Gutenberg · eo1.org

← catalogue

Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

by Ioannis Psicharis · French, Greek · Gutenberg #31433 · 517,486 chars · public domain (US)

The Project Gutenberg eBook of Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'
    
This eBook is for the use of anyone anywhere in the United States and
most other parts of the world at no cost and with almost no restrictions
whatsoever. You may copy it, give it away or re-use it under the terms
of the Project Gutenberg License included with this eBook or online
at www.gutenberg.org. If you are not located in the United States,
you will have to check the laws of the country where you are located
before using this eBook.

Title: Ρόδα και Μήλα, Τόμος Α'

Author: Ioannis Psicharis


        
Release date: February 27, 2010 [eBook #31433]
                Most recently updated: January 6, 2021

Language: French, Greek

Other information and formats: www.gutenberg.org/ebooks/31433

Credits: Produced by Sophia Canoni


*** START OF THE PROJECT GUTENBERG EBOOK ΡΌΔΑ ΚΑΙ ΜΉΛΑ, ΤΌΜΟΣ Α' ***




Produced by Sophia Canoni




Note: Numbers in curly brackets relate to the footnotes that have
been transferred at the end of the book (as endnotes).  The tonic
system has been changed from polytonic to monotonic. A table with
spelling and other mistakes has been incorporated in the text.
The spelling of the book has not been changed otherwise. Words in
italics are included in _.

Σημείωση: Οι αριθμοί σε αγκύλες {} αφορούν στις υποσημειώσεις των
σελίδων που έχουν μεταφερθεί στο τέλος του βιβλίου. Το τονικό
σύστημα έχει αλλάξει από πολυτονικό σε μονοτονικό. Ο Πίνακας
παροραμάτων έχει ληφθεί υπόψη στο κείμενο. Η ορθογραφία του
βιβλίου κατά τα άλλα παραμένει ως έχει. Λέξεις με πλάγιους
χαρακτήρες περικλείονται σε _.




ΨΥΧΑΡΗΣ




Ρόδα και Μήλα




ΤΟΜΟΣ Α'



                   Quale i fioretti dal notturno gielo
                   Chinati e chiusi, poi che'l Sol gl' imbianca,
                   Si drizzan tutti aperti in loro stelo.
                                        Dante, Inf. II, 43(1-3).



ΑΘΗΝΑ

ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΙΟ ΤΗΣ ΕΣΤΙΑΣ
à PARIS, chez:
Η. WELTER, EDITEUR
(4, RUE BERNATD-PALISSY,4)

1902




Ρόδα και Μήλα




ΑΦΙΕΡΩΜΑ



Μια μέρα περπατούσαμε μαζί στο περιβόλι της Αγάπης. Μαζί μυρίζαμε τα
ρόδα· κόφταμε τα μήλα μαζί. Τα ρόδα χρήσιμα δεν είναι· είναι πιο
χρήσιμα τα μήλα. Το καλοκαίρι, σα δηψάς, το μήλο σε δροσίζει, και
σαν πεινάς, σε θρέφει. Το ρόδο το καημένο άλλη δουλειά δεν ξέρει
παρά να μοσκοβολάη. Ωςτόσο μου έλεγες στο περιβόλι της Αγάπης πως
ταγαπούσες τα δύστυχα τα ρόδα, πως σαν τα μυρίζεις, σου φαίνεται πιο
νόστιμο και το μήλο.

Μήπως κι ο νους του αθρώπου δεν έχει τα ρόδα και τα μήλα του σαν το
περιβόλι; Ρόδα είναι της φαντασίας μας τα παιδιά· μήλα τα παιδιά της
επιστήμης. Και τα δυο μαζί στολίζουνε ταθρώπινο το περιβόλι.

Στο περιβόλι της Αγάπης, που περπατούσαμε μια μέρα μαζί, τέτοια
λόγια σου είπα, και σήμερις σου μάζωξα, να σου τα χαρίσω, τα μικρά
μου τα ρόδα και τα μήλα μου τα μικρά, που αν τύχη κ' έχουνε αλήθεια
λίγο ζουμί και λίγη μυρουδιά, σε Σένα το χρωστούνε, το χρωστούνε στο
Περιβόλι της Αγάπης.

Τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.



ΠΡΟΛΟΓΟΣ



Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ. — Ο ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ. — ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ. — ΟΜΟΡΦΙΑ... ΚΙ ΑΗΔΙΑ.
— ΤΕΧΝΗΤΗ. — ΦΙΛΟΣ ΣΤΕΝΟΣ. — Η ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.


Α


Η ΜΙΣΗ ΓΛΩΣΣΑ.

Όταν πήρα να μαζώξω δώθε κείθε όσα είχα δημοσιεμένα είτε σε
περιοδικά, είτε σε φημερίδες, και που τα ξανατυπώνω σήμερις με τη
χρονολογική τους τη σειρά· όταν τα ξαναδιάβασα κ' έβαλα στο καθένα
κι από μια σημείωση, όταν από το πρώτο που έγραψα ίσια με το στερνό,
τα κοίταξα ένα ένα, δεν μπόρεσα να μην απορήσω, βλέποντας πώς και με
τι τρόπο άλλαξε το ζήτημα το γλωσσικό από τα 1888 ως τα 1901. Τότες
πολεμούσαμε τους δασκάλους, γιατί όλοι τους είτανε δασκάλοι· τώρα
πολεμούμε κάτι μισοδασκάλους — ή δασκαλάκια. Τότες πολεμούσαμε την
καθαρέβουσα· τώρα πολεμούμε τη μισοκαθαρέβουσα. Τότες πολεμούσαμε
μια γλώσσα που ήθελε κάτι να φανή· τώρα πολεμούμε μια γλώσσα που δε
θέλει τίποτα να είναι. Τότες πολεμούσαμε μια γραμματική που γύρεβε
να μας φέρη πίσω ίσα με του Ξενοφώντα το τυπικό· τώρα πολεμούμε μια
γραμματική που μήτε ομπρός λέει να πάη μήτε πίσω, παρά στέκεται
αγράμματη στον αέρα. Τότες πολεμούσαμε πεθαμμένους· τώρα πολεμούμε
τους αγέννητους.

Και να πούμε την αλήθεια, είχε κάποιο μεγαλείο του Κόντου η αρχή να
ξαναττικίση την Ελλάδα. Σήμερις όμως βλέπω και καμιάν αρχή δε
θέλουν· «Εμείς, λέει, νακούσουμε λόγο; Για ποιους μας παίρνεις;
Εμείς είμαστε ποιητάδες και γράφουμε όπως μας κατεβή, χωρίς λόγο
κανένα!» Κ' έτσι βγήκε στη μέση και κοντέβει να γίνη της μόδας μια
κάποια _ μισή γλώσσα, _ που αρέσει πολύ σε κείνους που τη γράφουνε.

Η _ μισή γλώσσα _ τι πράμα είναι ωςτόσο; Για να δούμε.

Η _ μισή γλώσσα _ είναι γλώσσα που της έβγαλαν κι άλλο ένα όνομα· τη
λένε πως είναι _ απλή _ · γιατί τάχα; Γιατί ανακατώνει πολλές
γλώσσες, δηλαδή γιατί γραμματική δεν έχει — και πώς να μην είναι
απλή, αφού είναι κι ακανόνιστη; Μάλιστα θα σου πούνε πως είναι σωστή
αηδία η γραμματική. Ανυπόφορο πράμα, δυσάρεστο, σιχαμένο. Δεν τον
αφίνετε ήσυχο τον ποιητή; Στον κόσμο τον πολιτισμένο, στην Εβρώπη, ο
ποιητής, ένας Ηugo, ένας Renan, ησυχία δεν έχουνε αν άξαφνα τους
περάση υποψία πως κάπου, σε μιαν αράδα, σε μια λέξη, σε μια συλλαβή,
τους ξέφυγε κανένα λάθος, πως τάχα δεν έγραψαν τη γλώσσα τους
αχάλαστα κι αλάθεφτα, προσέχοντας ως και στον πιο μικρό κανόνα της
γραμματικής. Τι μουρλοί και τι ζαβοί! Δε ρωτούσανε καλήτερα τον
ποιητή το Ρωμιό; Αφτός, ησυχία του είναι να μην προσέχη σε τίποτις,
ο λυρισμός του, η ποίησή του, το ύψος του είναι να βάζη μια λέξη
αρχαία κοντά σε μια δημοτική, έναν τύπο δημοτικό πλάγι πλάγι μ' έναν
αττικό τύπο, κάποτε το ίδιο να μας το λέη όπως το λέει ο δάσκαλος,
κάποτε πάλε όπως το λέει ο λαός. Χαρά του νανακατέβη καθαρέβουσα και
δημοτική. Και τέτοια είναι η μισή γλώσσα.

Πολύ ωραία, πολύ κατάβαθα ψυχολόγησαν το Ρωμιό, και γεια τους, όσοι
πήγαν και μας ανακάλυψαν το λαμπρό το σύστημα της ανακατωσούρας. Δε
μου λέτε, σας παρακαλώ, το ανακάτεμα με τι τρόπο θα γίνη; Πόση
δημοτική θα βάζουμε και πόση καθαρέβουσα; Κανένας, εννοείται, από
τους λεγάμενους δε θα ορίση το ποσό, μήτε σκοπέβει να το ορίση. Δεν
είναι δουλειά του, θα σας πη. Κι αφτός ο λόγος, το κάτω κάτω — ή το
άνω κάτω — τι σημαίνει; Σημαίνει πως ο καθένας θανακατέβη, όπως
τύχη, όπως του φανή, όπως ξέρει — δηλαδή πως ο καθένας θα' χη
σύστημα δικό του. Τι λέγαμε για τα ψυχολογικά του Ρωμιού; Ο Ρωμιός,
που έχει φιλότιμο περίσσιο, θακούση άραγες ποτέ του τον έναν πιο
πολύ από τον άλλονα; Ίδιοι τους αφτοί θακούγουνται αναμεταξύ τους; Ο
Θεός φυλάξη! Κοιτάζουν τα πρόσωπα, στα πρόσωπα προσέχουνε. Ο τάδες
το γράφει έτσι; Αμέσως εγώ να το γράψω αλλιώς! Το λοιπόν τι βγαίνει;
Βγαίνει που το μόνο σύστημα που μπορεί στην Ελλάδα να τα βγάλη πέρα,
που μπορεί όλους τους Ρωμιούς μαζί να τους κάμη να είναι σύφωνοι, το
μόνο είναι το _ απρόσωπο _ σύστημα, είναι η γραμματική, είναι η
γλώσσα του λαού.

Φοβούμαι μήπως κ' οι ανυπόταχτοι, ανεξάρτητοι, μεγαλόφρονοί μας
ποιητάδες, που ζυγό δε θέλουνε κι αποτινάζουν τη γραμματική, δεν
κατάλαβαν ακόμη τι θα πη αληθινή λεφτεριά. Το βάρος, ο ζυγός κ' η
σκλαβιά μου φαίνουνται αφτά που γυρέβουνε του λόγου τους, δηλαδή να
βάλουνε τους άλλους και τον εαφτό τους να υποταχτούνε στη φαντασία
ενός και μόνου. Η καθαφτό ανεξαρτησία είναι ανώνυμη, σαν το λαό. Δεν
ακούς κανέναν, όταν τους ακούς όλους, κ' είναι μάλιστα σα να μην
τους άκουες μήτε δάφτους, αφού ακούς και τον εαφτό σου, αφού μέσα σ'
όλους είσαι κι ο ίδιος, είσαι και συ λαός.

Μα δεν πιστέβω η _ μισή γλώσσα _ να τα στοχάστηκε αφτά, μήτε να
βγήκε στους δρόμους να φωνάζη από τόσο μεγάλο έρωτα για την
ανεξαρτησία. Θάχη άλλους λόγους, τόσο σπουδαίους μάλιστα που μπορεί
περίφημα να βαστάξη ακόμα χρόνια, να κάμη και κάμποσους οπαδούς,
γιατί θαρρώ πως βασίζεται η _ μισή γλώσσα _ σε βάση ακλόνιστη,
τουλάχιστο σε βάση που ο σημερνός Ρωμιός τη σέβεται και δεν τολμάει
να τη χαλάση, θέλω να πω την τεμπελιά. Κι αν προτιμάτε αδουλεψιά να
την πήτε, δε με πειράζει, γιατί το ίδιο πέφτει. Ζήτημα δεν είναι,
πως το βρίσκει ο καθένας πολύ πιο έφκολο να πετάη στο χαρτί ό τι του
κατέβη, μα δημοτική, μα καθαρέβουσα, δίχως να ψάχνη, δίχως να
ιδρώνη. Γιατί πάλε κι ο τόσος κόπος; Ελάτε να το ρίξουμε όξω. Δε
βλέπετε, καλέ, πως τάχουμε όλα έτοιμα; Τι αγαπάτε, να σας το
σερβίρω: Ξενισμούς; Ορίστε! Άλλο τίποτα! Μα κάλλια θέλετε ίσως κ'
έναν αττικισμό; Αμέσως! Τι λέτε πάλε να σας έδινα έτσι κανένα
χουζουρεμένονε μισοδασκαλισμοδημοτικοκαθαρεβισμό; Φέρ' το αφτό, και
μοιάζει λαμπρό πράμα. Όλα τάχει.

Το σύστημα, για να σκοτώση κανείς τη δημοτική, βέβαια πως είναι
πρώτης. Καλήτερο δεν υπάρχει. Όσο δεν προσπαθείς, σαν πιάνεις την
πέννα στο χέρι, να συλλογέσαι ρωμαίικα, γιατί αφτός είναι ο κόμπος,
κι όχι να τα γράφης μονάχα, όσο δεν πασκίζεις να τα πης ρωμαίικα,
φυσικά κι ο νους σου θα ξενίζη κ' η ψυχή σου, ώςπου να ξενίσης ή να
ξυνίσης κι ο ίδιος. — «Αι! καλά! Τι με κόφτει; Ο κόσμος είναι
μεγάλος. Μήπως θα μείνω στην τρύπα μου κρυμμένος, δίχως να γυρίσω να
δω και τι γίνεται στην οικουμένη; Ας ξενίσω, αν ξενίζοντας ο νους
μου ξανοίγει, αν η ψυχή μου πολλαπλασιάζεται και πάει!» Μα τότες έχω
και γω κάτι να σου απαντήσω, φίλε μου, που μου τα ψέλνεις. «Εμένα τα
λες; θα σου κάμω. Εγώ θα σου πω τάχα ποτέ μου πως δεν είναι αδέρφια
όλοι του κόσμου οι λαοί; Μήπως δεν το ξέρουμε πως ο καθένας κάτι
μαθαίνει, κάτι χαρίζει του αλλουνού; Ίσα ίσα γι' αφτό, παιδί μου,
προτού να μιλής, προτού να μας κάμης τον περήφανο, θαρρώ πως πρέπει
να γυρέψης να δης τι κρύβγει μέσαθέ του ο δικός σου ο λαός, που δεν
το σκάλιξες ως τώρα, και τότες πια να καταλάβης αν από το λαό το
δικό σου δεν μπορεί να ξανοίξη ο νους, να πολλαπλασιαστή, που λες,
κ' η ψυχή των αλλωνώνε. Όσο δεν τα κοιτάζεις αφτά, δεν αδικείς το
λαό σου μονάχα· τον κόσμο αλάκαιρο αδικείς!»

Και δεν είναι ζήτημα, πως ο λαός ο ρωμαίικος, και στη γλώσσα του και
στην ψυχή του — το ίδιο είναι — έχει ανυπόψιαστους θησαβρούς. Εσύ
όμως, ο ανεξάρτητος, εσύ ο οικουμενικός, βλέπω και θέλεις μόνο να
παίρνης από τους ξένους, χωρίς να τους δίνης τίποτα. Κι αφτό θα το
κάνης, γιατί δεν έπιασες να μελετήσης τι τους λείπει και τι έχεις
εσύ. Μα τι κάθουμαι και λέω; Εσύ που όλο καφκιέσαι πως σε μέλει για
γενικές μεγάλες ιδέες, για γενικές λαμπροφάνταχτες ψυχολογίες, δεν
το συλλογίστηκες να ξετάσης τι πράμα είναι μήτε τα περίφημα τα _
γενικά _ σου αφτά, που χάνεις το νου σου για δάφτα. Ιδέες και
ψυχολογίες γιόμισες και τα μυαλά σου και τα χαρτιά σου. Τις λέξες
όμως που κάθε μέρα τις λες — ή που σε ξένα βιβλία τις διαβάζεις, τις
πιο κοινές λέξες, τις πιο συνηθισμένες, δεν κόπιασες να ξεδιαλίσης
το νόημα τους. Ωςτόσο ποιος δεν παρατήρησε ή δε βρέθηκε σε θέση να
παρατηρήση τι χοντρά, τι βάρβαρα, τι χυδαία κάθε γλώσσα μας
παρασταίνει όσα νοιώθει η αθρώπινη καρδιά; Όπως για να πούμε τα
χρώματα, έτσι για να πούμε και τα αιστήματα, δεν έχουμε παρά φτωχές
κακορίζικες λέξες. Ξέρουμε, λόγου χάρη, _ πράσινο _ και _ μαβί _. Μα
πόσα πράσινα είναι, που λέξη δε βρίσκουμε να τα ζουγραφίσουμε;
Κοιτάξτε πόσα είναι τα δέντρα και πόσες οι πρασινάδες!Μα κοιτάξτε
και χρωματιές, πόσες αποχρωματιές θέλει και πόσες ξεχρωματιές, για
να πάη απαρατήρητα το μάτι μας από το πράσινο στο μαβί! Αμέ, για να
πάη άνοιωθα κ' η ψυχή μας από την αγάπη στο μίσος, από το μίσος στην
αγάπη, πόσες άλλες χρωματιές κι αποχρωματιές, πόσες θωριές κι
αποθωριές δεν υπάρχουνε, που μήτε τις υποψιάζεται η γλώσσα; Τι είναι
το μίσος και που αρχίζει; Άξαφνα, σε απλή, σε ήσυχη κουβέντα, μ' ένα
φίλο, ή και με την κόρη που αγαπώ, φιλονικούμε για κανένα πράμα που
το κάτω κάτω μπορεί να μας είναι αδιάφορο και στους δυο μας. Δε
συφωνούμε όμως. Η ασυφωνιά μας αφτή, σαν τι να είναι; Είναι πάντα
φιλία; Είναι πάντα αγάπη; Αν είναι, βέβαια πως δεν είναι ολότελα η
ίδια που είτανε και προτού φιλονικήσουμε, γιατί φιλονικία τι θα πη;
Θα πη πως είτε πολύ είτε λίγο, εναντιώνεται ο ένας τον άλλονε. Κ' η
αγάπη εναντίωση δε θέλει. Μήπως πάλε κ' είναι μίσος; Μα το μίσος το
καθαφτό φτάνει σε βαθμό τέτοιο, σου εναντιώνεται τόσο και τόσο, που
καταντάει πια να γίνη ενάντιο και στη ζωή σου, που γυρέβει και να
σκοτώση. Δεν είναι λοιπόν ούτε αγάπη ούτε μίσος, κι ωςτόσο ένα είναι
από τα δυο, ή στην αγάπη θα καταντήση ή στο μίσος, απόδειξη που αν
τύχη και φιλονικήσης με κανέναν που σου είναι αδιάφορος, μπορεί από
την πρώτη φιλονικία να ριζώση στην καρδιά σου ένα κάτι που κατόπι
γίνεται μίσος, κι α φιλονίκησες με την κόρη που λατρέβεις,
θαποξεχάσης τη φιλονικία, θαλλάξης και γνώμη, αν εκείνη δεν αλλάξη.
Κι αν αλλάξης κι αν αλλάξη, δεν αλλάξατε τίποτις εσείς, τάλλαξε η
αγάπη, διές όμως πώς άλλαξε κι αφτή, αφού έγινε μεγαλήτερη, κ' έγινε
μεγαλήτερη, γιατί θέλησε, όσο γνωρίζεστε και πάτε, να σμίγετε
περισσότερο, νάχετε σ' όλα τις ίδιες ιδέες.

Λοιπόν από την απλή φιλονικία θαρθούμε ή σε αγάπη περισσότερη ή σε
περισσότερο μίσος, γιατί όπως κι αν το πάρη κανείς, το κάτω κάτω, η
φιλονικία πιο πολύ μοιάζει με το μίσος παρά με την αγάπη, Κ' ίσα ίσα
βλέπουμε τι ανίκανες που είναι οι λέξες. Οι λέξες μας παρασταίνουν
την καρδιά, μόνο σαν έφταξε το πάθος στην άκρη του, στο μίσος ή στην
αγάπη. Μα για να πάμε από το τίποτις, από τανύπαρχτο, ίσια με το
μίσος, ίσια με την αγάπη, για να πάμε μάλιστα κάποτες από το _ μίσος
_ στην _ αγάπη _ κι από την αγάπη στο μίσος, υπάρχουνε χίλιες και
χίλιες αγάπες, μίσητα χίλια και χίλια, που όνομα δεν έχουν ως τώρα.

Τα ονόματα ποιος θα τα βρη; Και ποιος θα πη πως εκείνος που τα
βρήκε, δεν πλούτισε συνάμα και τον τόπο του και τους άλλους τόπους;
Για να τα βρη όμως, πρέπει πρώτα πρώτα στη γλώσσα του να τα γυρέψη.
Πώς δε γυρέβουμε στη γλώσσα τη δική μας και γι' αφτά που είπαμε και
για τόσα και τόσα; Η γλώσσα η ρωμαίικη — σήμερις είναι πια και
γνωστό — έχει μια δύναμη, μια εφκολία μοναδικιά, με μιαν κατάληξη,
μ' ένα ζεβγάρωμα, μ' ένα προσκόλλημα, μ' ένα χαδεφτικό, να σου
πλουτίση, όχι το λεξικό που τυπώνεται, μα και το ατύπωτο ακόμα
λεξικό της καρδιάς μας. Κ' έτσι αμέσως ανοίγει τα μάτια της και
κοιτάζει μέσα της πιο βαθιά ως κ' η αθρώπινη ψυχή σ' όλη την
οικουμένη.

Μα πολύ άτοπα φιλοσοφώ, και ξέχασα πως η _ μισή γλώσσα _ μάς έβγαλε
τώρα και φιλοσόφους, που τη θέλουνε μισή, γιατί έτσι, λέει, το θέλει
κ' η φιλοσοφία. Εγώ λέω πάλε μήπως κ' η φιλοσοφία τους είναι μισή
όσο είναι κ' η γλώσσα τους. Φαντάστηκαν πως ο άθρωπος όλος μαζί δεν
είναι ένας, πως μπορείς να κουνήσης το χέρι, δίχως ο νους πρώτα
πρώτα να κάμη το κίνημα του χεριού. Φαντάστηκαν πως ο ποιητής μπορεί
να προσέξη στην ποίηση, να προσέξη στην ιδέα, να προσέξη στην τέχνη,
να προσέξη και στη φιλοσοφία την ίδια, αν πρώτα δεν προσέξη στη
γλώσσα! Κι αφτοί έρχουνται και μας μιλούνε για μια Γερμανία που μήτε
την έννοιωσαν ακόμα. Κι αφτοί έρχουνται και μιλούνε για δικές τους
ιδέες, που θαρρούν πως έχουνε, ας είναι ακόμα και μισές.

Αστόχαστα φτωχά κεφάλια κι αφιλοσόφητη φιλοσοφία!


Β'


ΚΑΠΟΙΟΣ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ.

Η _ μισή γλώσσα _ σε τι απάνω στηρίζεται λοιπόν, ως τώρα δεν το
βλέπω. Ένα βλέπω κ' ένα ξέρω, πως κάθε λαός έχει χρέος _ ναληθέψη _.
Δε φτάνει που ζη, πρέπει κ' οι άλλοι να το δούνε και για να το
δούνε, πρέπει το έθνος να φανή εκείνο που είναι, να μην περνάη σαν
τόνειρο, παρά να γίνη αλήθεια, δηλαδή να κάμη αλήθεια και την ψυχή
του και το νου του και τα όνειρα του, μ' ένα λόγο, ζη μόνο σαν
αληθέβει. Μισή αλήθεια όμως δεν έχει. Θέλει αλήθεια γερή.

Δεν πιστέβω ούτε η _ μισή γλώσσα _ ούτε η καθαρέβουσα τέτοιο σκοπό
νάχη, σκοπό να μας ξυπνήση από τον ύπνο το βαρή που κοιμάται σήμερις
η ψυχή μας. Μάλιστα, να κοιτάξης την ουσία της ουσίας, θα καταλάβης
πως καθαρέβουσα και _ μισή γλώσσα _ το ίδιο είναι. Ας αφήσουμε τα
λόγια κι ας προσέξουμε στα πράματα. Η Ελλάδα τι είναι σήμερις; Ένα
βασίλειο κ' ένας τόπος. Μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _
ονόματα δεν έχουνε να το πουν αφτό, παρά κ' οι δυο τους θα σου το
πούνε με τρεις ανύπαρχτες λέξες· βασίλειον, βασιλεύς, Ελλάς.

Ας παραδεχτούμε πια πως το βασίλειον, όσο άτοπο κι αν είναι το _ ν
_, όσο κι α δεν έχει μισές αλήθειες ή μισές ψεφτιές, ας παραδεχτούμε
όμως πώς ένα κακόμοιρο _ ν _ μπορεί και να μην μπη σε λογαριασμό. Τα
δυο άλλα τώρα να δούμε, αρχίζοντας από το _ βασιλεύς _. Τι λέξη
είναι αφτή; Μήπως ο λαός την ξέρει; Όχι. Ο λαός το ξέρει _ βασιλιάς
_. Στην Πόλη μάλιστα έτσι λέει το Σουλτάνο. Και γιατί; Γιατί έτσι
έλεγε πρώτα τον αφτοκράτορα, πριν από την άλωση. Λοιπόν είναι
καθιερωμένος, ιστορικός, πατροπαράδοτος τύπος στο λαό.

Ο _ βασιλεύς _ τώρα τι ιστορικά έχει; Φτάνει κανείς νάμαθε δυο
ελληνικά στο σκολειό, για να δη αμέσως πως τέτοια κατάληξη — εφς —
γιατί έτσι το λένε — δεν έχει καμιά ονομαστική στην αρχαία γλώσσα,
πως _ φ _ και _ ς _ πλάγι πλάγι καμιά λέξη δε μας δείχνει. Μπας και
μας δείχνει αραδιαστά _ φ _ και _ ς _ σήμερις η γλώσσα μας πουθενά;
Διόλου. Μήτε κατάληξη — εφς στην ονομαστική, μήτε — φς — σε καμιά
λέξη δεν έχει! Κ' έτσι μήτε ελληνικό είναι μήτε ρωμαίικο.
Βαρβαρισμός και στη μια γλώσσα και στην άλληνα.

Για να δούμε και την Ελλάδα. Καλήτερα δεν τα πάει. Μας την κάμανε
τριτόκλιτη· _ η Ελλάς, της Ελλάδος, εν Ελλάδι, την Ελλάδα _. Ο λαός
όμως ταρχαία τα τριτόκλιτα δεν τα θέλει, αφού πρωτόκλιτα τα ξέρει.
Κι αν τα ξέρει πρωτόκλιτα, θα πη πως τα τριτόκλιτα δε θα τα μάθη,
και του κάκου. — «Να σου πάλε κ' οι φαντασίες του Ψυχάρη!» —
Φαντασίες; Ορίστε, διαβάστε. Κάποιος, που για την Ελλάδα έκαμε
κάμποσα, που την έκαμε κιόλας Ελλάδα, ο κάποιος αφτός, σαν έγινε
κατόπι το βασίλειο, σα γέρασε κι ο ίδιος, θυμήθηκε τα νιάτα του, μας
δηγήθηκε τον καιρό που καθότανε, λέει, κ' έκλαιγε «την Ελλάς». Ποιος
θαρρείτε πως μιλεί έτσι; Κάτω, παρακαλώ, τις γραμματικές σας! Έτσι
μιλεί ο Κολοκοτρώνης ο ίδιος{1}· Λοιπόν αν ένας άθρωπος σαν κι
αφτόνα, δεν μπόρεσε να κλίνη τα τριτόκλιτά σας, τι κάθεστε και μου
λέτε για καθαρέβουσες και μισές γλώσσες; Και μη θαρρήτε πως φταίνε
τάχα τα χρόνια που ζούσε ο Κολοκοτρώνης και πώς τότες, όσο
Κολοκοτρώνης κι αν είσουνα, μπορούσες πολύ καλά να κάμης τέτοιο
λάθος, γιατί δεν ήξεραν πολλά γράμματα. Τίποτις! Όλα η καθαρέβουσα
τα φταίει, που είναι γλώσσα νεκρή, κ' έτσι τα ίδια λάθια, ίσως
μάλιστα πιο χοντρά, γίνουνται ακόμη και σήμερις, όχι μόνο στο λαό,
σα μισομάθη δασκάλικους τύπους, μα και στους δασκάλους τους ίδιους,
στους πιο περίφημους όπως και στη συνηθισμένη την καθαρέβουσα.
Διάβασα, λ. χ., στο Νέον Άστυ (Μάρτη, 28, 1902, σελ 2, στ.5)·
«ελάχιστοι _θυσίαι_»· στ' Αναγνώσματα του Whitney, που μετάφρασε ο
κ. Χατζηδάκης και που είναι πολύ καλό βιβλίο, γράφει (σελ 549)·
«ώστε να δύναται», ενώ στην ίδια σελίδα και παντού βάζει την
υποταχτική· «εάν δύνωνται», σελ 549, «θα δύνηται». σελ 574, κτλ.
κτλ. Πιο απάνω (σελ 470) βλέπω την ακόλουθη φράση· «. . . λαλείται
υπό φυλών, αίτινες προ δύο περίπου εκατονταετηρίδων (τω 1644)
καταλαβώντες την Σινικήν κατέστησαν άξιαι γενικωτέρας τινός
προσοχής.» Μήτε το «Νέον Άστυ» μήτε τον κ Χατζηδάκη κατηγορούμε.
Κατηγορούμε μονάχα τη γλώσσα που γράφουνε. Βέβαια πως κάνουμε και
μεις λάθια στη δημοτική, τα περισσότερα όμως γιατί δε μελετήθηκε
ακόμη αρκετά και γιατί μας χάλασε η καθαρέβουσα τη φυσική λαλιά μας·
ωςτόσο είναι λάθια που δε θα τα κάνουμε ποτέ μας, λ. χ., να
συντάξουμε αρσενικό με θηλυκό, να πούμε άξαφνα _ η καλός γυναίκα, _
όπως είδαμε να λένε _ αίτινες. . . καταλαβόντες, ελάχιστοι θυσίαι, _
δηλαδή να κάνουμε τα λάθια που όσο κι α μελετήθηκε, κάνει πάντα η
καθαρέβουσα.

Να μην κατηγορούμε λοιπόν τη δημοτική, παρά να καταλάβουμε μια και
καλή ως που μας κατάντησε η καθαρέβουσα κ' η _ μισή γλώσσα _. Για να
το συλλογιστούμε τώρα δίχως πάθος, ήσυχα, μάλιστα με τον πατριωτισμό
που θέλει τέτοιο ζήτημα, με την αγάπη που θέλει ο λαός. Πρώτα
ναποκριθήτε στο ρώτημά μου· μπορεί κάθε Γάλλος, ως κι ο πιο
αγράμματος, να πη τόνομα του τόπου του, χωρίς να κάμη λάθος; Βέβαια!
Μπορεί όμως κάθε Ρωμιός να πη και να κλίνη αλάθεφτα του τόπου του
δικού του τόνομα; Όχι, το βλέπουμε κι από τον Κολοκοτρώνη πως δεν
μπορεί. Λοιπόν τι βγαίνει; βγαίνει που το έθνος δεν έχει όνομα
εθνικό. Κ' η αλήθεια είναι που χάρη στην καθαρέβουσα, σήμερις η _
Ελλάδα _ όνομα δεν έχει.

Όνομα δε θα της κάμουνε μήτε η καθαρέβουσα μήτε η _ μισή γλώσσα _.
Αν είτανε τόντις _ μισή _, αν ίδια της καταλάβαινε τι θέλει και τι
θα πη σωστός συβιβασμός, αντίς να γράφη κι αφτή, απαράλλαχτα σαν την
καθαρέβουσα, _ Ελλάς _ και _ βασιλεύς, _ θα προσπαθούσε τουλάχιστο,
δε λέω πια να γράφη _ Το ρωμαίικο _, δε λέω να γράφη _ Ρωμιοσύνη _,
μα να γράφη _ η Ελλάδα _, δε λέω να γράφη _ βασιλιάς _, αφού δεν
έχει το κουράγιο, μα τουλάχιστο να γράφη _ ο βασιλέας _. Όσο δε
γίνουν αφτά, μπορεί να γράφουν όσο θέλουνε. Τίποτα δε θα καταφέρουνε
κι όλα του βρόντου.

Κ' έτσι θαρρώ πως του κάκου πολεμούνε και του κάκου γράφουνε πολλοί,
που τυχαίνει κάποτε να δω τα ονόματά τους και τη μισή τους ή
ανακατεμένη γλώσσα σε κάτι περιοδικά· ο Κουρτίδης, ο Βώκος, ο
Καμπάνης, ο Ν. Ροντάκης — «από την Πόλι», με _ ι _ — και κάτι άλλοι.
Δε λέω πια τίποτις για το _ Διόνυσο _. Είναι τόντις σα λύσσα,
ξαφρισμένη τα γραψίματά του. Πώς δε βαριέται; Αλήθεια όμως, κι αφτό
μας το ξηγούνε οι γιατροί· θα κόλλησε από το Νίτσε, γιατί το ξέρουμε
σήμερις πως κολλητική αρρώστια είναι κ' η τρέλλα· ο τρελλός πάλε πώς
να βαρεθή; Διασκεδάζει με την τρέλλα του, μοναχός του, και μάλιστα
καμαρώνει.

Παρατήρησα όμως πως κι ο _ Διόνυσος _, και το _ Περιοδικό τους _,
και τα _ Παναθήναια _, κάθε τόσο, τσακώνουνται, μαλλώνουνε,
χτυπιούνται αναμεταξύ τους, πειράζουνται και τρώγουνται. Πολύ άδικο
έχουνε. Γιατί τόσους πολέμους; Είναι όλοι τους το ίδιο. Ίσως
φαντάζουνται πως αλήθεια διαφωνούνε, πως έχουν ο καθένας ιδέα δική
του και δική του γνώμη. Το φαντάζουνται αφτό, γιατί όσο μεγάλη κι αν
είναι η Αθήνα, ζούνε πλάγι πλάγι ο ένας με τον άλλονα, και τότες
τυχαίνει πολύ έφκολα να μη βλέπουν οι αθρώποι παρά τη μύτη του
γειτόνου και γι' αφτό να βασανίζουνται. Στο Παρίσι, που κάθουμαι, τα
βλέπω αλλιώς τα πράματα, δηλαδή από πιο μακριά, ίσως κι από πιο
αψηλά. Καλέ, είναι όλοι τους αδέρφια! Όλοι τους, ανακατεμένη γλώσσα
κι ανακατεμένα μυαλά. Και να μη θαρρέψη κανένας πως το λέω από θυμό,
από πείσμα. Διόλου, μα διόλου. Πολύ ήσυχα μάλιστα. Μα πώς δεν τα
παίρνουνε τώρα ήσυχα κ' ίδιοι τους να τα διαβάσουν εκείνα που
γράφουνε, να τα διαβάσουν, έτσι, μια μέρα, σα να διαβάζανε ξένα, σα
να διαβάζανε σελίδες που δεν είναι δικές τους, που τις έγραψε άξαφνα
κανένας άλλος; Και τότες, ακόμη πιο ήσυχα, να τους ρωτήξω·

«Στο Θεό σας, είναι αφτά πράματα που γράφουνται; Δεν τα βλέπετε; Δεν
τα σιχαίνεστε; Αλήθεια, το φαντάζεστε πως είναι γράμματα, πως είναι
φιλολογία, πως είναι ύφος, πως είναι γλώσσα; Καλέ, μαζώξτε τα
γλήγορα, μην τύχη και τα δη ο κόσμος, που είναι όλα σας γελοία και
παιδιακήσια!»


Γ'


ΟΜΟΡΦΙΑ. . . ΚΙ ΑΗΔΙΑ

Τέτοια γλώσσα, παιδιά μου, άσκημη γλώσσα, γλώσσα μισή, γλώσσα του
εγωισμού, ανύπαρχτη γλώσσα, η Ομορφιά δεν τη θέλει, δεν τη θέλει η
Καλοσύνη, δεν τη θέλει η Αγάπη.

Μα μήτε η ορθή κρίση δεν τη θέλει.

Για να το συλλογιστούμε και μια στιγμή. Εδώ δε χρειάζουνται και τόσα
λόγια. Ποιος θαρθή ποτέ να μας πη με τα σωστά του, πως μια κ' είναι
το ζήτημα να γράφη κανείς τη γλώσσα του, δεν πρέπει να τη γράφη
ορθά;

Και θαρρούνε πως ο Ρωμιός, που είναι περήφανος κιόλας κι από σόι, θα
γυρίση ποτέ του να τα κοιτάξη τα μισά τους, τα ψέφτικά τους τα
συστήματα; Ελάτε νακούσετε τι λέει ένας Ρωμιός που νοιώθει, κ ύστερα
να μου πήτε·

«Τότε, μου γράφει ένας φίλος, ο Π. Βλαστός, νόμιζα ακόμη σωστή την
περίφημη θεωρία «της μέσης οδού». . . Έπειτα μελέτησα κ' είδα την
Αλήθεια από πιο κοντά και κατάλαβα πως είναι κι αυτή — σαν όλες τις
μεγάλες θεές — πολύ πιο όμορφη με τη μαρμαρένια της γύμνα — χωρίς
τους πέπλους και τα φακιόλια και τους κορσέδες του συβιβασμού.

