίζει
κάποιες φορές το κοντάρι εις το φανερόν· η οποία εκείνες τις ώρες
έχει ξέσκεπον το πρόσωπόν της, και καθένας ημπορεί να την ιδή· μα
αλλοί εις εκείνους που σταματήσουν διά να την θεωρήσουν· διαπερνά
εις τους οφθαλμούς του μία αγάπη, που τους γεννάται θανατηφόρος·
κάποιοι πέφτουν λιγοθυμημένοι, και αποθνήσκουν απελπισμένοι διά να
μη ημπορούν να την απολαύσουν· άλλοι σκοτώνονται μοναχοί τους από
την απελπισίαν τους και άλλοι χάνουν το λογικόν τους, τους οποίους
τους φέρνουν και τους κλείουν εις ετούτους τους πύργους καμωμένους
επιταυτού από τον Σουλτάνον. Αυτός ο βασιλεύς αντίς να εμποδίση
την θυγατέρα του εις το να βγαίνη να την βλέπη ο λαός, φαίνεται να
λαμβάνη μίαν βάρβαρον ηδονήν από των δυστυχιών, που από αυτήν
προξενούνται, και κενοδοξείται που έκαμε να γεννηθή ένα πλάσμα
τόσον ζημιώδες. Εις το αναμεταξύ που αυτός ο φύλακας μας ωμιλούσε,
βλέπομεν να φθάνη ένας μέγας αριθμός κόσμου από την χώραν με
πολλές φύλαξες του Σουλτάνου, που έφεραν δύο νέους διά να τους
βάλλουν εις τους πύργους. Βλέπετε, εφώναξεν, ετούτους τους νέους
τρελλούς που τους φέρουν εδώ; βέβαια, λέγει ο φύλακας, η
βασιλοπούλα Ρετζία κατά πως φαίνεται σήμερον παίζει το κοντάρι.

Ακόμη δεν είχε τελειώσει αυτόν τον λόγον, και ευθύς τον απαρατώ.
Υπάγω του είπα, να ιδώ που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα, θέλω ο
ίδιος να γένω κριτής της ωραιότητός της· αμφιβάλλω πολλά, ότι αυτή
θα είναι τόσον εξαισία, καθώς μου την περιγράφεις. Ο λαλάς μου
ετρόμαξεν εις τούτην την απόφασιν, και άρχισε να με εμποδίζη.
Αυθέντη, μου λέγει, με μεγάλον πόνον της καρδιάς του, μην
παραδίνεσαι εις αυτήν την επιθυμίαν σε παρακαλώ· ποίον δαιμόνιον
σου την εφώτισεν; ιδού που θεωρούμεν με τους οφθαλμούς μας, και
ακούομεν με τα αφτιά μας τα θανατηφόρα αποτελέσματα, που κάνει
αυτή η θεώρησις της Ρετζίας· σε εξορκίζω εις τον μέγαν Προφήτην,
να μη βαλθής εις αυτόν τον κίνδυνον· και έπαρε παράδειγμα από
αυτούς τους δυστυχείς, που εις τούτους τους πύργους ευρίσκονται
από αιτίαν της κλεισμένοι.

Δεν ημπόρεσα να κάμω αλλέως παρά να γελάσω, βλέποντας τον τρόμον
του Χασάν που τον επλάκωσε. Κατά αλήθειαν, του είπα, εσύ δεν έχεις
λογικόν· ημπορείς εσύ να δώσης πίστιν εις ένα φόβον τόσον γελοιώδη;
στοχάζεσαι ότι η θεωρία μιας ωραίας θα ημπορέση να με κάμη να χάσω
το λογικόν; εσύ ηξεύρεις καλώτατα, πως εις το παλάτι του πατρός
μου είχε πολλές ωραιότατες σκλάβες, και ποτέ καμμία δεν με έκανε
να σαλεύση ο νους μου προς αγάπην· μην πιστεύης λοιπόν ότι εις
μίαν στιγμήν ημπορεί να μου προξενήση η θεωρία της ένα τοιούτης
λογής αποτέλεσμα· στάσου χωρίς φόβον επάνω εις την περιέργειάν
μου, και μη σε μέλλη τίποτε πως η ωραιότης της Ρετζίας θα μου κάμη
κακόν αποτέλεσμα.

Ο Λαλάς μου εδιπλασίασε τας παρακαλέσεις του, μα εγώ σταθερός εις
την απόφασίν μου χωρίς να του ειπώ άλλο, εμίσευσα, και
περιπατώντας καμπόσον εσυναντήσαμεν ένα ιμάμην εις την στράταν,
τον οποίον ερώτησα διά να μου δείξη τον δρόμον, που υπάγει εκεί
που παίζει το κοντάρι η βασιλοπούλα. Αχ δυστυχισμένε, αυτός
απεκρίθη, βλέπω που εβαρέθης εις το να χαρής το λογικόν σου· δεν
σου εδιηγήθη κανείς ποία αποτελέσματα προξενεί η θεωρία της
Ρετζίας; αν το ηξεύρης, είσαι πολλά αυθάδης εις το να μη φοβηθής
μίαν ωραιότητα τόσον φθοροποιάν. Μου έκαμεν αυτός και άλλες
νουθεσίες διά να με εμποδίση αν ήτον βολετόν· μα βλέποντας που δεν
έκανε τίποτε, μου έδειξε την στράταν με οργήν. Σύρε το λοιπόν, μου
είπεν όλος θυμωμένος, τρέξε εις τον αφανισμόν σου, επειδή και δεν
θέλεις να ακολουθήσης τες νουθεσίες μου. Μίαν στιγμήν υστερώτερα
αφού και άφησα τον ιμάμην, ήκουσα έναν τελάλην που εφώναζε, πως η
Ρετζία παίζει το κοντάρι, και πως όποιος είναι αστόχαστος ας υπάγη
να την ιδή, και το φταίξιμον θέλει είναι ιδικόν του διά το κακόν
που θέλει του τύχει.

Καθώς εγώ επλησίαζα εις το παιγνίδι έβλεπα μεγάλον φόβον ες τον
λαόν ήκουσα τους πατέρας που έκραζαν τα παιδιά τους και τα έκλειαν
εις τα σπήτιά τους, και άλλοι με μεγάλην επιμέλειαν τα εχάλευαν,
διά να τα εμποδίσουν, εις το να ιδούν την Ρετζίαν και διά αυτές
όλες τες προφυλάξεις που έβλεπα εγελούσα με τον εαυτόν μου, ομοίως
και διά τον φόβον του Λαλά μου. Οπόταν δε ήμουν ολίγον μακράν από
τον τόπον του παιγνιδιού, δεν έβλεπα άλλο, παρά γέροντας, και
αυτοί είχαν αντίρρησιν οι οποίοι έστεκαν μακράν από την
βασιλοπούλαν· και με όλα τα γηρατειά τους εφοβούνταν να μην
απεράσουν το επίλοιπον της ζωής τους εις τους πύργους, και
κοντολογής όλοι απέφευγαν από το να ιδούν το πλέον ωραίον της
φύσεως. Ως τόσον εγώ επλησίαζα με τόλμην χωρίς να ακούσω την φωνήν
κάποιων καλών γερόντων, που διά σπλάχνος και αυτοί μου έλεγαν να
γυρίσω οπίσω, μα πολλά αργά έφθασα εκεί. Επειδή και εκείνην την
στιγμήν ετελείωσε το παιγνίδι, και η Ρέτζια ανεχώρησε μπουλωμένη,
ώστε δεν ημπόρεσα να ιδώ άλλο παρά το φέρσιμόν της το οποίον μου
εφάνη μεγαλοπρεπέστατον.

Γυριζόμενος δε προς τον Λαλάν μου, πόσον είμαι δυστυχής, του είπα
με θλίψιν αν ολίγον προτήτερα είχα φθάσει, ήθελα ιδεί την Ρετζίαν.
Αυθέντη μου, απεκρίθη ο Λαλάς με μεγάλην χαράν, ευχαριστώ τον
ουρανόν, που εσύ δεν είδες μίαν τόσον φθοροποιάν μορφήν, η οποία
δεν ήθελε σου προξενήσει άλλο παρά ζημίαν. Εσύ δεν έχεις αιτίαν
ακόμη να χαρής, του απεκρίθηκα· επειδή και δεν την είδα σήμερον,
πρώτην φοράν που θα μεταβγή κατά την συνήθειαν, σου τάσσω πως θέλω
την θεωρήσει με στοχασμόν, με όλον που θα ήξευρα πως θέλει μου
προξενήσει την μεγαλυτέραν ζημίαν που θα στοχασθής.

Απέρασα όλον το επίλοιπον της ημέρας με αυτήν την απόφασιν, την δε
ερχομένην ημέραν εκηρύχθη εις την χώραν, ότι η Ρετζία δεν ήθελε
παίξει το κοντάρι εις την παρουσίαν του λαού, και ούτε θέλει φανή
αμπούλωτη εις τους οφθαλμούς των ανθρώπων, επειδή και ο Σουλτάνος
έτσι απεφάσισεν, υποχρεωμένος από τες παρακάλεσες του Ντιβανιού
του, διά τες ζημίες που εις τον λαόν προξενεί η θεωρία της. Ετούτη
η προσταγή μού εστάθη θλιβερά τόσον όσον εστάθη χαροποιά του Λάλα
μου, ο οποίος μη ημπορώντας να κρύψη την ευχαρίστησίν του μου
είπεν. Αχ, κύριέ μου, τώρα σε βλέπω έξω από κάθε κίνδυνον η
βασιλοπούλα δεν θέλει έβγει πλέον εις το εξής από το σεράγι της,
και η ωραιότης της δεν θέλει βλάψει πλέον το γένος των ανθρώπων,
και δεν ημπορώ αρκετώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν δι' αυτό το
αίτιον. Γελάσαι, ω Χασάν, ευθύς τον αντέκοψα, αν πιστεύης ότι εγώ
θα παραιτηθώ, που να μην πληρώσω την περιέργειάν μου, και με όλον
που κατά το παρόν είναι δύσκολον πολλά εις το να ιδώ την Ρετζίαν,
δεν θέλω λείψει όμως που να κάμω κάθε τρόπον, διά να εύρω το
μέσον.

Εις την εκτέλεσιν της βουλής μου, μου ήλθαν εις τον νουν διάφορα
εφευρέματα, και απεφάσισα εις τούτο· επήρα μαζί μου πολύ χρυσίον,
και εκίνησα διά να υπάγω να εύρω τον περιβολάρην του Σουλτάνου·
τον οποίον ευρίσκοντας του έβαλα μίαν σακκούλαν φλωριά εις τα
χέρια· λάβε, καλέ μου πατέρα, του είπα, ετούτην την σακκούλαν, που
είνε 500 φλωριά, και ακόμη περισσότερα θέλω σου δώσει αν μου κάμης
μίαν χάριν. Ο περιβολάρης ήτον ένας καλός γέρων, ο οποίος είχε
γυναίκα μίαν παρομοίαν εις την ηλικίαν του· επήρεν αυτός την
σακκούλαν με τα φλωριά, και χαμογελώντας μου είπε. Καλέ νέε, το
δώρον είνε πλούσιον, μα το ζήτημά σου ποίον είνε; Εγώ έχω να σε
παρακαλέσω του είπα, διά να μου κάμης την χάριν να εύρης το μέσον,
διά να με εμβάσης εις το παλάτι, διά να ιδώ μίαν φοράν μόνον την
βασιλοπούλαν Ρετζίαν, επειδή και κατά τον ορισμόν του βασιλέως δεν
εβγαίνει πλέον εις την χώραν να την ιδή κανείς. Ο περιβολάρης
ακούοντας παρόμοια λόγια ευθύς μου επέστρεψε τα φλωριά λέγοντας.
Ύπαγε απ' εμού, ω τολμηρέ νέε, επειδή δεν στοχάζεσαι τα
αποτελέσματα της ζητήσεώς σου· έξω που εμβαίνεις εις κίνδυνον να
χάσης το λογικόν σου· μα είνε που βάνεις εις κίνδυνον την ζωήν
σου, και την εδικήν μου· ύπαγε το λοιπόν, και μην ελπίζης ότι εγώ
θα κάμω ένα παρόμοιον πράγμα, μακάρι να ήξευρα πως θα με κάμης
ολόχρυσον.

Ένα τέτοιον ομίλημα δεν με απέλπισεν· ω καλέ πατέρα μου, του
εξαναείπα, ξαναδίδοντάς του πάλιν την σακκούλαν, μη μου αρνείσαι
την συνέργειάν σου· έχω μεγάλην επιθυμίαν να ιδώ την βασιλοπούλαν,
δεν ημπορώ παρά από λόγου σου να λάβω αυτήν την ευχαρίστησιν, αν
δεν με υπακούσης, εγώ αποθαίνω από τον πόνον μου. Η περιβολάρισσα
δεν ημπόρεσε να με ακούση χωρίς συμπάθειαν και ευσπλαγχνίαν και
ανταμωμένη μετ' εμένα αρχίσαμεν να παρακινούμεν με θερμότητα τον
άνδρα της διά να υπακούση τες παρακάλεσές μου. Αυτός ως τόσον
εβάλθη να διαλογίζεται χωρίς να μου αποκριθή· στοχαζόμενός τον πως
ακόμη αμφέβαλλεν, έβγαλα και του έδωσα και μερικά διαμάντια, διά
να τον παρακινήσω περισσότερον να κλίνη εις την ζήτησίν μου, τα
οποία, ωσάν τα είδε, τον εξύπνησαν από το βάθος των στοχασμών του.
Παιδί μου, μου είπε, δεν είνε χρεία να χαρίζης αυτά τα διαμαντικά
διά να με παρακινήσης να σε υπακούσω· επειδή και ευθύς που σε είδα
αγροίκησα προς του λόγου σου αγάπην, και αποφάσισα διά να σε
δουλεύσω, και εις ετούτην την στιγμήν μου έρχεται εις τον νουν μου
ένα μέσον διά να σου πληρώσω την επιθυμίαν, χωρίς κίνδυνον τόσον
εσένα ωσάν και εμένα. Αγκάλιασα τον γέροντα διά την καλήν ελπίδα
που μου έδωσε, και τον επερικάλεσα να μου φανερώση τον τρόπον που
εστοχάσθη. Κάνει χρεία, μου είπεν, ότι να γδυθής τα φορέματά σου
και να βάλλης πενιχρά· θέλω κάμει να σε πιστεύσουν διά δούλον μου·
μα έχοντας αυτά τα ξανθά μαλλιά, ημπορούν να έμβουν οι ευνούχοι
εις υποψίαν, και να σε ξεσκεπάσουν, και διά τούτο πρέπει να σου
σκεπάσω το κεφάλι με μίαν φούσκαν, και με αυτόν τον τρόπον θέλουν
σε στοχασθή δι' ένα κασιδιάρην, και ούτω δεν θέλουν σε εξετάξει
καθόλου.

Μου ήρεσεν η εφεύρεσις και ευθύς ενδύθηκα ωσάν δούλος του
περιβολάρη, έκρυψα τα μαλλιά μου με τον καλύτερον τρόπον που
ημπόρεσα υποκάτω εις την φούσκαν, και εμεταμορφώθηκα εις τρόπον,
που οι πλέον εντροπαλές γυναίκες ημπορούσαν να με κυττάξουν χωρίς
καμμίαν αντίρρησιν. Εις καιρόν δε που έκανα όλα αυτά και
εμεταμορφωνόμουν, ο Λαλάς μου αποκάνοντας που να με καρτερή ήλθεν
εις το σπήτι του περιβολάρη διά να με ιδή το τι κάνω, ο οποίος
εμβαίνοντας εκεί δεν ημπόρεσε να κρατηθή από τα γέλοια, από την
έκστασίν του διά την παράξενην μορφήν μου. Και αφού του διηγήθηκα
την απόφασίν μου, του έδωσα θέλημα κάποτε να έρχεται εκεί διά να
μαθαίνη το τι ακολουθεί. Και ούτως αναχωρώντας ο Λαλάς μου, με
επήρεν ο περιβολάρης ευθύς, και με έφερε μαζή του εις το περιβόλι,
και μου έδειξεν εκεί το τι έχω να δουλεύσω και το τι έχω να κάμω,
και έπειτα αναμέρισεν. Εις καιρόν δε που εδούλευα, κάποιοι
ευνούχοι που απερνούσαν από σιμά μου με εστοχάσθηκαν, και
νομίζοντάς με αληθή κασιδιάρην εγέλασαν λέγοντες· ετούτος είνε
καινούριος δούλος του περιβολάρη, ιδέ τι νόστιμος κασιδιάρης που
είνε· έπειτα ηκολούθησαν την στράταν τους, και με άφησαν
χαρούμενον που δεν έλαβαν καμμίαν υποψίαν δι' εμένα.

Εις το τέλος της ημέρας ο γέροντας περιβολάρης ήλθε και με έκραξε
διά να δειπνήσωμεν και φέροντάς με εις την άκρην μιας βρύσης πολλά
κρύας που εις το περιβόλι ήτον, ηύραμεν εκεί ένα σοφάν εξαπλωμένον
επάνω εις τα χόρτα με διάφορα φαγητά· και εκαθήσαμεν διά να φάμεν.
Και αφού ετελειώσαμεν, ο γέρων κάνοντας κέφι από το κρασί που
έπιαμεν, άρχισε να λαλή ένα τζιβούρι που κοντά του είχε, εις
τρόπον που δεν ήξευρε τι έκανε. Και με όλον τούτο εγώ διά να τον
κολακεύσω, τον επαίνεσα πως το ελαλούσε με μεγάλην τέχνην. Τότε
αυτός λαμβάνοντας κάποιαν ευχαρίστησιν από τους επαίνους μου
έπαυσε, και μου το έδωσε εις το χέρι και εμένα διά να το λαλήσω·
λάβε, ω υιέ μου, μου είπε· λάλει και εσύ καμπόσον διά να ιδώ πως
το εξεύρεις· Εγώ τον επήκουσα και το επήρα, και έχοντας καλά την
πράξιν εις αυτό, άρχισα να το λαλώ συντροφιάζοντάς το με έναν ήχον
με την φωνήν μου, που τον έκαμα να μείνη εκστατικός, ο οποίος δεν
έλειψε που κατά πολλά να με επαινέση.

