Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Το βιβλίο του μικρού αδερφού

by Gustaf af Geijerstam · Greek · Gutenberg #33561 · 280,731 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Το βιβλίο του μικρού αδερφού
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Το βιβλίο του μικρού αδερφού

Author: Gustaf af Geijerstam

Translator: Kostantinos Chatzopoulos


        
Release date: August 28, 2010 [eBook #33561]

Language: Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/33561

Credits: Produced by Sophia Canoni


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΤΟ ΒΙΒΛΊΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΎ ΑΔΕΡΦΟΎ ***




Produced by Sophia Canoni




Note: The tonic system has been changed from polytonic to monotonic,
otherwise the spelling of the book has not been changed. Bold words
are indicated by &. Square brackets indicate corrections. Pages 132-
133 are missing. The book has 192 pages.

Σημείωση: Το τονικό σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε
μονοτονικό. Κατά τα άλλα έχει διατηρηθεί η ορθογραφία του βιβλίου.
Λέξεις με έντονους χαρακτήρες περικλείονται σε &. Διορθώσεις
περικλείονται σε []. Οι σελίδες 132-133 λείπουν.  Το βιβλίο έχει 192
σελίδες.



ΓΟΥΣΤΑΥΟΥ ΓΚΕΪΤΕΡΣΤΑΜ



ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΜΙΚΡΟΥ ΑΔΕΡΦΟΥ
ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΕΝΟΣ ΓΑΜΟΥ


ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΣΟΥΗΔΙΚΟ
ΚΩΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΧΑΤΖΟΠΟΥΛΟΥ


ΑΘΗΝΑ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ Γ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ & ΣΙΑ
42 — ΣΤΑΔΙΟΥ — 42 1915






ΕΙΣΑΓΩΓΗ



Είτανε μια φορά ένας συγγραφέας, που ζούσε ευτυχισμένος με τη γυναίκα
του και τα τρία παιδιά του. Είτανε τόσο ευτυχισμένος, ώστε δεν το
εννοούσε κι ο ίδιος και μολαταύτα έγραψε πολλά βιβλία για τη δυστυχία
των ανθρώπων.

Η μεγαλήτερη ευτυχία του δεν είταν η αγάπη· ούτε η πατρική χαρά, που
την έπαιρνε απλοϊκά σαν ένα πράμα τόσο φυσικό, σα να είταν αδύνατο
ναπολάψουν οι γονείς από τα τέκνα τους άλλο παρά χαρά. Η ευτυχία του
δεν είτανε γιατί, με όλη την πολύχρονη συζυγική ζωή, φώλιαζε πάντα
στο σπίτι του το σπάνιο πουλί, που το λένε ανίκητη νιότη. Η
μεγαλήτερη ευτυχία του είτανε το πως δεν απάντησε και δε γνώρισε ποτέ
κακό, που να μην πίστευε πως μπορούσε να το νικήση με τη δύναμη και
την υγεία. Τα δυστυχήματα, που φοβερίζανε να φανούν, είτανε σαν
περαστικά σύννεφα, που χανόντανε στον ορίζοντα κι αφίνανε καθαρότερο
τον ουρανό του. Έτσι πίστευε τουλάχιστο κι αυτή η πίστη είταν η
πραγματικότητα, όπου ζούσε. Τη φτώχια, που πολεμούσε μαζί της
αδιάκοπα, κατώρθωσε να την κρατή πάντα μακριά. Ένας εχτρός υπήρχε
μόνο, που μαζί του δεν μπορούσε να μετρηθή, κι αυτός ο εχτρός είταν ο
θάνατος.

Κ' ίσως να μην είτανε η μικρότερη ευτυχία του ανθρώπου αυτού το πως
δε φοβήθηκε ποτέ σοβαρά, πως ο θάνατος μπορούσε να βρη είτε αυτόν τον
ίδιο είτε τους αγαπημένους του.

Με το αίστημα τούτο της μεστής ζωής έγραψε ο συγγραφέας αυτός ένα
βιβλίο πλημμυρισμένο από καλοκαιρινό φως και με θέμα τα δυο μεγάλα
αγόρια του, τα παιγνίδια και τις διασκεδάσες τους, τα άθλα και τις
ατυχίες τους. Το βιβλίο είτανε μια ιλαρή χαρά και γι' αυτόν τον ίδιο
κι όταν μου έρχεται στο νου εκείνη η εποχή, μόλις μπορώ και το εννοώ
πως ο άνθρωπος αυτός είμουνα κάποτε γω.

Άμα τυπώθηκε και δέθηκε το βιβλίο κ' είταν έτοιμο να κυκλοφορήση, ο
συγγραφέας πήρε μαζί του δυο αντίτυπα, έγραψε στο ένα τόνομα του
Ούλοφ και στο άλλο του Σβάντε και τα έδωσε επίσημα του καθενός από τα
δυο αποθανατισμένα παιδιά του.

Ο Ούλοφ πήρε το βιβλίο του κι ο Σβάντε το δικό του. Ο Ούλοφ, που
είναι φύση πραχτική και δεν έχει καμιά κλίση στη φιλολογία, λένε πως
πρώτη φορά έπιασε κι άνοιξε αυτόρμητα βιβλίο. Νομίζω μάλιστα πως
διάβασε τρία ολάκερα κεφάλαια. Ο Σβάντε όμως διάβασε μεμιάς ολάκερο
το βιβλίο από την αρχή ως το τέλος. Και διάλεξε μερικά κεφάλαια,
εκείνα που του αρέσανε ξεχωριστά και τα διάβαζε δυνατά σε όλους, όσοι
είχαν όρεξη νακούνε. Μ' ένα λόγο, βασίλευε μεγάλη αγαλλίαση σ' όλο το
σπίτι.

Τότε όμως έτρεχε μέσα στις κάμαρες ένα μικρό πλασματάκι. Είταν ο
μικρός αδερφός του Ούλοφ και του Σβάντε κ' είχε μακριά σγουρά
ολόξανθα μαλλιά και τα πιο μεγάλα γαλανά μάτια, που μπορεί να έχη ένα
αγοράκι. Τον έλεγαν Σβεν και μόλις είχε κλείσει τα δυο χρόνια. Να
μιλή καλά δεν μπορούσε. Μπορούσε όμως να εννοή.

Όταν λοιπόν του διάβασε ο Σβάντε δυνατά από το βιβλίο, τονέ ρώτησε η
μαμά:

 — Για ποιόνε λέει το βιβλίο;

Κ' επειδή ο Σβεν δεν ήξερε τι ναπαντήση, ξακολούθησε η μαμά:

 — Για τα μεγάλα αδέρφια σου. Δεν καταλαβαίνει ο Νέννε;

Νέννε λέγαμε το Σβεν. Είχε βρει τόνομα μόνος του, γιατί δεν μπορούσε
να προφέρη το Σ.

 — Μα ταδέρφια δεν τα λένε όπως λέει το βιβλίο, δοκίμασε να πη ο
Νέννε.

 — Τι κουτός που είσαι! είπε ο Ούλοφ. Ο μπαμπάς μας λέει έτσι.

Τότε εννόησε ο Σβεν και με μάτια, που λάμπανε από την ανυπομονησία,
ρώτησε:

 — Δε λέει τίποτε για το Νέννε;

Ο πατέρας, που μπήκε μέσα στο μεταξύ, σήκωσε το μικρόν ψηλά ως το
ταβάνι, τον κατέβασε πάλι και του είπε:

 — Τι να πη για ένα μαϊμουδάκι, που είναι τόσο μικρό ακόμα και δεν
έκαμε τίποτε;

Μα ο Σβεν δεν έμεινε ευχαριστημένος. Άνοιγε τα μεγάλα γαλανά μάτια
του όσο πλατήτερα μπορούσε, έδινε φιλιά με το μικρό ρόδινο στόμα,
έβαζε όλα τα δυνατά του. Ήθελε κι αυτός ένα βιβλίο.

 — Μα ο Νέννε δεν ξέρει να διαβάση.

Ο λόγος αυτός δεν του έκαμε καμμιάν εντύπωση. Έτρεχε πέρα δώθε στις
κάμαρες και το μικρό του ζωηρό πρόσωπο είταν κατακόκκινο. Ο Ούλοφ
πήρε βιβλίο, ο Σβάντε το ίδιο. Γιατί να μην πάρη κι ο Σβεν;

Αδύνατο να γίνη διαφορετικά. Ο συγγραφέας δεν είχε πρόχειρο άλλο
αντίτυπο. Έφερε η μαμά το δικό της κι αφού σβήστηκε καλά τόνομά της,
ο μπαμπάς έγραψε στο βιβλίο:

&Του μικρού Νέννε — ο μπαμπάς.&

Και τότε ησύχασε ο Σβεν.

Δηλαδή φάνηκε πως ησύχασε. Γιατί δε ζήτησε περσότερα. Γύριζε μόνο
ολόγυρα και διάβαζε στο βιβλίο. Μπορούσε να διαβάζη κι αποπάνω κι
αποκάτω, κρατούσε το βιβλίο πότε ορθά πότε ανάποδα και διάβαζε τόσο
δυνατά, που αντηχούσε όλο το σπίτι.

Τέλος κάθησε λίγες στιγμές μόνος του και συλλογιζότανε. Έπειτα έτρεξε
άξαφνα τόσο γλήγορα, σα να είχε βια να φτάση όσο μπορούσε προτήτερα
εκεί που ήθελε. Πήγε ίσια στην κάμαρα του μπαμπά, όπου καθότανε
κείνος πνιγμένος στους καπνούς. Μαζεύτηκε έτσι ώστε να χωρέση ανάμεσα
της καρέκλας και του τραπεζιού. Κ' έπειτα έβγαλε το κεφάλι και
προσπαθούσε να δη τον μπαμπά στα μάτια.

 — Τι είναι Σβεν; ρώτησε ο μπαμπάς, που δεν ήθελε να τον ενοχλούν.

Ο Σβεν όμως δεν ησύχαζε, αν ο μπαμπάς δεν παραμέριζε το κάθισμα ώστε
να μπορέση να περάση.

 — Ο μπαμπάς να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε.

 — Τι; ρώτησε ο μπαμπάς.

 — Ο μπαμπάς να γράψη ένα βιβλίο μόνο για το Νέννε, ξαναείπε το μικρό
αδερφάκι δυνατότερα τώρα.

Τότε εννόησε ο μπαμπάς.

Ο μικρός είχε θυμώσει γιατί δεν τον ανάφερε το βιβλίο κι αυτόν. Όσο
μικρός κι αν είταν, ήθελε δικαιοσύνη. Όσο μικρός κι αν είταν, εύρισκε
ίσως πως είχε και κείνος τα ίδια δικαιώματα στον πατέρα μαζί με τάλλα
αδέρφια κι όσο μικρός κι αν είταν ήξερε πως έπρεπε να έχη κι αυτός τη
θέση του εκεί που είτανε ο μπαμπάς, η μαμά και ταδέρφια.

Κοίταξε τον μπαμπά ερωτηματικά με τα μεγάλα μάτια του και με τόση
θέρμη, σα να είτανε ζήτημα ζωής και θανάτου.

Ο μπαμπάς το πήρε κι αυτός πολύ σοβαρά κι απάντησε:

 — Σου υπόσχομαι, θα γράψω και για σένα ένα βιβλίο.

 — &Μόνο& για το Νέννε, ξαναείπε ο μικρός δίνοντας να εννοηθή καθαρά
πως αυτό είταν το σπουδαιότερο.

 — Μόνο για το Νέννε, απάντησε σοβαρά ο μπαμπάς.

Ο μικρός έφυγε. Έτρεξε κ' έφερε το νέο ως την κουζίνα κ' έμεινε
ικανοποιημένος τέλεια τη στιγμή αυτή.

Ο μικρός δεν έπαψε να το θυμίζη. Μα ένας συγγραφέας έχει να γράψη
πολλά. Δεν μπορεί να βρη πάντα την όρεξη να γράψη για ένα μικρό
σγουρόμαλλο αγοράκι, που δεν είχε κάμει στον κόσμο άλλο τίποτε παρά
να τρέχη πέρα δώθε και να σκορπίζη σ' όλους τη χαρά. Και στην ποίηση,
όπως και στη ζωή, οι μικροί πρέπει να περιμένουνε, γιατί οι μεγάλοι
δεν τους αφίνουνε να περάσουν πριν έρθη η σειρά τους.

Γι' αυτό ο μικρός αδερφός έπρεπε να περιμένη ως τα σήμερα το βιβλίο
του. Τώρα και γω είμαι άλλος κι όλα γύρω μου είναι νέα. Ο μικρός
βέβαια δεν ήξερε τι μου ζητούσε, όπως και γω δεν ήξερα τι υποσχέθηκα.

Όμως ακούω μια φωνή, που με βιάζει να κρατήσω την υπόσχεσή μου.



ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ



1

Ολάκερο το βιβλίο αυτό είναι βιβλίο του θανάτου κι όμως μου φαίνεται
πως μιλεί περσότερο για ευτυχία παρά για δυστυχία. Γιατί δυστυχία δε
λέγεται να χάση κανείς ό,τι του είναι αγαπημένο, δυστυχία είναι να το
μολύνη, να το διαφτείρη, να το παραμορφώση. Και υπάρχει ένα μυστικό,
που έπρεπε να ζήσω πολύ πριν το γνωρίσω. Η αγάπη δε μένει ποτέ
στάσιμη. Ή θα δυναμώση ή θα μικρύνη με τον καιρό. Και μπορεί να φέρη
πόνο, όχι μόνο στην πρώτη περίσταση. Η δυνατότερη αγάπη είναι κείνη
που φέρνει πόνο, ίσια ίσια γιατί γίνεται πάντα δυνατότερη.

Μα θέλω να τα ιστορήσω εξαρχής και να διηγηθώ όλα όσα κλείνει το
βιβλίο αυτό, όπως διηγούνται ένα όνειρο. Κι όσο κι αν φαίνεται
παράξενο στον αναγνώστη — όλα αυτά δεν είναι τίποτες άλλο παρά το
βιβλίο, που με παρακάλεσε να γράψω ο μικρός αδερφός.

Είταν όνειρο πως ερωτεύτηκα, πως παντρεύτηκα και πως απόχτησα παιδιά
; Είταν όνειρο πως στάθηκα ευτυχισμένος και δυστυχισμένος όσο δε
λέγεται; Είταν όνειρο, ή τα έζησα πράγματι όλα αυτά, όλα αυτά που
φαίνουνται πως μου σκεπάζουν κάθε άλλο περιστατικό από την ανθρώπινη
ζωή, που είδα στον ορίζοντά μου; Τώρα μου φαίνεται πως στέκω μ' έναν
ακατανόητον τρόπο — όχι απάνω, κάθε άλλο παρά απάνω — αλλά μακριά απ'
όλα αυτά και το μόνο που με φτάνει είναι ένας τόνος ευλαβητικός και
τόσο εκστατικός, που ούτε αυτή η μουσική δε θα μπορούσε να τον
εκφράση μ' αισθητόν τρόπο. Ναι, μόνον όταν θα έχω γραμένο πια εκείνο
που τώρα ζητά το δρόμο του απάνω στάγραφα φύλλα, που ίσως μια μέρα
γίνουνε βιβλίο, μόνο τότε ελπίζω πως η ίδια η διήγηση θα μπορέση να
μου δώση το κλειδί για να λύσω το αίνιγμα, που με βασανίζει και με
ανησυχεί τώρα: τι δηλαδή είτανε στη ζωή μου όνειρο και τι
πραγματικότητα.

Γιατί δεν είναι μόνο η λύπη που με σφίγγει. Είναι μαζί κ' η απορία
για κείνα που έχουν γίνει, η ίδια απορία που σαλεύει στο βάθος κάθε
συνειδητής ζωής —  —  —

Τη στιγμή αυτή θυμούμαι πως ένα βράδι μπήκα στην κάμαρα της γυναικός
μου και τη βρήκα να κάθεται συλλογισμένη μ' ένα βιβλίο ανοιχτό
μπροστά της. Διάβαζε στο βιβλίο και το πρόσωπό της φαινότανε
δυσαρεστημένο.

Έσκυψα απάνω από τον ώμο της κ' είδα πως το βιβλίο που διάβαζε είταν
η Γραφή. Είταν ανοιχτή στο πρώτο βιβλίο του Μωυσή κι όταν τη ρώτησα
τι διάβαζε, μου έδειξε μόνο τις δυο σειρές, που μου φαίνεται πως τις
βλέπω ακόμα στην κάτω άκρη της σελίδας. Και διάβασα τα λόγια:

«Κατηραμένη η γη ένεκα σού. Με πόνους να γεννάς τα τέκνα σου».

 — Δεν είναι φριχτό; μου είπε. Δε θυμούμαι να γέννησα με πόνους. Δεν
το σκέφτηκα ποτέ.

Σηκώθηκε και πήγε σ' ένα κρεβατάκι, που είταν πλάι στο δικό μας, κ'
έσκυψε απάνω εκεί σ' ένα στρογγυλό, δροσερό προσωπάκι, που κοιμότανε
και που τα χείλη του σαλεύανε, σα να βυζαίνανε στο μητρικό στήθος.

 — Σε γέννησα με πόνους; είπε, σα να μιλούσε μόνη της. Όχι, με χαρά
κι αγαλλίαση, με χαρά τόσο μεγάλη, που δεν τη γνώρισα ποτέ ως τότε.

Μ' έσυρε στον καναπέ κ' έγυρε το κεφάλι της στον ώμο μου και
στρυμώχτηκε κοντά μου, σα να ζητούσε να βρη αυτού προστασία απ' όλα
τα δεινά και τους πόνους του κόσμου. Χωρίς ναλλάξη θέση, άπλωσε το
χέρι της κ' έκλεισε το βιβλίο.

 — Είναι ένα μωρό βιβλίο, είπε. Δεν μπόρεσα να το νοιώσω ποτέ.

 — Μωρό δεν είναι, της είπα με χαμόγελο.

 — Εσύ το είπες, είπε κι ανασηκώθηκε.

 — Εγώ; Ποτέ!

 — Ε, τότε θα είπες κάτι άλλο.

Έγυρε πάλι κάτω.

 — Δε θυμούμαι. Ξέρω μόνο πως θέλω να συλλογίζουμαι όπως και συ, να
πιστεύω ό,τι και συ. Γιατί κανείς δεν είναι σαν εσέ, κανείς στον
κόσμο.

Σε τέτοια λόγια δεν μπορεί ναπαντήση κανένας άντρας. Δε χρειάζεται να
ταποκρούση, γιατί δεν είναι σα θυμίαμα στη ματαιοδοξία. Έρχουνται σα
χάδι, είναι έτσι όπως ένας άντρας κοιτάζει τη γυναίκα του και της
λέει: «Για μένα δεν υπάρχει άλλη γυναίκα από σε.»

Η γυναίκα μου έπειτα από μια σιγή τόση μικρή, που μόλις την
παρατήρησα, ξακολούθησε:

 — Βέβαια δε σ' ευχαρίστησα ακόμα που μ' έμαθες να πιστεύω ό,τι
πιστεύεις και συ, όμως χαίρουμαι γι' αυτό. Δεν μπορείς να το
αιστανθής ποτέ. Κάθε μέρα που περνά με κάνει πλουσιότερη. Κάθε ώρα
μου φαίνεται γεμάτη από την ευτυχία μου. Μου είναι τόσο παράξενο να
συλλογίζουμαι τώρα, πως μια φορά όταν είμουνα πολύ νεώτερη, πιθυμούσα
να πεθάνω για να πάω στον ουρανό. Τι νόημα είχε αυτό και τι ποθούσα;
Μου φαίνεται πως το λησμόνησα, σα να μη στάθηκε ποτέ. Το μόνο, που
κάποτε προτήτερα το αιστανόμουνα βαριά, είτανε το πως δε θα
ξαναέβλεπα ποτέ τον πεθαμένον πατέρα μου. Τώρα όμως μου φαίνεται πως
δεν έχω άλλον πόθο παρά να ζήσω με σε και τα παιδιά. Ήθελα να μην
υπήρχε άλλο τίποτες από τη ζωή που έχουμε να ζήσουμε συ και γω. Θέλω
να ζήσω μαζί σου όσο να μεγαλώσουν τα παιδιά και ναποκατασταθούν.
Έπειτα να γεράσουμε μαζί — εσύ και γω — τίποτες άλλο δεν μπορώ να
στοχαστώ.

 — Δεν πιστεύεις πως μπορεί να υπάρχη κάποια άλλη ζωή; ρώτησα.

Κούνησε το κεφάλι κάνοντας ζωηρή χειρονομία.

 — Όχι, φώναξε, δε θέλω τίποτες άλλο από αυτό που υπάρχει, θέλω να
κοιμηθώ μια μέρα στη γις, κάτω από έναν ανθοσπαρμένο σωρό χώμα. Αυτό
είναι όλο όλο εκείνο που θέλω και γι' αυτό παρακαλώ το θεό κάθε
βράδι.

Κάθε βράδι έκανε τη δέησή της στο θεό κι όμως δεν πίστευε στην
αθανασία. Το ήξερα και παραξενεύτηκα πάλι μ' αυτό το χαραχτηριστικό
της αίνιγμα, που για κείνη είτανε μόνο μια φυσική πραγματικότητα. Της
χάδεψα τον ώμο για να της δείξω πως άκουσα κ' εννόησα, αυτή όμως
αλλάζοντας απότομα θέμα, ρώτησε:

 — Πιστεύεις εσύ τίποτες άλλο;

 — Ούτε πιστεύω, ούτε δεν πιστεύω.

Ξαναείπε τα λόγια μου όλως διόλου χωρίς τόνο, αν και τα είχε ακούσει
πολλές φορές προτήτερα, τα ξαναείπε σα να κλείνανε κάτι ακατανόητο
και φώναξε άξαφνα:

 — Τότε έχεις αλλάξει.

 — Δεν το πιστεύω.

 — Ναι, έχεις αλλάξει. Αλλιώς πως είτανε δυνατό να πιστεύω πως η ζωή
τελειώνει με το θάνατο; Εσύ μου το έμαθες. Γιατί τώρα δε θέλεις να
πιστεύης ό,τι πιστεύω και γω;

Με τα λόγια της αυτά μου πέρασε στο νου μια θύμηση. Την είδα να
περπατά μαζί μου σ' ένα στενό μονοπάτι κάτω από τις φωτεινές σημύδες
των βραχόνησων. Απάνωθέ μας φεγγοβολούσαν τάστρα τουρανού και στα
πόδια μας έτρεμε στη χλόη το θαμπό αντιφέγγισμα από τα παράθυρα της
πρώτης καλοκαιρινής κατοικιάς μας. Νόμιζα πως άκουγα ακόμα τα λόγια,
που ψιθυρίζαμε αναμεταξύ μας στην ησυχία του βραδιού, λόγια για τη
ζωή και για το θάνατο, για το θεό και για τα μέλλοντα, λόγια που
παίρνανε σοβαρότητα και φλόγα από το πρώτο ερωτικό μεθήσι μας.
Θυμήθηκα πως είχε πέσει σε βαθειά θλίψη και σιωπή, ενώ συλλογιζόταν
την απάντησή μου. Κι όταν τώρα μου ήρθε αυτή η ανάμνηση τόσο καθαρά,
όσο δεν μπορούνε να το αποδώσουνε τα λόγια, μου φάνηκε πως εκείνο,
που είχα πει τότε, της έκαμε μιαν εντύπωση διαφορετική παρότι είταν
το νόημά μου κ' ένοιωσα στην καρδιά μου μια κεντιά, σα να της έκαμα
κακό δίχως να το θέλω.

Μ' έκοψε λέγοντας:

 — Δεν μπορώ να το εννοήσω αυτό. Ούτε να πιστεύω, ούτε να μην πιστεύω
! Πρέπει να κάνω ένα από τα δυο.

Πρόφερε τα λόγια αυτά με τέτοιον τόνο, σα να με παρακαλούσε να μην
της φέρω αντίρρηση. Και δεν της έφερα. Κράτησα μόνο μέσα μου την
ανάμνηση του φωτεινού νησιού της νιότης μας και παραξενευόμουνα που
νόμιζα πως έβλεπα όλην την ώρα τάστρα ανάμεσα από τα φύλλα των
σημύδων.

Ενώ μιλούσαμε, η γυναίκα μου σηκώθηκε και στεκόταν πάλι κοντά στο
μικρό κρεβάτι. Εκεί που μιλούσαμε, παρατήρησε πως ο μικρός είχε
κουνηθεί. Τονέ σήκωσε, τον πήρε στα χέρια της με κείνον το σίγουρο
προφυλαχτικό τρόπο, που τον γνωρίζουν οι μητέρες μόνο, και τον έφερε
στο στήθος της. Το πρόσωπό της έλαμπε, όταν είδε κ' αιστάνθηκε πως ο
μικρός βύζαινε το γάλα της με κείνη την απερίγραφη γαλήνη, που είναι
το προνόμιο των παιδιών.

Η προτητερινή ομιλία μας και κείνο, που έβλεπα τώρα, σμίξανε τόσο
παράξενα και γίναν ένα στα αίστημά μου και θυμήθηκα τα λόγια που
γίνανε αφορμή της σύντομης ομιλίας μας. Πολλή ώρα καθισμένος εκεί
συλλογιζόμουνα εκείνο που ήθελα να πω. Συλλογιζόμουνα τα σκληρά λόγια
: «Κατηραμένη η γη ένεκα σού». Το αίστημα εκείνου που είχα και κείνου
που έβλεπα μου είταν τόσο δυνατό, ώστε φοβόμουνα να μιλήσω, για να
μην προδώσω τη συγκίνησή μου με δάκρυα. Και προσπαθούσα να κρατήσω
κιόλας τους συλλογισμούς μου να μην πάρουν τη μορφή του λόγου, για να
μη φανώ αιστηματικός στη γυναίκα μου.

Τέλος πήρα τη Γραφή και την έβαλα στην άκρη.

 — Εσύ έχεις δίκιο, είπα, κι ο τραχύς λόγος έχει άδικο. Έπρεπε να
λέη: «Ευλογημένη η γη ένεκα σού».

Και λέγοντας αυτό, γονάτισα κι ακκούμπησα το μετωπό μου στη γυναίκα
μου και στο παιδί μου. Και κείνη με το χέρι, που της έμενε λεύτερο,
μου χάδεψε τα μαλλιά.

Ω είμαστε νέοι τότε, νέοι και πολύ ευτυχισμένοι.

2

Δεν ανάφερα ως τώρα τόνομα της γυναικός μου και μου είναι ακόμα
δύσκολο να το κάμω. Στους στοχασμούς μου την ονομάζω κάποτε Μινιόν,
γιατί μόνο μ' αυτό τόνομα μπορώ να τη δω έτσι όπως ήρθε κ' έφυγε. Πού
ξέρω κιόλας αν τώρα εικονίζω αυτήν την ίδια ή την ανάμνηση που άφησε;
Γιατί ένας άνθρωπος είναι πραγματικά όπως φαίνεται σε όσους δεν τον
είδαν έτσι, καθώς μπορεί και τον βλέπει ίσως ένας μόνο; Δεν είναι
πολύ περσότερο στο βάθος του μόνο εκείνο που μένει, άμα χαθή το
εξωτερικό και το τυχαίο; Και δεν είναι δυνατό, εκείνο, που μερικοί
τονομάζουν εξιδανίκεψη, να είναι η πραγματική εσωτερική ομοιότητα,
που θα γίνη κάποτε το αληθινό εγώ μας, ορατό απ' όλους μόνο σ' έναν
κόσμο άφταστο στην ανθρώπινη ματιά;

Είτανε μικρόσωμη και λιγνή και την πρωτοείδα στο δρόμο, σε μια
σύσταση της στιγμής κάτω από τη λάμψη ενός φαναριού. Άμα χωριστήκαμε,
μου μείνανε στην ανάμνηση δύο μάτια παράξενα μεγάλα και βαθειά.
Περσότερα δε θυμόμουνα, παρά μόνο μια τραχηλιά από μαύρη γούνα, ένα
ζευγάρι μαύρα μακριά γάντια και το σφίξιμο ενός χεριού, που έδινε την
ξαφνική και δυνατή εντύπωση ενός κάτι άγρυπνου, αληθινού και γεμάτου
ειλικρίνεια. Από το εξωτερικό της δε μου έμεινε στο νου άλλο τίποτε,
τόσο που έπειτ' από λίγες μέρες πέρασα κοντά της χωρίς να τη γνωρίσω.
Κι όμως αυτά τα μάτια δε μ' αφίναν ήσυχο, βγαίνανε πάντα μπροστά στη
φαντασία μου αστραφτερά και μελαγχολικά, κρύβοντας κατιτί λαχταριστό
κι ευλαβητικό μαζί. Αν καθρεφτίσανε ποτέ δυο μάτια μια ψυχή, είταν τα
δικά της μάτια.

Όταν συλλογίζουμαι όλη τη ζωή, που έζησα με τη γυναίκα μου, βρίσκω
πως σε όλα τα διαφορετικά της στάδια κανείς άλλος δε με δίδαξε όπως
αυτή, να φυλάξω το θρησκευτικό αίστημα. Ωστόσο δεν την άκουσα ποτέ να
προφέρη τη λέξη θρησκεία κ' εύκολα θα μπορούσε να την κάμη κανείς να
συγχύση τον Αβραάμ με τον Απόστολο Παύλο. Όλα όμως όσα άγγιζε με τη
σκέψη της ή με το αίστημα, της γίνοντανε ιερά μ' έναν ξεχωριστό
τρόπο. Η ψυχή της είταν όλη τρυφερότητα κ' η ζωή, που ήθελε να ζήση,
είτανε μια γιορτή, όπου το αίστημα για την αξία και την ιερότητα της
ζωής δεν μπορούσε να υποφέρη παραφωνία. Όλα όμως, όσα μέσα της είτανε
δυνατά και ζωντανά, είτανε μαζί κι αστενικά κ' ευκολόσπαστα. Στα βάθη
της ψυχής της φώλιαζε μια λατρεία προς το τέλειο, που δεν μπορούσε να
υποφέρη τη ζωή, γιατί νόμιζε πως έστεκε σε βαθμίδα ψηλότερη από αυτή.

Είμαστε παντρεμένοι πολλά χρόνια, όταν μια μέρα μου είπε ξαφνικά,
απροετοίμαστα και χωρίς εξωτερική αφορμή, όπως ερχόντανε πάντα τα
δυνατότερα αιστήματά της:

 — Δεν πρέπει να με κάμης ποτέ να νοιώσω πως κατιτί αναμεταξύ μας
γέρασε κ' έγινε συνηθισμένο. Την ημέρα που θα το νοιώσω, θα πεθάνω.

Πόσες γυναίκες δεν είπαν το ίδιο και πόσες δε ζήσανε για να γελούν
έπειτα με τα λόγια τους! Άκουσα κάποτε μια γυναίκα να λέη του αντρός
της:

 — Δεν πιστεύεις πως υπάρχουνε μερικές γυναίκες, που αιστάνουνται
αληθινά εκείνα που λεν όλες οι γυναίκες;

Θυμούμαι πως μου ήρθε αυτό στο νου, όταν άκουσα τα λόγια της γυναικός
μου και πως με το συναίστημα της αλήθειας των λόγων αυτών, της έσφιξα
το χέρι σα μόνη απάντηση. Ένοιωσα πως αυτό που είπε, το είπε σοβαρά
κ' ήξερα πως η λέξη αιστηματικότητα δεν είχε δω τη θέση της. Μα είδα
κιόλας πως περίμενε να της πω κάτι και γω και γι' αυτό της απάντησα:

 — Δεν πιστεύεις πως κατιτί μπορεί να γεράση και να γίνη συνηθισμένο,
χωρίς να χάση τίποτε από τη δύναμη, τη χαρά και την ιερότητά του;

Τέντωσε τα μάτια και με κοίταζε, σα να ήθελε να δη στο βάθος της
ψυχής μου. Έπειτα με πλησίασε και με φίλησε και παρατήρησα πως τα
μάτια της είταν υγρά, εκεί που αιστανόμουνα όλο το σώμα της γυρμένο
στο δικό μου με μια μοναδική μεγάλη τρυφερότητα.

 — Τότε ας γεράση κι ας γίνη συνηθισμένο, είπε. Το λαχταρώ να γίνη.

Δεν είπαμε ούτε λέξη πια. Είδα όμως πως όλη την ημέρα είτανε γεμάτη
ήσυχη, σιωπηλή χαρά. Το απόγεμα βγήκε όξω στον κήπο και την άκουσα
που τραγουδούσε μόνη κάτω από τα παράθυρά μου με λαγαρή, ολόδροση
φωνή.

Έπειτα από λίγη ώρα ήρθε μέσα μ' ένα μπουκέτο αγριολούλουδα, όπου η
καλοκαιρινή χλωρίδα έσμιγε όπως σμίγουν οι τόνοι σ' ένα τραγούδι. Τα
έβαλε αμίλητη απάνω στο τραπέζι μου και χαμογέλασε σιωπηλά, για να μη
μ' ενοχλήση στην εργασία μου. Έπειτα κάθησε κ' η ίδια παραπέρα κ' ενώ
έγραφα, σήκωνα κάποτε τα μάτια μόνο για να τη δω. Ο βραδινός ήλιος
φώτιζε τα μαύρα της μαλλιά κ' έπαιζε στα χρώματα του προσώπου της,
που έπαιρνε πάντα νέα όψη, ποτέ δεν είταν ίδιο.

3

Και δε γέρασε ποτέ κάτι αναμεταξύ μας και δεν έγινε συνηθισμένο.
Γνωρίζω πως προφέρω ένα μεγάλο λόγο. Μα είναι αληθινός. Και γι' αυτό
μπορώ να πω ακόμα: Ευλογημένη ας είναι η ζωή κι ό,τι έδωσε αυτή! Μα
να την ευλογήσω για ό,τι πήρε, μου είναι αδύνατο.

Έτυχε όμως ναρθή στο σπίτι μας η λύπη και τών ρα [τώρα;] το εννοώ
πως θα είτανε δυνατό να μας χωρίση, ά — δεν [α δεν;] μπορούσα να
λυπηθώ όπως εκείνη. Μα αυτό δεν έγινε ποτέ.

Δε θυμούμαι πότε το παρατήρησα, γνωρίζω όμως πως η εντύπωση είναι
τόσο στενά δεμένη με την ανάμνηση της γυναικός μου, ώστε τώρα πιστεύω
πως δεν την είδα ποτέ μόνο με τη λάμψη της ευτυχίας και της νιότης.
Αρρώστησε δηλαδή τόσο νωρίς, ώστε μπορώ να πω πως δεν τη γνώρισα ποτέ
δίχως το σπέρμα της αρρώστειας. Πώς όμως έγινε να λησμονήσω τόσον
καιρό, ως τα τελευταία, πως η υγεία της είταν κλονισμένη και πως το
σπέρμα της αρρώστειας έπρεπε ναναπτυχτή, αν δε χανότανε τέλεια; Πως
δε χάθηκε, το γνώριζα καλά. Κι ωστόσο δεν έμαθα ποτέ να βλέπω τη ζωή
με άλλο φως, παρά με το συνηθισμένο. Δεν πρόσεξα τα προμηνύματα που
ήρθαν; Στάθηκα τυφλός και κουφός στις υποψίες, που ανάβανε μέσα μου
σα φλόγες και φοβερίζανε το χτίριο της ευτυχίας μου, που το θαρρούσα
στεριά θεμελιωμένο; Δεν το γνωρίζω. Γνωρίζω μόνο πως όταν
παντρεύτηκα είμουνα τόσο νέος, ώστε πίστευα πως η αγάπη μπορεί να
προφυλάξη από κάθε δυστυχία του κόσμου κι όταν έβλεπα την Έλσα
ολάστραφτη κ' ευτυχισμένη, όταν γυρίζαμε μαζί στα δάση και στα
κύματα, όταν έβλεπα πως ο ήλιος τη μαύριζε και το κύμα του
καλοκαιριού έβρεχε το λευκό της σώμα, λησμονούσα πως μπορούσε ναρθή η
δυστυχία και γελούσα τον εαυτό μου νομίζοντας φανταστικούς τους
φόβους μου. Ω, τέλος έμαθα τόσο καλά την τέχνη να λησμονώ εκείνο που
δεν ήθελα να βλέπω, την τέχνη να ονειρεύουμαι μόνο υγεία και
μακρόχρονη ζωή, ακόμα και τότε που ο θάνατος πλησίασε την Έλσα τόσο,
ώστε είτανε θάμα πώς γλύτωσε. Κ' έφερνε κρυμένα κάτω από το φόρεμά
της τα σημάδια της εγχείρησης και δεν της λείψανε ποτέ οι πόνοι, μόνο
τους λησμονούσε βιάζοντας τον εαυτό της, για να δίνη τη χαρά της ζωής
σε κείνους που αγαπούσε, στα παιδιά της και σε με.

Θυμούμαι όμως πόσο νωρίς είδα εκείνο το κάτι, που για να λησμονηθή
έγινε όλη η συζυγική ζωή μας μια πάλη ατέλειωτη. Το είδα στο πρόσωπό
της, όταν έμενε μόνη και νόμιζε πως δεν την παρατηρεί κανείς· κι όταν
το πρωτοείδα νόμισα πως έτρεχε κάτι μεταξύ μας. Τη ρωτούσα συχνά γι'
αυτό και μου είναι δύσκολο να πω αν είταν η αγάπη μου ή η φιλαυτία
μου, που μ' έκανε να νομίζω πως η ευτυχία της δεν έπρεπε να θολώνεται
από άλλο τίποτες παρά από εκείνο που αφορούσε εμέ. Έβλεπα πως τη
βασάνιζα φοβερά με όσα τη ρωτούσα. Ωστόσο τη ρωτούσα και πολλές φορές
μπορούσε να μου χαμογελά με μια τέτοιαν έκφραση, σα να έτρεχε η ψυχή
της μακριά, με μιαν έκφραση, που μου βασανίζει ακόμα την ανάμνηση,
γιατί ίσια ίσια αυτή η έκφραση είταν εκείνο, που προσπάθησα να νικήσω
τόσα χρόνια κι ωστόσο κυριάρχησε και με νίκησε.

 — Δεν πρέπει να με ρωτάς, μου είπε μια φορά. Δεν το γνωρίζω και γω
τι είναι. Γνωρίζω μόνο πως δεν μπορεί να το νοιώση κανείς.

Τι εννοούσε με τούτο, ανήκει στο άγνωστο, στο άγνωστο, που όλοι
ρωτούνε γι' αυτό, κανείς όμως δεν παίρνει απόκριση.

Μα πώς μπορούσα να το νοιώσω τότε αυτό; Η ζωή μου είταν ευτυχισμένη,
οι μέρες μας φαιδρές, τα παιδιά μας μεγαλώναν και γεμίζανε το σπίτι
μας με τη χαρά τους. Και ποτέ άλλη φορά δε στάθηκε η Έλσα τρυφερότερη
μαζί μου, παρά όταν παρατηρούσα τις στιγμές αυτές της σιωπηλής λύπης,
που θα είχα το δικαίωμα να την ονομάσω αδικαιολόγητη, αν δεν υπάρχανε
άλλα αίτια όξω από εκείνα, που οι άνθρωποι μπορούνε να τα εκφράζουνε
με λόγια.

4

Την εποχή αυτή είχανε μεγαλώσει τα παιδιά μας. Ο Ούλοφ άρχισε να
πηγαίνη στο σκολειό και για το Σβάντε πλησίαζε ο καιρός, που θάρχιζε
κι αυτός να σπάζη τους σκληρούς καρπούς του δέντρου της γνώσης.

Την εποχή αυτή αρχίσανε να κυριεύουνε για πρώτη φορά την Έλσα οι
σκοτεινές ώρες και παρατήρησα συχνά πως είχε κλάψει. Με απόφευγε με
το σιωπηλό της τρόπο και το έκανε για να μην τη ρωτώ. Δεν μπορώ να
λησμονήσω την αγωνία, που με κυρίεψε τον καιρό αυτό. Η αγωνία μου
ερχότανε τη νύχτα, όταν καθόμουνα μόνος μπρος στο τραπέζι μου. Με
ακολουθούσε, σαν πήγαινα να ησυχάσω, και κάθιζε στην άκρη του
κρεβατιού μέσα στο σκότος, εκεί που έμενα άγρυπνος κι ακροαζόμουνα
την αναπνοή της γυναικός μου για να βεβαιωθώ πως κοιμάται.

Μια σιωπή, παράξενη σιωπή βασίλευε αναμεταξύ μας τον καιρό αυτό.
Πηγαίναμε στην καμαρά μας και καθόμαστε κει χωρίς να μιλούμε λέξη και
νοιώθαμε τη σιωπή να υψώνεται ανάμεσά μας, σαν ένας τοίχος, που δεν
τον έχτισε κανείς, μα και κανείς δεν μπορούσε να τον γκρεμίση. Κι
όταν το χέρι του ενός ζητούσε το χέρι του άλλου, το κάναμε μόνο γιατί
γνωρίζαμε πως ο ένας δεν μπορούσε να το υποφέρη να είναι μακριά από
τον άλλον, αν κ' οι δυο μας το αιστανόμαστε πως καταβάθος είμαστε
μακριά.