Τι σκοπούς έχω; Όλους. Πολύ θα πήτε. Είναι όμως Ρωμαίικο, είναι κ'
Ελληνικό. Τον κόσμον όλο ήθελαν οι αρχαίοι να καταλάβουν, ολόκληρο
τον κόσμο και μεις καταπιανόμαστε ναδράξουμε. Αθηναίοι της Ακρόπολης
κι Αθηναίοι των Πιπεριών, λατρευτές της Κόρης και λατρευτές της
Παναγίας της Αθηνιώτισσας, ένα είμαστε κ' ένα θέλουμε — το ίδιο —
την απόλυτη Ομορφιά.»

Πολύ ωραία το είπε ο νέος ο ποιητής, που θακουστή κατόπι τόνομά του
{2}. Το είπε ο Βλαστός τόσο καλά. που του ζήτησα την άδεια
ναντιγράψω αφτά του τα λόγια. Ναι! την απόλυτη ομορφιά γυρέβει κι ο
αττικισμός που λάθος στην καθαρέβουσα δε θέλει. Την απόλυτη ομορφιά
γυρέβουμε και μεις που θέλουμε τη γλώσσα μας ακέρια. Την απόλυτη
ομορφιά έχει μέσα στην ψυχή του ο λαός, και στα χείλη του την έχει,
αφού την απόλυτη ομορφιά ως κ' η γλώσσα του μας τη φανερώνει. Όχι
νάρχεστε του λόγου σας, με τα μισά σας τα μυαλά, να μας μιλήτε για
μισή γλώσσα, να προφασίζεστε μάλιστα ποίηση, να προφασίζεστε τρελλή,
αχαλίνωτη, ακράτητη φαντασία, εμάς να το λέτε, εμάς να μας το
μάθετε, ποίηση και φαντασία τι θα πη, και να φωνάζετε πως βαστάτε
την Ομορφιά, βαστώντας κουρελλιασμένη κούκλα στο χέρι. Αηδία.


Δ'


ΤΕΧΝΗΤΗ

Μα, μπορεί να μας πούνε, αν καθήσης και γράψης ακέρια τη δημοτική,
όπως η γραμματική της το θέλει, θα γράψης τεχνητή γλώσσα, και τότες
τι καταλάβαμε;

Αφτό, οι φίλοι μας μπορούνε να μας το πουν, όχι όμως οι δασκάλοι,
γιατί δεν έχουνε και το δικαίωμα. Η γλώσσα τους είναι τεχνητή από το
άλφα στο ωμέγα. Λοιπόν εμείς με τους φίλους μας συζητούμε· δε
συζητούμε διόλου με τους δασκάλους.

Κάθε πράμα με την ώρα του· αφτά πρέπει καμιά μέρα να ξεταστούνε σε
ιδιαίτερη μελέτη, όπως ελπίζω να γίνη κατόπι, γιατί το ζήτημα θέλει
προσοχή, θέλει μεθοδικά να το πιάσουμε. Μα δεν είναι πάλε και τόσο
δυσκολόπιαστο, που να μην προσπαθήσουμε κι από τώρα με δυο λόγια να
δείξουμε, το ζήτημα ποιο είναι.

Να το πούμε με δυο λόγια, γλώσσα στον κόσμο δεν υπάρχει που να μην
είναι _ τεχνητή _. Τεχνητή ως κ' η γλώσσα των παιδιώνε, σαν
πρωτομαθαίνουνε να λένε ρ  ή  κ αντίς λ  ή  τ, που τους είναι πολύ
πιο έφκολα. Για να πούνε _ ρ _, χρειάζεται κόπος· σημαίνει λοιπόν
πως δεν τους είναι φυσικό.

Σήμερις που η γλωσσολογία, σπουδάζοντας από πιο κοντά τα καθέκαστα,
κατάλαβε πως υπάρχουνε αθρώπινες λαλιές, όσες υπάρχουνε κι αθρώποι,
πως με το κάθε άτομο κ' η λαλιά θαλλάξη, αφού δεν έχουμε ο καθένας
μας μήτε το ίδιο στόμα, μήτε τα ίδια δόντια, μήτε την ίδια γλώσσα
κτλ., κι ωςτόσο με τη γλώσσα, με τα δόντια, με το στόμα κτλ.,
μορφώνουμε τους ήχους, δηλαδή τη λαλιά μας, σήμερις λοιπόν μπορεί να
πούμε πως κάθε συλαλιά είναι πράμα τεχνητό, πως άρα μιλούνε μαζί ας
είναι και δυο νομάτοι, πάντα ο ένας θα πάρη κάτι από τον άλλονε,
πάντα θα πασκίση στην κουβέντα κάπως ναπομιμηθή και ξένη λαλιά.

Σαν είναι όμως η λαλιά ξένη, σα δε μου είναι φυσική, θα πη πως είναι
τεχνητή λαλιά.

Τότες γιατί να κατηγορούμε την καθαρέβουσα; Γιατί να φωνάζουμε πως
είναι ξένη, πως δεν είναι φυσική;

Περίεργο το ρώτημα! Ελάτε να το συλλογιστούμε μια στιγμούλα. Το
παιδί που βάζει τα δυνατά του να προφέρη το _ ρ _, ο άθρωπος που
άθελα ή με σκοπό παίρνει λέξες ή παίρνει ήχους από άλλον άθρωπο, ο
επαρχιώτης που γυρέβει να διορθώση την προφορά του, να μιλήση σαν
τον Αθηναίο, αφτοί όλοι τι θα μιμηθούνε; θα μιμηθούνε γλώσσα
ζωντανή, δηλαδή γλώσσα που μιλιέται σε κάποιο μέρος του κόσμου,
γλώσσα που έχει πατρίδα, γλώσσα που γεννήθηκε με τον άθρωπο, γλώσσα
που άμα σκαλίξης σε χάρτη γεωγραφικό, θα πης· Στον τάδε ή στον τάδε
τόπο, τέτοια ή τέτοια γλώσσα ξέρουνε, η γλώσσα έχει τέτοια
γραμματική, τέτοιους ήχους, τέτοιο τυπικό.

Η καθαρέβουσα όμως τι θα μιμηθή; Θα μιμηθή γλώσσα, ήχους,
γραμματική, λέξες, τυπικό, που βρίσκουνται στα βιβλία.

Η διαφορά λοιπόν είναι αφτή, κ' είναι διαφορά που δε χωρατέβει.
Εμείς γράφοντας τη δημοτική, τη ζωή θα μιμηθούμε — όπως τα παιδιά,
όπως οι επαρχιώτες, όπως οι αθρώποι όλοι· η καθαρέβουσα θα μιμηθή
μόνο τη νέκρα. Κι από γεννήσιο της αφτή μυρίζει νεκρίλα.

Το ίδιο μπορεί να πούμε και για την περίφημη τη διγλωσσία, που εδώ
και μερικά χρόνια πάνε και ψάχνουν οι δασκάλοι, σ' όλους τους τόπους
του κόσμου και σ' όλες τις εποχές της ιστορίας, για να μας μάθουνε
τάχα πως κι αλλού, πως και σ' άλλα χρόνια, μια γλώσσα μιλούσανε και
πως γράφανε μιαν άλλη, πως ο Ίπσεν είναι από τη Νορβηγία κι ωςτόσο
γράφει τα δανικά, πως οι τραγικοί στις τραγωδίες τους βάζανε χορούς
με δωρικά, πως οι Αττικοί στην καθεμερνή τους την κουβέντα μιλούσαν
άλλη γλώσσα, μα πως γράφανε άλλη, πως είχανε λοιπόν κι αφτοί
διγλωσσία κτλ. κτλ. κτλ.

Είναι τόντις ναπορήση κανένας πώς έρχουνται και μας λένε τέτοια
πράματα. Πού και ποια διγλωσσία; Τα δανικά που γράφει ο Ίπσεν, είναι
ή δεν είναι γλώσσα ζωντανή, γλώσσα που μιλιέται σ' ένα μέρος του
κόσμου γνωστό, δηλαδή στη Δανία; Τα δωρικά που βάζανε οι τραγικοί
στους χορούς τους είτανε ή δεν είτανε τότες ζωντανή γλώσσα; Τα
δωρικά που _ ίσως _ ανακατέβανε στην καθεμερνή τους την κουβέντα,
είτανε ή δεν είτανε γλώσσα σε κείνα τα χρόνια; Λοιπόν τι κάθεστε και
μας λέτε; Τι συγκρίνετε με την καθαρέβουσα — πολλή της η τιμή! — τον
Ίπσεν και τους τραγικούς; Διγλωσσία έχουμε και στη δημοτική, σα
γράφουμε _ αγαπούμε _ και σα γράφουμε _ αγαπάμε. Αγαπώμεν _ όμως δε
γράφουμε, γιατί αφτό δε λέγεται πουθενά, γιατί αφτό πουθενά δεν
είναι γλώσσα, γιατί, όπως κι ο Ίπσεν, όπως κ' οι τραγικοί, όπως κι
άλλοι σ' άλλους τόπους, θα μιμηθούμε τη ζωή, όχι το θάνατο, σαν την
καθαρέβουσα.

Κ' έτσι γίνεται θρούβαλα το υστερνό επιχείρημα του δασκαλισμού.

Κ' έτσι έχουμε το δικαίωμα, τη ζωή να μιμηθούμε, γράφοντας τεχνητή,
μα ζωντανή γλώσσα.

Κ' η ζωντανή γλώσσα ποια είναι; Είναι η γλώσσα του λαού, που όσο κι
αν τη χάλασε κι αν προσπάθησε να τη χαλάση η καθαρέβουσα, είναι
ολοζώντανη η γραμματική της. Είναι βέβαιο, μάλιστα, είναι βέβαιο και
λυπητερό πως η καθαρέβουσα μάς έβγαλε στη μέση ένα είδος μισή
γλώσσα, ένα είδος _ μειξολαλιά _, που λεν οι γλωσσολόγοι. Εμείς
έχουμε τώρα να την ξαναφτειάξουμε στα βιβλία μας, τη γλώσσα του
λαού. Εμείς έχουμε, όχι να κάμουμε, μα να ξανακάμουμε τη γλώσσα τη
χαλασμένη. Πώς όμως; Να την κάμουμε του κεφαλιού μας; Ποιος το είπε
αφτό; Αφτό οι δασκάλοι το κάνουνε, όχι εμείς που με σέβας, που με
αγάπη, που με πατριωτισμό και με λατρεία, προσέχουμε στη γραμματική,
προσέχουμε στο τυπικό, προσέχουμε στους ήχους του λαού, για να
μιμηθούμε, στην τεχνητή μας γλώσσα — ναι! ας τη λένε, σα θέλουνε,
και τεχνητή — τη γλώσσα που ζη και που μιλιέται.

Κι αλήθεια έτσι γίνεται σήμερις στα έργα τα φιλολογικά που βγαίνουνε
μέρα την ημέρα. Πάρτε, ανοίξτε κανένα βιβλίο του Καρκαβίτσα, λόγου
χάρη, τα _ Λόγια της Πλώρης _, και διαβάστε· ορίστε τεχνητή γλώσσα
που μιμιέται τη ζωντανή· _ ανεχτίμητος _, σελ 44, _ σταύρωσες _, σελ
54, 62, ο _ τάπητας _, σελ 81, _ ανάτειλε _ (στο νου μου μια ιδέα),
σελ 87, _ του Σωτήρα _, σελ 93, _ κατάχρησες _, σελ 107, _ φύλακας
_, σελ 141, _ ο έλικας βαποριού _, σελ 144, _ συθέμελα _, σελ 145, _
αγανάχτησι _, σελ 150, _ ακροατές _, σελ 151, _ χαραχτήρα _, σελ
234, _ παράκλησες _, σελ 265, _ πρόληψες _, σελ 270, _ χερονομιώντας
_, σελ 272, _ συφοράς _, σελ 276, _ το κεφάλι της Μέδουσας _, σελ
280, κτλ. κτλ.

Ένα από τα δυο· ή λέει ο λαός, δηλαδή κ' οι γραμματισμένοι μαζί του,
_ ανεχτίμητος, σταύρωσες, ο τάπητας, του Σωτήρα, ανάτειλε,
κατάχρησες, ο φύλακας, ο έλικας, συθέμελα, αγανάχτηση, ακροατές,
χαραχτήρα, παράκλησες, πρόληψες, χερονομώ, συμφοράς, Μέδουσας _, — ή
δεν τα λένε.

Αν τα λένε, θα πη πως η καθαρέβουσα του κάκου πολεμά και πως τους
νεκρούς τους τύπους της, μια και τους μάθη ο λαός, αμέσως τους
ζωντανέβει.

Α δεν τους λένε, θα πη πως τους έφτειαξε ο Καρκαβίτσας· πώς όμως θα
του είτανε δυνατό να τους φτειάξη, χωρίς να μιμηθή τύπους ζωντανούς;
Δεν πιστέβω, λ. χ., να είπε ποτέ κανένας _ Μέδουσας ή ελάχιστη _
(σελ 170){3} Μα _ μπορούσε _ καθένας να τα πη, και για τούτο μας
φαίνουνται τόσο φυσικά, τόσο ζωντανά, σα μας τα λέει. Ποτέ της
μάλιστα η καθαρέβουσα, ό τι κι αν κάμη, δε θα κατορθώση νάχη το
φυσικό ύφος που έχει η δημοτική μας, όσο τεχνητή κι αν τη λένε.

Λοιπόν, όπως κι αν το πάρης, γράφοντας τους τύπους που είπαμε, ο
Καρκαβίτσας ή κάθε άλλος μιμήθηκε τη ζωή, και τότες δε σημαίνει
τίποτις ο όρος τεχνητή γλώσσα.

Εγώ μάλιστα θαρρώ πως έχει μεγάλο δίκιο σαν τα βάζει αυτά ο
Καρκαβίτσας, και πως άδικο έχει σαν ανακατέβει καθαρέβουσες και
δημοτική. Δεν το κάνει διόλου, για να μην είναι τάχα η γλώσσα του
τεχνητή, αφού βλέπουμε πως με την τέχνη του ξέρει περίφημα να μιμηθή
τη ζωή την ίδια, το κάνει, γιατί. . . δεν του μέλει. Τι να του μέλει
για τέτοιες μικροδουλειές, ενός ποιητή σαν τον Καρκαβίτσα; Ο
Καρκαβίτσας τη θάλασσα συλλογιέται, τους αφρούς και τις ομορφιές
της, τους πάτους της τους απάτητους, τα πλεούμενα και τα πέλαγα.
Τάλλα, τη γραμματική, τους τύπους, τα ηχολογικά, ταφίνει σε μας τους
μικρούς, τους δασκάλους, τους γλωσσολόγους, που τι νοιώθουμε από
θάλασσα, τι από πέλαγα, τι από ποίηση και τι από τέχνη;

Ωςτόσο θαρρώ πως μικροί και μεγάλοι, καλά θα κάμουμε να προσέχουμε.
Σ' ένα μονάχα, δηλαδή στη γλώσσα, να μάθουμε την προσοχή, θα τη
μάθουμε και σ' όλα τάλλα. Φοβούμαι μήπως κι ο φίλος μας ο
Καρκαβίτσας πολύ πολύ δεν προσέχει. Κάποτε βάζει το ένα, κάποτε
τάλλο, και να τονέ ρωτήξης, ο ίδιος, υποθέτω, δε θα ξέρη να σου πη.
Γιατί άξαφνα, σελ 66, σου λέει πασχίζοντας (πασχίζοντας με χ, είναι
τo δημοτικό, παντού στην Ελλάδα), αλλού πάλε, σελ 66, θα σου το πη _
πάσχουν να _ σελ 61. Βέβαια, εδώ και κει, θα σου φέρη με κάποια
τέχνη και μια λέξη δασκάλικη — τα είπαμε κι αλλού — μα τυχαίνει
κάποτε να σου φέρη κανέναν τύπο δασκαλικό και δίχως τέχνη, εκεί
μάλιστα που ίσως θαρρεί πως είναι τέχνη να σου βάλη κ' ένα
δασκαλισμό· λόγου χάρη, σελ 132, γράφει _ επροσκαλούσε _, και στην
ακόλουθη αράδα, _ επαρακάλει _, γιατί θέλησε ναποφύγη δυο φορές
αραδιαστά την κατάληξη — _ ούσε, προσκαλούσε, παρακαλούσε _ · κ' ίσα
ίσα, με το να θελήση να την αποφύγη, μας τη θυμίζει, γιατί δεν έκαμε
πομονή να το σιάξη, με τρόπο που να είναι η γλώσσα του ομαλή κ' έτσι
κανένας να μη νοιώση τίποτις.

Μα τι ναπελπιζόμαστε; Είναι ποιητής, είναι δημιουργός ο Καρκαβίτσας,
και θα καταλάβη. Έπειτα, μια κ' έννοιωσε ο Ρωμιός ποιο είναι το
σωστό, ποιο τωραίο, του κάκου! Ησυχία δε θάχη, ως όπου το καταφέρη.
Πομονή μας χρειάζεται. Είναι σήμερις η Ανάγκη μεγάλη. Εγώ πιστέβω!
Πιστέβω πως το ρωμαίικο — ή σαν αγαπάτε κ' έτσι να το πήτε, δε με
πειράζει — πιστέβω πως ο ελληνισμός έχει στη Μεσόγειο, εκεί κάτω,
πρόσωπο να παίξη και πρόσωπο σπουδαίο και ξακουστό, το πρόσωπο του
Πολιτισμού. Πρέπει, σα σημάνη η ώρα, έτοιμοι να είμαστε. Και γλήγορα
να κάνουμε, γιατί πρώτο γνώρισμα του πολιτισμού είναι γλώσσα, κι όχι
γλώσσα μισή, μα σωστή, δυνατή, εθνική γλώσσα.


Ε'


ΜΗΠΩΣ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΩΠΙΚΑ;

Είπα τόνομα του Καρκαβίτσα. Πρέπει τώρα να πω και τόνομα του Παλαμά.
Οπαδοί κ' οι δυο τους — ή μισοί οπαδοί — της μισής γλώσσας. Δεν τους
ανάφερα πιο απάνω μαζί με τους άλλους, μα. . . ξύλο θέλουνε κ' οι
δυο τους. Ίσως πάλε τους αξίζει μόνο μισό ξύλο. Ο Παλαμάς έγραψε την
ακέρια δημοτική πολλές φορές· ο Καρκαβίτσας προσπαθεί να τη γράψη,
και να συγκρίνης τους δασκαλισμούς του με τους δασκαλισμούς του
Βώκου, του Κουρτίδη, του Διόνυσου κι όσων είπαμε, θα φωνάζης πως ο
Καρκαβίτσας μιλεί σα σωστός βαρκάρης. Ο Καρκαβίτσας ωςτόσο ακόμα
θαρρώ δεν καλομπήκε στο νόημα, γιατί του έρχεται σα δύσκολο να γράφη
αλάθεφτα τη δημοτική. Ναι, στην αρχή μπορεί δύσκολο να φαίνεται, μα
δύσκολο στην αρχή μονάχα και για να γίνη έφκολο κατόπι. Ο
Καρκαβίτσας δεν προσέχει αρκετά στη γλώσσα, η γλώσσα του δεν έχει τη
χρειαζούμενη φόρμα, για τούτο δεν την έχουνε, όπως έπρεπε κι όπως
μπορούσε, μήτε τα παραμύθια του, που κάποτε, συχνά μάλιστα, ως κ' η
υπόθεσή τους είναι _ μισή _, δεν είναι δουλεμένα στα μέσα και στα
όξω με την ασάλεφτη πομονή, με το πείσμα ή σαν προτιμάς, με την
τέχνη που προσμένει κανείς από τέτοιο τεχνίτη, γιατί τέχνη αφτό
σημαίνει, να λες εκείνο που θέλεις να πης και να το λες με τρόπο,
που να είναι αδύνατο να το πη κανείς αλλιώς.

Η _ εντέλεια _, που κυνηγούμε ο καθένας, τέτοιο νόημα έχει, και στη
γλώσσα και στην ουσία, που είναι το ίδιο. Αφτά ο Καρκαβίτσας τα
ξέρει. Ο Παλαμάς. . . Αχ! και τι άκουσε ο καλός μας ο Παλαμάς το
κάτω κάτω για τη μισή γλώσσα, που κάποτε γράφει; Του τα είπε μια
μέρα ένας κάμποσο ανάττικος _ Αττικός _, και του λέει πως καμιά
διαφορά η γλώσσα του δεν έχει με την καθαρέβουσα, καμιά διαφορά
μάλιστα με τη γλώσσα που γράφει κι ο ίδιος ο Αττικός. Φοβερό το
κοπλιμέντο, γιατί ο Αττικός που τα λέει αφτά, τι νομίζετε πως κάνει;
Στο ίδιο τάρθρο, στην ίδια στήλη, βγάζει όνομα καινούριο του
ρεπορτέρη και μας τον κάνει _ πευθήν _, «εν συνεντεύξει μετά
πευθήνος», και λίγο παρακάτω μιλεί για _ σαιζόν _, «την έναρξιν της
χειμερινής σαιζόν.» Και τώρα να μου πήτε, μα να μου το πήτε με τα
σωστά σας, αν τέτοια γλώσσα είναι ή δεν είναι κωμωδία, κι αν αλήθεια
φαντάζεται κανένας, πως θα βρεθή ποτές έθνος, ας είναι και το έθνος
το ρωμαίικο, εξόν αν υπάρχει πουθενά έθνος που να θέλη να γίνη και
περίγελο του εαφτού του, ένα έθνος που να καταδεχτή στη ζωή του να
γράψη τέτοιες μισές, τέτοιες άγλωσσες γλώσσες!

Εγώ δεν το πιστέβω. Μα μήτε ο Παλαμάς δεν τα πιστέβει μήτε τα θέλει,
όσο κι αν του αρέσει νανακατέβη περιττοσύλλαβα κ' ισοσύλλαβα, ψυχρή
καθαρέβουσα και φλογισμένη δημοτική. Αφτός μάλιστα τη δημοτική την
ξέρει περίφημα, την παίζει στα δάχτυλά του. Μα ελάτε πια να το πούμε
και παστρικά, εγώ θαρρώ πως ο Παλαμάς όλα τα φταίει. Ακούτε κει να
κάθουμαι τόση ώρα να φιλονικώ με τους Διόνυσους και ναραδιάζω
φιλοσοφίες, χωρίς να το καταλάβω απαρχής πως αφτά είναι προσωπικά!
Και βέβαια. Τίποτις άλλο. Από τη στιγμή που ο Παλαμάς έγραψε για το
_ Γιαννίρη _ ένα άρθρο, και που τον είπε πως είτανε το μυθιστόρημα
της ελληνικής ψυχής, αμέσως βγήκαν οι Διόνυσοι στη μέση, κι αμέσως η
δημοτική έγινε μισή γλώσσα. Και πειδής έγραψα και γω κάτι μια μέρα
για το _ Θάνατο Παλληκαριού _ και το είπα πως είταν αριστούργημα,
και πειδής το λέω και το ξαναλέω πως ο Παλαμάς είναι ο ποιητής μας,
είναι το διαμάντι και το καμάρι μας, την έπαθε άσκημη σήμερις κι ο
Παλαμάς, γιατί κι αφτός τι δεν ακούει; Φτάνει κανείς δυο αράδες να
διαβάση, να καταλάβη από το μίσος κι από τη λύσσα, πως είναι όλα και
πάντα προσωπικά.

Τα προσωπικά! Και πού λείπουνε; και πού δεν πρέπει να τα γυρέβουμε;
Η φαντασία του αθρώπου είναι μεγάλη κ’ η φαντασία του ποιητή θάματα
κατορθώνει, μα μήτε ο μεγαλήτερος ο ποιητής δε φαντάζεται ως πού
μπορεί να πάη η ρωμαίικη μανία, που ό τι κι αν τύχη να κάμης, πάντα
θα πη πως τόκαμες για λόγους προσωπικούς. Φαίνεται πως ο Ρωμιός ο
ίδιος, σε όσα καταπιάνεται, γράφει, συλλογιέται και λέει, δεν έχει
ποτέ άλλους λόγους παρά προσωπικούς, πάντα με το εγώ του κι ομπρός.
Έτσι λέει πως άμα είσαι και συ Ρωμιός, τέτοιους λόγους θάχης.

Ο φίλος ο Ξενόπουλος — αφτός κακό παιδί δεν είναι, είναι και
κριτικός με κάποια κρίση{4} — γράφει στα Παναθήναια, 1901, σελ 29.
«Αφ' ου [να ξέρετε πως το _ αφ' ου _ δεν είναι χυδαίο σαν το αφού]
αι λέξεις· 'περηφάνεια, θεοφάνεια και Επίσκοπος είνε πλέον
δημοτικώταται, — δεν πιστεύω να το αρνήται κανείς, — δεν βλέπω τον
λόγον διατί η Επιφάνεια θα γίνη Απανωσιά». Και πιο απάνω λέει — «αι
μάταιαι και πεισματικαί εκείναι αντικαταστάσεις των κοινοτέρων και
δημοτικών πλέον επιστημονικών όρων, δι' άλλων λέξεων, όλως δι' όλου
εξαφνικών» κτλ. κτλ. . . .

Όταν τα διαβάζει κανείς αφτά, σα φρόνιμα του φαίνουνται. Όταν τα
συλλογιστή, βλέπει πως ο αγαθός μας ο Ξενόπουλος δεν έννοιωσε ποιο
είναι καθαφτό το ζήτημα. Το ζήτημα είναι θαρρώ για επιστημονικούς
όρους, δηλαδή γενικό ζήτημα, και πρώτα πρώτα πρέπει ναφήσουμε ήσυχο
τον _ επίσκοπο _, γιατί δεν είδα να τον είπε και κανένας αλλιώς παρά
_ επίσκοπο _, άμα θέλησε για _ επίσκοπο _ να μιλήση. Την _
περηφάνεια _ και τη _ θεοφάνεια _ δεν τις πείραξε κανένας· λοιπόν ας
τις αφήσουμε και δάφτες. Ο λόγος για την _ επιφάνεια_· νομίζω πως
και δημοτικό νάγινε τόνομα, δεν έχει να κάμη, επειδή μπορεί ένας
επιστημονικός όρος να κατάντησε πολύ γνωστός στο λαό, κι ωςτόσο να
μην είναι σωστός· βέβαια, μια και συνήθισε ο λαός τον όρο με τρόπο
που να τον έκαμε γλώσσα του σαν το _ ψωμί _ και το _ νερό _, σαν το
_ χτικιό _ ή _ ταστέρια _, τότες περιττό, μα κι αδύνατο να του τον
αλλάξης. Ποιος θα πιστέψη όμως πως η επιφάνεια στη Ρωμιοσύνη παίρνει
και δίνει όπως, λ. χ., η λέξη surface στη Γαλλία; Κανείς. Λοιπόν
κάτι μπορεί να γίνη στην Ελλάδα, που αλλού κάποτες πέρασε η ώρα να
κατορθωθή, κι αφτό πρέπει να το θωρούμε πλεονέκτημα· ένας λαός που
σήμερις αρχίζει να καταγίνεται σ' επιστημονικά, είναι τυχερός,
γιατί, ενώ πάλιωσαν κάτι όροι στην Εβρώπη, του είναι δυνατό να
φτειάξη καινούριους, πιο ταιριαζούμενους όρους.

Να δήτε όμως πως ίσα ίσα στην Εβρώπη την ίδια, τέτοιο σκοπό
κυνηγούνε. Σήμερις προσπαθούν παντού να βγάλουν όρους
επιστημονικούς, που νάχουν _ αμέσως _ ένα νόημα για τον καθένα, που
κι ο αγράμματος να τους καταλαβαίνη. Λόγου χάρη, στη Γερμανία, εδώ
και χρόνια, είτανε συνήθεια τη _ φτογγολογία _ να τη λένε Phonetik.
Μα τι θα πη Phonetik; Για να το νοιώση κανείς, πρέπει να ξέρη τα
ελληνικά, τα βαθιά μάλιστα, γιατί τότε μόνο θα μάθη πως φωνή θα πη _
λαλιά _. Λοιπόν οι Γερμανοί, πολύ φρόνιμα και πολύ _ μεθοδικά _, τον
άλλαξαν τον όρο, και τη Phonetik την είπανε Lautlehre, με δυο λέξες
που η καθεμιά είναι από τις πιο κοινές, τις πιο πρόστυχες και που
από τις δυο μαζί ζεβγαρωμένες, βγαίνει _ αμέσως _ νόημα για τον
καθέναν. Και να ξέρουμε κιόλας πως η αλλαγή αφτή, όχι μόνο έγινε με
λόγο πραχτικό, μα είναι κ' η επιστήμη κερδεμένη, αφού η Lautlehre
μας δείχνει πως η ουσία της Phonetik ή της _ φθογγολογίας _, είναι
να σπουδάζη τους ήχους, κ' έτσι μπορούμε και μεις πολύ πιο σωστά να
τη λέμε _ Ηχολογία _ από δω κι ομπρός.

Λοιπόν, αν και στη Γερμανία, που η λέξη Phonetik είχε καταντήσει
πολύ πιο κοινή από την _ επιφάνεια _ ή τη _ φτογγολογία _ στην
Ελλάδα, οι γλωσσολόγοι άλλαξαν τον όρο, τι να πούμε για την Ελλάδα,
που κάθε κλάδος της επιστήμης μόλις άρχισε να πρασινίζη; Πολύ πιο
έφκολα θαλλάξης τους όρους, γιατί τους έμαθε λιγώτερος κόσμος.
Δείχνεις και τον πλούτο της δημοτικής, που ανάγκη δεν έχει να
μεταφράζη και να κλέφτη από ξένες γλώσσες, παρά πλάθει και δικές της
με την ακούραστη δύναμή της. Η _ απανωσιά _ μπορεί να μην είναι και
καλή, ίσως γιατί θυμίζει λιγάκι το επίθετο _ απανωτός _, που το
νόημά του είναι διαφορετικό. Μα βέβαια πως θα μπορέσης να ξηγήσης
την _ απανωσιά _ πολύ πιο έφκολα στο παιδί, από την _ επιφάνεια. Αν
πάλε δεν αξίζει, ας γυρέψουμε άλλη καμιά, κι ο λαός θα την έχη χωρίς
άλλο, ή τουλάχιστο μπορεί με τη γλώσσα του να μορφώσουμε την
κατάλληλη λέξη· να μη μας λεν όμως πως το κάνουμε από πείσμα, πως
είναι _ μάταια _ και _ πεισματικά _, γιατί κατάντησε πια σωστή
αδικία, εκεί που πολεμάει κανείς για το καλό, εκεί που βάζει
σπουδαία ζητήματα με το νου του, νάρχουνται να φωνάζουνε πως το εγώ
μας κοιτάζουμε και πως από ματαιότητα προσπαθούμε να πλουτίσουμε τη
γλώσσα και να βρούμε σωστούς όρους!

Αχ! να ήξεραν τα ψεγάδια μας όπως τα ξέρουμε μείς, τουλάχιστο θα μας
κατηγορούσανε όταν αξίζουμε κατηγόριο. Πάνε και λένε ό τι τους
κατεβή, μα κανένας δε μας χτυπά, εκεί που πρέπει, εκεί που μας πονεί
το δόντι, γιατί ένα μονάχα μπορώ να πω κ' είναι αλήθεια, δηλαδή πως
άμα μου ξεφύγη και γράψω κανέναν όρο παρμένο από την καθαρέβουσα, _
συνάφεια, κλίση, συζυγία, συνοχή _, το γράφω από _ τεμπελιά! _
Βαριέμαι να γυρέβω. Και με το συμπάθειο, θαρρώ πως η αρρώστια μου
είναι κ' η δική σας αρρώστια. Σα δε γράφετε τη δημοτική, σα γράφετε
τη μισή γλώσσα, δε θα πη διόλου πως η φαντασία σας συνεπαίρνει, πως
η ποίηση σας τραβά στα ουράνια, θα πη πως ραχατέβετε και πως σας
τρόμαξε η δουλειά.


Γ'


ΧΑΔΙΑ ΕΝΟΣ ΦΙΛΟΥ ΣΤΕΝΟΥ

Αν οι δικοί μας παν και ξεσκαλίζουνε προσωπικά ως και στην απρόσωπη
την επιστήμη, τι δεν κάνουνε κάθε μέρα τα προσωπικά στην Ελλάδα, που
είναι του τόπου γέννημα και θρέμμα;

Είδα στην «Ακρόπολη», 5 του Τρυγητή, 1901, ένα πολύ μακρί και πολύ
περίεργο άρθρο του κ Γ. Σωτηριάδη, του γνωστού βυζαντινολόγου.
Είναι, λέει, _ φίλος στενός _ της δημοτικής, και του φαίνεται η
καθαρέβουσα «κατάψυχρη μούμια.» Όσο φίλος όμως κι αν είναι της
δημοτικής, δε μοιάζει μεγάλη φιλία νάχη μήτε για μένα μήτε για τον
Αργύρη τον Εφταλιώτη μήτε για κανέναν από μας. Και το λυπούμαι πολύ,
γιατί τόσο έρωτα πάλε νάχη μέσα του κανείς για τη δημοτική και τόσο
να πολεμά εκείνους που τη γράφουνε, μου έρχεται σαν κάπως
δυσκολοπίστεφτο. Ως τώρα κατάλαβα πως σαν είναι δυο που αγαπούνε
κατάκαρδα την ίδια ιδέα, στο τέλος αγαπιούνται κι αφτοί, τουλάχιστο
δε μαλλώνουν. Εμάς, ο κ Σωτηριάδης μας κάνει πια σκουπίδια. Μιλεί
για το _ θανατικά καταδικασμένο σύστημά μας _ («καταδίκην θανατικήν
του συστήματος»), για την _ αηδία _ που του φέρνει το _ ιδίωμα _ το
δικό μας το _ χυδαιοφραγκορωμανικό _ (;;)· Και κοιτάξτε τώρα πόσο
συφέρνει να λέγεται κανείς «στενός φίλος» της δημοτικής. Πολύ πιο
έφκολα μπορεί τότε και χτυπά τους δημοτικούς. Από το χτύπημα,
εννοείται, κάτι αρπάζει κ' η δημοτική.

Λέω πως χτυπάει τους δημοτικούς, και στον πατριωτισμό τους μάλιστα,
μα καλά καλά δεν ξέρω ποιους θέλει να πη. Τον Εφταλιώτη και μένα,
μας βάζει ομπρός στα γερά. Γράφει και τόνομά μας. Για έναν άλλονα
όμως λέει μονάχα πως ένας του λόγος θα μείνη «ως αιώνιον μαρτύριον
της αμφιβόλου φιλοπατρίας του». Ήθελα να μάθω, έτσι, από ξερή
περιέργεια, γιατί ο κ. Σωτηριάδης μας ονομάζει εμάς με τόνομά μας,
και σωπαίνει για τον τρίτο; Το συλλογίστηκε; Δεν τόλμησε να τον
πειράξη; Έχει μαζί του λιγώτερα προσωπικά; Δεν είναι τόσο στενός του
φίλος; Πού να ξέρω; Πώς δε βάζει όμως τόνομά του, αφού μάλιστα λέει
πως το «μαρτύριον» θαπομείνη _ αιώνιο _, πράμα που πάντα είναι πολύ
κολακεφτικό για κείνονε που το είπες; Εγώ φοβούμαι μήπως τάρθρο του
κ Σωτηριάδη απομείνη για μας _ μαρτύριο _, δηλαδή βάσανο, γιατί έτσι
ξέρω τη λέξη. Τότες όμως το αιώνιο πάει πολύ.

Ας αφήσουμε τα χωρατά. Είναι πολύ σπουδαίο πράμα, είναι όμως και
πολύ πιτήδειο, σαν πολεμά κανείς μια ιδέα, να κατηγορήση πρώτα πρώτα
τους αντίπαλους του απάνω στον πατριωτισμό τους. Φαίνεται μεγάλος
πατριώτης ο ίδιος. Έπειτα, είναι ο καλήτερος τρόπος για να τους
μισήση και το πλήθος. Την τέχνη αφτή ο κ. Σωτηριάδης την παίζει στα
δάχτυλά του. Κι άσκημα το είπα πως μας χτυπά, πως μας κατηγορεί. Τα
λέει ξεναντίας ήσυχα, σοβαρά, τα λέει τόσο γλυκά που μόλις το
νοιώθεις· είναι τα λόγια του σα μέλι, μα ίσως και σα φαρμάκι που
στάζει στάζει και που σου γιόμισε άξαφνα το ποτήρι, δίχως να το
καταλάβης.

Ας αντιγράψουμε λοιπόν έναν παράγραφο του άρθρου, για να μείνη κι
αφτός «ως αιώνιον μαρτύριον της αμφιβόλου φιλοπατρίας» του. . . κ.
Σωτηριάδη, γιατί να φέρνεται κανείς όπως φέρνεται με αθρώπους που
σαν και μας, τη ζωή τους θυσιάζουνε για την Ελλάδα, θα πη πως κι ο
πατριωτισμός ο δικός του είναι λίγο. . . προσωπικός.