Εγώ επίστευσα ότι να μην έχω άλλον που να με θεωρή και να με
ακούη, παρά τον γέροντά μου, μα εγελάσθηκα. Ο Βεζύρης, ο οποίος
κατά τύχην εσεργιάνιζεν εις τον μπαχτζέ τότε, ακούοντάς την φωνήν
μου και το λάλημά μου επλησίασε προς ημάς. Εγώ βλέποντάς τον
εσηκώθηκα διά να αναμερίσω εις σημείον σεβασμού. Στάσου, μου είπε,
διατί θέλεις να μισεύσης; Ω κύριέ μου, του απεκρίθηκα, εγώ δεν
είμαι άξιος να σταθώ έμπροσθέν της μεγαλειότητός σου· σταμάτησε,
μου εξαναείπε, και πες μου ποίος είσαι. Ο γέροντας που με είδεν
αντραλωμένον, απεκρίθη διά εμένα λέγοντας· Αυθέντη, ετούτος είναι
δούλος μου, και είναι πολλά έμπειρος διά το περιβόλι, και είμαι
ευχαριστημένος που έκαμα τέτοιαν απόκτησιν. Ο βεζύρης αφού και
άκουσε τον περιβολάρην, με επρόσταξεν να ξανατραγουδήσω διά να με
ακούση· εγώ ελάλησα, και ετραγούδησα με τέτοιον τρόπον που τον
έβαλα εις θαυμασμόν. Όχι, εφώναξε, όχι, όλοι οι μουσικοί του
βασιλέως δεν παρομοιάζουν ετούτον· και μου κακοφαίνεται κατά πολλά
που είναι κασιδιάρης, και κάνει κακήν θεωρίαν· μα αν ήτον αλλέως
ήθελα να τον εβγάλω από αυτήν την κατάστασιν. Και αφού είπεν αυτά
τα λόγια ο βεζύρης ετραβήχθη· και την ακόλουθον ημέραν λέγει του
Σουλτάνου· η βασιλεία σου δεν ηξεύρει πως έχεις εις το περιβόλι
σου ένα θησαυρόν· και εις τον ίδιον καιρόν του διηγήθη τα πάντα
διά εμένα. Ο Σουλτάνος επάνω εις την διήγησιν του βεζύρη του
επεθύμησε διά να με ακούση. Θέλω υπάγει, του λέγει, σήμερον εις το
περιβόλι διά να ιδώ αυτόν τον κασιδιάρην, αν είναι καθώς μου το
παρασταίνεις· και όλοι έτσι λέγοντας, έδωσεν ευθύς θέλημα να
συναχθούν όλοι η μουσικοί του, και να υπάν με αυτόν εις το
περιβόλι διά να κάμουν μίαν συμφωνίαν μουσικής διά περιδιάβασιν·
και ούτως εφέρθησαν εις το περιβόλι.

Ευθύς που αυτός εκάθησεν εις ένα σοφά μεγαλοπρεπή, εγώ
επαρουσιάσθηκα έμπροσθέν του με ένα κανιστράκι από διάφορα άνθη·
έβαλα το κανίστρι εις τους πόδας του, και με όλον το σέβας
ετραβήχθηκα εις τα οπίσω. Ο βασιλεύς με εγνώρισεν ευθύς, ότι θα
ήμουν εκείνος που ο βεζύρης του εδιηγήθη· Α κασιδιάρη, μου είπε,
τι κάνεις εσύ εδώ; Ο γέροντάς μου που με εσυντρόφευεν απεκρίθη
πάλιν διά εμένα, και είπεν· ότι εγώ ήμουν δουλευτής του, και πως
ήξευρα την τέχνην διά να καλλωπίζω το περιβόλι· το οποίον το
εβεβαίωσε με τόσην δύναμιν ωσάν να ήθελε του ειπή την αλήθειαν. Ο
βασιλεύς θεωρώντάς με με προσοχήν λέγει του περιβολάρη· είνε
αλήθεια ότι αυτός ο δούλος σου λαλεί το τζιβούρι, και τραγωδεί με
πολλήν νοστιμάδα; Ναι, ω βασιλεύ, του απεκρίθη ο γέρων έχει μίαν
φωνήν που λογιάζω παρόμοια να μην ηκούσθη. Εγώ είμαι περίεργος να
τον ακούσω, απεκρίθη ο Σουλτάνος, ας ιδούμεν εκείνο που ηξεύρει να
κάμη.

Εκεί ολόγυρα ήσαν πολλοί ντζουντζέδες, και ένας από αυτούς διά να
προξενήση γέλοιον εις τους περιεστώτας ήλθε και μου έπιασε το χέρι
και με εβίαζε να χορέψω· μα εγελάσθη ο ταλαίπωρος, επειδή και εκεί
που με εβίαζε του εκτύπησα ένα μπάτσον τόσον σφοδρόν που
αντραλωμένος ήλθε κατά γης. Αυτό το κάμωμα επροξένησε περισσότερον
γέλοιο εις τον βασιλέα και εις τους λοιπούς παρά από εκείνο που ο
ζτουντζές εστοχάζετο να προξενήση, έπειτα από αυτό έδωκα να ιδούν
ότι εχόρευα καλύτερον από εκείνο που αυτός εστοχάζονταν. Ο
Σουλτάνος, ο βεζύρης και οι λοιποί που εκεί ευρίσκονταν, μου
έκαμαν χιλίους επαίνους. Έπειτα μου έδωσαν ένα τζιβούρι διά να το
λαλήσω· το οποίον το ελάλησα με μεγάλην επιτηδειότητα· μου
εφέρθηκαν και άλλα διάφορα όργανα μουσικά, τα οποία τα ελάλησα και
αυτά με τον όμοιον τρόπον, και ετραγούδησα και τόσους ωραίους
ήχους, που επροξένησαν μεγάλον θαυμασμόν εις τον βασιλέα και εις
τους περιεστώτας.

Επρόσταξεν ευθύς ο βασιλεύς διά να μου χαρίση ο ταμίας του μίαν
σακκούλαν με χίλια φλωριά· τα οποία λαμβάνοντάς τα, τα εδιαμοίρασα
εις τους μουσικούς. Όλοι της αυλής έμειναν εκστατικοί εις ετούτο
το κάμωμα· ετούτος ο νέος, έλεγαν, έχει μίαν καρδίαν γενναίαν, και
είνε αμαρτία να είνε κασιδιάρης. Ο βασιλεύς δεν έμεινεν ολιγώτερον
θαυμασμένος από αυτούς· ο οποίος με εξέταξε διατί δεν εκρατούσα
εκείνα τα φλωριά. Εγώ του απεκρίθηκα ότι δεν είχα χρείαν από
πλούτη, έχοντας την τιμήν να είμαι υπό την σκέπην της βασιλείας
του και να δουλεύω εις το περιβόλι του. Εφάνη αυτός πολλά
ευχαριστημένος διά την απόκρισίν μου· και έπειτα από αυτά και
άλλες περιδιάβασες που έγιναν εκεί εσηκώθη ο βασιλεύς με όλους της
αυλής του και ετραβήχθηκεν εις το παλάτι· και εγώ ευρέθηκα μοναχός
με τον γέροντα, με τον οποίον αφού εκάμαμεν διάφορες κουβέντες
δι' εκείνα που απέρασαν με τον βασιλέα της Καρίσμου, του εφανέρωσα
την ανυπομονησίαν που είχα εις το να ιδώ την βασιλοπούλαν Ρετζίαν.
Ήτον καλύτερα, παιδί μου, να μην την ιδής, μου απεκρίθη ο γέρων,
μα σαν η επιθυμία σου είνε τέτοια, ογλήγορα θέλεις την ιδεί να έλθη
εδώ. Και ακόμη δεν είχαμεν καλά τελειωμένα αυτά τα λόγια, ιδού και
έρχεται μία σκλάβα μπουλωμένη προς ημάς και μου λέγει· ύπαγε ευθύς
να μάσης λουλούδια και άνθη να τα προσφέρης της βασιλοπούλας, που
ευρίσκεται εδώ εις το περιβόλι. Κυρία μου, της επεκρίθηκα, είμαι
έτοιμος διά να την δουλεύσω· μα περικαλώ σε πώς έχω να παρασταθώ
εμπρός της με τούτην την μορφήν που είμαι; Αυτό δεν βλάβει, μου
απεκρίθη εκείνη· επειδή το έμαθε πως είσαι κασιδιάρης και το
περισσότερον ακούσαμεν να μιλήσουν διά εσένα πολλά καλά λόγια και
διά τούτο μην λαμβάνης καμμίαν αντίρρησιν, που να παρουσιασθής εις
την Ρετζίαν.

Καθώς εγώ δεν εζητούσα άλλο παρά ένα τέτοιον πρόσταγμα, ευθύς
επήρα ένα κανιστράκι, και επήγα και έμασα από τα πλέον ωραιότερα
λουλούδια και άνθη, και μαζί με εκείνην την σκλάβαν ήλθαμεν
υποκάτω εις έναν ίσκιον διαφόρων πυκνών δένδρων, εκεί που η Ρετζία
ήτον καθισμένη επάνω εις ένα θρονί χρυσό, περιτριγυρισμένη από
τριάντα σκλάβες νέες, η μία ευμορφότερη από την άλλην, που κατά
αλήθειαν δεν ημπορούσε να γένη μία εκλογή καλυτέρα από αυτήν διά
να συντροφεύσουν της Ρετζίας την ωραιότητα. Εγώ, πλησιάζοντας προς
αυτήν και βλέποντας την μεγάλην της ωραιότητα, έμεινα ξηρός και
ακίνητος εις την μέσην τους, μετά μάτια στεριωμένα επάνω εις αυτήν
και με το στόμα ανοικτόν· η σύγχυσίς μου και η εντροπή μου που
έλαβα, εις το να ιδώ την Ρετζίαν έδωσαν αιτίαν να γελάσουν όλες·
εφαινόμουν τόσον έξω του εαυτού μου, και τόσον αντραλωμένος, που
ημπορούσαν να στοχασθούν ότι ετρελλάθηκα· και κατά αλήθειαν η
κατάστασις εις την οποίαν ευρισκόμουν ολίγον εδιάφερνεν από ένα
αναίσθητον. Πλησίασε, μου λέγει εκείνη που με ωδηγούσεν, είσαι
ακίνητος ωσάν ένα ξόανον· σύρε να προσφέρης τα λουλούδια της
βασιλοπούλας. Εξύπνησα τότε από το θάμβος μου, και ερχόμενος εις
τον εαυτόν μου, επλησίασα εις τον θρόνον, και αφού έβαλα το
κανίστρι μου επάνω εις ένα σκαλίδι του θρόνου, έπεσα με το κεφάλι
κατά γης, έως που η Ρετζία μου είπε· σηκώσου επάνω, διατί έχομεν
επιθυμίαν να σε ιδούμεν. Εγώ την επήκουσα και τότε όλες οι
γυναίκες θεωρώντας την φούσκαν που είχα εις το κεφάλι, εδόθηκαν
εις μεγαλώτατα γέλοια, και να φωνάζουν τόσον, που με έκαμαν να
καταντροπιασθώ. Και αφού τες εδούλευσα διά περιδιάβασιν, η Ρετζία
έκαμε να μου δοθή ένα τζιβούρι, και με επρόσταξε να το συντροφεύσω
με την φωνήν μου λέγοντας· εσύ σήμερον άρεσες πολλά του Σουλτάνου
πατρός μου, έχω επιθυμίαν και εγώ διά να ιδώ αν είναι αλήθεια κατά
πως άκουσα. Άρχισα εγώ ευθύς να το λαλήσω, και το εσυντρόφευσα με
έναν ήχον Περσιάνικον, που τες έκαμα όλες να θαυμάσουν διά την
μελωδίαν μου· και όλες ομού με επαίνεσαν· έπειτα μου έδωσαν ένα
νάι, ένα βιολί, και άλλα διάφορα όργανα, τα οποία όλα έλαβα την
καλήν τύχην διά να λαλήσω με μεγαλωτάτην τέχνην, διά τα οποία
εξανάλαβα εκ νέου επαίνους.

Δεν ευχαριστήθη η Ρετζία εις τούτο, αλλ' ηθέλησεν ακόμη και διά να
χορεύσω. Και έτσι φέροντάς μου ένα ζευγάρι ζήλια εχόρευσα τόσον
νόστιμα διαφόρων λογιών χορούς που τες έκαμα όλες να μη παύσουν
από το να μου κάνουν χίλιους επαίνους· αχ και τι εύμορφα χορεύει,
έλεγεν η μία· τι φωνήν εύμορφην και διαπεραστικήν που έχει, έλεγεν
η άλλη· αν δεν είχε την κασίδα ημπορούσε να γένη ένας από τους
πλέον θαυμαστούς μουσικούς. Εις το αναμεταξύ, που αυτές μου έκαναν
αυτούς τους επαίνους, η Ρετζία με επιμέλειαν με εθεωρούσε χωρίς να
ειπή τίποτε, έπειτα διαλύοντάς την σιωπήν και κατεβαίνοντας από
τον θρόνον να γυρίση εις το παλάτι της, τι αμαρτία, εφώναξεν,
είνε, ότι αυτός να είνε κασιδιάρης. Και ευθύς που είπεν αυτά τα
λόγια, οι γυναίκες της την ακολούθησαν προς το παλάτι λέγοντας,
πόσον μας κακοφαίνεται ότι αυτός είνε έτσι κασιδιάρης.

Αφού και αυτές εμίσευσαν, εφέρθηκα ευθύς εις την οικίαν του
περιβολάρη, εις την οποίαν ηύρα και τον Λαλάν μου, που είχεν έλθει
να λάβη καμμίαν είδησιν διά εμένα. Και ευθύς που εμβήκα, τους
εδιηγήθηκα πως ερχόμουν από την Ρετζίαν, με την οποίαν έως εκείνην
την ώραν ευρισκόμουν εκεί. Αυτοί εις τέτοιαν διήγησιν ενεκρώθησαν,
και με εκύτταζαν τρεμάμενοι και φοβούμενοι μήπως και έχασα το
λογικόν μου που είδα την Ρετζίαν· εγώ εγνώρισα την υποψίαν τους,
και τους είπα· μη φοβάσθε πως εγώ έχασα το λογικόν μου, μα σας
ομολογώ πως δικαίως ετρελλάθηκαν όσοι την είδαν, και εις τον ίδιον
καιρόν τους έκαμα μίαν διήγησιν διά τα όσα απέρασαν υποκάτω εις
εκείνους τους ίσκιους, και πως ήθελα ακόμη να ακολουθήσω διά να
πηγαίνω εις εκείνον τον τόπον, διά να πασχίσω να αρέσω της
Ρετζίας. Τότε ο Λαλάς μου και ο γέροντας έκαμαν κάθε τρόπον διά να
με αντικόψουν από αυτήν την βουλήν μου, λέγοντάς μου, πως μου
φθάνει τόσον διά να μη μου συνέβη κανένας κίνδυνος, και άλλα
παρόμοια. Μα εγώ τον Λαλάν μου τον εμπόδισα που να με αντικόψη
πλέον, και τον γέροντα τον εκατάστησα με νέα δώρα διά να με αφήση
να ακολουθήσω την μορφήν που έλαβα.

Την ακόλουθον ημέραν ύστερον από το γεύμα, θέλοντας να αναπαυθώ,
επήγα σε ένα αυλακάκι από κρύον νερόν πυκνωμένον από φουντωτά
δένδρα, εις το οποίον η Ρετζία κάποιες φορές έρχονταν εκεί διά
περιδιάβασιν, με ελπίδα διά να την ανταμώσω εκεί. Καθήμενος εκεί
ήμουν περικυκλωμένος από χίλιους ηδονικούς λογισμούς, που δεν
επροσφέρονταν εις άλλον, παρά εις έναν που ήθελεν είνε τυφλωμένος
από αγάπην. Μα δεν διήρκεσαν διά πολύ αυτοί οι στοχασμοί μου·
επειδή και όντας εκεί πλησίον εις το νερόν, είδα μέσα εις αυτό την
άσχημον μορφήν μου η οποία με έθλιψε κατά πολλά, και
αναστενάζοντας από καρδίας, ω ουρανέ, εφώναξα, διά ποίον σκληρόν
γραπτόν εκαταντήθηκα να παρουσιασθώ εις μίαν βασιλοπούλαν που
αγαπώ με τούτην την συχαμερήν μορφήν; τι στοχασμός τάχατε είνε
τούτος που έκαμε; ημπορώ εγώ να ελπίσω, υποκάτω εις μίαν μορφήν
τόσον ουτιδανήν, να ελκύσω προς εμέ μίαν κλίσιν ερωτικήν; τι
παραξενιά; αχ, ηκολούθησα, εβγάζοντάς την φούσκαν από το κεφάλι
μου, αν ήθελεν ήτον δυνατόν να επαρουσιαζόμουν εις την Ρετζίαν
φυσικά καθώς είμαι, ημπορούσα να ελπίσω την αγάπην της, και όχι να
της προξενήσω συχασίαν. Και εκεί που έτσι εστοχαζόμουν, και άρχισα
να βάνω την φούσκαν εις το κεφάλι μου, ιδού και βλέπω μίαν σκλάβαν
να έρχεται προς εμένα. Κασιδιάρη, μου λέγει, η κυρία μου με
έστειλε διά να σου ειπώ, ότι ετούτην την νύκτα θέλει να σε εμβάση
εις το παλάτι της, διά να την ξεφαντώσης με τα τραγούδια σου·
θυμήσου να ευρεθής εδώ εις την μίαν ώραν της νυκτός, και αλλέως
μην κάμης.