Τα παιδιά μπαίνανε να μας καλονυχτίσουν. Τα φιλούσαμε και τα
κοιτάζαμε που φεύγανε. Λέξη όμως δε βγάζαμε κι όταν γυρνούσα προς το
μέρος, όπου καθότανε η γυναίκα μου, αιστανόμουνα πως έκλαιγε, χωρίς
να την ακούω. Πιο δυστυχισμένοι δε θα μπορούσαμε να είμαστε, αν ένας
από μας ή κ' οι δυο είχαμε να κρύψουμε αναμεταξύ μας κάποιο σκοτεινό
μυστικό. Κι όμως κ' οι δυο γνωρίζαμε πως τέτοιο δεν υπήρχε.

Είσαι δυστυχισμένη μαζί μου, Έλσα; τη ρωτούσα.

Και την άκουγα να ξεσπά σε λυγμούς, σα να βρισκότανε σε μεγάλη
αγωνία:

Αν δεν είχα εσέ, πιστεύεις πως θα μπορούσα να ζήσω;

5

Πόσο βάσταξε η εποχή αυτή δεν μπορώ να το θυμηθώ σωστά. Τη θυμούμαι
μόνο σαν ένα μοναδικό φοβερό χειμώνα χωρίς χιόνι, σα μια μακριά
σκοτεινή γραμμή στη ζωή μας, στη ζωή που μου φαινόταν άδεια και χωρίς
νόημα. Έπειτα είδα το θάνατο να μου αρπάζη από την αγκαλιά το πιο
αγαπητό που είχα, είδα φίλους να χάνουνται, αιστάνθηκα να με αφίνουν
όλα για όσα ήθελα να ζήσω ή να πεθάνω πνευματικά. Μα κάτι παρόμοιο,
κάτι που μπορεί να συγκριθή με το χειμώνα αυτό, δεν το δοκίμασα ποτέ,
γιατί τότε νόμιζα πως η Έλσα κιντύνευε να μου φύγη κ' η ιδέα αυτή μου
είτανε φοβερότερη από καθετί, που μπορούσανε να μου κάμουν άλλοι
άνθρωποι, ή από ότι είτανε δυνατό να πάθω γενικά στη ζωή.

Η εποχή αυτή είτανε τόσο πικρή, γιατί τότε είταν η μόνη φορά στη ζωή
μου, που η καρδιά μου φάνηκε σκληρή σ' αυτή, και φάνηκε γιατί
εννοούσα τόσο λίγο. Τέλος κατάντησε να κλειστώ και γω στον εαυτό μου,
όπως αυτή, γιατί με κυρίεψε η θλίψη κ' η θλίψη πήρε φωνή και τα
τραχιά λόγια τρέμανε στον αέρα γύρω μας.

Μια μέρα τη βρήκα που έκλαιγε και με φωνή, που δεν είτανε πια δική
μου, φώναξα:

 — Πόσο νομίζεις πως μπορώ να το υποφέρω αυτό;

Την ίδια στιγμή που τα είπα, μετάνοιωσα για τα λόγια μου και ποτέ δε
θα ξεχάσω την έκφραση του τρόμου, που πέτρωσε το πρόσωπό της.

 — Τι εννοείς; είπε.

 — Εκείνο που λέω.

Είτανε σα να μίλησε με το στόμα μου κάποιος πονηρός δαίμονας, που δεν
μπόρεσα να τον κρατήσω.

Όλα όσα είχα υποφέρει, ορθωθήκανε μέσα μου, σα να θέλανε να με
πνίξουν και το αιστάνθηκα σα θρίαμβο πως την έκαμα και πόνεσε.

 — Φύγε, μου είπε, φύγε από με. Τι ήθελες ναρθής σε με διόλου;

Δεν έκλαιγε όταν έφυγε. Όμως μέσα στο θυμό μου αιστάνθηκα πως της
έδωσα με ταστόχαστα λόγια μου τόσο μεγάλη θλίψη, όση δεν αιστάνθηκα
ούτε θα αιστανθώ ποτέ ο ίδιος. Μα έδιωξα τη σκέψη αυτή κι οχυρώθηκα
πίσω από την περιωρισμένη περηφάνια, που κάνει τον άνθρωπο να μην
ξεφεύγη το κακό, μα να λογαριάζη τίνος είναι το σφάλμα.

 — Είναι δικό της το σφάλμα, αν χάθηκε η ευτυχία μας, έλεγα μέσα μου.
Τι έκαμα εγώ, ώστε να είναι δυστυχισμένη και να με βασανίζη μη
λέγοντας την αφορμή; Δε μ' αγαπά πια. Έτσι γίνεται στον κόσμο. Ό,τι
είναι ωραίο πρέπει νασχημήνη. Όποιος είναι ευτυχισμένος δεν πρέπει να
μείνη ευτυχισμένος για πολύν καιρό.

Πίσω από τέτοιους στοχασμούς έκρυβα το αληθινό μου συναίστημα, που
είταν όλον τον καιρό πλημμυρισμένο από εκείνη. Νόμιζα πως είχα το
δικαίωμα ναγαναχτώ κ' εύρισκα πως ο λόγος μου έλαβε απάντηση
σκληρότερη παρότι του άξιζε.

6

Η εποχή αυτή είταν η μόνη που μπορούσε να χαθή πραγματικά η ευτυχία
μας και νομίζω πως κ' οι δυο είχαμε σε μεγάλο βαθμό το συναίστημα πως
κάποιες βαρειές δύναμες παίζανε με τη ζωή μας.

Πέρασε μια μέρα ολάκερη χωρίς ναλλάξουμε λέξη αναμεταξύ μας. Το βράδι
όμως, που θα πηγαίναμε να κοιμηθούμε, έπεσε ο ένας στην αγκαλιά του
άλλου και κλάψαμε χωρίς να μπορούμε να μιλήσουμε.

Έπειτα ήρθανε τα πράματα εκεί όπου είταν πριν. Το πρόβλημα όμως που
με βασάνιζε: «Τι να είναι, τι να έχη;» έμεινε χωρίς απάντηση. Ωστόσο
είμουνα ησυχότερος, αιστανόμουνα μετάνοια για τους στοχασμούς μου και
περίμενα κιόλας κάποια λύση.

Έπειτα από δυο μέρες βρήκα απάνω στο τραπέζι μου το ακόλουθο γράμμα.

Θυμούμαι πως το άνοιξα μ' ένα αίστημα αγωνίας, σα να μπορούσε το
χαρτί αυτό να μου ξεσκεπάση ένα μυστικό, που θα είχε τη δύναμη να μου
αφανίση όλη τη ζωή. Ταυτόχρονα όμως με φλόγιζε ο πόθος να λάβω
απάντηση στο ρώτημα: «Γιατί δεν είναι ευτυχισμένη; Μπορεί κανείς να
είναι ευτυχισμένος και δυστυχισμένος μαζί;»

Το γράμμα είταν αυτό:

«Αγαπητέ μου,

»Να ειπωθούνε μεταξύ μας τέτοια λόγια! Να μπορέση να γίνη τέτοιο
πράμα! Στην αρχή νόμιζα πως ο ήλιος έσβησε και δε θα μπορούσα να
ξαναδώ το φως της μέρας. Και βασανίζουμαι με τη σκέψη πώς να σε κάμω
να γίνης καλός μαζί μου και πώς να μπορούσε να ξαναγίνη το πράμα έτσι
σα να μην είχε τρέξει ποτέ εκείνο που έτρεξε.

»Έπειτα όμως είδα πως η καρδιά σου μέσα είτανε καλή, αν και δεν το
έδειχνε, κι άρχισα να εννοώ πως δεν μπορείς ποτέ να γίνης
διαφορετικός και πως σε σπάραξε και σε πίκρανε μόνο που δεν απάντησα
στο ρώτημά σου κ' έτσι χτύπησες τυφλά, χωρίς να ξέρης πως ο τρόπος
σου μ' έκαμε να πονέσω. Και τώρα ακόμα δε γνωρίζω τι ν' απαντήσω, μα
δεν πρέπει να παραξενευτής γιατί σου γράφω. Το κάνω μόνο γιατί, αν
δοκίμαζα να σου τα πω, δε θα μπορούσα να πω ούτε τα μισά απ' όσα
ήθελα.

»Έχω τόσα πολλά μέσα μου, τόσα πολλά, που δεν τα είπα ποτέ ούτε σένα
ούτε άλλου κανενός, γιατί γνωρίζω πως δεν μπορώ να τα πω ποτέ. Έτσι
είμουνα πάντα κ' έτσι θα μείνω.

»Όταν συλλογίζουμαι κάποτε πως είσαι συ μαζί μου, πως μιλείς για όλα
και δεν αφίνεις κρυμένη ούτε μια δίπλα της καρδιάς σου, νομίζω τότε
πως είμαι ηχώ δική σου και πως είμαι τόσο φτωχή, ώστε να μην μπορώ να
σου ξαναδώσω τίποτε. Κι όταν μου είπες πως δεν είναι έτσι, αιστάνθηκα
πως είμαι τόσο ευτυχισμένη και τόσο πλούσια. Και γνωρίζω πως σου τα
έδωσα όλα όσα μπορούσα να δώσω κι όλα όσα έχω.

»Όταν όμως με βλέπεις να κάθουμαι και να κοιτάζω μέσα μου, όπως
συνειθίζεις να λες, τότε πρέπει να ξέρης πως δεν κάνω τίποτες άλλο
παρά εκείνο που έκαμα πάντα, ακόμα και πρι να σε γνωρίσω κι αρχίσω
την πραγματική μου ζωή. Κι αν κλαίω, δεν πρέπει να νομίζης πως είμαι
δυστυχισμένη. Είναι μόνο κάτι που πρέπει να το συλλογίζουμαι κάποτε,
γιατί ξέρω πως θαρθή και γιατί το ήξερα πάντα πως θαρθή.

»Μα δεν πρέπει να με ρωτάς γι' αυτό, γιατί δεν μπορώ να σου απαντήσω.
Αν μπορούσα, ω αν μπορούσα, τότε θα στέγνωναν από μόνα τους τα δάκρυά
μου. Ίσως να μην είναι τίποτε, ίσως να είναι μόνο και μόνο γιατί
είμαι πολύ ευτυχισμένη.

»Μα θέλω να με πιστεύης όταν σου λέω πως δεν πρέπει να φοβάσαι πως
υπάρχει στην ψυχή μου κάποιο απόκρυφο και μυστικό, που το κρύβω και
το κρατώ μυστικό, γιατί δεν πρέπει να το δης. Η αιτία είναι μόνο
γιατί δεν μπορώ.

Μη με παρακαλής λοιπόν να μιλήσω, μα αγάπα με όπως είμαι. Αγάπα με σα
μια μικρή σου κόρη, σα μια φίλη σου, που δεν απαιτεί άλλο τίποτε παρά
να είναι στο πλευρό σου, όσο της έχει ο θεός να ζήση, κ' έπειτα να
πεθάνη και να κοιμηθή με γαλήνη, λησμονημένη απ' όλους τους άλλους,
όξω από σε. Γιατί εσύ δεν πρέπει να με λησμονήσης κι αυτή είναι η
μόνη «αθάνατη ζωή» που λαχταρώ.

«Ένα όμως πιθυμώ κάποτε. Κι αυτό είναι νασπρίσουν τα μαλλιά μας και
να γεράσουμε μεις οι δυο και να ηλικιωθούνε τα παιδιά μας. Είμαι τόσο
πολύ μητέρα, ώστε να ποθώ να μεγαλώσουν ταγόρια μου και να μπορώ να
πηγαίνω στο σπίτι τους και να σηκώνω στα χέρια μου μικρά, μικρούτσικα
εγγονάκια και να βλέπω πως ζω και γω λιγάκι σ' αυτά. Ταγόρια μου
είναι τώρα τόσο μεγάλα, ώστε να μη με χρειάζουνται πια έπειτα από
λίγο. Μα πάλι θα είτανε τόσο ωραίο να γεράση κανείς, να είναι μαζί
σου και να μπορή να περιμένη την ημέρα που θαρθή η μεγάλη γαλήνη. Μου
φαίνεται πως θα σ' αγαπούσα περσότερο, αν εγέραζες κι άσπριζες και
κανείς άλλος δεν μπορούσε να σε βλέπη με τα ίδια μάτια όπως εγώ. Μου
φαίνεται πως θα σ' αγαπούσα περσότερο, αν μπορούσα να συλλογίζουμαι
πως κανείς άλλος από μένα δεν είχε κάποιο δικαίωμα σ' εσέ και πως
κανείς άλλος δε σε γνώρισε καλά ποιος είσαι.

»Να που σου είπα τόσα πολλά και κείνο, που με παρακάλεσες να σου πω,
δε σου το είπα. Μα μην το συλλογίζεσαι, συλλογίζου μόνο πως και τώρα
σ' αγαπώ, όσο σ' αγαπούσα πάντα, πως εκείνο που αιστάνουμαι τώρα για
σε είναι κάτι περσότερο παρότι μπορεί να ειπωθή με λόγια, κάτι
περσότερο παρότι μπορείς ποτέ να γνωρίσης κι ο ίδιος. Γιατί μαζί σου
είναι η θέση μου και δω κοντά σου έχω όλα όσα είχε ποτέ ή μπορεί να
έχη μια γυναίκα. Μην πιστεύης άλλο τίποτε, γιατί μ' αυτά με κάνεις
πιο δυστυχισμένη απ' όσο μπορείς να φανταστής ή να πιστέψης.

        Η γυναίκα σου.»

7

Κάθησα πολλή ώρα με το γράμμα αυτό στο χέρι και το κύμα της
τρυφερότητας, που με πλημμύριζε, είτανε τόσο δυνατό, ώστε έπνιξε όλα
τα ρωτήματα και μ' έκαμε να γυρίζω μέσα στο συνηθισμένο μου κόσμο,
όπου δε φαινότανε πως είχε αλλάξει τίποτε, μ' έκαμε να γυρίζω με το
συναίστημα πως είμουνα το βασιλόπουλο του παραμυθιού, που είχε φτάσει
με τα φτερά του μαϊστραλιού στο νησί της ευτυχίας.

Είχα ρωτήσει γιατί άλλαξε τόσο η γυναίκα μου και δεν το έμαθα. Έλαβα
μόνο μιαν απόδειξη της αγάπης της. Κι αληθινά έτσι είναι η αγάπη: δε
θέλει τίποτες άλλο παρά τον εαυτό της κι όλα τα ρωτήματα που βάζει
δεν έχουν άλλο σκοπό παρά να της δώσουνε τη βεβαιότητα, που δίχως της
δεν μπορεί να υπάρχη. Για τούτο το γράμμα αυτό μας έδωσε τη λύση
όλων, αν και δεν εξήγησε τίποτε· κι αφού το διάβασα, πήγα με άφωνη
ευγνωμοσύνη μέσα στη γυναίκα μου, ευτυχισμένος γιατί μπορούσα να τα
πιστέψω όλα.

Δε μιλήσαμε πολύ γι' αυτό το γράμμα, μα αιστανθήκαμε κ' οι δυο
ξαλάφρωμα που γράφηκε. Και το βράδι καθήσαμε ως αργά μονάχοι, αφού
πήγανε τα παιδιά να κοιμηθούνε. Θυμούμαι πως εκείνες τις μέρες η Έλσα
τραγουδούσε, τραγουδούσε όπως δεν είχε τραγουδήσει ποτέ για κανέναν
άλλον εξόν από μένα. Και γω καθόμουνα κι άφινα την ψυχή μου να τη
χαδεύουν οι τόνοι, ενώ μέσα μου με βασάνιζε ο στοχασμός, πώς είτανε
δυνατό ποτέ να χωρέση αναμεταξύ μας δυσαρέσκεια.

Πώς περνούσαν οι μέρες δεν το ξέρω. Δεν παρατήρησα πως μεγαλώσανε,
πως το χιόνι έσταζε από τις στέγες και πως τα δέντρα του πάρκου
αρχίσανε να φουσκώνουν. Με λυπούσε πολύ πως ο χειμώνας δε βάσταξε
περσότερο, για νανάβουμε νωρίτερα τη λάμπα και ναρχίζουνε τα βράδια
μας προτήτερα.

 — Παρατήρησες, μου είπε η Έλσα ένα πρωί, πως έγινα φαιδρότερη από
πριν και πως δεν κλαίω πια;

Το είχα παρατηρήσει. Αχάριστος όμως, όπως είναι ένας άνθρωπος μόλις
ξέφυγε έναν κίντυνο που δεν τον είχε νοιώσει, απολάβαινα την αλλαγή,
χωρίς να τη συλλογίζουμαι.

 — Μήπως κλαις όταν δε σε βλέπουνε; ρώτησα.

Κ' αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου ένας ίσκιος της παλιάς μου
δυσπιστίας.

Μα η Έλσα δεν το παρατήρησε. Έστεκε μπροστά μου ολόφωτη από τόση
νιότη, σα να μην είχε σκοτεινιάσει ποτέ σύννεφο το μέτωπό της. Και
γύρω στα χείλη της έπαιζε ένα χαμόγελο, που νόμιζα πως κάποτε το είχα
δει. Δεν μπορούσα να θυμηθώ πότε.

 — Δεν κλαίω πια, είπε.

Κ' η φωνή της είχε έναν ήχο σχεδόν προκλητικό, όταν πρόστεσε:

 — Αυτό είναι και το μυστικό μου.

Ακολούθησα τη διάθεσή της χωρίς να νοιώσω τα λόγια της. Είμουνα
ευχαριστημένος κ' ευτυχισμένος με το συναίστημα πως μας χαμογελούσε
ξανά η ζωή.

Όλη αυτή η περίοδο δεν άφησε στη συζυγική ζωή μας άλλο σημάδι, παρά
μόνο πως την έκαμε πιο εγκάρδια και προφυλαχτική παρότι είτανε πριν.
Δεν μπορώ πια να πω με ποιον τρόπο προσπαθούσα να ξηγήσω την αλλόκοτη
αυτή παρένθεση, που έγινε μέσα σ' έναν ευτυχισμένο γάμο. Το βέβαιο
είναι πως τότε ούτε μπορούσα να υποψιαστώ πως έκρυβε το σπέρμα της
τραγικότητας ενός ολάκερου μέλλοντος.

8

Αν κ' έλεγε με περηφάνεια πως είναι μητέρα δυο παιδιών, η Έλσα είταν
ακόμα τόσο νέα κι όταν έβγαινε περίπατο ακκουμπημένη στο μπράτσο του
αντρός της, τα βήματά της είτανε τόσο ελαστικά, κ' ενώ βάδιζε, έγερνε
απάνω μου με μια κίνηση, που έδειχνε πως αν το ωραίο κεφάλι της το
βάραινε κάτι, το κάτι αυτό δεν είτανε τα χρόνια.

Είτανε μια από κείνες τις επικίντυνες ανοιξιάτικες βραδιές της
Στοκχόλμης, που ο ήλιος πέφτει θερμός στα νιοβλαστημένα δέντρα, που
οι δρόμοι είναι πλημμυρισμένοι κόσμο, σα για χαρά κι απόλαψη των
ματιών, που τα εξοχικά κέντρα τραβούνε παλιά αντρόγυνα, νιόπαντρους ή
αρρεβωνιασμένους, που ο ουρανός είναι γαλανός και στο ρέμα κυλούν
χορεύοντας οι όγκοι του σπασμένου πάγου, που ο χειμώνας φαίνεται σα
να έφυγε για πάντα κ' η άνοιξη προμηνά ένα καλοκαίρι τόσο ωραίο, όσο
δε στάθηκε ποτέ ως τώρα.

Ένα τέτοιο βράδι είτανε που η Έλσα ξεγέλασε τον άντρα της να βγούνε
περίπατο ως τη βρύση του Ζωολογικού Κήπου, να τηλεφωνήσουν από κει
στο σπίτι πως δεν έρχουνται και να παραγγείλουν ένα μικρό soupé a
deux σ' ένα χαμηλό καμαράκι με λευκές κουρτίνες, απ' όπου μπορούσανε
να βλέπουνε τα φωτεινά δέντρα, που στα κλαδιά τους ανάμεσα περνούσε ο
ήλιος ρίχνοντας μικριές σκιές.

Αυτή είτανε μια από τις πια αγαπημένες μας διασκέδασες κι όσο
σπανιότερα την απολαβαίναμε από τον καιρό που μεγαλώσανε τα παιδιά
και δε θέλαμε να ταφίνουμε μόνα, τόσο περσότερο μας μάγευε μια τέτοια
βραδιά, γιατί έφερνε μαζί της όλη τη φαιδρότητα και τόνειρο, που
είναι η καθημερινή τροφή της νιότης και με τα χρόνια τα φυλάγουμε
στην ανάμνηση μόνο σαν ώρες σκόλης.

Θυμούμαι τόσο καλά την Έλσα εκείνο το βράδι.

Φαιδρή κ' ευχαριστημένη είχε στρυμωχτεί στη γωνιά του καναπέ κι
απολάβαινε σιγά σιγά το τελευταίο ποτήρι της σαμπάνιας. Έμοιαζε με
γατάκι, που περιμένει να το χαδέψουνε ή να παίξουνε μαζί του. Κι
αντικρινά της καθόμουνα εγώ, κάπνιζα συλλογισμένος ένα καλό πούρο και
κοίταζα τον ήλιο, που έτρεμε ανάμεσα στους ίσκιους των δέντρων.
Ένοιωθα τον εαυτό μου ευτυχισμένο κ' ευχαριστημένο, είχα όμως
εργαστεί πολύ τότε τελευταία και σχεδόν μ' ενοχλούσε πως η Έλσα
είτανε καθισμένη εκεί κ' είχε τον πόθο να με σύρη όλον στη δική της
ψυχική διάθεση.

Γιατί είτανε σα να είχε πυρετό. Φαινότανε σα να ήθελε να χοροπηδήση
μέσα στην κάμαρα, να παίξη, να κάμη τρέλες, να τρέξη να την πιάσουνε,
φαινότανε σα να πιθυμούσε κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, σα να την είχε
πλημμυρίσει ο κοριτσίστικος πόθος των αθάνατων ανοησιών της ευτυχίας,
ένα ίσια ίσια από κείνα τα χαρακτηριστικά, που αγαπούσα περσότερο σ'
αυτή. Όσο κι αν το πιθυμούσα ωστόσο, δεν μπορούσα να συναρπαχτώ από
τη διάθεσή της. Είτανε σα να με παραφύλαγε μέσα μου μια κακή
προαίστηση, μια ακατανίκητη μελαγχολία και μ' εμπόδιζε νακολουθήσω το
φτερούγισμα των αιστημάτων της. Όταν θυμάται αργότερα κανείς κάτι
τέτοια, μπορεί να τα βάζη με τον εαυτό του και να θαρρή σαν έγκλημα
κάποιες παρόμοιες παραμέλησες, θυμούμαι ακόμα πως είχα νοιώσει τότε
τη διάθεση της· κι από κείνο, που ακολούθησε ύστερα, γνωρίζω τι δρόμο
πήρανε τα όνειρά της.

Δυσαρεστημένη κάπως γιατί τα αιστήματά μας δε βαδίζανε με τον ίδιο
ρυθμό, καθώς πάντα, έμενε καθισμένη αμίλητη εκεί και ρουφούσε τη
σαμπάνια της κ' ενώ καθόταν έτσι, οι ζωηροί της στοχασμοί
γλυστρούσανε δίχως να το νοιώθη σε μια γλυκεία χιμαιρική διάθεση κ'
ενώ κοίταζε τον άντρα της, που τα μαλλιά του είχαν αρχίσει
νασπρίζουν, έβλεπε σαν όνειρο την ημέρα, που οι δυο μας εδώ και πολλά
χρόνια είχαμε βγει με τη βάρκα σ' ένα ηλιολουσμένο μικρό βραχόνησο,
όπου πίσω από τα δέντρα γυάλιζε η πρώτη καλοκαιρινή κατοικία μας. Η
εικόνα είτανε τόσο καθαρή ώστε νόμιζε πως ξεχώριζε κάθε χαμόκλαδο και
κάθε δέντρο, όλα ως τις ψιλές απόχρωσες του φωτός και του ίσκιου, που
έρριχνε ο βραδινός ήλιος στη σανιδόπλεχτη σκεπή του σταχτερόχρωμου
σπιτιού. Έβλεπε τον κόλπο ναπλώνεται σε μιαν ατέλειωτη γλαυκότητα και
κει που έκλεινε στην άκρη του νησιού τρέμανε καθρεφτισμένες στο κύμα
του οι φωτεινές σημύδες, οι σκοτεινόχρωμες βελανιδιές και τα έλατα,
που σημαδευόντανε σχεδόν μαύρα στο νερό.

Πόσες φορές μου ιστορούσε την καθαρότητα, που είχανε τα οράματα ή οι
ανάμνησες αυτές, που είτανε τόσο χαραχτηριστικά της! Τώρα μπορώ και
βλέπω καλήτερα και καθαρότερα τόνειρό της παρά τότε!

Είναι βέβαιο πως τα έβλεπε όλα αυτά, όσο που έσβησε όλη η τρελή
ψυχική της διάθεση κ' είδα πως γεμίσανε δάκρυα θερμά τα μάτια της. Με
ζωηρό κίνημα άδειασε τα ποτήρι της, γλύστρησε από τον καναπέ κι
ακκούμπησε τα κεφάλι στα γόνατά μου.

Σα να μου μετάγγισε άμεσα κάτι από το αίστημά της ή σα να
συναπαντηθήκανε οι στοχασμοί μας στο περασμένο, όπου μας αγκάλιαζε
και τους δυο τόνειρο της ευτυχίας, κυριεύτηκα και γω από μια διάθεση
ολότελα διαφορετική από την προτητερινή κ' ενώ έβαλε απαλά το χέρι
γύρω στα λαιμό της και τη χάδεψα στο μάγουλο, είπα:

 — Τι συλλογίζεσαι;

 — Συλλογίζουμαι το πρώτο μας καλοκαίρι.

Τη στιγμή αυτή μου φάνηκε σα να είχα συλλογιστεί και γω το ίδιο. Όλη
μου η κούραση έφυγε μεμιάς κι όλος συγκίνηση έσκυψα και της φίλησα το
στόμα.

Την ίδια στιγμή καθότανε η Έλσα ανασηκωμένη εκεί.

Ο πόθος για κάτι νέο, κάτι ασυνήθιστο, κάτι που να έκοβε τη μονοτονία
του καθημερινού, έσμιγε τη στιγμή αυτή με την ανάμνηση του περασμένου
και μ' έναν τόνο, που δεν μπορούσε να του αντισταθή κανείς, φώναξε:

 — Θέλω να πάω εκεί· θέλω να πάω εκεί, Γιώργο.

Μα την ίδια στιγμή ένοιωσα τον εαυτό μου να γυρίζη στην
πραγματικότητα. Η ψυχική διάθεσή μου στο βάθος είταν ίσως ίδια με της
γυναικός μου, όμως ταυτόχρονα αιστανόμουνα εκείνο το παράξενο αίστημα
της απογοήτεψης, που περιμένει παντού, το αίστημα, που ορθώνεται μέσα
μας και μας χαλινώνει τα όνειρα στις πιο έντονες στιγμές της ζωής
μας. Τρόμαξα μπροστά στη δοκιμή αυτή να ξυπνήσουμε στη ζωή τη νιότη,
σα να φοβόμουνα πως αντίς τη νιότη θαπαντούσα κάποιον πόνο, που ήθελα
να τον αποφύγω με κάθε τρόπο.

Είμουνα τόσο βέβαιος για την απογοήτεψη, ώστε η αθώα πρόταση της
γυναικός μου, η μικρή εκδρομή στο νησάκι, όπου γνώριζα τον κάθε
κόλπο, το κάθε στενό, ως και τις πέτρες ακόμα στο βυθό του φιόρδ, μου
φάνηκε πως έκρυβε κάτι τόσο σοβαρό και κρίσιμο, ώστε να έπρεπε να το
συλλογιστώ καλά πριν λάβω μια τόσο βαρειά, μοιραία απόφαση.
Ταυτόχρονα όμως είδα πως η ιδέα αυτή γέμιζε τη γυναίκα μου με τόση
μαγεία, ώστε δεν μπορούσα να πω όχι. Γι' αυτό είπα ναι και την έσφιξα
στο στήθος μου για να κρύψω τη δυσθυμία μου.

Όταν όμως γυρίζαμε στο σπίτι, σ' όλην την ύπαρξη της Έλσας είτανε
χυμένο κάτι σα λάμψη νεανική. Δεν είχε νοήσει τίποτε από κείνο που
αιστανόμουνα πραγματικά. Σα να πίστευε πως βάδιζε προς κάποια μεγάλη
ευτυχία, τόσο έλαμπε η όψη της καθρεφτίζοντας το ζωντανό αίστημα, που
έδενε μαζί εκείνο που υπήρξε με κείνο που υπήρχε. Και μου πέρασε στην
ψυχή ένα τόσο θλιβερό συναίστημα με την ιδέα πως μπορούσε ναληθέψη η
προαίστησή μου, ώστε μου ήταν αδύνατο να κρατήσω τους στοχασμούς μου.

 — Είσαι βέβαιη πως θα είναι, όπως το περιμένεις; ρώτησα.

Έκαμε κίνηση σπασμωδική κ' η έκφραση του προσώπου της είτανε σχεδόν
πικρή, όταν απάντησε:

 — Γιατί θέλεις να μου τα καταστρέφης όλα;

 — Το κάνω αλήθεια;

 — Όχι, μα είμουν τώρα τόσο ευτυχισμένη.

Σώπασα και την έσυρα πιο κοντά μου. Εμπρός στην πίστη της λησμόνησα
το δισταγμό μου κ' η ασήμαντη εκδρομή μας πήρε στη φαντασία μας
σχήματα παράξενα, έτσι όπως όταν κοντινά νησιά υψώνουνται στον
ορίζοντα και λάμπουνε σε φως φανταστικό.

9

Τέλος μια Κυριακή πρωί καθόμαστε στο κατάστρωμα του βαποριού και
βιαζόμαστε να φτάσουμε κει που θέλαμε.

Είχαν περάσει πολλά χρόνια που δεν κάμαμε αυτόν το δρόμο, χρόνια που
φέρανε καλά και κακά, χρόνια που μας χωρίσανε και χρόνια που μας
ξανασμίξανε. Δρόμους ξεχωριστούς πήραν οι στοχασμοί μας, μα
συναπαντηθήκαν πάλι και δεμένοι σα μ' ένα παράξενο μυστικό αίστημα,
που ήθελε να προκαλέση τη μοίρα, καθόμαστε πλάγι πλάγι, ενώ μπροστά
μας περνούσαν οι τοποθεσίες αραδιαστές, φωτισμένες από τον ξάστερο
ανοιξιάτικο ήλιο, περιβρεγμένες από τα γαλανόλαμπο νερό, που ένας
αλαφρός άνεμος το έκανε να τρεμουλιάζη.

Η αντίστασή μου είχε χαθεί τώρα ολότελα.

Άφησα να με σέρνη χωρίς θέληση η γυναίκα μου και δεχόμουνα την κάθε
εντύπωση με μια συγκίνηση, σα να είμουνα δώδεκα χρόνια νεώτερος και
να καθόμουνα στο κατάστρωμα και να τραβούσα προς νέα άγνωστα τέρματα,
που μέλλανε ναλλάξουνε την καθημερινή ζωή μου και να δώσουνε σ' όλην
την ύπαρξη, νέες άποψες. Η γυναίκα μου μού φαινότανε ξανανιωμένη όπως
και γω. Το πρόσωπό της το χρωμάτιζε απαλή κοκκινάδα και τα μάτια της
φεγγοβολούσανε με τη λάμψη εκείνη που δίνει η ευτυχία. Η φωνή της
είχε τόνους αόριστης τρυφερότητας, που με χαδεύανε μ' όλη τη δύναμη
της χίμαιρας, που πλημμυρούσε και τους δυο μας, και μεταξύ μας
πετούσανε λόγια και χαμόγελα, βλέμματα και κινήματα, όπως γίνεται
μόνο στον πρώτον καιρό της αγάπης.

Κι όταν το βαπόρι μας έβγαλε τέλος στη στεριά, αφού σταθήκαμε μόνοι
στην αποβάθρα και βλέπαμε το πλοίο που έφευγε, πιαστήκαμε έπειτα μέση
με μέση και πήραμε αργά το δρόμο, που πήγαινε φιδωτός ανάμεσα σε
λεφτοκαριές και ψηλές ροζιάρικες βελανιδιές. Στα κλαδιά τους μόλις
φαινόταν ένα πράσινο ανοιξιάτικο χνούδι και τότε είδαμε πόσο λίγο
είταν προχωρημένη γύρω μας η βλάστηση. Η θάλασσα, που κρατεί σφιγμένο
στο κρύο της αγκάλιασμα όλο το σύμπλεγμα των βραχόνησων, τα ζώνει με
την ψύχρα των πάγων, που εμποδίζει την εργασία της άνοιξης. Εδώ δε
χλόιζε ο τόπος όπως μέσα στη στεριά, όπου λιβάδια και δάση φουντώνουν
γλήγορα, προφυλαγμένα όπως είναι από τη ζώνη των βραχόνησων, που
κρατεί μακριά τους βορεινούς ανέμους. Εδώ είταν ερημιά και κρύο, στα
κλαδιά των δέντρων φαινόντανε χλωμά ανοιχτοπράσινα σημάδια, που
λάμπανε σταχτεροκίτρινα, οι ιτιές είταν γεμάτες χνουδωτά ανθάκια, η
χλόη κρεμότανε κάτω από τα ξερόφυλλα κ' οι ανεμώνες, που μέσα στη
στεριά είτανε πια μαδημένες, εδώ ανθίζανε λευκογαλάζιες κάτω από τους
κλάδους των χαμηλών λεφτοκαριών.

Αυτή ίσια ίσια η αργή ανάπτυξη της φύσης πλημμυρούσε και τους δυο μας
με μια νέα ευτυχία, βυθισμένοι καθώς είμαστε στην ψυχική διάθεση
μας.«Βλέπεις, εδώ έρχεται αργότερα, όπως τότε»! — «Ξέρεις όσα
κάθουνται στα νησιά βλέπουνε δυο φορές την άνοιξη!»

Και κοιτάζαμε πέρα το πλατύ φιόρδ, που έζωνε όλην αυτή την
αργοπορημένη άνοιξη, και χαιρόμαστε τους γλάρους που πετούσαν όπως
μια φορά σε μακρουλά τόξα απάνω από το γαλανά νερό, χαιρόμαστε τα
λευκά φτερά τους, που γυαλίζανε στον ήλιο, και σταθήκαμε να δούμε το
παιγνίδι τους καλήτερα, καθώς βουτούσανε στον αέρα και φθάνανε στο
νερό, στο μέρος, όπου το άγρυπνο μάτι τους ξάνοιγε τη λεία.

Χέρι με χέρι, σα δυο παιδιά, ανεβήκαμε το λόφο και φτάσαμε σ' ένα
μικρό κόκκινο σπίτι και κοιταχτήκαμε, σα ναλλάζαμε αναμεταξύ μας
κάποιο μυστικό, όταν ο βαρκάρης, που μας περνούσε αντίπερα μια φορά,
βγήκε στην πόρτα και μας έταξε να μας φέρη στο νησί της νιότης μας.

Σιωπηλοί περάσαμε το γαλανό νερό. Χωρίς ναλλάξουμε λέξη, γεμάτοι από
την παράξενη διάθεση, που κυρίευε και τους δυο μας και που φαινότανε
πως μεγαλώνει με κάθε νέα τοποθεσία που μας ανοιγότανε, καθόμαστε
χεροπιασμένοι κι αφίναμε να μας πλημμυρίζουν οι ανάμνησες, ξέροντας
καλά πως ο ένας γνώριζε ό,τι συλλογιζόταν ο άλλος. Ποτέ δε μας φάνηκε
αυτό το πέρασμα τόσο λαμπρό, ποτέ δεν είχαμε δει όπως τώρα τη
μαγευτική μεγαλοπρέπεια του μεσημεριανού ήλιου, ποτέ το φεγγοβόλημα
του νερού και της πυκνόφυλλης ακροθαλασσιάς δεν είχε σμίξει τόσο
μελωδικά με το σοβαρό βάθος του σκοτεινού δάσους των ελατιών. Κι όταν
πλησιάσαμε στο νησάκι, νομίζαμε πως κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε
θάμνο μεγαλώνανε όχι από το πλησίασμα, μα από την ανάμνησή μας, που
είχε φυλάξει πιστότερα από την πραγματικότητα την τοποθεσία αυτή, απ'
όπου βλάστησε για μας η ευτυχία όλης της ζωής.

Όταν όμως φτάσαμε στη στεριά, σταματήσαμε κ' οι δυο και το ξεφωνητό
της μαγείας, που έτρεμε στα χείλη της Έλσας, πάγωσε. Άφωνοι κοιτάξαμε
ο ένας τον άλλον και σα στενοχωρημένοι από κάτι νέο, ανέλπιστο, που
δε θέλαμε ούτε να το δούμε καν ή να το γνωρίσουμε, προχωρήσαμε αργά
στο στενό μονοπάτι.

Εκείνο που παρατηρήσαμε είταν πως το σπιτάκι του νησιού δεν είτανε
τώρα πια σταχτί. Είτανε χρωματισμένο κόκκινο. Δεν είταν πια το πλατύ
δίπατο χτίριο, μα ένα χαμηλό σπιτάκι στη μεριά, όπου έστεκε μια φορά
η πρώτη κατοικιά μας. Φαινότανε σα να είχε μαζευτεί στην παλιά θέση,
σα να το είχε κάμει η φτώχεια κ' η ανάγκη να μικρύνη τόσο. Σταθήκαμε
μια στιγμή σιωπηλοί, σα να χρειαζόμαστε να πάρουμε την αναπνοή μας.

 — Γιώργο, είπε η Έλσα, τι είναι τούτο;

Μου έφτασε να δείξω μόνο τις παλιές βελανιδιές, που είταν ολόγυρα. Τα
κλαδιά τους είχανε μαύρα σημάδια κ' η φλούδα τους είτανε καψαλισμένη.
Της έδειξα τα θεμέλια, τα μαυρισμένα από την καπνιά, το μικρόν κήπο
που είχε παραμεληθεί κ' ένα σωρό μαδέρια έξω στην αυλή. Είτανε
καμένα, σαπισμένα και φαγωμένα. Αυτό είταν όλο που έμενε από την
πρώτη μας κατοικία.

 — Θάπιασε φωτιά, είπα.

Κ' η φωνή μου έτρεμε.

 — Καμένο μέρος.

Σα να νοιώθαμε κ' οι δυο τον εαυτό μας αχώριστο από το μέρος αυτό,
που είχαμε χρόνια να το δούμε, μας κινήθηκε η περιέργεια να μάθουμε
τι έτρεξε, τι έγινε κι άλλαξε το νησί της ευτυχίας μας τόσο, ώστε να
μας καταντήση αγνώριστο.

Η νέα αυτή περιέργεια σκόρπισε σχεδόν όλον τον κόσμο των ονείρων, που
μας έδενε ως τώρα, και πλάτυνε τον κύκλο της αίστησής μας τόσο, ώστε
να περικλείση και τη ζωή εκείνων, που είχανε ζήσει κ' εργαστεί και
υποφέρει σ' αυτό το μέρος και που ο καιρός που πέρασε τους άλλαξε
τόσο σκληρά, ώστε να μην τους χρυσώνουν πια ευτυχισμένα όνειρα την
τραχειά πραγματικότητα.

Κ' ενώ γυρίσαμε τη σκέψη μας στους ανθρώπους αυτούς, που πρωτήτερα
τους θεωρούσαμε μόνο σαν αναγκαίο συμπλήρωμα της δικής μας χαράς,
άνοιξε η πόρτα του σπιτιού και στη λάμψη του ηλιού, που έπεφτε στη
σκάλα, παρουσιάστηκε μια καμπουριασμένη γειτόνισσα και μας κοίταξε μ'
ένα χαμόγελο, που έδειχνε πως μας γνώρισε. Φαινότανε τόσο γερασμένη,
που έμοιαζε σα να βγήκε από κάποιο παραμύθι, ακκουμπούσε σ' ένα ραβδί
και τα σουρωμένο πρόσωπό της ζάρωνε ακόμα περσότερο από τον πόνο,
όταν κινούσε το αρθριτικό κορμί της.

 — Αλλοιώς το αφήσανε κι αλλοιώς το βρίσκουνε ταφεντικά..., είπε η
γερόντισσα.

Κ' ενώ αυτή προχωρούσε με κόπο, παρουσιάστηκε από πίσω ένας γέρος,
ήρθε, μας χαιρέτησε κι αυτός, έτριψε τα χέρια, έβηξε και μουρμούρισε
ακατανόητα λόγια, κάνοντας θέση στους δύο ξένους να περάσουν το
κατώφλι.