«Έχει, λέει, το ατύχημα ενίοτε η καλή υπόθεσις της δημοτικής — ή
όπερ έν και το αυτό, της εθνικής μας νέας γλώσσης — να ευρίσκη
υπερασπιστάς άνδρας αρίστους βεβαίως κατά πάντα τα άλλα (βλέπετε την
αμεροληψία — και τη μαργιολιά;), αλλά προς ούς δυσπίστως διατίθεται
το ελληνικόν ευθύς εξ αρχής. (Κακή την έχουμε! Και κοιτάξτε τι
νόστιμα που στάζει. ) Άλλοτε υπερήσπισαν την γλώσσαν μας οι ξένοι
προπαγανδισταί (έσταξε πια) και οι ελληνοκαθολικοί (το ποτηράκι
γιομίζει λίγο λίγο), νεωστί δε σημαιοφόρος τις προσήλθεν εις μέσον ο
κ. Ψυχάρης (προσοχή στο ποτήρι), όστις ομοίως (δεν είναι νόστιμο
αφτό το μικρούτσικο επίρρημα;) _ ετοποθέτησεν _ εαυτόν έξω του
ελληνικού εδάφους τόσον ενωρίς ώστε να _ απομάθη _ μεν την ελληνικήν
γλώσσαν, ν' αποξενωθή δε και του ελληνισμού τόσον ώστε να γίνη
Γάλλος _ υπήκοος _ (λυπούμαι, μα δεν είναι όλους διόλου σωστό·
γάλλος _ πολίτης _, γιατί στη Γαλλία δεν είμαστε _ υπήκοοι _.
Δημοκρατία.), να συνταυτισθή μάλιστα με τους Γάλλους ριζοσπάστας
(θέλει να πη το σοσιαλισμό, μα δεν πειράζει· αφτοί όμως οι
ριζοσπάστες είναι φοβερά αντικληρικοί και με τους προπαγαντιστάδες,
με τους καθολικούς σα να μην πολυταιριάζουνε), και να _ απαλλαγή _
της χρήσεως της ελληνικής γλώσσης εντός του οίκου του ολοτελώς (από
που το ξέρει; Στο σπίτι μου δεν πιστέβω να τον κάλεσα ποτέ μου. )
Διά να γράψη τα ελληνικά του _ κατόπιν _ ο κ. Ψυχάρης (κοιτάξτε σιγά
σιγά πως γιόμισε το ποτήρι) συνέλεξεν ως ψηφίδας τας λησμονηθείσας
από της παιδικής του ηλικίας λέξεις και κατήρτισε το _ ψηφιδωτόν _
των γλωσσικών του _ γυμνασμάτων _. (Αφτό εδώ είναι άλλο, δέφτερο
ποτήρι). Το μειονέκτημα όμως τούτο είνε μέγα και τα γραφόμενά του
δεν κατώρθωσαν _κανέναν να ενθουσιάσουν_· έμειναν χωρίς ζωήν
(κατάψυχρη μούμια και γω, σαν την καθαρέβουσα), και ο ψυχαρισμός
ούτος, όστις είνε μειονέκτημα του αλλογενούς (;) σχεδόν συγγραφέως,
κατήντησε συνώνυμος προς το δημοτικόν λεκτικόν και ύφος (πώς νάγινε
όμως τέτοια _ συνωνυμία; _ μην τρέχη κάτι;), όπερ και τους
δημοτικούς πολύ έβλαψε και ημάς (αφτό πια είναι το τρίτο ποτηράκι)
τους στενούς — χωρίς καμμίαν προσωπικήν γνωριμίαν — (λυπούμαι)
φίλους των έφερεν εις δύσκολον θέσιν.»

Αλήθεια, πολύ μου κακοφαίνεται να βρεθή ένας στενός μου φίλος σε
τόσο δύσκολη θέση και γω μάλιστα να το φταίω — μα να δήτε που
βρέθηκα τώρα κι ο ίδιος σε θέση δυσκολώτερη. Εμένα, οι _ ψηφίδες _
με βασανίζουνε και τα _ ψηφιδωτά _ του κ. Σωτηριάδη. Σαν τι πράματα
να είναι τάχα; Εγώ λέω πως θάναι οι _ μωζάικες _. Οι μωζάικες είναι
κάτι κύβοι ή κυβούλια, μικρά γυάλινα διαφορόχρωμα κομματάκια, που
σαν τα βάζουνε πλάγι πλάγι με τέχνη, κάνουνε λογιώ λογιώ ζουγραφιές.
Τέτοιες μωζάικες έφτειαναν πολλές πολλές στα Βυζάντιο και τις
έφτειαναν, όχι μόνο για εκκλησιές, μα και για το βασιλικό παλάτι και
για πλούσια σπίτια. Λίγο λίγο παράπεσε η τέχνη, και πουθενά στην
Ανατολή, όσο ξέρω, ή στην Ελλάδα, δεν κατασκεβάζουνε τέτοια
γυαλοκόμματα. Στη Βενετιά όμως, ακόμη και σήμερις, έχουνε φάμπρικες
ξεπίτηδες για μωζάικες, και μάλιστα στην Εβρώπη τρελλαίνουνται για
τα ιστορικά της μωζάικας. Γράφηκαν άπειρα βιβλία και για την τέχνη
την ίδια και για την κατασκεβή, και για τα μεσαιωνικά της ιστορικά
στο Βυζάντιο. Ο φίλος μου ο G. Millet έγραψε μια μελέτη για του
Δαφνιού τις μωζάικες, εδώ και λίγα χρόνια, στην «Αρχαιολογική
Εφημερίδα», 1894{5}. Είναι στην Εβρώπη τόσο πολύ γνωστές οι
μωζάικες, που η λέξη έγινε πάγκοινη· και στα σαλόνια θα την ακούσης
και στους δρόμους. Για τούτο, τη βλέπεις στα βιβλία, στα περιοδικά,
στις φημερίδες, και την έχουνε σαν είδος όρο μεταφορικό, για να πουν
άξαφνα πως ένα πράμα είναι τεχνητό, ή πως είναι ποικιλόχρωμο, δηλαδή
πως σφαντάζει{6}.

Δεν πιστέβω μήτε στην Πόλη, μήτε στην Αθήνα, μήτε πουθενά στην
Ελλάδα, η λέξη _ ψηφίς _ να είναι πολύ συνηθισμένη, βέβαια όχι όπως
η μωζάικα στην Εβρώπη. Μεταφορικός όρος δεν έγινε η λέξη. Μα εγώ
θαρρώ πως κ' ίδια η μωζάικα πολύ γνωστή δεν είναι. Βιβλία πολλά να
γραφήκανε για τα ιστορικά της δεν είδα, και στα σαλόνια ταθηναίικα
δεν την άκουσα ποτέ μου, μήτε από κυρίες μήτε από κυρίους. Να σου
όμως που τη διαβάζω στάρθρο του κ. Σωτηριάδη. Και σε τι μέρος; Και
με ποια έννοια; Για να πη, νομίζω, πως η γλώσσα μου είναι τεχνητή,
δηλαδή να το πη με το νόημα που έχει συχνά η μωζάικα στην Εβρώπη.
Και τώρα πήτε μου δεν είναι νόστιμο, εγώ που κάθουμαι στο Παρίσι, σα
γράφω ρωμαίικα, λέξη να μη φυσώ για μωζάικες — ούτε για ψηφίδες —
και του λόγου του, που κάθεται στην Ελλάδα, να κάνη τη γλώσσα του
σωστή μωζάικα, με χίλιους όρους παρμένους από την Εβρώπη και
μάλιστα, φοβούμαι, να παίρνη τους όρους που κατάντησαν πια πρόστυχοι
και που γούστο δεν έχουνε; Ή μήπως έπαθε ο κ. Σωτηριάδης — και
πολλοί δασκάλοι μαζί του — εκείνο που μας λέει πως εμείς το πάθαμε;
Μήπως _ τοποθέτησε _ τον _ εαφτό του _ όξω από το ελληνικό _ έδαφος;
_

Ο εβλογημένος! Νάλεγε τουλάχιστο την _ ψηφίδα _ του μωζάικα! Θάτανε
πιο ρωμαίικο. Μα ο μεταφρασμένος ο ξενισμός έχει κάτι πιο άνοστο,
κάτι πιο ξένο ακόμη κι από την καθαρέβουσα την ίδια. Κοντά στο νου,
αφού ξένο θα μας φανή όχι το πράμα μονάχα, μα ως κ' η λέξη. Κ έτσι
νομίζω πως το _ φραγκορωμανικό _ και μάλιστα _ το χυδαίο _, γιατί
ένας καλός συγραφέας στη Γαλλία θαποφύγη τέτοιους όρους, είναι η _
ψηφίδα _ του κ. Σωτηριάδη περισσότερο από τη γλώσσα τη δική μας, τη
ρωμαίικη.

Μα ξέχασα που ο κ. Σωτηριάδης μου λέει, πως μια και τοποθέτησα τον
εαφτό μου όξω από το χώμα το ελληνικό, _ απόμαθα _ και τη γλώσσα την
ελληνική. Βάζω στοίχημα πως δε φαντάζεται ο ίδιος τι σωστά που το
είπε! Ναι, την _ απόμαθα _, γιατί εγώ ξέρω πως _ απομαθαίνω _
ρωμαίικα θα πη _ μαθαίνω κατάβαθα _, όπως και το _ αποτελειώνω
τελειώνω ολότελα _, όπως το _ αποβράζω έβρασε πια και σώνει _. Αφτό
που εννοεί ο κ. Σωτηριάδης, εμείς το λέμε ξεμαθαίνω. Μήπως λοιπόν
και την _ ξεμάθαινε _ τη γλώσσα στην Αθήνα, όσο εγώ την _ απομάθαινα
_ στο Παρίσι; Να που κάτι ξέρουμε και μεις.

Καλέ, στο Παρίσι να μας έρθη ο κ. Σωτηριάδης, πρώτα για να κάμη την
προσωπική γνωριμία ενός στενού του φίλου — στο μάθημά μου, λόγου
χάρη — έπειτα, ίσως, για να καταλάβη πόσο προσέχουμε, στο Παρίσι, να
μη βάζουμε κάτι όρους χυδαίους σαν τις _ ψηφίδες _, γιατί εδώ
προσπαθούμε να είναι το ύφος πάντα πρωτότυπο και διαλεχτό, μα στο
τέλος, τι θαρρείτε; ας κοπιάση στο Παρίσι για να μάθη και τα
ρωμαίικα! Δε χωρατέβω διόλου, και πρέπει μάλιστα να του δηγηθώ κάτι
περίεργα ιστορικά μου. Σαν προετοιμαζόμουνα για να δώσω εξέταση, να
γίνω υφηγητής — agrégé που λέμε δω —, άκουα τα μαθήματα ενός
καθηγητή στο Πανεπιστήμιο, του μακαρίτη του E. Benoist, που είτανε
άθρωπος λιγάκι παράξενος, μα όσο γίνεται καλός. Άναφτε γλήγορα,
θύμωνε, άλλο τίποτα, και μ' αγαπούσε πολύ. Μεταφράζαμε στην παράδοσή
του από τα γαλλικά στα λατινικά. Φρόνιμα, ήσυχα, προσεχτικά, έψαχνα
στο λεξικό μου, και κει που είχε λέξη γαλλική, έβαζα γλυκά γλυκά
λατινική λέξη, το συγύριζα, τόστρωννα, μην τύχη και μου ξεφύγη
κανένα λάθος. Λάθος δεν είχε. Του δίνω χαρούμενος τη μετάφραση,
ρίχνει μια ματιά, δε μου την πετάει στο πρόσωπο, γιατί δεν τα
συνηθίζουμε αφτά, μα μου πετάει τις φωνές, θυμωμένος· «Τη μετάφρασή
σου, λέει, την έκαμες με το λεξικό. Δεν αξίζει!» — «Καλά, και πώς να
την κάμω; Χωρίς λεξικό;» — «Έπρεπε να το συλλογιστής πρώτα λατινικά,
ύστερα να το _ γράψης _. Τότες, θα τόγραφες όπως πρέπει. Λεξικά εδώ
δε χρειάζουνται.»

Τι να σας πω; Τον άρπαξε το λόγο του ο νους μου, τον απορρούφηξε.
Κατόπι, σαν άρχισα να γράφω ρωμαίικα, θυμήθηκα τον καλό μου τον
καθηγητή. Αιώνια η μνήμη του! Για να γράψης μια γλώσσα, θέλει πρώτα,
ο νους σου να συλλογέται κ' η ψυχή σου να γράφη, όχι τα λεξικά να
ξεφυλλίζης. Οι μωζάικες είναι του δασκάλου.

Ίσως όμως βρίσκει ο κ. Σωτηριάδης πως και φρόνιμες νάτανε οι ιδέες
μας, και σωστή να είταν η αρχή μας, δεν πιάσαμε καλά τη δουλειά.
Μπορεί. Πώς δεν την πιάνει αλλιώς; Έτοιμος να μελετήσω το σύστημά
του. Γιατί δεν άρχισε προτού ναρχίσουμε; Γιατί δεν άρχισαν άλλοι;
Γιατί δε γράφει και τώρα τη δημοτική ο κ. Σωτηριάδης, να συγκρίνουμε
τουλάχιστο; Είδα ως τώρα, ο κ. Σωτηριάδης να γράφη την καθαρέβουσα.
Μπορεί να πιστέβη πως έτσι θα λυθή το ζήτημα. Φταίω πολύ που δεν την
έγραψα και γω, να δείξω, γράφοντας την καθαρέβουσα, πώς πρέπει να
γράφουμε τη δημοτική.

Μας φοβερίζει πως γρήγορα θα φανή κανένας «Παύλος», που να μας φέρη
στον ίσο δρόμο. Τον προσμένω με χαρά μου και προσμένω τι θα μας πη.
Ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη πώς θα γράφη τον _ πατέρα _; Θα τον κάμη ο
_ πατερός, του πατερού _, ή θα τον αφήση _ ο πατέρας, του πατέρα _,
δηλαδή όπως τον έχουμε από τώρα; Υποθέτω, θα τον αφήση. Τότες, τι
καταλάβαμε;

Τι καταλάβαμε, κ' η «θανατική» μας η «καταδίκη» τι σημαίνει; Η
καταδίκη μας είναι που «αγνοούν αυτοί οι άνθρωποι (εμείς δηλαδή) πως
με τέτοια πράγματα ημπορούσαν ν' αρχίσουν ίσως οι πρόππαποί μας κατά
τον δέκατον έκτον αιώνα, όχι όμως οι σημερινοί επίγονοι αυτών.» Τα
λόγια τούτα δεν είναι του κ. Σωτηριάδη. Του τάλεγε αφτά «είς εκ των
αρίστων συγγραφέων _ δημοτικών _ (;;) λογοτεχνημάτων.» Ντράπηκε όμως
να μας δηλώση τόνομά του. Κ' είχε δίκιο. Είναι ανοησία. Τίποτις άλλο
— αφού _ νόημα _ δεν έχει.

 — Ανοησία; Να πάλε και τα συνηθισμένα μας. Αρχίζεις πάλε και
φωνάζεις. — Φωνάζω, τι να κάμω; Φαρμάκια να στάζω; — Τίποτα, φίλε
μου. Άσκημα, πολύ άσκημα τόπιασες το ζήτημα, και συ κ' οι φίλοι σου.
Δεν έπρεπε να σηκώσετε πόλεμο. Έπρεπε ήσυχα ήσυχα να ξηγήσετε τα
καθέκαστα στους δασκάλους. Τι βγαίνει από τις φωνές, τις
χαστουκοχαστουκιές, τις τουφεκιές, τις βροντοκανονιές; — Τέτοια μας
λένε μερικοί φίλοι της δημοτικής, μάλιστα πιο στενοί από τον κ.
Σωτηριάδη. Έχουνε πολύ δίκιο. Έπρεπε λοιπόν, από τα 1821, όπως το
ήθελε ο Κοραής, να κάμουν ανεξάρτητη την Ελλάδα. — δίχως πόλεμο!

Οι μεγάλοι σηκωμοί, στην ιστορία, δε γίνουνται μ' όλο το κέφι. Τους
αθρώπους έφκολα δεν τους αλλάζεις, αφτό, νομίζω, το είπε κι ο
Χριστός, θα τόλεγε κι ο Πάβλος του κ. Σωτηριάδη, ειδεμή δε θάτανε
Πάβλος. Μα και με τις φωνές μας και με τη μάχη μας τη μεγάλη για την
Ιδέα, φαίνεται πως έτυχε κάποτε να συνεπάρουμε και μερικούς, που το
λέει να «ενθουσιάσουμε» ο κ. Σωτηριάδης. Τα γραφούμενά μου, αν τον
ακούσης, «δεν κατώρθωσαν κανέναν να ενθουσιάσουν». Πολύ νόστιμο, που
το γράφει κιόλας αφτό στην «Ακρόπολη». Σα βγήκε το «Ταξίδι μου», όχι
«ενθουσιάστηκε», τρελλάθηκε ο Γαβριηλίδης, κόντεψε να βάλη όλο το
Ταξίδι στην «Ακρόπολη». Και του έφκουμαι του κ. Σωτηριάδη, αντίς ένα
του άρθρο, να του βάλη καμιά μέρα ο Γαβριηλίδης στην Ακρόπολη,
αλάκαιρο βιβλίο.

Γελώ, κι ωςτόσο είμαι καταλυπημένος. Κακό, πολύ κακό πράμα η
αχαριστία, και φοβούμαι μήπως αλήθεια είναι αχάριστος ο Ρωμιός.
Βέβαια είναι ο κ. Σωτηριάδης. Εδώ έχουμε ζητήματα σπουδαία, και σαν
πολύ άτοπο μου φαίνεται νάρχεται κανείς να χτυπάη, από λόγους
προσωπικούς, έναν άθρωπο και μάλιστα τρεις αθρώπους στον πατριωτισμό
τους. Δηλαδή δεν είναι καθαφτό χτύπημα. Είναι χερότερο, είναι το
φαρμάκι εκείνο που είπαμε. Μα μήπως έχει και κανένα δικαίωμα να μας
τα λέη εμάς αφτά; Υποθέτω πως αγαπάει τον τόπο του, κ' είναι χρέος
του. Δεν κατάλαβα όμως, ο φοβερός πατριώτης τι κατώρθωσε ως τώρα για
να κάνη τον περήφανο, να μας κρίνη εμάς και να μας κατακρίνη. Το πιο
γνωστό του έργο είναι μια μελέτη με τον τίτλο· «Zur Kritik des
Johannes von Antiochia (Jahrb. f. class. Philol. Suppl. XVI, 1888)»,
που είχε μάλιστα την καλοσύνη να μου τη στείλη τότες, σαν τη
δημοσίεψε και δεν πρόφταξα να του κάμω επίκριση ο ίδιος, μα έβαλα
ένα μαθητή μου, πολύ άξιο νέο, να μιλήση, και μίλησε με κάμποσους
επαίνους για τη μελέτη.{7} Είναι η μελέτη του αφτή γραμμένη _
γερμανικά. _ Λοιπόν, τι φωνάζει;

Να χαίρεται ο κ. Σωτηριάδης που δε ζω στην Αθήνα. Έτσι κανένας δεν
έχει φόβο, μήτε τη θέση του να γυρέψω μήτε το μιστό του να του πάρω,
μα μήτε και το παραμικρό ρουσφετάκι να ζητήσω ποτέ για μένα. Ωςτόσο
δεν πιστέβω, από κείνους που παίρνουνε και θέση και μιστό και
ρουσφέτι, πολλοί να είπανε λόγια τόσο ζεστά, τόσο φλογισμένα για την
Ελλάδα. Ας ρίξουνε και μια ματιά στο _ Ταξίδι· αμύνεσθαι περί
πάτρης, _ το λέει και το ξώφυλλο. Μπορεί τώρα ο καθένας, κι ο κ.
Σωτηριάδης ο ίδιος, να τα δη μαζωμένα όσα έγραψα, στα Ρόδα και Μήλα.
Μπορεί μάλιστα να δη πως κι ο κ. Σωτηριάδης και κάμποσοι άλλοι,
χρωστούνε κάποιο σέβας σ' έναν άθρωπο, που ίσα ίσα γιατί δε ζη στην
Ελλάδα, δείχνει πως δουλέβει αφιλόκερδα για την Ιδέα.


Ζ'


ΚΟΥΤΑΜΑΡΑ.

Είμαι πολύ, μα πολύ κουτός. Κουτός, ζαβός και μουρλός, ό τι θέλεις,
πες με. Τάγραφα όσα διάβασες, αναγνώστη μου, στην εξοχή. Δεν είχα
μαζί μου όλα μου τα βιβλία. Θυμήθηκα λοιπόν πώς είχε γίνη ένα κάποιο
άρθρο στη Revue Critique για τον κ. Σωτηριάδη· μα τι έλεγε τάρθρο
δεν το θυμούμουνα. Έβαλα κατωσέλιδα μόνο τόνομα του περιοδικού, κ'
είπα, σα γυρίσω στο Παρίσι, να βάλω και τον αριθμό.

Ψάχνω, βρίσκω τάρθρο, το ξαναδιαβάζω, και τι βλέπω; Μια σημείωση
δική μου — όπως συνηθίζουμε στη Revue Critique, ύστερις από τους
επαίνους, να δείχνουμε κ' ένα δυο ψεγαδάκια. Μα τι να σας τα
πολυλογώ; Ιδού κ' η σημειωσούλα·

Dans ce court passage où l'auteur, étudiant la langue de Malalas,
témoigne d'un sentiment très fin du grec ancien et de connaissances
grammaticales solides, il est fâcheux d'avoir à relever quelques
inexactitudes d'autant plous regrettables que M. Sotiriadis est
Grec. L' expression _ neugriechisch _ qu'il emploie est obscure dans
sa pensée: entend-il par là le grec médiéval (quelle époque alors ?)
ou le grec _ moderne _ ? C'est ce dernier qu'il semble viser et,
dans ce cas, la plupart des formes qu'il cite sont erronées: p. 61,
il faudrait dire ανιψιός, non ανεψιός; — p.66, on lit: neugr . . . .
παίρνω, Aorist immer (!)επήρα, pour πήρα. On est plus que surpris, _
ibid. _, de voir κονταριά, μαχαιρεά donnés comme formes modernes,
alors que εά est un vocalisme de transition propre au moyen âge;
auj. κονταριά, etc. Enfin γράφει προς τον στρατηγόν et εζήτουν να
φονεύσωσι n'ont jamais été modernes. La précision scientifique exige
une scrupuleuse fidélité dans la citation des formes historiques.

Καταλάβατε τώρα την κουταμάρα μου; Κάθουμαι και φιλονικώ ήσυχα και
σοβαρά με τον κ. Σωτηριάδη, σταλιές σταλιές παίρνω το φαρμάκι του,
το κοιτάζω και το μετρώ, χωρίς να νοιώσω τι τρέχει. Δεν τρέχει και
τίποτα πολύ σπουδαίο να, καταλόγησα μερικά του λαθάκια στη δημοτική,
καθώς είδαμε και πιο απάνω πως καλά καλά δεν την ξέρει. Τι είναι
αφτό; Τίποτις. Ωςτόσο έφταξε για να μας τα ψάλη ο κ. Σωτηριάδης, να
τα ψάλη και της δημοτικής, όσο λίγο κι αν την _ απόμαθε. _

Προσωπικά! Προσωπικά!


Η’


ΡΩΜΙΟΣ ΚΑΙ ΡΩΜΙΟΣΥΝΗ.

... Ο Αργύρης ο Εφταλιώτης γυρέβει από αναγνώστη, που είναι Έλληνας,
δυο φοβερά πράματα: ναρνηθή τόνομά του και την πίστη του. Πρέπει να
υποθέσουμε _ ή πως δεν ξέρει _ πόσο μεγάλο πράμα γυρέβει, _ ή πως το
ξέρει _ κι απαιτεί την παράδοξη αφτή θυσία από το ελληνικό έθνος.
Γιατί εδώ το ζήτημα το γλωσσικό παίρνει πια καινούρια θωριά, και
καταντάει σήμερις προπαγαντίδικο, όχι όμως με την ωραία σημερνή
έννοια της λέξης, παρά με την _ παλιά ρωμανοκαθολική, _ που η τάση
της είτανε κατεφτείας να _ διακόψη _ κάθε είδος _ εθνική παράδοση, _
για να κατασκεβάση με το καινούριο ελληνικό έθνος μια λεβαντίνικη
φυλή, με κάθε άλλο παρά εθνική συνείδηση και συνοχή...

Ποιος τα λέει αφτά; Εγώ; Θα το κατάλαβες και μοναχός σου, αναγνώστη
μου Έλληνα, πως εγώ τέτοια δε συνηθίζω. Τα λέει ο στενός μας ο
φίλος, γιατί δεν του φτάνει που μας χτυπά εμάς και την ιδέα μας,
χτυπάει τώρα και το ρωμαίικο και τη ρωμιοσύνη μαζί. Από πού κι ως
πού όμως ο τόσος ο θυμός; Από τον τίτλο _ Ιστορία της Ρωμιοσύνης, _
που έβαλε ο Αργύρης στο βιβλίο του, να δηγηθή τα ιστορικά της
Ρωμιοσύνης από τον Κωσταντίνο το Μεγάλο ίσα με τον Ιουστινιανό.

Λοιπόν τώρα να το καλοσυλλογιστούμε το πράμα σα μιλεί κανείς για
Ρωμιό και για Ρωμιοσύνη, α') σου αλλάζει τόνομα και την πίστη· β')
κάνει ρωμανοκαθολική προπαγάντα. Σπουδαία αφτά. Για να τα ξετάσουμε
λιγάκι.

 _ Ρωμιός _ θα πη _ Ρωμαίος. _ Το _ αι _, με κατοπινό _ ο _, έγινε _
ι _, όπως ο _ παλαιός _ έγινε _ παλιός _, το _ δίκαιο δίκιο, _ το _
και κι _ πριν από λέξη που αρχίζει με _ α, ο, ου, _ λ. χ. ο τάδες κι
ο τάδες, _ και όλα, κιόλα, κιόλας _ κτλ. κτλ.

Μα ποιος τους τόδωσε στους Έλληνες τόνομα ετούτο; Ποιος τόλμησε και
τους είπε Ρωμαίους; Ποιος άλλος παρά ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, όπως
είναι και γνωστό; Τρομερός λοιπόν _ προπαγαντίστας _ αφτός! Τους
άλλαξε τόνομα, να δήτε που τους άλλαξε και την πίστη. Και βέβαια!
Πρώτα λέγουνταν Έλληνες και λάτρεβαν τους αρχαίους τους θεούς. Ήρθε
ο Κωσταντίνος και μας τους έκαμε καθολικούς! Να με συμπαθάτε και
γελάστηκα, γιατί τότες καθολικούς βασιλιάδες δεν είχε, αφού πριν από
τον Κωσταντίνο δεν είχε στον αφτοκρατορικό θρόνο ούτε χριστιανούς!
Μα δεν είχε τότε μήτε καθολικούς μήτε ορθόδοξους· χριστιανοί
λέγουνταν όλοι, όσοι δεν είταν ειδωλολάτρες ή _ εθνικοί _. Φταίει ο
κ. Σωτηριάδης που μου σκούνταψε η πέννα· θάρρεψα και γω πως άμα
είσουνα ρωμιός, είσουνα και καθολικός. Νά σου όμως που υπάρχουνε και
Ρωμιοί που καθολικοί δεν είναι. Πρώτος ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος.

Αφτός γρυ από _ ελληνικά _ δεν ήξερε, μήτε του έμελε για την Ελλάδα·
«πόλιν αντίρροπον της Ρώμης εζήτει{8}.»

Δεν έχτιζε καινούρια πόλη, έχτιζε δέφτερη Ρώμη (_ νέα Ρώμη _ ) και
τα περιχώρια της Κωσταντινούπολης είχανε ονόματα λατινικά, το _
Σκούταρι _, λ. χ., που και σήμερις ακόμη έτσι το λένε. Άλλαξε τότες
η πρωτέβουσα· δεν άλλαξε ο Καίσαρας. Οι στρατιώτες του Κωσταντίνου
έκαναν την προσεφκή τους λατινικά{9}. Το κομμάντο κι αφτό στη
λατινική, τα λατινικά είταν η επίσημη γλώσσα, και στο Παλάτι
μιλούσανε λατινικά{10}. Λατινικά έβγαζε τους λόγους του και στη
σύγκλητο και στη σύνοδο ακόμη, και μάλιστα μπροστά σ' επισκόπους που
είταν ελληνόγλωσσοι {11}. Με τα _ Ελληνικά _ δεν τάβγαζες πέρα·
δύναμη και πλούτο για όσους σπουδάζανε τα λατινικά, «μετ' εκείνων
δυνάμεις τε και πλούτους{12}.»

Ίσως όμως, θα μου πήτε, οι διαδόχοι του πήραν άλλο δρόμο; Ποιοι
τάχατες απ' αφτούς; Ο Ιουστινιανός; Όχι, βέβαια. Αφτός έλεγε για τη
λατινική πως είτανε «η πάτριος ημών φωνή.» Ακούστε τον, και τότες να
καταλάβετε· «και ου τη πατρίω φωνή τον νόμον συνεγράψαμεν, αλλά
ταύτη δη τη κοινή τε και ελλάδι, ώστε άπασιν αυτόν είναι γνώριμον
διά το πρόχειρον της ερμηνείας{13}», απαράλλαχτα δηλαδή με το ύφος
που θα μιλούσε για καμιά πρόστυχη και χυδαία γλώσσα, «τω πλήθει
κατάλληλον» (Διάτ. ξς', α', §2), γλώσσα κατάλληλη για το πλήθος. Για
να μιλή κανείς όπως πρέπει, ανάγκη να τα πη λατινικά, κοίτ. Ν.,
Διάτ. ιε', Πρ «δια τούτο τη πατρίω φωνή defensoras αυτούς καλούμεν.»
Το _ δια τούτο _ σημαίνει πως αφτά είναι τα «παλαιά ονόματα», και
πως η «φωνή των Ρωμαίων» είναι «κυριωτάτη δια το της πολιτείας
σχήμα», όπως το λέει κιόλας, Ν., 1 Διάτ. ξς, α § 2. Μα σε κείνα τα
χρόνια, δε μιλούσαν έτσι μονάχα οι βασιλιάδες· είτανε της καλής
αναθροφής να ξέρη κανείς τα λατινικά, κ' ένας προκομμένος νέος το
είχε συστατικό του σαν τα μάθαινε. Πριν από τον Ιουστινιανό, το λέει
κι ο Χρυσόστομος «νέος τις κομιδή πλούσιος ων επεδήμησέ ποτε τη
πόλει τη ημετέρα κατά λόγων παίδευσιν εκατέραν, την τε Ιταλών την τε
Ελλήνων {14}.» Και θα παρατήρησε ο καθένας πως βάζει τα λατινικά
πρώτα από τα ελληνικά. Προπαγαντίστας κι αφτός, αθεόφοβος. Σαν το
Χρυσόστομο, τα λεν και χίλιοι άλλοι{15}. Ίδια η λέξη _ ελληνισμός _
δεν είχε διόλου, μα διόλου, τη σημασία που της δίνει ο κ. Σωτηριάδης
κι άλλοι πολλοί. Σημαίνει «μάθηση ελληνική», και το είχανε τότες για
κακό πράμα. «Αρνησάμενος την κακήν κληρονομίαν του ελληνισμού των _
εμών πατέρων _ και γονέων{16}». Ο Ιουστινιανός όμως το παράκανε· τα
ελληνικά το κάτω κάτω — φαίνεται κι από το ύφος του — τα
καταφρονούσε, τον ελληνισμό δεν τον αγαπούσε διόλου, και την Αθήνα
πια, που είταν του ελληνισμού η στερνή αποφεγγιά, την αφάνισε,
διάλυσε και το Πανεπιστήμιο{17}.

Μα τι κάθουμαι και λέω; Ως και τόνομα «Γραικός» είτανε τότες όνομα
μισητό και σιχαμένο{18}, τόνομα «Έλλην» άλλο δεν ήθελε να πη παρά _
ειδωλολατρία{19}. Μας το λέει κι ο ίδιος ο Ιουστινιανός — «επειδή
τίνες εύρηνται τη των ανοσίων και μυσαρών Ελλήνων κατεχόμενοι πλάνη»
κτλ. κτλ.{20}. Τι διαβολεμένος προπαγαντίστας όμως ο Ιουστινιανός,
που όχι μόνο μας άλλαξε τόνομα, σαν τον Κωσταντίνο, μα που δεν ήθελε
κάνε να τακούση!

Τόνειρό του, ο πόθος του, η λαχτάρα του είταν «η δόξα των Ρωμαίων»,
όπως γράφει κ' ένα νόμισμα{21}. Πολέμησε χρόνια και χρόνια, να γίνη
καίσαρας σωστός, να πάρη όλη την Ιταλία, να βασιλέψη πιώτερο μάλιστα
στη Δύση παρά στην Ανατολή, κι αν τον κατηγορήση κανένας που είχε το
νου του στη Ρώμη, αντίς να τον έχη στην Πόλη, που πήγε να ξολοθρέψη
τους βαρβάρους της Ιταλίας, αντίς να συλλογιστή τους ασιατικούς
βαρβάρους, αντίς να τους αφήση να δυναμώσουν κ' ίσως έτσι κατόπι να
μας φέρη και τους Τούρκους, γιατί με τα χρήματα που πήγαν και με
τους στρατούς που χαθήκανε, αφάνισε το Κράτος, ό τι κι αν πη
κανένας, άδικα θα το πη, επειδής ο Ιουστινιανός δε φταίει, έτσι τα
ήξερε, έτσι τάβλεπε, άλλο τότες οι αφτοκράτορες, από παιδιά που
είτανε, δε μαθαίνανε παρά τη Ρώμη, που είταν η αληθινή τους, η μόνη
τους η παράδοση, και στο δέκατο ακόμα τον αιώνα, ο Νικηφόρος ο Φωκάς
θύμωνε με τα σωστά του, έλεγε τον πάπα κουτό και ζαβό, που τον
καλούσε «βασιλέα των Ελλήνων», κι όχι, όπως έπρεπε, όπως είχε χρέος
να τον πη «βασιλέα των Ρωμαίων{22}.»

Ορίστε λοιπόν που βρήκαμε κι άλλονε προπαγαντίστα, το Νικηφόρο το
Φωκά, «τον τρέμει η γις κι ο κόσμος.» Κι ο Νικηφόρος ο Φωκάς είχε
απαράλλαχτα την ίδια ιδέα που είχε ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος, αφού κι
αφτός νόμιζε πως «νέα Ρώμη» δε σημαίνει τάχα διόλου Ρώμη δέφτερης
τάξης, παρά Ρώμη αφτοκρατορικιά, Ρώμη που ο Καίσαρας βασιλέβει, Ρώμη
λατινική της Ιταλίας, — «νόμιμη, αναγνωρισμένη διαδόχισσα της
αρχαίας{23}» — κ' έτσι βαστούμε πια και τον πιο περίφημο σημερνό μας
προπαγαντίστα, τον Οικουμενικό τον Πατριάρχη, που κι ας μας χτυπούν
εμάς, όσο θέλουνε, γιατί γράφουμε τα ρωμαίικα, ο Οικουμενικός
Πατριάρχης ωςτόσο λέγεται κ' είναι αναγκασμένος να λέγεται
«Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως και ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ.»

Αφτά ο κ. Σωτηριάδης _ ή τα ξέρει ή δεν τα ξέρει _. Α δεν τα ξέρει,
θαπορήσω πως ταψηφάει, καθώς απόρησα όταν είδα ένα βυζαντινολόγο να
μιλάη με κάποιο καταφρόνιο για τις μωζάικες, που οι βυζαντινοί τις
είχανε για καμάρι και για δόξα. Αν τα ξέρει, πώς μπορεί να
κατηγορήση τον Αργύρη τον Εφταλιώτη για πράματα που πρώτος τα
φταίει, αφού θαρρεί πως είναι φταίξιμο, ο Κωσταντίνος ο Μεγάλος; Ή
μήπως τα ξέρει, και μας λέει άλλα κι ανακατέβει στο ζήτημα
καθολικούς και προπαγάντες, για να μας στάξη φαρμάκι περισσότερο, κ'
έτσι, αν μπορεί και δίχως να φαίνεται, να μας τα κάμη όλα φαρμάκι,
ως και το ζήτημα; Τότες — δε θέλω πολλά να πω και το λέω χωρίς πίκρα
καμιά — τέτοιοι τρόποι δε μου φαίνουνται όμορφοι, είναι λίγο
επιστημονικοί, και θαρρώ πως καλά θα κάμη να το συλλογιστή ο κ.
Σωτηριάδης.

Μα, θα μας πη — αχ! το λένε κι άλλοι! — ο Ρωμιός, ό τι κι αν είτανε
πρώτα, σήμερις κατάντησε νάχη σημασία κακή. Αφτό είναι αλήθεια.
Δηλαδή, πιο σωστό να παρατηρήσουμε πως έχει κακή, μα πως έχει και
καλή συνάμα· λόγου χάρη, τα καμώματα του κ. Σωτηριάδη, _ ρωμαίικα. _
Με κακή σημασία. Μα δε _ μιλεί ρωμαίικα, _ που θα είχε σημασία καλή,
αφού στη ζωή μου δεν άκουσα να πη κανείς με κακή σημασία, _ μίλα
ρωμαίικα, _ δηλαδή παστρικά. Μήπως όμως η φράση _ βγήκε στο ρωμαίικο
_ είναι για κακό; Για κακό βγαίνει κανείς να σεργιανίση στην Ελλάδα;
Στα χωριά, σαν πήγαινα παντού και κουβέντιαζα με τους απλούς
αθρώπους, με ρωτούσανε· «Τι κάνει το ρωμαίικο;», και δεν κατάλαβα να
μου το λέγανε με σημασία κακή, αφού με αγάπη και με πόθο ήθελαν οι
καημένοι να μάθουνε τι γίνεται το έθνος, και δίνανε στη λέξη το
ρωμαίικο απαράλλαχτα τη σημασία που δίνουν οι δασκάλοι στη λέξη _
ελληνισμός _. Μάλιστα ένας δάσκαλος μου δηγήθηκε πως μια μέρα ρώτηξε
ενός χωρικού αν είταν «Έλλην» — πάει να πη έλληνας _ υπήκοος, _
γιατί τέτοιο νόημα έχει — και πως τον κοίταξε ο χωρικός κατάματα,
σαν άθρωπος που δε νοιώθει τι του λένε, και του αποκρίθηκε στο
τέλος· «Όχι, καλέ! Εγώ είμαι Ρωμιός.»