Εγώ μη ζητώντας άλλο από αυτό, έτρεξα αφού και ανεχώρησα απ' εκεί
προς τον περιβολάρην διά να του δώσω την είδησιν διά την καλήν μου
τύχην, και διά να μη με καρτερή εκείνην την νύκτα· έπειτα εγύρισα
εκεί που ήμουν, και ανάμενα με ανυπομονησίαν μεγάλην διά να έλθουν
να με κράξουν. Και προς την μίαν ώραν της νυκτός βλέπω έναν
ευνούχον να έρχεται προς εμένα, ο οποίος μου είπε διά να τον
ακολουθήσω· εγώ ακολουθώντας τον με προθυμίαν, με έμβασεν εις το
χαρέμι από μίαν κρυφήν πόρταν, της οποίας αυτός εκρατούσε τα
κλειδιά, και με έφερεν εις τον χοντζερέ της Ρετζίας· έστεκεν αυτή
επάνω εις χρυσές μαξιλάρες και ολόγυρά της ήτον εκείνες οι ίδιες
γυναίκες που εις το περιβόλι είχεν· οι οποίες ευθύς που με είδαν
να φανερωθώ εκεί, εσηκώθησαν ευθύς φωνάζοντας ιδού ο κασιδιάρης
που έρχεται να μας περιδιαβάση. Νέε, μου λέγει η βασιλοπούλα, χθες
μου επροξένησες πολλήν ηδονήν με τα τραγούδια σου και με τους
χορούς σου· διά τα οποία επεθύμησα διά να σε ξαναϊδώ. Και εις τον
ίδιον καιρόν μου εδόθηκαν διάφορα όργανα, και τα ελάλησα,
τραγουδώντας καλύτερα από την άλλην ημέραν· έπειτα με επρόσταξε
διά να χορέψω· εγώ διά να δείξω την μάθησιν που είχα εις τους
χορούς, ηθέλησα διά να κάμω ένα χορόν, ο οποίος είχε πολλά
πηδήματα και κίνησιν σφοδράν και εκεί που ερριχνόμουν με
σφοδρότητα, η φούσκα που είχα εις το κεφάλι, μη όντας καλά
βαλμένη, μου επετάχθη από το κεφάλι και έπεσε κατά γης, και ευθύς
τα μαλλιά μου εξαπλώθηκαν εις τες πλάτες μου.

Οι σκλάβες καταλαμβάνοντάς τον δόλον εδόθησαν να φωνάζουν μεγάλως,
και η Ρετζία εφάνη πολλά θυμωμένη. Αχ, τρισάθλιε, μου λέγει, με
τόσον δόλον έρχεσαι να φανερωθής έμπροσθέν μου, η αυθάδειά σου
πρέπει να παιδευθή σκληρώς, και μη στοχάζεσαι διά την ηδονήν που
μου έδωσες να συμπαθήσω δι' αυτήν την απάτην. Και έτσι λέγοντας
έκαμε να κράξη τους ευνούχους της· οι οποίοι ερχόμενοι με επήραν
ως άρμα πύρινον, και με εφυλάκωσαν εις ένα κατώγι, έως να έλθη η
ημέρα. Και σαν εξημέρωσεν, έδωσαν είδησιν του βασιλέως διά εμένα·
έπειτα με επαράστησαν έμπροσθέν του. Αχ κακορίζικε, μου είπεν
αυτός, διά ποίαν αιτίαν έτσι μεταμορφωμένος είσαι δούλος του
περιβολάρη; ποίος ήτον ο στοχασμός σου; είχες αποφασίσει χωρίς
αμφιβολίαν να ατιμάσης το παλάτι μου; μα ας είναι ευχαριστημένος
ο ουρανός, που ο δόλος σου εξεσκεπάσθη, και η παιδεία σου είνε
αναμφίβολη· θέλω εις ετούτην την στιγμήν να σε δέσουν από τα
ποδάρια και να σε σύρη ένα άλογον εις όλην την χώραν, ως να γένης
κομμάτια, και ένας τελάλης να πηγαίνη έμπροσθέν σου φωνάζοντας τον
ανομίαν σου· και με τον ίδιον τρόπον θέλω να γίνη και εις τον
περιβολάρην, ότι καταλαμβάνω πως εσταθήκατε συμφώνως· τον οποίον
εκείνην την ώραν τον έφεραν και αυτόν εκεί.

Εις αυτό το αναμεταξύ που ο βασιλεύς έκανεν αυτήν την απόφασιν,
έφθασεν ένας αμπασατόρος από μέρος του βασιλέως της Γάζνας διά να
ζητήση την θυγατέρα του την Ρετζίαν εις γυναίκα, ειδεμή και δεν
θέλει τον υπακούσει, να του κηρύξη πόλεμον. Αυτή η είδησις έκαμε
τον βασιλέα να μεταβάλλη τον θάνατόν μας έως της αύριον και ούτως
επρόσταξε διά να μας φέρουν εις την φυλακήν. Ο Λαλάς μου
μαθαίνοντας το συμβεβηκός μου και την δυστυχίαν μου ολίγον έλειψε
που να αποθάνη από την θλίψιν του· μα με όλον τούτο δεν έλειψε που
διά νυκτός να πάρη τόσον βίον και διαμαντικά που μας ευρίσκονταν
και να τα φέρη μαζί του εις την φυλακήν που ευρισκόμουν με τα
οποία εκέρδισε τους φυλακάτορας και άνοιξαν την φυλακήν και
εφύγαμεν ομού με τον γέροντα και με τους ίδιους τους φύλακας. Και
περιπατώντας με μεγάλην βίαν όλην εκείνην την νύκτα το ταχύ
εβγήκαμεν από τα σύνορα του βασιλείου της Καρίσμου και εκεί
ευρεθήκαμεν ελεύθεροι από κάθε φόβον κινδύνου.

Ο Λαλάς μου δεν έλειπεν εις όλην την στράταν να με ονειδίζη διά
τον κίνδυνον που εβάλθηκα, και πως αυτός αν δεν έκανεν αυτήν την
κυβέρνησιν, ήθελα ήμην χαμένος. Και κατά αλήθειαν αυτής η προθυμία
του Χασάν που έδειξε προς εμένα, μου αβγάτισε κατά πολλά την
αγάπην μου προς αυτόν και του υπεσχέθηκα ότι εις το εξής δεν ήθελα
τον παρακούσει εις κάθε του συμβουλήν. Εβγαίνοντας λοιπόν από τα
σύνορα της Καρίσμου, είπα του γέροντος περιβολάρη, αν θέλη να έλθη
εις το βασίλειόν μου, και εκεί θέλω του κάμει μεγάλες τιμές, διά
τον κίνδυνον που διά λόγου μου εβάλθη. Αυτός δεν ηθέλησε, λέγοντάς
μου πως ήτον ευχαριστημένος να υπάγη εις τον τόπον που
εγεννήθηκεν, ο οποίος ήτον από το βασίλειον της Γάζνας, και εκεί
να κάμη κάθε τρόπο διά να φέρη την γυναίκα του διά να περάση το
επίλοιπον της ζωής του εν ησυχία· και ούτως ηκολούθησεν· ομοίως
και οι φύλακες, παίρνοντες άλλην στράταν ανεχώρησαν. Τότε εγώ και
ο Λαλάς μου μένοντες μοναχοί απεφασίσαμεν διά να γυρίσωμεν εις το
Αστραχάν εις το βασίλειον του πατρός μου· και έχοντας ακόμη εγώ
μαζή μου μερικά διαμαντικά έκαμα τα έξοδα της στράτας και πριν
φθάσωμεν εις τα σύνορα του Αστραχάν εσυναντήσαμεν ένα μεντζήλι,
που ο πατέρας μου έστελνε, με το οποίον μου έδινε την είδησιν πως
ευρίσκονταν άρρωστος· και επιθυμούσε μεγάλως να πηγαίνω να με ιδή
πριν αποθάνη. Αυτή η είδησις μου επροξένησε μεγάλην θλίψιν και
άρχισα να βιάζωμαι διά να φθάσω εις Αστραχάν· μα αλλοί εις εμένα,
που με όλην την βίαν που έλαβα να φθάσω, δεν επρόφθασα να εύρω τον
πατέρα μου ζωντανόν, επειδή και εκείνην την ώραν που εξεπέζευσα
έδωσε τέλος. Δεν ημπορώ να σου διηγηθώ πόση εστάθη η θλίψις μου,
που να μην προφθάσω μίαν ώραν εμπροσθήτερα διά να τον εύρω
ζωντανόν· μα το γραπτόν έτσι ηθέλησε, και πρέπει υπομονή.

Την άλλην ημέραν αφού και έκαμα να τον θάψουν με όλες τες τιμές
που ήτον ανέβηκα εις τον θρόνον, και έβαλα όλην μου την σπουδήν
διά να κυβερνήσω το βασίλειόν μου με ένα τρόπον που να είνε όλοι
ευχαριστημένοι. Έλαβα την καλήν τύχην να επιτύχω καθώς επιθυμούσα,
και εγεύθηκα τες γλυκύτερες ηδονές, που οι βασιλείς ημπορούν να
χαρούν· ήμην λατρευμένος από τους υπηκόους μου, και ακόμη είμαι·
και καθώς εγώ δεν πάσχω παρά διά την ευτυχίαν τους, έτσι και αυτοί
δεν στοχάζονται άλλο, παρά να με ευχαριστήσουν, και καθημερινώς να
εορτάζουν νέες χαρές εις τιμήν μου· με τούτο το μέσον η αυλή μου
έγινε μία κατοικία χαράς και αγαλλιάσεως· δεν είνε λαός που να
φαίνεται τόσον ευτυχισμένος ωσάν ετούτον· εγώ χαίρομαι την
ευτυχίαν τους, και φοβούμενος να τους την συγχίσω, βάνω κάθε
σπουδήν μου διά να κρύψω την θλίψιν, που με έχει περικυκλωμένον·
είμαι βέβαιος, ότι αν αυτοί ήθελαν ηξεύρει το πως δεν είμαι καθώς
δείχνομαι εις τους οφθαλμούς τους, αλλά είμαι έσωθεν γεμάτος από
ζωντανόν πόνον που με θερίζει, ηθέλετε ιδεί εις μίαν στιγμήν να
προξενηθή μία βαθεία θλίψις και μελαγχολία εις όλην ετούτην την
χώραν.

Ολίγον καιρόν ύστερον που έβαλα τα πράγματα του βασιλείου μου εις
καλήν τάξιν, εστοχάσθηκα ότι μου έλειπε το καλύτερον διά να με
κάμη τελείως ευτυχισμένον, που ήτον η απόκτησις της ωραιοτάτης
Ρετζίας, της οποίας η αγάπη με έκανε να μην έχω ησυχίαν με κανένα
τρόπον. Και ούτως απεφάσισα να στείλω τον λαλά μου Χασάν ωσάν
Αμπασατόρον προς τον βασιλέα της Καρίσμου, διά να του ζητήση την
θυγατέρα του Ρετζίαν εις γυναίκα μου. Ο οποίος πηγαίνοντας ύστερον
από μερικές ημέρες επέστρεψε χωρίς να κάμη τίποτε, λέγοντάς μου,
πως ο Σουλτάνος της Καρίσμου την είχε τάξει του βασιλέως της
Γάζνας, ο οποίος είχε σηκώσει τα άρματα εναντίον του και αν δεν
του την έταζε δεν έπαυεν ο πόλεμος, και είχαν κατά νουν ότι μετά
δύο ημέρες ύστερα από τον μισευμόν μου να του την στείλουν, και
είδα τες ετοιμασίες που έκαναν διά να την συντροφεύσουν.

Έλειψεν ολίγον μία τοιαύτης λογής είδησις που να με κάμη να χάσω
τον νουν μου και να τρελλαθώ. Και από την μεγάλην μου θλίψιν έπεσα
εις μεγάλην αρρώστιαν και δεν ημπορώ να καταλάβω πώς ημπόρεσα να
ελευθερωθώ από αυτήν εις καιρόν που ευρίσκετο το πνεύμα μου εις
μίαν κατάστασιν, που δεν ημπορούσε να ενεργήση εις ιάτρευσίν μου·
και με όλον που η υγεία μου εμεταγύρισε, δεν ανεπαύθη δι' αυτό η
καρδιά μου· ήτον πάντα ο νους μου βυθισμένος εις την ωραίαν
Ρετζίαν, την εφανταζόμην διά παντός εις τας αγκάλας του
ευτυχισμένου ανδρός της, και εκείνη η σκληρά δεν με άφινε ποτέ να
λάβω άνεσιν.

Μίαν ημέραν τον καιρόν που ευρισκόμουν εις τες συνηθισμένες μου
φαντασίες, έρχεται ο βεζύρης μου να μου ειπή, ότι είναι ολίγες
ημέρες, που έξω από τες πόρτες του Αστραχάν φαίνονται
μεγαλοπρεπέστατοι λουτροί με νερά καθαρά, που κάνουν χαράν και
θαυμασμόν και αυτοί οι λουτροί είνε στερεωμένοι επάνω εις στύλους
από εκλεκτόν μάρμαρον και όλος ο λαός τρέχει ακαταπαύστως διά να
τους ιδή και δεν τους θαυμάζει τόσον διά την μεγαλοπρέπειάν τους,
όσον τους θαυμάζει που δεν είδαν να τους φτειάσουν επειδή μίαν
ταχυνήν ευρέθησαν κτισμένοι. Έμενα εκστατικός εις παρομοίαν
διήγησιν και έλαβα την περιέργειαν διά να υπάγω να ιδώ με τους
οφθαλμούς μου ένα τέτοιον εξαίσιον κτίριον, το οποίον μου εφαίνετο
παράξενον. Επήγα μεταμφιεσμένος με τον βεζύρην μου εις αυτούς τους
λουτρούς, και αύξησεν ο θαυμασμός μου στοχαζόμενος την κατασκευήν
τους και την μεγαλοπρέπειάν τους, εκτός που το όλον ήτον πολλά
ευγενικόν, και καλά βαλμένον, επαρατήρησα ότι οι νέοι, που είχαν
την επιστασίαν εις το να πλύνουν τους ανθρώπους, που εκεί
επήγαιναν, ήταν τόσον ωραίοι και καλοκαμωμένοι, που επροξενούσαν
θαυμασμόν, και το περισσότερον που ωμοιάζονταν τόσον, που αδύνατον
ήτον να διαχωρίση τινάς τον έναν από τον άλλον. Ο αυθέντης των
λουτρών, ο οποίος ήτον έως χρονών πενήντα, εφαίνονταν ένας
μεγαλοπρεπής άνδρας· αυτός έστεκε με μεγάλην επιμέλειαν, διά να
κάμη τους νέους να δουλεύουν με πολλήν προσοχήν τους ανθρώπους,
που ελούονταν· οι οποίοι αφού και ελούονταν έβγαιναν και έπιναν
διάφορα ποτά, που επιταυτού είχαν ετοιμασμένα· και όλοι εμίσευαν
πολλά ευχαριστημένοι.

Γυρίζοντας εις το παλάτι μου με μεγάλον θαυμασμόν διά τα όσα είδα,
απεφάσισα να κράξω τον οικοκύρην των λουτρών, διά να τον εξετάσω
με ποίαν τέχνην τους έκαμε αυτουνούς τους θαυμαστούς λουτρούς
αιφνιδίως· και στέλνοντας έναν μου υπηρέτην επήγε και μου τον
έφερεν. Ο οποίος ερχόμενος έμπροσθέν μου έπεσεν εις τους πόδας μου
και τους εφίλησεν· εγώ τον εσήκωσα και του έκαμα μεγάλην δεξίωσιν.
Εκείνος ο άνθρωπος όντας υποχρεωμένος από την περιποίησιν που του
έδειξα, μου έκαμε διαφόρους επαίνους, και εδόθη εις ομιλίες τόσον
εύγλωττες, που μου αύξησε τον θαυμασμόν μου, ωσάν και των προεστών
του παλατίου μου. Η συναναστροφή του ήτον τόσον νόστιμη, και τόσον
χαριεστάτη που ο καθείς ελάμβανε μεγάλην ηδονήν να τον ακούη. Και
αφού και ετελείωσε να ομιλή, του είπα, μεγάλε Φιλόσοφε, επειδή
και δεν είναι δύσκολον να καταλάβω πως θάσαι ένας μέγας άνθρωπος,
έρχομαι να σου ζητήσω μίαν χάριν· ειπέ μου καθαρώτατα, και τίποτε
μη μου κρύψης, πώς έκαμες να κτίσης λουτρούς τόσον θαυμαστούς,
χωρίς κάνεις να σε καταλάβη; Βασιλέα μου, εκείνος απεκρίθη, κρατώ
εις την δούλευσίν μου σαράντα τεχνίτας, που είναι τόσον έμπειροι
και άξιοι, που παρόμοιοι δεν ημπορούν να είναι· ημπορώ με την
δούλευσίν τους να κατασκευάσω εις ολιγώτερον από μίαν ημέραν
παλάτια, που να μην ευρίσκωνται παρόμοια· αυτοί οι τεχνίται είναι
βουβοί, μα γροικούν ότι τους ειπή κανείς· δεν είναι χρεία να τους
ομιλήση όποιος θέλει, να τους προστάξη να κάμουν κανένα πράγμα,
επειδή και καταλαμβάνουν την γνώμην του πριν τους την φανερώση·
ανίσως και η βασιλεία σου ορίζη να έλθουν, διά να τους δώσης
καμμίαν προσταγήν να κάμουν, θέλω σε δουλεύσει μετά πάσης χαράς.