Από μια βεράντα μισοτελειωμένη είδαμε όξω το φιόρδ και το στενό του
καιρού της νιότης μας. Ο κήπος είταν παραμελημένος όπως κι όλο το
καινούριο σπίτι, η χλόη έπνιγε τους δρόμους, όπου περπατούσαμε μια
φορά, και στο κιόσκι κάτω στην ακρογιαλιά σαπίζανε τραπέζια και
καθίσματα, γιατί κανένας δε διόρθωνε ό,τι χαλούσε η βροχή κι ο
άνεμος.

Χωρίς να χρειαστή να τους ρωτήσουμε, μας διηγηθήκανε οι δυο γέροι πως
τους έτρεξε το κακό. Η γυναίκα διηγότανε κι ο άντρας βεβαίωνε
ξαναλέγοντας τα λόγια της. Και το κακό είχε ρθει τόσο δόλια και
ξαφνικά, ώστε να μην μπορέση να του αντισταθή κανείς ούτε να μπορέση
να δώση κανείς βοήθεια.

Η πυρκαϊά έπιασε μιαν ανοιξιάτικη μέρα το Μάρτη, μια μέρα που φυσούσε
ο βοριάς ψυχρός κι ο πάγος ανάμεσα στα νησιά ούτ' έσπαζε ούτε
βαστούσε να περάσουν απάνω του. Γι' αυτό οι γειτόνοι στέκανε και
κοιτάζανε χωρίς να μπορούνε ναρθούνε να βοηθήσουν. Μόνοι τους οι δυο
γέροι γλυτώσανε ό,τι μπορέσαν κ' έπειτα στέκανε και κείνοι και
κοιτάζανε να καίεται ό,τι είχαν, δίχως να μπορούνε να κάμουν τίποτε.

Με τις τελευταίες σπίθες που σβηστήκανε στη στάχτη, έσβησε και σ'
αυτούς η τελευταία ελπίδα πως θα μπορούσανε να περάσουν άνετα τα
γερατιά τους. Μια μόνο έφτασε να σαρώση όλα όσα μαζευτήκανε σε
χρόνια.

Σα χτυπημένοι από την ίδια μοίρα καθόνταν εκεί εκείνοι οι δυο, που
λίγες στιγμές προτήτερα αιστανόνταν τον εαυτό τους ξανανιωμένον, κι
ακούγανε τα βαρειά, τα λίγα λόγια των γερόντων, που τους ερήμωσε το
σπίτι η πυρκαϊά. Ακριβώς το συγκινητικά συνηθισμένο της ιστορίας
αυτής με τις διάφορες ασήμαντες λεπτομέρειες κατασύντριψε τους
ξένους· γύμνωσε τα όνειρά μας από τη λαμπράδα της χίμαιρας και μας
πλημμύρισε με σιωπηλή μελαγχολία. Μας φαινότανε πως ενώ εμείς δε
γνωρίζαμε τίποτε, πως ενώ ζούσαμε τη ζωή μας και φανταζόμαστε πως
είμαστε ευτυχισμένοι, εδώ έξω στο νησάκι καιγότανε και χανόταν κάτι
από κείνον το θησαυρό της ζωής, που είχαμε μαζέψει και τονέ νομίζαμε
καλά φυλαγμένον.

Η Έλσα είχε το συναίστημα πως σ' αυτήν την πυρκαϊά έχασε κείνη
περσότερα από τους δυο γέρους. Γιατί ποια σημασία είχαν τα έπιπλα, τα
φορέματα, τα πράματα; Ποια σημασία είχε αν δυο ερειπωμένοι άνθρωποι,
που η ζωή τους κόντευε να τελειώση, καθόνταν εδώ και θλιβόντανε για
την αντίθεση μεταξύ χτες και σήμερα, μιαν αντίθεση που καταντούσε
ασήμαντη όσο η αλλοτινή ευημερία είτανε τόσο μικρή; Ποια σημασία
είχαν όλ' αυτά εμπρός στο πως αυτή δεν έμελλε να ξαναδή ποτέ το νησί
της νιότης της, όπως το είδε μια φορά;

Έτσι αιστανότανε και γύρισε και με κοίταξε και δεν μπορούσα να της
δώσω καμιά παρηγοριά. Γιατί στοχαζόμουνα πόσο κακά έκαμα να μην
ακούσω τη φωνή της προαίστησής μου και να λυτρώσω και τους δυο μας
από το να δούμε τα ερείπια της ευτυχίας μας. Μα δεν είχα την καρδιά
να το πω κι άρπαξα το μπράτσο της και προχωρήσαμε στο νησί μακρήτερα.

Έγινε με μας όπως με τα παιδιά του παραμυθιού, που πλανηθήκανε καιρό
στη μαγική χώρα κι άμα γυρίσανε στον τόπο τους, βρήκανε πως ο καιρός
βιάστηκε και γέρασε και κούρασε τους ανθρώπους γύρω τους. Άφωνοι κι
ονειρεμένοι καθήσαμε στην ακρογιαλιά και κοιτάζαμε το φιόρδ. Εκεί
μένανε όλα όπως είταν και κει που καθόμαστε λησμονήσαμε το καινούριο
σπίτι και την καταστροφή που έγινε πίσω μας. Θυμόμαστε μόνο πως
κατοικούσαμε τρία χρόνια σ' αυτόν τον κόλπο, κάθε νέο καλοκαίρι σε
νέα θέση. Και μ' ένα είδος πόθου να ξακολουθήσουμε ό,τι αρχίσαμε,
αποφασίσαμε να περάσουμε αντίπερα, στην κατοικία του δεύτερου
καλοκαιριού, σ' ένα κόκκινο σπιτάκι, που το θυμόμαστε στην άκρη του
δάσους, σ' ένα μικρό λιβάδι, όπου αποκοιμίζαμε το πρώτο μας παιδί
μέσα σ' ένα λευκό πλεχτό καροτσάκι κάτω από το γαλάζιο σκέπασμα.

Περάσαμε τώρα εκεί με τη βάρκα και ξέραμε πως θα βρούμε μια έρημη
ακρογιαλιά. Είχαμε μάθει πως ο καιρός σάρωσε και δω κάθε σημάδι από
ό,τι υπήρχε μια φορά και τάλλαξε όλα.

Στο μικρό ακρωτήριο, όπου βγήκαμε, κατοικούσε δω και μερικά χρόνια
ένας γέρος ψαράς με τη γυναίκα του. Μια χειμωνιάτικη νύχτα, που το
χιόνι στοιβαζότανε γύρω στην καλύβα, πέθανε η γυναίκα κι όταν μια
μέρα σήμανε η ώρα και για το γέροντα, τα παιδιά κληρονομήσανε τα δυο
σπιτάκια στην άκρη του δάσους, τη βάρκα και το ψαράδικο καλύβι κάτω
στη θάλασσα.

Μα στα βραχόνησα υπάρχουν κάποιες ιστορίες και μια από αυτές είναι κ'
η ιστορία των μικρών κόκκινων σπιτιών στην άκρη του δάσους. Όταν
περάσανε τα πενήντα χρόνια, για όσο διάστημα είχαν αγοράσει τον τόπο
οι γέροι μια φορά, ήρθε ο χωρικός που τον είχε ιδιοχτησία και τον
ξαναπήρε. Έδιωξε τους νέους κατόχους αποκεί. Και για αυτό
γκρεμιστήκανε τα σπίτια, σηκωθήκανε τα ξύλα και το χωράφι, που
φυτευότανε πρωτήτερα πατάτες, γέμισε αγριόχορτα κι αγκάθια και το
μέρος φαινότανε και δω σα να το ρήμαξε η φωτιά.

Οι δυο ξένοι, που ζητούσανε τα χνάρια της νεανικής τους ευτυχίας,
βρεθήκανε και δω μπροστά σ' ερείπια. Είτανε σα να τους κυνηγούσανε
παντού χαλάσματα. Και κυριεμένη από μια ανησυχαστική αγωνία η Έλσα
άφησε το μπράτσο μου. Ανέβηκε το λόφο, το γεμάτο ξερόκλαδα, κ' έφτασε
σ' ένα φράχτη που του έλειπε η πόρτα και στους πάλους απομένανε δυο
σκουριασμένα, στραβωμένα σίδερα.

Εδώ ακκούμπησε τα χέρια στο φράχτη κι αφίνοντας ελεύτερο το δρόμο στα
ευκολοάλλαχτα αιστήματα, που της πλημμυρούσαν την ψυχή, ξέσπασε σ'
ένα σφοδρό κλάμα, σε λυγμούς, σα να σωριάστηκε στην κεφαλή της όλη η
δυστυχία της ζωής. Μου έσπρωξε το χέρι όταν έκαμα να τη χαδέψω κ'
έκλαιγε τόση ώρα, ώστε άρχισα να χάνω την υπομονή και τη βίασα να
φύγουμε για να μη φτάσουμε αργά στο βαπόρι.

Δε μ' άκουε, αγκάλιασε τον ώμο μου κ' είπε:

 — Έχεις δίκιο, δεν έπρεπε ναρθούμε.

Κι ομολόγησε πως λογάριαζε καιρό την εκδρομή αυτή, πως την επιθυμούσε
χρόνια, πως τυχαία, δεν ήξερε κ' η ίδια πώς, της ήρθε η ιδέα πως
έπρεπε να γίνη τώρα, τώρα αμέσως. Σταπόκρυφά της όνειρα η ιδέα της
εκδρομής αυτής είχε δεθεί τόσο παράξενα με την ιδέα ολάκερης της
ευτυχίας μας. Της φαινότανε σα να έπρεπε να κάνουμε την εκδρομή αυτή,
σα να μην μπορούσε να βεβαιωθή πράγματι για την ευτυχία της πριν
ξαναδή αυτό το μέρος, έτσι όπως το είδε μια φορά κι όπως το έβλεπε
πάντα στα όνειρά της. Είπε πως είχε σκοπό, άμα θαρχόμαστε μαζί εδώ
έξω, να με παρακαλέση ναρθούμε να κατοικήσουμε άλλο ένα καλοκαίρι. Κ'
ήξερε πως δε θα μπορούσα να της το αρνηθώ. Μα τώρα που δεν έμενε πια
τίποτε, τίποτε απ' όλα εκείνα που είτανε μια φορά δικά της, τώρα της
φαινότανε πως κόπηκε ο κρίκος που την έδενε με τη ζωή την ίδια.

Έμεινα άφωνος εμπρός στο απελπισμένο ξέσπασμά της κ' εννοούσα μόνο
πως είχα να κάνω με μια από κείνες τις φαντασιοπληξίες ή τα όνειρα,
που για έναν άνθρωπο με έντονη συναισθηματική ζωή έχουν μεγαλήτερη
σπουδαιότητα παρότι η ίδια η ζωή. Όσο για μένα, αιστάνθηκα βέβαια και
γω συγκίνηση, τόσο από τις ενθύμησες που μου ξυπνούσαν αυτά τα μέρη,
όσο κι από την καταστροφή που έγινε κει. Μα ούτε σκέφτηκα διόλου να
συνδέσω την ερήμωση αυτή με ό,τι μου είταν αγαπημένο και σημαντικό.
Κ' έμεινα σαστισμένος εμπρός σ' αυτό το ξέσπασμα του πόνου.

Δοκίμασα να το ησυχάσω με τα συνηθισμένα μέσα, που ησυχάζει ο άντρας
το γυναίκιον πόνο. Με χάδια. Μα η Έλσα μου έσπρωξε το χέρι, γιατί
είδε πως ο μαλακός μου τρόπος έκρυβε μια παρηγοριά, που την
περιφρονούσε. Ήθελε μόνο συμπάθεια. Το πρόσωπό της πήρε σιωπηλή,
απλησίαστη έκφραση, σα να είχε υποτάξει όλο της το είναι στη
φαντασία, που την κυρίευε και που δεν ήθελε ναφήση να της την ταράξη
κανένας.

Κοίταξε τα ρημαγμένο μέρος γύρω της κ' ενώ η ματιά της γέμισε
συμπόνεση, είπε:

 — Δυστυχισμένοι άνθρωποι!

Η δική της απογοήτεψη άλλαξε πάλι σε συμπόνεση για τη δυστυχία άλλων
ανθρώπων, τη δυστυχία που μαρτυρούσε αυτός ο ρημαγμένος τόπος.
Ξανακάθησε χάμω και ρίξαμε τα μάτια γύρω στο μικρό λόφο εκεί στην
άκρη του δάσους, που μας έφερνε στην ανάμνηση την ξένοιαστη γαλήνη
ενός ολάκερου καλοκαιριού. Αρχίσαμε να μιλούμε. Και δοκιμάσαμε να
παραστήσουμε στο νου μας τη σκηνή που προηγήθηκε από την ερήμωση
αυτή. Ο χωρικός, που είχε ιδιοχτησία του τον τόπο, ήρθε στα παιδιά,
που κληρονομήσανε το σπίτι. Τους είπε μια και καλή πως τέλειωσε η
προθεσμία. Περάσανε τα πενήντα χρόνια κ' έπρεπε να γκρεμιστούν τα
σπίτια. Ήθελε πάλι τον τόπο του. Ολοφάνερα δεν είχε από αυτό καμιά
ωφέλεια, θα είταν ίσως καλήτερα γι' αυτόν αν πουλούσε τον τόπο γι'
άλλα τόσα χρόνια ακόμα. Μα είδε πως οι άλλοι νοικιάζανε το καλοκαίρι
το ένα σπίτι. Το εισόδημα αυτό του κίνησε το φτόνο και του καρφώθηκε
στο νου η επίμονη ιδέα πως δεν έπρεπε να κατοική κανείς εδώ. Ο τόπος
έπρεπε νανήκη σ' αυτόν και σε κανέναν άλλον.

Κ' έτσι τα παιδιά, που κατοικούσαν εδώ, έπρεπε να γκρεμίσουν τα
σπίτια τους και να φέρουν τα υλικά σ' άλλο νησί, όπου κάποιος
πλούσιος συγκινήθηκε και τους έδωσε τόπο να χτίσουνε νέα σπίτια. Μα
όταν είχε φορτωθεί κ' η τελευταία βάρκα κ' είταν έτοιμη να φύγη,
έπιασε και το νέον η μανία και με το δικαίωμα, που είχε κι αυτός,
άρπαξε το πελέκι. Έκοψε τα δέντρα, ξερρίζωσε τους θάμνους, έβγαλε την
πόρτα του φράχτη και την έρριξε απάνω στη βάρκα. Κι αφού κύλησε τις
πέτρες της σκάλας στη θάλασσα και κατάστρεψε έτσι και την αποβάθρα,
έφυγε από το νησί ευχαριστημένος πως ο εχτρός του δεν είχε να κερδίση
τίποτε.

Γι' αυτά μιλούσαμε, όμως όλη την ώρα η δική μας απογοήτεψη παραφύλαγε
πίσω από τα λόγια μας κ' η Έλσα έτρεμε.

 — Είμαστε μεις που σέρνουμε μαζί μας τη δυστυχία; ρώτησε.

Χαμογέλασα. Ο λόγος της μου φάνηκε υπερβολικός.

 — Πάμε στο τρίτο νησί. Εκεί ξέρουμε πως όλα είναι όπως είτανε, είπα.

Μα η Έλσα κούνησε το κεφάλι και σηκώθηκε απότομα:

 — Πάμε από το δάσος, απ' τον παλιό δρόμο.

Και χωρίς να περιμένη την απόκρισή μου, τράβηξε μπροστά. Φαινότανε σα
να της ξαναήρθε η προτητερινή ζωηρότητα, σα να τίναξε από πάνω της
όλο το βάρος της ξένης λύπης, καθετί που ίσκιωνε το μέρος αυτό των
παλιών θυμητικών μας και μας κυνηγούσε ολάκερη την αλλόκοτη αυτή μέρα
με όλη τη θλίψη και τη δυστυχία του κόσμου. Μ' έφερε ίσια στο δάσος
σ' ένα στενό μονοπάτι, όπου τα έλατα σμίγανε τους κλάδους τους απάνω
από τα κεφάλια μας. Ο δρόμος είτανε μαλακός κ' ευκολοπάτητος. Τριγύρω
μας ο ήλιος έτρεμε απάνω στα υγρά μούσκλα, στα κλαδιά και στους
κορμούς. Τα μονοπάτι έβγαινε κάτω σ' ένα μικρόν κόλπο, που έκοβε τα
δάσος εμπρός σ' έναν απότομο βράχο, και στην ακρογιαλιά, όπου είταν
αριά τα δέντρα, ο ήλιος έπεφτε πλατιά απάνω στο γυμνό, ανοιχτό και
μόλις χλοϊσμένο έδαφος.

Εδώ σταμάτησε η Έλσα κι άρχισε να ψάχνη στους κορμούς των δέντρων. Κι
όταν την είδα να γυρεύη κάτι εκεί, ξύπνησε μέσα μου και μένα κάποια
θύμηση κοιμισμένη πολύν καιρό, τόσο ώστε μόλις μου ήρθε μια φορά στο
νου στο διάστημα έντεκα χρόνων.

Είταν ένα βράδι, τότε που κατοικούσαμε σε κείνο το σπιτάκι που τώρα
γκρεμίστηκε, ένα αυγουστιάτικο βράδι. Είχαμε ρθει εδώ από το ίδιο
μονοπάτι, ναποχαιρετίσουμε ένα ωραίο καλοκαίρι. Κ' η Έλσα έβγαλε από
το φόρεμά της μια μαύρη καρφίτσα και την έμπηξε στον κορμό ενός
ελάτου.

 — Να δούμε αν θα είναι δω όταν ξαναέρθουμε είπε.

Η ανάμνηση αυτή σκίρτησε μέσα στην ψυχή μου και με μελαγχόλησε.
Άξαφνα είδα τη γυναίκα μου να τρέχη μ' ανάλαφρη κραυγή σ' ένα μικρό
έλατο. Από τη φλούδα του έβγαλε μια σκουριασμένη καρφίτσα κ' έτρεξε
και μ' αγκάλιασε και με φίλησε και δάκρυζε από ευτυχία.

Προσεχτικά την έμπηξε πάλι στον κορμό του δέντρου. Γιατί δεν της
βαστούσε η καρδιά να την πάρη μαζί της. Ίσως να είχε κάποιον
προληπτικό φόβο να την αγγίση. Μα από την ώρα που τη βρήκε, η θλιβερή
εντύπωση από τη δική μας απογοήτεψη κι από τη δυστυχία των άλλων
χάθηκε, σβήστηκε κι από τους δυο μας. Και σα να μας είταν αυτό το
περιστατικό παρηγορητικός χαιρετισμός μιας αγαθής μοίρας, περάσαμε
ευτυχισμένοι τώρα απάνω από τα ερείπια της πυρκαϊάς, που δε μας άφησε
άλλο τίποτε παρά μια παλιά, σκουριασμένη καρφίτσα, που είτανε τόσο
καλά κρυμένη, ώστε δεν μπόρεσε να την πάρη κανείς.

10

Πόσες φορές συλλογίστηκα την εκδρομή αυτή, πόσες φορές από τότε μου
παρουσιάστηκε σα σύμβολο όλης της ζωής μας!

Τότε όμως αυτό το περιστατικό μας έκαμε άλλη εντύπωση, παρότι μου
κάνει τώρα η ανάμνησή του. Τότε μας έκαμε να πάμε και στο μέρος, που
κατοικήσαμε για τρίτη φορά το καλοκαίρι, και να νοικιάσουμε για
δεύτερη φορά το σπίτι, που η γυναίκα μου δεν ήθελε να το δη στην
αρχή. Και χαρούμενοι τραβήξαμε όξω στο μέρος, που μας έδενε μαζί του
μια σκουριασμένη καρφίτσα, που δεν την πήρε κανείς.

Δίχως σύννεφα, που να κρύβουνε τον ήλιο, στέκει εμπρός μου το
καλοκαίρι, που ακολούθησε την ανοιξιάτικη αυτή εκδρομή. Με ποια όρεξη
εργαζόμουνα και πώς προχωρούσε η εργασία εύκολα. Ήσυχα και χωρίς κόπο
στοιβαζόντανε τα φύλλα και σχηματίζανε το βιβλίο, που θα έβγαινε το
χινόπωρο, και συχνά περίμενε το φαγητό στο τραπέζι, όταν συρτωνόταν η
πόρτα κ' η Έλσα κάθιζε ν' ακούση να της διαβάσω τις σελίδες, που
γραφήκανε ως τα μεσημέρι. Γαλήνια κ' ευτυχισμένη καθόταν εκεί και
χαιρότανε που ο όγκος του χειρόγραφου μεγάλωνε κάθε μέρα. Γιατί
γνώριζε καλά ποιος έδινε ζωή στην εργασία. Γνώριζε πως όσα έγραφα
εκεί για τους ανθρώπους βλασταίνανε από τις μακριές ομιλίες μεταξύ
μας κ' είταν ευχαριστημένη που την ονόμαζα ζωντανό σημειωματάρι μου,
σημειωματάρι που βαστούσε ασφαλέστερα παρά κάθε γραφή τους στοχασμούς
μου και μου τους ξαναέδινε δροσερούς και ξανανιωμένους. Γιατί όταν
τους αντλούσα από την πιστή μνήμη, που τους φύλαγε καλήτερα παρότι
εγώ, τους ξανάβλεπα με το μεγεθυντικό φακό της αγάπης, με το φακό που
έβλεπε κείνη όλα σα αφορούσαν αυτή και με και προπαντός την εργασία
μου. Για τούτο, όταν της διάβαζα ό,τι είχα γράψει, είχα το συναίστημα
πως όσα είχαμε δει μαζί σε οράματα κερδίζανε τώρα με τη γραπτή μορφή
τους. Αιστανότανε μιαν ήρεμη, παράξενη μητρική χαρά εκεί που
ακολουθούσε τη γεννητική ανάπτυξη των πνευματικών αυτών τέκνων μου κι
όμως τα ζηλοτυπούσε, γιατί νόμιζε πως γεμίζουνε τη σκέψη μου σε βαθμό
που να παραμερίζουν εκεί μέσα αυτή την ίδια, το σπίτι, τα παιδιά κι
όλα όσα έδινε η ζωή. Ναι, δεν πιστεύω να μπορούσε και να υποψιαστή
ακόμα πόσο αυτή η συνδημιουργία μαζί της μου είτανε πολυτιμότερη από
τη δημιουργία την ίδια.

Όσο και να φαίνεται παιδιάστικο, είναι ωστόσο αλήθεια πως τίποτε άλλο
δε με κέντρισε ποτέ περσσότερο σε πνευματική δράση, όσο όταν από την
έκφραση του προσώπου της, που δεν μπορούσε να κρύψη ποτέ το στοχασμό
του, εννοούσα πως μου πέτυχε το έργο που έγραψα και πως είταν
ευχαριστημένη. Εκεί που έγραφα, συλλογιζόμουνα πως θα της το διαβάσω
κ' η ιδέα αυτή σκορπούσε τις χίλιες φαντασιοπληξίες, που έρχουνται
απροσκάλεστες και θέλουνε να εμποδίσουνε την πέννα να προχωρήση. Μα
όταν τέλειωνε το διάβασμα κ' ερχόμαστε στην τραπεζαρία, γελούσαμε κ'
οι δυο αν είχε κρυώσει τα ψάρι και τα παιδιά κακοπλυμένα, ηλιοκαμένα
και ξυπόλυτα κάθονταν εκεί και περιμένανε πεινασμένα.

 — Περιμέναμε τόση ώρα εδώ, μουρμούριζε ο Ούλοφ. Πού είσαστε;

 — Διαβάζαμε το βιβλίο του πατέρα, απαντούσε η μαμά.

 — Δεν μπορούσατε να περιμείνετε να φάμε πρώτα;

 — Όχι, δεν μπορούσαμε.

 — Θα είναι αστείο βιβλίο, έλεγε ο Ούλοφ.

Μα ο Σβάντε, που δεν ήξερε να συλλαβίση ακόμα, έπαιρνε στην προστασία
του το άγνωστο βιβλίο του πατέρα και, όπως πάντα, έμπαινε η μητέρα
στη μέση κ' ησύχαζε τα ταραγμένα νερά.

Τι καλοκαίρι όμως είταν εκείνο! Τι θαυμαστό καλοκαίρι, όλο διάθεση
για εργασία, δροσερούς ανέμους, καθαρό ήλιο και θερμές
φεγγαροφώτιστες βραδιές! Μας μένει στην ανάμνηση σα μια μόνη
ηλιοπλημμυρισμένη μέρα. Θυμούμαι τους φίλους που αράζανε στην
αποβάθρα μας με τα κότερά τους, θυμούμαι τις εκδρομές με τα κοφινάκια
με το φαγί στους δροσερούς ανέμους, τα λουτρά στην ανοιχτή θάλασσα,
όπου έμαθε ο Ούλοφ να κολυμπά κι ο Σβάντε κυλιότανε στον άμμο.
Θυμούμαι τις γιορτές με τις γιρλάντες τάνθη, τους στίχους, τις
φράουλες και το κρασί, τους μακρινούς ήσυχους περίπατους στο δάσος
των ελατιών, που ανοιγότανε σ' ένα ηλιοφωτισμένο φιόρδ και θυμούμαι
το βαρκάρη, που μας συνόδευε στις θαλασσινές εκδρομές και το πρόσωπό
του με τα ψαρά γένια γελούσε μ' όλους μας.

Τι σύντομο που είταν αυτό το καλοκαίρι και πόσο γλήγορα ήρθε ο
χειμώνας! Με ποια μελαγχολία παρακολουθούσαμε τις αλλαγές της φύσης,
πώς θεριζόντανε τα λιβάδια με τα λαμπρά άνθη τους, πώς κιτρινίζαν τα
σπαρτά και τα καλάμια ψηλώνανε και φουντώνανε στο γιαλό και
σχηματίζαν ένα πυκνό πράσινο δάσος με μενεξεδένιες κορυφές εκεί που
πριν έσπαζε το κύμα παιγνιδιστό απάνω στις πέτρες.

Κι όταν τέλος πλησίαζε η μέρα να φύγουμε, πώς πηγαίναμε να δούμε
τελευταία φορά όλα ταγαπημένα μέρη! Ανεβαίναμε στα βουναλάκι με την
πλατειά θέα, πηγαίναμε κ' ερχόμαστε στο μονοπάτι του δάσους, ιδίως
όταν σκοτείνιαζε και τάστρα λάμπανε ανάμεσα από τα κλαδιά των
ελατιών. Μας χρειάστηκε σχεδόν μια βδομάδα για τον αποχαιρετισμό.

Πήραμε μαζί τα παιδιά και κάναμε το γύρο του νησιού με τη βάρκα και
μιλούσαμε για το βιβλίο μας, που είταν έτοιμο και θα έβγαινε το
χινόπωρο. Ώρες πολλές μπορούσαμε να περπατούμε στο στενό μονοπάτι,
που έφερνε από το κοκκινοβαμένο σπίτι μας κάτω στην ακρογιαλιά και
κάθε βράδι μέναμε στην αποβάθρα πολλή ώρα κι ακούγαμε το θόρυβο των
κυμάτων, που τώρα αχούσε ησυχότερος παρότι την ανήσυχη άνοιξη, μα και
τραχήτερος μαζί.

Το τελευταίο όμως βράδι, όταν το αυγουστιάτικο φεγγάρι έπαιρνε να
χαθή πια, κατεβήκαμε μόνοι μας στο ακρογιάλι και μπήκαμε στη βάρκα.

Με το νυχτερινό αεράκι ανοιχτήκαμε όξω από το μαύρον κόλπο, όπου το
χλωμό μισοφέγγαρο άπλωνε αστραφτερές γραμμές και τριγύρω τα δέντρα
στέκανε τόσο σκοτεινά και παράξενα, παίρνοντας σχήματα διαφορετικά
από κείνα που τους έδινε το φως της μέρας. Πλέαμε σα σε μαγική
τοποθεσία κι ακούγαμε να σπάζουν αλαφρά τα κύματα στα πλευρά της
βάρκας. Και χωρίς να πούμε τίποτε, χωρίς να το είχαμε συμφωνήσει από
πριν, γύρισα τη βάρκα έτσι ώστε στρήψαμε στους βράχους και βγήκαμε
στο ακρογιάλι του άλλου κόλπου. Πιαστήκαμε χέρι με χέρι και τραβήξαμε
στον παλιό δρόμο, που έφερνε στον ψηλόν έλατο, που στη φλούδα του
είτανε μπηγμένη η σκουριασμένη καρφίτσα. Δε χρειαζότανε να ψάξουμε να
βρούμε το δέντρο, γιατί το καλοκαίρι είχαμε ρθει συχνά κ' είχαμε φόβο
πως θα πήγαινε κανένας να πειράξη το πραματάκι, που είτανε τόσο καλά
κρυμένο και το θαρρούσαμε σα σφραγίδα της αμέτρητης ευτυχίας μας,
μιας ευτυχίας, που μια στιγμή φάνηκε πως χάθηκε, όμως ξαναήρθε.

Μα καθώς στεκόμαστε βυθισμένοι στους στοχασμούς μας και κοιτάζαμε το
φως του φεγγαριού να σβήνη στη σκοτεινιά του δάσους, η γυναίκα μου
είπε:

 — Δε θέλω να την αφήσω εδώ. Ήθελα να την πάρω μαζί μου.

Την έβγαλε προσεχτικά και την κάρφωσε στο φόρεμά της.

 — Μπορεί να μην ξαναγυρίσω εδώ και δε θέλω να τη βρης εσύ κατόπι.

Έπειτα όταν ξαναπλέαμε όξω με το νυχτερινό αεράκι, μου πλημμύρισε την
ψυχή με άρρωστη θλίψη μια προαίστηση, μια προαίστηση εκείνου, που δεν
πίστευα πως θα γίνη ποτέ. Κοίταζα προς το μέρος της βάρκας εκεί που
είτανε καθισμένη η Έλσα. Μου φάνηκε πως το μέρος είταν άδειο και πως
έπλεα μόνος σε ασάλευτα νερά, που είχαν όψη αλλιώτικη από κείνη που
τους δίνει το ημερινό φως. Καθόμουνα εκεί κυριεμένος τόσο από το
αίστημα αυτό, ώστε λησμόνησα πως δεν είμουνα μόνος κι όταν άκουσα τη
φωνή της γυναικός μου, ταράχτηκα, σα να ξύπνησα σε μια νέα
πραγματικότητα. Μιλούσε σιγά σα να μιλούσε με τον εαυτό της και στην
αρχή άκουγα τα λόγια χωρίς να τα εννοώ.

Συλλογίστηκα συχνά, έλεγε, πως υπάρχουν άνθρωποι, που τους χρειάζεται
να πιστεύουνε σε κάτι, και πως τους αδικεί κανείς όταν τους παίρνει
την πίστη τους. Είμαι ευτυχισμένη και πιστεύω ό,τι πιστεύεις και συ.
Δε θέλω να κάνω τίποτε που δε σου αρέσει, ούτε να πιστεύω κάτι που
δεν το ξέρεις. Μα δεν μπορώ να μην πιστεύω στο θεό. Σου κακοφαίνεται
πολύ γι' αυτό;

Αν μου το έλεγε αυτό η γυναίκα μου στα πρώτα χρόνια της νιότης μας θα
είμουνα έτοιμος να συζητήσω και να χτυπήσω με όλα τα μέσα μια τέτοια
πίστη, που η νηφάλια τάση της εποχής με είχε μάθει να την αντικρύζω
σχεδόν με περιφρόνηση. Τα χρόνια, που με κάνανε γεροντότερο, δε μου
δώσανε βέβαια την πίστη, όμως μου πήρανε την όρεξη να θέλω να
προσηλυτίσω άλλους, ούτε και τη γυναίκα μου την ίδια. Εκείνο που
πίστευα δεν είταν κάτι σταθερό. Ζητούσα μόνο να βρω το πιο ψηλό και
συχνά, ακόμα και στην πρώτη νιότη μου, η φτώχεια εκείνου, που
τονομάζουνε με την κακή λέξη «υλισμό», με ξάφνισε με την ξερή του
ψυχρότητα. Μα για τα πράματα αυτά, που είταν ακόμα μέσα μου πολύ
συγχυσμένα κι άμορφα, δε μιλούσα ποτέ μ' ευχαρίστηση και τώρα τα
λόγια της γυναίκας μου ήρθανε τόσο ξαφνικά και μου φάνηκε σα να με
ταπεινώνανε.

 — Πώς μπορούσε να μου κακοφανή, αποκρίθηκα μόνο.

 — Ω πόσο χαίρουμαι, αντήχησε πάλι η φωνή της. Το πρόσωπό της μόλις
το ξεχώριζα.

 — Τότε δε θα θυμώσης, αν σου πω ακόμα πως κάθε βράδι κάνω την
προσευχή μου, έτσι όπως την έκανα όταν είμουνα παιδί. Σε ποιον
προσεύχουμαι δεν το γνωρίζω. Μα βάζω και τα παιδιά και προσεύχουνται
για σε, για με και για τον εαυτό τους.

Άφησα τα κουπιά, σηκώθηκα από τη θέση μου κ' έπιασα με τα δυο χέρια
τα πρόσωπο της γυναικός μου και τη φίλησα χωρίς να μπορώ να προφέρω
λέξη.

 — Δε θέλω να υπάρχη τίποτε που να μην το γνωρίζης, είπε.

Ξανακάθησα στη θέση μου και πήρα τα κουπιά.

Η βάρκα τράβηξε πάλι το δρόμο της και σε λίγο είδα ανάμεσα στα
φυλλώματα των δέντρων ένα φως, που με ωδήγησε στην αποβάθρα μας.
Αγκαλιασμένοι πήραμε το μονοπάτι του σπιτιού μας κι όταν
καλονυχτιστήκαμε μ' ένα φιλί η Έλσα είπε:

 — Μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη απόψε. Ω, δεν ξέρεις, πόσο ευτυχισμένη
μ' έκαμες!

Αυτό το βράδι κάθησα αργά κ' έκαμα ό,τι δεν είχα κάμει συχνά όλο αυτό
το καλοκαίρι. Συλλογιζόμουνα την Έλσα και με. Αδιάκοπα πρόβαλε ο
στοχασμός: γιατί να με ρωτήση αν της επιτρέπω να πιστεύη στο θεό και
να προσεύχεται. Κ' ενώ αυτή η γυναίκεια τρυφερότητα με χάδευε σαν
πνοή ευτυχίας ανέκφραστης, αιστανόμουνα ταυτόχρονα μια κεντιά μέσα
μου: γιατί με ρώτησε γι' αυτό το πράμα;

Πέρασε στο στοχασμό μου όλη η νιότη μας κι όλα χρόνια της αγάπης μας.
Πίστευα πως πάντα η θέλησή μου είτανε να την κρατώ στα χέρια, πίστευα
πως το έκαμα πάντα και τώρα από όλο το είναι της έβγαινε ένας τόνος,
που μου έλεγε πως με όλα αυτά ξέσκισα απρόσεχτα το βάθος της ψυχής
της και της έκαμα μια πληγή, που ίσως να μάτωνε πολύν καιρό πρι να
τολμήση να με κάμη να υποψιαστώ πως υπόφερε. Έδειχνε πως φοβότανε
κάπως εμέ ή την κρίση μου ή και τα δυο. Και ρωτούσα τον εαυτό μου:
Γιατί;

Γνώριζα πως δεν μπορούσα ποτέ να τη ρωτήσω γι' αυτό. Γιατί θα μου
αγκάλιαζε το λαιμό με τα χέρια της και θα μου έλεγε: «Ω, δε μου
έχεις κάμει ποτέ άλλο από καλό!» Νόμιζα πως άκουγα το φανατισμό της
φωνής της, όταν έλεγε αυτά τα λόγια. Ναι, ήξερα πως έτσι θαπαντούσε
κ' ήξερα πως όλα όσα έλεγε τα αιστανότανε αληθινά. Η ιδέα όμως αυτή
δε με ησύχαζε. Κατιτί άλλο μ' απασχολούσε τώρα. Τι μ' έμελε κιόλας
την ώρα αυτή αν η γυναίκα μου προσευχότανε στο θεό ή όχι. Τι μ' έμελε
αν στοχαζότανε τούτο ή εκείνο. Εκείνα που είπε με χτυπήσαν ίσα στην
καρδιά. Τα λόγια της σμίγανε και γινόταν ένα με αυτήν την ίδια και με
το καλοκαίρι που πέρασε, με το αίστημα της νυχτερινής εκδρομής στα
σκοτεινά νερά, με τη βουή του δάσους και το αχτιδοβόλημα του
φεγγαριού απάνω στα σγουρά κύματα. Όλα σμίγανε σ' ένα σύνολο και μου
ψιθυρίζανε πως κέρδισα ένα θησαυρό.

Μα ταυτόχρονα με βασάνιζε η ιδέα πως την είχα τρομάξει ωστόσο δίχως
να το θέλω. Και τούτο με βασάνιζε, ενώ από το άλλο μέρος τα λόγια της
αντηχούσαν ακόμα σταυτιά μου. Ξαναέφερνα στο νου μου όλη τη ζωή, που
έζησα με την Έλσα, ό,τι μπορούσα να θυμηθώ κι ό,τι μπορούσε να έχη
κάποιο σύνδεσμο μ' αυτή. Κι όταν δεν μπορούσα πια να θυμηθώ άλλο
τίποτε, ζητούσα μέσα στο στοχασμό μου εκείνο που μου είταν αδύνατο να
βρω.

Γιατί ένοιωθα ένα συναίστημα ενοχής μέσα μου, ένα συναίστημα ενοχής
που με βάραινε. Όμως δεν μπορούσα να βρω πότε έσφαλα. Νόμιζα πως
χωρίς άλλο εγώ είμουνα ο ένοχος. Όταν πήγα να κοιμηθώ, είδα πως η
Έλσα είταν ξυπνητή ακόμα. Όταν όμως έπεσα, έσκυψε και μου φίλησε το
χέρι.

Ποτέ άλλη φορά δεν είδα το πρόσωπό της με τόσο ευτυχισμένη έκφραση.

11

Τέλος πλησίαζε η μέρα, που την περιμέναμε καιρό, η μέρα, που έμελλε
να γεννηθή το τέκνο μας και να βγη στο φως το μυστικό, που μου είχε
μπιστευτεί από καιρό η γυναίκα μου, το μυστικό που έδινε στην ψυχή
της ένταση και στην ελπίδα της φτερά κ' έμελλε να ξαναφέρη την
ευτυχία στο σπίτι μας. Το προαίστημα αυτό έκαμε τόσο φωτεινό το
καλοκαίρι μας, έτσι τουλάχιστο το βλέπω τώρα. Μα όσο παράξενα κι αν
μου φαίνουνται όλα τώρα, τώρα που πιστεύω πως έχω την εξήγησή τους,
τόσο απλά και φυσικά ήρθαν τότε και δεν μπορούσα ούτε να υποψιαστώ
όλη τη σημασία εκείνων που μας συνέβηκαν.

Είχαμε δυο παιδιά ως τότε κ' είχε δοκιμάσει όλες τις συγκίνησες της
μητρικής χαράς, που δεν τις λησμονά ποτέ ένας άντρας, που αγαπά τη
γυναίκα του. Μα ποτέ άλλη φορά δεν είδα τη γυναίκα μου να χαίρεται
τόσο όπως τώρα. Ποτέ δεν αιστάνθηκε μια τόση ευδαιμονία γεμάτη
ευλάβεια, όπως τώρα, ποτέ δεν ένοιωσε απλωμένη μια τόσο γιορτινή
διάθεση στην καθημερινή ζωή μας, όπως αυτό το σκοτεινό χινόπωρο στη
μελαγχολική πόλη, όπου η βροχή έπεφτε ακατάπαυτη κ' η ζωή όλη γύρω
μας φαινότανε τόσο βαρειά και σκυθρωπή, όσο ίσως ποτέ προτήτερα.

Είχαμε δυο αγόρια κ' είτανε φυσικό το μικρό πλάσμα, που περιμέναμε,
να τονομάζουμε «το κοριτσάκι». Το περιμέναμε και μιλούσαμε γι' αυτό·
κ' ένα μεσημέρι, που γύρισα σπίτι από την εργασία μου, η Έλσα μου
είπε:

 — Αυτό που περιμένουμε είναι ο άγγελός μου και θα με σώση.

Τόσον καιρό είχα λησμονήσει πως κάποτε τρέξαμε κάποιον κίντυνο, γι'
αυτό δεν ένοιωσα τα λόγια της αμέσως.

 — Να σε σώση; είπα μηχανικά. Από τι πράμα;

Τα πρόσωπό της πήρε μιαν έκφραση παράξενη, σα να ξαναγύριζε στον
εαυτό της για να σκεφτή πως είναι δυνατό να αιστάνουνται διαφορετικά
δυο άνθρωποι, που αγαπούν ο ένας τον άλλον.

 — Ξέχασες το χειμώνα; είπε.

Δεν ένοιωσα ή δεν ήθελα να νοιώσω.