Κ έτσι θα σου το πούνε στην Ελλάδα παντού και θα σου το πούνε με
κάφκημα. Πολύ έφκολο να δοκιμάσης, να δης. Θυμούμαι τη χαρά τους,
κάθε φορά που τους έλεγα τη λέξη. — «Είδες πως τα ξέρει τα
ρωμαίικα!» — Και βέβαια δε με κατηγορούσανε, παρά τους φαίνουνταν
παράξενο να κάθουμαι στην Εβρώπη και να μιλάω την καθάρια δημοτική —
δηλαδή αφτοί αλλιώς τα βλέπουν από τον κ. Σωτηριάδη. Μα γιατί πάλε
να σας τα μωρολογώ; Και στην κοινωνία, θα τακούσετε κάθε ώρα, και να
το καλοξετάσετε το πράμα, θα δήτε πως Ρωμιός δεν υπάρχει που να μην
ξέρη, που να μη συνηθίζη τη λέξη. Θα σου πη μάλιστα πολλές φορές·
«Είμαι Ρωμιός!» Και δεν πιστέβω με κακή σημασία να το λέη, που δεν
του μοιάζει κιόλας νάχη τόσο άσκημη ιδέα για λόγου του.

Λοιπόν οι κακές σημασίες τι είναι; Ανοησίες κι απροσεξίες της
καθαρέβουσας. Η καθαρέβουσα μας έμαθε κι άλλα που εννοείται μας τα
ξαναλέει ο κ. Σωτηριάδης, επειδής είναι στενός φίλος της δημοτικής,
κι αφτά είναι που η λέξη _ Ρωμιός και Ρωμιοσύνη _ μας έκοψε την
εθνική παράδοση. Εδώ πια τι να σας πω; Δε μου φτάνει το φαρμάκι,
πρέπει να με σφάξετε μια και καλή, γιατί δε νοιώθω. Πώς ο Ρωμιός να
κόφτη άραγες την παράδοση, αφού η παράδοση είναι ίσα ίσα ο Ρωμιός; Ή
μήπως από τον Περικλή και τον Αλκιβιάδη θα κατέβουμε γραμμή ως τον
Όθωνα; Δε συνέβηκε τίποτις σταναμεταξύ; Θαρρώ πως συνέβηκαν κάμποσα
και σπουδαία μάλιστα και σημαντικά, μα δεν είδα έθνος στη ζωή μου
που να χαντακώνεται σαν το ρωμαίικο, που από την πρόληψη, από το
δασκαλισμό, να καταστρέφη τις δόξες του τις αληθινές, γιατί στο
διάστημα που λέμε κι όσο βάσταξε το Βυζάντιο, συνέβηκαν πράματα
πολλά και μεγάλα, που χρέος του Ρωμιού να τα θυμάται και να τα
μελετά.

Συνέβηκε πρώτα πρώτα που το λατινικό το στοιχείο τόχαψε μια μορφιά,
ώςπου να γίνη άφαντο, και πως τους Λατίνους το κάτω κάτω τους άλλαξε
ο Ρωμιός όνομα και πίστη, αφού το _ Ρωμαίο _ τον έκαμε _ Ρωμιό, _
πάει να πη Έλληνα. Είναι κατόρθωμα περίφημο και που ο λογισμός του
ιστοριογράφου απορεί, να το κατάφερε τέτοιο πράμα, δηλαδή να
καταντήση το _ ρωμαίικο, _ που σήμαινε πρώτα το _ λατινικό _ — μην
το ξεχνούμε — να σημαίνη σήμερις παντού _ ελληνισμό, _ και μάλιστα _
ελληνισμό _ κι _ ορθοδοξία _ συνάμα. Έτσι τα βλέπουνε στην Εβρώπη,
έτσι τα είπα κι ο ίδιος μιλώντας σ’ Εβρωπαίους, που τους φαίνεται
και νόστιμο, με το πνέμα του, με το κουράγιο του, με τη μαργιολιά
του, να νίκησε δέφτερη φορά ο νικημένος το νικητή, ο Ρωμιός το
Ρωμαίο, με τρόπο που να του πάρη ως και τη δόξα την καμαρωμένη του,
τόνομά του{24}.

Είπαμε αλλού{25} πως συνέβηκε και κάτι άλλο πολύ πιο σπουδαίο, και
πως η Ελλάδα, στο Βυζάντιο κι από το Βυζάντιο, έμαθε τον εθνισμό
της, έμαθε δηλαδή να είναι μια, έμαθε να είναι για πάντα ενωμένη,
έμαθε να είναι σήμερις και βασίλειο ένα, πράμα που στην αρχαία την
Ελλάδα θα είτανε πρωτάκουστο, που δε θα το καταλάβαινε τότες κανένας
πώς μπορούσε άξαφνα ένα Νησί σαν την Κρήτη να γυρέβη ένωση, γιατί
στα χρόνια τα παλιά θα γύρεβε να γίνη κράτος χωριστό, να πολεμήση
κιόλας τις άλλες ελληνικές πολιτείες, για να δυναμώση αφτό.

Κάτι κερδίσαμε λοιπόν κι από το Βυζάντιο. Μα μήπως τάχα δε θαρρείτε
πως κερδίσαμε κι άλλα, που δεν τα παίρνει το μάτι αμέσως, γιατί
πρέπει να ψάξης κατάβαθα στην ψυχή, να τα δης μέσα της; Μήπως δε
θαρρείτε πως του Κωσταντίνου ο στρατός, πως του Ιουστινιανού οι
πόλεμοι, πως οι νίκες του Φωκά, πως του Βουλγαροχτόνου η
ακαταδάμαστη πιμονή, πως τόσοι και τόσοι λαοί χτυπημένοι, τόσες
μάχες, τόσα μεγαλεία, μήπως δε θαρρείτε, με τα δυστυχήματα μαζί,
ναι! ως και με το πάρσιμο της Πόλης, δε θαρρείτε πως ζουν αφτά όλα
στο αίμα το ρωμαίικο και μέρα την ημέρα το δυναμώνουνε; Ο
σταβραϊτός, λέει το τραγούδι, θα δυναμώση, σα φάη κόκκαλα
αντρειωμένου. Το ίδιο κ' ένα έθνος θα δυναμώση, σαν το θρέψης με τα
κόκκαλα τα ιερά της Ιστορίας.

Και τι βγαίνει απ' αφτά που λέμε; Βγαίνει τάχατες πως πρέπει να
κάνουμε σαν τον Ιουστινιανό, και να βάλουμε στο ράφι την Αθήνα; Ο
θεός φυλάξη! Ο αγαπητός μου ο Ν. Γ. Πολίτης έδειξε στον Αγώνα του
Λαμπρίδη{26}, πως τόνομα «Έλλην» έχει και στο μεσαιώνα, έχει και στο
Βυζάντιο, τα περγαμηνά του. Ο Παλαμάς έδειξε στο «Άστυ{27}» πως ο
Ρωμιός είτανε, και στης Επανάστασης τα χρόνια, όνομα άγιο και
τιμημένο. Τόσο το καλήτερο λοιπόν αν έχουμε δυο δόξες αντίς μια. Ο
σκοπός είναι, την καθεμιά να συλλογιστούμε, να ωφεληθούμε κι από τις
δυο. Δεν είπε κανένας να ξεβαφτίσουμε την Ελλάδα, να την κάμουμε
βασίλειο Ρωμαίικο. Δεν είπε κανένας ναρνηθούμε τον Αλέξαντρο που κι
αφτός, αν και τα χάλασαν οι διάδοχοι του κατόπι, σφιχτοκράτησε και
σφιχτοένωσε στο χέρι του την Ελλάδα. Δεν είπε κανένας πως πρέπει
ναποξεχάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή — και γω λιγώτερο από κάθε
άλλονα. Είπαμε μονάχα, γιατί ο καβγάς μας αφτός είναι, πως όρος και
κυριολεξία, στο βιβλίο του Εφταλιώτη, είναι η λέξη Ρωμιοσύνη, αφού
έχουμε την τύχη με μια μόνη λέξη να λέμε συνάμα και τη βυζαντινή την
ιστορία και την ιστορία του ελληνισμού, όπως τον εννοούσαν ίσια ίσια
σε κείνη την εποχή, να λέμε μάλιστα και του Ρωμιού τα ψυχολογικά,
που θέλησε και δάφτα να τα ξεδιαλίση ο Αργύρης.

Πρέπει να πάψη το καταφρόνιο αφτό για τα δικά μας, που η καθαρέβουσα
μας τόμαθε, καταφρόνιο και για τη γλώσσα, και για τόνομα το
ρωμαίικο. Οι δυο μεγαλήτεροι λαοί του κόσμου στάθηκαν ως τώρα οι
Έλληνες κ' οι Ρωμαίοι. Κάτι θα πη, ένας λαός να φυλάξη και τα δυο
αυτά τα ονόματα. Κάφκημά του να είναι. Μας άφησε η Ελλάδα τον
Παρθενώνα, μας άφησε την Αγια Σοφιά ο Ιουστινιανός, που είτανε
Ρωμαίος — και για τούτο πρέπει νάχουμε σέβας για το Ρωμιό.

Από το Ρωμιό βαστούμε και τη γλυκειά μας την κουβέντα, το ύφος μας
αφτό που κουβεντιάζει και παίζει. Το ξέρω πως και στο ύφος μας
απάνω, μας χτυπούνε. Εγώ θαρρώ πως η αρχαία η Ελλάδα ζη πάντα, γιατί
κι ο Πλάτωνας, σα δε γελιέμαι, το είχε και το ήθελε το ύφος το
κουβεντιάρικο, ταπλό, που καμιά γλώσσα στον κόσμο δεν μπόρεσε ποτε
της να ταρπάξη τόσο ταιριαχτά που να το κάμη και δικό της. Μας είπαν
ωςτόσο πως εμείς τόχουμε τέτοιο ύφος, γιατί δε ζούμε στην Αθήνα,
γιατί δεν ξέρουμε ποιές λέξες μπορεί κανείς να πη στο θέατρο, ποιες
άλλες στον καφενέ, και ποιες άλλες στο «φροντιστήριο», που κάθεται
και γράφει ο φιλόσοφος. Δε ζούμε στην Αθήνα, και γι' αφτό, νομίζω,
βλέπουμε καλήτερα πώς κρίνουνε τους αρχαίους αλλού, πώς νοιώθουνε
την ομορφιά τους, πώς πολεμούν και να τη μιμηθούνε. Η καθαρέβουσα
πίστεψε πως άμα μιλεί κανείς για σοβαρά ζητήματα, πρέπει αμέσως να
κάνη και τον κατσούφη. Ουσία και ύφος δεν είναι ανάγκη να μοιάζουνε
σε τέτοιο βαθμό. Διέστε τον Πλάτωνα πώς παίζει φιλοσοφώντας. Μα και
στην Εβρώπη, που φοβούμαι και κατάλαβε τον Πλάτωνα κάπως καλήτερα
παρά που τον καταλαβαίνουν ακόμη στην Αθήνα, δε βλέπω τέτοια
μαχμουρλίκια. Με τις λέξες της κουβέντας, το ύφος ζωντανέβει και
πάει. Αφτό μάλιστα περνά εδώ για τέχνη. Στο Παρίσι, μια φορά κ' έναν
καιρό, έλεγαν τα ίδια, δηλαδή πως κάτι φράσες είναι άτοπες ολότελα,
όχι μόνο σε βιβλία επιστημονικά, μα και στο θέατρο ακόμη. Ως κ' η
λέξη _ μαντίλι _ καταδικασμένη, ξωρισμένη. Την είπαν όμως, κ' οι
Γάλλοι που την είπανε, δε ζούσανε, όσο ξέρω, μακριά από το Παρίσι.
Τα _ χυδαία _ μάλιστα παντού τα φιλοξενίσανε, και στην ιστοριογραφία
και στην επιστήμη· εννοείται, τα βάζουν εκεί που πρέπει κι όχι όπως
τύχη, ξέρουνε και τα φέρνουνε με τρόπο. Αποφέβγουν το νόημα το
χυδαίο· τα χυδαία όμως δεν ταποφέβγουνε διόλου, μήτε τις λέξες τις
πιο δημοτικές δεν τις αποφέβγουνε — από τον καιρό που κατέβηκε ο
ρωμαντισμός, όπως η ρωμιοσύνη κατεβαίνει σήμερις από τα βουνά, κι
άνοιξε ολόφαρδες τις πόρτες και χούμηξαν όλα τα χυδαία, μέσα στα
Παλάτια όλα.

.................................................................

.................................................................

Εσένα, κανείς να μη σ' αγγίξη! Βαστούμε ρόπαλο στο χέρι, πολύ γερό.
Το ρόπαλό μας είναι η αλήθεια. Ένας ένας, όποιος προβάλη να σε
χτυπήση, ένας ένας θα τσακιστή και θα πέση, τι να κάμη; Εσύ έπαθες
πολλά, εγώ για σένα ήθελα να χύσω ένα δάκρι, που μέσα του να είναι
όλα τα δάκρια της καρδιάς μου, που με το δάκρι μου αφτό να κλάψω τα
βάσανά σου όλα μαζί. Εσύ αιώνες κ' αιώνες ζης, πολεμάς, κι
αναστενάζεις. Εσένα τα όνειρά σου, εσένα οι πόθοι σου κ' οι μεγάλες
σου οι λαχτάρες, εσένα κ' οι θυμοί σου πάντα, γιατί πάντα σου το
είχες αφτό, βλέπουνε την ιδέα, κ' η ορμή σου πάντα θα πεταχτή στα
πιο αψηλά, τα πιο μεγάλα και τα πιο ωραία. Κάποτε στραβοπατείς,
κάποτε δεν το ξεδιακρίνεις το καλό, μα φτάνει να σου το δείξουνε και
το δίψασες αμέσως. Εσύ ξέρεις και την αγάπη. Εσύ είσαι πανόμορφη. Τα
μάτια σου τα μάβρα, γιομάτα ελπίδα, γιομάτα θλίψη που με σφάζει,
μέρα δεν είναι που να μην τα θωρώ και να μην τα θαμάζω και να μην τα
πονώ τα μάτια σου τα μεγάλα. Εσένα δε σου κοστίζει να θυσιαστής. Εσύ
το σκοπό μονάχα κοιτάζεις. Εσύ γεννήθηκες με την πίστη. Εσύ έμαθες
την πομονή, εσύ για τα γενναία συνεπαίρνεσαι. Κ' η πομονή σου, τα
γενναία θα σε κάμη ναπολάψης. Περεχυμένη στους κάμπους και στα
βουνά, περεχυμένη στης θάλασσας τους αφρούς, στα πρασινόφορα τα
Νησιά, με πέφκους πέφκους ολόγυρά σου, με τον ουρανό σου τον
ολόλαμπρο, παντού σε ξανοίγω, παντού σε προσκυνώ, παντού σε λατρέβω,
αθάνατη μου εσύ ψυχή της Ρωμιοσύνης.

Γραμμένο στο Ροσμαπαμόνι, τρίτη, 8 τ' Άη Δημήτρη, 1901.



ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ {28}



Όπως τόχω σημειωμένο και παρακάτω, η μελέτη μου αφτή γράφηκε
Άβγουστο μήνα 1886, είναι δηλαδή το πρώτο πρώτο ρωμαίικο που έγραψα,
όχι μόνο προτού γράψω _ Το Ταξίδι μου _, μα προτού ακόμα κάνω το
ταξίδι το ίδιο, που έδωσε και τον τίτλο του στο βιβλίο μου. Η μελέτη
μου γράφηκε με το σκοπό να τη διαβάσω στο Συνέδριο του Ελληνικού
φιλολογικού Συλλόγου της Πόλης, που είτανε τότες να γίνη. Δεν έγινε
όμως κ' έτσι δεν έγινε μήτε τανάγνωσμά μου.

Όταν έφτασα στην Πόλη, ο Foy που εκεί καθότανε σε κείνα τα χρόνια,
μου είπε αμέσως πως η τούρκικη κυβέρνηση θα εμποδίση το Συνέδριο.
Στα Θεραπειά πάλε ο πρέσβης της Γερμανίας, κ. von Radowitz,
περπατούσε στο ριχτίμ· κ' έλεγε πως του κάκου ήρθαμε και δε θα δούμε
Συνέδριο. Μ' άλλα λόγια, το εμπόδισε όχι ο Σουλτάνος, που πρώτα είχε
δώσει την άδεια, μα ο φίλος μας ο Κάιζερος. Γιατί αφτό; Γιατί, όπως
είδαμε και στα 1897, ο Γουλιέλμος είχε την ιδέα που στα 1821 την
είχε η Εβρώπη όλη, η αφτοκρατορική και βασιλική Εβρώπη· ο νόμιμος ο
_ βασιλιάς _ είτανε για την Εβρώπη ο Σουλτάνος· οι Έλληνες είταν
επαναστάτες, κ' οι βασιλιάδες επανάσταση δε θέλανε. Μπορούσε να γίνη
κακό μάθημα για τους λαούς τους. Δε συλλογιούντανε διόλου πως ο
Τούρκος είτανε καταχτητής, μα κι αν το συλλογιούντανε, δεν τους
πείραζε, γιατί το ίδιο έκανε, αφού δεν είναι ο Τούρκος ο μόνος
καταχτητής, κι όπου βλέπουνε σηκωμό, θαρρούνε αμέσως πως θα
σηκωθούνε κ' οι χώρες που έχουν ίδιοι τους σκλαβωμένες. Η Κρήτη, στα
1897, του φάνηκε του Γουλιέλμου σα νάτανε κανένα Νησί άνομο, άσεβο
κι αθεόφοβο που πάει άξαφνα και πολεμάει, με ποιόνα; με το βασιλιά
του, πάει να πη με το Θεό. Από χρόνια, στην Τουρκιά, είχε συφέρο
λοιπόν η Γερμανία να κολακέβη τον Τούρκο, μα να μην αφίνη διόλου το
ρωμαίικο να παίρνη απάνω του. Κ' έτσι δεν άφησε μήτε τον ήσυχο και
τον καλό Σύλλογο να κάμη ταθώο του το Συνέδριο, που το χαίρουνταν
και το πρόσμεναν όλοι.

Δεν έβγαλα το λόγο μου κ' ίσως γλύτωσα τότες από κάμποσα που θάκουα
ο ίδιος, — μόνο που θάκουαν τη γλώσσα μου οι Πολίτες. Ωςτόσο δεν το
πιστέβω. Θυμώνουνε, σα με διαβάζουνε σαν τους τα διαβάζω, λένε πως
μιλώ σαν που μιλεί όλος ο κόσμος, γιατί δεν τα βλέπουνε τυπωμένα. Το
μάτι τους δε συνήθισε ακόμα· ταφτί τους εννοείται συνήθισε χρόνια
και χρόνια, αφού γλώσσα τους είναι.

Μα εγώ θαρρώ πως και να με διαβάζανε, πάλε δε θα γινότανε τόσο κακό,
γιατί στη μελέτη μου τη μικρούτσικη αφτή, προσπάθησα να κάμω κάτι
που μου φάνηκε κάπως περίεργο. Η γλώσσα όχι μόνο μορφωμένη δεν
είτανε τότες, μα κανένας ακόμα δεν την είχε γράψει για φιλολογικό,
καλλιτεχνικό, επιστημονικό σκοπό. Και γω βγήκα να τους μιλήσω μ' ένα
είδος ακαδημαϊκό ύφος, σα να γράφουνταν τάχατις αιώνες κ' αιώνες και
σα να είτανε πια συνήθεια να μιλή κανείς, να παίζη, να χαμογελάη, να
συζητά για τα πιο σπουδαία ταντικείμενα σ' αφτή μας τη γλώσσα, τη
δημοτική. Και τα χοντρά και τα πρωτάκουστα γι' αφτούς που τους
έλεγα, τους τάλεγα ήμερα κι απλά, σαν που θα τάλεγε κανένας σε μιαν
εβρωπαϊκή Ακαδημία, έτσι, με τρόπο, μήτε πολύ πολύ σοβαρά, μα μήτε
και πολύ πολύ στο ψιλό.

Δημοσίεψε ωςτόσο τη μελέτη μου ο _ Σύλλογος _, και θέλει δε θέλει,
βρίσκεται τώρα η δημοτική πολιτογραφημένη στα ιερά βιβλία του
Συλλόγου. Χαίρουμε πολύ, γιατί το πρώτο ποίημα που γράφηκε στη
δημοτική, γράφηκε στην Πόλη, ο _ Σπανίας. _ Θάτανε αδικία να μην
είχε κ' η σημερνή μας η δημοτική τη θέση που της αξίζει σ' ένα
πολίτικο περιοδικό, σ' ένα μάλιστα που ως τότε γράφουνταν η
καθαρέβουσα μόνη.

Δημοσιέφτηκε η μελέτη μου και χώρια, ύστερις από το Ταξίδι. Διώρθωσα
τα τυπογραφικά φύλλα, σα γύρισα στα Παρίσι. Την ξανατυπώνω σήμερις
χωρίς πολλά διορθώματα, μόλις με δυο τρεις αλλαγές πού και πού.
Παρακαλώ τον αναγνώστη να μην ξεχάση πως είναι το πρώτο μου και πως
ο ίδιος δεν έχω και τόσο μεγάλη ιδέα γι' αφτό μου το δοκίμιο· θα δη
και κάμποσα, μέσα, που τώρα δεν τα συνηθίζω πια. Τότες έλεγα _ που
_, τανυπόφορο το _ που _, εκεί που, κατόπι, και στο _ Ταξίδι _ το
ίδιο, έβαλα _ πως _. Έχω και κάτι _ αλλά _, για να πω το _ μα _ της
δημοτικής. Έγραφα τον αόριστο _ σώσετε _ αντίς _ σώσατε _. Είναι και
κάτι πολίτικα, σαν την αιτιατική _ με λέτε _ κτλ., που υστερώτερα
την έκαμα γενική όπως το συνηθίζουνε στην Αθήνα· _ μου λέτε _ κτλ.
Κάτι άλλους τύπους τους άφησα, για να δείξω και τον πόθο που είχαμε
από τότες να τα πούμε όλα στην καθάρια δημοτική. Ο τύπος _ τον
εμαφτό μου _ είναι πολύ σωστός, αν και παραδεχτήκαμε σήμερις τον _
εαφτό μου. _ Το πιο περίεργο είναι που στη μελέτη μου, ο _ Ρωμιός _
ονομάζεται πάντα _ Γραικός _. Ο _ Ρωμιός _, σε κείνα τα χρόνια, δε
χτυπούσε όμορφα σταφτί γράφοντας τα ρωμαίικα και μελετώντας την ψυχή
της Ρωμιοσόνης, καταλάβαμε πως έχει κι αφτός τα καλά του και το
μεγαλείο του.

Είναι βέβαιο που αν έγραφα σήμερα τη μελέτη μου, αλλιώς θα την
έγραφα ως και την εικόνα του ποταμού, στο τέλος της μελέτης, κάπως
θα τη συγύριζα. Τίποτις όμως δε θάλλαζα στις ιδέες· όσα έλεγα τότες
για τη γλώσσα, προσμένω ακόμα να μας αποδείξουν πως σωστά δεν είναι.
Τόσο πολύ θαρρώ μάλιστα πως από τότες είπα τα σπουδαιότερα, που
ξαναδιαβάζοντας τη μελέτη μου, απόρησα βλέποντας πως σ' ένα μου
άρθρο γαλλικό{29}, γραμμένο στα 1901, έβαλα κάμποσα που κι ο ίδιος
τα νόμιζα κ' οι άλλοι τα είπανε πως είτανε καινούρια, κι ωςτόσο θα
τα δούνε και στο πρώτο μου αφτό δοκίμιο, δηλαδή πως η διγλωσσία
είναι πράμα κοινό στους λαούς της Ανατολής, και πως ίσως από δάφτους
μας κόλλησε και μας το κακό. Όσα πάλι έγραψα για τα πολλά που έχουμε
να κάνουμε ώςπου μάθουμε τη δημοτική, για τη μέθοδο, για τα λεξικά,
για τη γραμματική που πρέπει να γίνη, για την επιστημονική και
σοβαρή μελέτη της δημοτικής, το ξέρω πολύ καλά πως από αφτά όλα,
τίποτις δεν έγινε ακόμη· μα σα γίνουν, αν τύχη και γίνουν ποτέ τους,
όπως το ελπίζω και τόχω μάλιστα για βέβαιο, θα γίνουνε με τον τρόπο
που προσπάθησα να δείξω εδώ. Εννοείται, κι ο ίδιος, μελετώντας
μερονυχτίς, πιστέβω νάμαθα τη γλώσσα μας κάπως καλήτερα παρά που την
ήξερα τότες. Έπρεπε να περάσουνε δεκαπέντε χρόνια ώςπου να καταλάβω
πως ο τίτλος _ Ιστoρικά και γλωσσολογικά ζητήματα_ είτανε ξενισμός,
και πως ρωμαίικα θα το πούμε δίχως ουσιαστικό κανένα, καθώς θα
τόλεγαν κ' οι αρχαίοι, δίχως αφερημένο κι αφτοί. _ Ιστορικά και
γλωσσολογικά _ να τα πούμε, μου φαίνεται πως φτάνει και πως τα λέει
όλα.

Στην αρχή και στο τέλος της μελέτης, άφησα το προοίμιο το γαλλικό
και τη γαλλική σημείωση, που δημοσιεφτήκανε τότες μαζί με τα
ρωμαίικα στο Σύλλογο. Είναι πάντα καλός _ οιωνός _ να φαίνουνται
αδερφωμένες η Γαλλία κ' η Ελλάδα.

27 του Τρυγητή, 1901.




QUESTIONS D'HISTOIRE ET DE LINGUISTIQUE

AVANT-PROPOS

Lorsque M. le Ministre de l'Instruction publique et des Beaux — Arts
voulut bien me confier une mission auprès du Congrès du Syllogue
philologique hellénique de Constantinople, qui devait avoir lieu en
septembre 1886, j'ai longtemps hésité sur la langue dont j'aurais à
me servir dans la communication que je me proposais de lire au
Congrès. Le français était tout indiqué, et, je dois faire ici cet
aveu, il m'eût été plus facile d'écrire cette courte étude en
français. Je ne l'ai cependant pas fait. Il me parut plus juste de
parler grec devant une assemblée grecque: c'était une marque de
sympathie de plus à donner au Syllogue. D'autre part, je voulus
rendre hommage à ma langue maternelle et je résolus d'écrire mon
discours en grec.

On voudra bien excuser l' audace de cette tentative, en faveur même
du sentiment qui l'a inspirée. J'ai rencontré auprès du Syllogue, et
particulièrement dans la personne de son honorable Président, tant
de bienveillance, on m'a témoigné tant d'amitié durant mon court
séjour à Constantinople, que j'ai appris à compter sur l'indulgence
de cette savante Compagnie et des amis qui m'ont reçu.

Mais je crains bien, hélas! de ne pas retrouver les mêmes
dispositions auprès d'un autre public. On me fera un crime d'une
chose pourtant naturelle: c'est d'avoir écrit, à l'heure où nous
vivons et pour des Grecs qui ne sont plus anciens, une langue
moderne comme nous tous et non pas une langue ancienne. Le Syllogue
n'est composé que des membres les plus éclairés de la société
grecque, et aucun d'eux ne croit plus sans doute, suivant un préjugé
bien démodé, que la langue populaire est une langue barbare.
D'autres sont, aujourd'hui encore, dans cette idée. 11 ne faut pas
s'en étonner outre mesure. Tout le monde n'est pas obligé d'être
grammairien, nul surtout n'est tenu d'être linguiste en naissant. Il
est tout naturel qu'on traite de bizarre ou d'anomal tel phénomène
phonétique ou morphologique dont on ne s'est pas suffisamment rendu
compte. Les hommes déclarent souvent absurde ce qu'ils ne
comprennent pas encore. Qu'on me permette de le dire, il y à encore
en Grèce, comme à Constantinople, bien des progrès à faire dans la
science du langage. Quand on en est réduit à juger d'un point en
litige sans connaissance de cause, on est bien obligé de formuler
des jugements _à priori_. Peu de nos compatriotes se sont
probablement demandé la façon dont a pu se former le nominatif
moderne πατέρας; j'ajoute que peu de nos compatriotes avaient à se
poser cette question, dont l'examen constitue le travail des
spécialistes. Cela n'empêche personne de décréter que πατέρας est
une forme incorrecte. Cette solution du problème parait, en effet,
plus commode. 11 est vrai qu'avant de se prononcer en semblable
matière, il serait peut-être plus sage de réfléchir. Nous pourrions
prier nos juges de vouloir bien se rendre compte, au préalable, ne
fût-ce que de la formation du paradigme ancien de πατήρ et de la
genèse du paradigme moderne. Leur avis, après cette courte étude,
aurait probablement plus de poids. Mais il ne faut pas exiger des
hommes la logique. Chacun dira son opinion, sans examen, et il n'y
aura même guère moyen de lui faire changer d'avis. Cet état de
choses tient à des causes purement historiques: les études
grammaticales étant encore trop peu avancées en Grèce, il fallait
s'attendre à voir surgir au hasard toutes les opinions.

Je ne veux pas insister sur ce point. Mais on en arrive parfois à de
singulières contradictions! La forme ancienne est rétablie presque
toujours au détriment de la forme moderne normale. Ainsi au lieu de
έτοιμη, on dira ετοίμη (η τράπεζα είναι ετοίμη), au lieu de
καταλαβαίνω, καταλαμβάνω, et εμβαίνω au lieu de μπαίνω. Or, il se
trouve que μπαίνω (bèno) est une prononciation plus ancienne que
εμβαίνω et que cette forme constitue, au point de vue phonétique,
une violation de règle élémentaire pour le grec ancien aussi bien
que pour le grec moderne {31}: elle est incorrecte de toutes façons.
Ετοίμη ne contrarie pas moins l'accentuation ancienne elle- même qui
veut qu'on recule l'accent, toutes les fois que la quantité le
permet et on sait que le η de ετοίμη est aujourd'hui devenu bref.
Έτοιμη est donc aussi légitime aujourd'hui que l'était έτοιμoς dans
l'ancienne langue; la règle est la même: elle ne varie que dans son
application. En disant ετοίμη, nous faisons la même faute
qu'auraient faite les anciens, si, par exemple, ils avaient prononcé
εδιδόσο, διδόμαι, etc.: loin de nous conformer à leur exemple, nous
leur mettons une erreur sur les lèvres, sans compter que le grec
ancien disait plutôt έτοιμος au féminin. Καταλαμβάνω, à cause de la
combinaison moderne _ μβ _, est tout aussi choquant que εμβαίνω
{31a}. On ne s'aperçoit pas beaucoup de ces anomalies qui, pour un
helléniste, ont quelque chose de déconcertant, et l'on prend
volontiers pour le fond ce qui n'est que l'innocente apparence: on
juge d'après ce qu'on voit imprimé sur le papier et il est toujours
plus facile de se conformer à la lettre qu' à l'esprit. Ετοίμη,
καταλαμβάνω, εμβαίνω ont dans les livres un air d'antiquité et il
reste convenu que les formes anciennes seules sont les formes
nobles.

Voila un principe qu'il serait peut-être dangereux de proclamer trop
haut! On laisserait croire que la noblesse, c'est la forme, non le
fond. Des gens malintentionnés nous prendraient au mot et pourraient
prétendre qu'on se rejette sur le canon grammatical, à défaut
d'idées. Hélas! si le fait d'écrire la langue ancienne pouvait nous
assurer du même coup que nous n'aurions à exprimer que des pensées
élevées et que de beaux sentiments, ce serait une joie pour le
monde. Tous les peuples renonceraient à leur propre langue pour se
consacrer à l'usage des formes anciennes. Le français serait bien
vite abandonné. Y a-t-il, en effet, des langues plus incorrectes,
formées de plus de fautes que le français, que l'allemand, que
l'anglais, que toutes les langues modernes? Si la perfection avait
dû être cherchée dans l'imitation des types classiques, Voltaire
aurait certainement écrit _ Candide _ en grec et Gœthe aurait
composé son _ Faust _ en hexamètres dactyliques. Mais je crains
qu'il ne faille encore d'autres qualités pour former l'écrivain. La
connaissance de la grammaire ne lui suffit pas. Il lui faut d'abord
une forte conviction, une pensée toujours sérieuse; il lui faut
l'originalité de l'expression et la nouveauté de l'esprit.
L'important, c'est d'avoir quelque chose à dire: la façon de le dire
vient d'elle-même. L'amour de la vérité devient le but dominant;
l'idée porte en elle son expression. Il faut aussi que l'écrivain
sache plaire. Il lui est défendu d'être ennuyeux. L'exposition sèche
et nue ne lui convient pas davantage. Qu'il y mette un peu de son
âme. Une légère ironie, un certain enjouement ne dépareront jamais
le discours le plus sévère. Combien on doit se garder d'énoncer d'un
ton d'oracle les vérités même les plus transcendantes! Un artiste
évitera jusqu'aux mots recherchés, jusqu'aux termes un peu rares,
qui ne sont pas dans le domaine commun. C'est avec les mots les plus
connus, les plus vulgaires, qu'il bâtira son œuvre. L'affectation
lui fait horreur, parce qu’elle exclut la précision. La vertu la
plus difficile chez l'écrivain, est par-dessus tout la teneur
toujours égale, toujours soutenue du style, la constance de l'effort
artistique. Les défaillances sont interdites. Tout doit sortir d'un
seul jet, avec une continuité perpétuellement variée par la justesse
inattendue de l'expression et la richesse d'un fonds inépuisé. C'est
la ce qui fait la véritable noblesse d'une langue littéraire. Mais,
_à priori_, toutes ces qualités peuvent se rencontrer aussi bien
dans la langue moderne que dans l'ancienne, puisqu'elles tiennent à
l'homme même. Le principe fondamental, est d'être compris. Un grand
écrivain parlera toujours pour le monde entier. Il y a d'ailleurs un
criterium très sur et d'application bien commode, pour juger des
meilleures œuvres: dans l'ordre des productions de l'esprit, ce que
comprennent sans effort les femmes les plus simples, peut être, sans
autre examen, déclare excellent{32}. Ce qu'elles ne comprennent pas
est inférieur. C'est là le principe, on peut le dire, qui à fondé la
littérature française; c'est par là qu'elle est arrivée à cette
qualité essentielle: la précision.

Il ne faut pas non plus confondre la langue et le style: c'est une
distinction que j'ai essayé d'établir ailleurs{33} et qui me semble
avoir la plus grande importance. De la confusion entre la langue et
le style résulte, à mon sens, le malentendu qui est au fond de
toutes les discussions sur la langue moderne. Un des arguments les
plus fréquemment invoqués en faveur de l'usage de la langue ancienne
consiste à dire: «Nous soutiendrez-vous que Racine ou que Gœthe
parlaient la langue du peuple?» Sans doute. Je pense que cela n'a
jamais été mis en question. Il y a là une nuance qui parait
insignifiante et qui est des plus profondes. Assurément, Racine ne
parlait pas en vers _ comme _ le peuple, mais c'est bien _ la langue
du peuple _ qu'il écrivait. Je ne crois pas que le faubourien se
serve journellement d'un style aussi solennel que celui d'Athalie:

 Oui, je viens dans son temple adorer l'Éternel!

Mais chacun de ces mots est _ populaire _ encore aujourd'hui. On
objectera peut-être que ce n'est pas communément l'usage d'appeler
Dieu l'Éternel. C'est encore là un détail de style. Le mot _ éternel
_ se retrouve dans le langage le plus familier, qui crée même la
forme _ sempiternel _: un sempiternel bavard {34}. On sait, en
revanche, que ce n'est pas ce qui se passe en grec: la comparaison
cesse par conséquent d'être exacte. En grec, c'est le contraire du
français qui à lieu: on parle la plupart du temps _comme_ le peuple;
mais ce n'est pas de la _langue_ du peuple qu'on se sert. Si je veux
exprimer cette idée fort simple: _ ma fille est malade, _ je dirai:
η κόρη μου είναι άρρωστη. D'autre part, si je dis: η θυγάτηρ μου
ασθενεί, je ne parle plus la _ langue _ du peuple, cela est certain;
mais je n'exprime pas pour cela une idée d'ordre plus relevé: je
parle _ comme _ le peuple dans une autre _ langue _.

Cette confusion entre la langue et le style n'est pourtant pas la
raison unique du mépris dans lequel certaines personnes tiennent la
langue moderne. Je ne crois pas davantage qu'il y ait dans le
purisme, comme on le prétend quelquefois, un vain désir de paraître,
de faire étalage de savoir, ni que l'emploi des formes anciennes
repose en dernière analyse sur un sentiment de vanité ou d'orgueil.
Quel mérite y aurait-il à montrer qu'on sait décliner et conjuguer
suivant un paradigme, que tout le monde peut trouver dans sa
grammaire? Ce n'est pas là une connaissance bien difficile à
acquérir et, de mon temps du moins, tous nos élèves de quatrième
étaient arrivés à ce degré de culture. Je crois que la raison de ce
mépris est à la fois plus simple et plus profonde: c'est une pure
question de vocabulaire.