Έχοντας πολλήν επιθυμίαν διά να δοκιμάσω εκείνο που μου έλεγεν,
έστειλα ένα μου τζοχαντάρη και τους έφερε, τους οποίους ευθύς
εγνώρισα ότι ήταν εκείνοι που υπηρετούσαν εις τα λουτρά. Τότε ο
φιλόσοφος μου λέγει διά να τους προστάξω, να κάμουν εκείνο που
ήθελε μου αρέσει, μα πρώτον να βγάλω τους ανθρώπους μου έξω διά να
μείνουν μοναχοί, χωρίς να θεωρήσουν άλλοι τον τρόπον της τέχνης
του. Οι άνθρωποι μου επάνω εις αυτά τα λόγια ετραβήχθησαν χωρίς να
τους το ειπώ, και εμείναμεν ημείς οι δύο, και οι σαράντα τεχνίται
του. Και αφού εστοχάσθηκα πολύ τι δουλειά να μου κάμουν, τους
επρόσταξα να κτίσουν ένα κιόσκι εις την μέσην της αυλής μου· ευθύς
που έκαμα αυτήν την νεύσιν, όλοι αντελήφθησαν και ύστερον από
ολίγην ώραν εγύρισαν όλοι καταφορτωμένοι από ξύλα, πέτρας, και
άλλα αναγκαία διά να το κτίσουν. Και αποθέτοντας τα αναγκαία,
άρχισαν με μίαν ογληγορωτάτην επιτηδειότητα να το κτίσουν, που δεν
απέρασαν ολίγες ώρες, και το κιόσκι ευρέθη τελειωμένον και ήτον
τόσον ωραίον, που επροξενούσε μέγαν θαυμασμόν· είχεν ολόγυρά του
δώδεκα στύλους από δίασπρον, που έφεγγαν ως καθρέπται, και
εβλέπονταν εις κάθε του πλευρόν συντριβάνια ωραιότατα, των οποίων
τα νερά έπεφταν με ορμήν εις λεκάνες από πορφυρόν μάρμαρον.

Εκστατικός από τα πράγματα που έβλεπα, και από την επιστήμην του
φιλοσόφου, τον επερικάλεσα να μου εξηγήση πως αυτά όλα τα πράγματα
ημπορούσαν να γένουν. Βασιλέα μου, μου είπε, αυτή η εξήγησις θέλει
αρκετόν καιρόν διά να την κάμω, δώσε μου άδειαν μοναχά να σου
ειπώ, πως εγώ κυριεύω τριάντα εννέα επιστήμες. Αυτή η ομιλία μού
εβγάτισε την περιέργειάν μου διά να ακούσω να μου διηγηθή την
ιστορίαν του· του έκαμα άπειρα χάδια, και τον ερώτησα ύστερον από
ποίον τόπον ήτον· εγώ είμαι από τον τόπον της Μποχαρίας, και
Αβικένα με κράζουν, και ανίσως θέλεις να ακούσης την ιστορίαν μου,
είμαι έτοιμος διά να σου την διηγηθώ. Τον εβεβαίωσα πως δεν θέλει
μου κάμει καλύτερην χάριν από αυτήν, εις το να μου διηγηθή την
ιστορίαν του.



&Ιστορία του σοφού Αβικένα.&



Εγώ είμαι (άρχισε τότε την ιστορίαν του ο Αβικένας) γεννημένος εις
μίαν χώραν, ονομαζομένην Αβιχανά. Και ευθύς που εβγήκα από την
κούνιαν οι γεννήτορές μου με έστειλαν να σπουδάξω εις το σχολείον
της Μπουχαρίας. Έμαθα ευθύς εκεί το Αλκοράνι, και εγνωρίσθηκα
τόσον επιτήδειος εις τα γράμματα, που εις ηλικίαν δέκα χρονών είχα
τελειώσει τα μαθήματά μου. Με εδίδαξαν την Αριθμητικήν, την
Μαθηματικήν, την Αστρολογικήν, την Φιλοσοφίαν, την Ιατρικήν και
την Θεολογίαν· εις τες οποίες επιστήμες επρόκοψα τόσον, που εις
ολίγον καιρόν απόκτησα μεγαλώτατον όνομα. Δεν ήμουν ακόμη εις
ηλικίαν είκοσι χρονών, και το όνομά μου έγινεν ακουστόν έως τες
Ινδίες.

Εμίσευσα μίαν ημέραν με τον πατέρα μου διά να πηγαίνωμεν εις την
Σαμαρκάντα διά κάποιες υπηρεσίες του· και όντας εκεί ηθέλησα να
ιδώ την αυλήν την βασιλικήν· ηύρα πολλούς που με εγνώριζαν οι
οποίοι δεν έλειψαν που να μιλήσουν δι' εμένα πολλά καλά· και οι
έπαινοι που μου έκαναν έφθασαν εις τα αυτιά του βεζύρη, ο οποίος
επεθύμησε διά να συνομιλήση μετ' εμένα. Έμεινε πολλά
ευχαριστημένος από την συντροφιάν μου, και απεφάσισε διά να με
κρατήση μαζί του· και εις τόσην αγάπην με επήρεν, που τίποτε δεν
έκανε χωρίς να με συμβουλευθή πρώτον. Αυτός ο επιτηρητής δεν έζησε
πολύ καιρόν και αποθαίνοντας, ο βασιλέας με έκλεξεν εις τον τόπον
του διά βεζύρη επειδή με αγαπούσε και αυτός κατά πολλά· και με
όλον που επλήρωνα όλα τα χρέη, που το βάρος ενός βεζύρη έχει, μου
έμνεισκεν ακόμη κάποια στιγμή διά να σπουδάζω. Μα η επιθυμία η
μεγάλη που είχα προς την σπουδήν, και η ολίγη ώρα που μου
επερίσευε διά να την ακολουθήσω με έκαμε και απεφάσισα να αφεθώ
από το βάρος του βεζύρη, και να ακολουθήσω την σπουδήν μου. Ο
βασιλεύς δεν μου παρεχώρησε την ζήτησιν χωρίς να του κακοφανή,
τόσον ήτον ευχαριστημένος από την καλήν μου κυβέρνησιν· μα με όλον
τούτο δεν μου εναντιώθη· με συμφωνίαν όμως που να μην ξεμακρύνω
από την αυλήν του.

Εγώ τον επήκουσα, και έμεινα εις την αυλήν του εις έναν οντά
ξεχωριστόν, και εσπούδαζα. Και τον καιρόν που δεν εσπούδαζα,
επήγαινα εις τον βασιλέα, και απερνούσα τον καιρόν συνομιλώντας με
αυτόν. Δεν μου έφθασε να σπουδάξω εις τα φιλοσοφικά και άλλα, μα
εδόθηκα να μάθω και την Χημικήν επιστήμην, την απόκρυφον· επειδή
και με αυτήν εξάνοιγα όλα τα αποτελέσματα της φύσεως· έμαθα και
περιπλέον την λεκανομαντείαν, και έγινα πολλά τέλειος εις αυτήν
την τέχνην. Και τον καιρόν που ήμουν δοσμένος εις αυτά τα
σπουδαστήρια, έρχεται ένας Αμπασατόρος από τον Κουτμπεδίν βασιλέα
της Κασγάρ ζητώντας του βασιλέως μου διά να με στείλη εμένα και
τον Φατζέλ, άλλον φιλόσοφον, προς αυτόν επειδή επιθυμούσε διά να
μας ιδή, με το να ήτον και εκείνος ο βασιλεύς σοφός, και πολλά
γραμματισμένος. Ο βασιλεύς ευθύς έστειλε και μας έκραξε, και μας
εφανέρωσε την ζήτησιν του βασιλέως της Κασγάρ. Ο Φατζέλ και εγώ
διά να μη παρακούσωμεν το πρόσταγμα του βασιλέως μας εκλίναμεν εις
τον ορισμόν του, με όλον που αυτό το ταξείδι ήτον εναντίον της
θελήσεώς μας.

Ο βασιλεύς μένοντας πολλά ευχαριστημένος, που τον επηκούσαμεν,
έκαμε και ένδυσε τον Αμπασατόρον ένα χρυσόν καφτάνι και τον
έστειλεν εις τον βασιλέα του, λέγοντάς του πως να του ειπή, ότι
μετά ολίγες ημέρες θέλουν υπάγει να τον προσκυνήσουν αυτοί οι
φιλόσοφοι. Ο Φατζέλ ήτον ένας άνθρωπος σχεδόν της ηλικίας μου, και
κατά αλήθειαν είχε καλήν μάθησιν, μα η φήμη που δι' αυτόν ο
βασιλέας της Κασγάρ είχεν αγροικήσει δεν ήτον τόσον όσον αυτός την
ελόγιαζε. Εκείνος λοιπόν ο φιλόσοφος ολίγας ημέρας πριν
μισεύσωμεν, ήλθε να με εύρη, και μου λέγει· θαυμαστέ Αβικένα,
επειδή και με το να μας στοχάζεται ο κόσμος ωσάν δύο μεγάλους
φιλοσόφους, μου φαίνεται εύλογον, ότι να μην ταξειδεύσωμεν ωσάν οι
λοιποί άνθρωποι, μα πρέπει να κάμωμεν κανένα πράγμα εξαίρετον·
θέλεις να κάμωμεν να υπάμεν από εδώ έως Κασγάρ, χωρίς να φάμε και
να πιούμε; αυτό στοχάζομαι να μην είναι ένα πράγμα δύσκολον να το
προβάλω εις ένα φιλόσοφον ωσάν και λόγου σου, με το να είναι το
ταξείδι μας πολλά μακρυνόν. Ημείς το λοιπόν δεν θέλομεν πάρει άλλο
παρά εκείνην την ζωοτροφίαν που διά τους σκλάβους μας θέλει κάμει,
οι οποίοι θέλει είνε μάρτυρες της σκληράς νηστείας, που θέλομεν
κάμει εις την στράταν, και δεν θέλουν λείψει που να μην το
φανερώσουν εις την Κασγάρ διά περισσοτέραν τιμήν.

Δεν μου έκανε αυτός ετούτο το πρόβλημα διά άλλο, παρά διατί είχε
το σεκρέτο να κατασκευάζη κάποια χάπια, που ένα μόνον από αυτά
έφθανε να ζωοτροφήση έναν άνθρωπον μίαν ακέραιαν ημέραν ώστε που
παίρνοντας αυτός τόσα, όσες ήσαν οι ημέρες, που έπρεπε να κάμωμεν
εις το ταξείδι, ήτον βέβαιος ότι να μη πεινάση· εστοχάζονταν με
αυτό να δεχθή πλέον επιτήδειος από εμένα, και δεν το επίστευεν ότι
εγώ θα δεχθώ αυτό το πρόβλημα που μου έκανε· μα εγώ γνωρίζοντας
τον στοχασμόν του τού εδέχθηκα το πρόβλημα, πώς να ταξειδεύσωμεν
χωρίς να φάμε. Και με τούτον τον τρόπον επήγα και εκατασκεύασα και
εγώ ένα κάποιο μαντζούνι, που είχε περισσοτέραν δύναμιν από τα
χάπια του· ώστε που χωρίς να ηξεύρη ο ένας του άλλου το μυστικόν
εμισεύσαμεν από την Σαμαρκάντα διά την Κασγάρ.

Τες πρώτες ημέρες του ταξειδίου μας τες απεράσαμεν πολλά καλά
τόσον ο ένας, ωσάν και ο άλλος· επειδή και τα σεκρέτα μας
ενεργούσαν θαυμασίως, και κάθε ένας εζούσαμε με όλην την
βεβαιότητα. Εγώ εστοχαζόμουν κάθε ολίγον τον άλλον διά να ιδώ αν
έκανε καμμίαν μεταλλαγήν, ομοίως και αυτός έκανε το ίδιον εις
εμένα· εγώ αντί να αδυνατήσω, εφαινόμουν από ημέραν εις ημέραν να
γένωμαι πλέον δυνατός· τούτο όμως δεν ακολουθούσε του φιλοσόφου,
επειδή και χάνοντας τα χάπια του, καθώς είχα μάθει έγινε αδύνατος
και σκυθρωπός, και το πρόσωπόν του επλακώθη από μίαν αχνότητα που
με έκανε να στοχασθώ πως περνά πολλά κακά. Αυτός ως τόσον έκρυβε
το συμβάν που του έτυχε και έχασε τα χάπια· και υποφέροντας με
υπομονήν το κακόν του αφίνονταν από ολίγον κατ' ολίγον να
φθείρεται· βλέποντάς τον τέλος πάντων εις μίαν κατάστασιν που
έκανε σπλάγχνος, του επρόσφερα το μαντζούνι μου, μα αυτός δεν το
εδέχθη· και αγάπησε καλύτερον να αφεθή να αποθάνη παρά να δείξη
πως έχει χρείαν από την βοήθειάν μου. Έλαβα μεγάλην θλίψιν διά τον
θάνατον του Φατζέλ· εκατάβρεξα το κορμί του από τα δάκρυά μου, και
τον έθαψα εις ένα βουνόν βοηθούμενος από τους σκλάβους μου και
τους εδικούς του. Και αφού τον εθάψαμεν καθώς εδυνήθημεν, έβγαλα
τα όσα αργύρια ευρίσκονταν του Φατζέλ και εμένα, τα οποία μας τα
είχε δώσει ο βασιλεύς διά έξοδα της στράτας, και τα εδιαμοίρασα
των σκλάβων, που μας εσυντρόφευαν, και τους έδωκα την ελευθερίαν,
διά να υπάγουν όπου θέλουν, και εγώ έμεινα μονάχος εις εκείνο το
βουνόν.

Οπόταν δε ευρέθηκα μοναχός, εσταμάτησα διά καμπόσον ακόμη, διά να
κλαύσω επάνω εις τον τάφον του Φατζέλ την άκραν δυστυχίαν εκείνου
του φιλοσόφου, και κατηγορώντας την αστοχασίαν του, και υπερήφανόν
του γνώμην. Εστοχάσθηκα ύστερον το τι έπρεπε να κάμω· δεν ηθέλησα
ούτε να ακολουθήσω το ταξείδι μου προς την Κασγάρ, ούτε να
ξαναγυρίσω εις την Σαμαρκάντα· μα απεφάσισα να ταξειδεύσω μοναχός,
και να περιδιαβάσω τον κόσμον. Επήγα εις την Ουζκούντ, από εκεί
εις την Κογέντα, και τέλος πάντων ύστερα από πολλές ημέρες έφθασα
εις την Καρίσμο. Και μίαν ημέραν που εις αυτήν εσεργιάνιζα, ακούω
αιφνιδίως ένα αλλαλαγμόν και μίαν σύγχισιν και θλίψιν εις τον
λαόν, που όλοι έμειναν ευθύς συγχισμένοι. Και η αιτία τούτης της
συγχίσεως επροέρχονταν από ένα κήρυκα, που επήγαινε τριγύρου την
χώραν, και κάθε ολίγον εφώναζε και έλεγε με μεγάλην φωνήν. Όσοι
είσθε που αγαπάτε τες επιστήμες, θέλετε ηξεύρει ότι αύριον ανοίγει
το φοβερόν σπήλαιον και όποιος θέλει ας πάη να έμπη εις αυτό.

Ευθύς που εγώ ήκουσα τέτοια λόγια, ακολούθησα τον κήρυκα διά να
τον εξετάξω επάνω εις αυτό το σπήλαιον και εις το τέλος της
ημέρας, που είχε τελειώσει και έμελλε να έμπη εις το σπήτι του,
τον επερικάλεσα με ευγένειαν να μου φανερώση τι δηλοί αυτό το
σπήλαιον, που οι γραμματισμένοι πρέπει την ερχομένην ημέραν να
έμπουν. Ο Τελάλης μου απεκρίθη λέγοντας· ήξευρε καλώτατα, ότι απ'
έξω από την πόρταν της χώρας είναι ένα σπήλαιον μιας μεγαλωτάτης
ευρυχωρότητος, εις το οποίον εμπαίνουν από μίαν πόρταν, η οποία
ανοίγει με μίαν δύναμιν ενός χαμαϊλιού, και πάλιν μοναχή της
ξανακλεί· και τούτο γίνεται μίαν φοράν τον χρόνον· οι περίεργοι
εμπαίνουν προς τα ξημερώματα εις αυτό· εκεί ευρίσκουν μίαν μεγάλην
ποσότητα από βιβλία· διαλέγουν αυτοί εκείνα που θέλουν, και με
ογληγορότητα τα παίρνουν μαζί τους και εβγαίνουν, διατί η πόρτα
του σπηλαίου κλείεται μισή ώρα και δεκαπέντε λεπτά ύστερα που
ανοίξη· και αν διά κακήν τύχην κανείς ήθελε μείνει μέσα μίαν
στιγμήν περισσότερον από τον διατεταγμένον καιρόν, κλει η πόρτα,
και μένει εκεί εις το σπήλαιον, και αποθαίνει από την πείναν καθώς
συμβαίνει πολλάκις· επειδή και η πόρτα δεν ανοίγει πλέον, παρά εις
έναν χρόνον. Λέγουν ακολούθησεν αυτός, ότι εστάθη ο σοφός Κεκ
Χααμπεδίν, ο οποίος έκαμεν αυτό το σπήλαιον διά να κλείση τα
θαυμαστά βιβλία του, τόσον τα ιδικά του που εσύνθεσεν, ως και
εκείνα που απ' όλον τον κόσμον εσύναξε, και αυτά όλα τα βιβλία
είναι πολλά περίεργα και θαυμάσια ο αριθμός των οποίων είναι
είκοσι χιλιάδες· τα οποία περιέχουν την πέτραν την φιλοσοφικήν,
τον τρόπον διά να εβγάλουν θησαυρούς, και άλλα παρόμοια·
ευρίσκονται ακόμη και άλλα που δείχνουν να κάνουν τέρατα, να
μεταβάλη τον άνθρωπον εις ζώον, και να εμψυχώση πράγματα άψυχα·
εις ένα λόγον, όλα τα απόκρυφα της φύσεως είναι φανερωμένα εις
πολλά από αυτά τα βιβλία, και ξεχωριστά εις εκείνα που ο ίδιος
εσύνθεσε· περιπλέον ήξευρε, ότι όποιος δεν ήθελεν επιστρέφει
εκείνο το βιβλίον εις εκείνον τον χρόνον που ξανανοίγει το
σπήλαιον, ευθύς αποθαίνει και με τούτον τον τρόπον φυλάγονται όλα
τα βιβλία του σώα, χωρίς ποτέ να τολμήση τις να κρατήση το
παραμικρόν.