 — Νόμιζα πως εκείνο πέρασε, είπα.

 — Νομίζεις πως μπορεί να περάση τίποτε; είταν η απάντησή της. Και
πρόστεσε:

 — Ίσως το μικρό, που περιμένουμε, να μπορέση να κάμη εκείνο που δεν
το μπόρεσε άλλο τίποτες.

Τη σύντομη αυτή ομιλία τη συλλογίστηκα συχνά και του κάκου ζητούσα να
τη συναρμώσω με την αθόλωτη ευτυχία, που απολάψαμε το περασμένο
καλοκαίρι. Είτανε δυνατό η γυναίκα μου μέσα σ' όλη τη λάμψη της
ευτυχίας, που έδινε τον τόνο σ' όλο το είναι της, να έκρυβε το σπόρο
της δυστυχίας, που έμελλε να πέση σ' όλη τη ζωή μας; Είτανε δυνατό
αυτό; Ζούσε τάχα δυο ζωές; Μπορούσε να ζη μέσα στον ήλιο και
ταυτόχρονα να αιστάνεται πως η νύχτα είτανε κοντά; Ή μήπως η
προαίστηση του φόβου, που έδειχνε τώρα, είτανε μια από τις φαντασίες
εκείνες, που είναι συνέπειες της κατάστασης που βρισκότανε;

Προσπαθούσα να ησυχάσω τον εαυτό μου με την τελευταία σκέψη, μα δεν
το κατώρθωνα καλά. Και σιγά σιγά άρχισα να βλέπω τη ζωή της γυναικός
μου μ' ένα νέο και διαφορετικό φως, με το φως που έμελλε να τη
σκεπάση τέλος ολάκερη.

Δεν μπορώ να περιγράψω το όλωςδιόλου νέο αίστημα της τρυφερότητας που
ξύπνησε μέσα μου με τους στοχασμούς αυτούς, που μου είναι αδύνατο να
τους εκφράσω με λόγια. Μόλις μπορούσα να πιστέψω ό,τι έβλεπα, όταν
όλα περάσανε καλά κ' η γυναίκα μου, έπειτα από βαρύν αγώνα, άρχισε να
δυναμώνη σιγά σιγά. Έφερε στη ζωή ένα χαριτωμένο πλάσμα κι από τις
πρώτες μέρες του μιλούσε με λόγια, που δεν μπορούσε να τακούση
κανένας άλλος.

Μα το κοριτσάκι δεν ήρθε. Στη θέση του ήρθε έν' αγοράκι, που
τονομάσαμε Σβεν.



ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



1

Ο μικρός Σβεν μεγάλωνε κ' έγινε ο αγαπημένος όλων. Είχε μακριά χρυσά
μαλλιά και για να θυμούμαστε το κοριτσάκι, που δεν ήρθε, η μαμά τα
σγούραινε, ώστε να κρεμούνε σε μακριά δαχτυλίδια γύρω στο μικρό
προσωπάκι με το απαλό δέρμα και τα παράξενα αγγελικά μάτια. Ποτέ
παιδί δεν είχε βαθήτερα μεγάλα μάτια με τόσο πρώιμα ονειρεμένο βλέμμα
και ποτέ παιδί δεν είχε εμπιστευτικότερο, τρυφερότερο χέρι, που να
χαδευότανε στο χέρι των μεγάλων, σα να ήξερε πως παντού θα εύρισκε
άσυλο, γιατί αυτό το ίδιο δε γνώριζε τίποτες κακό.

Ο μικρός Σβεν είταν το είδωλο του μεγάλου αδερφού. Τίποτε δεν είταν
ωραιότερο από το να βλέπη κανείς πως ο μεγάλος αδερφός, που του άρεσε
να κάνη τον άντρα και γι' αυτό δεν ήθελε να δείχνη τα αιστήματά του,
έσερνε το μικρό αδερφάκι μέσα στο αμαξάκι, χαιρότανε με το γελαστό
προσωπάκι και γύριζε πίσω αδιάκοπα για να δη μην έπεσε ο μικρός. Το
μόνο, που μπορούσε να συγκριθή με την εικόνα αυτή, είταν όταν έβλεπε
κανείς το Σβάντε να κάνη το ίδιο πράμα. Κι ο Σβάντε χαιρότανε
περσότερο να κάνη τον προστάτη, γιατί στα παιγνίδια του με το μεγάλο
αδερφό είταν πάντα αυτός ο μικρότερος, που έπρεπε να υπακούη. Ο Σβεν
είτανε τόσο μικρός μπροστά στα μεγαλήτερα αδέρφια, που τα θαύμαζε και
τακολουθούσε, ώστε έμεινε πάντα ο μικρουλάκης αδερφός. Είτανε τόσο
χαρούμενος που μαζευόμαστε όλοι τριγύρω του, άμα γινότανε κάτι κ' η
κρυσταλλένια φωνή του και το ξάστερο γέλιο του αντηχούσανε σ' όλο το
σπίτι. Τρέχαμε γύρω του γιατί θέλαμε να δούμε πώς λάμπανε τα μάτια
του, πώς τα μικρά λευκά του χέρια σαλεύανε από ευχαρίστηση, γιατί
θέλαμε να δούμε όλη την αστραφτερή αυτή παιδιάτικη χαρά, που
πλημμυρούσε με ήλιο την καρδιά μας.

Ήθελα να είχα γραμένη προτήτερα την ιστορία αυτή του μικρού αδερφού,
για να μπορούσε να τη δη εκείνη φύλλο με φύλλο. Εκείνη που γνώριζε
καλήτερα τη σύντομη ιστορία της ζωής του, καλήτερα από με, καλήτερα
από κάθε άλλον. Εκείνη που θυμότανε και το παραμικρότερο από το
βιβλίο της ζωής του, εκείνη που εξακολουθούσε να ζη μαζί του ακόμα κι
όταν τα φωτεινά μάτια του δε λάμπανε πια ανάμεσό μας· εκείνη που τον
ακολούθησε στο μονοπάτι, που δεν το πατά κανείς πριν φτάση η ώρα του.
Έτσι θα μπορούσε να γεμίση με το πνεύμα της αυτά που ήθελα να πω κ'
έτσι το ποίημά μου θα είχε την πηγή του πιο αμεσότερη, σα να είταν ο
λόγος για ένα παιδί που ζούσε ακόμα.

Γιατί ο μικρός Σβεν ζούσε με τη μητέρα του, κοντά της και για χάρη
της. Έπαιζε στην κάμαρά της κι όλο το πρωί, που ο πατέρας έλειπε και
τα μεγαλήτερα παιδιά είτανε στο σκολειό, ο μικρός Σβεν καθισμένος
κάτω στο πάτωμα άκουγε τη μαμά να του διηγάται παραμύθια. Η μαμά
ήξερε πολλά παραμύθια, όμως κανένα άλλο δεν άρεσε τόσο του Σβεν όσο η
κοκκινόσκουφη, που την έφαγε ο λύκος εκεί που πήγαινε στη γιαγιά. Τον
συγκινούσε τόσο, όταν συλλογιζότανε την τύχη της μικρής
κοκκινόσκουφης, είχε τόσο φόβο από τον τρομερό λύκο και θύμωνε τόσο
μαζί του. Ήθελε να γίνη μεγάλος και να πάη να τον βρη να τον σκοτώση.

Έπειτα παίζανε με τη μαμά. Παίζανε πως ο Σβεν έγινε μεγάλος και
ταξίδεψε και πως η μαμά καθότανε μόνη και τον περίμενε. Κ' έπειτα
γύριζε ο Σβεν κ' η χαρά είτανε τόσο μεγάλη, ώστε η μαμά έπρεπε ναφίνη
τη δουλειά της και να τον παίρνη στην αγκαλιά και να τον φιλή πολλές
φορές.

Του μικρού Σβεν του είχαμε βγάλει πολλά ονόματα στο σπίτι. Τονέ
λέγαμε μικρό αδερφούλη και Νέννε, που το βρήκε μόνος του, και
μαϊμουδάκι και χρυσό, όπως μας ερχότανε στο στόμα. Ήξερε όλα τα
ονόματά του και ταριθμούσε και καμάρωνε γι' αυτά. Ο μικρός Σβεν δεν
έπαιζε πολύ μ' άλλα παιδιά και δεν του άρεσε να μένη πολύ μαζί τους.
Γύριζε πάλι στη μαμά, σα να είταν αυτό το φυσικότερο πράμα του
κόσμου. Και δεν τον έμελε αν έκοβε το παιγνίδι στη μέση και τάλλα
παιδιά θυμώνανε. Μόλις έβλεπε τη μαμά, έτρεχε σ' αυτή, της έπιανε το
χέρι και πήγαινε κοντά της. Είτανε μια αγάπη που περνούσε κάθε όριο
και δεν ψυχραινότανε ποτέ, γιατί η μαμά είτανε τόσο ευτυχισμένη μ'
αυτή, ώστε να μην της γίνεται ποτέ βάρος ο μικρός.

Ο Σβεν κ' η μαμά είχαν τα μικρά τους μυστικά κι όταν της ψιθύριζε
κάτι στο αυτί, δεν είχε το δικαίωμα να το ακούση ούτε ο μπαμπάς. Αν
δοκίμαζε να το κάμη μόνο έτσι για να πειράξη το Σβεν, αυτός έβαζε τη
φωνή:

 — Όχι, να μην ακούση, δεν κάνει νακούση.

Κ' η μαμά έσπρωχνε τον μπαμπά, ώστε ο μικρός μπορούσε να της πη στο
αυτί ό,τι ήθελε.

Και τότε θριάμβευε ο Σβεν.

 — Βλέπεις, έλεγε. Δεν κάνει να το ακούσης.

Κ' έπειτα έφευγε κρατώντας το χέρι της μαμάς και περιγελούσε τον
μπαμπά. Αυτό το έλεγε πείραγμα του μπαμπά και λίγα πράματα ήξερε που
να τον διασκεδάζαν τόσο.

Μου φαίνεται πως τους βλέπω ακόμα εμπρός μου και τους δυο να
περπατούν απάνω κάτω στο μακρύ δρόμο με τα γυμνά δένδρα το χειμώνα,
όταν ο Σβεν φορούσε τη μικρή του γούνα, που είταν καμωμένη από μια
παλιά της μαμάς και την καμάρωνε τόσο. Είτανε κιόλα πολύ δύσκολο να
πη κανείς ποιος από τους δυο είχε να πη περσότερα στον άλλον. Κι
όταν, αφού τους κοίταζα αρκετά, μου ερχότανε η επιθυμία και πήγαινα
μαζί τους, ο Σβεν γινότανε ζηλιάρης και σούφρωνε το μικρό κόκκινο
στοματάκι τόσο που η μαμά έπρεπε να τον μαλλώνη για τον τρόπο του και
να του λέη πόσο καλός είναι ο μπαμπάς. Αυτό δεν το αναγνώριζε μ'
ευχαρίστηση ο Σβεν. Κ' ενώ πηγαίναμε κ' οι τρεις μαζί, έκανε της
μαμάς κρυφά νέματα, που δεν έπρεπε να τα δη ο μπαμπάς, σα να ήθελε να
μένη ευτυχισμένος με το πώς, δεν άφινε να σπάση ο κύκλος της μυστικής
συνεννόησης, που είχε χαράξει γύρω από την αγάπη του και τον εαυτό
του.

Μα όταν ο μπαμπάς είτανε στην πόλη και γύριζε στο σπίτι, ο Σβεν
περίμενε κρυμένος πίσω από την πόρτα για να τον φοβίση. Πήγαινε κ'
έστεκε κει πολύ πριν από την ώρα, που θα γύριζε ο μπαμπάς. Αδιάκοπα
έβγαινε από τον κρυψώνα του και ρωτούσε:

 — Πιστεύεις πως θα φοβηθή ο μπαμπάς;

Φυσικά η μαμά του έλεγε ναι και φυσικά ο Σβεν έμενε τρισευτυχισμένος
με την ελπίδα αυτή. Κι όταν ο μπαμπάς έφτανε τέλος κ' έμενε όξω στο
διάδρομο για να τινάξη τον άμμο από τις γαλόσες του, ο Σβεν πλησίαζε
τόσο σιγά και δε συλλογιζότανε πια να τον φοβίση, μα έστεκε μόνο εκεί
και χαμογελούσε, σα να ήξερε καλά πως ο μπαμπάς δεν μπορούσε να τονέ
δη δίχως να χαρή. Κι αργά αργά γλυστρούσε σιμότερα, σα να ήθελε
ναπολάψη την ανυπομονησία, που είχε ο μπαμπάς να τον σφίξη στην
αγκαλιά του, κ' έπειτα κρεμιότανε στο λαιμό του μπαμπά κι ο μπαμπάς
τον έφερνε μέσα, ενώ ο σκύλος του σπιτιού γαύγιζε από χαρά και
πηδούσε γύρω μας.

Θυμούμαι καλά τα μάτια της γυναικός μου όταν έβλεπε τη σκηνή αυτή.

 — Να ήξερες πόσο μιλώ για σε μαζί του, έλεγε, όταν ο Σβεν έδινε
τέλος του πατέρα την άδεια να τον αφήση από την αγκαλιά του, κ' έκανε
θέση της μαμάς

2

Από τον καιρό ακόμα που ο Σβεν είτανε τόσο μικρός ώστε μόλις μπορούσε
και κουνιότανε, έγινε στενός φίλος του σκύλου κ' είχε το δικαίωμα να
τον κάνη όπως θέλει: να τον τραβά από ταυτιά, να του μαδά την ουρά,
να ξαπλώνεται απάνω του και να τον κρατά στις κοπιαστικότερες θέσες.
Ο σκύλος δεν έδειχνε μεγάλη στενοχώρια για όλα αυτά, μόνο κάποτε
φαινότανε σαν ξαφνισμένος για όσα τραβούσε κ' ήσυχος κ' ήμερος
πήγαινε και ξαπλωνότανε σ' άλλη μεριά με τη μάταια ελπίδα πως ο
καλόβουλος τύραννός του θα κουραζότανε και θα τον άφινε σε ησυχία.

Μα όταν ο Σβεν έβγαινε στην αυλή, ο σκύλος έτρεχε κοντά του, όπου κι
αν πήγαινε. Φυσώντας τα κοντά, σκιστά ρουθούνια του έστεκε κει και
κοίταζε πώς ο Σβεν γέμιζε με άμμο ένα τενεκεδένιο κουβαδάκι αργά και
προφυλαχτικά, ή πως κάποτε άλλαζε το παιγνίδι αυτό με τη λιγότερο
ταιριαστή διασκέδαση να τσαλαβουτά μέσα στο βαρέλι με το νερό. Ο
σκύλος πήγαινε πάντα κοντά του κι όταν πλησίαζε κανένας ξένος,
παρακολουθούσε το φέρσιμό του με δύσπιστα μάτια, έτοιμος να μπη στη
μέση, αν το απαιτούσε η περίσταση.

Ο Σβεν κι ο σκύλος τραβούσαν κιόλα το δικό τους δρόμο και συχνά
σηκώνανε το σπίτι σ' ένα πόδι, όταν δεν μπορούσε να τους βρη κανείς.
Κι όταν αρχίζαμε ναπελπιζόμαστε πια πως θα τους ξαναδούμε ζωντανούς,
παρουσιαζόνταν άξαφνα, σα να μην είχε γίνη τίποτε, ξαφνισμένοι κ' οι
δυο για την ταραχή μας.

Θα είταν άδικο, αν έλεγα πως ο Σβεν είτανε καθαυτό ανυπάκουο παιδί.
Σ' αυτό όμως το κεφάλαιο δεν είταν τόσο ευκολομεταχείριστος. Η μητέρα
του τονέ φοβέριζε συχνά πως θα τον δείρη, μα και συχνά βεβαίωνε και
μένα πως είταν άξια να ξεσκίση εκείνον που θα τολμούσε ναγγίξη με το
χέρι του τον Σβεν. Όμως ο Σβεν δε φαινότανε να δίνη σημασία σε
μαλλώματα και συμβουλές κι όταν έβλεπε τη μητέρα του να πετά από τη
χαρά της, που τον ξαναείδε ζωντανό, έμενε τόσο ξαφνισμένος, σα
ναπορούσε πως είτανε δυνατό αυτοί οι δυο να στοχάζουνται διαφορετικά
για κατιτί σ' αυτόν τον κόσμο.

 — Δεν είταν κανένας φόβος, έλεγε ο Σβεν. Ο σκύλος είτανε μαζί.

Η μαμά δεν ήθελε να πη κακό για το σκύλο, προσπαθούσε μόνο να τον
πείση πως ο σκύλος δεν μπορεί ποτέ να είναι το ίδιο μ' έναν άνθρωπο.
Του έλεγε όσα μπορούσε να του πη. Ο Σβεν την αγκάλιαζε και της έταζε
πως δε θα ξαναφύγη και δε θα ξανακάμη τη μαμά να λυπηθή.

Μα όταν ερχόταν η άνοιξη και το νερό άρχιζε να τρέχη από τη στέγη
στην αυλή, ο Σβεν λησμονούσε όλα τάλλα, εξόν από το πως είταν ένα
μικρό αγόρι, που ήθελε να πηγαίνη βαθιά στο δάσος.

Ποιος ξέρει με ποιους στοχασμούς έτρεχε κει γύρω ή ποιος ξέρει ακόμα
αν το έννοιωθε πως έκανε κατιτί εμποδισμένο; Πήγαινε μιλώντας μόνος
κι ο σκύλος τον ακολουθούσε κι όταν έφτασε στην πόρτα του φράχτη και
τη βρήκε ανοιχτή, έπρεπε να βγη να ρίξη μια ματιά στον κόσμο, που
τονέ μάγευε κει όξω. Τότε είδε στο άλλο μέρος του μεγάλου δρόμου,
ψηλά στην άκρη του χαντακιού, τα κίτρινα άνθη, που λάμπανε φυτρωμένα
στο σταχτερό χώμα, κ' έτρεξε κει, όσο βαστούσαν τα μικρά του πόδια.
Μα τώρα είτανε σχεδόν μέσα στο δάσος και δεν μπορούσε πια ναντισταθή.
Ψηλά και με ροζιάρικους κλάδους υψωνόντανε τα έλατα αποπάνω του και
προχώρεσε μέσα στους κορμούς, όπου ο ήλιος έλαμπε στα μούσκλα και τα
πρώτα ανοιξιάτικα πουλιά είχαν αρχίσει να κελαδούν. Ένας μικρός
ποντικός πετάχτηκε μέσα από τις πέτρες κι ο μικρός Σβεν έτρεξε κατόπι
του. Όλο και μακρήτερα πήγαινε πάντα. Εκεί είταν ένα μικρό βάλτο και
στις ιτιές όξω στο βάλτο λαμποκοπούσαν κρεμασμένα χνουδωτά
ανθουλάκια. Δεν μπορούσε να τα φτάση, γιατί θα βούλιαζε στο νερό και
θα μούσκευε τα πόδια. Μπορούσε όμως να ρίξη μερικά πετραδάκια στο
βάλτο και νακούση πώς βροντούσαν και να δη τους μεγάλους πλατιούς
κύκλους που κάνανε στο νερό. Το έκαμε και τα μάγουλά του κοκκινίσαν
και τα μάτια του λάμψανε από χαρά. Ολοένα και περσότερο γινότανε
χαρούμενος και προχώρεσε παρέκει ως το λιβάδι κάτω, όπου είναι το
μικρό εξοχικό βασιλικό παλάτι, κι όταν βγήκε όξω στο δρόμο άρχισε να
τρέχη. Έτρεξε, έτρεξε κι όταν έφτασε στην ψηλή πόρτα με τα κάγκελα,
είδε πως είτανε πάλι κοντά στο σπίτι. Τότε έγινε ξανά χαρούμενος
γιατί γνώρισε το δρόμο και γιατί ο σκύλος ρουθούνισε, κούνησε την
κομένη ουρά του κ' ήθελε να γυρίση σπίτι. Κι άξαφνα άρχισε να ποθή τη
μαμά και τότε θυμήθηκε τα κίτρινα λουλούδια, που κρατούσε στο χέρι.

Αργά και προσεχτικά βάδιζε τώρα προς το σπίτι κ' ίσως μόλις τώρα να
θυμήθηκε αόριστα πως δεν έπρεπε να φύγη από το σπίτι. Ένα μόνο δεν
ήξερε ο Σβεν και δεν μπορούσε να το νοιώση: Πόση ώρα έλειπε από κει.
Γιατί δυο ώρες και μια στιγμή είτανε γι' αυτόν το ίδιο.

Όταν όμως πέρασε γοργά το λιβάδι κι άρχισε να τρέχη πάλι για να φτάση
στη μαμά και να τον αγκαλιάση εκείνη, να τον χαδέψη και να τον
φιλήση, κι αυτός να της διηγηθή τι ωραία που διασκέδασε — τότε
τρόμαξε ο Σβεν ακούοντας πώς αρχίσανε να φωνάζουνε γύρω του. Τότε του
φάνηκε πως είδε τον μπαμπά και τη μαμά, τον Ούλοφ και το Σβάντε, τις
δυο υπηρέτριες κι άλλους ακόμα. Φωνάζανε ο ένας δυνατότερα από τον
άλλον, ο ένας εδώ κι ο άλλος εκεί. Ο Σβεν δεν μπόρεσε να δη από πού
ήρθανε. Γιατί μόλις έκαμε να στρίψη προς το ένα μέρος, φώναξε κάποιος
πίσω του κι όταν πάλι γύρισε να κοιτάξη προς το άλλο, τον άρπαξε
κάποιος στα χέρια, κάποιος που έτρεχε γλήγορα όσο μπορούσε, και πριν
μπορέση να συλλογιστή καλά, βρέθηκε μέσα στην τραπεζαρία κ' η μαμά
τον πήρε στην αγκαλιά και τον έσφιγγε τόσο, που δεν μπορούσε
νανασάνη.

Ο Σβεν ήξερε καλά πως δεν έπρεπε να έχη ποτέ φόβο από τη μαμά, αυτή
τη φορά όμως έχασε το θάρρος. Γιατί τώρα θυμήθηκε που του είχε πει
πως θα τον δείρη κι όταν αντίκρυσε τον μπαμπά, τον έπιασε αμέσως
τρόμος. Γιατί ο μπαμπάς φαινότανε σοβαρός κ' είπε με πολύ αυστηρό
τόνο:

 — Τώρα πρέπει να πάρουμε το ξύλο, Σβεν. Γιατί, καθώς θυμούμαι, σου
το έταξε η μαμά.

Ο Σβεν τα έχασε κι απάνω στον κίντυνο βρήκε καταφύγιο τα λουλούδια
που κρατούσε. Τα έδωσε της μαμάς.

Μα δεν είτανε διόλου ανάγκη να το κάμη. Γιατί η μαμά είτανε τόσο
τρομαγμένη κ' είτανε τόσο ευτυχισμένη που τον ξανάβλεπε, ώστε τον
άρπαξε μόνο στην αγκαλιά της μισοκλαίοντας, μισογελώντας και τον
άφησε να τη χαδεύη. Και τέλος του πήρε τα λουλούδια και τα έβαλε σ'
ένα μικρό πράσινο ανθογυάλι, τα έσιαξε και τα έδειξε του Σβεν, τι
ωραία που λάμπανε στον ήλιο.

Τότε παράτησε κι ο μπαμπάς κάθε ιδέα τιμωρίας, πήγε στο γραφείο του
κ' ένοιωθε πόσο είναι περιττός.

Μα όταν η μαμά έμεινε μόνη με το Σβεν, τον πήρε στην αγκαλιά της και
του διηγήθηκε, σα να είταν παραμύθι, πόσο είταν ανήσυχη και τι τρόμο
δοκίμασε η ψυχή της. Του είπε πως νόμισε πως ο Σβεν έσπασε το πόδι
του και πως είτανε πεσμένος μόνος μέσα στο δάσος και πως δε θα τον
ξαναύρισκε παρά μόνο νεκρό. Ή πως έπεσε στο νερό και θα τονέ βγάζανε
πνιγμένον και τότε ούτε η μαμά, ούτε ο μπαμπάς, ούτε ταδέρφια θα
μπορούσανε να ξαναχαρούν. Ο Σβεν τάκουγε όλα αυτά κ' εννοούσε μόνο
πως η μαμά τον αγαπούσε περσότερο από όλους τους άλλους. Έπειτα έβαλε
η μαμά το Σβεν και της διηγήθηκε τι είδε και τι έκαμε, πώς διασκέδασε
και πόσο μακριά πήγε. Άκουσε να της μιλή για τον ποντικό, για τα
πουλιά, για το βάλτο και για τα πετραδάκια που πετούσε. Και τέλος
νοιώσανε κ' οι δυο ο ένας τον άλλον κ' είταν ευτυχισμένοι, μόνο γιατί
ξαναδωθήκανε.

Κι αφού είπαν όσα είχανε να πουν, πήρε η μαμά το Σβεν και τον έφερε
στην εταζέρα. Εκεί βρισκόντανε πολλά ωραία πράματα κι ο Σβεν είχε το
δικαίωμα να παίζη κάποτε μ' αυτά. Ανάμεσα στάλλα είταν ένα λευκό
σκυλάκι από πορσελλάνη, που είχε μια φούντα στην ουρά και κρατούσε
μια μικρή παντούφλα στο στόμα. Είτανε πολύ παλαιό πράμα κι ο μπαμπάς
το είχε από τη μητέρα του, που τα είχε πάλι χάρισμα από τη νουνά της,
όταν είτανε δυο χρονών.

Αυτό άρεσε του Σβεν περσότερο από όλα κι αυτά πήρε η μαμά από την
εταζέρα απάνω στη χαρά της καρδιάς της και το έδωσε του Σβεν, αντί να
του δώση το ξύλο που του έταξε. Μα ο Σβεν δεν άπλωνε τα χέρι να τα
πάρη.

 — Μπορεί να το σπάσω, είπε. Και θα θυμώση ο μπαμπάς.

Όμως δεν ξεχνούσε ποτέ πως το σκυλάκι είτανε δικό του. Και κάποτε,
όταν είταν κανείς ξένος στο σπίτι, μιλούσε γι' αυτό.

 — Μου το έδωσε η μαμά, έλεγε, όταν πήγα στο δάσος και ξαναγύρισα.
Μου το έδωσε από τη χαρά της, που με ξαναείδε.

Κ' η μαμά υπερασπιζότανε την παιδαγωγική της μέθοδο εναντίο κάθε
κριτικής, σηκώνοντας ψηλά το μικρό Σβεν μπροστά σε όλους. Ευλογημένη
να είναι! Είχε δίκιο.

3

Έτσι πέρασε ένας χρόνος δίχως να το νοιώσουμε πώς πέρασε, Μα τον
καιρόν αυτό άρχισε η Έλσα να υποφέρη σοβαρά και χωρίς ναλλάξουμε λέξη
γι' αυτό το πράμα μεταξύ μας, γνωρίζαμε πως υπήρχε μόνον ένα μέσο. Η
εγχείριση, που είχε γίνει μια φορά προτήτερα, μας είχε δείξει τον
κίντυνο, και τα συμπτώματα που φαινότανε τώρα μας είταν αρκετά
γνωστά. Δε μας ξάφνισε λοιπόν διόλου, όταν ο γιατρός μας είπε μια
μέρα τη γνώμη του, δηλαδή πως μόνο μια νέα εγχείριση μπορούσε να σώση
την Έλσα.

Είμαστε κείνη την ημέρα σα να είχε καταδικαστή σε θάνατο η ζωή μας
όλη κ' έβλεπα πως η Έλσα αποχαιρετούσε όλα γύρω της. Πρώτη φορά το
έβλεπα καθαρά μπροστά μου πόσους από τους ολόβαθους στοχασμούς της
κρατούσε κρυμένους από με κι απ' όλους, πόσο είτανε συνηθισμένη με
την ιδέα του θανάτου και πως η βεβαιότητα, που είχε πως θα πεθάνη
νέα, της έτρωγε τη ζωική δύναμη μέσα της. Έγινε χλωμή και το πρόσωπό
της αδυνάτισε. Τα χέρια της είτανε κίτρινα σαν κερί και φαινότανε σα
να είχε κάποιο φόβο από μένα.

Τότε με παρεκάλεσε πρώτη φορά να της επιτρέψω να πεθάνη. Πρώτη φορά
μου μίλησε για κείνο που έκρυβε μέσα της, για κείνο που τη βίαζα να
μου πη και δεν μπορούσε να βγάλη από τα χείλη της άλλο από
υπαινιγμούς.

 — Από τον καιρό που είμουνα μικρή, είπε, πολύ πριν γνωριστούμε, μου
είτανε τόσο φυσικά να στοχάζουμαι πως δε θα ζήσω πολύ. Έπειτα βρήκα
εσένα και τα λησμόνησα όλα. Γιατί μ' έκαμες τόσο ευτυχισμένη, όσο δεν
μπόρεσα να σε κάμω εγώ ποτέ. Μου έδωσες τρία παιδιά, τα δυο μεγάλα
και το μικρό Σβεν. Και τι μπορώ εγώ να κάμω γι' αυτά, για σε, για
όλους σας; Είμαι τόσο άρρωστη και δε θα γίνω ποτέ καλά. Πρέπει να με
λησμονήσης. Ω ναι, το ξέρω πως θα λυπηθής για με, γιατί μ' αγαπάς, αν
κ' είμουνα πάντα φιλάστενη κι αδύνατη και δεν μπορούσα να κάμω
τίποτες για κανένα. Μα πρέπει να με λησμονήσης και να βρης μιαν άλλη
να σε βοηθήση με τα παιδιά.

Και με παρακάλεσε πάλι να της επιτρέψω να πεθάνη, παρακάλεσε να την
αφήσω να περάση ήσυχη λίγες βδομάδες, που έχει να ζήση ακόμα.

Μόνο πως δεν ήθελε να πεθάνη στην εγχείριση, μα είταν ευχαριστημένη
να κλείση τα μάτια ήσυχα κ' ήθελε μόνο να ζήση με τους πόνους τόσο,
όσο της χρειαζότανε να προετοιμάση τα παιδιά για ό,τι μέλλει να γίνη
και να ταποχαιρετήση.

Όλα αυτά μου ήρθαν τόσο ξαφνικά, ώστε δεν μπορούσα να συγκεντρώσω
τους στοχασμούς μου, πολύ λιγότερο να βρω λόγια να της απαντήσω.
Αιστανόμουν αόριστα πως αν άγγιζα το ζήτημα, θα ριχνόμουνα σ' έναν
αγώνα, που θα είχε γι' αποτέλεσμα κάτι περσότερο από κείνο, που
γενικά οι άνθρωποι είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν. Αιστανόμουνα
τον τρόμο που είχα πάντα, όταν είτανε ναγγίξω κατιτίς, που είναι το
πιο τρίσβαθο κι ανέγγιχτο χτήμα ενός άλλου ανθρώπου. Κι αν υπάρχη
κάτι, που δεν μπορεί να το αποφασίση κανείς άλλος, παρά μόνος του ο
καθένας, είναι δίχως άλλο το ζήτημα αν πρέπη να σκύψη σ' ένα βέβαιο
θάνατο, ή ναναλάβη έναν αγώνα, για να κερδίση ίσως τη ζωή.

Όπως έβλεπα μπροστά μου εκεί την Έλσα, μου φαινότανε τόσο κοντά, μα
και τόσο μακριά ταυτόχρονα. Η παράκληση, που μου έκαμε να την αφήσω
να πεθάνη, είτανε τόσο συγκινητική και τόσο σοβαρή, ώστε δεν είχα το
θάρρος να την παρακαλέσω να ξαναγυρίση χάρη μου στη ζωή. Γιατί η ζωή
άξιζε και γι' αυτή το ίδιο. Και παρατήρησα με ξάφνισμα πως μπορούσε
ναφήση όλα όσα αγαπούσε, γιατί είταν ετοιμασμένη γι' αυτό. Μα
ταυτόχρονα αιστανόμουνα μ' όλη τη δύναμη της απελπισίας πως εγώ δεν
μπορούσα να τη χάσω. Δεν το μπορούσα. Κι απάνω στην απελπισία μου,
άρπαξα το μόνο που μου ήρθε στο νου κ' είπα:

 — Μα το Σβεν μπορείς να τον αφήσης;

Τινάχτηκε, σα να τη χτυπήσανε, κ' έπλεξε τα χέρια της απελπισμένα.

 — Όχι, όχι, δεν μπορώ.

Πήγε τρεκλίζοντας στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας και με παρακάλεσε να
την αφήσω μόνη. Την είδα να κλείνη πίσω της την πόρτα, κ' έμεινα όπως
είμουνα καθισμένος κ' είχα το συναίστημα πως όλα όσα έζησα μαζί της
είτανε πεθαμένα και χαμένα και πως τώρα θα μας άφινε. Ένοιωσα πως αν
δεν το έκαμε, αυτό δεν έγινε χάρη μου, μα χάρη του μικρού με τα χρυσά
μαλλιά και τα παράξενα παιδικά μάτια, του μικρού αγγέλου της, που
ήρθε και την έδεσε με τη ζωή. Το βρήκα όλως διόλου φυσικό πως δεν
μπορούσα να την κρατήσω στη ζωή εγώ μόνος. Έσκυψα τα κεφάλι κ'
έκλαψα, έκλαψα πρώτη φορά για με τον ίδιον και για τη ζωή μου. Και
δεν περίμενα τίποτες, δεν πίστευα τίποτες άλλο παρά πως θα περνούσαν
τώρα ήσυχες κι ανίλεες οι μέρες ως τη στιγμή που έμελλε ναρθή. Και
τέλος ο θάνατος θα ξέσκιζε όλα, για όσα έζησα.

Πόσο κάθησα έτσι εκεί, δεν το θυμούμαι, θυμούμαι μόνο πως νύχτωσε και
πως τρόμαξα όταν ένοιωσα πως η γυναίκα μου είτανε γονατιστή μπροστά
μου κι ακκουμπούσε το κεφάλι της στα χέρι μου. Είχε ρθει τόσο σιγά,
ώστε δεν την άκουσα κ' η φωνή της είχε τόσο ήσυχο τόνο, όταν είπε:

 — θέλω να ζήσω για σένα, Γιώργο, για το Σβεν και τα μεγάλα αγόρια
μας.

Γνώριζα τη φωνή της όταν έπαιρνε τόσο βαθύ και θερμό τόνο, σα να
σιγάζανε όλα τάλλα μέσα της όξω από την αγάπη. Ένοιωσα πως η απόφασή
της τώρα είταν ακλόνητη, πως η Έλσα είτανε πάλι δική μας ή ήθελε να
γίνη κ' ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης σ' αυτή και σ' όλη τη ζωή
φούσκωσε μέσα μου. Πέρασε πολλή ώρα όσο ναλλάξουμε τη θέση μας, μα
όταν το κάναμε σηκώθηκε η Έλσα κι άναψε όλα τα φώτα, σα να είχαμε
γιορτή.

Έπειτα φώναξε τα παιδιά μέσα κι όλα ήρθανε σιωπηλά και ξαφνισμένα και
δε χρειαζόμαστε να τους εξηγήσουμε τίποτε. Γιατί όλα είχαν εννοήσει,
καθένα με τον τρόπο του, όλα είχανε μιλήσει μεταξύ τους όπως και μεις
οι μεγάλοι και ξέρανε πως η ζωή της μαμάς κιντύνευε και πως θα έκανε
την εγχείριση για να μπορέση να ζήση χάρη τους.

Ο Σβεν πήδησε στην αγκαλιά της μαμάς και στρυμώχτηκε στο στήθος της.
Και μας έκαμε όλους να χαμογελάσουμε μέσα στα δάκρυα, όταν είπε:

 — Η μαμά δεν πρέπει ταφήση το μαϊμουδάκι.

Αυτό είταν ένα από τα χαδευτικά ονόματα που του λέγαμε και το
μεταχειρίστηκε κι ο ίδιος χωρίς να έχη την υποψία, πως ηχούσε κωμικά.
Γι' αυτό τα λόγια του μας φανήκανε σα μια επαγγελία της ζωής και μας
ησυχάσανε.

Όταν όμως τα παιδιά πήγανε να κοιμηθούν, η Έλσα και γω περπατούσαμε
πιασμένοι μέση με μέση μέσα στις κάμαρες. Κ' είδα πως αποχαιρετούσε
πάλι, μα όχι με τον ίδιον τρόπο καθώς λίγες ώρες προτήτερα. Την άλλη
μέρα θα πήγαινε στην κλινική.

Μα όταν ξύπνησα το πρωί, ο Ούλοφ είταν καθισμένος στη μεγάλη
πολυθρόνα αντικρυνά στην πόρτα της κρεβατοκάμαρας.

 — Είσαι πολλή ώρα εδώ; τονέ ρώτησα ξαφνισμένος.

 — Ναι, απάντησε μονοσύλλαβα.

Καθόταν εκεί και συλλογιζότανε τη μητέρα του και συλλογιζότανε πως
όλα γίνανε τόσο σοβαρά μεμιάς. Πρώτη φορά παρατήρησα πόσο είχε
μεγαλώσει και του έπιασα τα χέρι σαν ενός συνομίληκου. Έτρεμε το
πρόσωπο του παιδιού, που είτανε μόνο δέκα χρονών, μα δεν μπορούσε να
βγάλη λέξη.

Όταν έπειτα είμαστε στο αμάξι, ξανακυρίεψε τον εαυτό του κι ανέβηκε
άλλη μια φορά στη σκάλα και χάδεψε το μάγουλο της μητέρας και της
είπε, σα να μιλούσε σε παιδί:

 — Μη φοβάσαι, μαμά, θα περάση.

Ο Σβάντε ήρθε κι αυτός και σηκώσανε στα χέρια και το μικρό το Σβεν,
που μιλούσε και φλυαρούσε. Τη στιγμή αυτή η Έλσα δεν ήξερε ποιον
αγαπούσε περσότερο απ' όλους. Μα στο δρόμο που πηγαίναμε, μιλήσαμε
πολλές φορές για το μεγάλο μας αγόρι, που για πρώτη φορά μίλησε κ'
αιστάνθηκε σαν άντρας.

4

Ο άγγελος του θανάτου πέρασε και τη φορά αυτή έξω από το σπίτι μας,
τα φτερά του όμως μας αγγίξανε, σε τρόπο που το άγγισμα αυτό να δώση
για καιρό τον τύπο του στη ζωή μας. Ωστόσο, η ευτυχία γύρισε ακόμα
μια φορά στο σπίτι μας, μετριασμένη όμως και σοβαρότερη. Ακόμα μια
φορά γύρισε κείνη που έρριχνε φως ιερό στην καθημερινή ζωή μας. Τα
παιδιά μας τη χαρήκανε, όταν γυρίσαμε, κι ο μικρός Σβεν ανέβηκε στην
αγκαλιά της μαμάς, στρυμώχτηκε σιμά της κ' είτανε τόσο ευτυχισμένος.

 — Βλέπεις, δεν έφυγες από το μαϊμουδάκι, είπε.

Είχε τόσο θριαμβευτική έκφραση, σα να πίστευε πως χάρη του έγινε καλά
η μαμά. Και για να εγκαρδιώσω όλους μας είπα:

 — Μου φαίνεται, θα πιστεύης πως εσύ έκαμες καλά τη μαμά.

 — Αυτό είναι αλήθεια, απάντησε η γυναίκα μου.

Κ' είδα πάλι στο πρόσωπό της την έκφραση, που μου είχε φανεί άλλοτε
τόσο ξένη, μα και που άρχισα να την εννοώ σιγά σιγά.

Έσφιξε σιγαλά το μικρό Σβεν στην αγκαλιά της κι από τα μάτια της
στάξανε δυο λαμπερά δάκρυα. Έπειτα μου έδωσε το χέρι κ' είπε:

 — Είμαι τόσο χαρούμενη, που είμαι πάλι σπίτι. Δεν μπορούσα ναπαντήσω
τίποτε. Κοίταξα μόνο τους μαζεμένους μπροστά μου κ' ήξερα πως είχα
εδώ την ευτυχία, που λίγες βδομάδες προτήτερα μόλις τολμούσα να την
ελπίζω. Κι όμως αι[στάνθηκα] στην καρδιά μου μια κεντιά, σαν από μια
προαίστηση απελπιστικής ερημιάς.

5

Την άνοιξη, που ήρθε τώρα, τη θυμούμαι σα μια θάλασσα από άνθη, που
γέμισε κάθε άδειο μέρος του σπιτιού μας. Τα ζεμπούλια σμίγαν απαλά με
τις γαλάζιες ανεμώνες, οι γαλάζιες ανεμώνες μ' άσπρες, με λευκόια και
μενεξέδες κι όταν κόντευε να φτάση η μέρα του Άιγιανιού κι ο
καλοκαιρινός αέρας έπαιζε στις κατεβασμένες κουρτίνες, ήρθανε κ' οι
φεγγοβόλες πασκαλιές.