Lorsque les études linguistiques ne sont pas encore très avancées,
ce qui frappe avant tout dans une langue, ce sont les mots: on croit
volontiers que ce qui caractérise principalement une langue, ce qui
la distingue d'une autre, c'est le vocabulaire, C'est pourquoi, et
cette observation a déjà été faite plusieurs fois, la linguistique
commence partout avec l' étymologie. La meilleure illustration de ce
fait, ce sont les auteurs anciens, tant latins que grecs. Ils ne
voyaient rien au delà de l' étymologie, je parle surtout des époques
classiques; ils ne saisissaient pas la véritable nature du langage.
Mais le vocabulaire est chose complètement secondaire et rentre
aujourd'hui tout à fait au second plan. On ne s'occupe plus d'
étymologie, que lorsque l'on a établi sur des bases solides la
grammaire d'une langue. On a compris que ce qui caractérise une
langue, ce ne sont pas les mots, c'est le système grammatical tout
entier, ce sont, entre autres, les désinences dans la conjugaison
des verbes ou la déclinaison des substantifs. Une langue peut être
uniquement composée de mots étrangers, même de mots appartenant à
d'autres familles de langues, sans pour cela perdre son caractère
distinctif. Il y à même plus; c'est parfois aux mots étrangers que
se reconnait le plus sûrement la continuité d'un système grammatical
en vigueur depuis des siècles: le grec moderne en est un exemple
bien remarquable. En effet, tout mot étranger qui entre aujourd'hui
dans le français, y entre tel quel, sans subir aucune modification
de désinence, parce que les Français ont perdu tout sentiment des
flexions casuelles. En grec, au contraire, encore de nos jours, tout
mot étranger doit forcément se modeler sur le patron des flexions
existantes. Prenons le mot _ café _; en grec on déclinera ο καφέ-ς,
pluriel οι καφέ-δ- ες: une forme ο καφέ, οι καφέ serait absolument
inouïe: elle ne peut pas se produire. Même règle pour les féminins:
on dira η κουβέντα, της κουβέντας. Ce ς du génitif est tout à fait
frappant. C'est le même ς que nous avons dans ο λόγο-ς, οι πατέρε-ς,
της μούση-ς. Ainsi les mots étrangers nous prouvent ici de la façon
la plus évidente la persistance de la langue ancienne et de son
système grammatical.

Un observateur superficiel ne reconnait pas facilement ce principe.
Il s'irrite de voir des _racines_ étrangères; il ne sait pas qu'ici
comme partout ailleurs l'esprit seul compte et que la lettre n'est
rien. Seulement, quand il s'agit de séparer un radical de sa
désinence et de considérer ces deux éléments indépendamment l'un de
l'autre, il y a déjà à faire un petit travail d'abstraction bien
simple, qui parait difficile au premier abord. C'est pourquoi
plusieurs personnes traitent le grec moderne de langue bâtarde,
corrompue, souillée de xénismes. Elles disent: ce n'est pas une
langue! Elles entendent par là que ce n'est pas une langue
originale, parce qu'elle est _ remplie _ d'éléments étrangers. Il
reste d'ailleurs bien entendu que la classification méthodique de
ces éléments n'a jamais été tentée et qu'on en parle un peu au
hasard. Ils sont fort peu nombreux; mais fussent-ils à compter par
milliers, la langue n'en serait pas pour cela devenue étrangère: au
contraire, elle aura prouvé sa vitalité de la façon la plus
inattendue. Qu'on ne me reproche pas d'insister ici sur des vérités
trop évidentes. J'ai vu plusieurs personnes s'arrêter surtout aux
mots étrangers: c'est ce qui les choque le plus. Les mots les
frappent, parce qu'en effet c'est ce qu'il y a de plus facilement
observable. C'est la surface de la langue. En soi-même, le
vocabulaire est d'une importance qui, pour l'analyse scientifique,
se réduit proprement à zéro.

En revanche, on croit très naïvement qu'écrire la langue moderne
revient à se servir uniquement du vocabulaire populaire. Cet axiome
est soutenu avec sérieux par plusieurs bons esprits. Rien n'est plus
faux. Ceux qui veulent introduire la langue moderne dans l'usage
courant, n'ont jamais soutenu autre chose que ce principe
rudimentaire: respecter le système grammatical moderne et n'y pas
faire passer tout crûment les déclinaisons ou les conjugaisons de
l'ancienne langue; en effet, ce serait créer un mélange des plus
disparates dans l'emploi des formes. Personne n'a raisonnablement
prétendu ni même songé à prétendre qu'il ne fallait pas recourir,
dans tous les cas où un mot ancien n'avait pas d'équivalent moderne,
aux richesses que met entre nos mains la lexicologie de la vieille
langue. Si un écrivain est amené à se servir, à côté de mots comme
μάτι, σπίτι, άντρας, λόγος, d'une expression telle que παλαίφατος,
par exemple, il ne cessera pas d'écrire en langue moderne. Un
critique a vivement reproché à Solomos d'avoir employé, dans une
pièce célèbre, le mot κόμη, _ chevelure _: και στην κόμη στεφάνι
φορεί. Le même critique prend texte de ce vers pour déclarer que la
langue moderne ne saurait guère devenir une langue littéraire, et
pour nous apprendre que l'indigence du vocabulaire populaire ne peut
suffire à l'expression des mille nuances de la pensée. C'est
là assurément une glorieuse découverte! Mais elle n'avait pas besoin
d'être faite: personne ne l'ignorait. La seule chose à faire, dans
l'espèce, eut été de rechercher si, en disant κόμη à l'accusatif, le
poète s'était servi de la forme ancienne κόμην ou de la forme
moderne κόμη. Du moment qu'il s'est arrêté à cette dernière, tout
débat est clos et la critique reste sans objet.

En ce qui concerne les emprunts mêmes qu'on peut faire au lexique
ancien, nous pouvons reconnaître deux catégories de mots. Nous avons
d'abord des termes comme άτομος, je suppose, qui ne contrarient en
rien ni la phonétique ni la morphologie modernes. Ceux-là, on
pourrait les employer par milliers, qu'on ne romprait pas le système
grammatical de la langue vivante{35}. L'emploi des mots de ce genre
dépend uniquement des exigences du style. Mais il y a aussi les mots
qui se trouvent en opposition directe avec les lois phonétiques ou
morphologiques actuelles. Les mots qui sont dans ce cas, quand ils
sont indispensables à l'expression d'une idée, n'en ont pas moins le
droit de passer dans le vocabulaire courant, sous condition expresse
de revêtir les flexions de la langue vivante: η κλίσις, της κλίσεως
ne peut guère se décliner autrement que η κλίση, της κλίσης, du
moment qu'on a l'intention de se servir de la langue _ moderne. _
S'il fallait relever en français tous les mots du vocabulaire qui
rentrent dans cette catégorie, c'est-a-dire qui ont pénétré dans la
langue par voie savante et non par voie populaire, on en serait
réduit à copier la moitié du dictionnaire de l'Académie. Le peuple
ne connait certainement pas des termes tels que nominatif,
phonétique, syntaxe, impératif catégorique, etc., etc. Ceux qui
emploient ces mots, par écrit ou dans la conversation, parlent
toujours français.

On doit même aller beaucoup plus loin dans cette voie. Les mots
savants contrarient souvent en français la phonétique, non pas
seulement de l'époque de la formation du français, comme le mot _
livre _ (au lieu de _ loivre _, qui eût été la forme régulière),
mais encore la phonétique courante. Tel est, par exemple, le mot _
substantif _. Il faut néanmoins remarquer que le français en cas
pareil ne dira pas _ substantivum _ ou _ substantivus _; il modèlera
la désinence du mot latin sur la désinence populaire et depuis
longtemps reçue _ if _ pour _ ivus, _ comme eût fait en grec la
langue littéraire, si, au lieu de persister à écrire βασιλεύς, forme
qui n'est ni ancienne{36} ni moderne, elle avait simplement consenti
à dire _ βασιλιάς _ ou même βασιλέας. Mais tous les termes du
vocabulaire ancien, dont nous avons besoin aujourd'hui, ne sauraient
être, en passant dans le grec moderne, d'une morphologie aussi
facile ni aussi simple que βασιλέας ou βασιλιάς. Le mot ουσία, qui
est un mot bien nécessaire, comme tant d'autres termes abstraits, ne
serait grammaticalement correct que sous la forme σιά, ou tout au
moins ουσιά. Néanmoins, cette forme aurait un grand inconvénient:
elle serait incompréhensible. En pareil cas, on ne peut donc guère
toucher à la phonétique; mais la morphologie subira nécessairement
toutes les modifications exigées par les règles de la grammaire
moderne et se moulera sur les paradigmes existants: on déclinera την
ουσία, οι ουσίες, parce que le peuple, s'il venait à se servir de ce
mot, le déclinerait ainsi. D'autre part, la flexion et le terme
seraient sous ce nouvel aspect compris de tout le monde. Ecrire une
langue moderne, c'est se conformer à l'ensemble du système
grammatical de la langue populaire, c'est-a-dire de la langue
vivante.

La règle dominante, en pareille occurrence, est d'être clair. Le mot
emprunté se plie autant que possible aux exigences actuelles de la
langue. C'est pour lui le seul moyen de devenir populaire. Si le
peuple vient à apprendre un mot tel que άτομος, il n'y changera
jamais rien: il le laissera subsister tel quel. Au contraire, il ne
pourra jamais admettre une forme comme βασιλεύς, parce que celle-ci
est devenue de nos jours une forme complètement anomale: il peut la
répéter sur le moment même où il l'entend, mais il ne sera pas long
à la rejeter. La langue savante ne tient pas compte de cet état de
choses, parce qu'elle opère sans la connaissance et sans la prise en
considération des règles grammaticales modernes: malheureusement,
quelque ardeur qu'on y mette, on ne pourra pas aller contre ces
règles: elles sont historiques; elles ont donc leur raison d'être en
dehors de notre volonté. Nous sommes tout aussi impuissants à
détruire ces règles et à nier la réalité de la grammaire populaire,
que nous sommes impuissants à vivre en un autre siècle que celui ou
nous sommes nés.

Nous sommes donc bien obligés de compter avec ces règles et de les
enfreindre dans la mesure seulement où elles peuvent être tournées.
Nous n'avons ici qu'a suivre l'exemple de toutes les langues
modernes, dont le vocabulaire s'est toujours trouvé en défaut et
s'est vu forcé de puiser dans un vocabulaire ancien. Les mots
anciens ont toujours subi une transformation préparatoire qui les
rhabillait en quelque sorte à la mode du temps. Mais la question de
vocabulaire importe si peu en elle-même, que plusieurs mots
d'origine uniquement savante ont pu passer dans le français le plus
populaire, dès l'instant où ils ne violaient pas la grammaire
vivante. Le mot _idée_ en est l'exemple le plus frappant. Le gamin
de Paris, quand il se frappe le front en disant: _Idée!_ ne parle
pas une langue ancienne ou étrangère. Idée est aujourd'hui un mot
français.

Disons plus. Un écrivain peut avoir à se servir, dans ces
conditions, d'un mot rare ou appartenant uniquement à la langue
poétique ancienne, quant il s'agit d'un effet particulier à
produire. C'est affaire de style. Des mots comme δίος{37} peuvent
devenir nécessaires à un certain moment, suivant la couleur que l'on
veut donner à sa pensée, et c'est de cette façon que Solomos n'a pas
craint d'appeler κόμη une chevelure. Ces emprunts ne rompent en rien
l'unité de la langue moderne. La seule mesure en pareil cas. c'est
le talent de l'écrivain et les besoins de sa pensée.

Toute langue littéraire s'est vue forcée à un moment, donne
d'enrichir son vocabulaire. Le grec, à sa plus belle époque, n'a pas
échappé à cette loi générale. A mesure que l'esprit humain se
développe, que ses connaissances s'étendent et que les nuances de la
pensée se multiplient, l'écrivain s'ingénie à trouver des termes qui
serviront, soit à désigner un objet jusqu'alors inconnu, soit à
rendre d'une façon plus précise les mille aspects du monde
intellectuel et moral. On peut maintenant se demander comment s'y
prenaient les langues anciennes elles-mêmes quand elles se
trouvaient dans l'obligation d'employer des mots encore absents du
vocabulaire et nécessaires à l'expression d'idées nouvelles.
Plusieurs personnes se font à ce sujet les représentations les plus
fausses: elles croient très sérieusement que Platon ou Thucydide
créaient et mettaient en circulation des formes grammaticales de
leur invention. Il n'y à pas d'opinion plus contraire à la vérité
historique. Thucydide et Platon n'ont jamais rien _ inventé. _ Les
mots nouveaux dans le grec ancien se formaient à l'aide de
désinences, de propositions, comme dans les verbes composés, et
surtout de suffixes _ déjà existants _ dans la langue parlée, c'est-
a-dire dans la langue _ populaire _ et dont celle-ci fournissait
seule le modèle. Thucydide, par exemple, emploie pour la première
fois les substantifs τολμητής, κινδυνευτής, εικαστής, etc., etc.
(voyez Thucydide, par A. Croiset, Paris, 1886, p. 111). Mais les
éléments mêmes dont ces substantifs sont formés, se trouvaient déjà
dans la langue bien avant Thucydide, puisqu'ils sont antérieurs même
à l'époque où le grec s'est séparé des langues indo-européennes
congénères et a vécu d'une vie indépendante. Le suffixe -τα-,
servant à designer les noms d'agents, est plus vieux qu'Homère et
que tous les Hellènes. Quand Thucydide disait τολμη- τής, etc., il
prenait tout simplement ce suffice -τα-, (en ionien et attique -τη-)
dans les substantifs tels que ποι-η-τή-ς, νικ-η- τή-ς, etc., etc.

Plus tard, de ces formations et d'autres semblables comme δεσ-μώ-τη-
ς, πολ-ί-τη-ς, etc., etc., se sont détachés de nouveaux suffixes -
ήτη-, - ώτη-, -ίτη-, que les anciens ont formés _par erreur_, parce
que dans δεσμώτης et πολίτης ils ne reconnaissaient plus le vieux
suffixe -τα-, - τη, et qu'ils croyaient avoir affaire à un suffixe -
ώτι-, -ίτη-, qu'ils séparaient de πολ-ίτη-ς, δεσμ-ώτη-ς, au lieu d'y
sentir la composition primitive πολ-ί-τη-ς, δεσμ-ώ-τη-ς, etc. C'est
ainsi qu'ils ont pu dire, contre toute étymologie et contre toute
règle, οδίτης, στρατιώτης, νησιώτης, etc., etc., etc. Les écrivains
grecs n'ont jamais inventé ni crée de toutes pièces aucune forme
grammaticale nouvelle; ils ont toujours opèré sur les formes
grammaticales existantes. Ce travail se faisait par le peuple et
d'une façon _ inconsciente; _ c'étaient aussi quelquefois les
écrivains, comme nous venons de le voir pour Thucydide, qui
puisaient dans le vieux fond de la langue. Mais les écrivains eux-
mêmes suivaient absolument les voies de l'analogie populaire. Peuple
et écrivains agissaient exactement de la même manière que l'on agit
aujourd'hui, soit en français, quand on dit _ os-eur, _ sur _ os-er,
_ d'après le modèle fourni par la corrélation qui s'observe entre _
penseur _ et _ penser _; soit en grec moderne, quand on étend ce
même suffixe -ώτη-, demeure toujours vivant dans la langue, à des
substantifs tels que Χιώτης, etc., etc. Les anciens, s'ils étaient à
notre place, n'auraient jamais pu dire Χίος ni recourir à une
formation de ce genre: le mot et la forme ont disparu de la langue
vivante de nos jours, et les anciens n'ont jamais pris leurs modèles
que dans la langue vivante, par la simple raison qu'ils n'avaient
pas de _ grammaires _ pouvant les renseigner sur les formes tombées
hors d'usage, de leur temps. Il ne faut jamais perdre de vue cette
vérité, il ne faut jamais oublier, quand on raisonne sur la langue
ancienne, que celle-ci est de _ formation purement populaire. _
C'est pour avoir méconnu ce principe élémentaire et devenu presque
banal à l'heure qu'il est, qu'on s'est mépris si souvent sur le
caractère et sur la valeur de la langue moderne{38}.

J'ai essayé d'exposer tout au long quelques-unes des observations
qui précédent dans le dernier chapitre des _Essais_ de grammaire
historique. S'il m'est permis de parler même du morceau que j'offre
aujourd'hui au Syllogue, j'ai fait mon possible pour conformer la
langue de ce discours à des principes qui ne me sont pas
particuliers, mais aux principes généraux suivis dans toutes les
langues modernes. Je prierai donc toutes les personnes qui voudront
bien me faire des critiques au sujet de cette étude, de se reporter
à mes _Essais de grammaire_, car je crois bien y avoir dit tout ce
que je pense en matière de langue littéraire: je m'y suis également
efforcé de répondre d'avance aux objections courantes. Je prendrai
la liberté de prévenir le public d'une autre difficulté qu'il
rencontrera dans le cours de cette lecture. Ce n'est pas ici le lieu
et je n'ai guère le temps de développer cette thèse{39}. Mais deux
mots suffiront. On peut observer, — et cette observation s'applique
à tous les pays et à toutes les langues du monde, — que toutes les
fois qu'une langue parlée n'est pas écrite, n'est pas fixée sur le
papier de manière à frapper les yeux, il se produit deux phénomènes
curieux: d'abord, on ne reconnait plus les formes usuelles, qu'on
emploie journellement soi-même, des qu'on les voit imprimées.
D'autre part, peu de gens se rendent compte de la façon dont ils
parlent et il arrive à bien des personnes de nier l'existence de
telle forme, qu'elles viennent de jeter dans la conversation cinq
minutes auparavant. En général, on fait comme le bourgeois
gentilhomme, de la phonétique sans le savoir.

Cela tient à ce que l'observation par les yeux est plus à portée de
nos sens, tandis que l'observation par l'oreille est chose d'infinie
délicatesse et demande un exercice constant, et, si je puis dire, un
dressage spécial. J'ai eu souvent l'occasion d'en faire la remarque
durant mon voyage. Un ami me soutenait un jour de la meilleure foi
du monde que la forme σχωρνώ (συγχορέω-ώ) n'existait pas, tandis que
non seulement elle existe, mais que, d'après ce que nous savons
aujourd'hui des lois phonétiques de la langue moderne, cette forme
doit forcement exister et qu'elle existe par le fait. Il est facile
de comprendre cependant que le public, qui ne se rend pas compte de
la légitimité de cette forme et qui ne s'est pas attachè à suivre
les degrés intermédiaires par lesquels συγχωρώ doit fatalement
aboutir à σχωρνώ, nie l'existence de ce verbe. 11 serait encore plus
surpris, si on lui disait que σχωρνώ lui-même arrivera par la force
des choses à σκωρνώ, à moins que cette forme ne se soit déjà
produite dans quelque pays grec, ce qui est fort à présumer.

Durant mon court séjour en Orient, je me suis livré à ce sujet à une
série d'expériences qui m'ont souvent beaucoup amusé. Comme les
voyages d'exploration scientifique ne me sont pas toujours
loisibles, j'en suis réduit bien des fois à conjecturer l'existence
de telle forme que souvent je n'ai pas encore eu l'occasion de
recueillir de mes propres oreilles, me réservant de la vérifier sur
place. Je m'étais dit, entre autres, que φκαριστώ (ευχαριστώ) devait
se dire à coup sûr à Constantinople. Cependant, toutes les fois que
j'interrogeais directement une personne sur cette forme, elle me
répondait négativement, par l'unique raison que cette forme lui
semblait bizarre: elle lui semblait bizarre, parce qu'elle ne
l'avait jamais vue _écrite_. J'ai eu un jour le bonheur d'entendre
dire ce verbe φκαριστώ, devant l'ami même qui se refusait à en
admettre la possibilité. Il était pourtant facile de prévoir
φκαριστώ, par le seul examen d'autres lois phonétiques, d'ailleurs
fort simples, qui rendent cette forme nécessaire. Mais je ne veux
pas chercher très loin mes exemples. Nous étonnerons beaucoup de nos
compatriotes en leur apprenant que tout le monde prononce καλόζ
δούλος et non pas καλός δούλος. Rien n'est plus vrai cependant. Ce
qui serait extraordinaire, ce serait d'entendre dire καλός δούλος.
C'est pourtant ainsi que les mots sont imprimés sur le papier: ce ζ
parait une véritable monstruosité, tant est fort le respect
superstitieux de l'écriture. Ajoutons que l'on considère en soi-même
et indépendamment d'autres phénomènes phonétiques, la combinaison
καλός δούλος; on ne sait pas que le ς se prononcera de la même façon
devant γ, β, μ, ν, ρ, λ (ainsi que devant g, d, b), parce que tous
ces phonèmes sont des _sonores_ et que par conséquent ils attirent
la sonore ζ, σ étant une _ sourde _; qu'en revanche devant κ, π, τ,
qui sont des sourdes, on n'entendra jamais autre chose qu'un ς
(καλός κόπος) et que même — tant la phonétique populaire est
délicate et conséquente avec elle-même — devant χ, θ, φ, le σ final
du mot précédent se fera à peine percevoir, par la simple raison que
la combinaison de deux spirantes sourdes est antipathique à la
physiologie de la langue moderne. Comme ces détails échappent
nécessairement à la plupart, le ζ au lieu du ς surprend; on n'en
comprend pas la légitimité et on ne l'admet pas. Si on considérait
ce groupe de consonnes en corrélation avec les phénomènes
congénères, la combinaison ζδ paraitrait toute naturelle: il
deviendrait même évident que toute autre combinaison serait fautive
et, par conséquent, impossible.

C'est que tout se tient dans le langage: un mot suffit souvent pour
la déduction en linguistique, parce qu'un seul phénomène révèle à
lui seul la présence d'autres phénomènes connexes. De la seule
prononciation πάντα, par exemple (_ panda _, non _ panta _; la _
sourde _ τ se change en sonore d, sous l'influence du ν qui est _
sonore _ ), on peut conjecturer en toute sûreté l'existence d'une
quantité d'autres prononciations, qui au premier abord ne paraissent
avoir aucun rapport avec le mot πάντα, telles que σβήνω (ζβήνω et
non σβ.), βγαίνω (εκβαίνω), γδύνω, etc., toujours en vertu de cette
loi de l'attraction des sonores, qui éclate dans _ panda _; à l'aide
de quelques indices seulement, on peut presque reconstruire tout le
système d'une langue ou d'un dialecte. En revanche, un linguiste se
persuadera facilement qu'une langue, où l'on entend la prononciation
πάντα _ (panda) _, ne peut guère souffrir des combinaisons de
consonnes telles que εκβαίνω, εκδίκησις, ενθυμούμαι, etc., etc., où
la loi de l'attraction des sonores est violée. Du premier coup, le
linguiste comprendra que ce sont là des prononciations factices.

Aussi, tant qu'une prononciation _ panda _ restera dans quelque coin
de la Grèce que ce soit, il sera impossible de faire croire au monde
que le grec ancien n'a pas changé, justement parce que ce _ panda _
à lui tout seul suppose des phénomènes analogues. Je me permets de
signaler le fait aux personnes qui introduisent dans un style, du
reste rempli de formes anciennes, ces particules να, θα, δεν, με
(μετά), εδώ. N'y eut-il dans la langue littéraire que ces particules
seules, dût-on expulser toutes les autres formes modernes, celles-là
suffiront aux philologues futurs pour reconstituer la langue
populaire de nos jours. Les formes en apparence les plus éloignées
se commandent: ces petits mots θα, δεν, να, montrent abondamment à
des yeux exercés que la langue à subi une transformation radicale.
Du moment qu'on donne accueil à ces formes-là, rien ne sert de
rejeter dans l'ombre et de dissimuler des phénomènes tels que ξέρω,
ακόμη, καταλαβαίνω, έτσι, etc., etc. Ceux-ci ne supposent pas des
transformations moins foncières que celles qui ont amène θα pour
θέλω ίνα. D'ailleurs, même si on parvenait à refouler ces formes, la
prononciation moderne resterait toujours, comme dans _ panda _. Or,
la prononciation à elle seule serait un guide des plus sûrs dans
cette voie de reconstruction de la langue populaire, si tant est que
celle-ci puisse jamais disparaître.

Mais, en réalité, il n'est guère possible qu'elle disparaisse. On ne
sait pas très bien à quoi l'on s'attaque, quand on parle de ramener
la langue ancienne et de faire oublier _graduellement_ la langue
moderne. Les difficultés apparaitraient innombrables, si, au lieu de
faire ce rêve d'une façon vague et trop générale, on voulait entrer
dans le détail. Prenons deux exemples, pour fixer les idées. Le δ
est devenu aujourd'hui une spirante (ημίφωνο) et n'est plus une
explosive (άφωνο). Cette transformation en amène une autre: ν ne
peut plus subsister devant δ spirante, de même qu'en grec ancien il
ne subsiste pas devant σ spirante: il tombe ou s'assimile, ce qui,
pour le principe, revient au même. C'est pourquoi on dit aujourd'hui
το δούλο, non τον δουλον, δε δίνω, non δεν δίνω, etc., etc.: dans
l'intérieur du mot, en revanche, l'ancienne explosive s'est
maintenue, parce qu'elle était protégée par le ν, qui en était
inséparable: aussi prononçons nous άντρας, έντεκα, etc., etc. Cette
prononciation vient directement de l'antiquité, transmise de bouche
en bouche par voie populaire. Or, au lieu de άντρας, το δούλο, on
cherche à introduire les prononciations savantes ένδεκα, τον δούλον.
Cela est impossible. Le peuple, s'il apprend à dire ένδεκα pour
έντεκα, ne pourra jamais en faire autre chose que έδεκα, en laissant
régulièrement tomber le ν, comme dans το δούλο. Ainsi, au lieu de
ramener l'ancien grec, on détruira au contraire la forme ancienne
heureusement conservée dans έντεκα. Pour réussir dans une pareille
entreprise, il faudrait rendre au δ sa valeur d'explosive, c'est-a-
dire aller contre les faits accomplis. La tentative échouera donc
forcément, puisqu'il est impossible de changer les conditions
physiologiques où la langue se développe aujourd'hui et de
promulguer un décret, suivant lequel tout δ devra cesser d'être
spirante dans tout pays parlant grec.

Le second exemple est d'ordre morphologique: il nous est, fourni par
les nominatifs modernes ράχη, πόλη, βρύση, qui doivent leur
existence à la coïncidence phonétique des désinences -ιν et-ην;
celles-ci, à une certaine époque, se sont prononcées -in l'une et
l'autre: voila pourquoi, sur le modèle de μνήμην, μνήμη, et de
nombreux substantifs de cette catégorie, on a décliné πόλην, πόλη
(phonétiquement: mnimin = polin, d'où poli = mnimi). Le peuple
refera perpétuellement le même travail, parce que le changement de
déclinaison est commandé par la nature même des choses. Πόλις ne
pourraît reprendre place dans la langue vivante, je veux dire être
communément employé dans tout pays parlant, grec, que si la
distinction entre πόλιν et μνήμην était toujours maintenue à
l'accusatif. Mais ce serait encore aller contre l'histoire et contre
la nature que chercher à rétablir cette distinction. On est toujours
impuissant contre le fait accompli. Ici ce sont les conditions
psychologiques nouvelles qui sont impossibles à modifier: on n'a pas
plus de prise sur l'analogie que sur l'âme humaine.

Ce à quoi il faut surtout veiller, c'est à ne pas gâter la langue du
peuple par des efforts mal dirigés; ces efforts ne peuvent aboutir
qu'à la formation de types hybrides tels que έδεκα et bien d'autres.
La liste en serait longue et j'ai essayé d'en donner quelques
exemples dans le discours qu'on va lire. Personne en Grèce ou dans
l'Orient grec, n'a certainement le désir d'entraver le développement
d'une langue nationale ni de provoquer la création d'une langue
informe, sans unité et sans règles. C'est pourtant à quoi l'on
marche, sans s'en apercevoir. Les intentions peuvent être
excellentes; la voie qu'on suit n'est pas la bonne. Les théories ont
beau être séduisantes et tenter beaucoup d'esprits: il importe de
descendre de ces hauteurs pour envisager de sang froid la réalité
des choses. Il y a, dans ces tentatives constantes de retour vers la
langue ancienne, un danger sérieux, qu'il ne convient plus de
dissimuler; le devoir de chacun est de l'écarter, car de trop graves
intérêts sont en jeu. Il s'agit, ou bien d'arriver à la formation
d'une langue littéraire vraiment nationale, ou de s'en passer à tout
jamais.

Une dernière observation. Les personnes qui voudront bien me faire
l'honneur de me lire m'objecteront, je les en préviens d'avance, que
j'emploie des formes qui n'existent pas. Si elles veulent bien
pousser la complaisance jusqu'à se faire lire, au lieu de lire
elles-mêmes, telle page qui leur semblera suspecte, le résultat de
cette petite expérience ne sera guère douteux. Une forme, qui choque
à la lecture, passera inaperçue à l'audition. Je ne citerai que la
forme άθρωπος pour άνθρωπος, dont le ν serait aujourd'hui
phonétiquement incorrect. Le peuple et les personnes instruites
elles-mêmes, quand elles ne se surveillent pas, prononcent άθρωπος.
Mais, sur le papier, cette orthographe arrête l'œil. C'est cependant
la seule prononciation régulière et usuelle de la langue moderne.

Il ne me reste plus qu'à dire un mot du système orthographique que
j'ai suivi dans ces pages. J'ai maintenu l'orthographe
conventionnelle, qui est l'orthographe ancienne. C'est ce que tout
le monde fait et il serait dangereux d'y rien changer. De plus,
j'écris η πόλη, της πόλης, et non η πόλι, της πόλις, qui ne répond à
aucun paradigme de la vieille grammaire: πόλη, décliné sur μνήμη,
doit s'écrire de même, puisque nous gardons le η de la première
déclinaison. Pour l'orthographe des formes de la déclinaison de
l'article et des substantifs, on voudra bien se reporter à ce que
j'en ai dit dans _les Essais de grammaire historique néo-grecque_.
Il n'y a pas dans le dialecte attique et, par suite, dans la κοινή
ancienne, qui sont en pareil cas les seuls modèles à suivre, un
accusatif pluriel τιμαίς. Il y à des nominatifs pluriels λαμπάδες,
μητέρες, etc. Or, comme cette désinence -ες est le seul point de
départ des formes τες λαμπάδες, τες ώρες, οι ώρες, c'est encore se
conformer aux principes de la vieille orthographe que d'écrire par
un ε et non par un αι J'en dirai autant de οι fem. plur. et de τις
acc. fem. plur. Η et της constituent des barbarismes et, comme tels,
doivent être écartés. Je ne me suis permis d'innover que sur un seul
point; j'ai partout écrit αφ, αβ, εφ, εβ, pour αυ, ευ. Il est
impossible d'écrire υρίσκω pour βρίσκω. Mais du moment qu'on admet
ici le β pour υ, il est plus logique d'analyser partout la
diphtongue ancienne de la même façon: cette orthographe aura de plus
le privilège de nous donner la vraie prononciation moderne, sans
rien de conventionnel.

Je sais bien qu'avec le maintien de l'orthographe ancienne pour des
formes modernes, on tombe dans un océan de contradictions, mais il
est difficile, pour ne pas dire impraticable, d'innover sur ce
point. Il est, d'ailleurs, bien entendu que partout où l'orthographe
moderne est consacrée, il ne nous reste qu'a l'adopter, surtout
quand il s'agit d'indiquer par là des différences caractéristiques.
Nous ne pouvons écrire autrement que φτάνει, άντρας, πεθερός,
Κωστής, κόμπος, σεντούκι, πουλώ, βγάζω, μπαίνω, etc. C'est ce que
l'ait tout le monde, et c'est aussi ce que je me suis par la cru
autorisé à faire.

Dans l'essai qu'on va lire, j'ai simplement voulu traiter quelques
questions historiques. Le Syllogue a pris une excellente initiative
avec ses publications de documents populaires. Il n'y a qu'à
persévérer dans cette bonne voie. Je me suis proposé de mon côté de
signaler l'importance que les études linguistiques pourraient
acquérir dans le modeste domaine du néo-grec et la difficulté que
présente l'examen d'un dialecte sur place. La confection d'une
grammaire et d'un dictionnaire modernes sont la grande œuvre à
poursuivre. Toute l'attention devrait être tournée de ce côté: ce
serait faire acte de patriotisme et bien mériter de la science
contemporaine, que de mener à bonne fin une pareille entreprise.

Je veux, en terminant cette préface assez longue, transmettre au
Syllogue philologique hellénique l'expression de la haute sympathie
que M. le ministre m'avait particulièrement chargé de témoigner de
sa part à cette association si laborieuse, si sincère et vouée à un
travail scientifique qui lui fait tant d'honneur. Elle peut être
certaine que la France est toujours avec elle.

Paris, septembre 1886.





ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ

ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ. — ΛΕΞΙΚΟ.


         ΑΞΙΟΤΙΜΟΙ ΚΥΡΙΟΙ,

Δεν είναι συνήθεια, το ξέρω, στα φιλολογικά συνέδρια, να κάμνη
κανείς τη βιογραφία του και να μιλή για τον εμαφτό του. Μόλον τούτο
πρέπει να σας ανοίξω την καρδιά μου. Δεν μπορώ να ξεχάσω που είμαι
παιδί σας, που είμαι του τόπου παιδί και που μικρός άφησα την Πόλη.
Τι άλλο θέλετε να σας πω πρώτα πρώτα παρά τη χαρά μου, τώρα πού
βρίσκουμαι μεταξύ σας, τώρα που ξαναβλέπω την πατρίδα; Της πατρίδας
η αγάπη είναι ριζωμένη μέσα στη μέση της καρδιάς. Γεννιέται με την
ψυχή μας, σ' ολωνών τα στήθια φυτρώνει, και για να φυτρώση, φτάνει
να γεννηθούμε.

Δεν άσπρισαν ακόμη τα μαλλιά μου κι ωςτόσό τι να σας πω; Άμα
ξαναείδα την Πόλη, με φάνηκε σα να ξαναχαίρουμουν της νιότης μου τα
πρώτα χρόνια. Μπορεί να με γέλασαν τα μάτια μου, μα σαν μπήκα στο
παλιό μας το σπίτι, θαρρούσα που με γλυκοκοίταζαν οι τοίχοι. Τα
δέντρα του περιβολιού που πήγαινα συχνά με το βιβλίο στο χέρι  — τι
καλά που το θυμούμαι τώρα! — κουνιούνταν και ψιθύριζαν αγάλια
σταφτιά μου «Καλώς ώρισες, παιδί μου!» Ναι! κ' οι πέτρες στο δρόμο
με χαιρετούσαν, και μ' έρχουνταν όλο να τις πω «Πετρίτσες μου
αγαπημένες, κακοστρωμένα μου σοκάκια, με τι καρδιοχτύπι σας
ξαναπατώ!»

Βλέπετε που είχα κάμποσους λόγους να μην αρχίσουμε με μιας τα
γλωσσολογικά. Όταν ο σοφός μας κι αξιότιμος Πρόεδρος με συλλογίστηκε
και μ' έστειλε την πρόσκλησή σας, δεν είτανε μόνο μια τιμή ξεχωριστή
να πέση τέτοιο κάλεσμα σε μένα· είταν και μια μεγάλη χαρά που σας
χρωστούσα στη ζωή μου· έπρεπε να σας το δείξω. Καταλάβετε ποιος
είταν ο κρυφός πόθος της καρδιάς μου. Ας το πούμε φανερά· ένα
συνέδριο στην Πόλη είναι μια γιορτή για τα μάτια και για το νου. Δεν
μπορεί να μοιάξη με κανένα άλλο συνέδριο στον κόσμο. Εδώ δεν έχει
κανείς μόνο νακούση και να μάθη, έχει να διή και ναπορήση. Να τόχετε
για βέβαιο όλοι μας εδώ μαζί σας συμπαθούμε, και για την ιδέα που
είχετε να μας δείξετε την πρόοδο της ελληνικής επιστήμης, και γιατί
βλέπουμε σε τι τόπο προδέβει. Καλά κάμετε να μας καλέσετε. Όσο
έλειπα από την Πόλη, θυμούμαι που διάβαζα συχνά στα δημοτικά μας
παραμύθια για βασιλοπούλες που φορούσαν τον ουρανό με τάστρα, τη
θάλασσα με τα ψάρια και τη γις με τα λουλούδια. Δεν μπορούσα να
καταλάβω τι είταν αφτές οι τρεις φορεσιές. Σαν είδα τις γαλανές
πεδιάδες τουρανού μας, τη μαβειά θάλασσα που αφρίζει και μοιάζει
κάμπος ασπρολούλουδα γεμάτος, σαν πάτησα τούτη την περίφηρη γις και
βρέθηκα μέσα σε τέτοια φύση, κατάλαβα το παραμύθι, θαρρούσα τώρα και
γω που φορούσα τον ουρανό με τάστρα, τη θάλασσα με τους αφρούς της,
τη χαρούμενη γις με τα χορτάρια. Όταν ακούτε και σας μιλώ με τέτοιο
τρόπο, μήτε σας κολακέβω, μήτε φαίνουμαι αχάριστος για τη Γαλλία που
μ' έκαμε παιδί της. Έγινε πατρίδα μου και μητέρα. Εκεινής είναι η
ζωή μου. Εκείνη με σπούδαξε, εκείνη με μόρφωσε νου και ψυχή. Την ώρα
που σας το λέω, θυμούμαι που κάτω κάτω στα δυτικά της παράλια, άφησα
τα παιδιά μου και της γυναίκας μου τον πατέρα. Βλέπετε που πρέπει
διπλά να σας αγαπώ, και σα Γραικός, και σα Γάλλος. Η Γαλλία στάθηκε
πάντοτες ο πιο πιστός φίλος του Γραικού, συχνά μάλιστα φανερώθηκε ο
μόνος μας φίλος. Ξέρετε που στην αρχή αφτουνού μας του αιώνα, με τον
d' Ansse de Villoison και με τον Hase, η Γαλλία θέλησε πρώτη να
διδάξη τη γλώσσα που μιλούμε. Και σήμερα πάλε μας έδωσε αφορμή, σε
δημόσια μαθήματα, να μελετήσουμε της γλώσσας μας την ιστορία. Μην
κοιτάζετε που με διάλεξε για τόσο μεγάλο έργο· με πήρε μόνο και μόνο
για να δείξη στους άλλους Γραικούς την αιώνιά της αγάπη για την
Ελλάδα και για τα ελληνικά γράμματα. Για τον ίδιο λόγο με στέλνει σε
σας ο κ. Υπουργός της γενικής Παιδείας. Εμένα τίμησε· εσάς θέλησε να
δοξάση. Ήρθα να σας φέρω τους φιλικούς του χαιρετισμούς. Έτσι
βρέθηκα και γω μέσα σ' αφτό το Συνέδριο. Τη σημερνή μου τη χαρά τη
χρωστώ και κείνηνα στη Γαλλία. Δεν έχω δίκιο να σας λέω που την
αγαπώ σα μητέρα; Τώρα όμως μπορώ να πω που αγαπώ την Πόλη σαν
πολυλατρεμένη μου γιαγιά.