Μαθαίνοντας καταλεπτώς όλην την υπόθεσιν από τον κήρυκα, τον
ευχαρίστησα και εμίσευσα. Αφίνω καθέναν να στοχασθή ανίσως και
έλαβα χαράν να μάθω αυτήν την υπόθεσιν, και αν δεν απεφάσισα να
υπάγω την αύριον εις το σπήλαιον με τους περιέργους. Δεν
εστοχάσθηκα μόνον να έμπω, μα απεφάσισα να μείνω και εκεί ύστερον
από τους άλλους, να παρουσιασθώ εις ό,τι ημπορούσε να μου συμβή.
Και με το να ήμουν πολλά έμπειρος εις την λεκανομαντείαν δεν είχα
φόβον από τα πονηρά πνεύματα, που εκεί ευρίσκονταν. Εβγήκα το
λοιπόν εκείνην την ιδίαν στιγμήν και επήγα εις την ρίζαν του
βουνού, και εκάθησα αποκάτω εις κάποιες τριανταφυλιές που
ευωδίαζαν τον τόπον, και εκεί απεφάσισα διά να μείνω εκείνην την
νύκτα, έως να έλθουν τα ξημερώματα, που έμελλε να ανοίξη η πόρτα
διά να έμπω μέσα εις το σπήλαιον. Πλησιάζοντας τέλος πάντων η
αυγή, βλέπω να τρέχουν από την χώραν όλοι οι περίεργοι, και να
έρχωνται προς το σπήλαιον. Εγώ ευθύς εσηκώθηκα, και έτρεξα προς
την πόρταν, διά να μην ήθελα ήμουν από τους ύστερους εις το να
έμβω· αρχινούσαν τότε τα άστρα να χάνωνται από ολίγον κατ' ολίγον
οπόταν εις μίαν στιγμήν, η πόρτα, που ήτον από ξύλον της Ινδίας,
ανοίγει μοναχή της με ένα μεγαλώτατον κτύπον.

Ευθύς όλοι εμπήκαν και εδιασκορπίσθησαν εις το σπήλαιον το οποίον
ήτον πολλά ευρύχωρον· ολόγυρα του οποίου ήτον τόσες τράπεζες
βαλμένες εις εύμορφην τάξιν, απάνω εις τες οποίες ήτον αραδιασμένα
τα βιβλία με πολλήν ευγένειαν, και απ' έξω των οποίων ήτον
γραμμένα εις κομμάτια χαρτιά η υπόθεσις, και εκείνο που περιείχε
κάθε βιβλίον· εφαίνονταν ανάμεσα εις αυτά δύο τόποι άδειοι μα οι
γραμματισμένοι ευθύς τους εγέμισαν με εκείνα, που τον απερασμένον
χρόνον είχαν πάρει. Και αφού επήραν άλλα που τους έκανε χρεία, εν
τω άμα εβγήκαν και ολίγον υστερώτερα ακούω τον μεγάλον κτύπον της
πόρτας που έκλεισε, και μοναχά εγώ έμεινα. Και ούτως έμεινα μόνος
κλεισμένος εις εκείνο το φοβερόν σπήλαιον το οποίον μη λαμβάνοντας
άλλο φως, παρά μόνον εκείνο που έρχονταν από την πόρταν, εφάνηκεν
ευθύς που έκλεισε πλέον σκοτεινόν από τον άδην. Τότες εγώ
βλέποντάς με μοναχόν εις εκείνο το βαθύτατον σκότος και έχοντάς
την τέχνην της λεκανομαντείας, άρχισα να εξορκίζω τα πνεύματα, που
είχαν την επιστασίαν εκείνης της θαυμαστής βιβλιοθήκης, και οπόταν
με την δύναμιν των εξορκισμών μου τα έκαμα να με υπακούσουν, τα
επρόσταξα να δώσουν φως εις το σπήλαιον, και να λάβουν την
επιμέλειαν να το κρατήσουν πάντα φωτεινόν.

Τα πνεύματα, τα οποία είνε πάντα πολλά υπήκοα, οπόταν ένας
άνθρωπος ηξεύρει να τα επιτιμήση, εμίσευσαν, και ευθύς εγύρισαν με
τόσον φως, που ήτον περισσότερον από την χρείαν, και που
ημπορούσαν με αυτό να φωτίσουν δέκα σπήλαια παρόμοια ωσάν εκείνο·
εγώ λογιάζω ότι θα επήγαν και θα έκλεψαν όλες τες κανδήλες και τα
κερία της χώρας της Καρισμίας. Δεν εφάνη ποτέ φωτοχυσία πλέον
ωραιοτέρα από εκείνην, που έκαναν διά να εορτάσουν το έμπασμά μου
εις εκείνο το σπήλαιον· εκρέμασαν εις κάθε μέρος τες κανδήλες·
έβαλαν τα κηρία ολόγυρα εκεί που ευρίσκοντο τα βιβλία βαλμένα διά
περισσοτέραν μου ευκολίαν. Τότες εγώ εδόθηκα εις την ανάγνωσιν
διαφόρων βιβλίων πολλά περιέργων· ηύρα που επεριείχαν τα τέρατα
της χημικής, και των αποκρύφων επιστημών, και τα άλλα περίεργα.
Και επειδή ήθελα να αντιγράψω απ' εκείνα τα βιβλία κανένα
κεφάλαιον, ή άλλο που μου έκανε χρεία, και μην έχοντας τα
αναγκαία, ευθύς επρόσταξα τα πνεύματα, που ήτον οι πιστοί μου
σκλάβοι, και εν τω άμα μου έφεραν χαρτί, καλαμάρι, και άλλα που
μου έκαναν χρείαν. Έλαβον παρομοίαν επιμέλειαν διά να με
κυβερνήσουν από φαγητά, οπόταν έσωσα το μαντζούνι μου. Και κάθε
ημέραν μου έφερναν εκλεκτότατα φαγητά, πιοτά, και απερνούσα ωσάν
ένας βασιλέας. Και δεν ήτον πράγμα που να επιθυμήσω, και να μην το
απολαμβάνω εν τω άμα.

Επερνούσα το λοιπόν πολλά ειρηνικά, και αναπαυμένα τον καιρόν μου
εις εκείνο το θαυμαστόν σπήλαιον, σπουδάζοντας με ησυχίαν χωρίς να
κουρασθώ εις το διάστημα του χρόνου, εκείνα τα θαυμαστά βιβλία από
τα οποία εκαρποφορέθηκα μεγάλως, και μάλιστα εις τα πλέον απόκρυφα
της φύσεως. Τελειώνοντας δε ο χρόνος, και ερχομένη η συνηθισμένη
διορία άνοιξε πάλιν η πόρτα και εισέβηκαν οι γραμματισμένοι μέσα·
μα καθώς δεν ήτον συνηθισμένοι να ιδούν εκεί φωτοχυσίαν εμπήκαν
εις μεγάλον φόβον. Και ρίχνοντάς τα βιβλία με πολλήν γληγορότητα
που επέστρεφαν, εδόθηκαν εις φυγήν, και εγώ εστοχάσθηκα διά να
έβγω την ιδίαν στιγμήν. Κάνει χρεία να στοχασθήτε, ότι όντας εκεί
έναν χρόνον κλεισμένος, άφησα και αύξησαν τα γένειά μου, και τα
μαλλιά μου, εις τρόπον που εφαινόμουν πολλά φοβερός και άσχημος·
ώστε που η μορφή μου δεν επροξένησεν άλλο παρά να αυξήση τον φόβον
εκείνου του λαού, ο οποίος φεύγοντας έκραζε· φεύγετε, ότι ο Μάγος
Μοούκ εβγήκεν από το σπήλαιον.

Εκείνος ο μάγος, διά τον οποίον αυτοί με επήραν, ήτον ένας κακός
άνθρωπος· ο οποίος δεν είχεν άλλην ηδονήν παρά να κάμη κακόν εις
την χώραν. Εμεταχειρίζονταν αυτός την αναξίαν του τέχνην εις το να
βλάψη το ανθρώπινον γένος. Κάθε ένας τον αναθεματούσε, και ο
Σουλτάνος της Καρίσμου με όλες τες επιμέλειες που είχε βάλει διά
να τον πιάση και να τον θανατώση, δεν του εστάθη ποτέ δυνατόν·
επειδή και αυτός ο μάγος ήξευρε να αποφύγη κάθε παγίδα, που του
εσταίνονταν, με την μαγικήν του τέχνην. Ευθύς που εγροίκησα πως με
ωνόμαζαν ένα μάγον εστοχάσθηκα διά να τους βγάλω από αυτήν την
υποψίαν· αδελφοί μου, εφώναξα, εβγάτε από την υποψίαν δεν είμαι
εγώ εκείνος ο μάγος Μοούκ, που στοχάζεστε, αλλά είμαι ένας ωσάν
και εσείς· αυτοί, ακούοντας με να τους ομιλώ, εσταμάτησαν, και
χωρίς να με αφήσουν διά να τους βεβαιώσω εις τα όσα τους έλεγα με
επερικύκλωσαν με μεγάλην ορμήν, και με έπιασαν διά να με φέρουν
εις τον Σουλτάνον να με θανατώση. Εγώ ημπορούσα με ευκολίαν να
τους βάλλω εις σύγχυσιν, και να ελευθερωθώ από τα χέρια τους· μα
ηθέλησα να ιδώ τι ήθελαν να μου κάμουν και να τους αφήσω εις την
ελπίδα τους πως έχουν να με παιδεύσουν· Και αφού με έδεσαν καλά
διά να μη τους φύγω, μετά μεγάλης χαράς και αλλαλαγμού με έφεραν
εις τον Κατή. Ω, ω, μου λέγει εκείνος ο κριτής, ευθύς που με
είδεν, εφέρθης τέλος πάντων εις την εξουσίαν μου· μη στοχάζεσαι, ω
παράνομε, να αποφύγης τον θάνατον που σου τυχαίνει· είνε πολλά
μακρυνός καιρός, που μολύνεις τον αέρα με τες παράνομες πράξεις
σου, και πρέπει να καθαρισθή από ένα βδελυρόν μάγον ετούτην την
στιγμήν και ούτω λέγοντας επρόσταξε τον αναΐππην του, να με φέρουν
εις την μέσην της αγοράς να με θανατώσουν. Ο αναΐππης αφού με
επαράδωσεν εις τας χείρας του τζελάτη και των ανθρώπων του, διά να
με φέρουν εις τον τόπον της καταδίκης, επήγεν εις τον Σουλτάνον
διά να τον ερωτήση τι θάνατον επιθυμούσε να μου δώσουν. Ο
Σουλτάνος μαθαίνοντας από τον αναΐππην, ότι ο μάγος Μοούκ επήγεν
εις τον τόπον της καταδίκης, εκαβαλλίκευσεν ευθύς το άλογόν του,
και εφέρθη εκεί που ήμουν, διά να με ιδή· και από την θεωρίαν μου
με εκαταδίκασε διά να με καύσουν. Δεν είχεν αυτός καλά τελειώσει
την απόφασίν του, και ευθύς ο λαός έτρεξε και έφερε με μεγάλην
επιθυμίαν τόσα ξύλα, που ήταν αρκετά να καύσουν είκοσι μάγους·
τόση ήτον η προθυμία που είχαν διά να με ιδούν πολλά ογλήγορα
γενόμενον εις στάκτην.

Έλαβα την υπομονήν να αφεθώ να με δέσουν εις το ξύλον, μα ευθύς
που έβαλαν την φωτιά, είπα κάποια λόγια της λεκανομαντείας, και
ευθύς η δύναμίς των εκαταχάλασε τα δέματά μου· τότες επήρα ένα
ξύλον χοντρόν, και του έδωκα την μορφήν ενός αμαξίου θριαμβευτού·
επάνω εις το οποίον αναβαίνοντας, εσεργιάνισα καμπόσον απάνω εις
τον αέρα, εις την θεωρίαν παντός του λαού, ο οποίος δεν έλαβε
τόσην χαράν να με ιδή εις το αμάξι όσην είχε να με ιδή καμμένον.
Έπειτα κάνοντας να σταματήση το αμάξι εις τον αέρα, εγύρισα προς
τον βασιλέα και του είπα:

Αδικοκριτά Σουλτάνε, που ηθέλησες να με κάμης να χαθώ ωσάν έναν
τρισάθλιον πταίστην· ήξευρε ότι εγώ δεν είμαι ο μάγος που
στοχάζεσαι, μα είμαι ένας γραμματισμένος που ημπορώ να κάμω
πράγματα ακόμη πλέον θαυμάσια από εκείνα των οποίων οι οφθαλμοί
σου είναι μάρτυρες. Με τούτον τον τρόπον ομιλώντας έγινα άφαντος,
και ο βασιλεύς ομού και ο λαός έμειναν βυθισμένοι εις μίαν άκραν
έκστασιν. Ύστερον από αυτό το συμβεβηκός επεριπάτησα τον κόσμον
δέκα χρόνους. Επήγα εις την Βαβυλώνα, εις την Αίγυπτον, εις την
Περσίαν, και εις όλους τους τόπους που εστάθηκα, αστερέωσα την
καλήν τύχην όλων εκείνων εις τους οποίους συνέλαβα αγάπην·
περιδιαβάζοντας τέλος πάντων τον κόσμον, ήλθα εδώ εις το Αστραχάν,
εις το οποίον εστοχάσθηκα και εδώ να κάμω να ομιλήσουν διά εμένα.
Και δι' αυτήν την αιτίαν εβγαίνοντας από την χώραν, και
πηγαινάμενος εις ένα πυκνόν λόγγον έκοψα σαράντα δένδρα όλα
παρόμοια και με την δύναμιν κάποιων λόγων, των οποίων ηξεύρω την
ενέργειαν, τα εμψύχωσα εις μορφήν ανθρωπίνην, και εκατασκεύασαν τα
λουτρά, που φαίνονται εις τες πόρτες του Αστραχάν· ετούτοι είνε οι
σαράντα μου σκλάβοι, ω βασιλέα μου, που σου είχα ομιλήσει πως με
υπηρετούν, και που έκτισαν τους λουτρούς, που είδες, και που σου
έφτειασαν και το κιόσκι εις το παλάτι σου.



&Ακολούθησις και τέλος της ιστορίας του βασιλέως Ορμώζ,
επονομαζομένου Χωρίς Θλίψιν.&



Εδώ ο Αβικένας ετελείωσε την ιστορίαν του, και εγώ εκστατικός διά
τα όσα μου εδιηγήθη, ω μεγάλε φιλόσοφε, εφώναξα· ποία καλή μου
τύχη σε απέστειλε διά να σε γνωρίσω· και απ' ότι μου εδιηγήθης
πιστεύω ότι εις εσέ είνε όλα δυνατά. Εγώ πλέον δεν θαυμάζω, ότι οι
δούλοι σου ημπορούν να κατορθώσουν τέτοια τεράστια επειδή και εσύ
είσαι εκείνος, που κάνεις να τα τελέσουν· στοχάζομαι όμως ότι αν
τους προστάξης να μου φέρουν εδώ εις ετούτην την στιγμήν την
βασιλοπούλα της Καρίσμου την ωραίαν Ρετζίαν, ημπορούν να το
κάμουν. Χωρίς αμφιβολίαν μου απεκρίθη ο Αβικένας, αυτοί ημπορούν
ευθύς να υπάγουν εις το παλάτι της, και να την αρπάξουν από την
μέσην των γυναικών της, και εις τον ίδιον καιρόν να την φέρουν, αν
επιθυμής εδώ. Αυτό πολλά το επιθυμώ, απεκρίθηκα με χαράν· Αχ, φίλε
μου, μεγαλυτέραν χάριν από τούτην δεν ημπορείς να μου κάμης.
Θέλεις μένει ευχαριστημένος, εξαναποκρίθη ο φιλόσοφος, επειδή και
έχω πόθον να εκδικηθώ τον Σουλτάνον της Καρίσμου με το να ήθελε να
με καύση.

Δεν είχε αποτελειώσει ο φιλόσοφος ετούτους τους λόγους και έρριξε
τους οφθαλμούς του εις ένα από τους σαράντα σκλάβους του· και τον
επρόσταξε διά να μισεύση χωρίς να του ειπή άλλο· ο σκλάβος έγινεν
άφαντος, και μετά ολίγες στιγμές εξαναγύρισε με την βασιλοπούλαν
Ρετζίαν.

Δεν ημπόρεσα να θεωρήσω την Ρετζίαν, χωρίς να γροικήσω όλην την
χαροποίησιν, που προξενεί η θεωρία ενός υποκειμένου τόσον
επιθυμητού και αγαπημένου. Με όλον τούτο ό,τι λογής και ας ήτον η
έκστασίς μου, και η αγαλλίασίς μου εις το να την ιδώ, ο τρόπος με
τον οποίον μου εδόθη αυτή η ευχαρίστησις με εμπόδισε να δείξω
έμπροσθεν της την μεγάλην μου χαροποίησιν· εφοβούμην να μην ήτον
αυτή κανένα φάντασμα, και δεν αποτολμούσαν οι οφθαλμοί μου να το
πιστεύσουν· παρακαλώ σε, λέγω του φιλοσόφου, μη με γελάς, η Ρετζία
που προσφέρετε εις τους οφθαλμούς μου, είναι φαντασία, ή αληθινή,
ομίλησε τι πρέπει να στοχασθώ; Μην αμφιβάλης, ω βασιλέα μου,
λέγει εκείνος, αυτή είνε η ίδια Ρετζία· στοχάσου την ωραιότητά
της, και χαίρου χωρίς υποψίαν εις την ευχαρίστησιν που πρέπει να
σου προξενήση.