Η μαμά κι ο Σβεν είταν εκείνοι που φέρνανε τάνθη κ' είτανε δύσκολο να
πη κανείς ποιος από τους δυο ταγαπούσε πιο πολύ. Τους βλέπω ακόμα
πλάι πλάι, με τα χέρια γεμάτα άνθη, με τα μάγουλα κοκκινισμένα να
πηγαίνουνε μιλώντας από τη μεγάλη αυλή στην ανοιχτή βεράντα. Τα
μαλλιά της είτανε τόσο μαύρα, τόσο ξανθά είταν τα δικά του, μα τα
βαθιά γαλανά μάτια και των δυο είτανε τα ίδια. Ο ένας με τον άλλον
είταν η πιο παράξενη αντίθεση κι όμως μοιάζανε περσότερο παρότι
μοιάζουν πάντα μητέρα και παιδί. Ταιριάζανε σα να είτανε πλασμένοι να
είναι πάντα [μαζί, να] πηγαίνουν πάντα μ' άνθη στο χέρι, να βαδίζουν
ως το τέλος της ζωής τους κρατημένοι χέρι χέρι και να κοιτάζουνται
στα μάτια. Κανένας δεν μπορούσε να τους δη μαζί, χωρίς να φωτιστή το
πρόσωπό του από ένα ηλιόφεγγο χαμόγελο και πολλές φορές μου έτυχε να
το δω αυτό και να εχτιμήσω περσότερο τον πλούτο μου.

Γιατί αυτήν την εποχή μου φαινότανε η ζωή πλουσιότερη παρά ποτέ. Τα
λησμόνησα όλα όσα είχανε γεμίσει τη ψυχή μου με προαίστησες βαρειές
και μου αρκούσε η στιγμή μονάχα. Μου φαινότανε σα να έπρεπε να
δοκιμάσουμε ό,τι θλιβερό και βαρύ δοκιμάσαμε, μόνο και μόνο για
ναπολάψουμε έπειτα πιο βαθιά την ευτυχία. Ένοιωθα ευγνωμοσύνη για
κάθε νέα μέρα που περνούσε, είμουνα ευχαριστημένος που μπορούσα να
λησμονώ κ' είχα το συναίστημα πως τραβούσαμε προς μιαν ευτυχία
μεγαλήτερη από κείνη που φτάνουν οι άνθρωποι.

Νομίζω πως κ' η γυναίκα μου, ένα διάστημα τουλάχιστο, μοιραζότανε το
αίστημά μου. Γιατί από κείνη χυνότανε αυτός ο αδιάκοπος χείμαρρος της
ευδαιμονίας. Είχε γυρίσει αλήθεια στη ζωή, αιστανότανε τον εαυτό της
καλά, ζούσε κάτω από μεγάλα παλιά δέντρα και μέσα σ' ένα πλήθος
λουλουδιών. Είχε όλους μας τριγύρω της και τίποτε δεν ενοχλούσε τη
γαλήνη της.

Έτσι περπατούσε μαζί μου ένα βράδι στο μεγάλο δρόμο, όπου δεν
απαντούσαμε κανέναν και γι' αυτό τον προτιμούσαμε. Γύρω μας άνθιζαν
οι πασκαλιές γεμίζοντας τον αέρα με τη μυρουδιά τους και στον αχνό,
φωτεινό ουρανό έπλεε το νέο φεγγάρι, δίχως να φωτίζη, κολυμπώντας
μόνο μέσα στο γλαυκό, που άπλωνε πλατύν, απέραντο το θόλο του, όπου
τα χλωμά άστρα δοκιμάζανε να φεγγοβολήσουνε, χωρίς όμως να
κατορθώνουνε να σκίσουνε τη νύχτα.

Όταν θυμούμαι τον καιρό αυτό κι όλα όσα γίναν έπειτα, ξαφνίζουμαι με
την ένταση που είχε πάρει η ψυχή μας τότε. Σα να πέρασε απάνω στον
ουρανό μας ένα ψιλό μονάχα σύννεφο και σκορπίσθηκε έπειτα.

Έτσι πηγαίναμε κ' ερχόμαστε δω κάθε βράδι ευτυχισμένοι και στις
ομιλίες μας δεν υπήρχε ούτε το αλαφρότερο σημάδι θλίψης. Όλα όσα
είχανε γίνει είτανε θαμένα πίσω μας. Δεν είτανε βέβαια η ξένοιαστη
ευτυχία με την τυφλή, αδοκίμαστη ακόμα αυτοεμπιστοσύνη της νιότης.
Είταν κάτι περσότερο. Είταν εκείνη η ήσυχη αρμονία, που έρχεται
μεταξύ δυο ανθρώπων, που υποφέρανε μαζί και νικήσανε, μια ευτυχία,
που τίποτε δεν μπορεί να τη θολώση και να τη σβήση, γιατί είναι
δεμένη άλυτα μαζί με το πιο τρίσβαθο είναι δυο ανθρώπων. Τον καιρό
αυτό γνωρίζαμε πως τίποτε δεν πιθυμούσαμε, τίποτε περσότερο από κείνο
που είχαμε. Σε τέτοιες ώρες της ζωής μπορεί ο ένας να ζητά τη μοναξιά
για να στεγνώση τα δάκρυά του, γιατί ντρέπεται να δείξη πόσο είναι
ευτυχισμένος. Ούτε ξένοι στοχασμοί, που τραβούνε το δικό τους δρόμο,
ούτε φαντασιοπληξίες, ούτε πόθοι μπορούνε νανυψώσουνε την ψυχική αυτή
διάθεση, που πηγάζει μέσα από τη ζωική δύναμη. Όλα εκείνα, που
ψάλλουν τα τραγούδια κ' οι θρύλοι, ζούνε μεστή εκεί μέσα την
αστέρευτη ζωή τους, έτσι όπως δε φτάνει να την αποδώση κανένα ποίημα,
και νομίζω πως παρόμοια συναιστήματα μπορεί να ταγιάση μόνο η
συμβίωση μεταξύ αντρός και γυναίκας.

Έτσι τουλάχιστο αιστανόμαστε αυτές τις ήρεμες ανοιξιάτικες νυχτιές,
που οι περίπατοί μας τελειώνανε πάντα στο ίδιο μέρος, στα κρεβάτια
που κοιμόντανε τα παιδιά. Δε μιλούσαμε πολύ για όσα αιστανόμαστε. Ένα
βράδι όμως είπε η γυναίκα μου:

 — Πόσος καιρός είναι που παντρευτήκαμε;

 — Γιατί ρωτάς; Συ δεν ξεχνάς ποτέ σου τις χρονολογίες.

 — Ναι, μα είναι αλήθεια πως περάσανε περσότερα από δέκα χρόνια;
Είναι αλήθεια πως γεράσαμε τόσο;

 — Σε λυπεί αυτό; απάντησα και χαμογέλασα.

Ακκούμπησε απάνω μου και πήρε το χέρι μου.

 — Είτανε μια εποχή, που είχα τόσο φόβο από τα γερατιά, είπε. Και τον
έχω ακόμα. Μα δε νοιώθω γιατί λένε πως στα νιάτα του αγαπά κανείς
περσότερο και πως είναι πιο ευτυχισμένος. Εκείνοι που το λένε δε
θαγαπήσανε ποτέ.

Έκαμα ναντιλογήσω. Μα μ' έκοψε κι άρχισε άλλη ομιλία. Μίλησε για
στενούς μας φίλους, για γνωστούς που συναναστρεφόμαστε, και δεν ήθελε
να παραδεχτή πως είτανε δυνατό να είταν ευτυχισμένοι. Διηγήθηκε
μερικά πράματα από τη ζωή τους, τι κάμανε και τι είπαν. Περσότερο
επίμενε σε ό,τι δεν κάμανε και δεν είπαν. Κ' έκλεισε την ομιλία της
με τα λόγια:

 — Μου φαίνεται πως στις μέρες μας οι άνθρωποι λησμονήσανε ναγαπούν.
Έχουνε τόσες άλλες ένοιες.

Όλα όσα μου έλεγε τώρα η γυναίκα μου με ξαφνίζανε. Γιατί σπάνια
συνήθιζε να σκοτίζεται με τους άλλους όταν είτανε μαζί μου. Δοκίμασα
να υπερασπιστώ την ανθρωπότητα, κατώρθωσα μάλιστα να την κάμω να
παραδεχτή μερικές εξαίρεσες.

Μα σε όλα, όσα της ανάπτυξα, απάντησε σα να μη με άκουγε πια· κι άμα
σώπασα, ξακολούθησε την ίδια σειρά των στοχασμών της:

 — Γιατί είμαστε συ και γω πιο ευτυχισμένοι από τον άλλον κόσμο;

Το είπε με τόση σοβαρότητα, σα να μελετούσε μονάχα ένα γνωστό και
παραδεγμένο περιστατικό, και πρόστεσε:

 — Βρίσκω πως όλοι οι άλλοι είναι δυστυχισμένοι, όταν τους συγκρίνω
με σε και με.

Χαμογέλασα με το ζήλο της, ενώ ταυτόχρονα τα λόγια της μου θερμαίνανε
την καρδιά.

 — Γιατί θέλεις να συγκρίνης; είπα.

 — Γιατί αυτό με κάνει ευτυχισμένη, απάντησε.

Κ' ενώ έμεινε ορθή εκεί μπροστά μου και με κοίταξε, πρόστεσε:

 — Άφησέ με να το πω τώρα, γιατί δεν πιστεύω να βρω άλλη φορά
περίσταση να σου το πω: Το βρίσκω τόσο παράξενο όταν συλλογίζουμαι
τον πρώτον καιρό που παντρευτήκαμε. Νόμιζα τότε πως σ' αγαπούσα και
πως είμουνα ευτυχισμένη. Είτανε γιατί δε γνώριζα τίποτε και δεν
εννοούσα τίποτε. Τώρα γνωρίζω τι σημαίνει και θέλω να σ' ευχαριστήσω.

Πριν προφτάσω να το εμποδίσω, άρπαξε το αριστερό μου χέρι και το
φίλησε κι όταν έκαμα να το τραβήξω, το κράτησε σφιχτά και το
ξαναφίλησε στο μέρος που φορούσα το δαχτυλίδι.

Είχε τόση δύναμη και το αίστημά της κι αυτή η ίδια όταν έλεγε τα
λόγια αυτά, ώστε με σύγχυσε. Άφωνος την πήρα στην αγκαλιά μου και τη
φίλησα με το αίστημα πως φιλούσα για πρώτη φορά την αρρεβωνιαστικιά
μου. Και γνώριζα μαζί της πως η γις δεν έκρυβε μεγαλήτερη ευδαιμονία.

6

Ο Σβεν βρήκε σύντροφο να παίζη κι αυτό είταν κατιτί σημαντικό στη
μικρή ζωή του. Γιατί προτήτερα έπαιζε μόνο με τα μεγαλήτερα αδέρφια.
Τώρα ο σύντροφος είτανε μερικούς μήνες μικρότερος από το Σβεν κι
είτανε κιόλας κοριτσάκι. Όλα αυτά είτανε κατιτί πολύ νέο και
χαριτωμένο και την εποχή αυτή ο Σβεν είχε να μιλή πολλά με τη μαμά.

Η μικρή Μάρθα είχε ρθει στην εξοχή με τους γονείς της και στην αρχή
κι αυτή κι ο Σβεν κοιταζόντανε μεταξύ τους από μακριά. Η Μάρθα είταν
ένα μικρό, ασύγκριτα χαριτωμένο κοριτσάκι με κόκκινα δροσερά μάγουλα,
γαλανά μάτια και μακριά σγουρά μαλλιά, σχεδόν απαράλλαχτα σαν του
Σβεν. Και δεν πέρασε πολύς καιρός, όσο που μια μέρα ήρθε και κάθησε
κοντά στο Σβεν και τον κοίταζε περίεργη τι έκανε.

Ο Σβεν είτανε συνηθισμένος να παίζη μόνος του, κ' είχε βρει ένα
παιγνίδι, που τονέ διασκέδαζε πολύ. Έβγαινε όξω, κάθιζε χάμω στο
λιβάδι και παρατηρούσε με τη μεγαλήτερη περιέργεια τι γινόταν εκεί
μπροστά του. Είταν εκεί μερμύγκια που σκαρφαλώνανε στα χορταράκια,
μια πεταλούδα που κάθιζε σ' ένα λουλούδι κ' έπειτα πετούσε με λευκά
φτερά μακρήτερα στον ήλιο, ένας σκάθαρος που αναποδογυρίστηκε κ'
έπρεπε να τον σηκώσουν για να μπορέση να συρθή παραπέρα, μικρά
πουλάκια που πηδούσανε γύρω στους βώλους της γις και δεν πειραζόντανε
διόλου από την παρουσία του παιδιού, εκεί που ζητούσανε τροφή για τον
εαυτό τους ή για τα μικρά τους. Ή καθότανε μονάχα εκεί ο Σβεν κ'
έκοβε χορταράκια και τα κοίταζε και τα περνούσε ανάμεσα από τα
δάχτυλά του κι όταν γέμιζε το χέρι του, τα πετούσε κι άρχιζε να κόβη
άλλα. Αυτό το έλεγε ο ίδιος «παιγνίδι στη χλόη» και μπορούσε να μιλή
πολλή ώρα γι' αυτό, όταν άφινε τα παιγνίδι κ' έτρεχε να διηγηθή της
μαμάς τις ανακάλυψες που έκαμε. Αυτό το παιγνίδι του Σβεν κοίταζε η
μικρή Μάρθα και τέλος τονέ ρώτησε τι έκανε κει.

 — Δε βλέπεις; Παίζω στη χλόη, είπε ο Σβεν. Και ξαφνισμένος άνοιξε
πλατιά τα μάτια του.

Όχι, η Μάρθα δεν το εννοούσε, μα αφού είδε το Σβεν να παίζη τόση ώρα
εκεί, νόμισε πως έπρεπε να είναι κάτι πολύ διασκεδαστικό και κάθησε
κι αυτή κοντά του. Και τα δυο παιδιά κόβανε χλόη και κοιτάζανε τα
μερμύγκια και πλησιάσανε τα ένα με το άλλο τόσο, που όταν σηκωθήκανε
να φύγουν, είτανε κρατημένα χέρι χέρι και νομίζανε πως μπορούσανε να
μείνουν αιώνια έτσι.

Έπειτα από λίγες μέρες ο Σβεν είτανε καθισμένος κοντά στη μαμά και
της μιλούσε για τη Μάρθα. Τώρα δε μιλούσε πια για τη χλόη και τάνθη,
για τα πουλιά και τις πεταλούδες. Διηγότανε μονάχα τι είπε η Μάρθα
και πώς παίζανε καλά μαζί.

Μια μέρα του είπε η μαμά:

 — Την αγαπάς πολύ τη Μάρθα;

Κι ο Σβεν τέντωσε το κάτω αχείλι κι απάντησε:

 — Δεν ξέρεις πως η Μάρθα είναι αρρεβωνιαστικιά μου;

 — Μα αυτό δε μου το είπες, απάντησε σοβαρά η μαμά.

 — Πρέπει όμως να το ξέρης· θα παντρευτούμε, είπε ο Σβεν.

 — Πότε θα παντρευτήτε; ρώτησε η μαμά.

 — Άμα μεγαλώσουμε, απάντησε ο Σβεν.

Ο Σβεν είταν ευχαριστημένος που είχε αρραβωνιαστικιά κ' είτανε
τωραιότερο θέαμα, που μπορεί να φανταστή κανείς, όταν τα δυο παιδιά
πιασμένα χέρι χέρι περνούσαν την αυλή κι ο ήλιος έπαιζε στα σγουρά
μαλλιά τους, ή όταν ο Σβεν έσερνε τη Μάρθα στο μικρό της καροτσάκι
και γύριζε πίσω αδιάκοπα να τη βλέπη.

Κάποτε όμως μαλλώνανε και τότε ο Σβεν κατέβαζε τα μούτρα κ' ερχότανε
κ' έλεγε της μαμάς πως η Μάρθα είναι κακή.

Κ' η μαμά του απαντούσε:

 — Ναι, μα αφού θα την παντρευτής, πρέπει να τα ξαναφτιάσης μαζί της.

 — Δε θα την παντρευτώ, έλεγε ο Σβεν.

Ωστόσο ξαναφιλιώνανε, τα συμβιβάζανε, φιλιόντανε και παίζανε καλήτερα
από πριν.

Εννοείται πως η μαμά αγαπούσε την αρρεβωνιαστικιά του Σβεν τουλάχιστο
όσο κι αυτός κι όταν ερχότανε κ' ήθελε να πάρη το Σβεν κι ο Σβεν δεν
ήθελε ναφήση τη Μάρθα, τότε η μαμά έπαιρνε και τους δυο
αρρεβωνιασμένους από το χέρι κ' έπαιζε μαζί τους και γινότανε η
εμπιστεμένη τους. Ναι, φοβούμαι πως μιλούσε μαζί τους γι' αγάπη και
για γάμο, γιατί γνώριζε τη γλώσσα τους, όσο κανένας άλλος κ' ίσως
ακόμα με τη δύναμη, που είχε η φαντασία της, είχε αρχίσει να
αιστάνεται πως είναι πεθερά.

Δεν ωφελούσε τίποτες ανίσως δοκίμαζε κανείς να πάρη την αγάπη του
Σβεν από την αστεία όψη της. Ο Ούλοφ γελούσε εννοείται με το μικρό
αδερφό και προσπαθούσε να τον πείση πως ένας αληθινός άντρας δε
σκοτίζεται πολύ με τα κορίτσια. Κι ο Σβάντε, που στο σημείο αυτό είχε
λιγότερο καθαρή τη συνείδηση, ήθελε να πειράζη το μικρό αδερφό
λέγοντάς του πως είναι μικρός ακόμα.

Ο Σβεν στενοχωρεμένος έτρεχε στη μαμά. Κ' η μαμά του έλεγε πως δεν
έπρεπε να τον μέλη τι λέγανε τα μεγάλα αδέρφια και πως δεν είναι
καθόλου κωμικό ναγαπά τη Μάρθα, αδιάφορα αν είναι μικρός ή μεγάλος.

Έτσι ησύχαζε ο Σβεν και δεν άφινε να θολώνεται περσότερο η ευτυχία
του. Είτανε τόσο σοβαρός μέσα στη χαρά του, ώστε δεν εννοούσε πώς
είτανε δυνατό ναστειεύεται κανείς για ένα τέτοιο πράμα και γι' αυτό
δεν το κρατούσε μυστικό. Όταν κανείς μεγάλος τονέ ρωτούσε, αν είναι
αλήθεια πως έχει αρρεβωνιαστικιά, ο Σβεν απαντούσε «ναι» απερίφραστα
κ' έτρεχε αμέσως κ' έπαιζε μαζί της, σα να ήθελε να ρωτήση μ' αυτό
τον κόσμο, αν δεν είναι αλήθεια ωραία και χαριτωμένη, σα μια
πραγματική αρρεβωνιαστικιά.

Ναι, γενικά ο τρόπος του Σβεν είτανε τέτοιος, ώστε πάψανε
ναστειεύουνται μαζί του· κι αυτά ταδέρφια ακόμα τον αφήσανε πια
ήσυχο.

Μια μέρα όμως δεν ξέρω πως κατέβηκε του Ούλοφ να του πη πως έχει
μακριά μαλλιά σαν κορίτσι. Αυτό το είχε ακούσει ο Σβεν και πριν, μα
δεν τον έννοιασε.

Τώρα όμως ο μεγάλος αδερφός πρόστεσε:

 — Μα δεν πηγαίνει πια, αφού έχεις αρρεβωνιαστικιά.

Κι αυτό έκαμε βαθειά εντύπωση του Σβεν.

Από την ημέρα αυτή δεν έπαψε να τυραννή τη μαμά για τα μαλλιά του.

 — Θέλω να έχω τα μαλλιά σαν τάλλα αγόρια, έλεγε.

Δεν ωφέλησε πως η μαμά τον παρακάλεσε να μην τονέ νοιάζη τι λέγανε τα
μεγάλα αδέρφια. Δεν ωφέλησε ακόμα πως τον παρακάλεσε ναφήση τα μαλλιά
του για χάρη της μαμάς, που ταγαπούσε τόσο. Ο Σβεν επίμενε πως πρέπει
να τα κόψουν.

 — Δε θέλω να φαίνουμαι σαν κορίτσι, έλεγε.

Η μαμά λυπότανε και με την ιδέα μόνο πως μπορούσε κανείς ναγγίξη τα
ωραία μαλλιά.

 — Δεν μπορώ να φανταστώ το παιδί χωρίς τα σγουρά μαλλιά του, έλεγε.

Τον έπαιρνε στην αγκαλιά της, του ψιθύριζε, του μιλούσε, τον ικέτευε.
Μα ο Σβεν δεν μπορούσε να πειστή. Παρακαλούσε τόσο κ' είτανε τόσο
συγκινητικός, που τέλος κατώρθωσε να του γίνη το θέλημα.

Ήρθε μέσα στην κάμαρά μου με το κόκκινο καπελάκι του, με το άσπρο
φόρεμα κυματιστό γύρω στις μικρές γαμπίτσες.

 — Πάω στην πόλη να κόψω τα μαλλιά, φώναξε.

Είτανε γεμάτος ζήλο κ' ευχαρίστηση κι όταν κάθησε στο τραίνο,
φλυαρούσε ακατάπαυτα και γύρισε κ' είπε ενός άγνωστου ηλικιωμένου
κυρίου, που δεν τον είδε ποτέ στη ζωή του, πως πηγαίνει στην πόλη να
του κόψουν τα μακριά μαλλιά.

Ο ξένος κύριος σήκωσε τα μάτια από την εφημερίδα, έρριξε στο παιδί
ένα ξεχασμένο αδιάφορο βλέμμα και ξακολούθησε να διαβάζη.

Ο Σβεν νόμισε πως ο κύριος δεν άκουσε και ξαναείπε για να του
εξηγήση:

 — Θα κόψω τα μαλλιά μου για να μη φαίνουμαι σαν κορίτσι.

Μα ο ξένος κύριος κρύφτηκε πίσω από την εφημερίδα του και ψιθύρισε
κάτι, που έκανε τη μαμά να πη του αγαπημένου της να σωπάση.

Έπειτα έμεινε άφωνος ο Σβεν σ' όλον το δρόμο και καθότανε όλως διόλου
ακίνητος, σα να στοχαζότανε κάτι. Φαινότανε τόσο ανόρεχτος, ώστε η
μαμά τον πήρε στην αγκαλιά της και τονέ χάδεψε και θύμωσε με τον
ηλικιωμένον κύριο, που δεν ένοιωσε πως ο μικρός καθόταν εκεί
λυπημένος γιατί ο κόσμος δε νιαζότανε πως ένα μικρό παιδάκι είναι
χαρούμενο.

Ο Σβεν δε μιλούσε άμα βγήκε στο δρόμο· έπειτα όμως είπε ψιθυριστά, σα
να είχε φόβο μην τον ακούση κανείς:

 — Αυτός δεν είτανε βέβαια ευγενής κύριος.

 — Ναι, μα βλέπεις, δεν τονέ γνωρίζεις, Σβεν, του είπε η μαμά.

 — Μπορούσε όμως να είναι ευγενής, είπε ο Σβεν.

 — Μα τα παιδιά δεν πρέπει να μιλούνε στους ξένους, του παρατήρησε η
μαμά.

 — Νόμιζα πως θα χαιρότανε νακούση πως δε θα φαίνουμαι πια σαν
κορίτσι.

Άμοιρο παιδάκι! συλλογίστηκε η μαμά, και θύμωσε πάλι μέσα της, όταν
στοχάστηκε όλους τους σκυθρωπούς ανθρώπους, που σβήνουν τη χαρά των
παιδιών. Άμοιρο παιδί! Ποια θα είναι μια μέρα η τύχη σου στον κόσμο;

Και για να παρηγορήση σωστά το Σβεν και να ξαναφέρη τη χαρά του,
είπε:

 — Είτανε κακός, πολύ κακός κύριος· αλήθεια.

Τότε άστραψε πάλι από χαρά ο Σβεν κ' η λύπη του σβήστηκε, γιατί
μπορούσε να πιστεύη πως μόνο κακοί άνθρωποι κάνουνε τέτοιο πράμα. Του
κόψανε τα μαλλιά κ' η μαμά τον πήγε στο ζαχαροπλαστείο. Του έδωσε
γλυκίσματα κι ο Σβεν είταν υπερευχαριστημένος γιατί νόμιζε πως όλοι
οι άνθρωποι εκεί ξέρανε πως πρώτη φορά έκοψε τα μαλλιά του. Έπειτα
γύρισε με τη μαμά στο σπίτι κι όταν φτάσανε στην αυλή, άφησε το χέρι
της κ' έτρεξε όσο μπορούσε γλήγορα μέσα στον μπαμπά.

Στάθηκε μπρος στο τραπέζι, έβγαλε τα καπέλο του και λησμόνησε πως δεν
έπρεπε να ενοχλή τον μπαμπά όταν εργάζεται. Στάθηκε άφωνος με το
καπέλο στο χέρι κι όλο το σώμα του είτανε σε κίνηση από την
περιέργεια νακούση τι θα έλεγε ο μπαμπάς. Ναι, τα μάτια του
μεγαλώσανε τόσο, που φαινότανε σα να μην είταν όλος άλλο τίποτε από
μάτια.

Ο μπαμπάς κοίταζε και κοίταζε και μάντευε πως θα είχε γίνει κάτι
περίεργο. Τέλος ένοιωσε και τότε έπρεπε να σηκώση το μικρόν ψηλά και
να τον ξαναβάλη κάτω.

 — Τώρα έγινε ο Σβεν σωστό αγόρι, είπε ο μπαμπάς.

Και με το πιστοποιητικό αυτό του αρρενωπού του έτρεξε ο Σβεν να τονέ
δούνε τα μεγάλα αδέρφια και να τον τονέ θαυμάση η Μάρθα.

7

Το καλοκαίρι, που άρχισε σε μια τόσο γελαστή τοποθεσία, έπρεπε να
συνεχιστή στα δυτικά ακρογιάλια κι ο λόγος είτανε πως με τραβούσε κει
μια επιθυμία δυνατότερη παρότι μπορώ να την περιγράψω.

Αδύνατο να πω πως ήρθε μέσα μου ο παράλογος αυτός πόθος. Ίσως να
είταν αφορμή πως πέρασα ένα καλοκαίρι εκεί όταν είμουνα παιδί κ'
είναι βέβαια αρκετά αβέβαιο τι μέρος παίζουν αυτές οι έστω παροδικές
δυνατές εντύπωσες της παιδικής ηλικίας στη μόρφωση των αιστημάτων,
που επηρεάζουν την κατοπινή ζωή μας.

Και μέ μου φαίνεται παράξενο πως η ανάμνηση των μερών αυτών κρατήθηκε
τόσο ζωηρή περσότερο από τριάντα χρόνια. Είμουνα δηλαδή τότε μόλις
έξι χρονών κ' οι θύμησες της ηλικίας αυτής σβήνουνε πάντα έξω από
κείνες, που δένουνται με το σπίτι, όπου ζήσαμε χρόνια ολάκερα. Όλον
τον καιρό έπειτα έβλεπα μπροστά μου τη θάλασσα, έτσι όπως την είχα
δει τότε. Την είχα δει με τεράστια κύματα μεγαλωμένα από την παιδική
φαντασία ως το αφάνταστο. Είχα δει τα φύκια, τις μέδουσες και τα
θαλασσινά αστεράκια, ολάκερη την πλούσια ζωή του βυθού στους ρηχούς
κόρφους και κοντά στους σταχτιούς σκοπέλους. Είχα δει βράχους γυμνούς
να υψώνουνται απάνω από το κύμα, που έσπαζε στα πόδια τους, κ'
αιστάνθηκα να ξυπνά μέσα μου η παράξενη θύμηση μιας μεγάλης
τρικυμίας, που χτυπούσε με σωρούς άμμο το ευαίσθητο παιδικό πρόσωπό
μου.

Είναι παράξενο πώς κρατεί κανείς τόσον καιρό μια τέτοια θύμηση κι
ακόμα πιο παράξενο πώς μπορεί αυτή κ' ενεργεί με τόση δύναμη μες την
ψυχή μας. Μια τέτοια θύμηση είναι γεμάτη νοσταλγική μελαγχολία, που
μοιάζει με τόνειρο της κόρης, που περιμένει τον ιππότη ναρθή μια μέρα
και να σκύψη να της ψιθυρίση ταξίματα υπερβολικής ευτυχίας. Η
μελαγχολία αυτή μοιάζει με το αίστημα του νέου, που ακούει στις
φλέβες του τα μηνύματα θριάμβων που προσμένει. Ναι, μοιάζει ίσως
περσότερο με την ήσυχη πίστη για το μέλλον, που ζει στην ψυχή αντρών,
που μέσα τους δεν πεθαίνει ποτέ όλως διόλου ο νέος. Ζούσε και στη
δική μου ψυχή σα νοσταλγία και περάσανε δεκάδες χρόνια όσο να μπορέσω
νακούσω το μήνυμά της.

Όταν όμως ύστερ' από πολλά χρόνια μπορούσα να γνωρίζω πια πως μου
είτανε δυνατό ναπολάψω ένα καλοκαίρι κοντά στη θάλασσα, τότε είταν η
γυναίκα μου που μ' έκανε να φοβούμαι πως όλη η χαρά μου θα έλιωνε σ'
έναν καπνό. Η γυναίκα μου δεν είχε δει ποτέ τα δυτικά ακρογιάλια κ'
ήξερα πως είχε ένα είδος αντιπάθεια για όλο το ταξίδι κ' είπε το ναι
μονάχα γιατί ένοιωσε πως η παραμικρότερη αντίσταση θα με λυπούσε. Το
γνώριζα αυτό, γιατί μια μέρα είπε: «Δεν μπορώ να φανταστώ ένα
καλοκαίρι, που δε βλέπει κανείς δέντρα».

Κ' ένοιωσα καλά πως με τα λόγια αυτά που της ξεφύγανε, πρόδωσε μιαν
αντιπάθεια για όλο το ταξίδι αυτό, μιαν αντιπάθεια που είτανε
ριζωμένη τόσο βαθιά ώστε να φοβάται κ' η ίδια πως δε θα μπορούσε να
τη νικήση. Αφού όμως είδε πως την παρατήρησα, έκαμε το καθετί για να
εξαλείψη αυτά τα λόγια από τη θύμησή μου. Μα δεν το κατώρθωσε κι
άρχισα να αιστάνουμαι μια στενοχώρια όταν στοχαζόμουνα τη θάλασσα,
που την ποθούσα τόσο.

Όλο αυτό το πράμα δεν είτανε για με ούτε τόσο ασήμαντο ούτε τόσο
μωρό, όσο φαίνεται ίσως. Κανένας δεν μπορεί να αιστανθή πραγματική
χαρά όταν σμίγουνε μ' αυτή παραφωνίες κ' η χειρότερη παραφωνία, που
μπορούσα να φανταστώ, είτανε πως η γυναίκα μου δε μοιραζότανε τη χαρά
μου. Είμουνα συνηθισμένος να μη μένω ποτέ μόνος ούτε στη χαρά ούτε
στη θλίψη και γινόμουνα έξω φρενών όταν έβλεπα τώρα πως έμενα μόνος
με τον πόθο μου.

Ήθελα να πραγματοποιηθή τόνειρό μου κι αγωνιζόμουνα γι' αυτό με τον
ίδιο ζήλο, όπως τότε που πίστευα πως είχα χάσει την αγάπη της
γυναίκας μου κι αγωνιζόμουνα να την ξαναποχτήσω. Μέρα και νύχτα
στοχαζόμουνα τι μπορούσα να κάμω για να ξεφύγω τον κίντυνο που
φοβόμουνα πως θα μου τάραζε τη χαρά του καλοκαιριού και τέλος νόμισα
πως βρήκα το μέσο. Πρότεινα δηλαδή μια μέρα της γυναίκας μου να
κάμουμε το γύρο όλης της Σουηδίας ως τους δυτικούς γιαλούς και το
έκαμα γιατί ήθελα να τη νικήσω. Αιστανόμουνα πως θανοίγαμε μεταξύ μας
έναν αγώνα και δεν ήθελα να βγω νικημένος απ' αυτόν. Ήθελα ναναγκάσω
τη γυναίκα μου ναγαπήση τη θάλασσα και νόμιζα πως ο τρόπος, που
βρήκα, είταν ο καλήτερος που μπορούσε να σκεφτή ένας άνθρωπος. Η
σειρά των στοχασμών μου είταν η εξής: «Ο δρόμος περνά μες από τα
βραχόνησα της Στοκχόλμης, πλέοντας πλάι σ' όλο το θαυμαστό ανατολικό
γιαλό. Σιγά σιγά, χωρίς να το νοήση, θα βρεθή η Έλσα από τη γελαστή
φύση των ανατολικών γιαλών στην ξερή των δυτικών κι ασυναίσθητα θα
της επιβληθή τα μεγαλείο τους, που ξεπερνά κάθε άλλο μεγαλείο».

Ωστόσο δεν μπορώ να πω πως στο ταξίδι αυτό έγινε κάτι, που να με κάμη
να πιστέψω πως το σχέδιό μου είχε την επιτυχία που πιθυμούσα. Η
γυναίκα μου είταν ευχαριστημένη, όπως πάντα όταν ταξίδευε στη
θάλασσα, χωρίς όμως να δείχνη πως το ταξίδι έδινε κάποια ωρισμένη
διεύθυνση στους στοχασμούς της. Όλη η ιστορία είτανε γι' αυτή ένα
μακρινό θαλασσινό ταξίδι, τωραιότερο που έκανε, τίποτε όμως
περσότερο.

Όλο το διάστημα βρισκόμουνα σε φοβερή ένταση και το θάρρος μου άρχισε
να πέφτη όταν περάσαμε την Γκαίτεμποργ και είδα τον αφρό της θάλασσας
να σπάζη σταγαπημένα μου περιγιάλια.

Φυσούσε δυνατός αέρας και φυσικά τη στιγμή αυτή κάθε άλλο είτανε παρά
ευχάριστος, όχι τόσο γιατί έκανε ενοχλητικό το ταξίδι, όσο γιατί μια
τρικυμία στα δυτικά ακρογιάλια δεν είναι το καταλληλότερο μέσο να
σβήση μιαν αντιπάθεια προς τη θάλασσα, όταν υπάρχει. Παρατηρούσα όλη
την ώρα την γυναίκα μου και την παρατηρούσα από το πλευρό, ενώ το
βαπόρι ανέβαινε ψηλά στα κύματα και κείνα πλημμυρίζανε το κατάστρωμα
από την καρίνα ως το τιμόνι. Μα δεν μπορούσα νανακαλύψω τίποτε, που
να έδινε την απάντηση στο άφωνο ρώτημά μου. Όπως καθόταν εκεί και
κοίταζε τα μαύρα νερά, μου φαινότανε απλησίαστη και μέσα μου κράζαν
εκατό αντιφατικές φωνές, που μάζευαν όλη τη δύναμη τους για να
φτάσουνε στην καρδιά και στη συμπάθειά της.

Μα όπως καθόμουν εκεί, άρχισε να φεύγη η ανησυχία μου και δίχως να μ'
ενοχλή κανένας δισταγμός και δίχως καμιά νευρικότητα έβλεπα πρώτη
φορά τη φύση των δυτικών γιαλών. Με γέμιζε μ' ένα αίστημα, ιερό μπορώ
να πω, και μπρος σ' αυτά χανόντανε όλα τάλλα.

Το πλοίο χόρευε απάνω στην ταραγμένη θάλασσα και μπρος στην πλώρη
του, ξεχώριζε η σκιαγραφία ενός μακριού νησιού, που σημαδευότανε σ'
ένα βάθος από σύννεφα που κυνηγούσαν ένα τάλλο. Όσο σιμώναμε προς το
νησί, τόσο πιο δυνατά με φλόγιζε βαθιά μου η χαρά του πόθου, που τον
έθρεφα τόσα χρόνια και που τώρα έμελλε να πληρωθή. Κατεβήκαμε στην
αποβάθρα και μ' ένα βλέμμα αχόρταστο αγκάλιασα όλα γύρω μου. Είδα τις
αποβάθρες, τα παραπήγματα των πλοίων, όλα τα μικρά χτίρια, που
λάμποντας με τανοιχτά χρώματά τους, στρυμωνόντανε στην πλαγιά του
γυμνού βουνού. Στο λιμάνι χοροπηδούσαν οι βάρκες η μια κοντά στην
άλλη κι απάνω στους βράχους ξηραινόντανε στον ήλιο σωροί ψάρια. Έξω
σ' ένα ακρωτήρι του νησιού στεκόντανε μαζεμένοι μερικοί άντρες με
πισσωμένα φορέματα, με ναυτικά κασκέτα και ψηλά ποδήματα και
ταχτοποιούσαν αργά και προσεχτικά ένα σωρό μεγάλα ψάρια, που πρώτη
φορά τα έβλεπα.

Ο δυνατός αέρας χτυπούσε το πρόσωπό μου και τα μάγουλα, και γύρω μου
άκουγα έναν κρότο σαν από βροντερούς καταρράχτες, που τους δέρνουν
άγριοι άνεμοι. Είδα τις γραμμές των βράχων να χάνουνται γλαυκόμαυρες
στο μάκρος, ενώ η μπόρα κυνηγούσε με λύσσα τα σύννεφα στον ουρανό,
που έλαμπε γαλανός εκεί όπου σκιζόντανε τα νέφη. Κι όταν ήρθα στο
μικρό λευκοχρισμένο σπίτι μας, έξω στην άκρη άκρη του δυτικού
ακρωτηριού, μακριά από τις άλλες ανθρώπινες κατοικίες, τότε είδα
πρώτη φορά τη θάλασσα.

Στάθηκα πολλή ώρα και κοίταζα έξω αυτήν την θάλασσα, που κατώρθωσα να
τη φτάσω τέλος. Κι όταν μπήκα στην κάμαρά μας, είδα πως τα δικά μου
παράθυρα είχαν την ίδια θέα, που είπα πρωτήτερα, με τη διαφορά πως η
θάλασσα φαινόταν από δω ακόμα σιμότερα. Στάθηκα πάλι εκεί και δεν
ήξερα τι γινότανε μέσα μου εκείνη τη στιγμή. Μα την ίδια ώρα έπεσε η
ματιά μου στη γυναίκα μου. Έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω και
μια στιγμή μου φάνηκε πως από την ώρα, που πάτησα το νησί αυτό,
λησμόνησα όλα όσα είχανε τραβήξει τη σκέψη μου τόσον καιρό, όλη τη
νευρικότητα, όλους τους δισταγμούς, τους δόλους, τους υπολογισμούς,
όλον τον αγώνα να βιάσω τη γυναίκα μου να αιστάνεται όπως εγώ. Τώρα
έστεκε κει και δεν ήξερα αν εκείνη τη στιγμή οι στοχασμοί μας
παλεύανε μεταξύ τους ή συναπαντιόνταν.

Τότε έστρηψε το πρόσωπο κ' είδα πως τα μάτια της είτανε δακρυσμένα.
Μου άπλωσε το χέρι της, το έπιασα και σταθήκαμε κει μαζί και
κοιτάζαμε τη θάλασσα. Κάτω από τα παράθυρά μας τα κύματα κυλούσαν
απάνω στις πέτρες κι όσο μακριά έφτανε το μάτι, έβλεπε μόνο τις
λευκές κορφές απάνω στη σκοτεινή επιφάνεια της θάλασσας και τα μικρά
βραχόνησα, που γύρω τους σπάζανε τα κύματα. Σαν καταρράχτες από λευκό
αφρό ορθωνόντανε ψηλά τα κύματα, σπρωγμένα από το βάρος ολάκερης της
θάλασσας, που τα στρύμωχνε από τη δύση. Είτανε μια ταραχή γεμάτη
ήσυχη δύναμη, μια μεγάλη έκρηξη, που είχε κάτι από την αναγάλια της
ζωής.

Εμπρός στην ταραχή αυτή η δική μου ησύχασε κ' ενώ κρατούσα το χέρι
της γυναικός μου αιστάνθηκα πως κ' οι δυο βαδίζαμε προς τη θάλασσα
και φτάσαμε σ' αυτή από χωριστούς δρόμους. Δεν προφέραμε λέξη, μα
στεκόμαστε αυτού πολλή ώρα και μέσα μας πέθαινε ό,τι είχε υπάρξει
εκεί. Όταν αποκοιμηθήκαμε, ακούγαμε ακόμα το θόρυβο του ανέμου και
των κυμάτων κι όταν έπαψε η ταραχή, μας ξύπνησε η γαλήνη.

Εμπρός από τα παράθυρα μας απλωνόταν η θάλασσα ήσυχη και μεγάλη.

8

Την ανάμνηση αυτή την είχα σημειώσει από χρόνια. Δε γνώριζα τότε πως
θα είχα να παλέψω με τη γυναίκα μου έναν άλλο μεγαλήτερον αγώνα, έναν
αγώνα, που ύστερ' από το τέλος του η μοίρα μου είτανε να μείνω μόνος
κι ωστόσο όχι μόνος, με την ψυχή θλιμένη κι ωστόσο όχι χωρίς ελπίδα.