Μην έχετε φόβο κανένα! Ο σκοπός μου σήμερα δεν είναι να σας μιλήσω
για το «_ ζήτημα της γλώσσης _». «_ Ζήτημα της γλώσσης _» λέμε μεις,
όταν πιάνει κανείς και ξετάζει τι γλώσσα πρέπει να γράφουμε. Τι
γλώσσα πρέπει να γράφη κανείς, δεν μπορεί να είναι ζήτημα. Όλοι οι
λαοί του κόσμου κ' οι Αρχαίοι μέσα σ' αφτούς, έγραψαν τη γλώσσα του
καιρού τους, τη δημοτική γλώσσα. Όταν έλεγε ο Πλάτωνας _ ειμί _ και
_ πατήρ _, ο πρόστυχος ο Αθηναίος δεν τόλεγε διαφορετικά· δε γνώριζε
τύπους _ πατέρας _ ή _ είμαι _. Το _ ειμί _ και το _ πατήρ _ είταν
οι δημοτικές, οι χυδαίες λέξες εκείνης της εποχής. Αφτό το ξέρετε
και σεις πολύ καλήτερα από μένα, και δεν είναι ανάγκη να σας λέω
πράματα, που θα τα μάθη κάθε παιδί, άμα πατήση στο σκολειό. Το _
ζήτημα _ είναι, τι γλώσσα γράφει κανείς, με τι τρόπο τη γράφει, κι
αν η γλώσσα που γράφει είναι ή δεν είναι σωστή. Μα μείντε ήσυχοι.
Μήτε γι' αφτό το ζήτημα δε θέλω να σας πω τίποτις. Προσπαθώ να σας
μιλήσω γραικικά. γιατί θωρώ χρέος του καθενός, όσο μπορεί και με τα
μικρά του μέσα, να σπουδάξη, να καλλιεργήση, αν είναι δυνατό
μάλιστα, και να γράψη την εθνική του γλώσσα, τη γλώσσα που του έμαθε
η μάννα του. Πολύ σέβουμαι το λαό. Λαός είμαι και γω. Να τον ξεπέσω,
με φαίνεται που κι ο ίδιος ξεπέφτω. Ξέρω που πάντα θα βρεθή κανένας
άλλος — κανένας φίλος πιστός να με κατηγορήση. Ας αφήσουμε τους
φίλους μας να λένε για μας όσα θέλουν. Τι σας φαίνεται; Όταν έχει
κανείς πολλές αμαρτίες — ο λόγος μου είναι για μένα — σαν πιο
φρόνιμο μ' έρχεται να μην τις φωνάζη πολύ δυνατά. Με τέτοιο τρόπο
κάποτες στέκουνται κ' οι άλλοι και δε λεν τίποτις. Να πω βάρβαρο το
έθνος, θα με πουν και μένα βάρβαρο. Δεν καταδέχουμαι τέτοιο πράμα.
Πολύ πιο σωστό είναι να μην αρνηθώ τη γενιά μου· τότες με σέβεται κι
ο κόσμος.

Εμένα με φτάνει που με δείχνετε τόση καλοσύνη, με φτάνει που
καταδέχεστε και μ' ακούτε. Δεν είναι δουλειά μου να βγάλω σήμερα στη
μέση τέτοια ζητήματα. Ήθελα μόνο και μόνο να σας μιλήσω για κάτι
ζητήματα της γλωσσικής μας ιστορίας. Ήθελα να διούμε μαζί τι μπορεί
να μας μάθουν τα μεσαιωνικά κείμενα, τι αξία έχουν αφτά τα κείμενα,
και να συλλογιστούμε αν είναι τρόπος να γίνη πρώτα καμιά Γραμματική,
ύστερα κανένα Λεξικό της νεοελληνικής.

Αν είχε κανείς να γράψη την ιστορία της γλώσσας μας, έπρεπε να
καθήση να τη γράψη στην Πόλη. Καλήτερος τόπος δεν υπάρχει για τέτοιο
έργο. Να μιλήση κανένας εδώ για την ιστορία της γλώσσας, είναι σα να
σας μιλούσε εδώ την ίδια σας την ιστορία. Μέσα σε τόσες άλλες δόξες,
δυο δόξες μεγάλες κατώρθωσε νάχη η Πόλη. Εσάς χρωστά ο κόσμος την
αρχαιότητα. Εσείς σώσετε τα παλιά τα χερόγραφα και ταριστουργήματα
των Ελλήνων. Από σας η Εβρώπη τα πήρε και τάμαθε. Χάρη σε σας, για
δέφτερη φορά ξαναγεννήθηκε ο αθρώπινος νους και φωτίστηκε η
επιστήμη. Μα δε σας έφταξε μόνο αφτό· την αρχαία τη γλώσσα δεν τη
φυλάξετε μόνο στο χαρτί· έμεινε στα χείλια σας απάνω. Εκεί, ακόμη
και σήμερα, βασιλέβει. Όταν κανείς συλλογιέται τέτοιο πράμα, μόλις
του φαίνεται δυνατό, κι όταν το λέει, μόλις μπορεί ο ίδιος να
πιστέψη τα λόγια του. Φανταστήτε τι είναι, μια γλώσσα να ζη τόσους
αιώνες και να μιλιέται τρεις χιλιάδες χρόνια και παραπάνω! Ίσως
είναι μεγαλήτερη δόξα, παρά να την έχη κανείς μόνο γραμμένη στα
βιβλία.

Κι ωςτόσο είναι αλήθεια. Δεν κόπηκε η σειρά. Ο λαός πάντα σώζει και
βαστά την παράδοση την αρχαία. Τη γλώσσα που σήμερα λαλεί, την έχει
από τα χρόνια τα παλιά, από τους αρχαίους την άκουσε, την πήρε,
μπορώ να πω, μέσα από των αρχαίων το στόμα. Κι από πού το βλέπουμε;
Από τους τύπους που συνηθίζει η γλώσσα μας ακόμη και σήμερα. Ο
καθένας διάβασε στη γραμματική, μερικοί μάλιστα έμαθαν απ' όξω τα
συνηρημένα ρήματα και κλίνουν το _ φιλέ-ω, φιλώ, φιλέ-εις, φιλείς,
φιλέ-ει, φιλεί. _ Ξέρετε όλοι σας που το _ φιλέω _ είναι της ιωνικής
και το _ φιλώ _ της αττικής. Πώς από το _ φιλέω _ μπόρεσε να βγη το
_ φιλώ, _ πώς χάθηκε ο τόνος στο ε, πώς πήρε περισπωμένη το ω, είναι
πολύ δύσκολο ζήτημα κι ο σκοπός μου δεν είναι να το ξετάσουμε τώρα.
Το βέβαιο όμως είναι που ο πρώτος άθρωπος που είπε φιλώ αντίς φιλέω,
ή _ μουσών _ αντίς μουσάων, έπρεπε πρώτα να είχε ακουσμένο τον τύπο
φιλέω ή μουσάων. *Αν ο ίδιος δεν είχε μάθει τον ασυναίρετο τύπο, δε
θα συναιρούσε ποτές μήτε το _ μουσάων _ μήτε το _φιλέω_. Τους
συνηρημένους τύπους δεν τους ήβρε στη γραμματική, γιατί πρι γίνη
γραμματική, πρέπει να γίνη γλώσσα. Άκουσε μοναχός του τα _φιλέω_ και
τότες τόκαμε _φιλώ_. Για τούτο σήμερα λέμε που η αττική άλλο δεν
είναι παρά μεταπλασμός της ιωνικής. Το συνηρημένο το _ φιλώ _ έχει
μέσα του και βαστά ταρχαιότερο το _ φιλέω. _ Με το ίδιο σύστημα,
μέσα στο νεώτερο το _ μουσών _ κάθεται η παλιά γενική _ μουσάων _. Η
αττική έσωσε την ιωνική όταν πια δε μιλούσε κανείς ιωνικά. Την πήρε,
την έκρυψε και τη φύλαξε μέσα της.

Ακούστε τώρα και το δικό μας το λαό. Ο λαός δε θα σας πη ποτές _ τας
ώρας _. Ο τύπος της κοινής είναι _ τις ώρες· _ σε μερικά χωριά λεν
όμως ακόμη και σήμερα _ τες ώρες, _ μάλιστα και _ τας ώρες _. Αφτό
το _τες_ από πού έρχεται; Πώς έγινε; Δε θέλω τώρα να σας διαβάσω όσα
έγραψα αλλού για το _τες_{40}. Ένα μόνο ήθελα να σας θυμίσω. Ο
πρώτος Γραικός που είπε τες αντίς τας, δε θάλεγε στη ζωή του το τες,
αν πρώτα δεν ήξερε το τας. Και το τας από πού το πήρε; Το είχε
ακούσει από τους αρχαίους κι από τότες το γνώριζε. Σαν που σώζεται
το _ φιλέω _ μέσα στο _ φιλώ _, έτσι σώζεται και το _ τας _ μέσα στο
_ τες _. Η καινούρια μας αφτή αιτιατική είναι παιδί της παλιάς
αιτιατικής _ τας _· από μέσα της βγήκε. Αναμεταξύ στο τας και το τες
δεν είναι κανένας άλλος τύπος, κι άμεσα πήρε η μια αιτιατική τον
τόπο της αλληνής. Έτσι και το τίς μπήκε λίγο λίγο στη θέση του τές.
Παρατηρήστε, σας παρακαλώ, που ο λαός δεν μπορεί να πη τας ώρας. Αν
τόλεγε, δεν θα βαστούσε την παράδοση την αρχαία. Μια φορά που το τας
έγινε τες κ' έπειτα τις, είναι αδύνατο πια ο λαός να ξέρη το τας.
Δεν τόχει καμιά ανάγκη. Μπορεί να το μάθη μόνο στα βιβλία, σαν που
το μάθαμε όλοι μας· μ' άλλα λόγια, αν τύχη και το πη σήμερα ο λαός,
δεν το λέει γιατί τάκουσε κατεφτείας από τους αρχαίους — το διάβασε
τυπωμένο και το λέει. Μα στα βιβλία ό τι θέλει κανείς κι όποιος
θέλει μπορεί να διαβάση. Κ' ένας ξένος είναι άξιος να βρη μέσα στη
γραμματική τον τύπο τάς την αιτιατική τές ή τίς μόνο ένας Γραικός
μπορεί να τη γνωρίζη, χωρίς να τη διή γραμμένη στα βιβλία. Στην
Εβρώπη, όλος ο κόσμος μαθαίνει τα ελληνικά στο σκολειό· κανένας
Εβρωπαίος όμως δε θα πη πού βάσταξε ταρχαίο το τάς, σαν που το βαστά
σήμερα ο λαός, λέγοντας τές ή τίς. Την παράδοση μόνος εκείνος την
έχει· η αρχαία γλώσσα, για να πέση στου λαού το στόμα, κατέβηκε ίσια
το δρόμο της, η για να το πούμε πιο σωστά, τύπους άλλαξε, δεν άλλαξε
στόμα. Το στόμα πάντα ελληνικά λαλούσε.

Βλέπετε λοιπό με τι τρόπο πρέπει να κρίνουμε τα πράματα και να
καταλάβουμε τα ιστορικά φαινόμενα. Ίσια ίσια γιατί μεταμορφώνει τη
γλώσσα του ο λαός, τη φυλάει, κ' ίσια ίσια γιατί άλλαξε η γλώσσα,
έμεινε πάντοτες η ίδια. Αλλάζοντας τη γλώσσα τη βαστούσετε και σεις.
Σώσετε μάλιστα πολλούς νόρους που, αν κανείς δεν προσέξη καλά,
φαίνουνται κατάλληλοι μόνο για την αρχαία γλωσσική κατάσταση της
ελληνικής. Ξέρετε που σήμερα κάθε Πολίτης θα πη άκουσα αντίς ήκουσα
κ' έτοιμη αντίς ετοίμη.

Αν έλεγε _ ήκουσα _ ή _ ετοίμη _, θα παράβαινε κ' ίδιας της αρχαίας
τον κανόνα. Ο τόνος στην αρχαία κατεβαίνει μόνο όταν η υστερνή
συλλαβή της λέξης είναι διπλόχρονη. Ταρσενικό έτοιμος μπορεί λοιπό
στην αττική να μείνη προπαροξύτονο· η γενική ετοίμου, η δοτική
ετοίμω, η θηλυκή ονομαστική ετοίμη δεν μπορούν όμως να βαστάξουν τον
τόνο στην προπαραλήγουσα, γιατί το η, το ω και το ου είταν τότες
διπλόχρονα. Τώρα που είναι απλόχρονα, είναι ανάγκη να λέμε έτοιμη,
για τον ίδιο λόγο που έλεγαν οι αρχαίοι έτοιμος. Όσο απλόχρονο είναι
το οι, τόσο απλόχρονο είναι σήμερα και το _ η _· πολύ σωστά
προφέρνετε όλοι σας _ έτοιμι _ κι όχι _ετοίμι_, ακόμη κι αν τύχη να
πήτε _ετοίμι_. _Ετοίμι_ δεν το κάμνετε ποτές. Μιλώντας έτσι,
προσέχει ο λαός τον ίδιο νόμο, γιατί αν τόνιζε _ετοίμη_, θα είτανε
σα νάβαζε τους αρχαίους να τονίσουν ανθρώπος αντίς άνθρωπος. Ποτές
όμως ο λαός δε θα βγάλη προπροπαραξύτονα, αφού τέτοια δε γνώριζε
μήτε η αρχαία{41}. Εκεί που δε χάθηκαν οι συλλαβές, δεν μπορούσε να
χαθή ο κανόνας. Εκεί που χάθηκαν τα διπλόχρονα, ο κανόνας έμεινε.

Τα ίδια και με το η του παρατατικού ήκουσα. Το η είχε το λόγο του,
όταν είταν το η διπλόχρονο. Αφού δεν είναι, η άφξηση δεν έχει πια
κανένα νόημα. Για να καταλάβουμε τι θα πη, πρέπει να πιάσουμε βιβλίο
και να διούμε που γράφει _η_ κι όχι _ι_, γιατί στην προφορά δε
διακρίνεται. Η ζωντανή προφορά είναι ωςτόσο η μόνη αλήθεια. Με τη
γραμματική δε γίνουνται οι γλώσσες και για να τις μιλήση κανείς, δεν
έχει ανάγκη να τις διαβάζη. Ο παρατατικός ήκουσα για τους αρχαίους
είταν ο φυσικός τύπος δεν τους έρχουνταν ποτές να το πουν αλλιώς.
Προτού να μάθουν τι θα πη γράψιμο, ήξεραν κ' έλεγαν _ ήκουσα _. Στον
καιρό του Περικλή δεν είχαν οι Αθηναίοι δασκάλους να τους διδάξουν
τα ρήματα. Μόλις γνώριζαν τι θα πη γραμματική. Γραμματικές δε
σώθηκαν από κείνα τα χρόνια και πολύ πιο ύστερα αρχίσανε στην Ελλάδα
να γράφουνται γραμματικές. Η μόνη γραμματική είταν η δημοτική
γλώσσα.

Μια γλώσσα, αν μπορώ να το πω έτσι, είναι μια γέννα παντοτεινή. Ο
ένας τύπος γεννά τον άλλονα, ο καινούριος ο τύπος μας παριστάνει τον
τύπο τον αρχαίο, σαν τα παιδιά που χωρίς να μοιάζουν ποτές
απαράλλαχτα τον πατέρα τους, μόλον τούτο έχουν το ίδιο αίμα και μας
δείχτουνε μια εικόνα καινούρια κάθε γιος του πατρός του. Οι γλώσσες
είναι σαν τους αθρώπους — ο άθρωπος στέκεται πάντοτες ο ίδιος,
τάτομα αλλάζουν και παν. Ένα παιδί δεν ξεπέφτει, γιατί δε μοιάζει
όλους διόλου τον πατέρα του στο πρόσωπο και στην ψυχή. Φτάνει με το
πρόσωπό του και με την ψυχή του, με την καινούρια του τη μορφή, να
φανή άξιος, καλός, αν είναι δυνατό, και περίφημος άντρας. Τι αλλαγή
είναι ο μεγάλος φυσικός νόμος, ο μόνος ίσως που βλέπουμε καθαρά και
που σε κάθε πράμα, στάστρο που φέγγει, στο λουλούδι που φυτρώνει και
στη λέξη που γεννιέται, μας φανερώνει την ύπαρξή του. Έχω πολύ σέβας
για τους προγόνους μας και μεγάλη ιδέα για τον Αδάμ αφού του
χρωστούμε όλοι μας τη ζωή. Αλλά φανταστήτε, αξιότιμοι Κύριοι, αν από
τον καιρό του Αδάμ δεν άλλαζε ο κόσμος κι αν έμοιαζε κάθε γιος
απαράλλαχτα τον πατέρα του, τι θα είμαστε σήμερα! Ας το πούμε σιγά
σιγά, να μη μας ακούσουν· ο ίδιος ο Αδάμ θα βαριούνταν τη ζωή, κι
όλοι μας εμείς που βρεθήκαμε τώρα στην Πόλη, δε θα γιορτάζαμε ίσως
αφτό το Συνέδριο, μήτε θα είχαμε Ελληνικό Φιλολογικό Σύλλογο! Και θα
είταν τόντις κρίμα.

Αφτή της γλώσσας μας η αλλαγή δεν έγινε μόνο στην Πόλη, και μπορεί
να με πήτε πού, αν έμεινε η γλώσσα, δεν είναι, σαν που σας τόλεγα, η
δόξα μόνο δική σας. Έχετε δίκιο. Παντού στην Ελλάδα μεταμορφώνουνταν
η αρχαία. Πρέπει όμως να συλλογιστούμε που για τη μόρφωση μιας
κοινής γλώσσας, πολύ μεγάλη σημασία έχουν τα λεγάμενα κέντρα, μ'
άλλα λόγια οι πρωτέβουσες. Εκεί γίνουνται οι εθνικές γλώσσες, που
όλος ο κόσμος τις μιλεί, που καταντούν κοινή συνήθεια και που μέσα
τους μαζέβουν και συγκεντρώνουν όλους τους άλλους ιδιωτισμούς. Στις
πρωτέβουσες μέσα έχουν την αρχή τους· οι πρωτέβουσες είναι ρίζα τους
και φύτρα. Τόσο είναι αλήθεια αφτό που λέμε, που μόλον ότι σ' όλη
την Ελλάδα μιλούσαν τα γραικικά, μόνο στην Πόλη πρωτογράφηκε η
γλώσσα κι άρχισε να φαίνεται μια καινούρια φιλολογία. Εσείς μας
δώσετε το πρώτο μας φιλολογικό μνημείο. Ο Σπανέας και του Πρόδρομου
οι στίχοι από δω βγήκαν. Η κοινή γλώσσα άρεζε μάλιστα και στο
παλάτι. Ο Πρόδρομος έγραφε για τους Κομνηνούς και τον άκουγαν
Κομνηνοί. Είχε τον αφτοκράτορα προστάτη. Τέτοιο πράμα μόνο σε
πρωτέβουσα θα το διήτε· σαν το Φραγκίσκο τον Α στη Γαλλία, πάντα
ένας φρόνιμος βασιλέας, με κεφάλι πολιτικό και με νου, θα διαφεντέψη
και θα προστατέψη την κοινή, την εθνική τη γλώσσα του λαού, γιατί
απάνω στο λαό στηρίζεται κι ο ίδιος.

Ο Σπανέας (λέω την παραλλαγή που δημοσίευε ο Legrand{42}, γιατί οι
άλλες{43} δεν έχουν την ίδια αξία), ο Σπανέας και κείνος γράφηκε για
κανένα βασιλόπουλο ή τουλάχιστο για κανένα πρόσωπο σημαντικό{44}.
Τόνομα του Σπανέα ήθελα προ πάντα να σας θυμίσω, γιατί αφτό και μόνο
θα μας δείξη πόσα κάμετε για τη γλώσσα. Ο Σπανέας στο ποίημα του
μετάφραζε τον Ισοκράτη. Είπα μετάφραζε, γιατί δε γύρεβε να κλέψη μια
ή δυο λέξες αρχαίες, χωρίς να τις καταλάβη καλά. Έβαζε τον Ισοκράτη
στην κοινή γλώσσα εκείνης της εποχής, για να μπορέση ο καθένας να
τον ακούση. Κι αφτό τι θα πη; Θα πη που στα χίλια εκατό και τόσα —
γιατί τότες συμπεραίνω να στιχουργήθηκε αφτό το ποίημα — δεν τους
έφτανε μόνο ναντιγράφουν τον Ισοκράτη· είταν και μερικοί που
διάβαζαν τα ελληνικά, για να τα μεταφράσουν. Ο Σπανέας με τον
παραινετικό του λόγο βαστά τη σειρά του κ' έχει την ιστορική του
σημασία. Μας δειχτεί πλάγι πλάγι το μεσαιώνα με τα παλιά τα χρόνια.
Ό τι παίρνει από τους αρχαίους το κάμνει καινούριο· η γλώσσα του, με
τέτοιο τρόπο, βρίσκεται ίσια ίσια στη μέση, στην αρχαία μεταξύ και
στη νέα, σαν ένα γεφύρι που περνά τους αθρώπους από τη μια μεριά του
ποταμού στην άλλη μεριά. Έτσι δεν πεθνήσκει το έθνος· δε χάνει την
αιώνια παράδοση ο λαός. Τέτοια είναι κ’η δική σας η δόξα. Δε
φυλάξετε μόνο το χάρτινο θησαβρό, των αρχαίων τα γράμματα· μέσα μέσα
στη γλώσσα τη σημερνή βαστάξετε την αρχαία την ίδια, το ζωντανό
θησαβρό. Εσείς είστε η αλυσίδα που μας ενώνει με την αρχαιότητα, με
την αθάνατή μας μητέρα.

Φανταστήτε τι χαρά θα περεχούσε σήμερα την καρδιά της Εβρώπης, αν
άξαφνα βρίσκουνταν κανένας στίχος προομηρικός! Δε θα είταν ανάγκη να
είναι ο στίχος ωραίος. Όσο λιγώτερη ποιητική ή φιλολογική αξία έχει
ένα κείμενο αρχαίο, τόσο πιώτερο βάρος έχει για τον ιστοριογράφο,
γιατί τότες μας δείχτει καλήτερα την απλή φύση, χωρίς στολίδι
κανένα, μας ξεσκεπάζει αθώα και παστρικά την ιστορία και την
αλήθεια. Ο στίχος ο ωγύγιος θα είταν ατίμητος στίχος, γιατί θα μας
έδειχτε την αρχαία κατάσταση, το παλιώτερο γραμματολογικό σύστημα
της ελληνικής, θα βλέπαμε μια γλώσσα ακόμη πιο αρχαία από τη γλώσσα
που έγραψαν Όμηρος και Πλάτωνας. Όμηρος και Πλάτωνας δε θα
ξαναγίνουν ποτές — το ίδιο κεφάλι δε φαίνεται στον κόσμο δυο φορές,
γιατί και να φαίνουνταν, άμα αλλάξουν τα περιστατικά, θαλλάξη και
κείνο{45}. Μπορεί νάρθουν άλλοι που να τους αξίζουν και να κάμουν
πάλε στον καιρό τους ό τι κάμανε στο δικό τους εκείνοι, σαν που
είδαμε στην Εβρώπη να βγουν τόσα φώτα. Δάντε, Σαικσπείρο, Γκέτε,
Βολταίρο, που δε φοβούνται σύγκριση με κανέναν. Ας μη χάσουμε την
ελπίδα που θάχουμε και μεις καμιά μέρα άντρες μεγάλους. Ένα έθνος
πρέπει πάντα να βάζη την ιδέα του αψηλά. Στο μεσαιώνα αρχινούσε η
φιλολογία μας να λουλουδιάζη· αν της αρχαίας η μίμηση δεν την είχε
πλακώσει κατόπι, — θέλω να πω στα δικά μας τα χρόνια — , από του
Πρόδρομου και του Σπανέα τους στίχους θάβγαινε μια ποίηση νέα, σαν
που βγήκαν από την άμορφη γλώσσα της μεσαιωνικής Γαλλίας τόσα έργα
που απορεί σήμερα ο νους μας. Η Cantilène de Sainte Eulalie, τα
Serments de Strasbourg έχουνε χίλιες φορές πιώτερη αξία, όταν τα
συγκρίνουμε με τη γλώσσα του Ρασίνα. Κοντά στο μικρό παιδί βλέπουμε
και τον άντρα.

Τώρα παρατηρείτε τι σημασία μπορεί νάχη μια μέρα ένας στίχος του
Πρόδρομου ή του Σπανέα. Πολλή ποίηση δεν έχουν, πρέπει να το πούμε
παστρικά, μήτε ο ένας μήτε ο άλλος. Μα κι ο προομηρικός στίχος που
λέγαμε, είμαι βέβαιος που πολλή ποίηση δε θα είχε. Ας ελπίζουμε που
κι ο Πρόδρομος κατόπι, — σαν το στίχο τούτο ή ας είναι και σαν τα
Serments de Stasbourg, — θα γεννήση καμιά ποίηση μεγαλήτερη. Όταν
τρέχει ο ποταμός, ο καθένας μπορεί να διή τα νερά του· το δύσκολο
είναι να βρη την πηγή του. Άμα μορφωθή η καινούρια μας φιλολογία, θα
σας δοξάσουν τότες και σας, όχι μόνο γιατί σώσετε τον Πλάτωνα τον
αρχαίο, αλλά και γιατί δώσετε πρώτοι σας ζωή στον πατέρα του Πλάτωνα
που θα μας έρθη.

Η περιέργεια του αθρώπου είναι διπλή. Είναι σαν τα βιβλία που
σπουδάζει. Των αρχαίων τα έργα που σήμερα μελετούμε έχουνε για μας
δυω λογιώ σημασία· ή στην ιστορική τους, στην επιστημονική τους αξία
θα προσέξουμε, ή στη φιλολογική{46}. Ή θα κοιτάξουμε να διούμε τι
μπορεί να πάθουμε απ' αφτά τα έργα για τα έθιμα, για τους νόμους,
για τη θρησκεία, για τη γλώσσα, ας είναι και για την τοπογραφία της
Αθήνας ή της Ρώμης, ή μας φτάνει να πιάσουμε το βιβλίο στο χέρι, να
διαβάσουμε τον Όμηρο και το Σοφοκλή, μόνο και μόνο γιατί μας αρέσει
τέτοια συντροφιά, γιατί γυρέβουμε να βρούμε στους αρχαίους ή κανένα
όμορφο στίχο, ή καμιά σκέψη μεγάλη, ή καμιά ιδέα που μας υψώνει το
νου. Ήσυχα και γλυκά περνούν οι ώρες, όσο φαιδραίνεται η ψυχή μας
και ξεκουράζεται ο νους μας με τα λόγια που μας λεν τόσοι και
τέτοιοι άντρες. Απορούμε με την τέχνη τους, με τη χάρη της γλώσσας,
με το ύφος και τη γνώση τους. Κάποτες μάλιστα τυχαίνει ναπορήσουμε
με την ίδια μας τη γνώση, που ξέρουμε και βρίσκουμε στα συγγράμματα
τους τόσες ωραιότητες.

Η επιστήμη άλλα γυρέβει. Πριν απορήση με την τέχνη του Σοφοκλή, θα
πάη πρώτα να διή πώς γράφουν τα διάφορα χερόγραφα το στίχο που μας
αρέσει· έπειτα θα πάρη να ξετάση κάθε λέξη, για να βγάλη το νόημα
παστρικά. Τότες θα μελετήση την τραγωδία αλάκαιρη του ποιητή· θα
κάμη ανάλυση και χυμία. Θέλει να μάθη· δεν της φτάνει να θαμάζη και
να χαίρεται. Ο Σοφοκλής καταντά να είναι ιστορικό, όχι μόνο
φιλολογικό μνημείο. Η επιστήμη θα μας πη, μελετώντας το Σοφοκλή, σε
τι κατάσταση, σε τι περίοδο βρίσκουνταν τότες η θρησκεία, η
φιλοσοφία, η γλώσσα του αθρώπου. Δεν της μέλει για τη χαρά που
μπορεί να της προμηθέψη ένας όμορφος στίχος. Ο φιλόλογος έχει
πιώτερη τύχη. Είναι σαν τον πλούσιο που κάθεται στο τραπέζι και
ξέρει να ξετιμήση κάθε νόστιμο φαγητό που θα του φέρουν. Η επιστήμη
όλο δουλέβει· σπάνια κάθεται η ίδια στο τραπέζι· το στρώννει μόνο
και φέβγει, γιατί θέλει να προδέψη και να βρη κάθε μέρα τίποτις
καινούριο, κάθε μέρα καινούρια θροφή.

Για τούτο βλέπετε που σήμερα δε χορταίνουμε με ταριστουργήματα
μοναχά· μας χρειάζεται κι άλλη μελέτη. Δοθήκαμε στην επιγραφική
τέχνη, και σηκώνουμε κάθε γραμμή που μπορεί κάτι να μας μάθη για την
ιστορία την αρχαία. Όλες οι επιγραφές, αν τις βάλετε μαζί τη μια με
την άλλη, ίσως δεν αξίζουν ένα στίχο της Ιλιάδας η μια φράση του
Δημοστένη. Αδιάφορο είναι! Ο σκοπός είναι να διούμε τι γίνεται, με
τα χρόνια που περνούν και με τους αιώνες που σπρώχτουν ο ένας τον
άλλο, η αθρώπινη ψυχή κι ο αθρώπινος νους. Την ιστορία του πολεμούμε
να καταλάβουμε· το μεγαλήτερο μυστήριο είναι ο άθρωπος ο ίδιος.
Μπροστά στον άθρωπο, τολμώ να το πω, κι ο Σοφοκλής φαίνεται μικρός.
Τάτομα δε λογαριάζουν, όταν είναι τέτοιο αντικείμενο στη μέση. Και
δεν έχει να κάμη αν η εποχή που μελετούμε είναι μεγάλη και ξακουστή,
ή παρακατιανή κι άγνωστη. Σ' όλη τη σειρά της μακρινής του ζωής, ο
άθρωπος μνήσκει άθρωπος. Το λουλούδι, άμα ξανοίξη, δείχτει στον
καθέναν την ομορφιά του, κι ο κόσμος δεν έχει παρά να το κοιτάξη για
να χαρή. Όταν είναι κρυμμένο κάτω στη γις, όταν ακόμη δε βγήκε και
κάθεται όλο μαζί στο σπόρο του μαζωμένο, τότες είναι που αξίζει να
διούμε με τι τρόπο γεννιέται και πως μεγαλώνει.

Ό τι από μέσα της βγάζει του αθρώπου η ψυχή, ό τι μας φανερώνει την
αθρώπινη ύπαρξη κ' ενέργεια, μοιάζει με το λουλούδι. Η επιστήμη θα
προσπαθήση να μάθη από πού πήραν τα φύλλα τωραίο τους χρώμα, πώς
αναπνέουν τα ρόδα και πώς αγαπούν της ζωής των το μυστικό πολεμά να
καταλάβη και να μας πη. Μέσα σ' αφτά τα λουλούδια, ίσως το πιο
περίεργο είναι το λουλούδι που φυτρώνει μέσα στην ψυχή και που
ξανοίγει στο στόμα κάθε αθρώπου — η γλώσσα. Ας βάλουμε με το νου μας
πόσες μυριάδες χρόνια είναι τώρα που ακούστηκε στον κόσμο η πρώτη
μας λαλιά. Δεν έφεξε μέρα, δεν πέρασε ώρα μήτε στιγμή από τότες, που
να μη βγάλουμε καινούριους τύπους, καινούριες γλώσσες. Αφτό είναι σ'
όλους γνωστό. Ο λόγος όμως είναι να μάθουμε όχι που έγινε έτσι το
πράμα μα γιατί έγινε και γιατί είναι έτσι. Πώς κι από πού μπορούμε
αδιάκοπα κ' αιώνια να δημιουργούμε με τέτοιο τρόπο; Πού βρίσκουμε τη
δύναμη να φτειάνουμε κάθε μέρα πλάσματα νέα; Γιατί αλλάζουμε
μερικούς τύπους, και γιατί άλλοι πάλε χρόνια περνούν και δεν
αλλάζουν; Πώς ξαπλώνεται λίγο λίγο, πώς από μέσα από τα χωριά
βγαίνει μια γλώσσα και καταντά γλώσσα κοινή; Πώς χάνεται μια γλώσσα
και πώς αρχίζει μια άλλη να διαδίδεται και να μιλιέται; Πώς κάθε
κούνημα των οργάνων, πώς κάθε λογισμός του μυαλού μπορεί να φέρη μια
καινούρια αλλαγή; Μελέτη κ' ιστορία μιας γλώσσας άλλο δεν είναι παρά
σπουδή κ' ιστορία της αθρώπινης ψυχής.

Οι γλωσσολόγοι δεν έχουν πολλή πέραση στον κόσμο, θα διήτε να τους
κατηγορήσουν ή τουλάχιστο να μην τους πολυσυνοριστούν. Τους έχουν
πού και πού για κοντομάτηδες και μικρόλογους αθρώπους. Μην πιστέψετε
τέτοιο πράμα. Η γλωσσολογία σήμερα, μπορούμε να το πούμε, τέλειωσε
με την περίοδο της σκολαστικής, σαν που τόκαμαν κι άλλες επιστήμες·
μπήκε τώρα στη φιλοσοφική της σειρά. Και κείνη θέλει σ' όλα να μάθη
την αρχή, την πρώτη αιτία. Είταν ένας καιρός που ο μόνος της σκοπός
στάθηκε να μαζέβη ύλη. Έλεγε, παραδείματος χάρη, που η γαλλική λέξη
vie, ζωή, βγήκε από τη λατινική vita. Έπεσε το τ, το α έγινε ε·
τέλος έπεσε κι αφτό το ε, γιατί σήμερα κανείς πια δεν το προφέρνει.
Όλα αφτά είναι σωστά. Μα θέλουμε άλλα. Γιατί να πέση, σαν που λεν,
το τ κι όχι το β (v); Γιατί το α να γίνη ε και πώς συνέβηκε τέτοιο
πράμα; Το διπλόχρονο λατινικό ι γιατί άξαφνα να καταντήση απλό ι;
Μικρολογία δεν είναι να κάμνουμε τέτοιο ρώτημα. Το κάτω κάτω τι μας
μέλει να ξέρουμε που το vita έφερε τον τύπο vie; Πιώτερο μας
συφέρνει να διούμε αν το φαινόμενο αφτό μπορεί να μας δώση μια ιδέα
πιο σωστή για την ψυχική κατάσταση που βρίσκουνταν ο άθρωπος, όταν
από το vita έβγαλε λίγο λίγο το vie. Έτσι βλέπουμε τον τρόπο που
μπορεί και γίνεται ένα πράμα, εκεί που πρώτα δεν είταν. Η ψυχή μας
φανερώνει την ενέργεια που μέσα της έχει, και προσπαθούμε να διούμε
πώς φανερώνεται αφτή η ενέργεια.

Μια λέξη μοναχή δε θα μας το μάθη. Η γλωσσολογία μόλις άρχισε σήμερα
να σπουδάζη τέτοια ζητήματα. Να λύση κανείς ένα πρόβλημα, τόσο
σπουδαίο πράμα δεν είναι· κάτι κατώρθωσε, μόνο όταν κατάλαβε που το
πρόβλημα υπάρχει. Άμα προκόψη η επιστήμη, άμα τελειοποιηθή, θα
μπορέση βέβαια να μας ξεσκεπάση καμιά μέρα τον κρυφό μηχανισμό της
γλωσσικής ενέργειας του αθρώπου. Η ενέργεια αφτή είναι διπλή, είναι
ψυχική και φυσιολογική, γιατί σήμερα μάθαμε και κοιτάζουμε το
φυσιολογικό λόγο κάθε αλλαγής. Τότες η επιστήμη θα μας κάμη να
βλέπουμε, σα σ' έναν καθρέφτη, το μέσα της γλωσσικής μας ζωής, την
εσωτερική ενέργεια του αθρώπου, τα όργανά του και το νου του.

Για την ώρα φτάνει να προτοιμάζουμε την πρόοδο της επιστήμης, να της
στρώσουμε, να της σιάξουμε το δρόμο. Για τέτοια δουλειά χρειάζουνται
μελέτες πολλές. Ένα ένα πρέπει να πάρουμε τα γλωσσικά φαινόμενα και
να διούμε το νόημά τους, πρέπει να μελετούμε τα κείμενα. Είναι
βέβαιο που μήτε στου _ Πουλολόγου_ τους στίχους, μήτε στην
ψεφτολειτουργία του _ Σπανού _ μπορεί ναπαντήσουμε του Αριστοφάνη τη
χάρη ή του Πλάτωνα τη σοφία. Αλλά μήτε γυρέβει κανείς τέτοια
πράματα. Όσο πιο κακογραμμένα είναι, όσο λιγώτερη τέχνη μας
φανερώνουν τα ιστορικά μνημεία, τόσο θέλουν πιώτερη προσοχή από
μέρος μας και πιώτερο σέβας. Σε κάθε γλώσσα τα κείμενα είναι τα
πρώτα θεμέλια της επιστήμης. Εκεί βλέπουμε πώς μορφώνουνται, πώς
χάνουνται και πώς γίνουνται γλώσσες. Καταλαβαίνουμε τον τρόπο που
ζούσαν, που συλλογιούνταν και που μιλούσαν οι πεθαμμένοι. Μελετούμε
τους γενικούς νόμους της ιστορίας. Τέτοια σημασία πρέπει νάχουν και
για μας τα μεσαιωνικά στιχουργήματα. Ο Ντάντες είναι μεγάλος
ποιητής. Τα Serments de Strasbourg ποίηση καμιά δεν έχουν. Ωςτόσο
για το γλωσσολόγο ή τον ιστοριογράφο αξίζουν την Divina Commedia και
μάλιστα ίσως την ξεπερνούν.