Επάνω εις αυτήν την βεβαίωσιν έπεσα εις τα γόνατα της Ρετζίας,
χωρίς να χάσω καιρόν· Αχ βασίλισσά μου, της είπα· εσύ είσαι το
λοιπόν εκείνη που βλέπω, τον καιρόν που με κανένα τρόπον δεν
ήλπιζα να σε ξαναϊδώ; είμαι υπόχρεος διά ταύτην την χάριν εις την
αγάπην ετούτου του μεγάλου φιλοσόφου, που με την τέχνην του με
έκαμε να ανταμώσω την αγάπην μου και την χαροποίησιν μου·
γνωρίζεις εις εμέ εκείνον τον νέον, που επαραστάθη έμπροσθεν σου
εις μορφήν του περιβολάρη; και που δι' αγάπην σου εκαταντήθηκα
να περάσω διά κασιδιάρης; εσύ ηξεύρεις με τι βαρβαροσύνην
έκαμες να με σύρουν από το παλάτι σου έξω, οπόταν εκατάλαβες
πως ήμουν μεταμφιεσμένος, και με ποίαν καλήν τύχην έφυγα τον
σκληρόν θάνατον, που από αιτίαν σου μου ήθελε δοθή· και
με όλες αυτές τες σκληρότητές σου δεν αφέθηκα που να σε αγαπώ.
Τώρα που ήκουσες, ω βασίλισσά μου, τα δικαιολογήματά μου, ημπορείς
να ξεθυμάνης εναντίον εις ένα τολμηρόν, ο οποίος επρόστρεξεν εις
την δυναστείαν διά να σε απολαύση· μα στοχάσου, σε παρακαλώ
πρώτον, ότι ετούτος ο τολμηρός πως είναι ο βασιλεύς του Αστραχάν,
ο οποίος δεν έλειψε που να σε γυρεύση του βασιλέως πατρός σου διά
γυναίκα του, και δεν εισακούσθη.

Αν εγώ έμεινα εκστατικός διά την αιφνίδιον φανέρωσιν της Ρετζίας
ημπορείτε να στοχασθήτε ότι αυτή δεν έμεινεν ολιγώτερον,
ευρισκομένη εις μίαν στιγμήν εις ένα τόπον αγνώριστον. Εγώ
εκαρτερούσα (και δεν ήτον δίχως δίκαιον) μίαν χάλαζαν από
ονειδισμούς οπόταν αυτή η βασιλοπούλα γνωρίζοντάς με, ερχομένη
ολίγον εις τον εαυτόν της από την έκστασίν της, μου ωμίλησε με
τούτον τον τρόπον· Εγώ ήθελα είμαι χωρίς αμφιβολίαν θυμωμένη εις
άλλον καιρόν εναντίον της τόλμης σου, μα δεν ημπορώ να κάμω άλλο,
παρά να σου την συμπαθήσω· ήμουν εις την ακμήν να στεφανωθώ έναν
βασιλέα που δεν ημπορούσα να τον υποφέρω, και ούτε να τον ιδώ,
τόσον μισητός μου ήτον· δεν ημπορώ να κλαυθώ διά μίαν δυναστείαν
που με βάνει εις φύλαξιν από έναν που μου ήτον μισητός, και έμελλα
να του είμαι ως γυναίκα.

Και πώς, ω Ρετζία, την αντίκοψα, εσύ δεν είσαι γυναίκα του
βασιλέως της Γάζνας; όχι, ω κύριέ μου, εξαναείπεν η βασιλοπούλα
εγώ ακόμη δεν είχα γίνει· επειδή και αφού εμίσευσεν ο Αμπασατόρος
σου από την αυλήν του πατρός μου έτυχαν τόσα συμβεβηκότα, που
εμπόδισαν την υπανδρείαν μου έως τώρα, και δεν ήσαν άλλο παρά
τρεις ημέρες, που είχα φθάσει εις την Γάζναν προς τον μισημένον
μου νυμφίον, και εκεί που εγένονταν οι χαρές του στεφανώματός μου
αρπάχθηκα αιφνιδίως από την μέσην των δούλων μου, και εις μίαν
στιγμήν εφέρθηκα εδώ που με βλέπεις.

Έλαβα τόσην αγαλλίασιν εις το να ακούσω ότι η Ρετζία δεν ήτον
υπανδρευμένη, και από την χαράν μου εφώναξα. Αχ, βασίλισσά μου,
δεν ηξεύρω πώς να ευχαριστήσω τον ουρανόν, που μου έδωσε την χάριν
να σε απολαύσω, καθώς επιθυμούσα· εγώ δεν είμαι άξιος να ανταμείψω
την ευεργεσίαν του Αβικένα, που μου έκαμεν. Αυτά και άλλα παρόμοια
λέγοντας εκατάλαβα την Ρετζίαν, που έκλινεν εις την αγάπην μου.
Και διά περισσοτέραν βεβαίωσίν μου μού έδειξε φανερώς και μου
είπεν, ότι αποφάσισα να στερεώσω την καλήν σου τύχην· φθάνει μόνον
να ημπορέσης να λάβης και τον λόγον του πατρός μου του βασιλέως.
Εσυμβουλεύθηκα επάνω εις τούτο με τον Αβικένα, ο οποίος μου είπε
στείλε, ω Αυθέντη, έναν Αμπασοτόρον, διά να δώση την είδησιν του
Σουλτάνου διά την κατάστασιν της θυγατρός του, να την γυρέψη εις
γυναίκα σου, και διά τα λοιπά που ημπορούν να ακολουθήσουν, άφες
να κάμω εγώ. Έκαμα κατά την συμβουλήν του φιλοσόφου, και
εξανάστειλα τον Χασάν διά απεσταλμένο προς τον βασιλέα της
Καρίσμου, έπειτα επήρα την Ρετζίαν, και την έβαλα εις το χαρέμι
μου, εις μέρος ξεχωριστόν, και αναμέναμεν την απόφασιν του πατρός
της με μεγάλην ανυπομονησίαν. Ως τόσον τον Αβικένα, διά την χάριν
την μεγάλην που έκαμε, τον εκράτησα εις την αυλήν μου, και του
έκαμα τες μεγαλύτερες τιμές που ένας βασιλεύς ημπορούσε να κάμη
προς έναν, από τον οποίον γνώριζε την ευτυχίαν του. Και διά
περισσοτέραν τιμήν τον έκαμα απόκρυφόν μου συμβουλάτορα και τον
είχα πάντα μαζί μου, και έτρωγεν εις το τραπέζι μου και
ευρίσκονταν πολλά ευχαριστημένος διά τες ανταμοιβές που έκαμα.

Κάνει χρεία να διηγηθώ κατά το παρόν εις ποίαν κατάστασιν ο Χασάν
εύρε την αυλήν της Καρίσμου οπόταν εκεί έφθασεν. Ο Σουλτάνος ευθύς
που έμαθε τον αρπαγμόν της θυγατρός του από την αυλήν του βασιλέως
της Γάζνας, εσυνάθροισεν όλους τους Αστρολόγους του βασιλίου του
διά να εξετάξουν το τι έγινεν η θυγατέρα του. Και ένας πολλά
επιτήδειος εφανέρωσε πως η βασιλοπούλα ευρίσκονταν εις το παλάτι
μου, και πως εγώ έκαμα και την άρπαξαν· και επάνω εις τούτο το
θεμέλιον έστειλε μεντζίλι ευθύς εις τον βασιλέα της Γάζνας δίδοντάς
του την είδησιν πως η θυγατέρα του αρπάχθη από εμένα· και πως ευθύς
να ετοιμάση όλα τα στρατεύματα και να ανταμωθούν με αυτόν διά να
έλθουν ομού εναντίον μου, να μου χαλάσουν το βασίλειον διά την
ατιμίαν που τους έκαμα. Ως τόσον ο απεσταλμένος μου ο Χασάν
φθάνοντας επάνω εις αυτές τες σύγχυσες επήγε να παρουσιασθή εις τον
Σουλτάνον κατά την συνήθειαν, και να του αναγγείλη την υπόθεσιν,
διά την οποίαν επήγεν.

Ο Σουλτάνος βλέποντάς τον του είπε με αγριωμένον πρόσωπον.
Καταλαμβάνω καλώτατα την υπόθεσιν διά την οποίαν ήλθες· εσύ
έρχεσαι εδώ από όνομα του παρανόμου αυθέντος σου διά να μου
αναγγείλης πως αυτός κρατεί εις το παλάτι του την θυγατέρα μου
εναντίον κάθε δικαιοσύνης, μα θέλει το μετανοήσει πολλά ογλήγορα
διά την εντροπήν που μου έκαμε· και διά να κάμω αρχήν του θυμού
μου, προστάζω να σου κόψουν το κεφάλι, και ελπίζω ότι με τούτον
τον τρόπον θα μεταχειρισθώ και τον άνομον αυθέντην σου, που διά
μέσον της μαγικής τέχνης κανενός θανατηφόρου μάγου μου άρπαξε την
θυγατέρα, και έκαμε αυτήν την ατιμίαν εις το παλάτι μου. Και έτσι
λέγοντας επρόσταξε τον τζελάτην του, να κόψη την κεφαλήν του Χασάν
εις το μέσον της αυλής του. Ο ταλαίπωρος Χασάν εφέρθη κακώς,
έχοντας από τον τζελάτην εις την μέσην της αυλής, που ήτον
συναγμένος άπειρος λαός, διά να ιδούν τον θάνατόν του. Και τον
καιρόν που ο τζελάτης είχε σηκώσει το σπαθί διά να του κόψη το
κεφάλι, αρπάχθη εις τον αέρα ο Χασάν, και έγινεν άφαντος από τους
οφθαλμούς των περιεστώτων· το οποίον επροξένησε τόσον εις τον
Σουλτάνον, ωσάν και εις τον λαόν, μεγάλον θαυμασμόν και φόβον.

Ο Σουλτάνος εστοχάσθη με δίκαιον τρόπον, ότι με την ιδίαν δύναμιν,
που αρπάχθη η θυγατέρα του, αρπάχθη και ο Χασάν από τον θάνατον,
διά το οποίον αγρίεψε πολλά περισσότερον από το πρώτον και ευθύς
επρόσταξεν ότι να υπάγουν να πιάσουν τους ανθρώπους του
απεσταλμένου να τους θανατώσουν, διά να ξεθυμάνη την οργήν του. Μα
πηγαινάμενοι οι φύλακες δεν ηύραν κανέναν, επειδή και αρπάχθηκαν
και αυτοί από τους δούλους του Αβικένα τον ίδιον καιρόν, που
αρπάχθη και ο αυθέντης τους. Αυτά όλα τα έμαθα από τον Χασάν που
ευθύς εφανερώθη έμπροσθά μου, και μου τα εδιηγήθη όλα και μου
εφανέρωσε περιπλέον τες μεγάλες ετοιμασίες, που έκανε ο Σουλτάνος
της Καρίσμου ομού με εκείνον της Γάζνας, διά να έλθουν καταπάνω
μου, να αφανίσουν το βασίλειόν μου κατά κράτος. Ήτο παρών και ο
Αβικένας οπόταν ο Χασάν μου εδιηγούνταν αυτά, διά τα οποία εγέλασε
μεγάλως. Έπειτα με εβεβαίωσε πως να μη φοβηθώ τίποτε, επειδή και
αυτός θέλει έχει όλην την επιμέλειαν να γυρίση όλα τα πράγματα
κατά την γνώμην του. Ευχαρίστησα τον φιλόσοφον διά την προθυμίαν
και αγάπην που προς εμέ έφερνε, και αντίς να φοβηθώ τες ετοιμασίες
των εχθρών μου δεν έβλεπα την ώραν πότε να φθάσουν εις τα σύνορα
μου· επειδή και ήμουν βέβαιος πως δεν ήθελαν με βλάψει, έχοντας
μαζύ μου τον αγαπημένον μου Αβικένα.

Δεν επέρασαν πολλές ημέρες και εκείνοι οι δύο βασιλείς χωρίς
αργοπορίαν επλησίαζαν εις τα σύνορα του βασιλείου μου. Τότε ο
Αβικένας έρχεται προς εμένα και μου λέγει να συμμάσω ένα ολίγον
στράτευμα, και να έβγωμεν εις συναπάντησιν των εχθρών μου. Εγώ
έκαμα καθώς με επρόσταξε· και οπόταν εστάθηκαν όλα έτοιμα,
εβαλθήκαμεν με τον Αβικένα εις την κεφαλήν του στρατεύματός μου,
και εκινήσαμεν και ήλθαμεν ολίγον μακράν από τους εχθρούς μου.
Τότε ο φιλόσοφός μου με την τέχνην του έκαμε να γεννηθούν κάποιες
ασυμφωνίες και διαφορές ανάμεσα του Σουλτάνου και του βασιλέως της
Γάζνας, και τόσον επλήθυναν, που εγύρισαν τα άρματά τους εναντίον
ο ένας του άλλου. Και ύστερον από ένα μακρόν πόλεμον ανάμεσόν
τους, ο βασιλεύς της Γάζνας έμεινε φονευμένος μαζή με όλον του το
στράτευμα, και ο Σουλτάνος έμεινε νικητής και αυθέντης όλου του
κάμπου και του πολέμου. Μα δεν έλαβε την ευχαρίστησιν διά να χαρή
τελείως την νίκην του, επειδή και ημείς μανθάνοντες τα πάντα
εβγήκαμεν έμπροσθέν του με το στράτευμα που είχα, και αρχίσαμεν να
τον κτυπώμεν, τόσον που ευρισκόμενος εις στενοχωρίαν επαραδόθη εις
τας χείρας μου, και τον έφερα εις το Αστραχάν.

Έλαβε αιτίαν να ευχαριστηθή διά τον τρόπον, με τον οποίον τον
επεριποιήθηκα· επειδή και εις την αυλήν μου έλαβε κάθε τιμήν που
να ήτον. Τίποτε δεν εψήφισα που να κάμω διά να τον ιλαρώσω και να
τον καταπραΰνω διά να συγκλίνη διά να λάβω την θυγατέρα του εις
γυναίκα, το οποίον δίχως πολύν κόπον το απόλαυσα· και εξ όλης
καρδίας ευχαριστήθη διά να του γένω γαμβρός. Λαμβάνοντας δε τον
λόγον του Σουλτάνου δεν ωμιλούσα πλέον άλλο, παρά διά χαρές· οι
οποίες έγιναν πολλά ένδοξες διά να εορτάσουν την υπανδρείαν μου·
και ο λαός του παλατίου μου και της χώρας, ήτον δοσμένοι εις τες
χαρές και αγαλλίασες διά έναν ολόκληρον χρόνον, και διά να ειπώ
καλύτερον ακολουθούν ακόμη από εκείνον τον καιρόν έως σήμερον.

Ο Σουλτάνος ύστερον από τους γάμους εμίσευσε πολλά ευχαριστημένος
διά το βασίλειόν του, αφίνοντάς την θυγατέρα του εις πολύ
ευτυχισμένην κατάστασιν. Δεν ημπορώ να διηγηθώ την ευχαρίστησίν
μου και την ηδονήν, που είχα εις την απόκτησιν της ωραίας Ρετζίας
ομοίως και αυτή έδειχνε πολλήν αγάπην και ευχαρίστησιν να
ευρίσκεται με εμένα. Και καθημερινώς επήγαινεν αυξάνοντας και των
δύο μας η ευχαρίστησις και η αγάπη, και τέλος πάντων εζούσαμεν με
μίαν τελείαν ομόνοιαν, οπόταν αιφνιδίως εκείνος ο ίδιος, που
εστάθη ο αίτιος της ευτυχίας μου, μας αναποδογύρισεν όλες μας τες
ηδονές, και εκατάντησε την ευτυχίαν μας εις κατάστασιν αξίαν
δακρύων και ευσπλαχνίας, ως θέλετε τον ακούσει.

Ο Αβικένας, χωρίς να ημπορέσουν να τον εμποδίσουν οι μεγάλες του
επιστήμες, ελκύσθη από τους οφθαλμούς της Ρετζίας μίαν θανατηφόρον
αγάπην, η οποία εστάθη το αίτιον της δυστυχισμένης μας ζωής. Διά
να δείξω εκείνου του φιλοσόφου την άκραν αγάπην, και σέβας που εις
αυτόν είχα, τον άφινα να βλέπη και καθημερινώς να συναναστρέφεται
με την Ρετζίαν· η συχνή συναναστροφή που επερνούσεν ανάμεσόν τους
ηύξανε τον έρωτα του φιλοσόφου, και δεν ημπόρεσε πλέον να τον
κρύψη· όθεν τον εφανέρωσε της Ρετζίας. Η βασίλισσα εδείχθη πολλά
συγχισμένη από μίαν τέτοιαν τολμηράν ομολογίαν, μα στοχαζομένη
ωσάν φρόνιμη, ότι έκανε χρεία να φερθή με εύμορφον τρόπον με έναν
άνθρωπον, του οποίου την δύναμιν αυτή εφοβούνταν, του ωμίλησε με
ιλαρόν πρόσωπον με τούτον τον τρόπον· Αβικένα, του είπεν, έλα εις
τον εαυτόν σου, σε παρακαλώ και νίκα και θριάμβευσε τους
στοχασμούς που μου φανερώνεις· στοχάσου την αγάπην, και το σέβας
που ο βασιλεύς εις εσένα προσφέρει· εκείνος ο βασιλεύς εσύ καλά
ηξεύρεις πως με λατρεύει, ομοίως και εγώ πόσον τρυφερά τον αγαπώ·
όθεν είναι αδύνατον εγώ να αγαπήσω άλλον, παρά αυτόν μόνον· παύσε
το λοιπόν, σε παρακαλώ, εις το να θελήσης να συγχίσης μίαν
ομόνοιαν, που εσύ μοναχός σου την εστερέωσες.