Τώρα βλέπω πως καθόμαστε τότε απάνω στον ψηλότερο βράχο, εμπρός από
το λευκό αναπαυτικό σπίτι μας. Με μια λαμπράδα, που πάντα είναι νέα,
που αλλάζει κάθε βράδι, βυθά ο ήλιος στη θάλασσα κι ανάμεσά μας είναι
ο Σβεν. Είναι ξυπόλυτος και μελαψός κ' επειδή με τα βράδι ψυχραίνει ο
αέρας, χώνει τα μικρά του πόδια κάτω από τα φόρεμα της μαμάς.
Παρακαλεί να τον αφήσουμε να μείνη όσο φαίνεται ακόμα ο ήλιος. Τα
μάτια του κοιτάζουν ξαφνισμένα τις τελευταίες φλογερές αναλαμπές του
ηλιού, που χάνεται στην ήσυχα κυματισμένη θάλασσα. Κάθεται κει με το
σαγόνι ακκουμπημένο στο χέρι του, σα να συλλογίζεται κάτι σοβαρό, που
δεν μπορεί να το εκφράση με λόγια. Κι όταν τέλος ξέρει πως πρέπει να
πάη να κοιμηθή, κρεμιέται στα λαιμό του μπαμπά και παρακαλεί να τον
φέρω στο κρεββάτι του.

Με το αλαφρό μου φόρτωμα στην αγκαλιά κατεβαίνω σιγά τους βράχους κι
όταν γυρίζω βλέπω εκεί απάνω το σκοτεινό ίσκιο της γυναικός μου.
Κάθεται, όπως καθότανε ο Σβεν πρωτήτερα, και τα μάτια της κοιτάζουνε
στο σημείο, όπου βασιλεύει ο ήλιος κι όπου έχουνε σβήσει οι
τελευταίες ρόδινες φλόγες.

9

Ποτέ δε θαυμάστηκε τόσο ο Σβεν, δε χαδεύτηκε, δεν κρατήθηκε από όλους
στα χέρια και δεν αποθεώθηκε, όπως αυτό το καλοκαίρι. Οι ναυτικοί τον
πέρνανε στον ώμο και του φτιάνανε βαρκίτσες, οι γερόντισσες
σταματούσανε και χαμογελούσαν, μόλις τον βλέπανε.

Οι νέες γυναίκες λησμονούσαν τα δικά τους παιδιά και λέγανε πως ποτέ
δεν είδαν τόσο ωραίο αγόρι, τα κορίτσια τον περνούσαν από τους
βράχους χωρίς να τα παρακαλέση και παίζανε μαζί του. Ο Σβεν γύριζε
αδιάκοπα στον ήλιο και μαύρισε και δυνάμωσε στον αέρα αυτόν, όπως
ποτέ άλλη φορά.

Μ' ένα λόγο ο Σβεν είτανε το κέντρο όλων των στοχασμών μας κι ο ήλιος
του μόνου αυτού καλοκαιριού, που περάσαμε στα δυτικά ακρογιάλια.

Ωστόσο είτανε παράξενο πως ίσια ίσια τον καιρό αυτό βρήκε ένα νέο
θέμα ομιλίας και πάντα γύριζε σ' αυτό. Είτανε χαραχτηριστικό του Σβεν
πως μιλούσε για όλα όσα του ερχόντανε στο νου και το έκανε περσότερο
απροσποίητα παρόσο το συνηθίζουν τα παιδιά, χωρίς να τον μέλη για την
εντύπωση που έκανε στους μεγάλους. Ο Σβεν από τη στιγμή που άνοιξε τα
μάτια δεν αιστάνθηκε γύρω του άλλο από θερμότητα κι αγάπη. Όταν
έφτασε στην ηλικία, που οι γονείς μπορούνε να καταγίνουνται με τα
τέκνα τους, τον ακολουθούσανε πάντα δυο μάτια, δυο μάτια που
χαιρόντανε στο κάθε κίνημά του, εννοούσανε και του δίνανε θάρρος σε
κάθε λόγο του, καθρεφτίζανε κάθε κίνημα της τρυφερής κι αθώας ψυχής
του καθαρότερα και καλήτερα παρότι θα το έκανε ο ίδιος. Με το μέσο
της αγάπης της μητέρας του γνώρισε ο μικρός Σβεν όλον τον κόσμο γύρω
του κ' επειδή αυτή η αγάπη ταίριαζε με τη δική του φύση, τη γεμάτη
τρυφερή αφοσίωση, όπως κι αυτός ταίριαζε με κείνη, που κάθε μέρα του
έδινε κάτι νέο, όλο και κάτι περσότερο — έτσι ο Σβεν δεν μπορούσε να
σκεφτή διαφορετικά παρά να εκφράζη φυσικά κι απλά, όπως του ερχότανε,
καθετί που σάλευε, μεγάλωνε και ρωτούσε μέσα του.

Να υπήρχε τάχα μέσα και σε κείνον, αν και δεν μπορούσε να το εκφράση,
κάτι σαν προαίστηση πως δεν είτανε γι' αυτόν τον κόσμο; Να τον έδενε
τάχα και κείνον αυτή η προαίστηση περσότερο με τη μητέρα του, που
έκρυβε κάτω από την ευτυχία της το ίδιο αίστημα; Ποιος μπορεί να
δώση μιαν απάντηση σ' αυτό; Ή ποιος μπορεί να δοκιμάση να τη δώση;
Κανείς. Μόνο η σιωπή σαλεύει απάνω από ανθοφορτωμένους τάφους.

Το βέβαιο είναι όμως πως ο μικρός Σβεν ανακάλυψε μια μέρα μιαν εικόνα
κρεμασμένη στην κάμαρα της μαμάς κι αφού την κοίταξε μερικές στιγμές,
την κατέβασε και την παρατηρούσε σιωπηλός, σα να έβλεπε εκεί κάτι
νέο, που το λογικό του δεν το ένοιωθε.

Δεν είτανε καμιά εικόνα σύμφωνη με το σημερινό αίστημα. Έχει πολύ
λίγη τέχνη και διηγείται μιαν ιστορία. Υπάρχει μια παράδοση, που
λέγεται η πομπή του θανάτου. Ο θάνατος είναι σκεπασμένος με λευκό
μαντύα, το κρανίο του όμως μένει ξέσκεπο. Πίσω του έρχεται μια μακριά
ακολουθία από νέους και γέρους ανάκατα κ' είναι τόσο μακριά ώστε
χάνεται στο απέραντο και κανένας δεν μπορεί να δη το τέλος της. Ο
θάνατος κρατεί στο χέρι ένα κουδούνι και φαίνεται πως μόλις το
σήμανε. Φαίνεται, γιατί στο δρόμο κάθεται μια γυναίκα λυγισμένη από
τα γερατιά κι απλώνει παρακαλεστικά τα χέρια στον ανίλεο, που περνά
μπροστά της χωρίς να την κοιτάξη. Κοντά όμως στο θάνατο στέκει ένα
νέο ζευγάρι ερωτεμένων. Στο αυτί του νέου έχει σημάνει το κουδούνι
του θανάτου και το απελπισμένο αγκάλιασμα της αγαπημένης δεν μπορεί
να τον κρατήση. Η πομπή του θανάτου προχωρεί κι όταν έρχεται η θέση,
που μένει ελεύτερη για το νέο, πρέπει να την πάρη κ' η θέση του στη
γις μένει αδειανή και κανείς πόθος δεν μπορεί να τον καλέση πίσω.
Εκεί όμως που φαίνεται πως τελειώνει η πομπή, ροδίζει μια μεγάλη
λάμψη σαν το φως της χαραυγής.

Αυτή είναι η εικόνα κ' η μαμά την είχε πάρει μαζί μ' άλλες εικόνες
και φωτογραφίες και στόλισε την καινούρια καλοκαιρινή κατοικιά μας.

Σε μια φωτογραφία της εικόνας αυτής κάρφωσε το βλέμμα ο Σβεν και
ρώτησε τη μαμά:

 — Τι είναι αυτό;

Κ' η μαμά του διηγήθηκε το παραμύθι του σκληρού θανάτου, που έρχεται
και παίρνει εκείνον, που είναι νέος, κι αφίνει τη γερόντισσα, που
παρακαλεί να πάη κοντά του.

Ο Σβεν ξανακρέμασε την εικόνα στη θέση της.

Το άλλο πρωί όμως την πήρε πάλι κι αφού την κοίταξε μια στιγμή,
ζήτησε της μαμάς να του ξαναπή την ιστορία.

Πάλι κάθησε ο Σβεν κι άκουγε και πάλι τέντωσε ξαφνισμένος τα μεγάλα
μάτια του.

 — Πιστεύεις, μαμά, πως ο νέος είναι λυπημένος που θα πεθάνη; είπε.

 — Ναι, μα η αρρεβωνιαστικιά του είναι περσότερο λυπημένη, απάντησε η
μαμά.

 — Μπορεί όμως να γίνη άγγελος και να βγάλη λευκά φτερά στους ώμους,
είπε ο Σβεν.

 — Βέβαια θα γίνη, είπε η μαμά.

Μα ο Σβεν αναστέναξε και δεν έμεινε ευχαριστημένος.

 — Γιατί δεν μπορεί να πάη μαζί η γερόντισσα αφού το θέλει; είπε.

 — Αυτό δεν το ξέρει κανείς, Σβεν, είπε η μαμά, μόνο ο Θεός το ξέρει.

 — Το ξέρει αυτός;

 — Ναι, το ξέρει.

Ο Σβεν ξαναβγήκε όξω στον ήλιο και στους βράχους. Όμως από τότε η
ιστορία αυτή του έγινε η πιο αγαπημένη και σχεδόν κάθε πρωί, όταν, η
μαμά χτένιζε τα μαλλιά της, ερχόταν ο Σβεν, κατέβαζε την παράξενη
εικόνα και παρακαλούσε τη μαμά να του διηγηθή.

Μα συνέβηκε κάτι άλλο ακόμα του Σβεν κι αυτό έγινε το χειμώνα. Τον
είχαν πάρει μαζί στο θέατρο, σε μιαν απογεματινή παράσταση, που
δινότανε μια Κυριακή. Παίζανε τον «Τυχερό Πέτρο» του Στρίντμπεργ και
βέβαια ο Σβεν δεν ένοιωθε πολλά πράματα από το έργο, ωστόσο
διασκέδαζε με το δικό του τρόπο. Διασκέδαζε τόσο καλά, ώστε η ευθυμία
του μεταδόθηκε και στους καθισμένους τριγύρω του ...

Έπειτα όμως ήρθε η σκηνή, που παρουσιάζεται ο θάνατος στον ήρωα του
έργου, κι ο Σβεν σώπασε. Κανείς δε συλλογίστηκε τη σκηνή αυτή και πως
μπορούσε να του κάμη τόση εντύπωση. Ό,τι όμως έγινε κατόπι δεν το
πρόσεξε ο Σβεν. Κι όταν έπειτα τον ρωτούσε κανείς τι είδε στο θέατρο,
απαντούσε μόνο:

 — Είδα το θάνατο. Είταν ένας μεγάλος, ψηλός σκελετός και μπορούσε
και μιλούσε. Και κρατούσε ένα δρεπάνι στο χέρι.

Αυτήν την ανάμνηση ο Σβεν την έδεσε μαζί με την εικόνα της πομπής του
θανάτου. Το μόνο που δεν μπορούσε να νοιώση είτανε πως ο θάνατος, που
είδε στο θέατρο, κρατούσε δρεπάνι, ενώ στην εικόνα χτυπούσε ένα
κουδούνι. Όσο για τάλλα, η εντύπωση από το θέατρο, η εικόνα στην
κάμαρα της μαμάς και το παραμύθι, που του διηγήθηκε αυτή, είτανε σα
να είχαν σμίξει σ' ένα πράμα.

Κι αδιάκοπα μιλούσε γι' αυτό το θέμα. Η εικόνα εκείνη του τυπώθηκε
τόσο ζωηρά στη φαντασία, ώστε τίποτε δεν μπορούσε να τη σβήση. Και
διηγότανε στον καθέναν, που ήθελε νακούση, πως ήρθε ο θάνατος στον
Πέτρο και τονέ φοβέριξε πως θα τον πάρη και πως έφυγε πάλι, όταν ο
Πέτρος τον παρακάλεσε τόσο θερμά. Το διηγότανε με τέτοιον τρόπο, που
ανατρίχιαζε μόνο με την ανάμνηση κι ο ίδιος. Και να του είχε
παρουσιαστεί μπροστά του ολοζώντανος ο θάνατος, δε θα τονέ συγκινούσε
δυνατότερα.

Οι φίλοι του όμως εκεί όξω στο νησί το βρίσκανε παράξενο πώς μπορούσε
ένα τόσο μικρό παιδί να μιλή για τέτοιο πράμα. Δεν αστειευόντανε μαζί
του, μα εκείνο που τους διηγότανε τους δυνάμωνε στα αίστημα πως
είχανε μπροστά τους ένα πλάσμα παράξενα λεπτό και τρυφερό και το
παίρνανε στα χέρια τους και τα ανεβάζανε στους βράχους.

Κι ο Σβεν δεν άφινε την ευτυχία του να συγχυστή από αυτούς τους
μύθους. Είτανε τόσο συνειθισμένος μ' αυτούς, ώστε του φαινότανε πως
τον ακολουθούσανε σαν ο ίσκιος τον ήλιο. Κ' έπλασε το δικό του κόσμο
έξω στο νησί, Όταν η θαλασσοταραχή έβραζε κι ο άνεμος βογγούσε,
έστεκε στο παράθυρο και κοίταζε όξω τη θάλασσα, που βούιζε, και
μπορούσε να μένη ώρες εκεί.

Όταν ο ουρανός είτανε γαλανός κι ο άνεμος φυσούσε στο νησί ψυχρός και
σιγανός, κατέβαινε μόνος στο αγιάλι, ψάρευε θαλασσινά άστρα και
μάθαινε να παίζη με βαρκούλες.

Μα περσότερο του άρεσε να μένη ψηλά στο βράχο, στη βίγλα των πιλότων,
και παρακαλούσε τη μαμά, που καθότανε κει με την εργασία της, να του
διηγιέται ό,τι γνώριζε για τη θάλασσα. Είτανε κάτι περσότερο από
ευτυχισμένος όταν έτρεχε με γυμνά πόδια στους βράχους και μάζευε
απάνω τα μικρά του πανταλόνια και σκαρφάλωνε τόσο προσεχτικά με τα
λεπτά του πόδια, σα μικρή βασιλοπούλα. Μα όταν ήθελε να πάη
μακρήτερα, τότε παρακαλούσε να τον πάρουνε στα χέρια. Κ' επειδή δεν
μπορούσε κανείς ναρνηθή τίποτε του Σβεν, βρισκότανε πάντα κάποιος που
τον έπαιρνε στα χέρια ή στον ώμο. Και τότε κοίταζε με καμάρι γύρω του
και χαμογελούσε με τη συναίστηση της δύναμής του και της ευδαιμονίας
πως τον αγαπούσαν όλοι.

Όταν όμως μένανε μόνοι η μαμά κι ο μπαμπάς, έλεγε ο τελευταίος συχνά:

 — Είναι γερός και χαρούμενος όσο δεν είτανε ποτέ. Γιατί μιλεί πάντα
για το θάνατο;

Και κείνη απαντούσε:

 — Δεν του μιλώ εγώ γι' αυτόν. Οι στοχασμοί του έρχουνται και φεύγουν
όπως θέλουν. — Βλέπεις;

Έδειξε κάτω στο ακρογιάλι. Εκεί καθότανε ο Σβεν μόνος και φαινότανε
υπερβολικά ευτυχισμένος και χαρούμενος. Κρατούσε ένα σκοινί στα χέρι
και στο σκοινί είτανε δεμένο ένα ξύλο, που έμοιαζε με βάρκα. Ο Σβεν
την έσερνε στο ακρογιάλι, τη φόρτωνε πετραδάκια και την τραβούσε
πάλι.

 — Ακούς; είπε η Έλσα.

Και για νακούσουμε καλήτερα, πλησιάσαμε σιγά σιγά χωρίς να μας δη ο
μικρός.

Είτανε καθισμένος ακούνητος, άφησε τη βαρκούλα να σέρνεται απάνω κάτω
στα κύματα και με σιγανή φωνή τραγουδούσε μόνος του.

Έλεγε ένα ναυτικό τραγούδι, που το είχε μάθει από τα παιδιά στο νησί.

    Τραγουδεί λαρά, τραλαλαρά, λαρά
    και θωρεί το μνήμα του στη θάλασσα βαθιά.

Μας είδε άξαφνα, σώπασε κ' είπε πως δε θέλει να τραγουδή, όταν τον
ακούει ο μπαμπάς.

10

Παρατήρησα πως στο βιβλίο αυτό μιλώ σχεδόν μονάχα πώς περνούσαμε τα
καλοκαίρια μας.

Ο λόγος είναι μόνο γιατί το καλοκαίρι είχαμε ζωηρότερο το αίστημα πως
ζούμε. Το χειμώνα κατοικούσαμε ή στην πόλη, ή τόσο κοντά στην πόλη,
ώστε μπορούσαμε να είμαστε κει όποτε θέλαμε. Κ' έτσι, γινότανε και με
μας ό,τι και με τον περσότερο κόσμο. Η ζωή της πρωτεύουσας μας
παράσερνε στη ζάλη της, ώστε απομένανε μετρημένες οι ώρες, που
μπορούσαμε να ζούμε όλοι μαζί και να αιστανόμαστε πως είμαστε όλοι
ένα. Λείπανε οι παράμερες ομιλίες με τη γυναίκα μου, έλειπε η φαιδρή
συναναστροφή με τα παιδιά. Ούτε η γιορτή των Χριστουγέννων, αυτή πολύ
λιγότερο, δεν ερχότανε χωρίς το αίστημα της εκνευριστικής βίας, που
αφίνει πίσω κούραση, βαριέστισμα και δυσθυμία. Για τούτο περιμέναμε
το καλοκαίρι σαν απολύτρωση από κάτι πονηρό κι όταν φεύγαμε από την
πρωτεύουσα, είτανε σα να πηγαίναμε να ξανανιώσουμε και να βρούμε την
καθαυτό οικογενειακή ζωή.

Τώρα θέλω να διηγηθώ για το τελευταίο μας καλοκαίρι, που είχαμε
αληθινά το αίστημα πως ζούμε, για το καλοκαίρι, που έγινε όλωςδιόλου
διαφορετικό παρότι ελπίζαμε και στοχαζόμαστε.

Τη φορά αυτή διαλέξαμε ένα άλλο μέρος και το κάναμε για να έχη γύρω
της η γυναίκα μου όλα όσα είχε στερηθεί το περασμένο καλοκαίρι στα
δυτικά ακρογιάλια. Γιατί, όσο κι αν της επιβλήθηκε κι αυτής η
θάλασσα, έκρυβε ωστόσο στο βάθος της ψυχής της μιαν αντιπάθεια γι'
αυτή, γι' αυτή που θέλει να κυριαρχή μ' ερημική μεγαλειότητα και δεν
ανέχεται κοντά της ψηλά δέντρα κι ανθισμένα λιβάδια. Μέσα της
νοσταλγούσε πάντα τα φυλλωμένα δάση και τα περισσά άνθη κ' η νίκη που
κέρδισα στον αγώνα μου για τη θάλασσα είδα πως είτανε μισή νίκη μόνο.
Έτσι συμφωνήσαμε να ορίζη στο εξής πότε ο ένας, πότε ο άλλος μας τον
τόπο που θα μέναμε το καλοκαίρι.

Κ' εξόν από αυτό, θέλαμε το καλοκαίρι τούτο να το περάσουμε με τη
συντροφιά άλλων και να ξαναδοκιμάσουμε κείνο το αίστημα, που μας
γέμιζε τις καρδιές μια φορά, όταν η ευτυχία μας αντανακλούσε σ' έναν
κύκλο φίλων, που μπαινοβγαίνανε στο σπίτι μας, όπως και στο δικό
τους.

Για να κάμουμε όσο το δυνατό μεγαλήτερη την αντίθεση με το περασμένο
καλοκαίρι, διαλέξαμε το «Λύδιγγαι» και στήσαμε την κατοικία μας στο
απάνω πάτωμα ενός μισοερειπωμένου πύργου.

Είτανε μια κατοικία με πολλές μεγάλες κάμαρες, με στραβωμένα
παράθυρα, με λεκιασμένους τοίχους και μεγάλες βεράντες παλαιού
ρυθμού, μια στενόμακρη, που έβγαινε στην αυλή, και μια μικρότερη, που
είχε θέα προς έναν κήπο με χορταριασμένους δρόμους κι ακλάδευτα
φραουλόθαμνα, προς τις βελανιδιές μακριά και τον ήσυχο φωτεινόν
κόλπο, που τριγυρισμένος όπως είταν από την πρασινάδα έμοιαζε μ'
ατάραχη λίμνη. Οι βεράντες είτανε κι από τα δυο πλευρά του σπιτιού
σκεπασμένες μ' αγριοκλήματα και το όλο έκανε την εντύπωση σπιτιού,
που κιντύνευε να σκεπαστή από τα φυτά, να ταφή αποκάτω τους, να χαθή
και να γίνη ένα με τη φύση. Όταν καθότανε κανείς στη μικρότερη
βεράντα και κοίταζε τις βελανιδιές και τον ήσυχο κόλπο πέρα από τον
κήπο, δεν μπορούσε να μη στοχαστή πως όλα, όσα είτανε χτισμένα και
καλλιεργημένα εδώ, θα χανόντανε μια φορά και πως θαρχότανε μια μέρα,
που νέοι άνθρωποι θα βρίσκανε κρυμμένο στη γις ό,τι στέγασε τη χαρά
και τη λύπη κ' έδωσε τροφή στο σώμα ανθρώπων ξεχασμένων από καιρό. Το
αίστημα αυτό κυρίευε μελαγχολικά εκείνον που καθόταν εκεί βυθισμένος
στη διάθεση, που γεννούσε το μέρος αυτό, και του φαινότανε πως όλη η
γήινη ευτυχία περιοριζότανε μόνο στο να ζήση εδώ, όσο να πέση το
σπίτι και το παν να σκεπαστή από τάγρια φυτά και τότε ναποκοιμηθή κι
αυτός με τα συντρίμματα και τα παλιά σαπισμένα δέντρα και να γίνη ένα
με την άκαρπη γις, που φαινότανε σα να κουράστηκε κι αυτή να κρατά
απάνω της εκείνο, που είχε τον προορισμό να συντηρή τη ζωή των
καλλιεργητών της.

Εδώ ανθούσαν οι πασκαλιές, οι κύτισσοι κρεμιόντανε λαμπροί και βαριοί
απάνω από τις απεριποίητες βραγιές, όπου οι παπαρούνες γερνάνε
μισομαδημένες στη γις κ' οι τριανταφυλλιές βλασταίνανε
παραστρυμωγμένες. Εδώ είταν όλα, όπως αγαπούσε η γυναίκα μου τη φύση.
Εδώ είχαν όλα κατιτίς από μια μελαγχολική αφτονία που πεθαίνει,
κατιτίς που ταίριαζε με ολάκερη την ψυχική διάθεσή της. Εδώ γύριζε
τριγύρω, σα να ένοιωθε από την πρώτη στιγμή πως είτανε στο σπίτι της.
Εδώ λησμονήσαμε πως η ζωή κ' οι άνθρωποι μας είχανε πληγώσει βαριά
και πως και μεις, για να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, ανταποδώσαμε
τα χτυπήματα. Εδώ λησμονήσαμε τη θλίψη του χειμώνα και τις
εκνευριστικές διασκεδάσες του. Και στην άλλη μεριά του κόλπου είχαμε
φίλους κ' οι βάρκες πηγαινοερχόντανε ανάμεσα της δικής τους και της
δικής μας αποβάθρας.

Εμέ όμως η τοποθεσία όλη μου κάθιζε βαριά στο στήθος κ' είχα το
αίστημα πως μ' εμπόδιζε στην εργασία μου. Με βύθιζε σε μια διάθεση
διαφορετική απ' όσες γνώριζα. Μα ο καιρός περνούσε και μ' αυτόν ήρθε
η γαλήνη. Ο δαίμονας της εργασίας με κυρίεψε με τόση δύναμη, όπως
ποτέ άλλη φορά, και δε μ' ενοχλούσε άλλο τίποτε κι άλλος κανείς από
το Σβεν.

Γιατί είταν ο μόνος, που δεν μπορούσαμε να τονέ συνηθίσουμε πως ο
μπαμπάς πρέπει να έχη την ησυχία του, όταν εργάζεται.

Άνοιγε την πόρτα σα να ήθελε να δείξη πως εννοούσε πως έπρεπε να
βασιλεύη ησυχία. Αν τον κοίταζα, έβαζε το δάχτυλο στο στόμα κ' έλεγε
«Σστ!» με μιαν έκφραση στο πρόσωπο, που έδειχνε πως γνώριζε τη
δύναμή της και ταυτόχρονα τόσο αθώα, ώστε άφινα την πέννα χωρίς να
θέλω. Αν όμως δεν τον κοίταζα, τότε ερχότανε σιγά σιγά στο τραπέζι κ'
έστεκε κοντά μου. Μπορούσε να στέκη πολλή ώρα υπομονετικά εκεί· κι
όταν είχα τη δύναμη να κάνω πως δεν τον ένοιωσα, έφευγε πάλι τόσο
σιγά όπως ήρθε. Αυτό όμως δε γινότανε συχνά κι αν έστριβα λιγάκι μόνο
το κεφάλι, έβλεπα αμέσως τα γαλανά μάτια του να ζητούν ανυπόμονα τα
δικά μου. Και τότε είμουνα χαμένος.

 — Τι θέλεις, Σβεν; έλεγα.

Και νόμιζα πως έπρεπε να φανώ αυστηρός, ήξερα όμως πως δεν το
μπορούσα.

Τότε μου έδειχνε ένα άνθος ή ένα πετραδάκι ή κατιτίς άλλο σπάνιο
πράμα. Και παράδινα τα όπλα. Παραιτούσα το γράψιμο κι άφινα το Σβεν
να μ' ενοχλήση όσο ήθελε. Και χαίρουμαι τώρα γι' αυτό.

11

Εδώ έξω τραγουδούσε ο μικρός Σβεν, όπως έκανε κι όλον το χειμώνα και
βέβαια η Έλσα για χάρη δική του καθαυτό επίμενε και πήραμε το πιάνο
μαζί μας στην εξοχή.

Γιατί όταν η μαμά ανακάλυψε πως ο Σβεν μπορούσε να τραγουδά, είτανε
φυσικό πως άρχισε να του καλλιεργή το χάρισμα και πως καμάρωνε για τη
φωνή του, όπως και για όλα όσα έλεγε κ' έκανε. Του πήρε μικρά βιβλία
με τραγούδια και του έμαθε τα λόγια απόξω.

Γιατί ο Σβεν μόλις είταν ακόμα πεντέμιση χρονών και δεν ήξερε να
διαβάζη. Η μαμά είχε ορκιστεί να μην τον αφήση τόσο νωρίς να
βασανιστή μ' ένα πράμα τόσο φοβερό. Να τραγουδά όμως μπορούσε κ'
ήξερε πολλά τραγούδια. Πολύ σπάνια του ξέφευγε ψεύτικος τόνος κι όταν
του ξέφευγε κανένας, θύμωνε και ξανάπιανε το τραγούδι από την αρχή.
Δε ντρεπότανε κιόλας να τραγουδά κι όταν είτανε ξένοι μπροστά.
Μπορούσανε ναρθούνε να τον ακούσουν όσοι θέλανε. Ο Σβεν τραγουδούσε
και γελούσε και λάμπανε τα μεγάλα γαλανά μάτια του. Γιατί να
ντρέπεται να τραγουδά, αφού διασκέδαζε ο ίδιος τόσο μ' αυτό κι αφού
κιόλας τραγουδούσε τόσο ωραία; Αυτό το είχε πει η μαμά κι όταν
εκείνη εύρισκε πως τραγουδά ωραία, έπρεπε να το βρίσκουν όλοι ωραίο.

Από όλα τα τραγούδια, που έλεγε ο Σβεν, ωραιότερα τραγουδούσε το
εξής:

    Μπε μπε, άσπρο αρνί, έχεις και μαλλί;
    Ναι, ναι, μικρό παιδί, γεμάτο το σακκί!
    Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό
    και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.

Το τέλος του τραγουδιού αυτού είταν η μεγαλήτερη επιτυχία του Σβεν.
Γιατί όταν έφτανε στον τελευταίο στίχο, το πήγαινε πια στα τέσσερα,
τόσο γλήγορα, τόσο γλήγορα, σα να ήθελε να φάη την τελευταία λέξη και
να την κρατήση για τον εαυτό του. Το πιάνο δεν μπορούσε να τον
ακολουθήση και τούτο γιατί τα δυο ζευγάρια κάλτσες τα νόμιζε δικά του
και το στίχο ολάκερο τον έπαιρνε σαν υπαινιγμό. Γιατί να μην είτανε
κι όλο το τραγούδι γραμμένο επίτηδες γι' αυτόν, αφού μπορούσε και το
τραγουδούσε και χαιρότανε τόσο πολύ;

Το τραγούδι αυτό δεν είχε το δικαίωμα να το τραγουδή άλλος από το
Σβεν και δεν μπορούσε αλήθεια να το τραγουδή κανείς άλλος όπως αυτός,
αυτός που στάθηκε ο μικρός αδερφός στη ζωή, ο μικρός αδερφός στο
θάνατο και που έμεινε και θα μείνη πάντα μ' αυτό τόνομα.

 —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —  —

Τα παράθυρα της τραπεζαρίας είναι ανοιχτά, η μυρουδιά από τις
πασκαλιές χυμά μέσα με τη βραδινή αύρα, ο ήλιος γέρνει να βασιλέψη
και στον τοίχο απάνω από το πιάνο τρέμουν οι αχτίδες του.

Στο πιάνο είναι καθισμένη η μητέρα ντυμένη λευκό καλοκαιρινό φόρεμα,
γύρω στέκουν οι άλλοι και στη μέση τραγουδά ο μικρός Σβεν.

    Για τον μπαμπά σακκάκι, για τη μαμά τρικό
    και δυο ζευγάρια κάλτσες για το μικρό αδερφό.

Είναι το βράδι του Άιγιαννιού κι ο Σβεν είναι ευτυχισμένος. Γιατί η
μαμά του είχε τάξει πως αυτό το βράδι μπορεί να πάη να κοιμηθή όποτε
θέλη αυτός. Αυτό εννοείται δεν το θέλει και περπατεί κρατημένος από
το χέρι της μαμάς μαζί με τάλλα αδέρφια και τους μεγάλους όξω στον
κήπο, όσο που τα μάτια του κλείνουνε μόνα τους και τότε τονέ φέρνουν
κοιμισμένον στο κρεββάτι του, χωρίς να εννοή τίποτε από τη δυστυχία
του πως δεν μπορεί ναγρυπνήση περσότερο.

Και κοιμάται κει κρατώντας στην αγκαλιά το φίλο του, το λευκό ξύλινο
σκυλάκι, που έχει μαλλιά σαν αρνί και μάτια από μαύρες χάντρες και
που ο Σβεν το είχε βαφτίσει Φλόκι. Ο Φλόκι είνε ήσυχος σύντροφος στον
ύπνο. Δεν ενοχλεί κανέναν.

Έξω στις κορφές των δέντρων αντιλαλεί το πρώτο αριό κελάδημα των
πουλιών, που μηνά το ροδοχάραμα.

12

Δεν το πιστεύω να έζησε άλλη φορά ο Σβεν μια τόσο ξεχωριστή ζωή μαζί
με τη μητέρα του, όπως αυτό το καλοκαίρι, ή μπορεί κιόλα να μην έλαβα
εγώ άλλη φορά την ευκαιρία να την παρακολουθήσω τόσο κατά βάθος.
Μπορεί ακόμα να είταν αφορμή και το πως για πρώτη φορά αυτό το
καλοκαίρι δεν είχαμε μαζί το μεγάλο αγόρι μας. Γιατί ο Ούλοφ έπρεπε
να ταξιδέψη στα βορινά μέρη για να συνηθίση να μένη μόνος. Και φυσικά
το αποτέλεσμα είτανε πως εκείνοι που μείνανε πίσω δεθήκανε μεταξύ
τους στενότερα, όπως γίνεται πάντα. Και το βέβαιο είναι πως το
καλοκαίρι αυτό άρχισα ασυναίσθητα να βλέπω το Σβεν με τα ίδια μάτια,
που τον έβλεπε η μητέρα του και πως τότε παρατήρησα περσότερο από
άλλοτε πόσο είτανε διαφορετικός από τάλλα παιδιά, που είχα δει, αν
και δεν του εύρισκε κανείς άλλο τίποτε παρά εκείνο που λέγεται
παιδιάστικο.

Ένα πρωί θυμούμαι πως με ξάφνισε που τον είδα, εκεί που πήγαινα
περίπατο, καθισμένον στο λιβάδι μ' ένα μπουκέτο άνθη στο χέρι. Τονέ
ρώτησα αν ήθελε ναρθή μαζί μου στο πάρκο. Αυτό το δεχότανε πάντα μ'
ευχαρίστηση και γι' αυτό με ξάφνισε όταν αυτή τη φορά το αρνήθηκε
κατηγορηματικά.

 — Δε θέλεις ναρθής με τον μπαμπά, Σβεν;

Με πείραξε σχεδόν και νόμισα πως είταν ιδιοτροπία.

Ο Σβεν κούνησε τΟ κεφάλι κ' έμεινε στη θέση του.

 — Μα γιατί;

 — Περιμένω τη μαμά, είπε ο μικρός αδερφός με μεγάλη σταθερότητα.

 — Μα ξέρεις πως η μαμά θα βγη έξω πολύ αργότερα. Η μαμά δεν είναι
τόσο καλά, όπως πριν, και πρέπει να μένη αργά στο κρεββάτι, γιατί δεν
κοιμάται τη νύχτα.

Κι αυτό είταν κ' η αλήθεια· κι αν δε μας εμπόδιζε ναπολαβαίνουμε το
καλοκαίρι, είτανε γιατί είμαστε συνειθισμένοι τόσα χρόνια με το
φιλάστενο της γυναικός μου, κ' έτσι βρίσκαμε το πράμα φυσικό.

Ο Σβεν όμως δεν εννοούσε να πειστή με κανέναν τρόπο κ' έμεινε στη
θέση του.

 — Το &ξέρω& πως θαρθή &σήμερα&, είπε.

Χαμογέλασα για τη βεβαιότητα που είχε και προχώρησα. Στοχαζόμουνα
λιγότερο την προφητεία του παρόσο την υπερβολική αγάπη ενός παιδιού,
μιαν αγάπη που ξεπερνούσε την ηλικία του και το έκανε να κάθεται κει
με λίγα άνθη στο χέρι, μόνο και μόνο για να μη χάση τη στιγμή, που θα
έβγαινε η μητέρα του.

Μα ενώ περπατούσα, γύρισα άξαφνα πίσω και κει είδα το άσπρο καπέλο
της γυναικός μου και το παρδαλό φόρεμά της να παρουσιάζουνται ανάμεσα
από τα θάμνα των γιασεμιών. Και την ίδια στιγμή άκουσα, τη φωνή του
Σβεν.

Χαμογελώντας γύρισα και τον είδα κρεμασμένον στο λαιμό της μητέρας
του μ' ένα ξέσπασμα τρυφερότητας. Της φώναξα, μα ο μικρός αδερφός δεν
την άφινε. Έμενε κρεμασμένος στη μητέρα του και μου φώναζε από
μακριά, θριαμβευτικά γιατί βγήκε αληθινή η προαίστηση του και με
κάποια δόση δυσαρέσκειας γιατί έδειξα δυσπιστία στην προαίστηση:

 — Βλέπεις που ήρθε! Βλέπεις που το ήξερα!

 — Είσουνα μέσα και κοίταξες, είπα.

Δεν μπορώ να περιγράψω με ποια περιφρόνηση μου απάντησε ο Σβεν, μια
περιφρόνηση για κάθε λογική εξήγηση εκείνου που αιστανότανε και
γνώριζε:

 — Όχι, δεν κοίταξα. Κοίταξα, μαμά;

Κ' η μαμά τον παρηγόρησε βεβαιώνοντας πως δεν κοίταξε. Εμένα όμως μου
είπε:

 — Δεν μπορείς να πιστέψης πόσες φορές έγινε το ίδιο πράμα. Είναι σα
να με προαιστάνεται στον αέρα πως έρχουμαι. Τα παιδιά δεν μπορούνε να
φτιάσουνε με το νου τέτοια πράματα.

13

Ωστόσο ο Σβεν δεν είταν ο ίδιος αυτό τΟ καλοκαίρι. Χωρίς καμιά αφορμή
έλεγε άξαφνα πως είταν κουρασμένος και τότε ήθελε να μένη ξαπλωμένος
στη χλόη με το κεφάλι ακκουμπημένο στην αγκαλιά της μαμάς. Ή ερχότανε
στον μπαμπά και τον παρακαλούσε να τον πάρη στα χέρια. Τότε τον
έπαιρνε ο μπαμπάς στον ώμο και τον έφερνε όξω στο δάσος και ποτέ άλλη
φορά το βλέμμα του Σβεν δεν είχε δείξει τόση ευγνωμοσύνη και ποτέ
άλλη φορά το μικρό, απαλό του χέρι δεν είτανε τρυφερότερο.

Έπειτα παραπονιότανε πως τον πονούσε το κεφάλι και δεν ήθελε να
σηκωθή το πρωί κ' έλεγε πως είταν κουρασμένος. Μα επειδή ο μικρός
είτανε καλά σε όλα τάλλα, ο μπαμπάς τονέ σήκωνε από το κρεββάτι και
του έλεγε πως έπρεπε να ντυθή και να βγη όξω στον καθαρόν αέρα. Τότε
σηκωνότανε ο Σβεν κι όσο είταν ο μπαμπάς μέσα προσπαθούσε να φορέση
τις κάλτσες του. Μόλις όμως έβγαινε ο μπαμπάς στην πόρτα, πήγαινε στο
κρεββάτι της μαμάς και την παρακαλούσε να τον αφήση να ξαπλωθή εκεί
μαζί της.

Φυσικά η μαμά δεν μπορούσε ναντισταθή. Και ποτέ του δεν είτανε τόσο
ευχαριστημένος ο Σβεν. Έγερνε κει το κεφάλι στο χέρι της μαμάς,
έκλεινε πάλι τα μάτια κ' έμενε ήσυχος και σιωπηλός όσο που άρχιζε να
ξαναβρίσκη τη δύναμη του. Τότε σηκωνότανε πάλι, πριν όμως σηκωθή,
κοίταζε τη μαμά με τα παράξενα μάτια του:

 — Μην το πης του μπαμπά.

 — Δεν το λέω· μα γιατί; έλεγε η μαμά.

 — Γιατί θα θυμώση ο μπαμπάς.

Όλα αυτά φαινόντανε της μαμάς τόσο περίεργα, ώστε έταζε του Σβεν ό,τι
ήθελε· και του έταζε φυσικά και πως δε θα το πη του μπαμπά. Κι ο Σβεν
έβγαινε όξω κ' είταν ήσυχος κ' ευχαριστημένος που η μαμά δεν πρόδινε
την παρακοή του και που έβλεπε πως είτανε συνεννοημένος με τη μαμά.

Όταν όμως είτανε να φύγη η μαμά ή και να βγη, μονάχα έξω χωρίς αυτόν,
τότε τον έπιανε απελπισία. Η θλίψη του δεν είχε όρια και το κλάμα του
είτανε τόσο απαρηγόρητο, ώστε δεν εύρισκε κανένας μέσο να τον
ησυχάση. Ναι, μας έκανε τόση λύπη να τον βλέπουμε έτσι, ώστε δεν το
ξεχνούσαμε εύκολα κ' ένα πρωί μιλούσαμε γι' αυτό. Είχα μόλις
καταφέρει τη γυναίκα μου ναρθή μαζί μου στην πόλη, όπου είχαμε να
φάμε μαζί με μερικούς φίλους. Και το έκανα ίσια ίσια, γιατί εύρισκα
πως έπρεπε να ησυχάση λίγο από το Σβεν.

Κατωρθώσαμε τέλος να λησμονήσουμε την εντύπωση, που μας κάμανε τα
δάκρυα του μικρού, και περάσαμε μιαν ευχάριστη μέρα στην πόλη, όπως
πάντα, όταν ξέραμε πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε κει. Η
διάθεσή μας είχε φτάσει στο κορύφωμα, όταν η γυναίκα μου με ρώτησε
ψιθυριστά αν θα με δυσαρεστούσε πολύ αν έφευγε αυτή πρωτήτερα από μέ.
Πολύ σπάνια κάναμε εκδρομή για να διασκεδάσουμε κ' η πρότασή της δε
μου άρεσε πολύ. Είπα λοιπόν της Έλσας πως ειδοποιήσαμε στο σπίτι πως
θα γυρίσουμε με το τελευταίο βαπόρι κ' έτσι δε μας περίμενε κανείς.
Μ' ένα λόγο — της πρόβαλα όσες πρόφασες μου ήρθανε στο νου. Και τέλος
δοκίμασα και το κυριώτερο επιχείρημα:

 — Ο Σβεν θα κοιμάται όταν θα φτάσης.