Πολλοί δικοί μας κατάλαβαν πόσο σπουδαία είναι τα κείμενα για τέτοια
μελέτη. Είναι τιμή για την Ελλάδα που βγήκαν τόσοι σοφοί να βρουν
και να τυπώσουν τα μεσαιωνικά μας μνημεία. Ταιριάζει ναναφέρουμε
τόνομα του μεγάλου μου και περίφημου φίλου και δασκάλου Κ. Σάθα. Ο
κ. Σ. Λάμπρος, με πολλή ακρίβεια και κριτική μέθοδο, μας έδωσε
κάμποσα βυζαντινά ποιήματα σε μια συλλογή{47} που είναι δόξα και για
τον εγδότη τον ίδιο και για τη γραικική επιστήμη. Έπρεπε να σας πω
κι άλλα μερικά ονόματα· μα ίσως μας έρθουν περισσότερα στο νου, αν
κοιτάξουμε στην Εβρώπη{48}. Ο Σύλλογος κατάλαβε πολύ καλά πόσο
πολύτιμη μπορεί να είναι τέτοια εργασία. Με χαρά μας είδαμε τον
κατάλογο που δημοσιέβει ο κ. Παππαδόπουλος Κεραμέας με τόσο κόπο και
τόση τέχνη. Και πριν είταν τόνομά του γνωστό στην Εβρώπη και τώρα θα
γίνη ακόμη πιο γνωστό. Πολύ σας τιμούν τέτοιες μελέτες. Για να
τυπώση κανείς τα χερόγραφα, πρέπει πρώτα να ξέρη σε τι βιβλιοθήκη
βρίσκουνται και τι γράφουν. Αφτό ίσια ίσια θέλει να μας μάθη ο κ.
Παπαδόπουλος. Ένας μεθοδικός κατάλογος είναι σήμερα η πιο δύσκολη
εργασία που μπορεί ναγίνη κ' η πιο χρήσιμη.

Όλοι σας εσείς που πιάσετε τέτοια δουλειά, πήρετε το δρόμο που σας
έδειξε ένας περίφημος Γραικός, ο μεγάλος ο Κοραής {49}. Ξέρετε που
σήμερα οι ιδέες του Κοραή δεν μπορούν πολύ να μας χρησιμέψουν. Όσα
είπε για τη γλώσσα μήτε σωστά μας φαίνουνται, μήτε έχουν καμιά
σοβαρή ιστορική βάση. Ο Κοραής αγαπούσε να βάζη, το ένα με τάλλο
συστήματα αντίθετα — αφτή είταν η χαρά του και πολύ του άρεζε να μην
έχη σύστημα. Ποιητής δεν είταν, και για τούτο, όσο έζησε, δεν άφησε
την εθνική μας, τη δημοτική μας φιλολογία να μεγαλώση· ίσως το
νόμισε χρέος του να την πνίξη στα σπάργανά της. Είχε πάντα προαίρεση
καλή. Από τότες χάλασε η αρχαία μας η γλώσσα κ' η νέα μας η
δημοτική. Ο Κοραής δε θέλησε ποτές — ή δεν μπόρεσε! — να ξεχωρίση τη
μια από την άλλη και να διή που η καθεμιά έχει την ιστορία και τη
γραμματική της. Τόσο μακριά δεν του έμελε να πάη ο νους του. Είταν
πατριώτης μεγαλόκαρδος, γενναίος, κ' ίσως κανένας από μας δεν έχει
τόσο αθώα, τόσο ωραία ψυχή· αγωνίζουνταν πάντα για το καλό με πόθο
κι άπειρο κόπο, και βέβαια πιώτερο με πόθο παρά με σκέψη. Και για
τον καιρό που ζούσε, — είταν ο καιρός του Humboldt, του I. Grimm και
του Bopp! — καλός γλωσσολόγος δεν είταν{50}. Αν όμως και δεν ήξερε
μέθοδο κ' επιστήμη, αν κ' οι ετυμολογίες του μας κάμνουν πού και πού
να χαμογελούμε, ο νους του συχνά έβλεπε την αλήθεια, και χωρίς ίσως
ο ίδιος να το διή καλά καλά, έβρισκε το σωστό. Κατάλαβε λαμπρά τι
αξίζουν τα εθνικά μας αφτά ταρχεία, κι όταν κατόπι γίνη λόγος για
τον Κοραή, όταν ξεχαστή, σαν που ταιριάζει, η γλωσσολογία του και
διούμε που οι ιδέες του δεν είχαν και δεν έχουν αξία αληθινή — ο
μεγαλήτερός του έπαινος θα είναι που διάβασε και σπούδαξε δυο τρία
μεσαιωνικά ποιήματα, τον Πρόδρομο και το Γεωργιλλά.

Η ιδέα του Κοραή είταν πολύ φρόνιμη. Είδε τι θέλει η Εβρώπη από μας.
Δεν προσμένει να της δώσουμε μήτε Όμηρο μήτε Πλάτωνα. Τους Λατίνους
και τους αρχαίους Έλληνες τους σπούδαξαν πολλοί σοφοί άντρες της
Δύσης με περισσότεοη τύχη ή με περισσότερη γνώση παρά που μπορούμε
νάχουμε ποτές. Ο σκοπός είναι η επιστήμη να προδέψη. Ό τι έγινε μια
φορά δεν είναι ανάγκη να ξαναγίνη. Δεν πειράζει να μην έχη ένας
τόπος μια καλή έγδοση του Βεργιλίου, αν την έχη ένας άλλος. Τίποτις
καινούριο δεν μπορεί πια σήμερα να βγη από τη μελέτη ή του Σοφοκλή ή
του Θουκυδίδη. Όσα είπαν οι άλλοι, πρέπει να πιάση να συνάξη κανείς
και να ξαναπή. Η κλασσική φιλολογία είναι σήμερα γνωστή. Ένας νέος
εγδότης μόλις θα μπορέση ή να διάβαση μια λέξη καλήτερα παρά που τη
διάβασαν ίσια με τώρα, ή να ξεδιαλίση με πιιότερη ακρίβεια το νόημα
ενός στίχου που είχε ξεφύγει στους άλλους. Άφτή τη δουλειά κάμνουν
ίσια ίσια στην Εβρώπη με μάθηση πολλή και τέχνη μεγάλη. Βρίσκουνται
κάπου κάπου και μερικοί πιο προκομμένοι, πιο ξυπνοί, που φωτίζουν τη
σπουδή της αρχαιότητας με καινούριες ιδέες. Μα δεν είναι καλό να
χάνεται ο κόπος που έγινε μια φορά. Δεν έχουμε παρά να μιμηθούμε
τους σοφούς που κόπιασαν ίσια με τώρα για την αρχαιότητα. Όταν
πρέπει να κάμουμε καμιά έγδοση για τα σκολειά, μας είναι έφκολο το
πράμα. Ας πάρουμε κι ας μεταφράσουμε τόσα καλά βιβλία που γράφηκαν ή
στη Γερμανία ή στη Γαλλία ή στην Αγγλία. Δε λέω που ο μεταφραστής ή
ο εγδότης δεν μπορεί να βάλη πού και πού τίποτις δικό του, να
διορθώση ένα κόμμα ή να δώση ερμηνεία πιο σωστή για μια λέξη, κ'
έτσι να μας βγάλη στη μέση, για το κοινό, καμιά καινούρια νοστιμάδα.
Όσο θερισμένος κι αν είναι ένας κάμπος πάντα κατορθώνει κανείς να
μαζέψη δυο τρία στάχια που έπεσαν καταγής. Απομεινάρια βρίσκουνται
παντού. Μα δεν έχουμε ελπίδα ή να σπείρουμε πολλά ή να πλουτίσουμε,
γιατί μεγάλοι θεριστάδες πέρασαν και περνούν ακόμη κάθε μέρα μέσα
στον κάμπο{51}.

Η πρώτη μας δουλειά είναι το λοιπό να δημοσιέβουμε μνημεία
μεσαιωνικά. Γι' αφτά τα μνημεία είναι που τόντις αξίζει να γίνη μια
ξεχωριστή _ Βιβλιοθήκη _ και να μας τα σκολιάσουν οι λόγιοι με την
ίδια κριτική μέθοδο που μελετούν και σημειώνουν τους αρχαίους.
Τέτοια εργασία δεν έγινε και πρέπει να γίνη. Μάλιστα για τις
γλωσσολογικές μελέτες, ή, να το πούμε καλήτερα, για τη γλωσσολογική
φιλοσοφία, τα μεσαιωνικά κείμενα, σε κάθε γλώσσα — ας είναι γαλλικά,
γερμανικά, γραικικά, — έχουν πολύ πιώτερη αξία για την επιστήμη παρά
τα κείμενα ταρχαία. Μοναχό του φαίνεται το πράμα. Μόνο στις
μεταγενέστερες γλώσσες μπορεί να μας δείξη ένας τύπος καινούριος την
ιστορική σειρά που έπρεπε να βαστάξη για ναφήση την παλαιά του μορφή
και να πάρη άλλη. Εδώ είναι που βλέπουμε την αρχή και το τέλος, και
για να σπουδάξη κανείς ένα φαινόμενο ιστορικό, θέλει ίσια ίσια να
ξέρη πού και πώς αρχίζει, ύστερα πώς και πού τελειώνει. Οι αρχαίες
οι γλώσσες είναι αδύνατο να μας δείξουν ένα τέτοιο πράμα. Μάθαμε που
η γενική _ μουσών _ έχει πρωτότυπο _ μουσάων _ και το _ μουσάων _
πρωτότυπο * _ μουσασων _. Όμως εκεί πρέπει να σταθούμε. Παρέκει δε
φτάνουμε. Βάλτε μάλιστα που ο τύπος * _ μουσασων _ πουθενά δεν
υπάρχει{52} κι αναγκάζεται η επιστήμη να συμπεραίνη που ύπαρξε. Σ'
άλλα πολλά μήτε τόσο μακριά δεν μπορεί να προχωρήση. Την πρώτη αρχή
της προσωπικής κατάληξης τής -μι συζυγίας, δίδωμι, τίθημι, ίστημι
είναι πολύ πιθανό που θα πεθάνουμε δίχως να τη βρούμε. Η ονομαστική
_ βασιλεύς _ (με το θέμα -ευ-=-ηυ- ) θα μείνη μυστήριο για τους
γλωσσολόγους. Δεν ξέρουμε ποιο είναι το πρωτότυπο. Αν όμως θέλουμε
να διούμε πώς η ονομαστική _ βασιλεύς _ κατήντησε στον τύπο _
βασιλιάς _ ή βασιλές, μας είναι πολύ έφκολο· ίσια ίσια γιατί έχουμε
το πρωτότυπο.

Έχουμε και κάτι παραπάνω. Ξέρουμε από πόσα διάφορα στάδια πέρασε μια
λέξη για ναλλάξη μορφή. Σήμερα δεν πιστέβει κανείς που το λατινικό
vita έγινε με μιας vie, μήτε που το _ μουσάων _ έγινε _ μουσών _ από
το πρωί στο βράδυ. Μόνο στα βιβλία βλέπουμε τέτοια θαυματουργήματα·
οι γραμματικές δεν τόχουν τίποτις να βάλουν κοντά κοντά το _ μουσάων
_ και το _ μουσών _ τραβούνε μια γραμμή μεταξύ στους δυο τύπους,
έπειτα νομίζει ο καθένας που τα πράματα συνέβηκαν ξαφνικά, σαν που
τα είδε γραμμένα, και μ' αφτή την ιδέα κοιμάται ήσυχος. Για να βγη
όμως τόντις ένας τύπος _ μουσών _ ή vie, χρειάστηκε ενέργεια
αδιάκοπη, χρειάστηκε, για να το πούμε πιο σωστά, μάσημα καθημερνό.
Έπρεπε το t του vita νακουστή πρώτα σαν dh, ίσως σα δικό μας δ,
έπειτα σα h ή δασεία, κ' έτσι λίγο λίγο ναφανιστή. Το a, για να
καταντήση να λέγεται e, θέλει διάφορους μεσιανούς τύπους. Το άω
πρέπει να πάρη, λίγο λίγο, τουλάχιστο δυο τρεις προφορές, για να το
πουν ώ. Όποιος μιλεί για συναίρεση δε μας έμαθε τίποτις· μας λέει
που έγινε το πράμα, δε μας λέει πώς γίνεται. Ο λόγος είναι να μας
δείξη πόσες φορές είταν ανάγκη η γλώσσα να κουνήση, και ναλλάξη η
αναπνοή τον ίσιο της δρόμο, για να χαθή το α, για να περάση ο τόνος
στο ω και με τέτοιο τρόπο να πάρη περισπωμένη τάτονο το ω, μ' άλλα
λόγια να χωνέψη την οξεία του α, γιατί η οξεία ακούγουνταν ακόμη και
με την περισπωμένη που είχε το ω{53}. Ό τι λέμε για την αρχαία,
μπορούμε να το πούμε πολύ καλήτερα για τις μεταγενέστερες γλώσσες.
Παντού ζητούμε τη σειρά αλάκαιρη. Πρώτα, όταν απαντούσαν έναν τύπο
ψη αντίς ψυχή, έλεγαν αμέσως που χάθηκε το χ, κ' έτσι έγινε η ψυχή,
ψή. Δε μιλώ για όσους νομίζουν και μας διδάσκουν που η ψυχή έγινε
ψή, «κατά παραφθοράν», γιατί μ' αφτό το λίγο δεν ξηγούν τίποτις κ'
έπρεπε τουλάχιστο να μας πουν πώς και με τι τρόπο έγινε αφτή η
παραφθορά. Τόσο έφκολα τα πράματα δεν είναι. Για να χαθή το χ,
έπρεπε πρώτα να προφέρουν το χ σα δασεία, έπειτα κ' η δασεία
ξεψύχησε· τότες βρέθηκαν τα δυο ι κοντά το ένα στάλλο, και τάλεγαν
και τα δυο μαζί· το πρώτο λιγόστεβε με τον καιρό, ώςπου να μην
ακουστή, κ' έμεινε το δέφτερο μοναχό του. Χρειάστηκαν κάμποσα χρόνια
για να φανή τέτοιος τύπος, και μπορούμε να είμαστε βέβαιοι που τα
διάφορα στάδια, οι διάφοροι αφτοί χρωματισμοί ψυ'ή, ψυή, ψυή, ψ υ ή,
ψή {54} σώζουνται ακόμη και σήμερα, ξεχωριστά ο κάθε χρωματισμός σε
διάφορα χωριά.

Natura saltus non facit, λέει ένα ρητό. Lingua saltus non facit,
μπορούμε να πούμε και μεις. Για να περάσουν από τον ένα στον άλλο
βαθμό κ' έτσι να προχωρήσουν, τα φυσικά φαινόμενα δεν κάμνουν
πήδημα. Η γλωσσολογία μάς δείχτει που ο γενικός αφτός ο νόμος είναι
αλήθεια και για τη μέσα ενέργεια του αθρώπου. Μπορούμε να
συγκρίνουμε κάθε μεταβολή που γίνεται στη γλώσσα με μια γραμμή· στη
μιαν άκρη βλέπουμε το πρωτότυπο, ας πούμε την ονομαστική _ βασιλεύς
_ στην άλλη άκρη βρίσκουμε το σημερνό μας _ βασιλιάς _. Πρέπει τώρα
να κατορθώσουμε να βάλουμε κοντά τον ένα στον άλλο όλους τους
βαθμούς της γραμμής, όσο μικροί, όσο άφαντοι κι αν είναι. Τέτοια
δουλειά δεν μπορεί να γίνη για το _ μουσάων _ και _ μουσών· _ μας
λείπουν τα κείμενα για να μας δείξουν τη σειρά. Αλλάζει το ζήτημα,
άμα θέλουμε να διούμε με τι τρόπο μπόρεσαν κ' είπαν την ονομαστική _
βασιλιάς _ αντίς _ βασιλεύς. _ Εδώ έχουμε τη γραμμή αλάκαιρη. Δε
θέλω ναραδιάσω όλους τους βαθμούς, γιατί θα μας χρειάζουνταν
κάμποσος καιρός και δεν κάμνουμε μάθημα. Φτάνει να σας θυμίσω έναν
απ' αυτούς τους βαθμούς. Για να γίνη _ βασιλιά _ η αιτιατική _
βασιλέα _, έπρεπε πρώτα να φανή ένας τύπος _ βασιλιά _, που κι αφτός
λίγο λίγο βγαίνει από τον τύπο _ βασιλέα _. Η αιτιατική _ βασιλεά _
βρίσκεται στα κείμενα (διές το Σπανέα Α, στ 12), πριν ακόμη βγη
κανένας τύπος _ βασιλιά _.

    Τον βασιλεάν αγάπα τον και τίμα και φοβού τον.

Έναν τύπο _ μουσαών _, ας είναι και _ μουσαών _, πουθενά δε βλέπουμε
στην αρχαία. Ξεναντίας, γιατί ξέρουμε τον τύπο _ βασιλεά _,
συμπεραίνουμε που ύπαρξε και για το _ μουσάων _ κάποιος τέτοιος
μεσιανός τύπος στην αρχαία.

Ακούω τι θα με πήτε. Για να πιάση ένας λαός να μελετήση τη γλώσσα
του, δεν είναι ανάγκη αφτή η γλώσσα νάχη γενική επιστημονική αξία.
Του φτάνει που είναι γλώσσα του. Μάλιστα όταν αφτή η γλώσσα είναι η
γραικική, ο καθένας, κι ας μην είναι Γραικός, θα θελήση να τη μάθη.
Ποιος δε θανοίξη τα μάτια του για να διή τι απόγινε μια γλώσσα που
τη μιλούσαν ο Περικλής κι ο Σωκράτης στη μικρούτσικη τη χώρα που
γέμισε τον κόσμο; Τόντις αξίζει τον κόπο να πέση κανείς κατακέφαλα
σε τέτοια σπουδή. Τόσο το καλήτερο αν μπορεί να βγη από κεί μέσα
κανένα όφελος για τα ιστορικά, εθνολογικά, ή φιλοσοφικά ζητήματα,
που σήμερα κυριέβουν ολωνών την προσοχή στην Εβρώπη. Η επιστήμη δεν
έχει καμιά έννοια να μάθη, αν κατορθώσουμε ποτές ή όχι να φέρουμε
πίσω τους αρχαίους τους τύπους· μ' αφτό δε θα προκόψη. Άμα θελήση να
τους μελετήση, πάει ίσια στους αρχαίους και τους βρίσκει. Ο σκοπός
της είναι να καταλάβη ποιοι τύποι καινούριοι βγήκαν από τους
αρχαίους μέσα.

Είναι αλήθεια — και μπορεί να με κάμετε την παρατήρηση — που η
γλώσσα μας σήμερα βρίσκεται σε μια περίοδο ξεχωριστή. Δεν έχει για
το γλωσσολόγο την αξία της γαλλικής. Τόσο προχωρημένη δεν είναι η
γραικική· δεν είναι, για να μιλήσουμε σαν που μιλούν κάποτες, τόσο _
χαλασμένη. _ Βέβαια θα προτιμούσαν οι γλωσσολόγοι να τη διούν και
κείνηνα στον ίδιο βαθμό που βλέπουν τις νεολατινικές γλώσσες. Όσο
πιώτερο διαφέρει ένας τύπος καινούριος από έναν αρχαίο, τόσο
μεγαλύτερη σπουδαιότητα έχει η μελέτη του για την επιστήμη. Είναι
πολύ πιο περίεργο να δείξη κανείς πώς από ένα diurnum, αντίς dies,
βγήκε το γαλλικό jour, παρά να διή πώς έγινε _μέρα_ ο τύπος _ημέρα_,
μόλον ότι κι αφτό έχει τη δυσκολία του.

Η γλώσσα μας δεν άλλαξε αρκετά. Κοιτάξτε την κλίση· έχουμε ακόμη
ονομαστική, γενική, αιτιατική, μάλιστα και κλητική! Η ονομαστική, η
γενική, στη δέφτερη κλίση, κ' η αιτιατική, σώζουν την κατάληξή τους.
Η κοινή λέει πάντα ο _ κόπος, του κόπου, τον κόπο, _ σαν την αρχαία,
πάντα κλίνει _ η γλώσσα, της γλώσσας{55}. _ Αν πάρετε κι άλλες
πολλές λέξες, θα διήτε μόλις διαφορά. Ας συγκρίνουμε το σημερνό μας
_ κόπος _ με ταρχαίο. Μπορεί να πη κανείς που λίγο άλλαξε. Ξέρω που
η οξεία χάθηκε και που μια τέτοια διαφορά κάτι σημαίνει· μα είναι
γενική διαφορά κ' έγινε σ' όλη μας τη γλώσσα· κανείς πια δε μιλεί μ'
οξείες μ' άλλα λόγια κανείς δεν υψώνει τη φωνή βάζοντας τον
τόνο{56}. Το ο και κείνο, μάλιστα στα τέλος της λέξης, θα το προφέρη
ο καθένας σήμερα μ' ανοιχτό στόμα (o ouvert), μόλον ότι τόλεγε η
αρχαία κλειστά{57}, πάει να πη με το στόμα πάντα στρογγυλεμένο, μα
λιγώτερο ανοιχτό. Θα συφωνήσετε όμως μαζί μου που τέτοιες διαφορές
μόλις φαίνουνται, και που πρέπει κανείς, για να τις διή, να προσέξη
στην προφορά, γιατί στο χαρτί δεν τις βλέπει, και — πολύ πιο έφκολα
θα διή τι διαφορά υπάρχει μεταξύ του Brentas και του chanter. Αμέσως
την παίρνει το μάτι. Όσο πιώτερο σπουδάζει κανείς σήμερα, την κοινή
γλώσσα του λαού, τόσο πιο σωστό του έρχεται να τη συγκρίνη με τη
δημοτική της λατινικής (latin vulgaire) που μιλιούνταν απάνω κάτω
στο δέφτερο ή στον τέταρτο αιώνα του Χριστού, στον καιρό που δεν
είταν ακόμη πρι γίνουν οι νεολατινικές γλώσσες ό τι έγιναν τώρα. Μ’
άλλα λόγια, για να προφτάξη η γλώσσα μας τη γαλλική, για να _ χαλάση
_ καλά και να μας δείξη με την αρχαία, την ίδια διαφορά που έχουν τα
γαλλικά σήμερα με τα λατινικά, μας χρειάζουνται χίλια, χίλια
πεντακόσια χρόνια, αν ξακολουθήση και πάρη η γλώσσα μας τον ήσυχο
δρόμο που πήρε ίσια με τώρα.

Βλέπετε που οι σημερνοί μας γλωσσολόγοι δε θα διούν τέτοια πρόοδο.
Δε θα πη όμως που πρέπει να καταφρονήσουν τη γλώσσα του λαού, γιατί
δεν είναι αρκετά προχωρημένη. Αν είχαμε σήμερα κανένα κείμενο που να
μας σώζη τη δημοτική της λατινικής, τι δε θα δίναμε για τέτοιο
θησαβρό! Ίσια ίσια γιατί βρίσκεται πιο κοντά στην αρχαία, μας φύλαξε
καλήτερα η γραικική την ιστορική σειρά κάθε αλλαγής, και μπορούμε να
διούμε, για να πη τινάς, πόσα σκαλιά έπρεπε να κατεβή ένας τύπος
αρχαίος για να φτάξη ίσια με τα χρόνια μας. Τους βαθμούς αφτούς δεν
τους έχουμε πάντα μήτε στις νεολατινικές γλώσσες. Είδαμε για ποιο
λόγο· γιατί λείπουν τα μνημεία της λατινικής δημοτικής. Η μεσιανή
περίοδο που βρίσκεται τώρα η γραικική, είναι που της δίνει τόση
αξία. Ταποτελέσματα, θέλω να πω τα τελειωμένα, τα κατωρθωμένα
πράματα, δεν έχουν αξία για τους φιλοσόφους· του Φιλόσοφου ο σκοπός
είναι να διή πώς αρχίζουν, πώς προκόφτουν, πώς ξετυλιούνται λίγο
λίγο τα ιστορικά φαινόμενα. Στοχαστήτε τώρα τι δε θα δώσουν — αν και
σε χίλια χρόνια διαβάζουν ακόμη οι αθρώποι (μόλις φαίνεται πιθανό,
γιατί θα σωθή ως τότε το χαρτί και προτού μάλιστα να σωθή, θα
βαρεθούν καμιά μέρα τα βιβλία) — τι δε θα δώσουν, όταν η γλώσσα μας
προχωρήση σαν τις νεολατινικές, για κανένα κείμενο που θα μπορέση να
δείξη τη σημερνή κατάσταση της κοινής, τη φωνολογία της, το τυπικό
της! Τι δε θα δώσουν, ας πούμε, για τα δημοτικά τραγούδια!

Μα και τόσο καιρό δεν είναι ανάγκη να προσμένουν τα παιδιά μας, για
να διούν τη γλώσσα τους ναλλάξη. Πολλοί παρατήρησαν, — και κατάντησε
σήμερα να είναι γενική αλήθεια — που όσο δε γράφηκε μια ζωντανή
γλώσσα, τόσο πιο έφκολα προχωρεί, δηλαδής αλλάζει και _ χαλνά. _ Ο
λόγος είναι απλός κι αμέσως φαίνεται. Κάθε γλώσσα μεταμορφώνεται,
μόνο που μιλιέται. Για να σταθή, πρέπει κανείς να τη σταματήση όχι
για πάντα, μα τουλάχιστο για μερικά χρόνια. Τους τύπους που κάθε
μέρα περνούν από το στόμα και τρέχουν, πρέπει να βρεθή ένας να τους
καθίση στα χαρτί κ' έτσι, με κάποιο τρόπο, να τους κόψη το δρόμο.
Όταν το κατορθώση, τότες στέκουνται για μια ώρα. Τέτοιο πράμα, μόνο
τα βιβλία το καταφέρνουν. Ένας ποιητής ή ένας πεζογράφος παίρνει
τους ζωντανούς, τους _ δημοτικούς _ τύπους της γλώσσας που μιλιέται
στον καιρό του· τους δίνει με τα έργα του βάση και χώμα, κ' έτσι
τους ριζώνει μέσα στη μνήμη των αθρώπων. Καταντούν τύποι κλασσικοί.

Ας φέρουμε παράδειμα τη γαλλική φιλολογία. Όταν άρχισε να γράφεται η
γαλλική γλώσσα, παραδέχτηκαν οι πεζογράφοι κ' οι ποιητάδες, για να
γράψουν τα βιβλία τους, τη σύνταξη, τη φωνολογία, το τυπικό του
λαού. Σε κείνο τον καιρό, ο λαός έκλινε, ας πούμε, j'aime, tu aimes,
il aime. Μα κοιτάξτε τι έγινε. Όποιος πιάση σήμερα να γράψη, θα πη
φυσικά και δίχως να το συλλογιστή μια στιγμή tu aimes· έτσι — είναι
τώρα τρεις αιώνες και παραπάνω — κατάντησε συνήθεια να γράφουμε και
να λέμε. Ίσως όμως νομίζετε που ο τύπος από τότες δεν άλλαξε;
Άλλαξε. Ο λαός έκαμε καινούριο τύπο κι αντίς tu aimes, έβγαλε
δέφτερο πρόσωπο taimes, γιατί το u, που βρίσκεται ανάμεσα στην
προσωπική αντωνυμία και στο ρήμα, δεν έχει πια το λόγο του, αφού το
πρώτο και τρίτο πρόσωπο δεν έχουν κανένα φωνήεντο σ' αφτή τη θέση,
και φαίνουνται σα να είναι με το ρήμα μια και μόνη λέξη. Αφτό το _u_
χαλνούσε το νόημα του aimer, και λέγοντας tu aimes, νόμισε ο λαός
πως έλεγε κανένα άγνωστο ρήμα uaimer. Πολύ φρόνιμα λοιπόν ωμάλωσε κ'
έσιαξε τα τρία πρόσωπα και τάκαμε να μοιάζουν το ένα με τάλλο. Όσο
σωστός όμως κι αν είναι ο τύπος taimes, του είναι αδύνατο να
προκόψη. Γιατί; Γιατί η γραμμένη και γραφούμενη γλώσσα μάς συνήθισε
να κλίνουμε tu aimes, έτσι έσωσε τον τύπο tu aimes. Ο λαός δεν
κατώρθωσε να μας μάθη το δικό του τον τύπο, μήτε μάλιστα κατώρθωσε ο
ίδιος να τον παραδεχτή όλους διόλου. Πιο συχνά θακούσετε στο Παρίσι
να λέη ο λαός tu aimes παρά taimes. Το δέφτερο πρόσωπο tu aimes, ο
αρχαίος αφτός ο τύπος, ακόμη ζη, και ζη γιατί γράφηκε στην ώρα του.

Στην Ελλάδα, καθώς ξέρετε, ακουλούθησαν τα πράματα έναν άλλο δρόμο.
Σήμερα που όλος ο κόσμος λέει ο _ πατέρας _ και που χάθηκε η
περιττοσύλλαβη ονομαστική, όσοι γράφουνε γράφουν _ πατήρ. _ Αντίς να
πάρουν τον τύπο το ζωντανό παίρνουν έναν τύπο αρχαίο. Είναι σα να
είχαν κλίνει και γράψει στη Γαλλία amas, στον καιρό που έλεγαν όλοι
tu aimes. Η γλώσσα που γράφεται χωρίστηκε από τη γλώσσα που
μιλιέται. Είναι σα να είταν αναμεταξύ τους κανένας γκρεμνός· η μια
στέκεται από τη μια μεριά, η άλλη από την άλλη. Μ’ αφτό τον τρόπο, η
κοινή γλώσσα, η δημοτική, έμεινε ανεξάρτητη. Δεν έχει βιβλίο,
σκολειό, παράδοση, που να τη βαστάξη, και μπορεί να τραβήξη ίσια το
δρόμο της, χωρίς κανένας να της πη στάσου. Αφτό το χρωστούμε στην
καθαρέβουσα, κ' είναι μια τύχη για τους γλωσσολόγους που δε γράφηκε
η γλώσσα του λαού· έτσι θα προκόψη και θα _ χαλάση, _ που λένε, πολύ
πιο έφκολα. Δε θα περάση πολής καιρός και θα διούμε κάμποσα περίεργα
φαινόμενα. Η γλώσσα μας θα καταντήση πολύ πιο αξιοσπούδαστη παρά που
μας φαίνεται σήμερα. Είναι πιθανό να βγουν τύποι _ άθρους _ ή _
άρρους _ ή _ άρους αντίς _ άθρωπος· _ θα ξεχάσουν το _ς_ και μάλιστα
μπορεί να πουν ο _ άρου _ για όλο τον ενικό αριθμό. Τα ουδέτερα και
ταρσενικά θάχουν την ίδια κλίση. Τα ουσιαστικά θα χάσουν την
κατάληξή τους και το τελικό ς μόλις θα μείνη στην ονομαστική. Ξέρετε
που οι γλώσσες, όσο προχωρούν, τόσο γίνουνται και πιο απλές. Στην
αρχή μας δείχτουν άπειρο πλούτο· έπειτα το κλιτικό και συζυγικό τους
σύστημα σομμαζώνεται, ή, αν το θέλετε κ' έτσι, ομαλώνεται και μας
παρουσιάζει πιώτερη ενότητα κι αρμονία. Η αρχαία και κείνη με τον
καιρό πολύ έσιαξε το τυπικό της και τη φωνολογία της. Η δική μας θα
πάθη το ίδιο, τώρα μάλιστα που κανείς δε θέλει να τη γράψη. Ισως
στερηθούν και τα ρήματα την προσωπική τους κατάληξη, σαν τα γαλλικά
ρήματα στον ενεστώτα της οριστικής κτλ.{58}. Μα δεν είναι ανάγκη να
κοιτάξουμε μόνο τι θα συνέβη κατόπι. Κάμποσα τέτοια συνέβηκαν ίσια
με σήμερα, μόνο και μόνο για το λόγο που δε γράφηκε η γλώσσα μας
απαρχής, σαν που μιλιούνταν. Είταν ένας καιρός που έκλιναν το _
πράμα, του πραμάτου, το _ γόνυ, του γονάτου. _ Δε βρέθηκε κανένας
συγραφέας για να σώση αφτούς τους τύπους. Γρήγορα λοιπόν ήρθε η ώρα
που έκλιναν _ το πράμα, του πραμάτου_, μα _το γόνα _ (μεσαιωνικός
τύπος, που διαβάζεται στο Σοφιανό και στον Ημπέριο Γ'. 600), _ του
γονάτου. _ Κι αφτό το _ γόνα, _ δε βγήκε κανένας να το καθιέρωση κ'
έτσι να το συνηθίσουμε. Προχώρησε τότες η γλώσσα και φάνηκε μια
ονομαστική _ γόνατο, _ γιατί η γλώσσα μας έχει τάση να ισοσυλλαβίζη
τα περιττοσύλλαβα, κι αν προσέξη κανείς σ' αφτό το νόμο, έφκολα θα
καταλάβη που γρήγορα θαρχίση ο λαός να λέη _ το πράματο, _ σαν που
λέει _ το κέρατο, ταλόγατο, το γόνατο. _ Πρέπει μάλιστα να
προσμένουμε τέτοιο τύπο· — η ονομαστική _ πράματο _ ίσως ακούγεται
και σήμερα πουθενά στην Ελλάδα· τουλάχιστο θακουστή, αφού δεν
παραδεχτήκαμε στα πεζά την κλίση _ πράμα, πραμάτου, γόνατο, γονάτου.

Είναι μερικοί — όχι βέβαια πολλοί, γιατί τέτοιες ιδέες δεν μπορεί να
τις έχη ο καθένας — που νομίζουν το εναντίο, και θαρρούν πως με τα
γράμματα, με τα βιβλία, με τη γραμματική, με τα σκολειά, θα σιάξουν
τη γλώσσα και θα ξαναφέρουν πίσω την αρχαία. Αν έχουν τέτοια γνώμη,
εμείς πάλε γιατί να τους τη σηκώσουμε; Τι μας πειράζει; Η ιστορία
δεν αλλάζει για το χατίρι κανενός όσο κι αν πη κανείς που θα γίνη
ένα πράμα, αν οι ιστορικοί νόμοι δεν το συχωρνούν, ποτές δε θα γίνη
σαν που το θέλει η ιδέα μας. Πρέπει κανείς να το συλλογιστή καλά,
για να βγάλη προφητεία, και με φαίνεται που βγαίνει προφήτης,
λέγοντας που η αρχαία θα γυρίση πίσω. Δεν έχουμε κανένα ιστορικό
διδόμενο, που να βασιστή τέτοιο συμπέρασμα. Σας παρακαλώ όμως να μη
με κάμετε και μένα προφήτη. Σας λέω πράματα που τα ξέρει όλος ο
κόσμος· οι αξιότιμοι γλωσσολόγοι που βρίσκουνται στο Συνέδριο,
βέβαια δε θαναιρέσουν τα λόγια μας. Να πη κανείς που η γλώσσα
θαλλάξη, γιατί δε γράφεται, λέει μιαν αλήθεια γνωστή· το παρατήρησαν
κι αλλού. Είναι νόμος γενικός· προφητεία δεν είναι. Άμα πούμε όμως
που γρήγορα ή «βαθμηδόν» θαναστήσουμε την αρχαία, κάμνουμε
προφητείες, γιατί ως τώρα καμμιά γλώσσα δε φάνηκε Λάζαρος.