Ο εύμορφος τρόπος, και η γλυκύτης, με την οποίαν ωμίλησεν η
Ρετζία, δεν έκαμαν άλλο του φιλοσόφου, παρά να τον κάμουν πλέον
τολμηρόν και αυθάδη. Αυτός ακολούθησε να μιλήση διά τον έρωτά του,
και εβίασε τόσον την Ρετζίαν διά να του ανταποκριθή, που τέλος
πάντων την έκαμε να χάση την υπομονήν της, και άρχιζε να τον
ονομάζη αδιάκριτον και αυθάδη, και ωνείδισε την τόλμην του με
πρόσωπον πολλά άγριον και θυμωμένον. Ο φιλόσοφος εις αυτούς τους
ονειδισμούς από την εντροπήν του ευθύς μετέβαλε την αγάπην του εις
τόσον μίσος, και από γλυκύς αγαπητικός που εδείχνονταν, έγινεν
εχθρός θηριώδης και ανήμερος· εθεώρησε την βασίλισσαν με ένα
βλέμμα φοβεριστικόν και άγριον, έπειτα της είπεν· αχάριστη, μη
στοχάζεσαι ότι εγώ θα σε αφήσω να μου καταφρονέσης με αυτόν τον
τρόπον την αγάπην μου; εσύ θέλεις ενθυμηθή διά πολύν καιρόν με
μεγάλην σου θλίψιν την παρακοήν που μου έκαμες· θέλω να σε
παιδεύσω εις εκείνο το μέρος, που σου είναι περισσότερον
αισθαντικόν, διά να μην έχης πλέον άνεσιν. Έτσι λέγοντας εφύσησε
εις το πρόσωπόν της Ρετζίας και ύστερον που είπε κάποια λόγια
μυστικά, έγινεν άφαντος.

Η βασίλισσα έμεινεν έμφοβος από τέτοιους φοβερισμούς, μα μην
αγροικώντας καμμίαν μεταλλαγήν επάνωθέν της, εστοχάσθη ότι ο
Αβικένας ευχαριστήθη μόνον εις το να την φοβίση. Ύστερον δε αφού
είδε δύο και τρεις φορές που να χάση τες αισθήσεις της, οπόταν εγώ
εις αυτήν επλησίαζα, εκατάλαβεν ότι η κατάστασις εις την οποίαν
την ίδετε, θα ήτον η παίδευσις που εκείνος ο σκληρός φιλόσοφος της
έκαμεν. Ετούτο λοιπόν είνε το θλιβερόν αίτιον που συγχίζει την
ανάπαυσιν της ζωής μου· ώστε όσον δυστυχής και αν είμαι χρεωστώ
ακόμη να ευχαριστήσω τον Ουρανόν που ο Αβικένας δεν μου άρπαξε την
Ρετζίαν, για να με υστερήση τελείως από αυτήν, και παρηγορούμαι
καμμίαν φοράν, βλέποντάς την από μακρόθεν· ειδέ από σιμά είδετε
την μεταλλαγήν που κάνει.



&Ακολούθησις της ιστορίας του Βεδρεδίν Λώλου, του Βεζύρη του και
του Μυστικού του.&



Ο βασιλεύς του Αστραχάν Ορμώζ, ωσάν ετελείωσε την ιστορίαν του, ο
Βεδρεδίν τον ευχαρίστησε, που εκαταδέχθη να του πληρώση την
περιέργειαν, και τον ίδιον καιρόν τον εβεβαίωσε πως αγροικούσε
μέγαν πόνον εις την καρδίαν του διά την ανησυχίαν της ζωής του·
έπειτα από αυτά ετούτοι οι δύο βασιλείς εχωρίσθησαν, και ο
βασιλεύς Βεδρεδίν ευθύς εμίσευσε με τον Ταλμούχ και τον Σεήφ, διά
να υπάγουν εις άλλο βασίλειον. Η κατάστασις εις την οποίαν είδαν
την βασίλισσαν Ρετζίαν, εστάθη πάντα η ομιλία τους εις την
στράταν. Και μίαν ημέραν που εσυνομιλούσαν επάνω εις αυτήν, ο Σεήφ
λέγει του Βεδρεδίν. Αφέντη, κάνει χρεία να ειπούμεν την αλήθειαν
ότι δεν είναι ωραιότης πλέον τελεία, ούτε υποκείμενον πλέον
ευγενικόν από εκείνο της Ρετζίας· μα με όλον τούτο, ακολούθησε
χαμογελώντας, που και ημείς την εκυττάξαμεν με επιμέλειαν, δεν
βλέπω κανέναν από ημάς τους τρεις να έχασε το λογικόν του· και διά
λόγου μου λογιάζω, ότι η μορφή της εικόνος της Αλγεμάλ, που βαστώ
κοντά μου, να με εδιαφύλαξεν. Και εγώ είπεν ο Ταλμούχ, είμαι εις
την ιδίαν κατάστασιν, και δεν είναι να το θαυμάσης, που παρομοίως
δεν ετρελλάθηκα επειδή και η ενθύμησις της Τζελίκας, που διά
παντός στέκει εις την καρδίαν μου καρφωμένη με κάνει αναίσθητον
εις τες άλλες ευμορφάδες των γυναικών· εκείνο που το λοιπόν μας
προξενεί θαυμασμόν, είπεν ο Σεήφ, είναι η σταθερότης του βασιλέως
αυθέντος μας, ο οποίος, με όλον που μη όντας δοσμένος εις αγάπην
καμμιάς γυναικός, δεν εβλάφθη από τες νοστιμάδες της Ρετζίας.

Εσείς είσθε εις μεγάλον λάθος, είπε τότε ο Βεδρεδίν, εις το να
πιστεύετε ότι εγώ να μην είμαι τρωμένος από αγάπην, και αυτό
προέρχεται, με το να με στοχάζεσθε χωρίς αγαπητικήν, μα διά να σας
εβγάλω από την φαντασίαν, θέλω σας ειπεί, πως αγαπώ και εγώ
παρομοίως ωσάν και εσάς και ότι η αυτή αγάπη μοναχά με εμποδίζει
να είμαι τελείως ευτυχισμένος. Δεν είναι μία βασίλισσα που να
βασιλεύη εις την καρδίαν μου, αυτή είναι μία γυναίκα ταπεινής
καταστάσεως που με κυριεύει. Θέλω λοιπόν να σας διηγηθώ αυτήν την
ιστορίαν· δεν είχα γνώμην ποτέ να σας, φανερώσω ένα παρόμοιον
απόκρυφον, μα με το να μου δίδετε την αιτίαν θέλω να το κάμω
πασίδηλον.



&Ιστορία της ωραίας Αροούγιας.&



Είναι ολίγοι χρόνοι ακολούθησεν αυτός, που ευρίσκονταν εις την
Δαμασκόν ένας γέροντας πραγματευτής, ονόματι Βανάης· είχεν αυτός
ένα ευμορφώτατον σπήτι με δύο μαγαζιά γεμάτα από πανιά της Ινδίας,
και άλλα διάφορα μεταξωτά πλούσια· είχε και μίαν νέαν γυναίκα, που
εις την εμορφιά ημπορούσε να παρομοιασθή με εκείνην της Ρετζίας. Ο
Βανάης ήτον ένας άνθρωπος, που αγαπούσε τες τρυφές, εξώδευε με
πολλήν γενναιότητα, εχάριζεν εις τους φίλους του πολλά δώρα,
εδάνειζε εις τους στενοχωρημένους όσα αργύρια και αν ήθελαν,
εκυβερνούσεν εκείνους που είχαν χρείαν, και κοντολογής δεν ήτον
ήσυχος αν απερνούσε μία ημέρα, που να μη κάμη καμμίαν ευεργεσίαν·
έλαβεν αυτός αιτίας διά να εξοδεύη το εδικόν του, που από ολίγον
κατ' ολίγον ευρέθηκαν εις κακήν κατάστασιν τα πράγματά του και
έπεσεν εις δυστυχίαν χωρίς να το καταλάβη.

Οπόταν είδε τον εαυτόν του υστερημένον από την καλήν του τύχην,
επρόστρεξεν εις τους φίλους του, διά να τον συντρέξουν, μα δεν
έλαβε καμμίαν βοήθειαν, με όλον που τους είχε κάμει πολλάς
ευεργεσίας. Επίστευεν αυτός, ότι το ολιγώτερον, εκείνοι που του
εχρεωστούσαν θα ήθελαν του επιστρέψει εκείνα, όσα τους είχε
δανείσει· μα ποίος του τα αρνούνταν, και ποίος δεν ήτον εις στάσιν
δια να τον πληρώση, και όλα αυτά επροξένησαν μεγάλην θλίψιν εις
τον Βανάην, και από τον πόνον του έπεσεν άρρωστος. Τον καιρόν δε
που ήτον άρρωστος, ενθυμήθη κατά τύχην, που είχε δανείσει ένα
Χόντζα χίλια φλωριά, και ούτω κράζει την γυναίκα του και της
λέγει· ω ακριβή μου Αροούγια, δεν κάνει χρεία με όλον τούτο να
απελπισθούμεν· ενθυμούμαι που εδάνεισα χίλια φλωριά του Χόντζα
Ισμαήλ· ύπαγε προς αυτόν, και ειπέ του πως τον περικαλώ να μας τα
επιστρέψη, επειδή έχομεν χρείαν μεγάλην. Η Αροούγια ευθύς
εμπουλώθη και υπήγεν εις το σπήτι του Χόντζα· ο οποίος την εδέχθη
με ευγένειαν και αφού την έβαλε και εκάθησε, της ερώτησε την
αιτίαν που εις αυτόν ήλθεν. Αφέντη Χόντζα, απεκρίθη η Αροούγια
σηκώνοντας το επανωμπούλωμα από τα μάτιά της, εγώ είμαι γυναίκα
του πραγματευτού Βανάη· ο οποίος με έστειλε να σε περικαλέσω να
του κάμης την χάριν να του επιστρέψης τα χίλια φλωριά, που σε είχε
δανείσει, επειδή και ευρισκόμασθε εις μεγάλην χρείαν.

Ο Χόντζας βλέποντάς την Αροούγιαν τόσον ωραίαν και που να του
ομιλή με τόσην ευγένειαν, ετρώθη εις την καρδίαν από την
ευμορφάδα της, και της λέγει· ω ευμορφοτάτη μου κυρά, εγώ μετά
πάσης χαράς θέλω σου δώσει αυτά που ζητείς, όχι ωσάν πράγμα που
του χρεωστώ του ανδρός σου, μα διά το χατήρι σου που μου έκαμες
την τιμήν να έλθης εις το σπήτι μου· αγροικώ ότι η θεωρία σου με
κάνει να έβγω από τον εαυτόν μου, εσύ ημπορείς να με κάμης
ευτυχισμένον ανταποκρινομένη εις την επιθυμίαν που μου προξενείς,
και αν θελήσης να με υπακούσης, σου τάσσω πως αντίς διά χίλια
φλωριά, θέλω σου δώσει δύο χιλιάδες, και σε βεβαιώνω ότι θα σου
είμαι διά παντός σκλάβος. Έτσι λέγοντας ο καλός Χόντζας, και διά
να δείξη πως τα όσα έλεγε, τα έλεγεν εκ καρδίας, επλησίασεν εις
την γυναίκα, και ηθέλησε να την αγκαλιάση· μα αυτή θυμωμένη τον
άμπωσε λέγοντάς του· στάσου, τολμηρέ και αυθάδη, και παύσε που να
μου μιλής με αυτόν τον τρόπον διατί αν μου δώσης όλον τον βίον της
Αιγύπτου δεν ήθελα ανταποκριθή εις την παράνομόν σου ζήτησιν, και
δεν ήθελα κάμει αυτό το άδικον του ανδρός μου. Δος μου το λοιπόν
τα φλωριά που χρεωστείς του ανδρός μου, και μη χάνης τον καιρόν
σου να βιάζης μίαν καρδιάν, που εναντιώνεται εις την επιθυμίαν
σου. Ο Χόντζας έμεινεν εντροπιασμένος διά τους ονειδισμούς, που η
Αροούγια του έκαμε, και όντας άνθρωπος κακής διαθέσεως, ευθύς
εμετάβαλε την αγάπην εις θυμόν και είπεν· Ύπαγε απ' εδώ, ω τολμηρά
γυναίκα, τίποτε δεν χρεωστώ του ανδρός σου· και καθώς αυτός ο
άγνωστος γέροντας εχαλάσθη από την κακήν του κυβέρνησιν, έτσι
έχασε και τον νουν του, και δεν ηξεύρει τι ζητεί. Και έτσι
λέγοντάς την έκαμεν ευθύς να έβγη από το σπήτι του και ολίγον
έλειψε που να την δείρη.

Η δυστυχισμένη νέα εγύρισεν εις το σπήτι της με τα δάκρυα εις τα
μάτια· ακριβέ μου Βανάη, είπε του ανδρός της, ο Χόντζας Ισμαήλ και
αυτός ωσάν τους άλλους αρνείται το όσον σου χρεωστεί, μα δεν
φθάνει αυτό αλλά ηθέλησεν ακόμη να μου βιάση την τιμήν· Ω τι
αχάριστος που είνε, εφώναξεν ο πραγματευτής· είνε δυνατόν αυτός να
με αφήση να χαθώ, τον καιρόν που τον εμπιστεύθηκα, και του έδωκα
το εδικόν μου, και τώρα με τόσην αδιακρισίαν να μου το αρνείται;
ετούτο δεν ημπορώ να το υποφέρω· θέλω να τρέξω εις την
δικαιοσύνην· ύπαγε εις τον Κατή και ανάγγειλέ του την υπόθεσιν·
εκείνος είνε ένας κριτής αυστηρός και εχθρός της αδικίας, και
ελπίζω ότι θα λάβη διά εμέ σπλάγχνος, και να μου κάμη δικαιοσύνην.

Η νέα γυναίκα του πραγματευτού επήγεν ευθύς εις τον Κατή, και
επαρουσιάσθη έμπροσθέν του εκεί που έδιδεν ακρόασιν του λαού. Ο
Κατής, που φυσικά αγαπούσε τες γυναίκες, ευθύς που την εγνώρισεν
από το φέρσιμόν της, πως θα είναι μία ωραία γυναίκα, σηκωνόμενος
από εκεί που εκάθονταν, επλησίασεν εις αυτήν, και την επήρε και
την έφερεν εις έναν παραοντά και αφού την έβαλε και εκάθησε την
υποχρέωσε διά να σηκώση το απανωμπούλωμα από τους οφθαλμούς της·
μα ο Κατής ευθύς που είδε την ωραιότητά της έμεινε τρωμένος
παρομοίως ωσάν τον Χόντζα, και όλος γεμάτος από αγάπην· ω ωραίον
τριαντάφυλλον εφώναξεν, ειπέ μου τι ζητάς·, και διά ποίαν υπόθεσιν
ήλθες; και στάσου βέβαιη, ότι διά λόγου σου θέλω κάμει ότι με
προστάξης. Αυτή τότε του εδιηγήθη την κακοτροπίαν του Χόντζα, και
την άρνησιν που έκανεν εις τα όσα τον είχε δανείσει ο άνδρας της,
και τον επερικαλούσεν, ότι με την εξουσίαν του να τον κάμη να τα
πληρώση. Ετούτο είνε πολλά δίκαιον, απεκρίθη ο Κατής· εγώ θέλω τον
κάμει να πληρώση χωρίς άλλο, και θέλω εύρει τον τρόπον να του τα
βγάλω από τα σπλάγχνα. Μα ω ωραιοτάτη θεά, (ακολούθησεν αγαπητικά
μιλώντας) στοχάσου σε παρακαλώ ότι το πουλί της καρδιάς μου
ευρίσκεται φυλακωμένον εις τας παγίδας της ωραιότητός σου,
υποσχέσου εκείνο που αρνήθης του Χόντζα, και τούτην την στιγμήν
θέλω σου χαρίσει τέσσαρες χιλιάδες φλωριά.

Εις τούτα τα λόγια η Αροούγια εδόθη εις πικρότατον κλαύσιμον. Ω
ουρανέ, είπε, δεν ευρίσκεται σωφροσύνη το λοιπόν εις τους
ανθρώπους; δεν ημπορώ να συναπαντήσω έναν, που να έχη φόβον Θεού;
εκείνοι οι ίδιοι που έχουν το φορτίον να παιδεύουν τους
κακοποιούς, δεν έχουν αντίρρησιν να κατορθώσουν μεγαλύτερες
παρανομίες; Και έτσι λέγοντας αυτή εμίσευσε με τα δάκρυα εις τα
μάτια, και ήλθεν εις τον άνδρα της, και του εδιηγήθη πως δεν έκανε
τίποτε ουδέ με τον Κατή. Εκακοφάνη κατά πολλά του Βανάη που δεν
εύρηκε κανέναν να του κάμη δικαιοσύνην, και με πόνον καρδίας είπε
προς την γυναίκα του. Αγαπημένη μου γυναίκα, άλλη ελπίδα εις ημάς
δεν είνε, παρά να προστρέξης εις τον βεζύρην και ελπίζω ότι αυτός
να μας κάμη δικαιοσύνην· ειδέ και αυτός δεν μας υπακούση, δεν
είμεθα πλέον διά τον κόσμον· Την ερχομένην ημέραν η Αροούγια
μπουλωμένη επήγεν εις τον βεζύρην, τον οποίον ευρίσκοντάς τον
μοναχόν του ανήγγειλε την υπόθεσιν, που την εβίαζε να προστρέξη
προς αυτόν. Ο βεζύρης που και αυτός ήτο ένας που δεν εμισούσε τες
γυναίκες, αφού και την έκαμε να ξεσκεπάση το πρόσωπόν της με
ευγενικόν τρόπον, δεν έμεινεν ολιγώτερον πληγωμένος από τον Χόντζα
και από τον Κατή· και όλος γεμάτος από θαυμασμόν εφώναξεν. Ω,
πόσες νοστιμάδες και ωραιότητας βλέπω· ποτέ εις την ζωήν μου
παρόμοια δεν είδα, ω τι ευγενικόν υποκείμενον, που εις τους
οφθαλμούς μου παρασταίνεται· είνε αμαρτία μίαν τέτοιαν ωραιότητα
να την χαίρεται ένας αδύνατος γέρων. Μην αμφιβάλλεις, ω ωραιοτάτη
νέα, γυρίζοντας, προς αυτήν είπε, διά να κάμω τον Χόντζα να
επιστρέψη εκείνα που χρεωστεί, όλην μου την επιμέλειαν θέλω βάλει
διά να σε δείξω ευχαριστημένην, και θέλω τον στενοχωρήσει εις
τρόπον, που να μην απεράσουν τρείς ώρες και τα χίλια φλωριά θα σου
τα φέρη ο ίδιος· μα ακριβή μου νέα άλλην ανταμοιβήν δεν ζητώ από
λόγου σου, διά την χάριν που μέλλω να σου κάμω παρά να κλίνης εις
την επιθυμίαν μου, και έξω που θέλω σου εβγάλει τα χίλια φλωριά
από τον αυτόν Χόντζα, θέλω σου χαρίσει και εγώ άλλες δέκα χιλιάδες
φλωριά.