 — Δεν είναι γι' αυτό, απάντησε. Έχω διάθεση να γυρίσω σπίτι.

Με κοίταξε τόσο ικετευτικά και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως έφυγε.

Στο μεταξύ ο Σβεν έπαιζε όλο το απόγεμα γύρω στο σπίτι. Όταν όμως
πλησίασε η ώρα που έπρεπε να κοιμηθή, έγινε άφαντος. Οι υπερέτριές
μας δεν είταν από κείνες που σκοτίζουνται πολύ· κι όταν τονέ φωνάξανε
μερικές φορές και δεν πήραν απάντηση, ησυχάσανε με την ιδέα πως
θαρθή, άμα πάρη να σκοτεινιάζη. Ο Σβεν λοιπόν βρήκε περίσταση να φύγη
και πήγε και κάθησε μόνος του στην αποβάθρα. Δεν ήξερε σωστά την ώρα
που θαρχότανε το βαπόρι κ' έτσι έπρεπε να περιμένη εκεί πολύ. Καθόταν
ήσυχα κ' υπομονετικά κ' η μαμά τον ξεχώρισε από μακριά, ενώ το βαπόρι
σταματούσε δω και κει στις αποβάθρες. Καθότανε μικρός μικρός και
μαζεμένος και το πράσινο καπελάκι του έλαμπε απάνω από το γαλανό
νερό.

Της φάνηκε τόσο παράξενο, σχεδόν σα να το γνώριζε από πριν πως θα
περίμενε κει κι όλη την ώρα τα μάτια της δε φεύγανε από τη μικρή
μορφή, που καθότανε στον μπάγκο της αποβάθρας με σκυφτό κεφάλι κι
ώμους, σα να συλλογιζότανε. Όταν όμως άραξε το βαπόρι κ' η μαμά
ετοιμαζότανε να βγη, ο μικρός Σβεν έστεκε ορθός στην αποβάθρα με τη
μεγαλήτερη ανυπομονησία και τα μάτια του ψάχνανε γύρω σα να κιντύνευε
η ζωή του όλη. Κι όταν παρουσιάστηκε η μαμά, είτανε δύσκολο να πη
κανείς ποιος είτανε πιο ευτυχισμένος, εκείνος που δεν περίμενε του
κάκου εκεί ή η μητέρα που βρήκε το παιδί της να την περιμένη.

 — Μα πως ήρθες εδώ, Σβεν; είπε η μαμά μέσα σ' όλη τη χαρά της. Η
μαμά είτανε να γυρίση αργά τη νύχτα.

 — Το ήξερα πως θαρθής, είπε ο Σβεν.

Η φωνή του και τα μάτια του είτανε γεμάτα ξάφνισμα, πώς η μαμά δεν
μπορούσε να φανταστή ένα πράμα τόσο απλό.

 — Ήξερα πως θαρθής και γι' αυτό κάθησα εδώ και περίμενα.

Κι όταν η μαμά ρώτησε αν περίμενε πολλή ώρα εκεί, απάντησε:

 — Βέβαια, αλλιώς θα μ' εύρισκε η Άννα. Και τότε θα έπρεπε να πάω να
κοιμηθώ.

Η μαμά δεν απάντησε τίποτε σ' αυτό. Της είτανε δύσκολο να του πη πως
δεν έκαμε καλά. Η αθώα του αγάπη, που είταν αφορμή της ανυπακοής του,
τον υπεράσπιζε από κάθε μάλλωμα κι ο Σβεν το γνώριζε αυτό καλά.
Κοίταξε λοξά τη μαμά και χαμογέλασε:

 — Την έφτιαξα της Άννας. Κρύφτηκα πίσω από τα χαμόκλαδα και δεν
μπορούσε να με δη.

 — Αλήθεια! το έκαμες αυτό; είπε η μαμά.

Προχωρήσανε κι οι δυο στο σπίτι, σα δυο συνένοχοι ευχαριστημένοι που
πετύχανε το κόλπο τους και φυσικά το αποτέλεσμα είτανε πως αυτό το
βράδι έπρεπε να βάλη μόνη της η μαμά το μικρόν να κοιμηθή.

Αυτό κιόλας το έκανε συχνά, αν κι ο Σβεν θα έκλεινε σε λίγο τα έξι
χρόνια και σε σοβαρότερες περίστασες τονέ λέγαμε μεγάλο αγόρι.

Πόση ώρα περνούσε όταν τον έβαζε μόνη της να κοιμηθή! Πόσο αλαφρά κι
απαλά τον έγδυνε, πόσο προφυλαχτικά του έπλενε το μικρό κορμάκι, πόσο
μαλακά το σκούπιζε κι όταν έπειτα έπρεπε να φορεθή το μακρύ νυχτικό,
άρχιζε το παιγνίδι. Έπειτα καθότανε με τα μικρόν στην αγκαλιά κι
ονειρευότανε τον καιρό που είταν ακόμα πολύ μικρός και τονέ βύζαινε.
Κι όταν τέλος τον έβαζε στο κρεββάτι, δεν ήθελε ποτέ να κάμη την
προσευχή του. Εύρισκε χίλια μέσα να μην αφίνη τη μαμά να φύγη. Όταν
όμως τέλειωνε την προσευκή, αγκάλιαζε τη μαμά και της ψιθύριζε:

 — Είναι τόσο ωραία, σα με βάζης εσύ στο κρεββάτι. Γιατί εσύ δε με
πιάνεις ποτέ τραχιά.

Η Έλσα έσκυβε ακόμα περσότερο και του απαντούσε:

 — θα σε βάζω πάντα εγώ. Όσο να μεγαλώσης, και να το κάνης μόνος σου.

Όταν γύρισα τη νύχτα με το τελευταίο βαπόρι, τη βρήκα που περίμενε να
μου διηγηθή όλα όσα είπε ο Σβεν.

Έπειτα από την ευχάριστη μέρα, που είχα περάσει με τους συναδέρφους
μου, όλα αυτά τα συγκινητικά χαραχτηριστικά του παιδιού μου κάμανε
μεγαλήτερη εντύπωση παρότι θα μου κάνανε σε συνειθισμένη περίσταση.

 — Ξέρεις, είπα, πως ένας μεγάλος και καλός άνθρωπος μεταχειρίστηκε
κάποτε τα ίδια λόγια, όταν μου διηγήθηκε την πρώτη του εντύπωση από
το θάνατο της μητέρας του. Και κείνος είτανε τότε πέντε ως έξι χρονών
και το ζήτημα είτανε το ίδιο — ναλλάξη το πουκάμισο. Μεταχειρίστηκε
απαράλλαχτα τα ίδια λόγια: Πρώτη φορά, είπε, έννοιωσα πως με πιάνανε
τραχιά.

Στάθηκα κοντά στο κρεββατάκι του Σβεν και τον κοίταζα πολλή ώρα. Τα
μελίγγια του είχαν κάνει μικρούς λάκκους. Μα κοιμότανε βαθιά κ' ήσυχα
κ' έσκυψα και τονέ φίλησα στο μέτωπο.

Δοκιμάσαμε να μιλήσουμε γι' άλλα πράματα, όμως είμουνα τόσο
κυριεμένος από τη σκέψη για το παιδί αυτό, ώστε δεν είχα διάθεση γι'
άλλο τίποτε.

 — Δε συλλογίστηκες ποτέ ένα πράμα, είπα. Τον Ούλοφ μπορώ και τον
φαντάζουμαι μεγάλον, ηλικιωμένον άντρα. Και το Σβάντε το ίδιο. Είναι
τόσο διαφορετικοί! Ωστόσο μπορώ και τους βλέπω και τους δυο
μεγαλωμένους. Μα το Σβεν; Μπορείς να τον φανταστής εσύ μεγάλον; Τι
τον θέλεις να κάμη στον κόσμο; Νομίζεις πως είναι γι' άλλο τίποτε
παρά για να τον έχουμε μεις;

Η γυναίκα μου χαμογέλασε μ' έναν τόνο θλιβερό, που σχημάτισε ψιλές,
αλαφρές δίπλες γύρω στα χείλη της.

 — Το συλλογίστηκα συχνά, είπε. Κι ακολουθώντας τη σειρά των
στοχασμών της πρόστεσε:

 — Αυτό θα είναι ίσως γιατί τον αγαπώ περσότερο από άλλο καθετί στον
κόσμο. Περσότερο από τάλλα δυο παιδιά, περσότερο από σένα. Το
σκέφτηκα συχνά και γνωρίζω πως αν πέθαινε ένα από τα μεγάλα παιδιά,
δε θα έπαυα ποτέ να λυπούμαι. Μου φαίνεται όμως πως θα μπορούσα να
υποφέρω τη λύπη για χάρη σας των άλλων, που θα ζούσατε. Αν πέθαινες
εσύ — δεν μπορώ να το στοχαστώ. Μα αν πέθαινε ο Σβεν, δε θα μπορούσα
να ζήσω πια. Πολλές φορές σκέφτηκα να σου το πω. Γιατί ήθελα να το
ξέρης.

Μου άπλωσε το χέρι και τα μάτια της γυρέψανε τα δικά μου, σα να ήθελε
να μου ζητήση να τη συχωρέσω γιατί πίστευε πως μπορούσε να ζήση χωρίς
εμέ. Κι άμα σβήσαμε το φως, έμεινα πολλή ώρα άγρυπνος και
στοχαζόμουνα τα λόγια της. Αποκοιμήθηκα με την πίστη πως ποτέ δε θα
λάβαινα την πείρα, αν είπε την αλήθεια ή όχι.

14

Ο Σβεν αρρώστησε τόσο, που έπρεπε να τον φέρουμε στο κρεββάτι. Μα αν
και γνωρίζαμε πως το πράμα είταν αρκετά σοβαρό, ο πυρετός ωστόσο
είτανε τόσο μικρός, ώστε δε φοβηθήκαμε πραματικό κίντυνο. Ξακολούθησα
να γράφω ακούραστα κ' η γυναίκα μου καθότανε κοντά στο κρεββάτι του
παιδιού, του κρατούσε το χέρι και του διηγότανε παραμύθια όταν είτανε
σε κατάσταση νακούη.

Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστεια θα βαστούσε πολύ, ωστόσο μας
βεβαίωσε πως δεν είτανε κίντυνος κ' επειδή από καιρό είχα στο νου
κάποιο ταξίδι, έφυγα για λίγες μέρες με την ελπίδα πως άμα θα γύριζα,
θα είχε περάσει το δυσκολότερο στάδιο.

Πέρασα λοιπόν τρεις ολάκερες μέρες με καλούς φίλους και χάρηκα τη
φιλία και την ωραία φύση χωρίς να έχω πολλή ανησυχία. Όταν όμως
καθόμουνα στο τραίνο και γύριζα στη Στοκχόλμη για ναρθώ πάλι από κει
στο σπίτι μου, με κυρίεψε τόση αγωνία, που δεν μπορούσα να τη νικήσω.
Λίγο πρι να φύγω, είχα μιλήσει στο τηλέφωνο με τη γυναίκα μου. Άκουσα
από μακριά τη φωνή της να τρέμη από χαρά: Ο Σβεν πηγαίνει καλήτερα!
Κάθησε στο κρεββάτι και γέλασε και φλυάρησε. Έφαγε και παρακάλεσε τη
μαμά να πη χαιρετίσματα του «πατεράκη», όπως τον έλεγε, χαδευτικά
όταν είταν πολύ χαρούμενος. Όλα τάζανε τις καλήτερες ελπίδες κι
ωστόσο δεν μπορούσα να ησυχάσω.

Έφτασα στη Στοκχόλμη στις εφτά το βράδι, τη στιγμή που έφευγε το
τελευταίο βαπόρι, που μπορούσε να με φέρη σπίτι μου. Τράβηξα λοιπόν
ίσια στο ξενοδοχείο, όπου πήγαινα πάντα. Είχε σκοτεινιάσει κ' έβρεχε
δυνατά. Μπήκα μέσα βιαστικά με κείνο το απελπιστικό συναίστημα πως
είμαι ξένος, ένα συναίστημα που με πιάνει πάντα όταν έρχουμαι το
καλοκαίρι στη Στοκχόλμη και γνωρίζω πως θα είμαι μόνος. Δεν είχα
προφτάσει ακόμα να ζητήσω να μου δώσουνε δωμάτιο, όταν ήρθε ο
πορτιέρης και με παρεκάλεσε να πάω στο τηλέφωνο.

Πήγα και κει μου είπαν πως ο γιατρός είχε φύγει για το σπίτι μου και
πως έπρεπε να πάρω αμέσως ένα αμάξι και να τρέξω και γω εκεί.

Το χτύπημα, που μου ήρθε τόσο σφοδρά και ξαφνικά με παράλυσε κ' η
κίνηση, που έβαλα σ' ενέργεια μου φαινότανε και μέ του ίδιου όλως
διόλου αυτόματη. Παράγγειλα να μου φέρουν ένα αμάξι και την ίδια
στιγμή που έκανα αυτό σκέφτηκα πως έπρεπε να φάω. «Ο Σβεν πέθανε»,
συλλογίστηκα. «Δε θα τονέ βρω ζωντανό, άμα φτάσω σπίτι. Άμα όμως
φτάσω δεν πρέπει να είμαι νηστικός και κουρασμένος. Πρέπει να είμαι
σε θέση ναγρυπνήσω και να παρηγορήσω τη γυναίκα μου.» Όλα αυτά
περάσανε στο νου μου εκεί που καθόμουνα και περίμενα το αμάξι. Έβλεπα
τον εαυτό μου σαν άλλο πρόσωπο, έβλεπα πως έβαζα κρέας στο πιάτο μου,
το έκοβα και προσπαθούσα να φάω. Όλη την ώρα στοχαζόμουνα ένα μόνο:
το αμάξι που δεν ερχότανε, Θεέ μου! Το αμάξι δεν ερχότανε και στο
σπίτι πέθαινε το παιδί μου και δεν μπορούσα να το προφτάσω.

Πλήρωσα και βγήκα στην είσοδο του ξενοδοχείου και περπατούσα πέρα
δώθε· μου είταν αδύνατο να σταθώ σε μια θέση, αδύνατο να συγκεντρώσω
τη σκέψη μου. «Το παιδί μου πεθαίνει», είπα του πορτιέρη· «γι' αυτό
είμαι τόσο νευρικός.»

Δοκίμασα να του χαμογελάσω για να του δώσω να εννοήση πως το έβλεπα
κι ο ίδιος πως ο τρόπος μου είταν παράλογος. Μα αιστάνθηκα πως το
χαμόγελό μου μεταμορφώθηκε σε μορφασμό και δεν περίμενα ούτε να μου
απαντήση. Ξακολούθησα να πηγαίνω πέρα δώθε με το ρολόγι στο χέρι, σα
να ήθελα να τρέξω πριν από τον καιρό κι όταν έφτασε τέλος το αμάξι,
είμουνα βέβαιος πως είταν αργά πια. Δεν εννοούσα γιατί καθόμουνα εκεί
και γιατί ήθελα να κάμω αυτόν το δρόμο μέσα στη δυνατή βροχή,
αυτόματα όμως, όπως και πρωτήτερα, είπα του αμαξά:

 — Γλήγορα, όσο μπορεί να τρέξη το άλογο. Το μικρό παιδί μου
πεθαίνει.

Ο αμαξάς μας είχε φέρει με το αμάξι του πολλές φορές.

 — Είναι το μικρό αγοράκι, που είναι τόσο ωραίο; ρώτησε.

Τα απλά αυτά λόγια με ξαναφέρανε στην πραγματικότητα και στο στήθος
μου πέρασε ένα θερμό κύμα ευγνωμοσύνης προς το νέο, που με πήγαινε με
το αμάξι του.

 — Ναι, είπα με πνιγμένη φωνή. Αυτό είναι.

Και κάθησα στο αμάξι με το συναίστημα πως βρήκα έναν άνθρωπο, που
έννοιωσε τι έτρεχε κ' ήθελε να με βοηθήση.

Ενώ το αμάξι έτρεχε στους δρόμους, μιλούσα με τον εαυτό μου άφωνα κ'
έκλαιγα από χαρά και πόνο: «Είναι τόσο ωραίο να τονέ θυμάται και να
μου το λέη ένας άνθρωπος που τον πήγε μόνο με το αμάξι. Και να πεθάνη
αυτός; Υπάρχουν εκατομμύρια παιδιά που ζουν. Γιατί πρέπει να πεθάνη
το δικό μου;»

Ποτέ δεν έτρεξα με το αμάξι τόσο γλήγορα και ποτέ δε μου φάνηκε
μακρήτερος ο δρόμος. Έβλεπα να λάμπουνε στο σκοτάδι οι σπίθες από τα
πέταλα των αλόγων, αιστανόμουνα πως έβρεχε λιγότερο τώρα κ' έβλεπα
την τοποθεσία να φεύγη γύρω μου σα σκοτεινή φαντασμαγορία και μιλούσα
όλη την ώρα με τον εαυτό μου ακατανόητα λόγια, που δεν εννοούσα πώς
μου ερχόντανε στα χείλη. Μου φαινότανε πως έτρεχα μέσα στο σκοτάδι
για ναπαντήσω εκείνο που έμελλε να γίνη και παρακαλούσα μόνο ναργήση
να γίνη, παρακαλούσα να τονέ βρω ζωντανόν ακόμα όταν φτάσω κ' έτσι να
μπορούσε να κρεμαστή άλλη μια φορά από το λαιμό μου και νακούσω τη
φωνή του.

Κ' έτρεχε, έτρεχε το αμάξι με δαιμονική βία. Πηδούσε από το ένα
πλευρό του δρόμου στο άλλο, μα δε μου ήρθε ούτε μια στιγμή στο νου
πως μπορούσε να σπάση κάτι, ή ναναποδογυριστούμε. Ο αμαξάς είτανε
λαμπρό παιδί και συλλογιζότανε το μικρό αγόρι μου, που είταν τόσο
ωραίο και χαριτωμένο και δεν έπρεπε να πεθάνη.

«Είναι ο πατέρας με το παιδί του», έλεγα δυνατά μόνος μου. Χωρίς να
το νοιώθω απάγγελνα στίχους κ' ένας σπασμωδικός λυγμός έσφιγγε το
λάρυγγά μου, σα να ήθελε να με πνίξη, και για νανασάνω έσκυψα από το
ανοιχτό παράθυρο και κοίταζα την τοποθεσία, όπου γνώριζα κάθε άποψη,
κάθε καμπή του δρόμου. Από τις πέτρες, όπου σκόνταβε το αμάξι,
ένοιωσα πως είχαμε στρήψει στο μονοπάτι, που έφερνε στην κατοικία
μου. Με μιαν ένταση υπερβολική όλου του είναι μου κοίταξα όξω στο
σκοτάδι κ' είδα τον ίσκιο ενός αμαξιού, που έστεκε στην αυλή. Ο
γιατρός είναι κει ακόμα! Έπειτα άκουσα από τη βεράντα τη φωνή της
γυναικός μου: «Έρχεται, Δόξα σοι ο Θεός. Νάτος!» Κ' έπειτα από λίγες
στιγμές είχα ανεβεί τη σκάλα κ' είμουνα στο σαλόνι.

Έστεκα εκεί κ' η συγκίνηση μου είτανε τόσο μεγάλη, ώστε δεν μπορούσα
να νοιώσω τίποτε από κείνα που έβλεπα. Έβλεπα πως ο γιατρός έστεκε
κει κ' αιστανόμουνα πως η γυναίκα μου με κρατούσε αγκαλιασμένον
σφιχτά. Έβλεπα καθαρά πως φαινότανε χαρούμενη, μάλιστα πιο πολύ από
ευτυχισμένη και πως έπρεπε να είμαι και γω. Άκουσα κάτι για μια
λιποθυμία, που τώρα πέρασε και πως ο γιατρός τη θαρρούσε ασήμαντη.

Αλλά δεν μπορούσα να πω τίποτε ούτε να σκεφτώ τίποτε. Η ευτυχία μού
ήρθε τόσο ανέλπιστα, ώστε να μην μπορώ να συνέρθω από τη φοβερή
νάρκη, που με κυρίευε ακόμα.

Μηχανικά έβγαλα τα γάντια μου και το επανωφόρι μου κ' έστεκα εκεί και
προσπαθούσα να συνηθίσω τα μάτια μου στη λάμψη της φωτισμένης
κάμαρας.

 — Δε θέλεις να πας μέσα να τονέ δης; Δεν κοιμάται, είπε η γυναίκα
μου.

Κ' η φωνή της είχε έναν τόνο, σα να ήθελε να με μαλλώση, που δεν την
ένοιωσα.

 — Ναι, ναι, είπα.

Και χωρίς να νοιώθω τι έτρεχε μέσα πήγα κ' είδα το Σβεν να με κοιτάζη
από το κρεββάτι μου, όπου είτανε ξαπλωμένος.

 — Δε γνωρίζεις τον μπαμπά, Σβεν;

 — Ναι, είπε ο μικρός με ξαφνισμένη φωνή.

Δεν μπορούσε να νοιώση γιατί όλοι οι μεγάλοι είτανε τόσο ανήσυχοι.
Άπλωσε το μικρό του χέρι και με χάδεψε και παρατήρησα πόσο αδυνάτησε
και λίγνεψε.

Ενώ έστεκα εκεί σκυμένος απάνω στο παιδί, εννόησα πως όλα αυτά είτανε
πραγματικότατα και πως το παιδί μου ζούσε ακόμα.

Κρατούσα το χέρι του στα μάτια μου κ' αιστάνθηκα να φεύγη το βάρος
από τα στήθη μου κ' η άχνα από τα μάτια μου.

15

Τι παράξενες, γεμάτες ελπίδα, ανησυχία, απελπισία, και φόβους είταν
οι μέρες που ακολουθήσανε! Ο γιατρός μας είπε πως η αρρώστια θα
βαστάξη πολύ, ετοιμαστήκαμε λοιπόν να περιμείνουμε με υπομονή και
προσπαθούσαμε να δείξουμε πως είχαμε κι αυτήν την αρετή. Τις δυο
κατοπινές μακρές βδομάδες η αρρώστια του Σβεν ταιριάστηκε με τις
συνήθιες της καθημερινής ζωής μας, όπως γίνεται πάντα σαν έρχεται η
αρρώστια σ' ένα σπίτι.

Ξακολούθησα λοιπόν να γράφω το βιβλίο μου δίχως να μ' ενοχλή κανείς
κάθε πρωί κ' η γυναίκα μου πηγαινοερχότανε σε μένα και σε κείνον,
καθότανε στην κάμαρα του Σβεν — που είταν ήσυχος, όταν την ένοιωθε
κοντά του — κι όταν ο μικρός κοιμότανε, έβγαινε όξω νανασάνη καθαρόν
αέρα και να μου διηγηθή όλα τα καλά σημεία, που πίστευε πως έβλεπε
πάντα το προσεχτικό της μάτι. Ο Σβάντε γυρνούσε γύρω μόνος και
σιωπηλός, πήγαινε με τη βάρκα στο αντικρυνό ακρογιάλι και διηγότανε
στις μικρές φιλενάδες του εκεί πως ο μικρός αδερφός είτανε βαριά
άρρωστος και πως στο σπίτι βασίλευε ησυχία.

Αναγκαστήκαμε να πάρουμε μια νοσοκόμα, για να μπορή η γυναίκα μου
ναναπαύεται τη νύχτα. Αυτό δεν έγινε χωρίς μεγάλη αντίσταση από μέρος
της Έλσας. Γιατί είτανε τόσο ζηλότυπη για το μικρό, ώστε δε δεχότανε
να τη βοηθά κανείς. Και τέλος όταν παρατήρησε πως δεν είχε πια τη
δύναμη, έδωσε με δάκρυα τη συναίνεσή της κ' υποτάχτηκε στο
αναπόφευχτο.

Ωστόσο έπειτα από λίγες ώρες που έφτασε η νοσοκόμα, ήρθε η γυναίκα
μου και μου διηγήθηκε μ' ολάστραφτα μάτια πως ο Σβεν δέχτηκε με
μεγάλη χαρά τη νέα συντρόφισσά του.

 — Εσένα σε θέλω να με περιποιέσαι, γιατί είσαι καλή, της είπε.

Κ' έκλεισε τα μάτια του κ' έμεινε ήσυχος με τον πάγο στο κεφάλι, που
πονούσε πάντα, και με τα μικρά αδυνατισμένα χέρια απάνω στο σκέπασμα.

Ένα πρωί ακούσαμε όξω στην αυλή τους ήχους ενός οργανέτου κ' επειδή
εκείνες τις μέρες ο Σβεν είχε φάει κάτι και μιλούσε και φαινότανε
φαιδρός, τονέ ρωτήσαμε αν ήθελε να τονέ φέρουμε στα χέρια όξω να δη
τη μαϊμού.

Άλλοτε είταν ο Σβεν εκείνος, που έτρεχε πρώτος, όταν ακουγότανε
κανένα οργανέτο. Έτρεχε βιαστικός στον μπαμπά και του ζητούσε
πεντάρες. Χαιρότανε να δίνη κι όταν πλησίαζε με τις πεντάρες του και
φαινότανε τόσο ευτυχισμένος — σα να γνώριζε τί σημασία έχει για ένα
φτωχό μουσικό να του δίνουν χρήματα για να φάη — συχνά έκανε κάποιο
μελαψό πρόσωπο να γελά, δείχνοντας τα λευκά του δόντια, και κάποια
μαύρα ολάστραφτα μάτια να κοιτάζουνε με χαρά τα γαλανά δικά του.

Τώρα όμως κρεμότανε τόσο κουρασμένος και μικρός στην αγκαλιά του
πατέρα. Είτανε τυλιγμένος καλά σε μια κουβέρτα και φορούσε κάλτσες
στα πόδια. Έτσι τονέ βγάλαμε όξω κι ο πατέρας τον κρατούσε στα χέρια
στη βεράντα, απ' όπου μπορούσε να κοιτάζη κάτω στην ηλιοφωτισμένη
αυλή και νακούη τους φαιδρούς σκοπούς του οργανέτου. Κουρασμένος,
έβλεπε σαν ξένα τα δέντρα και την αυλή και το σωρό των παιδιών, που
στεκόντανε στον ήλιο· κι όλη την ώρα το βλέμμα του είτανε τόσο
παράξενο, σα να συλλογιζότανε γιατί όλα αυτά δεν είταν τόσο ωραία,
όπως άλλοτε. Δοκίμασε να γελάση όταν αντίκρυσε τη μαϊμού, που είτανε
γι' αυτόν το διασκεδαστικότερο απ' όλα όσα ήξερε και που τώρα πηδούσε
απάνω κάτω στο οργανέτο, βροντώντας τη μικρή αλυσσίδα της, κ' έκανε
κωμικούς μορφασμούς εκεί που προσπαθούσε να σπάση ένα καρύδι.

Μα ο Σβεν δεν είχε δύναμη να τα δη όλα αυτά. Γινότανε μόνο όλο και
σοβαρότερος κι όλο και βαρήτερος καθότανε στην αγκαλιά του μπαμπά.
Είτανε σα να έλειπε μακριά κ' έβλεπε κει κάτω όλα όσα είταν ωραία και
φαιδρά στη γις και τα νοσταλγούσε κ' αιστανότανε πως δεν είτανε πια
γι' αυτόν. Ακκουμπούσε μόνο το κεφάλι του στον ώμο του μπαμπά. Κ'
έπειτα τονέ φέρανε πάλι μέσα στο κρεββάτι του.

Η μαμά τον ξάπλωσε κει και του έσιαξε τα μαξιλάρια.

 — Δεν είταν ωραία, Σβεν;

 — Ω ναι, μόνο πως δεν μπορούσα ακόμα. Μα γλήγορα θα γίνω πάλι καλά.

Τότε έσκυψε η μαμά και χάδεψε τα μαλλιά του μικρού αδελφού, χωρίς
όμως να το δη εκείνος άπλωσε το άλλο χέρι της και ζήτησε το δικό μου
και το έσφιξε σπασμωδικά.

16

Μια νύχτα καθόμουνα μόνος στην κάμαρά μου κ' ήξερα πως την άλλη μέρα
θα ερχόντανε οι γιατροί και θαποφασίζανε για τη ζωή ή το θάνατο του
μικρού Σβεν. Ήξερα πως θα είτανε δυο, γιατί ο δικός μας γιατρός ήθελε
να συμβουλευτή έναν ειδικό· δεν τολμούσε πια να πάρη απάνω του μόνος
την ευτύνη.

Καθόμουνα μόνος, η λάμπα είταν αναμμένη κ' είχα μπροστά μου το
χειρόγραφο, απ' όπου λείπανε τα τελευταία κεφάλαια.

Είχα καλονυχτίσει τη γυναίκα μου και της είπα πως ήθελα να εργαστώ.

 — Να μπορής να γράφης κι αυτό το βράδι! μου είπε:

Κ' είχε κάποια δόση πίκρας ο τόνος της, σα να ήθελε να πη πως εγώ δεν
αιστανόμουνα όπως αυτή.

Μετάνοιωσε όμως αμέσως, ακκούμπησε το κεφάλι της στο δικό μου κ'
είπε:

 — Είσαι ευτυχισμένος που μπορείς να γράψης.

Και τώρα καθόμουνα μόνος εδώ και κάθε μου νεύρο έτρεμε σ' ένα ψυχικό
συγκλόνισμα, τόσο σύνθετο και τόσο φοβερό, που μόλις μπορώ να το
περιγράψω. Μολαταύτα έλπιζα πως θα ζήση το παιδί μου, το πίστευα
μάλιστα. Ταυτόχρονα όμως είχα το συναίστημα πως έπρεπε να γράψω τώρα,
τώρα ή ποτέ, Ήξερα σχεδόν κάθε λέξη, που έπρεπε να γραφή στα φύλλα,
που είχα μπρος μου λευκά κι άγραφα. Η ανάγκη μ' έσπρωχνε κ' έγραφα,
γέμιζα το ένα μετά το άλλο τα λευκά φύλλα και τα έβαζα στο σωρό του
χειρογράφου, που μεγάλωνε μπροστά μου απάνω στο τραπέζι. Είτανε σα να
μου ψιθύριζε στο αυτί κάποια αόρατη φωνή την προσταγή της και σα να
χρωστούσα να υπακούσω στη φωνή αυτή, να την υπακούσω τυφλά.

Με είχε πιάσει μια καταπληχτική βία, σα να είτανε ζήτημα ζωής και
θανάτου.

Αύριο, άκουγα μέσα μου, αύριο! Ποιος ξέρει τι θα γίνη αύριο! Μπορεί
να πεθάνη το παιδί σου και τότε να μην μπορής να γράψης. Έπειτα σου
γυρεύουνε χρήματα και πάλι χρήματα. Μπορείς να ξαναδουλέψης το βιβλίο
σου, να το διορθώσης, μα δε θα μπορέσης να το τελειώσης ποτέ, αν
πεθάνη το παιδί σου.

Σα χτυπήματα με σπρώχναν εμπρός οι στοχασμοί και στη χλωμή λάμψη της
λάμπας είδα το πρωινό φως να πέφτη από την κουρτίνα απάνω στο χαρτί
μου. «Χρήματα, χρήματα! Σου χρειάζουνται χρήματα, αν πεθάνη το παιδί
σου και θέλης να σώσης τη γυναίκα σου.»

Κι ανάμεσα στις φωνές, που με σπρώχνανε στην εργασία, άκουγα έναν
ήχο, που νόμιζα πως τον αναγνώριζα: «Είναι ο πατέρας με το παιδί
του!» Ο πατέρας με το παιδί του! Πού το είχα ακούσει; Πότε είχα
νοιώσει αυτή τη δαιμονισμένη βία; Είτανε σα να σφυρίζανε καμουτσίκια,
σα να πετούσανε σπίθες τα πέταλα σε πέτρινους δρόμους, σα να
αιστανόμουνα το νυχτερινό αέρα να δροσίζη το φλογισμένο δέρμα μου.
Έγραφα, έγραφα. Και θυμήθηκα πως είχα τρέξει σα δαιμονισμένος με το
αμάξι, με την ιδέα πως το παιδί μου είτανε πεθαμένο.

Μα δε συλλογιζόμουνα πια το παιδί μου. Συλλογιζόμουνα εκείνη, εκείνη
που έπρεπε να είμαι όλος δικός της αν είτανε δυνατό να έμενε μαζί
μου, αν το αφάνταστο γινότανε πραγματικότητα, αν πέθαινε ο Σβεν.
Έγραφα, έγραφα, έγραφα, όπως δεν έγραψε ποτέ κανείς για χρήματα, κ'
έγραψα τις καλήτερες σελίδες, που χυθήκανε από την πένα μου.

Κι όταν δεν είχα πια άλλη δύναμη, έπινα, έπινα πολύ για να συγκρατηθώ
στη ζωή.

Άμα ανέβηκε πια ο ήλιος ένα διάστημα στον ουρανό, έγραψα τις
τελευταίες γραμμές. Και κάθησα σαν αναίστητος.

Μάζεψα τα γραμμένα φύλλα και τα έβαλα στο συρτάρι μου, έπειτα βγήκα
σιγά και πήγα κι ακροάστηκα στην πόρτα της κάμαρας του Σβεν. Η
γυναίκα μου την άνοιξε και κοίταξε όξω. Έσκυψα σιμά της και της είπα:

 — Είναι έτοιμο.

Μου χαμογέλασε κ' η φωνή της έκλεινε έναν κόσμο ευτυχίας, όταν
απάντησε:

 — Κοιμάται τόσο ήσυχα. Δεν το πιστεύω να υπάρχη κίντυνος.

Την άφησα κ' έπειτα από μια στιγμή βυθίστηκα σ' έναν ύπνο, όμοιο με
θάνατο.

17

Πριν περάση η άλλη μέρα, γνωρίζαμε πως δεν υπήρχε σωτηρία και πως ο
μικρός Σβεν θα πέθαινε. Η βεβαιότητα έπεσε απάνω μας σα βαρύ χτύπημα,
γιατί όλον τον καιρό πρωτήτερα δεν πάψαμε να ελπίζουμε. Στεκόμαστε
στο διάδρομο, οι δυο γιατροί άφωνοι και σοβαροί, η γυναίκα μου με τα
μάτια καρφωμένα στο πρόσωπό τους, σα να νόμιζε πως δεν είχανε
προφέρει ακόμα την τελευταία λέξη. Τους κοίταζα όλους, κ' ενώ
αγκάλιασα τη μέση της γυναίκας μου και θέλησα να τη σύρω κοντά μου,
παρατήρησα πως η συμπονετική όψη του φίλου μας, του γιατρού του
σπιτιού μας, έτρεμε σπασμωδικά. Ο καθηγητής μιλούσε σιγά σα να
δυσκολευότανε να προφέρη κάθε λέξη. Δεν αιστανόμουν άλλο τίποτε παρά
πως ήρθε το αναπόφευχτο και πως έπρεπε να γκαρδιωθώ για να μπορέσω να
το υποφέρω. Μα η γυναίκα μου μ' ένα σφίξιμο του χεριού μου, όπου
αιστάνθηκα όλον τον πόνο της, ξαπολύθηκε από το μπράτσο μου που της
είχε αγκαλιασμένη τη μέση και μπλέκοντας τα χέρια της, σε τρόπο που
νακουστούνε κυριολεχτικά τα κόκκαλα που τρίξανε, φώναξε:

 — Πέτε πως υπάρχει ακόμα ελπίδα. Πέτε το.

Οι δυο άντρες ξεφύγανε το βλέμμα της, μα η Έλσα ορθώθηκε κ' είπε:

 — Δεν πρέπει να πεθάνη, θα σας δείξω πως θα ζήση.

Έφυγε και στεκόμαστε κει σιωπηλοί και την είδαμε που μπήκε στην
κάμαρα του αρρώστου. Νοιώσαμε όλοι πόσο βαθιά αιστάνθηκε το πως δεν
είτανε πια ελπίδα και γι' αυτό έδωσε την υπόσκεση πως θα τον σώση από
το θάνατο — στο πείσμα όλων. Χωριστήκαμε χωρίς πολλά λόγια και πήγα
στη γυναίκα μου χωρίς να ξέρω τι να της πω· ήθελα μόνο να είμαι κοντά
της και να δω ίσως εκείνο που φοβόμουνα περσότερο.

Δεν τη βρήκα στην κάμαρα του αρρώστου, μα στη δική μου κάμαρα και το
πρόσωπό της είτανε σαν πετρωμένο. Καθότανε μαζεμένη στον καναπέ,
σφίγγοντας το χέρι στο μάγουλό της, τα μάτια της είτανε στεγνά και
χωρίς λάμψη και κοίταζε στο μέγα σκότος. Η στάση, η όψη της κι αυτά
ακόμα τα χέρια της το μαρτυρούσανε. Δοκίμασα να της μιλήσω, δοκίμασα
να προφέρω τόνομά της, μα δεν απάντησε και τέλος την άφησα στη θλίψη
της, περιμένοντας μ' αγωνία τα λόγια, που θα ερχόντανε άμα θα ξέσπαζε
η θλίψη της.

Πέρασε πολλή ώρα όσο να λυθή η σιγή κι άμα λύθηκε, δε λύθηκε με
λόγια. Η γυναίκα μου άπλωσε μόνο το χέρι της σε μένα και μ' έσυρε
στον καναπέ. Έπεσε στην αγκαλιά μου κ' ένα μακρύ αναφυλλητό, που
φαινότανε πως έβγαινε από το ίδιο στήθος, μας συγκλόνησε και τους
δυο.

 — Πόσο σε λυπούμαι! ψιθύρισε. Πόσο σε λυπούμαι!

 — Εμένα;

Ξαπολύθηκα από αυτή και την κοίταξα. Γιατί η φωνή της είχε κάτι που
με γέμιζε μ' ένα προαίστημα, που δεν ήθελα να το αφήσω να μου ανεβή
στο νου σα στοχασμός.

Έστρηψε σε μένα με σταυρωμένα χέρια και φώναξε σχεδόν:

 — Δεν το πιστεύω ναπαιτής να ζήσω δίχως το Σβεν. Δεν το μπορώ, δεν
το μπορώ.

Αυτό είταν το προαίστημά μου, που αυτή του έδωσε έκφραση με λόγια. Κ'
έστεκα εκεί, χωρίς να ξέρω τι να κάμω, χωρίς να μπορώ να προφέρω
λέξη.

 — Κάθησε κοντά μου, είπε. Δε θα ερεθιστώ. Θα μιλήσω ήσυχα. Γιατί δεν
είμαι πια ανήσυχη. Αιστάνουμαι μόνο πως γκρεμίζουνται όλα. Δεν είμαι
πια εδώ, αν και δεν μπορείς να το νοιώσης ακόμα, γιατί ξέρεις τόσα
λίγα και γιατί τόσα λίγα μπορούσα να σου πω και γω. Μα γιατί να σου
το έλεγα, πριν έρθη η ανάγκη να σου το πω; Ήθελα να ζήσω μαζί σου,
Γιώργο, γιατί σ' αγαπούσα περσότερο από καθετίς άλλο σ' όλη τη ζωή.
Τώρα δεν είμαι νέα. Γέρασα τόσο, όσο δε θα γεράσης εσύ ποτέ. Μόνο πως
εσύ δεν το ήξερες, πως δε θέλησες να το δης ποτέ κι αφού σ' έβλεπα
τόσο ευτυχισμένον, δεν ήθελα να σε ταράξω. Μα όσο μπορώ να θυμηθώ, το
γνώριζα πως δεν είμαι σαν τους άλλους ανθρώπους. Είχα αιστανθεί μέσα
μου την ανάγκη να πεθάνω. Μπορείς να το νοιώσης, τι σου λέω τώρα;
Μόλις μπορώ και το νοιώθω η ίδια. Όταν είμουνα στην ακμή της ευτυχίας
μου και ζούσα για σε και για τα παιδιά και για καθετίς που είταν
ωραίο, και τότε το ήξερα πάντα πως θαρθή μια μέρα, που έπρεπε να τα
χωριστώ όλα και πως τίποτε δε θα μπορούσε να μ' εμποδίση σ' αυτό.
Ήξερα πως θα το ήθελα και δε θα το ήθελα, θα το πιθυμούσα και δε θα
το πιθυμούσα κι όμως θα πήγαινα στο σκότος, όπου ανήκω. Είχα το
συναίστημα πως θα γινότανε κάτι και θα με ανάγκαζε να το κάμω.
Θυμάσαι το χειμώνα, που η αναμεταξύ μας σχέση είχε καταντήσει τόσο
δύσκολη και τόσο θλιβερή! Δοκίμασα τότε να σου γράψω τι αιστανόμουνα
μέσα μου, γιατί δεν μπορούσα να μιλήσω. Μα δεν μπορούσα να σου γράψω.
Ό,τι ήθελα να σου πω δε σου το είπα και θυμούμαι πως απορούσα γιατί
δε με ρώτησες και συ έπειτα, κι ας σε παρακάλεσα να μην το κάμης.
Πολλές φορές το ήθελα να με ρωτούσες. Συχνότερα όμως είμουνα
ευχαριστημένη που δε με ρωτούσες. Τι έχω υποφέρει εκείνη την εποχή,
Γιώργο! Να μπορούσες να το υποψιαστής τι υπόφερα! Ήρθες κ' έπιασες
το χέρι μου και κάθησες κοντά μου και δεν αιστάνθηκα πως είμαι
ευτυχισμένη όπως άλλοτε. Γιατί ήξερα πως καθημερινά στοχαζόμουνα πως
μπορούσα να πεθάνω και να χωριστώ από σένα. Ήθελα να το κάμω μόνη
μου, Γιώργο. Μπορείς να το νοιώσης πως ήθελα να το κάμω μόνη μου μέσα
στη ευτυχία μου; Κ' είσουνα τόσο καλός μαζί μου κ' ευγενικός και
χαρούμενος κ' είχα το συναίστημα πως είμουνα μια άπιστη γυναίκα και
σ' απατούσα. Και ξέρεις γιατί ήθελα να χωριστώ από σένα; Ναι, γιατί
το γνώριζα καλά πως θα γινότανε μια μέρα και γι' αυτό ήθελα να γίνη
καλήτερα όσο είσουνα νέος και δυνατός και μπορούσες να με ξεχάσης σε
λίγο και να γίνης ευτυχισμένος με μιαν άλλη.