Ανάγκη μεγάλη δεν είναι, πολλά λόγια και πολλές σοφίες δε
χρειάζουνται για ναποδείξη κανείς που το πράμα είναι αδύνατο. Ένα
μόνο φτάνει να πούμε. Ας φανταστούμε που ο κόπος μας δεν πήγε του
κάκου, που τόντις κοντέβει η μέρα που όλοι μας μαζί θα μιλούμε την
αρχαία, θα λέμε τους αρχαίους τύπους, θα κλίνουμε _ ο πατήρ, τοις
πατράσι, _ θάχουμε απαρέφατο· θα ξέρουμε μόνο _ κάθημαι _ κι όχι _
κάθουμαι, ετοίμη _ κι όχι _ έτοιμη, ήκουσα _ κι όχι _ άκουσα. _ Ας
υποθέσουμε μάλιστα που αφτή η μεγάλη μέρα έφεξε πια σήμερα. Να μας
όλους που ελληνίζουμε και πάμε. Πόσο καιρό νομίζετε να βαστάξη
τέτοια χρυσή εποχή; Η αρχαία, με τους αθρώπους που είχε να τη
γράφουν, άλλαξε. Θέλετε η δική μας η αρχαία να μην αλλάξη και κείνη;
Είστε βέβαιοι που όλος αφτός ο κόπος δε θα καταστραφή καμιά μέρα;
Την αλλαγή την έφερε γενικός γλωσσολογικός νόμος κ' ιστορικά
περιστατικά. Δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε το δρόμο που μπορεί να
πάρη η ιστορία. Δεν μπορούμε απαρχής να φτειάξουμε την ιστορία με το
θέλημά μας. Δεν μπορούμε να κάμουμε να μη μιλούν τις γλώσσες αθρώποι
— κι όσo τις μιλήσουν αθρώποι, πάντοτες θα πάθουν οι γλώσσες τα ίδια
παθήματα. Πιστέβω κανείς στη ζωή του να μη νόμισε πως είναι δυνατό,
ένα έθνος αλάκαιρο να ξέρη τη γραμματική σαν που την ξέρει ο
δάσκαλος στο σκολειό, — κι όχι μόνο να την ξέρη, μα ποτές του να μην
την ξεχάση, μήτε όταν κλάψη μήτε όταν τύχη και χαρή, να βασανίζεται,
να τυραννιέται μέρα νύχτα μήπως του ξεφύγη κι αλλάξη τους μαθημένους
τύπους, μήπως η παλιά συνήθεια τον ξανακάμη σκλάβο Θα προσέξη να μην
πη ποτές, ποτές του και με κανέναν τρόπο τη μάννα του _ μάννα _, το
παιδί του _ παιδί _, και την κόρη του _ κόρη _ · να λέει πάντοτε: _
μήτερ _, να μη φωνάξη ποτές του παιδιού του· «Παιδάκι μου, σώπα·
έλα! μην κλαίς», παρά να του λέη· «Σίγησον, ω παι»· να μη μιλήση
ποτές μέσα του την κοινή γλώσσα· να μάθη να συλλογέται αρχαία, ακόμη
κι όταν είναι μοναχός του· να μη φανή άθρωπος, να γίνη θαματουργός.
Και δε φτάνει, μόνο οι προκομμένοι να συνηθίσουν και να μάθουν καμιά
ώρα μια γραμματική που μας είναι σήμερα ξένη, και που κανείς δεν την
ξέρει φυσικά του, πρέπει κ' οι πιο πρόστυχοι, οι πιο χωριάτες, σ'
όλη την Ελλάδα, σε κάθε χωριό, σε κάθε τρύπα, να ξεχάσουν τη μητρική
τους γλώσσα. Αν τη θυμηθούν, ας είναι και μια μόνη στιγμή στη ζωή
τους, αν τους ξεφύγη ένας μόνος χυδαίος τύπος, τέλειωσε πάει! Άλλαξε
η γλώσσα. Ένας χαλασμένος τύπος χάλασε τη γλώσσα όλη. Ο χαλασμένος ο
τύπος πρώτα θα μας δείξη, που κι άλλες πολλές λέξες πήραν την ίδια
σειρά· μα είναι κι άλλο. Παρατήρησαν οι γλωσσολόγοι — και
λογαριάζουν αφτή την παρατήρηση μέσα στους πιο σταθερούς νόμους που
τους στάθηκε δυνατό να ξεδιαλίσουν ίσια με σήμερα, — που ένας τύπος
καινούριος σώνει για ναλλάξη ένα σύστημα αλάκαιρο ή της κλίσης ή της
συζυγίας. Αφτό είναι που λέγεται αναλογία, _ συνεκδρομή _ σαν που
τόλεγαν πριν οι αρχαίοι γραμματολόγοι. Φανταστήτε τώρα αν είναι
τόντις δυνατό μια γλώσσα να πάη πίσω. Έτσι δεν ξολοθρέβουνται οι
γλώσσες. Κάποτες θαρρούμε που ο λαός λίγο λίγο θα φωτιστή από τα
βιβλία μας και που με τα χρόνια θα συνηθίση και τη γλώσσα μας. Με
φαίνεται όμως που για να τη συνηθίση, θάπρεπε τουλάχιστο να την
καταλάβαινε — και δεν την καταλαβαίνει. Το πολύ πολύ αρπάζει μια
λέξη από δω κι από κει. Μα δεν έχει να κάμη που ένας χωρικός, ένας
δούλος, ένας εργάτης μαθαίνει πού και πού κανέναν τύπο αρχαίο και
σας τον ξαναλέει. Ακούμε τα τέτοια κι ανάφτει η φαντασία μας —
αμέσως νομίζουμε πως έφκολα θα μάθη και τους άλλους τύπους ο
χωρικός. Μα για να γίνη τέτοιο πράμα, έπρεπε πρώτα πρώτα κι αφτοί οι
προκομμένοι, όχι μόνο να μη λεν ποτέ τους, αλλά και να μην
καταλαβαίνουν πια κανέναν τύπο καινούριο.

Για την ώρα βλέπουμε πολύ φανερά με τι τρόπο μεταμορφώνει ο λαός
τους αρχαίους τύπους που μαθαίνει στο σκολειό. Μια τέτοια
μεταμόρφωση έχει μάλιστα δικούς της ιδιαίτερους νόμους, και θα είταν
περίεργο γλωσσολογικό ζήτημα, να μπορούσε κανείς να βάλη αφτούς τους
νόμους με τη σειρά τους. Όποιος το κάμη θα μάθη κάμποσα. Πρώτα
θαπαντήση τύπους στη γλώσσα μας που δεν τους έχει καμιά άλλη γλώσσα,
Θακούση το λαό κάπου να λέη _ ζωμί _ και κάπου _ ζουμός _. Γιατί;
Γιατί θελήσαμε να του μάθουμε τη λέξη _ ζωμός _ αντίς το _ ζουμί _
που έλεγε. Άμα το ω έγινε ο, ο τύπος _ ζωμός _ δεν μπορεί να είναι
πια σήμερα τύπος σωστός, κι ο λόγιος ο ίδιος που λέει _ ζωμός, _
ορθά δεν το λέει, αφού και κείνος δε βάζει πια _ ω μέγα, _ μόνο
προφέρνει _ όμικρο _. Τούτο τόμικρο όμως είταν ανάγκη να γίνη _ ου,
_ σαν που το δείξαμε πιο απάνω (σελ 109,3)· με τέτοιο τρόπο είπε ο
λαός _ ζουμί _. Είναι λοιπό δυο κανονικοί τύποι, ο τύπος _ ζωμός _
με ω και μ' οξεία για την αρχαία, ο τύπος _ ζουμί _ με ου και χωρίς
οξεία για τη νεοελληνική. Ανακάτωσαν όμως τους δυο τύπους, και
μπέρδεψαν τις δυο γλώσσες τη μια με την άλλη, την αρχαία και τη νέα·
τότες φάνηκε ένας τύπος που είναι λάθος και στην αρχαία και στη νέα,
ο τύπος _ ζωμί _. Το λάθος μας τόφερε το σκολειό· το χρωστούμε στο
σκολειό. Ο λαός που έλεγε ήσυχα τον κανονικό του τύπο _ ζουμί _,
άκουσε να το λεν άλλοι _ ζωμός _· είπε αμέσως και κείνος ένα, _ ο,
ζομός _ {59}, ή άφησε το _ ου _ και πήρε την κατάληξη _ -ος, ζουμός
_. Δε μας είναι φυσικό, πάει να πη δεν είναι κανονικό να λέμε σήμερα
ζωμός για τούτο φτειάνουμε τέτοιους τύπους. Ό τι δεν είναι φυσικό, ό
τι δεν είναι κανονικό, είναι αδύνατο να το μάθη κανείς σωστά, αφού
σωστό δεν είναι. Μπορούσα να σας αναφέρω πολλά τέτοια τέρατα και
σύναξα κάμποσους ανώμαλους τύπους σαν το _ ζουμός _ και μάλιστα πολύ
πιο περίεργους, _ ητοίμασε _ αντίς _ ετοίμασον, την αμάξη _ και
χίλια άλλα. Όλοι αφτοί οι τύποι έχουν την ίδια αρχή· έρχουνται από
την καθαρέβουσα. Αν αφίναμε το λαό να μιλήση τη γλώσσα του, δε θα
τους ακούγαμε ποτές. Με το σύστημα τούτο δε φέρνουμε πίσω την
αρχαία· χαλνούμε την αρχαία και τη νέα. Κ' έτσι θα είναι πάντα.

Για το γλωσσολόγο όμως, αφτό το σύστημα έχει τα καλά του. Του δίνει
αφορμή να μελετήση κάμποσα σπάνια γλωσσικά φαινόμενα, θα διή κι άλλα
πολλά, που θα του δείξουν πώς λίγο λίγο μορφώθηκε η γλώσσα μας. Η
γλώσσα του λαού δε χαλνά πάντα τους αρχαίους τύπους που της μαθαίνει
το σκολειό· συχνά κανονίζει την καθαρέβουσα, την ξανασιάζει, την
αλλάζει με το ίδιο σύστημα που ακουλούθησε, είναι τώρα χρόνια και
καιρός, για ναλλάξη την αρχαία. Ξαναρχίζει κάθε μέρα τον ίδιο κόπο,
γιατί όσες αλλαγές έτυχε να γίνουν, είχαν τον ιστορικό τους λόγο κι
αφτός ο λόγος δε χάθηκε ακόμη· πάντα υπάρχει. Με τους ίδιους
φωνολογικούς νόμους ξαναφτειάνει ο λαός τους ίδιους δημοτικούς
τύπους.

Παραδείματος χάρη, είναι σ' όλους γνωστό που δυο ο, το ένα κοντά
στάλλο, είναι σαν ένα μόνο ο στην προφορά. Μα πώς έγινε τέτοιο
πράμα; Με μιας έγινε; Τάτονα και τα τονισμένα _ ο _ μήπως πήραν όλα
τον ίδιο δρόμο στην ίδια εποχή; Όχι βέβαια! Πρώτα συναιρέθηκαν
τάτονα _ ο· _ τότες μόνο άρχισαν και πρόφεραν ένα _ ο _ τονισμένο κ'
ένα άτονο _ ο _ κατόπι από το τονισμένο, σα σκέττο _ ο _. Κι από πού
βλέπουμε που αλήθεια έτσι έγινε το πράμα: Μας το δείχτει η
καθαρέβουσα. Η λέξη _ πρόοδος _ κ' η λέξη _ προοδεύω _ δημοτικές δεν
είναι, ωςτόσο σήμερα κατάντησαν, μπορεί να πούμε, κοινή συνήθεια·
και τις δυό τις ξέρει ή τουλάχιστο θα τις καταλάβη όλος ο κόσμος.
Παρατηρήστε τώρα με τι τρόπο και σεις οι ίδιοι θα προφέρετε τη μια
και την άλλη λέξη. Άμα δεν προσέξετε, θα πήτε όλοι σας _ προδεύω _.
μα λέτε ακόμη και σήμερα _ πρόοδο _, με δυο _ ο _. Έχουμε λοιπό δυο
τύπους, το ρήμα _ προδεύω, εις, ει _ κτλ. και το κοινό όνομα _ η
πρόοδο, της πρόοδος _ κτλ. Πήραμε τον ίδιο δρόμο που πήρε πρώτα κ' η
γλώσσα. Το παράδειμα τούτο είναι σπουδαίο· εκεί που δεν έχουμε
κείμενα να καταλάβουμε πώς έγινε μια αλλαγή, με τι τρόπο και με τι
σειρά μετατράπηκαν τα γλωσσικά φαινόμενα, φτάνει να μελετήσουμε τη
ζωντανή τη γλώσσα και να διούμε πώς αλλάζει τους μαθημένους τύπους·
αμέσως βλέπουμε πώς άλλαξε όλη η γλώσσα κ' έτσι φωτίζεται η
μεσαιωνική μας γραμματική. Τότες μας έρχεται πιο έφκολο να
καταλάβουμε γιατί ο τύπος _ ζώο _ {60} είναι κοινός και γιατί δε λεν
όλοι _ το ζω, του ζού, τα ζω _, με την ίδια συνήθεια κ' εφκολία που
λεν πατέρας. του πατέρα, τους πατέρες _. Το ρήμα _ σπρώχτω
(=εισπροωθώ) _ είναι κοινό, γιατί τα δυο άτονα _ ο _ μπόρεσαν αμέσως
κ' έγιναν _ ο _ απλό. Μα ο τύπος _ το ζω _ δε βρίσκεται παρά στα
χωριά· δεν κατάντησε γενικός. Η κοινή γλώσσα άργησε κι ακόμη αργεί
να τον παραδεχτή. Ίσια ίσια γιατί ο τύπος _ ζώο _ είχε τόνο στο
πρώτο το ο (ω)· για τούτο φάνηκε ο συνηρημένος τύπος ύστερις από
τους άλλους, που είχανε δυο άτονα _ ο _, με τη σειρά, ή που έβαζαν
τόνο μόνο στο δέφτερο _ ο _ ή στο δέφτερο φωνήεντο, γιατί ο νόμος
είναι ο ίδιος για όλα τα φωνήεντα (πρβλ. διγούμαι και διήγημα κτλ.
Πιο έφκολα θα πούνε δηγούμαι παρά δήγημα, που ωςτόσο κι αφτό
αρχίζουνε και το λένε). Ισως μερικοί νομίζουν, ίσως μάλιστα και σας
είπαν που δεν αγαπώ την καθαρέβουσα. Πόσο μ' αδικούν! πόσο με
κατηγορούν! Είδετε τώρα πόσο αψηλά ξεναντίας ανεβάζω την
καθαρέβουσα, αφού προσπαθώ να σας δείξω τι πολύτιμη μπορεί να είναι
η σπουδή της και για τα ιστορικά προβλήματα που αγαπά σήμερα η
επιστήμη.

Σας αρέσουν αφτά τα προβλήματα και σας, αξιότιμοι Κύριοι. Ποιος
έδωσε πιώτερη προσοχή από σας στα μνημεία, στη μελέτη της
νεοελληνικής; Έχετε μέσα στο Σύλλογό σας τόσα γερά και φρόνιμα
κεφάλια, τόσους σοφούς, που δεν ξέρει κανείς ποιόνα να πρωτοπή.
Ιστορία, γλωσσολογία, ποίηση, τέχνη, αρχαιολογία, φυσική, χυμία,
αστρονομία, ξένες γλώσσες, περσικά, ρουσσικά, αραβικά, λατινικά,
ηθική και παιδαγωγία, δεν είναι ζήτημα που να μην ξετάζετε και που
να μη βρέθηκε ένας από σας να φανή πρώτος. Αφτό θα πουν όσοι
διάβασαν τους τόσους τόμους που δημοσιέψετε ίσια με σήμερα. Τις
σοφές σας μελέτες τις παρατήρησε πολύ κι απόρησε με την ποικιλία
τους και με το σοβαρό τους χαραχτήρα η δική μας η Association pour
l'encouragement des études grecques en France. Με παράγγειλε να σας
πω πόση συμπάθεια έχει για το Σύλλογο. Για να σας το δείξη, σας
έδωσε βραβείο. Ένα μάλιστα παρατήρησε η επιτροπή μας, θέλω να πω τον
πόθο και τη φροντίδα σας να μαζώνετε κείμενα δημοτικά. Αφτή είναι η
μεγάλη και σοβαρή δουλειά· τέτοιο έργο θέλησε και κείνη να το
παινέση. Και τούτος ο λόγος μου ίσια ίσια με κάμνει τώρα να σας
μιλήσω για τάλλα δυο ζητήματα που ήθελα να μελετήσουμε σήμερα μαζί,
— ένα λεξικό και μια γραμματική.

Φαντάζουμαι, τώρα που μιλώ στο Σύλλογο μπροστά, που μιλώ μπροστά σε
καμιά Ακαδημία. Και δεν έχω δίκιο; Δεν είστε μια ελληνική Ακαδημία;
Τέτοιος τίτλος είναι τιμή σας. Είναι όμως και βάρος. Ό τι κάμνουν
αλλού Ακαδημίες, πρέπει εσείς εδώ να το κάμετε μοναχοί σας. Το πρώτο
έργο μιας Ακαδημίας είναι να βγάλη Γραμματική και Λεξικό, ή
τουλάχιστο να διορίση να γίνουν τέτοια βιβλία κ' ίδια να τα
προτοιμάση. Δεν έχω ανάγκη να σας πω με τι τρόπο πρέπει να γίνουν.
Το ξέρετε χωρίς να σας το μάθη κανείς, κι αν είχα να σας μιλήσω για
τέτοια εργασία, δε θα μ' έφτανε η λίγη ώρα που μπορώ να καθήσω μαζί
σας. Μια σύντομη γραμματική της κοινής μας γλώσσας είναι το πιο
χρήσιμο και το πιο αναγκαίο βιβλίο που μπορεί να γραφή σήμερα. Στην
Εβρώπη τέτοια βιβλία διδάσκουνται στα σκολειά. Κάθε λαός μαθαίνει να
διαβάζη και να γράφη τη γλώσσα που μιλεί· μαθαίνει και την ιστορία
της. Αν έπρεπε ή στην Ιταλία, ή στη Γερμανία, ή στη Γαλλία, να
σπουδάζουν τα παιδιά μόνο τις αρχαίες γλώσσες, σε λίγο καιρό δε θα
ήξερε πια κανείς τη ζωντανή τη γλώσσα· δε θα ήξερε όμως και τις
αρχαίες, γιατί το κάθε πράμα γίνεται στον κόσμο με την ώρα του. Για
να ξέρη, κανείς καλά μια γλώσσα που δε μιλιέται, χρειάζουνται
ανύπαρχτα περιστατικά· πρέπει να γεννηθή στον καιρό που μιλιούνταν
ακόμη αφτή η γλώσσα. Αλλιώς, εκεί που πάει να μιλήση αρχαία, ο νους
του, που πια αρχαίος δεν είναι, παίρνει άλλη σειρά, έχει άλλες
ιδέες, και πώς θέλετε να ταιριάξουν παλιές φορεσιές με πρόσωπα
καινούρια; Οι χιτώνες κ' οι χλαμύδες είναι πολύ ωραία ρούχα·
στοχαστήτε όμως να μας έβλεπε σήμερα κανείς στο Συνέδριο όλους
ασπροντυμένους και ξυπόλυτους. Θα του έρχουνταν κάπως παράξενο. Η
γλώσσα και κείνη είναι σαν το χιτώνα και τη χλαμύδα· δεν το βλέπει
κανείς αμέσως, γιατί δε φαίνεται η χλαμύδα η δική μας, και τη
φορούμε στο κεφάλι μέσα· μα λιγώτερο παράξενη φορεσιά δεν είναι. Ο
άθρωπος δεν μπορεί να γίνη διαφορετικός απ' ό τι είναι. Είναι όπως
τον έκαμαν τα χρόνια που γεννήθηκε. Η ψυχική του ενέργεια αλλάζει
αδιάκοπα· τα γλωσσικά του όργανα παίρνουν άλλες συνήθειες. Παλιό
τυπικό μαζί με καινούριες ιδέες να παν πλάγι πλάγι, είναι μόνο και
μόνο μπερδεμός για το τυπικό, χαμός για τις ιδέες.

Έργο πολύ πιο σπουδαίο θα είταν, αν μπορούσε να γίνη όχι μόνο μια
Γραμματική σύντομη, αλλά και καμιά Γενική ιστορική Γραμματική της
γραικικής. Για τέτοιο έργο δεν έχουμε όμως ακόμη το υλικό που μας
χρειάζεται. Έπρεπε πρώτα να ξέρουμε καλά τη μεσαιωνική ιστορία της
γλώσσας, έπειτα να μαζωχτούν από κάθε χωριό ή τουλάχιστο από κάθε
χώρα, μονογραφίες και σύντομες γραμματικές που να μας μάθουν τη
φωνολογία, το τυπικό, τη σύνταξη κάθε χωριού και κάθε χώρας. Ο μόνος
που έκαμε ίσια με σήμερα τέτοια γραμματική μονογραφία είναι ο κ.
Μορόζης{61}. Κάθε έπαινο αξίζει το βιβλίο του. Είταν κατόρθωμα πολύ
δύσκολο, Για να πιάση κανείς τέτοια δουλειά, πρέπει φυσικά όχι μόνο
να γνωρίζη τέλεια την αρχαία γλώσσα — εννοώ να τη γνωρίζη όχι σαν
που τη μαθαίνει κάθε άθρωπος στο σκολειό, μα να τη σπουδάξη δυο τρία
χρόνια στα πανεπιστήμια της Εβρώπης· — πρέπει να σπούδαξε και
γλωσσολογία. Πρέπει να κάμη αφτή τη σπουδή έργο ζωής και να ξέρη όσα
λεν, όσα γράφουν οι γλωσσολόγοι κ' οι νεογλωσσολόγοι στην Εβρώπη.
Δεν είναι μεγαλήτερος κόπος και πιο δύσκολη τέχνη, παρά να μπορέση
κανείς να μελετήση μια γλώσσα ζωντανή, ας πούμε γλώσσα ενός χωριού,
ή ό τι χωρικά κι αν είναι. Να βγη κανείς στο ταξίδι με το χαρτί στο
χέρι, δεν κατώρθωσε τίποτις, κι όσοι έπιασαν τη δουλειά με τέτοιο
σύστημα, χωρίς να σπουδάξουν πρώτα καμιά δεκαριά χρόνια το λίγο
λίγο, έχασαν την ώρα τους. Χρειάζεται προτοιμασία και γύμναση
ιδιαίτερη. Μια μέρα οι χωρικές γλώσσες θα γίνουν η βάση της
γλωσσολογίας. Τι σημασία έχει τέτοια σπουδή, το ξέρετε. Στα χωριά
άρχισαν όλες οι γλώσσες να μιλιούνται κι από κει βγήκαν οι πιο
περίφημες. Από τα διάφορα χωριά, όταν τα συγκρίνουμε το ένα με
τάλλο, είναι που θα διούμε πώς μορφώνουνται, πώς γεννιούνται, πώς
λίγο λίγο ξαπλώνουνται, πώς καταντούν οι γλώσσες να είναι γενικές κι
από πόσα στάδια πέρασε ένας τύπος, προτού να φτάξη στο βαθμό που
βλέπουμε να βρίσκεται τώρα. Δεν έχω ανάγκη να σας πω που η αττική,
σαν που την ξέρουμε σήμερα και σαν που την έγραψαν, είταν κοινή
γλώσσα. Γεννήθηκε όμως στα χωριά και τα διάφορα χωρικά (patois). που
μιλιούνταν τότες στην Αττική, συγκεντρώθηκαν, ενώθηκαν κ' έγιναν
ύστερα γλώσσα του Ξενοφώντα. Για τούτο η αττική έχει τόσες
ανωμαλίες· οι κοινές γλώσσες είναι πάντα ανώμαλες, γιατί παίρνουν
από το ένα χωριό κι από τάλλο, κ' έτσι μορφώνουνται. Σε κάθε χωριό
μιλούν παστρικά τη γλώσσα που μιλούν, κ' ένας φωνολογικός ή
μορφολογικός νόμος δεν έχει ποτές εξαίρεση καμιά. Πάντα τον
προσέχουν· οι κοινές γλώσσες είναι γεμάτες εξαίρεσες, γιατί
ανακάτωσαν τη γλώσσα του ενός και του άλλου χωρίου. Συχνά όμως δυο
χωριά που ανακατώνουνται με τέτοιο τρόπο, έχουν όλους διόλου
αντίθετους φωνολογικούς νόμους και γραμματολογικό σύστημα που
διαφέρει από τη μια άκρη στην άλλη. Αν είταν η επιστήμη πιο
προχωρημένη σε κείνα τα χρόνια, οι Αθηναίοι θα σπούδαζαν τα ιδιωτικά
κάθε χωρίου, θα πρόσεχαν τα χωρικά που είταν τότες στην Αττική και
θα μας έσωζαν τη γραμματική τους. Τέτοιο βιβλίο θάξιζε Ξενοφώντα.

Δεν καταλάβαιναν τότες ακόμη τι σημαίνει τέτοια μελέτη. Και σήμερα
μόλις το μάθαμε. Δε φτάνει νάχη κανείς ψηφιά όσα χρειάζουνται και
ξεχωριστά σημεία με πολύπλοκο αρφάβητο, για να σημειώση τον κάθε
φτόγγο που θακούση· πρέπει ταφτί του να προσέχη και νακούη καλά.
Πολύ λίγοι ξέρουν τόντις με τι τρόπο μιλούν και μόλις παρατηρούν οι
ίδιοι τους τύπους που συνηθίζουν και λεν. Πόσους άκουσα να με πούνε
για καμιά λέξη που τους έλεγα — «Ουδέποτε λέγεται ούτως!» Περνούσε
μια στιγμή, και κει που δεν πρόσεχαν, οι ίδιοι έλεγαν τη λέξη σαν
που τους την είχα μάθει. Πόσες φορές έτυχε να με πη κανένας φίλος
«Ουδείς συνηθίζει να προφέρη όλους διόλου· όλοι το λέγουσι με ω».
Ωςτόσο κι ο φίλος μου πρόφερνε όλους διόλου χωρίς ο ίδιος να το
ξέρη. Αφτό το περίεργο φαινόμενο το βλέπουμε κι αλλού. Όσο δε
γράφηκε μια γλώσσα ίσια σαν που λαλιέται, όσο δεν είδε κανείς τις
λέξες τυπωμένες στο χαρτί, δεν μπορεί να τις θυμηθή. Δεν του
φαίνουνται ορθές και για τούτο μήτε πιστέβει πως υπάρχουν. Μπορούσα
πολλά να σας πω για τις δυσκολίες που θαπαντήση κανείς σε μια τέτοια
μελέτη· είναι τόσο πολλές, που έπρεπε να γραφή ένας τόμος ολάκαιρος
για να δείξη με τι τρόπο καταντά δυνατό να συνάξουμε τούς διάφορους
τύπους, να σημειώσουμε τα «πτερόεντα έπεα» του Λαού. Φτάνει ένας
νέος ναρχίση να μάθη επιστήμη και το βλέπει αμέσως. Να συνάζη κανείς
τραγούδια και παραμύθια πολύ πιο έφκολο δεν είναι. Νομίζει ο καθένας
που μπορεί να το κάμη. Είναι λάθος. Πρέπει πρώτα να μελετήση πολλά
άλλα πράματα και πρώτα απ' όλα τη γλώσσα μας. Ως τώρα δεν έγινε
καμιά τέτοια συλλογή που νάχη καμιά φωνολογική αξία. Ο Σύλλογος, που
ξέρει τι θα πη σοβαρή μελέτη, θα θελήση μάλιστα να μορφώση μερικούς
νέους, για να καταλάβουν τι είναι μια τέτοια δουλειά. Θα μας στείλη
δυο τρεις νέους στην Εβρώπη. Πολύ έφκολα μπορούμε στο Παρίσι — θα
είναι βέβαια το ίδιο και στη Γερμανία — να δίνουμε σημείωση στο
Σύλλογο για τον τρόπο που θα σπουδάζουν οι νέοι, για τον πόθο τους
και την προκοπή τους. Παρατήρησαν — το παρατήρησα και γω στην
παράδοση μου — που ποτές κανένας Γραικός δεν πάει νακούση μαθήματα,
άμα γίνεται λόγος σ' ένα μάθημα για τη μεσαιωνική και τη σημερνή
ιστορία και γραμματική της γλώσσας μας. Θαρρεί που τέτοιο μάθημα δεν
τόχει ανάγκη. Ο Γραικός αγαπά να πιστέβη πως τα ξέρει όλα, και
μάλιστα που ξέρει τα γραικικά. Μήτε στοχάζεται που μπορεί να μην τα
ξέρη. Στα μαθήματά μας έρχουνται Γάλλοι, Γερμανοί, Ελβετοί· Γραικούς
δεν είδα. Είναι κακό πράμα· δεν είναι πολύ και για τιμή μας. Είμαι
βέβαιος που ο Σύλλογος θα το διορθώση.

Ο σκοπός είναι να μάθουμε τη γλώσσα μας. Έρχουνται πολλοί νέοι στο
Παρίσι και σπουδάζουν ο ένας νομικά, ο άλλος γιατρική· μηχανικοί και
μάλιστα δικηγόροι θέλουνε να γίνουν όλοι. Δε φτάνει. Ας σπουδάξουν
πού και πού λίγη γλωσσολογία. Αφτή είναι ή βάσιμη σπουδή· με τη
γλωσσολογία φωτίζεται και κάθε άλλη επιστήμη, αφού ένα έθνος πρέπει
πρώτα πρώτα νάχη μια γλώσσα δική του, για να καλλιεργήση κάθε τέχνη.
Να σας πω όλη την αλήθεια, πολύ λυπούμαι — ίσως μάλιστα και
ντρέπουμαι — που δε βλέπω ποτές στο μάθημα μου κανένα γραικόπαιδο.
Αφιέρωσα τη ζωή μου στη μελέτη της εθνικής μας γλώσσας. Είναι καλό
οι νέοι μας να το ξέρουν. Αντίς να λεν κάθε ώρα· «Η γλώσσα, μας δε
γράφεται· είναι ακανόνιστη και πρόστυχη· δεν έχουμε γλώσσα», θα
είταν πολύ πιο φρόνιμο και θα ταίριαζε παραπάνω νακούσουν πρώτα τι
λένε γι' αφτό το ζήτημα όσοι τόκαμαν έργο ζωής, κ' ίσως κάτι
νοιώθουν και κείνοι.

Ένας γλωσσολογικός χάρτης της γραικικής θα γίνη με το σύστημα που
είπαμε, όταν πιάση κανείς και συνάξη όλα τα χωρικά. Τη βορεινή και
μεσηβρινή Γαλλία την ξεχωρίζει ένας ποταμός, κ' έτσι βλέπουμε απάνω
κάτω τα φυσικά σύνορα της βορεινής και της μεσημβρινής γαλλικής. Ο
λόγος είναι να βρούμε τέτοια γλωσσολογικά σύνορα και για την Ελλάδα,
να βάλουμε χωριστά κάθε γλωσσικό σύστημα. Όση διαφορά έχουν οι
νεολατινικές γλώσσες αναμεταξύ τους, τόση διαφορά κι ακόμη
μεγαλήτερη θαπαντήσουμε στην Ελλάδα. Ίσως ο τονισμός θα μας δώση το
σωστό γνώρισμα και θα διακρίνει τη μια γλωσσική χώρα από την άλλη.
Συμπεραίνω ο τονισμός της οξείας που λέγαμε, να μη χάθηκε παντού
στην ίδια εποχή. Μπορεί και σήμερα να σώζεται πουθενά. — Εκεί που
έμεινε πιώτερο καιρό, θακούγεται και σήμερα διαφορετική προφορά και
θα βρίσκουνται τύποι που αλλού δεν μπορεί να βρεθούνε.

Με τη γενική γραμματική θα καταλάβουμε καλά και την κοινή γλώσσα.
Είπαμε που κάθε κοινή γλώσσα είναι ανώμαλη. Η αττική είχε τους
τύπους πονέσω, καλέσω κοντά στους τύπους φιλήσω, πολεμήσω κι άλλους
τέτοιους, γιατί η αρχαία είχε ανακατώσει το ένα με τάλλο τα διάφορα
συστήματά της — έω-ω συζυγίας. Με τον ίδιο τρόπο κ' η σημερνή μας η
κοινή γλώσσα συνηθίζει τύπους αντίθετους. Όλος ο κόσμος θα πη εγώ·
ωςτόσο παντού παραδέχουνται τους τύπους λέμε, λέτε, λεν. Κατάντησαν
τύποι γενικοί κι από κάθε άθρωπο μπορεί να τους ακούσετε. Δεν είναι
όμως σωστό να βρίσκουνται τέτοιοι τύποι στο ίδιο στόμα· όποιος ξέρει
το _λέμε_, έπρεπε να ξέρη και το _έώ_ αντίς _εγώ_· όποιος πάλε θα πη
_εγώ_, έπρεπε νάχη πρώτο, δέφτεοο και τρίτο πληθυντικό πρόσωπο
λέγουμε, λέγετε, λέγoυv. Oι τύποι _λέμε, λεν_ άρχισαν από το δέφτερο
πρόσωπο του πληθυντικού λέγετε· με τους φωνολογικούς νόμους, δεν
μπορεί κανείς να συλλογιστή μήτε μια στιγμή που το λέγαμε και λέγουν
έγιναν κατεφτείας _λεν και λέμε._ Πρώτα το λέγετε γίνεται λέετε και
τότες μόνο μπορεί να γίνη λέτε. Άμα όμως έχουμε τον τύπο λέτε,
καταλαβαίνουμε τους άλλους· το λέτε κλίνεται φυσικά_λέ-ω, λε- ς, λέ-
ει_ (τύπος της κοινής· ο τύπος λε είναι συνηρημένος), λέ-με, λέ-ν· η
ρίζα του λέμε γίνεται τότες λέ-· με την κατάληξη -ω, -ις, - ει, -με,
-τε, -ν, ο ενεστώτας δεν μπορεί να καταντήση παρά στο λέμε κτλ. Μα
ένας τύπος _λέτε_ μπορεί μόνο να φανή σε μια χώρα που δε θέλει γ
μέσα σε δυο φωνήεντα, σ' ενα χωριό που ο καθένας θα πη _εώ, λόος,
λαός, (λαγός), αώρι, άουρος, αελάδα, και μάλιστα _ακούω, κλαίω,
καίω, _ κτλ. κτλ. Εκεί που λεν _εγώ_, θα πουν _αγελάδα, άγουρος,
αγώρι, λαγός, λόγος_, και μάλιστα _λαγός (λαός), ναγός (ναός), Θεγός
(Θεός), ακούγω, κλαίγω, καίγω_, γιατί πάντα μέσα σε δυο φωνήεντα
θακουστή και το γ. Βλέπετε όμως που είναι δυο φωνολογικά συστήματα
όλους διόλου διαφορετικά· ένα σύστημα η αντωνυμία _εγώ_, άλλο
σύστημα το ρήμα _λέμε_ κτλ. Η κοινή γλώσσα πήρε τύπους κι από τα δυo
συστήματα — τάχει ανακατωμένα και τα δυo· αν πάτε στα χωριά, θα
διήτε το κάθε σύστημα στον τόπο του. Απαραίτητα κι ακάματα, εκεί που
λεν _εώ_, θα πουν _άουρος_· εκεί που λεν _ εγώ _, άλλο δε θακούσετε
παρά _άγουρος {62}. Οι μόνες ορθές, θέλω να πω οι μόνες κανονικές
γλώσσες είναι οι χωρικές, είναι τα χωρικά _(patois)_. Στα χωριά,
μήτε οι φωνολογικοί μήτε οι αναλογικοί νόμοι γνωρίζουν από εξαίρεση.
Στις αρχαίες γλώσσες, μας φαίνεται κάποτες που αφτοί οι φωνολογικοί
νόμοι δεν έχουν πολλή σταθερότητα, και μερικοί γλωσσολόγοι στην
Εβρώπη θα σας πουν που δυο τύποι αντίθετοι βρίσκουνται στην ίδια
γλώσσα. Ξεχνούν όμως που ξέρουμε μόνο την κοινή την αρχαία· αν
ξέραμε τα χωρικά κείνης της εποχής, θα βλέπαμε που ένας νόμος
φωνολογικός και στις αρχαίες τις γλώσσες δε σαλέβει. Είναι αλήθεια
που πρέπει κανείς νάχη πολλή μέθοδο για τέτοια μελέτη· άξαφνα σ' ένα
χωριό θακούση έναν άθρωπο να πη _ εώ _, κ' έναν άλλο να πη _ άγουρος
_. Μάλιστα μπορεί ο ίδιος χωρικός κάπου να πη _ εγώ _, κάπου _ εώ _.
Για τούτο πολλοί χωρικοί, όταν τους ρωτήξετε για καμιά λέξη, σας
απαντούν «Κ' έτσι τη λεν κ' έτσι» — Είναι λάθος. Οι νέοι που
συνάζουν τύπους με τέτοια ιδέα και νομίζουν τόντις που η γλώσσα του
χωριού έχει δυο τύπους διαφορετικούς για να πη το ίδιο πράμα, θα
κάμουν πολύ πιο φρόνιμα να παρατήσουν τη δουλειά, γιατί η δουλειά
τους δε θαξίζη. Όταν καταλάβη κανείς το γραμματικό σύστημα ενός
χωριού, θα διή αμέσως που τέτοια διγλωσσία δεν υπάρχει και που είναι
πάντα μόνο ένας κανονικός τύπος. Ο σκοπός είναι ίσια ίσια να
διακρίνη ποιος από τους δυο είναι ο ντόπιος τύπος και ποιος είναι ο
ξένος. Άμα κάμη αφτή τη σημαντική διάκριση, θα καταλάβη που ένας από
τους δυο τύπους είναι ο σωστός και που ο άλλος είναι μαθημένος απ'
αλλού{63}. Άμα είναι έτσι, κ' η γλώσσα του χωρικού δεν είναι πια
χωρική γλώσσα· καταντά και κείνη γλώσσα κοινή.

Ώςπου να γίνη για τα διάφορα χωρικά που μιλιούνται σήμερα ένας
γενικός κατάλογος, ώςπου να φανή τέτοιο βιβλίο — τέτοιο μνημείο! —
χρειάζουνται χρόνια και χρόνια. Πρέπει κανείς να πάρη κάθε τύπο της
αρχαίας, να διή τι έγινε στο μεσαιώνα, έπειτα να μάθη πώς
μεταμορφώνεται ο ίδιος τύπος σ' όλη την Ελλάδα· θα μας ξηγήση και
τον αρχαίο τον τύπο κι όλους τους καινούριους με τη σειρά τους. Έτσι
θα βλέπουμε όλη την ιστορική σειρά της ελληνικής από τα παλιά τα
χρόνια ίσια με την ώρα που μιλούμε. Τέτοιο έργο μπορεί νανάψη νέων
καρδιές και κεφάλια. Είναι μια χαρά να φανή κανείς πρώτος στην
επιστήμη και να κάμη πράμα που δεν τόκαμε κανένας πριν. Πρέπει να
ξεπεράση όσους έγραψαν, όσους μελέτησαν τη γλώσσα. Ο πατριωτισμός θα
του δώση δύναμη, πόθο και φωτιά. Δε θάχη πρόληψη καμιά. Δε θα γυρέβη
στη γλώσσα μας διορισμούς ή ωγύγιους τύπους. Θα θέλη να ξέρη μόνο
την αλήθεια, γιατί η αλήθεια βγαίνει πάντοτες ωραιότερη από κάθε
φαντασία, όσο νόστιμη κι αν είναι η φαντασία. Χάρη στην αλήθεια,
βλέπουμε και στην ψυχή μας μέσα και στων αλλωνών την ψυχή.

Σε καμιά εκατοστή χρόνια — μπορεί και παραπάνω! — ίσως βρεθή και για
τη γλώσσα μας κανένας Diez, κανένας Bopp ή κανέν

Showing first 200,000 characters. Full text: gutenberg.org/ebooks/31433