Καθώς η ωραία Αροούγια δεν είχε μεγαλύτερην επιθυμίαν να
ευχαριστήση τον βεζύρην απ' ότι ευχαρίστησε τους άλλους, έτσι
εμίσευσε και από αυτόν πολλά θλιμμένη, και ήλθεν εις το σπήτι της.
Ω, Βανάη, είπε, του ανδρός της, τίποτα πλέον δεν ημπορούμεν να
ελπίσωμεν. Κανείς δεν μας συντρέχει, κανείς δεν μας κάνει
δικαιοσύνην τι έχομεν να γένωμεν το λοιπόν; ετούτα τα λόγια έφεραν
τον γέροντα εις την υστερινήν απελπισίαν, και άρχισε να λέγη
χίλιες κατάρες εναντίον των ανθρώπων και τον καιρόν που ήθελε να
τες ξαναειπή, η Αροουγία τον απόκοψε λέγοντας. Παύσε του να
καταράσαι τους αυτουργούς της δυστυχίας μας· τι άνεσιν ευρίσκεις
που να θλίβεσαι και να βλασφημάς με αυτόν τον τρόπον; είνε
καλύτερον να στοχασθούμεν άλλα μέσα, διά να ημπορέσωμεν να
βγάλωμεν το εδικόν μας· μην αδημονάς πλέον, ότι ετούτην την
στιγμήν ο Προφήτης με εφώτισεν ένα εφεύρεμα πολλά ωφέλιμον μην μου
ζητάς ποίον είνε· στάσου βέβαιος εις τους λόγους μου, και θέλεις
ιδεί μίαν ογλήγορον εκδίκησιν, που μέλλω να κάμω του Χόντζα, του
Κατή και του Βεζύρη, η οποία θέλει γίνει με όνομα εις όλην την
χώραν και με τούτον τον τρόπον θέλομεν λάβει και το εδικόν μας,
και θέλομεν επαινεθή και από τον κόσμον.

Η γυναίκα του πραγματευτού εβγήκεν ευθύς και επήγε και αγόρασε
τρία ντουλάπια, που ημπορούσε το καθένα να χωρέση από ένα άνθρωπον
μέσα, και έκαμε να τα φέρουν εις το σπήτι της· έπειτα ενδύθη τα
πλέον ευγενικά της φορέματα, και εστολίσθη με τα διαμαντικά που
είχε και ούτω καλλωπισμένη εφέρθη εις την οικίαν του Χόντζα διά να
τον βάλη εις τα δίκτυά της κατά πως επιθυμούσε, τον οποίον
ευρίσκοντάς τον μοναχόν, εξεσκέπασε το πρόσωπόν της χωρίς να
καρτερέση να της το ειπή αυτός· την οποίαν όταν την είδεν έμεινε
πλέον λαβωμένος από την πρώτην φοράν· και αυτή με τούτον τον
τρόπον του ωμίλησεν· εφέντη Χόντζα, είμαι εδώ να σε παρακαλέσω διά
να μου δώσης τα χίλια φλωριά που χρεωστείς του ανδρός μου, επειδή
και ευρισκόμαστε εις μεγάλην ανάγκην, και αν διά το χατήρι μου το
κάμης αυτό σου τάσσω ότι θα ανταποκριθώ εις την θέλησίν σου.
Εύμορφη κυρά, απεκρίθη ο Χόντζας, εγώ είμαι πάντοτε εις την ίδιαν
γνώμην· έχω έτοιμα δύο χιλιάδες φλωριά διά να σου χαρίσω, αν μου
κάμης την ευχαρίστησιν. Βλέπω καλώτατα του είπεν εκείνη, ότι είσαι
με την ίδιαν γνώμην, και καταλαμβάνω την αγάπην που εις εμέ έχεις,
και διά τούτο με όλην μου την καρδιάν αποφασίζω διά να σε
ευχαριστήσω· σε καρτερώ το λοιπόν απόψε να έλθης εις το σπήτι μου·
θέλεις κτυπήσει την θύραν και μία πιστή σκλάβα μου θέλει έλθει διά
να σου ανοίξη, και θέλομεν απεράσει ετούτην την νύκτα καθώς
επιθυμείς και ενθυμήσου να φέρης και τα φλωριά μαζί σου. Ο Χόντζας
από την χαράν του έτρεξε διά να την αγκαλιάση και αυτή με
επιδέξιον τρόπον εβγήκεν από τας χείρας του χωρίς να την εγγίξη·
και αφού τον είδε πως ήτον φερμένος καλά εις τα δίκτυά της, και
αποφασισμένος διά να υπάγη εις το σπήτι της, εβγήκεν από εκεί και
επήγε και έκαμε τον ίδιον δόλον τόσον του Κατή, ωσάν και του
Βεζύρη τους οποίους τους υπεχρέωσε τόσον, που δεν έβλεπαν την ώραν
διά να υπάγουν να απολαύσουν την ωραιότητα που επιθυμούσαν· των
οποίων εδιώρισε και των τριών διά να υπάγουν μίαν ώραν υστερώτερα
ο ένας από τον άλλον, διά να μην υπάγουν και οι τρεις εις ένα
καιρόν και ξεσκεπασθή ο δόλος της.

Αφού και υπεχρέωσε με τούτον τον τρόπον και τους τρεις παθητικούς
αγαπητικούς, εμίσευσε και ήλθεν εις το σπήτι της, και εκεί έκαμε
να ετοιμάσουν διάφορα φαγητά, και γλυκίσματα, διά να δεχθή τους
φίλους της, και να τους πλανέση με νόστιμον τρόπον. Αυτή είχε μίαν
σκλάβαν πολλά πιστήν, εις την οποίαν εξεμυστηρεύθη τον δόλον της,
και τα όσα ήθελε να κάμη, και της έδωσε κάθε είδησιν πώς έχει να
φερθή, οπόταν οι φίλοι ήθελαν είνε με αυτήν. Βάνοντας όλα τα
πράγματά της εις την τάξιν, δεν ανάμενεν άλλο, παρά να τελειώση
τον σκοπόν της. Και ερχομένη η νύκτα, εις την τρίτην ώραν της
νυκτός έρχεται ο Χόντζας, και κτυπά εις την πόρταν και η σκλάβα
ανοίγοντάς του τον έφερεν εις την κυράν της· ερμηνεύοντάς τον εις
την στράταν, ότι θα κάμη απογάλι διά να μην εξυπνήση ο Βανάης, και
τους αγροικήση. Η Αροούγια βλέποντάς τον τόν εδέχθη με μεγάλην
υποδεξίωσιν, και με πλαστήν αγαλλίασιν και αφού του έκαμε διάφορα
χάιδια και ευγένειες όλες πλαστές τον επαρακάλεσε διά να καθίση
εις το τραπέζι διά να δειπνήσουν. Τότε ο Χόντζας όλος γεμάτος από
αγαλλίασιν έβγαλε μίαν σακκούλαν, εις την οποίαν είχε τας δύο
χιλιάδες φλωριά, και της λέγει· ιδού, ω τριαντάφυλλον του
παραδείσου, τα όσα σου έταξα, το οποίον είνε το ουδέν εις
αντάμειψιν μιας τέτοιας ευτυχίας μου. Η Αροούγια εχαμογέλασεν
επάνω εις ετούτα τα λόγια και πιάνοντάς τον από το χέρι, τον
επερικάλεσε να βγάλη το φακιόλι και τα φορέματά του, και να σταθή
με ελευθερίαν.

Ο κακότυχος Χόντζας, μη στοχαζόμενος την γνώμην της, εγδύθη και
έμεινε με το υποκάμισον, και με ένα γελέκι μόνον, και χωρίς
σκούφιαν εις το κεφάλι· έπειτα τον έβαλε και εκάθησεν εις το
τραπέζι, και άρχισαν να τρώγουν με πολλήν ηδονήν και τον καιρόν
που ήσαν εις την μέσην του δείπνου, έρχεται η σκλάβα τρεμάμενη
προς αυτούς και λέγει· Κυρά μου, είμασθε χαμένοι· ο Βανάης εσηκώθη
και έρχεται εδώ διά να ιδή τι κάνεις· και αν δεν τα βολέψης
ογλήγορα θέλει ξεσκεπάσει την αδικίαν που του κάνης. Τότε η
Αροούγια τάχατε όλη φοβισμένη άρχισε να τρέμη και να λέγη προς τον
Χόντζαν. Αν, αγαπημένε μου Ισμαήλ, είμασθε χαϊμένοι· σήκω το
γληγορώτερον να σε κρύψω· διατί αν σε ιδή ο άνδρας μου εδώ μαζί με
εμένα μας θανατώνει και τους δύο. Τότε παίρνοντάς τον Χόντζα από
το χέρι, και σέρνοντάς τον με βίαν τον έφερεν εις ένα άλλον οντά,
και τον έβαλεν εις ένα από τα ντουλάπια που είχε πάρει· και
κλείοντάς τον καλά του είπε· στάσου αυτού όσον που να μισεύση ο
άνδρας μου, και έπειτα έρχομαι και σε εβγάζω διά να μείνωμεν το
επίλοιπον της νυκτός μαζί καθώς επιθυμούμεν.

Με τούτον τον τρόπον η Αροούγια τον άφησε κλεισμένον, και
τρέχοντας προς την σκλάβαν της είπε με χαμηλήν φωνήν· ιδού που ο
ένας ήλθε καλά εις τα δίκτυά μας· έτσι ελπίζω να έλθουν και οι
άλλοι δύο. Και γεμάτες από χαράν και οι δύο εκαρτερούσαν και τους
λοιπούς διά να τους κάμουν το όμοιον. Δεν απέρασε πολύ ώρα ύστερον
από αυτό, και ιδού έρχεται και ο Κατής, και κτυπά την πόρταν· η
σκλάβα έτρεξεν ευθύς και του άνοιξε, και ερμηνεύοντάς τον και
αυτόν να φερθή με σιωπήν, τον έφερεν εις τον Χοντζερέν της
Αροούγιας· τον οποίον τον εδέχθη με τον ίδιον τρόπον, που εδέχθη
και τον Χόντζα. Και αφού εσηκώθηκαν από το δείπνον, ο Κατής έβγαλε
και της έδωσε τες τέσσαρες χιλιάδες φλωριά, και έπειτα όλος
γεμάτος από αγάπην δεν έπαυε που να της κάνη χίλιους επαίνους και
εγκώμια, αποδείχνοντάς την τήν άκραν του ευχαρίστησιν, που ήθελεν
αξιωθή να απολαύση ένα υποκείμενον τόσον επιθυμητόν προς αυτόν.
Τότε η Αροούγια διά να δείξη την προθυμίαν και αυτή προς αυτόν,
του είπε· εγδύσου το λοιπόν, και πέσε εις ετούτο το κρεββάτι που
βλέπεις· και εγώ ως τόσον υπάγω να ιδώ αν κοιμάται ο άνδρας μου,
και ευθύς γυρίζω.

Ο Κατής εις ετούτα τα λόγια στοχαζόμενος πως θα έχη το υποκείμενον
εις τας αγκάλας του, ευθύς εγδύθη και εισέβη εις το κρεβάτι. Και
την ιδίαν στιγμήν που εμβήκεν εις αυτό γίνεται μία βοή και
θόρυβος· και ύστερον από ολίγον γυρίζει η Αροούγια πολλά έντρομη
λέγοντάς του Κατή· αφέντη, ημείς είμεθα χαμένοι· ένας σκλάβος μας
σε είδε που εμβήκες εις το σπήτι μου, και επήγε και το είπε του
ανδρός μου· ο οποίος θέλει να έλθη εδώ να ζητήση ανίσως και είναι
αλήθεια· Εγώ επάσχισα με κάθε τρόπον να τον εμποδίσω, μα δεν
ημπόρεσα να τον καταπείσω· και ούτως έστειλε και έκραξε τους
εδικούς του και έρχονται μαζί διά να σε εύρουν, να σε θανατώσουν
σήκω το λοιπόν ογλήγορα και έλα μαζί μου διά να μη μας καταλάβουν.
Τότε ο Κατής εσηκώθη ευθύς γυμνός καθώς ήτον και με μέγαν φόβον,
ήλθε με την Αροούγια, και τον έβαλε και αυτόν εις το δεύτερον
ντουλάπι που είχε πάρει· και ωσάν τον έκλεισε καλά, του είπε να
σταθή εκεί ήσυχος, και οπόταν παύση η ζήτησις του ανδρός της θέλει
γυρίσει να του ανοίξη, και με τούτον τον τρόπον έβαλε και τον
δεύτερον εις τα δίκτυά της. Δεν έλειπε πλέον άλλος παρά ο Βεζύρης,
ο οποίος ερχόμενος και αυτός προς τα μεσάνυκτα τον έμβασεν η
σκλάβα και αυτόν ωσάν τους άλλους δύο· και η Αροούγια τον εδέχθη
με τον ίδιον τρόπον, και ακόμη με περισσότερην τιμήν από τους
άλλους, ωσάν υποκείμενον πλέον μεγαλύτερον. Και αφού τον έκαμε και
αυτόν να γδυθή ωσάν και τους άλλους, και να της εγχειρίση και τες
δέκα χιλιάδες φλωριά, τον έφερε και τον έκλεισεν εις το τρίτον
ντουλάπι με τον ίδιον τρόπον, που έκλεισε και τους άλλους.

Τότε η Αροούγια βλέποντας και τους τρεις αγαπητικούς της που
έπεσαν εις τα δίκτυά της καθώς επιθυμούσεν, έκλεισε καλά τον οντά
που τα ντουλάπια ήτον με αυτούς, και έπειτα επήγε να εύρη τον
άνδρα της διά να του διηγηθή τα όσα εκατώρθωσε. Και αφού εχάρηκαν
διά την μηχανήν που τους έκαμαν, επήραν τες δύο χιλιάδες φλωριά
του Χόντζα, και τες τέσσαρες του Κατή, που είχαν φέρει μαζή τους,
ομοίως και τες δέκα του Βεζύρη, και βάνοντάς τα εις την κασέλλαν
τους, απέρασαν όλην εκείνην την νύκτα με πολλήν ευφροσύνην εις την
υγείαν των ντουλαπιών και των κακοτύχων αγαπητικών.

Το ταχύ δε η Αροούγια διά να βάλη εις τελείαν πράξιν τον στοχασμόν
της, και να κάμη μίαν εκδίκησιν να δώση όνομα εις όλην την χώραν,
καθώς έταξε του ανδρός της, εσηκώθη και ήλθεν εις το παλάτι μου,
και επαρουσιάσθη εκεί που έδιδα ακρόασιν του λαού. Ευθύς που είδα
την νοστιμάδα και την ευγένειαν του κορμιού της, εκατάλαβα πως ήτο
μία ωραιοτάτη γυναίκα, και κάνοντας να πλησιάση εις τον θρόνον μου
την ερώτησα τι ζητά. Τότε αυτή πέφτοντας εις τα ποδάριά μου είπεν·
ω μεγαλειώτατε βασιλεύ, έτσι να είναι οι χρόνοι σου πολλοί και
ευτυχείς εναντίον των εχθρών σου, λάβε την καλωσύνην να με
ακούσης· έχω να σου διηγηθώ μίαν ιστορίαν που θέλει σε εκπλήξει.
Ειπέ την με κάθε ελευθερίαν, της απεκρίθηκα· είμαι έτοιμος να σε
ακούσω.

Εγώ είμαι γυναίκα ενός πραγματευτού ονόματι Βανάη, υποκείμενος της
βασιλείας σου. Είναι ένας χρόνος που αυτός εδάνεισε χίλια φλωριά
του Χόντζα Ισμαήλ· εις τον οποίον πηγαινάμενη διά να του τα
γυρέψω, μου απεκρίθη πως δεν του χρεωστεί τίποτε, μα πως ήθελε να
μου χαρίση δύο χιλιάδες φλωρία, αν ήθελα να του ευχαριστήσω την
επιθυμίαν· έτρεξα να κλαυθώ εις τον Κατή διά την κακήν
εμπιστοσύνην του Χόντζα· ο κριτής μου εφανέρωσε, πως δεν ήθελε μου
κάμει δικαιοσύνην, ανίσως, και δεν ήθελα τον υπακούση εις εκείνο
που αρνήθηκα του Χόντζα· αντραλωμένη και θυμωμένη διά τον κακόν
χαρακτήρα του Κατή, έφυγα από εκεί καταφρονώντας τον, και ήλθα εις
τον Βεζύρη σου, ελπίζοντας ότι από αυτόν θα εύρω δικαιοσύνην μα
δεν τον ηύρα και αυτόν πλέον διακριτικόν από τον Κατή, επειδή και
δεν άφηκε κανένα τρόπον, που να επιχειρισθή, διά να κλίνω εις την
επιθυμίαν του, αν ήθελα να κάμη δικαιοσύνην.

Εγώ λαμβάνοντας δ

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/36688