Σώπασε μια στιγμή και τα μάτια της γεμίσανε δάκρυα. Έπειτα
ξακολούθησε κ' η φωνή της είτανε ξανανιωμένη.

 — Ύστερα ήρθε ο μικρός Σβεν, Γιώργο, κι αλλάξαν όλα. Θυμάσαι πως σου
το είπα τότε; Πίστευα τότε πως μου τον έστειλε ο θεός για να με
κρατήση στη ζωή κ' έτσι να μπορέσω να σε κάμω ευτυχισμένο καθώς το
πιθυμούσα και παρακαλούσα κάθε βράδι το θεό γι' αυτό. Πίστευα σταθερά
πως ο θεός με άκουσε και μιλούσα γι' αυτό με το μικρό Σβεν όταν
είμαστε μόνοι και δεν μπορούσε νακούση κανείς τα λόγια μας. Μα τώρα,
Γιώργο, τώρα αυτός μ' αφίνει. Τώρα γνωρίζω πως όλα τάλλα, όλα εκείνα
που δεν τα ήξερες ως τώρα, θα ξαναγυρίσουνε και τώρα θέλω μόνο να μου
συχωρέσης όλον τον πόνο που σου προξενώ. Όμως δεν πρέπει να με
παρακαλέσης να μείνω. Πηγαίνω και γω εκεί που πηγαίνει ο Σβεν.

Έστεκε μπρος μου και μου φάνηκε τη στιγμή αυτή μεγαλήτερη παρότι
είναι οι άνθρωποι. Είμουνα σε τόσο βαθμό απροετοίμαστος νακούσω
εκείνα που είπε, ώστε μου φάνηκε σα να διηγήθηκε ένα ανησυχαστικό
όνειρο, που δεν μπορούσα να το μεταμορφώσω σε πραγματικότητα. Μα
αιστανόμουνα κιόλα πως ενώ μου έδινε τον μεγαλήτερον πόνο, μου
ξεσκέπαζε και τη μεγαλήτερη αγάπη, κ' ήθελα ναπλώσω προς αυτή τα
χέρια για να μη μου αρπαχτή την ίδια στιγμή που έγινε ολότελα δική
μου.

 — Δεν μπορώ να το υποφέρω αυτό, φώναξα σχεδόν. Δεν μπορώ να το
υποφέρω. Να χάσω και σε και κείνον. Δεν είναι δυνατό να το θέλης.

Σηκώθηκε άφωνη και στάθηκε μπροστά σα μια Νιόβη, που απλώνει τα χέρια
ναγκαλιάση τα παιδιά της, που χτυπιούνται από τα βέλη των θεών ακόμα
και μες την αγκαλιά της.

 — Άφησέ με να πάρω μαζί το Σβεν, είπε. Θα πεθάνη που θα πεθάνη. Θα
τον πάρω κάτω στο ακρογιάλι απόψε το βράδι, όταν θα κοιμούνται όλοι.
Είναι μια μικρή πάλη. Κ' έτσι δε θα σε βασανίζω πια όπως το έκαμα έως
τώρα.

Μπήκα μπροστά της και με όση δύναμη είχανε τα χέρια μου την κάθησα με
βία στον καναπέ.

 — Περίμενε, είπα, περίμενε! Δεν το ξέρεις και συ τι κάνεις.

Μα εκείνη μου απάντησε μονάχα:

 — Θα είναι δυστυχία και των δυο μας, αν μ' εμποδίσης. Μη μου
παραπονεθής έπειτα για ό,τι γίνη.

Στρηφογυρνούσε το κορμί με πόνο εκεί που την κρατούσα κ' έπειτα από
μια στιγμή έπεσε σε μακρή λιποθυμία. Την ξάπλωσα στον καναπέ κι όλα
όσα είπε μου φαινόντανε σαν όνειρο παράλογο. Έστεκα ώρα εκεί και την
κοίταζα, όσο που άκουσα πως η αναπνοή της έγινε κανονική και
βεβαιώθηκα πως κοιμάται. Τότε της έβαλα ένα μαξιλάρι κάτω από το
κεφάλι και τη σκέπασα.

Τρέμοντας από το ψυχικό συγκλόνισμα πήγα στην κάμαρα, όπου είταν ο
Σβεν. Το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο και το αριστερό είχε γίνει
τόσο παράξενα καθαρό και μεγάλο. Έσκυψα απάνω του, πήρα το μικρό αθώο
του χέρι και το έφερα στα χείλη.

«Αγαπημένο παιδί», συλλογίστηκα. «Εμείς οι δυο δεν μπορούμε να
βοηθήσουμε ο ένας τον άλλον.»

18

Φέραμε το κρεββάτι του Σβεν στην κάμαρα με τη βεράντα για να μπορή
νακούη από το ανοιχτό παράθυρο τα πουλιά που κελαδούσαν και τους
ανέμους που σφυρίζανε. Εκεί είταν ξαπλωμένος στο λευκό κρεββατάκι του
κι όταν σήκωνε τα μάτια, το έκανε περιμένοντας να τον φιλήσουν ή
κινούσε ήσυχα τα μικρά, αδυνατισμένα χέρια και τότε σκύβαμε απάνω του
γιατί ξέραμε πως ήθελε να μας χαδέψη.

Ο Σβάντε περπατούσε στα δάχτυλα μέσα στην κάμαρα του αρρώστου κ' η
καρδιά του είταν γεμάτη από το αφάνταστο: πως θα πέθαινε ο μικρός
αδερφός. Έστεκε ακίνητος πολλή ώρα και τον κοίταζε ή έσκυβε και του
φιλούσε το μάγουλο. Κι όταν η μαμά συνήρθε από τη λιποθυμία της και
μπήκε μέσα, πήγε και της αγκάλιασε το λαιμό με τα δυο του χέρια.

Ποτέ δε θα λησμονήσω με τι βλέμμα άρρητης απελπισίας αγκάλιασε και
κείνη το παιδί και το κοίταζε στα μάτια.

 — Τηλεγράφησες του Ούλοφ; μου είπε.

Της είπα ναι με το νέμα και την είδα πως έσκυψε πάλι στο Σβάντε και
τον έσφιξε στο στήθος της. Σπρωγμένος από ένα ξαφνικό ένστιχτο,
σηκώθηκα και βγήκα όξω κι άφησα τη γυναίκα μου μόνη με το γερό παιδί
της και με το ετοιμοθάνατο. Όταν έφτασα στην πόρτα κ' έστριψα το
κεφάλι, είδα τη γυναίκα μου να φέρνη το Σβάντε στο κρεββάτι του Σβεν.
Κάθησε στο ένα πλευρό κ' έβαλε το Σβάντε να καθήση στα άλλο. Έπειτα
έσκυψε στο Σβεν. Όλην την ώρα όμως κρατούσε το χέρι του Σβάντε κ'
είδα πως χάδευε και τα δυο παιδιά, χωρίς διάκριση.

Όταν τέλος βγήκε όξω ο Σβάντε, πήγα μέσα και κάθησα στη θέση του,
αντίκρυ στη γυναίκα μου. Μου άπλωσε το χέρι της απάνω από το
ετοιμοθάνατο παιδί κ' είπε:

 — Δεν το ξέρω αν θα είναι για καλό ή για κακό, όμως θα μείνω μαζί
σου. Γιατί τώρα πιστεύω πως έτσι το θέλει ο θεός.

Κ' έπειτα από μια στιγμή πρόστεσε:

 — Κι ο Σβεν το θέλει. Μίλησα μαζί του.

Χωρίς να μπορέσω να της απαντήσω, έσκυψα και της φίλησα το χέρι. Και
τη στιγμή αυτή δε γνώριζε κανείς μας τι είταν ευτυχία και τι
δυστυχία.

19

Μάταια γυρεύω να χωρίσω τις μέρες που ακολουθήσανε. Ναι, θα μου είταν
κιόλας αδύνατο να πω πόσες είταν. Η νύχτα έγινε μέρα κ' η μέρα νύχτα
κ' η ζωή μας είχε ένα σημείο μόνο, που γύρω του τριγύριζε: τη μικρή
κάμαρα, όπου είτανε ξαπλωμένος και πάλευε με το θάνατο ο μικρός μας
Σβεν, η κάμαρα με τη βεράντα, τη σκεπασμένη από το αγιόκλημα, που
γέμιζε τον αέρα με τη μυρουδιά του.

Εδώ περπατούσαμε, εδώ καθόμαστε πλάι πλάι, κοιμόμαστε, τρώγαμε,
αγρυπνούσαμε. Εδώ κατασταλάξανε σ' έναν εξαντλητικό πόνο όλα όσα
ζήσαμε κι ονειρευτήκαμε μαζί. Εδώ βούλωσε η γυναίκα μου το μπουκαλάκι
με το μόσκο όταν έσβησε πια η τελευταία ελπίδα. Αυτή, που ήθελε να
πεθάνη μαζί του, παραμέρισε το τελευταίο διαγερτικό για να μην μπορή
να κατηγορή έπειτα τον εαυτό της πως τάραξε τις τελευταίες ώρες του
μικρού, μόνο για να έχη εκείνη τη χαρά να βλέπη να μας λάμπη το
μεγάλο μάτι του.

Γιατί το δεξί του μάτι είτανε σβησμένο πια. Το βλέφαρο είταν
κλεισμένο απάνω του, σα να είτανε πια νεκρό το μισό κορμί του, όταν
όμως άνοιγε το αρι —

[λείπει η σελίδα 132 — 133]


ίδιο μέρος, όπου ακκουμπούσε πριν η Έλσα το δικό της.

Έτσι περάσανε δυο τρεiς ώρες κι ο ήλιος ανέβαινε πάντα ψηλότερα στον
καλοκαιρινό ουρανό. Ξύπνησα από ένα αλαφρό σκούντημα της γυναικός
μου.

 — Ξύπνα, είπε. Ο Σβεν πεθαίνει τώρα.

Δεν μπορούσα να μείνω εκεί μέσα. Βγήκα όξω στον κήπο· και με την ιδέα
να του δώσω μια τελευταία χαρά — αυτού, που αγαπούσε πάντα τάνθη —
έκοψα ένα μισοανοιγμένο ρόδο, το ωραιότερο που μπορούσα να βρω,
γύρισα μέσα και το έβαλα στο μαξιλάρι του παιδιού μου, κοντά στο μάτι
που μπορούσε κ' έβλεπε ακόμα. Ανίκανος να το υποφέρω περσότερο, βγήκα
πάλι όξω στη βεράντα. Αποκεί άκουσα πως μπήκε μέσα ο Σβάντε και
κάθησε στο κρεββάτι. Μα δε γύρισα να δω. Πήγαινα μόνο πέρα δώθε κι
άκουγα την κρατητή, φοβερή αναπνοή, που φαινότανε σα να έβγαινε από
μεγάλον και μου ξέσχιζε την ψυχή. Τότε άκουσα μια κραυγή της γυναικός
μου κ' έστριψα εκείθε.

Ο Σβεν είχε ανοίξει το μάτι κ' είδε το ρόδο. Κι άπλωσε το χέρι προς
το άνθος, το πήρε, σα να ήθελε να δη το ρόδο για τελευταία φορά, μα
το άφησε να πέση πάλι στο μαξιλάρι.

Άξαφνα κλονίστηκε όλο το μικρό του σώμα από φοβερούς, συγκρατητούς
σπασμούς. Αρχίζανε από το κεφάλι, που είχε γυρίσει πλάγια, και
φαινόντανε πως κλαδώνανε στα μέλη, που είχανε γίνει αλύγιστα και
γαλανωπά. Τότε έγειρε η γυναίκα μου το κεφάλι για να μη βλέπη πια.
Όταν όμως πάψανε οι σπασμοί, έκλαιγε σιγά και μου άπλωσε πάλι το χέρι
της απάνω από το μικρό κρεββάτι.

Έτσι καθόμαστε κει μέσα όσο που έπαψε η αναπνοή,..ξαναήρθε...έγινε
πιο κρατητή, δυνάμωσε...κ' έπαψε. Τότε ησυχάσανε όλα. Βασίλεψε η σιγή
του θανάτου. Σκυμένοι και κλαίοντας ακολουθήσαμε το φτερούγισμα της
ψυχής, που έφευγε.

Του κρατούσαμε κ' οι δύο τα χέρια και μεμιάς ταφήσαμε να πέσουν
παγωμένα απάνω στο σκέπασμα.

Έπειτα βγήκε η γυναίκα μου από την κάμαρα και πήγε να ησυχάση. Εγώ
όμως κάθησα εκεί κ' αιστανόμουνα με τρόμο πως όλα είχανε σιγάσει.

Το απόγεμα έφτασε ο Ούλοφ, και μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα ήρθε
από το πρώτο ταξίδι του στον κόσμο κοντά στο κρεββάτι, όπου είτανε
ξαπλωμένος νεκρός ο μικρός αδερφός. Έκλαψε κει αντρικά κ' ήσυχα κι
άμα γύρισε στην τραπεζαρία του έδειξε ο Σβάντε το δάχτυλό του.

Είχε ένα βαθύ σημάδι κι ο Σβάντε του περίγραψε πως ο μικρός αδερφός
είχε μπήξει εκεί το νύχι του, πριν ξεψυχήση. Το σημάδι αυτό έμεινε
πολλές μέρες και του φάνηκε κακά σα χάθηκε.

20

Μια μικρή κίτρινη κάσα είναι στη μέση της κάμαρας στην ίδια θέση,
όπου πρωτήτερα είταν ένα κρεββάτι μ' ένα ζωντανό παιδί. Τώρα η κάμαρα
είναι στολισμένη με ρόδα. Δε φαίνεται σχεδόν άλλο τίποτε από ρόδα κι
από την πόρτα μπαίνει μια γυναίκα μόνη.

Κρατεί στα χέρια ένα παιδί και το παιδί είναι νεκρό. Δε θέλει ναγγίση
άλλος κανείς το αγαπημένο της και με τα ίδια της τα χέρια, που δεν
τρέμουν, το τοποθετεί στην κάσα. Του βάζει στην αγκαλιά ένα μικρό
ξύλινο μαλλιαρό σκυλάκι, που αγαπούσε να κοιμάται μαζί του όταν
είτανε γερό και κανείς δε στοχαζότανε το θάνατο. Είναι ο Φλόκι, που
θέλει να συνοδέψη τον αφέντη του. Είναι ήσυχος σύντροφος στον ύπνο
και δεν ενοχλεί κανέναν. Έπειτα κοιτάζει αν το αγόρι της είναι
ξαπλωμένο καλά και του ισιάζει το κρεββάτι, σα να θέλη να της ραγιστή
η καρδιά, και του φιλεί τα παγωμένα χείλη.

Έπειτα φεύγει και γω στέκω μόνος με το σκέπασμα, που, όπως της έταξα,
πρέπει να το καρφώσω μόνος. Βιδώνω, βιδώνω κι ο κρότος της σμίλης
απάνω στις βίδες που τρυπούν το ξύλο, αχεί διαπεραστικά και μου
φαίνεται σα να έτριζα ο ίδιος εγώ τα δόντια από τον πόνο.

Όταν όμως τελειώνω, δεν αιστάνουμαι πόνο πια. Είναι σα να μου είχε
νεκρώσει η αγωνία του τελευταίου καιρού κάθε ικανότητα να
αιστάνουμαι, όπου κι αν κοιτάζω το βλέμμα μου απαντά παντού μόνο
άνθη.

Βγαίνω όξω στη βεράντα κ' η μυρουδιά, που χύνει το αγιόκλημα, με
χτυπά από το σκοτάδι στο πρόσωπο, η ίδια μυρουδιά που είτανε
σκορπισμένη γύρω μου την ώρα που αιστανόμουνα να με σφίγγουνε τα
δάχτυλα του παιδιού μου μ' όλη τη δύναμη του θανάτου. Όλα σβήσανε
μέσα μου, όλα περάσανε. Συλλογίζουμαι κείνη που μόλις βγήκε αποδώ κι
όλα όσα μέλλουνε να γίνουν. Αιστάνουμαι πως δε θα λάβω ποτέ καιρό να
θρηνήσω όπως ήθελα το μικρό αγόρι μου με ταγγελικά μάτια κι
ολομόναχος γονατίζω εμπρός στην κάσα του, εγώ, που δε γνωρίζω μπροστά
σε ποιόνε γονατίζω και σε ποιον προσεύχουμαι.

Μα όξω στο νεκροταφείο είναι ένα μικρό μνήμα. Είναι καμωμένο σαν
κήπος με φράχτη από πυξάρι, με μια τριανταφυλλιά και μια ραχούλα
νωποχλοϊσμένη και σκεπασμένη με πυκνούς πυκνούς πανσέδες στην κορφή.
Είναι διαφορετικό απ' όλα τάλλα μνήματα κι απάνωθέ του πρασινίζει μια
φλαμουριά ερημική.

Απάνω στη ραχούλα είναι μια πέτρα και στην πέτρα είναι γραμμένα τα
λόγια: « Ο μικρός μας Σβεν.»

Εκεί κοιμάται η ευτυχία μας, που μια φορά είτανε μεγαλήτερη από την
ευτυχία άλλων. Εκεί κάτω από το χώμα είναι σκλαβωμένη η ψυχή της
γυναικός μου, δεμένη με μαγικά δεσμά και καμιά αγάπη δεν μπορεί να
την ξαναφέρη πάλι απάνω στη γις.



ΜΕΡΟΣ ΤΡΙΤΟ
                                      Έχουμε αιώνια μόνο το χαμένο
                                                        Ένρικ Ίψεν



1

Τίποτες απ' όσα περίμενα και φοβόμουνα δεν άργησε ναρθή. Η μόνη
διαφορά είτανε πως ενώ η δυστυχία μεγάλωνε πάντα, εγώ δεν ήθελα να
την πιστεύω, αν και την προαιστανόμουνα και γνώριζα πως θαρθή. Γιατί
εμείς οι άνθρωποι το γνωρίζουμε πως θαρθή ο πόνος. Μόνο με ποια μορφή
θαρθή δεν το γνωρίζουμε ποτέ.

Το πρώτο που αιστάνθηκα κ' εννόησα με τρόμο ανέκφραστο, όταν περάσανε
τουλάχιστο τόσες μέρες, ώστε να μπορέσω να συνέρθω και να σκεφτώ όσα
γίνανε, είτανε πως η γυναίκα μου δεν είχε μιλήσει ποτέ τόσο μέσα από
την ψυχή της, όσο την ώρα που κάθησε μπρος μου στην κάμαρά μου και
μου είπε πως είχε γεννηθεί για κακό και πως τώρα, που χάθηκε ο Σβεν,
ζει μόνο για να πεθάνη. Πάντα ξαναέλεγα τα λόγια της, πάντα τάκουγα
ναντηχούνε σταυτιά μου κι όσο περσότερο τα συλλογιζόμουνα, τόσο
περσότερο βεβαιωνόμουν πως πάλευε αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και
της αγάπης της σε με και τα παιδιά, που της πρόσταζε να ζήση. Ωστόσο
εκείνα που μου είπε για την αγάπη της σε μας αρχίσανε λίγο λίγο να
διώχνουνε μέσα στη σκέψη μου όλα τάλλα, που μαρτυρούσανε τον πόθο να
πεθάνη, έναν πόθο που της είχε καταντήσει σχεδόν απόφαση. Την έβλεπα
ναγωνίζεται μεταξύ εκείνου, που αιστανότανε για μας τους τρεις, που
ζούσαμε ακόμα, και του θολού πόθου, που την έσερνε σε κείνον που
χάθηκε. Είμαστε όλοι ένα σύνολο γι' αυτή κι από αυτού πήγαζε ο πόνος
της· αιστανότανε πως δε θα μπορούσε να φιλιώση ποτέ τις αντίμαχες
δύναμες, που παλεύανε για την ψυχή της.

Τα έβλεπα όλα αυτά. Τα έβλεπα όλον τον καιρό που βάσταξε ένα ταξίδι,
που σχεδόν τη βίασα να κάμουμε, για να τη φέρω έξω στον ήλιο και στη
θάλασσα και να της δώσω νέες εντύπωσες από τη ζωή. Δε θα λησμονήσω
ποτέ αυτό το ταξίδι. Δε θα λησμονήσω ποτέ την απελπισιά, που με
κυρίεψε, όταν κάθε βδομάδα που περνούσε παρατηρούσα ολοένα καθαρότερα
πως όλα όσα έβλεπε γλυστρούσαν εμπρός της, σα να μην είτανε πραματικά
γι' αυτή. Μου έκρυβε πολλά, μου έκρυβε ακόμα και τα δάκρυά της κ'
εννόησα πως το έκανε γιατί είδε πως ζούσα μόνο με την ελπίδα να την
ξαναφέρω στη ζωή κ' ήθελε να κρατήσω όσο το δυνατό περσότερο την
ελπίδα αυτή. Το εννόησα αυτό ένα βράδι, που καθόμαστε σε μια βεράντα
και κοιτάζαμε τα νορβηγικά φιόρδ και τα βραχόβουνα. Η Έλσα τα κοίταζε
όλα πολλή ώρα, έπειτα έκλεισε τα μάτια εμπρός στην αγαπημένη της
εικόνα και μου είπε:

 — Γιώργο, γιατί με φέρνεις να δω όλα αυτά; Έπειτα άρχισε να κλαίη
σιγά, μα προσπάθησε πάλι να κρατήση τα δάκρυα και γύρισε και με
κοίταξε.

 — Γιατί κάνεις τόσα πολλά για με; Γιατί είσαι τόσο καλός μαζί μου;
Καλήτερα θα είτανε να μ' άφινες να τραβήξω το δικό μου δρόμο.

Αιστάνθηκα πως είχα μπρος μου έναν πόνο, που δεν μπορούσε να μετρηθή
ή να ζυγιστή. Αιστάνθηκα μετάνοια γιατί ήθελα να τη βγάλω έξω από τον
πόνο και γιατί την άφησα να το παρατηρήση. Και τη στιγμή αυτή μου
φάνηκε μικρό κι ανάξιο να δοκιμάσω να οδηγήσω ή να επηρρεάσω τη θλίψη
της. Την έσυρα μόνο κοντά μου κ' είπα:

 — Κλάψε κοντά μου! Κλάψε όσο θέλης! Μη βιάζης τον εαυτό σου!
Νομίζεις πως και γω δε λυπούμαι όσο και συ;

Τα δάκρυα της πλημμυρίσανε τα μάτια κι όμως το πρόσωπό της, που
είτανε γυρισμένο σε μένα, έλαμπε τόσο από χαρά, σα να της ήρθε η
μεγαλήτερη ευτυχία.

 — Αλήθεια; είπε.

Με συγκίνησε τόσο το πως η γυναίκα μου πίστευε πως είχα λησμονήσει ή
είμουνα στο δρόμο να λησμονήσω, ώστε ο πόνος μου ξέσπασε και δεν
άκουγα και δεν έβλεπα άλλο τίποτε παρά εκείνο που αιστανόμουνα ο
ίδιος και κείνο που με βασάνιζε. Της διηγήθηκα πόσο άχαρο μου
φαίνεται τώρα το σπίτι μας, από τότε που έλειψε ο Σβεν. Της είπα τι
φόβο είχα να ξαναγυρίσω εκεί και ναρχίσω την καθημερινή εργασία τώρα
που ήξερα πως η κρυστάλλινη φωνή του δε θα με προσδεχότανε και δε θα
κρυβότανε ο μικρός να με περιμένη να γυρίσω. Όλα αυτά της τα είπα κ'
αιστάνθηκα πόσο ησυχότερη έγινε κει που ακκουμπούσε στο στήθος μου.
Είμουνα ευτυχισμένος με τη συναίστηση πως μπορούσαμε ακόμα να
αιστανόμαστε απαράλλαχτα κ' οι δυο. Μα ένοιωσα κιόλας πως ο φόβος που
είχε, πως δε μοιράζουμαι τον πόνο της όσο ήθελε, ερχότανε από την
ιδέα που είχε πως όλα όσα έκανα, όλα όσα στοχαζόμουν κ' έλεγα
γινόντανε μόνο και μόνο για να την ξαναφέρω στη ζωή.

Αυτά στοχαζόμουνα τώρα. Μα έπειτα από κείνο το βράδι, καθώς το
παρατήρησα καλά ο ίδιος, άλλαξε ο τρόπος μου προς τη γυναίκα μου.
Έγινα υπομονετικός και δεν περίμενα να γυρίση τόσο γλήγορα τους
στοχασμούς της από κείνον, που χάθηκε, σε μας, που μας είχε ακόμα.
Έτσι μου έδειχνε περσότερη εμπιστοσύνη κ' έγινε ειλικρινέστερη μαζί
μου. Το ταξίδι όμως γλυστρούσε σιμά μας, σα να είτανε μόνο φανταστικά
όλα όσα βλέπαμε. Απαντήσαμε φίλους, μα καμιά συμπάθεια δεν κατώρθωσε
να γεννήση στη γυναίκα μου άλλο αίστημα, παρά μόνο ευγνωμοσύνη· οι
άνθρωποι γλυστρούσανε κοντά μας, σα να στεκόμαστε μέσα σε κάποια
σύνορα, που δεν μπορούσε να τα περάση κανείς.

Και την ησυχία, που είτανε δυνατό να βρούμε, τη βρήκαμε μόνο ένα
βράδι, που μεταφερθήκαμε στο νέο σπίτι μας, στη Στοκχόλμη. Την αλλαγή
αυτή τη σκεδιάσαμε όταν ακόμα δεν υποψιαζόμαστε πως μπορούσε να συμβή
ό,τι μας συνέβηκε τώρα, και πατήσαμε το καινούριο σπίτι μας μ' ένα
αίστημα φόβου για το χειμώνα, που έφτανε.

Ωστόσο γνωρίσαμε δω τις πρώτες μέρες της ανακούφισης και της γαλήνης
μέσα στον πόνο. Μετανοιώσαμε χίλιες φορές που κάμαμε το ταξίδι και
σύραμε μαζί τον πόνο μας για να τον δείξουμε στον ξένον κόσμο.

2

Στο νεκροταφείο είναι μια μικρή πέτρα με την επιγραφή «Ο μικρός μας
Σβεν». Είναι στημένη στο μικρό ύψωμα κάτω από μια φλαμουριά, που τα
φύλλα της είναι τώρα μαδημένα. Πλάι στον κορμό της φλαμουριάς είναι
ένα κάθισμα και στο κάθισμα κάθεται μια ολομόναχη, μαυροντυμένη
γυναίκα με μακρύν πέπλο, όπως μιας χήρας. Κάθεται πολλή ώρα εκεί και
κάτω από το χινοπωριάτικο φως μιλεί με κάποιον, που δεν τον βλέπει
κανείς.

Λέει του αμαξά, που στέκει κοντά στο μνήμα, να φύγη κι αυτή σκύβει
και μαζεύει στο μαντήλι της χώμα από τον τάφο. Έπειτα βγάζει από μια
μικρή τσάντα ένα κομάτι μαύρο μεταξωτό παννί, βελόνα, κλωστή και
ψαλλίδι. Κόβει το παννί και ράβει ένα μικρό σακκουλάκι. Το γεμίζει
χώμα, κολλά σ' αυτό τα χείλη της κ' έπειτα κλείνει με ραφή το
σακκουλάκι. Τη ραφή την κάνει τόσο σφιχτή, που να μην μπορή να φύγη
ούτε σπειρί από το χώμα, και στις άκρες στεριώνει ένα κορδόνι. Έπειτα
μαζεύει πάλι τα πράματά της και κάθεται πολλή ώρα εκεί με το μαύρο
φυλαχτό στο χέρι και συλλογίζεται πως τώρα είναι αφιερωμένη σε κείνον
που κοιμάται στο μνήμα.

Έπειτα γονατίζει κάτω από τάφυλλα κλαδιά της φλαμουριάς και φιλεί την
πέτρα, όπου είναι γραμμένο τόνομα του αγαπημένου της. Ήσυχα κ'
επίσημα, σα να έκανε κάποια ιερουργία μπροστά σε πολλούς ανθρώπους,
περνά το κορδόνι στο λαιμό, ανοίγει το φόρεμά της και βάζει κοντά στο
στήθος της το ιερό χώμα.

Όλην την ώρα το πρόσωπό της είναι σοβαρό, μα κ' ευτυχισμένο και
φωτεινό και πρι να σηκωθή, φιλεί το χώμα κάτω από τα πόδια της κ'
έπειτα στέκει και ρίχνει μια ματιά στο μνήμα. Ολάκερο δάσος από φυτά
ανθεί σε γλάστρες γύρω στο μνήμα και νωπά λουλούδια είναι απάνω στο
ύψωμα. Κανένα άλλο μνήμα δεν είναι τόσο ωραίο, τόσο περιποιημένο,
τόσο πλούσια στολισμένο ίσια ίσια τώρα που ο χινοπωριάτικος άνεμος
συνταράζει τα δέντρα.

Γελά τότε από χαρά και ξαναμιλεί σιγά και γκαρδικά σε κάποιον, που
δεν τονέ βλέπει κανείς. Έπειτα πηγαίνει στο αμάξι, που περιμένει στην
πύλη του νεκροταφείου, και γυρίζει μ' αυτό στο σπίτι.

Μα όταν μπαίνη μέσα, έρχεται ίσια σε με, βγάζει το φυλαχτό και μου
λέει τι έχει μέσα. Έπειτα μου το φέρνει εμπρός στο στόμα και με
παρακαλεί να το φιλήσω. Το κάνω για να μην της ταράξω τη χαρά και μ'
ένα ευτυχισμένο χαμόγελο το ξανακρύβει στο στήθος της ενώ λέει:

 — Αν ήξερες πόσο είμαι ευτυχισμένη όταν είμαι έξω κοντά στο Σβεν, δε
θα σε πείραζε που πηγαίνω τόσο συχνά. Είμαι για πολλές μέρες ήσυχη,
όταν πηγαίνω σε κείνον.

Έπειτα φεύγει πάλι και μ' αφίνει μόνον. Κι όταν ύστερ' από λίγες ώρες
σηκώνουμαι από την εργασία μου και πηγαίνω να τη βρω, είναι μπροστά
στο μικρό κομμό του Σβεν κ' έχει στα χέρια της τα πράματα που μια
φορά είτανε δικά του.


3

Έτσι γυρίζουν πάντα οι στοχασμοί της σε κείνον που είναι νεκρός και
δεν υπάρχει τίποτε που μπορεί να την εμποδίση. Λέει πως θα πάη κοντά
του γλήγορα και το λέει μ' έναν τόσο ήσυχο, εμπιστευτικό, στοχαστικό
τόνο, σα να είτανε και για τους άλλους το φυσικότερο πράμα του
κόσμου, όπως είναι γι' αυτή.

Κάποτε προσθέτει:

 — Ήθελα μόνο να ζούσα, όσο να μεγαλώσουνε λιγάκι ακόμα τα παιδιά και
να μη με χρειάζουνται πια.

Έπειτα παίρνει το πρόσωπό της μιαν απελπισμένη έκφραση, σα να ήξερε
καλά πως αυτός ο πόθος είναι κατιτί περσότερο παρότι μπορεί να ελπίζη
ή να ποθή και το μέτωπό της κάνει μια βαθειά δίπλα ανάμεσα στα μάτια,
σα να της προξενούσαν πόνο οι στοχασμοί της. Αιστάνεται πως πρέπει να
διαλέξη ανάμεσα θανάτου και ζωής, τουλάχιστο στους πόθους της και δεν
το μπορεί. Γι' αυτό θέλει να ζήση ένα διάστημα για χάρη αυτών που
ζούνε κ' έπειτα να πεθάνη και να μείνη με κείνον, που αιστάνεται πως
του ανήκει. Γυρεύει ένα συμβιβασμό αναμεταξύ του πόθου να πεθάνη και
της ανάγκης να ζήση και σα να τα φοβάται και τα δυο, γιατί και τα δυο
παλεύουνε να κυριαρχήσουν την ψυχή της και τα δυο την τυραννούν
ατέλειωτα, καθένα με τον τρόπο του.

 — Θυμάσαι, λέει, που σου είπα πως δεν πιστεύω να υπάρχη άλλη ζωή
έπειτ' από αυτή; Εσύ μ' έκαμες να το πιστεύω.

Το πρόσωπό της σκοτεινιάζει ενώ το λέει κ' η φωνή της έχει έναν τόνο
οργής που με θλίβει.

Το παρατηρεί και για να μ' εξιλεώση πιάνει το χέρι μου, ενώ
ξακολουθεί:

 — Τώρα πιστεύω πως υπάρχει και τώρα γνωρίζω πως μπορεί κανείς
ναρχίση να ζη μια τέτοια ζωή εδώ στη γις. Χρειάζεται μόνο να χάση
κάποιον, που μαζί του είναι τόσο σφιχτά δεμένος, ώστε να έχη το
συναίστημα πως πήρε και τη δική του ψυχή μαζί. Σχεδόν κάθε βράδι
έρχεται και με βρίσκει ο Σβεν. Δεν έρχεται όταν το θέλω ή όταν τον
παρακαλώ ναρθή. Δεν έρχεται όταν κλαίω, όταν τον λαχταρώ και του
απλώνω τα χέρια και φωνάζω τόνομά του. Όταν δεν τον υποψιάζουμαι,
τότε τον βλέπω καθισμένον κοντά μου. Κι όταν είμαι ήσυχη τότε και
χαρούμενη, μου χαμογελά και φαίνεται ευτυχισμένος. Με κοιτάζει, όπως
με κοίταζε όταν ζούσε, και πριν προφτάσω να στοχαστώ χάνεται πάλι.
Ωστόσο είμαι ευτυχισμένη. Γιατί γνωρίζω πως είτανε κοντά μου. Έρχεται
συχνά όταν εσύ κοιμάσαι και γω μένω άυπνη. Κάποτε λέω να σε ξυπνήσω.
Μα δε τολμώ. Γιατί φοβούμαι πως αν ξυπνήσης, θα χαθή. Και τότε μπορεί
να μην πιστέψης εκείνο που βλέπω.

Με κοίταζε όλην την ώρα φοβισμένη, σα να νόμιζε πως θα της
αντιλογήσω. Μα δεν το κάνω ποτέ. Δεν το γνωρίζω κιόλας ο ίδιος τι
πιστεύω.

Έχω πάθει τόσο φοβερούς κλονισμούς, που δεν τολμώ να πω τι είναι
πραγματικότητα και τι φαινόμενο στην πείρα των άλλων. Μήπως το
γνωρίζω τουλάχιστο μονάχα στη δική μου; Μήπως γνωρίζω πως είναι
πραγματικότητα μονάχα εκείνο, που φτάνω με το λογικό μου; Είναι
αποκλεισμένο να υπάρχη μια πραγματικότητα, που δεν μπορεί να τη φτάση
κανείς μόνο με το αίστημα ή, — γιατί όχι — και με τη φαντασία ακόμα;
Μου φαίνεται, πως θα είτανε το ίδιο σα να κολόβωνα τον εαυτό μου αν
ταπείνωνα το αίστημά μου και τη φαντασία μου τόσο, ώστε να πω πως
υπάρχουνε μονάχα για να είναι υποταγμένα στο λογικό. Στη σκέψη μου
μού φαίνεται το ίδιο σα να ήθελα να κάμω το μάτι ναρνηθή το σωματικό
πόνο, γιατί δεν τον βλέπει, ή το αυτί να μην παραδεχτή το αίστημα της
γεύσης, γιατί δεν είναι δυνατό να το ακούση. Κι όσο κι αν γνωρίζω
καλά τα επιχειρήματα, που μπορούνε ναντιταχτούνε σ' έναν τέτοιον
τρόπο σκέψης, μου είναι αδύνατο να τα δεχτώ στην περίσταση αυτή. Ούτε
πιστεύω, ούτε δεν πιστεύω. Μένω σα να πούμε καρτερώντας με αγωνία πως
μια μέρα θα μπορέσω να φωτιστώ για ό,τι δε γνωρίζω.

Και μ' αυτό βλασταίνει μέσα μου μια σκέψη, που ρίζωσε τη στιγμή που
γνώριζα πως θα πεθάνη το παιδί μου. Εννοώ πως ό,τι κι αν είναι αυτό,
πραγματικότητα είτε φαντασία, μια μέρα θα μου πάρη τη γυναίκα μου.
Είναι τόσο στενά δεμένη με τη ζωή μου, που δεν μπορώ να κάμω χωρίς
αυτή. Ενάντια στην ευτυχία μου, που τηνέ νόμιζα μια φορά τόσο δυνατή,
ώστε να κοιτάζω, σαν από ψηλά, κάτω την ευτυχία των άλλων, ορθώνεται
μια δύναμη, που είναι η μοίρα όλων όσοι ζούνε. Ο θάνατος στέκει
μπροστά μου, όπως έστεκε μια φορά μπροστά στο Σβεν στην εικόνα, που
ήθελε να του τη διηγούνται σαν παραμύθι. Το κουδούνι σημαίνει και
κείνος, που πρέπει να φύγη αποδώ, ακούει τόνομά του κι όποιος πάλι
δεν το ακούει οφείλει να μείνη. Η διαφορά είναι μόνο πως εγώ βλέπω το
θάνατο από μακριά, πολύ πριν πλησιάση, γνωρίζω πως θα σημάνη το
κουδούνι και πως εκείνη που θα καλέση, θα φύγη με χαρά.

Μα δε θέλω να καταραστώ άνεργος τη δύναμη του θανάτου. Μέσα μου
μεγαλώνει ένας πόθος δυνατότερος παρότι το συναιστάνουμαι. Είναι ο
ίδιος πόθος που έκαμε τη γυναίκα μου να φωνάξη, άμα βεβαιώθηκε πως θα
πεθάνη το παιδί της: «Δεν πρέπει να πεθάνη. Το ξέρω πως δε θα
πεθάνη.» Με τον ίδιον τρόπο λέω τώρα και γω στον εαυτό μου: «Δε θέλω
να τη χάσω. Πρέπει να ζήση στο πείσμα όλων.» Δε βλέπω πως προσπαθώ το
αδύνατο. Η κρίση, που ξύπνησε αμέσως τότε όταν είτανε γι' αυτή,
κοιμάται τώρα που είναι για με το ζήτημα, θέλω να πολεμήσω με το
θάνατο για να βαστάξω την ευτυχία της και τη δική μου, έτσι όπως
ανθούσε μια φορά, όχι τότε που μας χαμογελούσε η ζωή, μα τουλάχιστο
τότε που δοκιμάσαμε την τιμωρία της κι ωστόσο νομίζαμε πως μπορούσε
να μας χαμογελάση. Ήθελα να κάμω το καθετί για να την ξανακερδίσω.
Σαν τον Ορφέα ήθελα να κατεβώ στον Άδη, να τη βιάσω με την αγάπη μου
να ξαναγυρίση, κι αν με ακολουθούσε, δε θα έστρηβα βέβαια να κοιτάξω
πίσω τις σκιές.

Αυτό εύχουμαι μέσα μου και δεν περιμένω γλήγορα την αμοιβή.
Απεναντίας ετοιμάζουμαι για μια μακρή, σκληρή δοκιμασία και γνωρίζω
από πριν πως το πρώτο, που πρέπει να μάθω, είναι η τέχνη να προσμένω.

Έχω όμως τόση βεβαιότ

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/33561